«Ἰδών δέ τήν πίστιν αὐτῶν εἶπε τῷ παραλυτικῷ˙ Τέκνον, ἀφέωνταί
σοι αἱ ἁμαρτίαι σου…» (Μάρκ. 2, 5).
Τη Δεύτερη Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία μας προβάλλει αφενός τη μεγάλη
προσωπικότητα του Πατέρα και Διδασκάλου της Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ως
συνέχεια της προηγουμένης Κυριακής της Ορθοδοξίας, διότι στο πρόσωπό του είδε
και πάλι τη νίκη της απέναντι στο σύνολο σχεδόν των αιρέσεων, αφετέρου εκείνο
το ευαγγελικό ανάγνωσμα, κατά το οποίο ο Κύριος θεραπεύει ψυχικά και σωματικά
έναν παραλυτικό, τον οποίο έφεραν ενώπιόν Του τέσσερις φίλοι του μ’ έναν
απροσδόκητο τρόπο: αποστεγάζοντας τη στέγη. Κι είδε ο Κύριος την πίστη αυτών,
του παράλυτου και των φίλων του, οπότε συγκινημένος τον θεραπεύει πρώτα ψυχικά
κι έπειτα και σωματικά.
1. Ας
υπενθυμίσουμε καταρχάς το γεγονός. Ο Κύριος ευρίσκεται σε κάποιο σπίτι
διδάσκοντας, με αποτέλεσμα να μαζευτεί τόσο πολύς κόσμος, ώστε να μη χωράει
κανείς άλλος μέσα. Ένας παράλυτος όμως έπρεπε να τον προσεγγίσει για να
θεραπευτεί – είχε ακούσει ότι ο Διδάσκαλος θεραπεύει τους αρρώστους. Και τι
γίνεται; Τέσσερις φίλοι του παράλυτου αποστεγάζουν τη στέγη και τον κατεβάζουν
ενώπιον του Κυρίου με σχοινιά. Ο Κύριος βλέπει την πίστη τους και προβαίνει σε
παράδοξο φαινομενικά λόγο: «Σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου» λέει στον
παράλυτο, όχι να θεραπευτεί το παράλυτο σώμα του. Η συγχώρηση των αμαρτιών
επισύρει την οργή των παρευρισκομένων Γραμματέων του Ιουδαϊσμού – «μόνο ο Θεός
μπορεί να συγχωρήσει αμαρτίες» είναι ο κρυφός λογισμός τους, «Αυτός
βλασφημεί!». Κι ο καρδιογνώστης Κύριος το επισημαίνει κι απαντά: «Τι είναι
ευκολότερο να πω: σου συγχωρούνται οι αμαρτίες ή πάρε το κρεβάτι σου και σήκω
πάνω υγιής; Για να δείτε όμως ότι έχω την εξουσία να συγχωρώ αμαρτίες, θεραπεύω
και σωματικά τον άνθρωπο». Η θεραπεία του παράλυτου είναι ευνόητο ότι προκάλεσε
κύμα δοξολογίας προς τον Θεό από πλευράς του απλού λαού, ενώ γίνεται και σ’
εμάς αφορμή για να κάνουμε τρεις ουσιαστικές επισημάνσεις.
2. α. Ο Κύριος θεωρεί ότι η προτεραιότητα για τον
άνθρωπο, έστω και τον βαριά άρρωστο, είναι η ψυχική του θεραπεία. Και ψυχική
θεραπεία είναι η άφεση των αμαρτιών του. Γιατί; Διότι η αμαρτία δεν αποτελεί
απλή παράβαση ενός κανόνα ή μία παρέκκλιση στη ζωή του ανθρώπου άνευ σημασίας –
κάτι που το διαπιστώνουμε πολύ συχνά στην εποχή μας και όχι μόνο. Η αμαρτία
αποτελεί τη χειρότερη δυνατή επιλογή μας, διότι στην ουσία αμαρτάνοντας
επιλέγουμε τον ίδιο τον θάνατό μας! «Διά
της αμαρτίας ο θάνατος» μας λέει ο απόστολος Παύλος, στηριγμένος στα
θεόπνευστα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης. Σύμφωνα με αυτά οι προπάτορές μας
αμάρτησαν γιατί παράκουσαν την εντολή του Θεού και οδηγήθηκαν στο τραγικό
αποτέλεσμα του θανάτου: πνευματικού πρώτα ως αποκοπής τους από την πηγή της
ζωής τον Θεό, σωματικού έπειτα λόγω της ενότητας ψυχής και σώματος σ’ αυτούς.
Το να αμαρτάνω δηλαδή σημαίνει ότι «ψωνίζω θάνατο», πάλι κατά Παύλο: «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος». Οπότε
κάθε τι που κάνω, λέω ή σκέφτομαι, αν δεν είναι σύμφωνο με το θέλημα του Θεού,
αποτελεί τραύμα στην ύπαρξή μου που μου δημιουργεί γι’ αυτό «θλίψη και
στενοχώρια» και κάθε άλλη δυστυχία.
β. Η αποκοπή από τον Θεό του ανθρώπου που έφερε και την
έξωσή του από τον Παράδεισο της τρυφής και την είσοδό του στην «κοιλάδα πια του
πένθους και των δακρύων», σ’ έναν κόσμο που «κείται εν τω πονηρώ» και είναι υποταγμένος στον «κοσμοκράτορα του αιώνος τούτου», τον
Διάβολο – ό,τι θυμηθήκαμε την Κυριακή της Τυρινής – θεραπεύτηκε με τον ερχομό του Θεού ως ανθρώπου
στον κόσμο. Ο Θεός μέσα στην απειρία της αγάπης αλλά και της ταπείνωσής Του «κλίνει ουρανούς» και κατέρχεται
γενόμενος άνθρωπος στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, προκειμένου τον άνθρωπο να
τον ενσωματώσει στον εαυτό Του και έτσι να ξαναβρεί αυτός Θεού πρόσωπο! Ο
Χριστός αποτελεί τον μεγαλύτερο ευεργέτη της ανθρωπότητας διαχρονικά και
παγκόσμια, γιατί το «μέγα τραύμα, ο
άνθρωπος!» θεραπεύτηκε. Ο Χριστός απετέλεσε τη θύρα διά της οποίας
ανοίχτηκε ο κλεισμένος Παράδεισος. Όπως το απεκάλυψε ο Ίδιος: «Εγώ είμαι η
θύρα. Όποιος περάσει από Εμένα θα σωθεί». Στο πρόσωπό Του βλέπουμε πράγματι τον
ίδιο τον Θεό – «ο εωρακώς εμέ εώρακε τον
Πατέρα».
Οπότε, ο κυριαρχικός λόγος Του απέναντι στον παράλυτο του
Ευαγγελίου ηχεί ως επισφράγισμα της θεϊκής Του εξουσίας να θεραπεύει τον
άνθρωπο ολόκληρο: ψυχικά και σωματικά, πρώτα ψυχικά κι έπειτα και σωματικά,
όταν κρίνει ότι αυτό θα τον βοηθήσει. Μόνον οι τυφλοί πνευματικά, σαν τους
Γραμματείς στο περιστατικό, αδυνατούν να δουν τη θεότητά Του και Τον
χαρακτηρίζουν ως «βλάσφημο» - «ούτος
λαλεί βλασφημίας!» Κι έχουν σ’ ένα βαθμό «δίκιο»! Διότι για να αποδεχτεί
κανείς τον Χριστό ότι είναι πέρα από άνθρωπος κάτι βαθύτερο – τελικώς ο ίδιος ο
Θεός εν σαρκί! – απαιτείται η χάρη της πίστεως προς Αυτόν. Ό,τι οι Γραμματείς
δεν μπορούσαν να έχουν, λόγω της υπερηφάνειας της ζωής τους, το είχε εκείνη την
ώρα ο απλός λαός, ο οποίος με την αφελότητα της καρδιάς του ένιωσε να
διανοίγονται τα μάτια της ψυχής του και να βλέπει το διπλό θαύμα. «Εξίσταντο πάντες και εδόξαζον τον Θεόν».
γ. Κι ακριβώς τούτο, η ύπαρξη της πίστεως στον Χριστό,
είναι η τρίτη επισήμανση που θέλουμε να κάνουμε. Η πίστη, κατά τον λόγο του
Κυρίου, είναι η προϋπόθεση για να ενεργοποιηθεί η παντοδυναμία Του που θα φέρει
την αποκατάσταση και τη θεραπεία μας. «Ιδών την πίστιν αυτών» σημειώνει ο
ευαγγελιστής. Πίστη, όπως διαπιστώνουμε, ως εμπιστοσύνη απέναντι σ’ Εκείνον που
έχει την εξουσία της θεραπείας. Και η εμπιστοσύνη αυτή κινητοποιεί όλη την
ύπαρξή μας, την ψυχή και το σώμα μας, γιατί μας κάνει να εναποθέτουμε ό,τι έχουμε
και δεν έχουμε στα χέρια Εκείνου. Όπως το μικρό παιδί βρίσκεται στην αγκαλιά
της μάνας και του πατέρα του με απόλυτη ασφάλεια – ένα με τους γονείς του – το
ίδιο και απείρως περισσότερο όταν η αγκαλιά αυτή είναι του ίδιου του Θεού μας,
της πηγής της ζωής και του κάθε Είναι του ανθρώπου. Για να το πούμε με τα λόγια
του οσίου Παϊσίου του αγιορείτου: «Τι
σιγουριά νιώθει το παιδί στην αγκαλιά της μάνας! Μεγαλύτερη αισθάνεται ο πιστός
στην αγκαλιά του Θεού! Είναι η αγκαλιά του Θεού σαν τον Παράδεισο. Παύει και η
ευχή, παύουν και όλα. Ζεις στον παράδεισο».
Απλώς χρειάζεται να προσθέσουμε ότι η πίστη αυτή στον
Χριστό, για να καταστεί σωτήρια, δύναμη δηλαδή που θα μας ενώσει με Εκείνον και
όλον τον Τριαδικό Θεό μας, χρειάζεται το αποφασιστικό βήμα της εντάξεώς μας στο
σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Αν ο άνθρωπος, έστω κι αν έχει κάποιον
εισαγωγικό θα λέγαμε βαθμό πίστεως, δεν προχωρήσει στο άγιο βάπτισμα και στα
υπόλοιπα μυστήρια της Εκκλησίας, δεν θα δει τον πλούτο και τη δωρεά της
αληθινής πίστεως που είναι να γίνει κι αυτός ένας «άλλος» Χριστός μέσα στον
κόσμο, κλήμα κυριολεκτικά στο Αμπέλι που είναι ο Ίδιος, ενωμένος μαζί Του και
με τους άλλους αδελφούς. Αν η πίστη του παράλυτου δυναμώθηκε και «συγκίνησε»
τον Κύριο γιατί ενώθηκε με την πίστη και των φίλων του – «ιδών την πίστιν αυτών» - πολλαπλασίως ισχύει τούτο στην Εκκλησία
μας. Η πίστη μας αποκτά δυνάμεις απροσμέτρητες, γιατί είναι του Χριστού και των
άλλων μελών του αγίου σώματός Του, της Παναγίας, των αγίων, των αγίων αγγέλων. Γι’
αυτό και ο απόστολος των Εθνών σημειώνει ότι δεν μπορεί να σταθεί μία πίστη έξω
από την αγάπη, τη σχέση δηλαδή με τους άλλους. «Πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη» - ζωντανεύει η πίστη μόνο με το
άνοιγμά μας προς τον συνάνθρωπο.
Αγαπητοί αδελφοί. Το συγκεκριμένο γεγονός της θεραπείας του παράλυτου όπως βλέπουμε γίνεται αφορμή τονισμού καίριων στοιχείων της πίστεώς μας. Η αμαρτία δεν είναι «παιχνίδι», γιατί μας καθιστά παράλυτους˙ ο Χριστός μας είναι ο εν σαρκί Θεός μας που μέσα στην Εκκλησία μάς θεραπεύει ψυχικά και σωματικά˙ η πίστη ως αναφορά σ’ Εκείνον και άνοιγμα εν αγάπη προς τον κάθε συνάνθρωπό μας είναι ο διαρκής αγώνας μας, γιατί ο Κύριος μας θέλει «συνεργούς» στη σωτηρία μας. Μακάρι, η Σαρακοστή αυτή να μας δώσει ώθηση προς την κατεύθυνση αυτή.
