Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΕΡΜΕΙΑΣ


 
"Ο άγιος Ερμείας ζούσε επί του βασιλιά Αντωνίνου, στην πόλη των Κομάνων και ήταν στρατιωτικός. Ήταν προχωρημένης ηλικίας και είχε άσπρα μαλλιά. Συνελήφθη επειδή ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό και οδηγήθηκε στον άρχοντα Σεβαστιανό, με αποτέλεσμα να δώσει αυτός διαταγή να του σπάσουν πρώτα τα σαγόνια, να του αφαιρέσουν το δέρμα του προσώπου και να του ξεριζώσουν τα δόντια. Έπειτα άναψαν καμίνι και τον έριξαν μέσα. Παρέμεινε όμως αβλαβής από τη φωτιά, οπότε δόθηκε διαταγή να τον σκοτώσουν με δηλητηριώδη φάρμακα. Ήπιε τα φάρμακα κι όταν παρέμεινε και από αυτά αβλαβής, έλκυσε προς την πίστη του Χριστού αυτόν που του τα έδωσε. Επειδή αυτός ομολόγησε τον Χριστό ως Θεό, του κόψανε το κεφάλι. Τότε του αγίου του έβγαλαν τα νεύρα του σώματος και τον έριξαν σε πυρωμένο λέβητα, στη συνέχεια του τρύπησαν τους οφθαλμούς και σε τρεις ημέρες τον κρέμασαν με το κεφάλι κάτω. Και έτσι αφού του έκοψαν τον αυχένα, εξεδήμησε προς τον Κύριο".

       Τη γενναιότητα και την ανδρεία είναι φυσικό να την βλέπει κανείς στους νέους ανθρώπους. Να την βλέπει όμως σε μεγάλους και προχωρημένης ηλικίας ανθρώπους είναι πράγμα θαυμαστό και παράδοξο. Διότι ο μεγάλος άνθρωπος, βλέποντας τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν, νιώθει περισσότερο ανασφαλής και αναζητεί συνήθως κάλυψη και ασφάλεια. Ο φόβος έτσι γίνεται στοιχείο της ζωής του ηλικιωμένου, συναυξανόμενο με την πρόοδο της ηλικίας. Τα παραπάνω βεβαίως ισχύουν εκεί που δεν λειτουργεί η μεγάλη πίστη στον Χριστό. Ή μάλλον ισχύουν, αλλά καταπολεμούνται και υπερβαίνονται από την πίστη του Χριστού. Διότι αυτό είναι το χαρακτηριστικό της χριστιανικής πίστεως: η ενδυνάμωση της καρδιάς του ανθρώπου και η εξάλειψη του κάθε φόβου. Η παρουσία του Χριστού στη ζωή του ανθρώπου, όποιας ηλικίας, συνοδεύεται πάντοτε με την προτροπή: "Μη φοβού, μόνον πίστευε". Γι' αυτό και ο απόστολος Παύλος σημειώνει ότι "ουκ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού". Και μία τέτοια μεγάλη πίστη, χαρισματική πίστη που κατακρήμνισε όλες τις θεωρούμενες σταθερές, ήταν και η πίστη του αγίου μάρτυρα Ερμεία. Προχωρημένης ηλικίας ο άγιος "και λευκήν έχων την τρίχα τω χρόνω" κατά το συναξάρι. Κι όμως! Το φρόνημά του ήταν τόσο ανδρείο, η γενναιότητά του τόσο εκτυφλωτική, που οι νέοι άνθρωποι κάθε εποχής μπροστά του ωχριούν και υποστέλλονται. Πολύ περισσότερο ισχύουν γι' αυτόν - όπως και για τους άλλους μεγάλης ηλικίας άγιους μάρτυρες της πίστεως, σαν τον άγιο Πολύκαρπο, σαν τον άγιο Χαράλαμπο για παράδειγμα, ή και για τις μικρές κοπέλες χριστιανές μάρτυρες - τα λόγια που είχε πει σπουδαίος άνδρας, όταν γνώρισε την ηρωίδα του '21 Μπουμπουλίνα και είχε θαυμάσει την τόλμη και τη γενναιότητά της, παρόλη τη γυναικεία φύση της: "Μπροστά της οι ανδρείοι έκλιναν την κεφαλή, ενώ οι δειλοί φοβούνταν".   "Δεν φοβάμαι κάθε αύξηση των βασάνων που μου γίνεται, ούτε προσφέρω κανένα σεβασμό στους ανύπαρκτους θεούς, έκραζες, παμμακάριστε. Έναν μόνον σέβομαι, τον Ιησού τον Κύριο, ο Οποίος σταυρώθηκε επί Ποντίου Πιλάτου" (ωδή η΄).

 

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΣΑΑΚΙΟΣ, ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΩΝ ΔΑΛΜΑΤΩΝ


 
Ο όσιος Ισαάκιος προερχόταν εξ Ανατολών. Όταν έφτασε στο Βυζάντιο, κατά τους χρόνους του αρειανόφρονα Ουάλεντα, ο Ουάλης αναχωρούσε έχοντας ξεκινήσει πόλεμο κατά των Γότθων. Τον συνάντησε λοιπόν αυτός ο μακάριος, συμβουλεύοντάς τον και προτρέποντάς τον να ανοίξει τις Εκκλησίες των ορθοδόξων. Επειδή ο βασιλιάς δεν πείσθηκε, τον πρόφθασε πάλι και τον προέτρεπε τα ίδια, λέγοντας να ανοίξει τις Εκκλησίες και να τις δώσει πίσω στους ορθοδόξους, διαφορετικά θα ξεφύγει κατά τον πόλεμο από τους εχθρούς, αλλά θα χαθεί. Ο βασιλιάς όμως δυσανασχέτησε λόγω της παρρησίας και του θάρρους του άνδρα και διέταξε να τον μαστιγώσουν και να τον ρίξουν σε αγκάθια. Πάλι όμως τον πρόφθασε ο άγιος για τρίτη φορά, κράτησε το χαλινάρι του αλόγου του και του  επισήμανε τον  ολοκληρωτικό όλεθρό του, αν δεν δώσει πίσω τις Εκκλησίες των Χριστιανών. Τότε εξοργίστηκε ο βασιλιάς και τον παρέδωσε στον Σατορνίνο και τον Βίκτωρα με την εντολή να τον φυλακίσουν μέχρι την ειρηνική επάνοδό του. Του είπε λοιπόν ο άγιος: ῾Αν εσύ επιστρέψεις ειρηνικά, τότε θα πει ότι δεν μίλησε σε εμένα ο Θεός. Όμως θα ξεφύγεις από τους εχθρούς σου, θα εγκαταλειφθείς και με φωτιά θα δεχτείς την καταστροφή της ζωής σου᾽.
Όταν πράγματι στον πόλεμο έτυχε να ηττηθεί, κατέφυγε σε αχυρώνα μαζί με τον Πραιπόσιτο, ο οποίος είχε πέσει και αυτός στη νόσο της κακοδοξίας του Αρείου και μάλιστα ερέθιζε πάντοτε τον βασιλιά κατά των ορθοδόξων. Σ᾽ αυτόν τον αχυρώνα παραδόθηκαν στη φωτιά από τους Γότθους. Για την πρόρρησή του αυτή λοιπόν  και για την παρρησία του, όπως και για την ορθόδοξη ομολογία του ο άγιος δοξάστηκε, κι αφού πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στην Κωνσταντινούπολη, εξεδήμησε προς τον Κύριο”.

Μπορεί το συναξάρι του οσίου Ισαακίου να μένει αποκλειστικά στο προορατικό του χάρισμα, τη γενναιότητα της καρδιάς του και τη μέχρι θυσίας  ορθόδοξη πίστη του, μέσα από το περιστατικό με τον κακόδοξο βασιλιά Ουάλεντα, όμως η ακολουθία του δεν ασχολείται καθόλου με αυτό. Ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας προτιμά να μας δώσει το υπόβαθρο της συγκεκριμένης στάσεως του οσίου, δηλαδή την οσιακή βιωτή του μέσα από τους ασκητικούς αγώνες του  για κάθαρση της καρδιάς του και την πλήρωσή του επομένως με τις αρετές και τις λαμπηδόνες του αγίου Πνεύματος. Κι είναι εύλογο: κανείς δεν μπορεί να έχει ανδρεία στην καρδιά, ορθόδοξο φρόνημα, προορατικό και διορατικό χάρισμα, αν δεν έχει καταστήσει τον εαυτό του κατάλληλο σκεύος για να κατοικήσει ο ίδιος ο εν Τριάδι Θεός. Με άλλα λόγια ο υμνογράφος κινείται θεμελιακά στην αντιμετώπιση του οσίου, για να μας δείξει ότι εκείνο που είναι αξιοσημείωτο από τη ζωή ενός αγίου δεν είναι κάποια θαυμαστά γεγονότα, αλλά η ίδια η κεκαθαρμένη καρδιά του, κάτι που συνιστά το διαρκώς ζητούμενο από την πίστη μας, κατά τον λόγο του ίδιου του Κυρίου: ῾μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται᾽. Την καθαρή καρδιά μας ζητάει πάντοτε ο Θεός και όχι βεβαίως την τυχόν θαυματουργία μας, η οποία αποτελεί καθαρό δώρο δικό Του. «Έζησες όσια στη γη, σοφέ Ισαάκιε, γιατί τήρησες χωρίς παρεκκλίσεις τα προστάγματα και τα δικαιώματα του Θεού» (ωδή θ´). «Χρημάτισες ναός της τρισηλίου Θεότητος και εξαφάνισες τις εικόνες των παθών από την ψυχή σου» (ωδή ε).

 

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

Γερόντισσα Γαβριηλία: «ΟΛΑ ΣΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»


Ἡ Γερόντισσα Γαβριηλία (Παπαγιάννη) γεννήθηκε τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1897 καί κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ τόν Μάρτιο τοῦ 1992, ἔζησε δηλαδή 95 ὁλόκληρα χρόνια. Εἶναι ἀπό ἐκεῖνες τίς γυναῖκες πού ἀφιέρωσαν τή ζωή τους στόν Κύριο καί βοήθησαν καί ἄλλους πολλούς μέ τήν καθοδήγησή της στήν εὕρεση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Δέν θά ἦταν ὑπερβολή ἄν λέγαμε ὅτι ὁλόκληρη ἡ ζωή της ὑπῆρξε ἕνα «ναί» στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἔχοντας ἀποτάξει ὁτιδήποτε δικό της, ἰδιαιτέρως ἀφότου ἔνιωσε τήν κλήση τοῦ Θεοῦ γιά ἱεραποστολή, ζοῦσε γιά νά πορεύεται μέ τρόπο ἀπόλυτο στά βήματα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Εἶμαι τό φούτ-μπώλ τῶν ἀγγέλων» συνήθιζε νά λέει πολλές φορές,  ἀκριβῶς γιά νά δηλώσει ὅτι δέν εἶχε δικό της πρόγραμμα, ἀλλά ὅτι τό πρόγραμμά της βρισκόταν στά χέρια τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἁγίων ἀγγέλων.
Εἶπαν κάποιοι ὅτι μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς συνέχεια τῶν μεγάλων ἀμμάδων τῶν παλαιοτέρων ἐποχῶν. Κι εἶναι ἀλήθεια. Μά ἴσως θά ἦταν καλύτερα νά λέγαμε ὅτι συνεχίζει τό παράδειγμα τῆς ἁγίας Φιλοθέης. Διότι ναί μέν ἦταν πλήρως ἀφιερωμένη στόν Θεό, μά ἡ ἀφιέρωσή της αὐτή ἐκφράστηκε μέσα ἀπό τό χάρισμα καί τήν κλήση τῆς ἱεραποστολῆς. Συνδύαζε ἡ Γαβριηλία, σάν τήν ἁγία Φιλοθέη, τή ζωή τῆς ἄσκησης καί τῆς προσευχῆς μέ τήν κοινωνική προσφορά. Ἦταν μία ἀλήθεια ἄλλωστε πού καί ἡ ἴδια εἶχε ἐπισημάνει: «Ἡ ἁγία Φιλοθέη – εἶχε πεῖ σέ κάποια ὁμιλία της στήν Ἀθήνα τό 1989 – νομίζω ὅτι εἶναι ἡ πρόδρομος ὅλων τῶν ἱεραποστόλων γυναικῶν πού ἔγιναν ποτέ στόν κόσμο. Μέ τί δύναμη! Μέ τί πίστη! Μέσα σέ τέτοιο σκοτάδι καί σκλαβιά… Καί πόσες ψυχές ἔσωσε. Καί πόσα νειάτα σώθηκαν ἐξαιτίας της
Ἡ ἴδια πράγματι ὑπῆρξε μία μεγάλη ἱεραπόστολος. Ἀφότου ἔνιωσε τήν κλήση τοῦ Θεοῦ γιά τό ἔργο αὐτό – καί τήν ἔνιωσε σέ ὥριμη πιά ἡλικία, μετά τίς σπουδές της καί τήν προσφορά της στήν Ἀγγλία κυρίως -  δέν ἔπαψε μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς της νά κηρύσσει τόν Χριστό σέ ὅλα τά μήκη καί τά πλάτη τῆς γῆς.
Τή χαριτωμένη ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ψυχή της «ὀφράνθηκαν» ἅγιοι τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι καθοδηγοῦν καί ἐμᾶς τούς πνευματικά νηπίους, νά παραδειγματιστοῦμε ἀπό τή ζωή της, ἰδίως στήν ἐναπόθεση τῶν πάντων στά χέρια τοῦ Θεοῦ, τό «ἄφημα» σ’ Αὐτόν, ὅπως συνήθιζε ἡ ἴδια νά λέγει. Ὁ ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ὁ ἅγιος Γέροντας τῆς Πάτμου Ἀμφιλόχιος Μακρῆς, ὁ ἅγιος Γέροντας Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, ὁ ἅγιος ἱεραπόστολος τῆς Ἰνδίας π. Λάζαρος Μούρ, ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Κισσάμου καί Σελίνου Εἰρηναῖος, εἶναι ἀπό ἐκείνους τούς πολλούς πού μᾶς ἀφυπνίζουν προκειμένου νά ἐμπιστευόμαστε τήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, παραπέμποντάς μας, ὁ καθένας μέ τόν τροπο του, καί στό παράδειγμα τῆς ἁγιασμένης ζωῆς τῆς Γερόντισσας Γαβριηλίας. Τά παρακάτω λόγια της εἶναι ἀπολύτως ἐνδεικτικά αὐτῆς τῆς ἀλήθειας.
 
«Ἔκανα πολλές μετακινήσεις στή ζωή μου καί τύχαινε νά πηγαίνω ἀπό τόπο σέ τόπο, χωρίς νά ἔχω καμμιά ἀσφάλεια ὑλική καί πάντα νά ἔχω τήν προστασία τῶν Ἀγγέλων. Ἔλεγα καί λέω: “Πάω ἀπό τό καλό στό καλύτερο”. Κι ἄς εἶναι καί στό χειρότερο καί στό πιό δύσκολο σωματικά, ἀλλά πάντοτε μέ χαρά. Γιατί ἤξερα ὅτι εἶναι στό Πρόγραμμα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό, παιδί μου, νά τό κάνεις ὅλον τόν καιρό. Ὅπου κι ἄν βρίσκεσαι. Ὅποιος κι ἄν σέ περιτριγυρίζει. Ὅποιος κι ἄν σέ προσβάλλει ἤ σέ στενοχωρεῖ. Ὅποιος κι ἄν σέ ἀγαπᾶ. ΟΛΑ ὅσα γίνονται εἶναι στό Πρόγραμμα τοῦ Θεοῦ καί γι’ αὐτό, θά τ’ ἀγαπᾶς…» («Γερόντισσα Γαβριηλία, Ἡ ἀσκητική τῆς ἀγάπης»).  
 
1. «Ἔκανα πολλές μετακινήσεις στή ζωή μου… χωρίς καμμιά ἀσφάλεια ὑλική».
 
Ἀποτελεῖ παραδοξότητα ἡ ζωή τῆς Γερόντισσας Γαβριηλίας. Αὐτή πού μεγάλωσε ὡς πριγκιποπούλα, αὐτή πού τά πάντα τά εἶχε στά πόδια της, αὐτή πού ἦταν τό χαϊδεμένο παιδί στό ὁποῖο δέν χάλαγαν ποτέ χατίρι οἱ γονεῖς της, ἡ ἴδια μετά ἀπό κάποια χρόνια, μέ δική της ἐπιλογή, γίνεται πάμπτωχη: ἀφήνει ὅλα τά καλά καί τήν περιουσία της, προκειμένου νά ἀκολουθήσει τόν Κύριο, ἐκεῖ πού τήν καθοδηγούσε, πάντα ὅμως καθ’ ὑπακοήν στόν πνευματικό της, τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Κι αἰτία γιά τή ριζική αὐτή ἀλλαγή της ἦταν ἡ συνειδητοποίηση τοῦ μάταιου τῆς ζωῆς, ὅταν στά χέρια της ἡ μητέρα της ἄφησε τήν τελευταία της πνοή. Ἡ ἴδια ὁμολογεῖ: «Ἡ ἡμέρα τοῦ ἀποχωρισμοῦ μας, ἡ ἡμέρα τῆς ἐσωτερικῆς μου κρίσης, ἦταν ἡ ἡμέρα πού ἔκοψε καί τόν τελευταῖο δεσμό πού μ’ ἔδενε στήν κανονική, ὑλική ζωή σ’ αὐτήν τή Γῆ. Εἶχα πεθάνει. Ἤμουν πιά νεκρή γιά τόν Κόσμο. Τό μοναδικό ἑπόμενο βῆμα πού ἀνοιγόταν μπροστά μου ἦταν τό ἀποφασιστικό βῆμα μιᾶς προσπάθειας, τό Ὕπαγε πώλησόν σου τά ὑπάρχοντα καί δός πτωχοῖς καί τό Ἀκολούθει μοι!» (βλ. Ἡ ἀσκητική τῆς ἀγάπης).
Ἔκτοτε ἡ ἀκολουθία τοῦ Κυρίου γίνεται τό μοναδικό ἐνδιαφέρον στοιχεῖο τῆς ζωῆς της. Ἡ προτεραιότητα τῆς ἀγάπης της πρός Αὐτόν καθίσταται ἡ μόνιμη ἐπιλογή της, ἔχοντας βεβαίως τήν ἐπίγνωση ὅτι ἡ ἀγάπη αὐτή διέρχεται μέσα ἀπό τίς συμπληγάδες τοῦ ἀκόμη ἐνεργοῦ ἐγωϊστικοῦ ἑαυτοῦ καί τῆς πλανεμένης πεποίθησης στήν «ἀσφάλεια» τῶν ὑλικῶν αἰσθήσεων. Τό νά ἀφήνεται στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιατί αὐτό ἦταν ἡ κλήση καί ἡ ἐντολή τοῦ Κυρίου, ἦταν καί τό ἀγώνισμα πού δοκίμαζε τήν πίστη της. Σταδιακά, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, «ἔβλεπε» τήν παρουσία Του στή ζωή της, αἰσθανόταν ἐνεργά τήν Πρόνοιά Του μέσα καί ἀπό τήν ἐπενέργεια τοῦ ἁγίου ἀγγέλου της. «Στήν ἀρχή - ἐξομολογεῖται καί πάλι ἡ ἴδια – πρίν νά βρῶ τόν τρόπο, πολλές φορές ἔβαζα σέ δοκιμή τήν πίστη μου. Ἔλεγα: “Ἄν τολμήσω νά κάνω αὐτό, ὁ Θεός θά μέ σώσει;” Ἔβλεπα ὥς ποῦ ἔφθανε τό ἄφημα. Καί τόση πολλή βεβαιότητα μοῦ ἔδινε αὐτό τό γύμνασμα, ἀφήνοντας τόν ἑαυτό μου στά Χέρια Του, πού ὕστερα πιά, μέ βεβαιότητα πήγαινα… Ὅπως κι ὥς σήμερα. Ἡ προεργασία ὅμως ἦταν ἡ Παραβολή τοῦ Πλουσίου Νεανία πού ἦρθε καί ρώτησε τόν Χριστό “τί νά κάνω”; κι Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: “Ὕπαγε, πώλησόν σου τά ὑπάρχοντα καί ἀκολούθει μοι”… Αὐτό μέ “κυνηγοῦσε” ὅπου πήγαινα. Στό τέλος εἶπα: “Καλά λοιπόν… Θά κερδίζω καί δέν θά κάνω ἀπόθεμα καθόλου” καί δέν ἔβαλα ποτέ χρήματα σέ Τράπεζα» (Ἡ ἀσκητική).
Σημειώνει κι ἡ Γερόντισσα Φιλοθέη τοῦ Ἱ. Ἡσυχαστηρίου τῆς Παναγίας τῶν Βρυούλων στό νέο βιβλίο της γιά τή Γερόντισσα Γαβριηλία («Ἡ Γερόντισσα τῆς Χαρᾶς»): «Ἀφέθηκε στά χέρια τοῦ Θεοῦ σάν τό φυλλαράκι πού τό πάει ὁ ἄνεμος ὅπου θέλει, σάν τήν πλαστελίνη, γιά νά τῆς δώσει ὁ Θεός ὅ,τι σχῆμα ἤθελε. Ἐπανέλαβε σάν τήν Παναγία τό “γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου”. Καί ἀπ’ ὅπου καί ἄν πέρασε, ἄφησε πίσω της τά σημάδια τῆς παρουσίας Ἐκείνου πού τήν ἔστελνε, Ἐκείνου πού τήν ταξίδευε στήν ἀγκαλιά Του. Ἀπό τή στιγμή πού εἶπε τό πρῶτο “ναί” στό κάλεσμα τοῦ Κυρίου, πού τῆς μίλησε πολύ προσωπικά, παραμονή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τοῦ 1954, μόλις κοιμήθηκε ἡ μητέρα της, ἀκολούθησε κατά γράμμα τό Εὐαγγέλιο».
 
2. «Ὅλα εἶναι στό πρόγραμμα τοῦ Θεοῦ».
 
Ἡ βαθειά πεποίθηση τῆς Γερόντισσας ὅτι «ὅλα εἶναι στό πρόγραμμα τοῦ Θεοῦ» ἀποτελεῖ τήν ἐπακριβή συνέχεια τῆς πίστεως ὅλων τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Δέν ὑπάρχει ἅγιος πού νά μήν ἐπισημαίνουμε στή ζωή του τήν ἀκλόνητη πίστη στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, τήν προσωπική αἴσθηση αὐτοῦ πού ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε ἀποκαλύψει ὅτι «καί αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς ὑμῶν πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσί», ὅτι «εἰ τόν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καί αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεός οὕτως ἀμφιέννυσι, πόσῳ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;». Τό ἴδιο μέ ἰδιαίτερη ἔνταση βλέπουμε καί στή Γερόντισσα Γαβριηλία. Δέν κλονιζόταν μέ ὀλιγοπιστίες καί ἐρωτηματικά· εἶχε πιστέψει καί εἶχε βεβαιωθεῖ καρδιακά ὅτι δέν ὑπάρχει κάτι ἔξω ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τοῦ προσωπικοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ πού ἐνδιαφέρεται κατά μοναδικό τρόπο γιά τόν κάθε ἄνθρωπο, καί μάλιστα γιά ἐκεῖνον πού ἐλεύθερα ἔχει ἀνταποκριθεῖ στήν ἀγάπη Του. «Αὐτό πού συνέχεια τόνιζε ἡ γερόντισσα – επισημαίνει καί πάλι ἡ ἡγουμένη Φιλοθέη στο παραπάνω ἀναφερθέν βιβλίο της  - εἶναι ὅτι χρειαζόμαστε πίστη. Τά πάντα νά τά ἀναθέτουμε σέ Ἐκεῖνον μέ ἐμπιστοσύνη ὅτι θά κάνει τό καλύτερο γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς. Γιά ὅ,τι τῆς συνέβαινε ἔλεγε: “Ἔτσι ἔπρεπε νά γίνει” ἤ “δέν ἔπρεπε νά γίνει”». Τά ἴδια τά λόγια της εἶναι ἐκπληκτικά στήν ἁπλότητά τους ἐπί τοῦ προκειμένου: «Ἀρρώστησα; Ὡραῖα. Ἦταν μέσα στό Σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τή ζωή μου, μιά Δοκιμασία, θά περάσει… Ἔχασα ἕνα ἀγαπημένο μου πρόσωπο; Ἦρθε ἡ ὥρα του νά πάει νά συναντήσει τήν Ἄλλη Ζωή κι ἔτσι ἔπρεπε νά γίνει… Ὅ,τι καί νά γίνει, λέω: “Ἔτσι ἔπρεπε νά γίνει”. Τέλειωσε!» (Ἡ ἀσκητική). Γι’ αὐτό καί μποροῦσε νά «διδάσκει» ὅ,τι ἐπιλέξαμε ὡς βασικό ἀπόσπασμα: «Ἔλεγα καί λέω: “Πάω ἀπό τό καλό στό καλύτερο”. Κι ἄς εἶναι καί στό χειρότερο καί στό πιό δύσκολο σωματικά, ἀλλά πάντοτε μέ χαρά. Γιατί ἤξερα ὅτι εἶναι στό Πρόγραμμα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό, παιδί μου, νά τό κάνεις ὅλον τόν καιρό. Ὅπου κι ἄν βρίσκεσαι. Ὅποιος κι ἄν σέ περιτριγυρίζει. Ὅποιος κι ἄν σέ προσβάλλει ἤ σέ στενοχωρεῖ. Ὅποιος κι ἄν σέ ἀγαπᾶ. ΟΛΑ ὅσα γίνονται εἶναι στό Πρόγραμμα τοῦ Θεοῦ». Συνήθιζε μάλιστα νά λέει ὅτι ἡ πλήρης κατανόηση τοῦ προγράμματος τοῦ Θεοῦ γιά τόν καθένα μας θά ἔλθει ὅταν θά φύγουμε ἀπό τή ζωή αὐτή. Τότε θά δοῦμε ὄχι τά ξέφτια πού φαίνονται ἀπό τίς ἀναποδιές τῆς ζωῆς, ἀλλά τόν ζωγραφικό πίνακα πού ὁ Θεός ζωγράφιζε πάνω στή ζωή μας. Ὅτι τά λόγια αὐτά τῆς Γερόντισσας παραπέμπουν καί σέ ὅ,τι τονίζει καί ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος, ὅτι «τοῖς ἀγαπῶσι τόν Θεόν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν», εἶναι περιττό καί νά ἀναφέρουμε. («Πάω ἀπό τό καλό στό καλύτερο. Κι ἄς εἶναι καί στό χειρότερο καί στό πιό δύσκολο σωματικά»).
 
3. «Γι’ αὐτό θά τ’ ἀγαπᾶς…»
 
Ἡ Γερόντισσα ὅμως ἐπιτείνει καί αὐξάνει ἁγιογραφικά, πατερικά καί ἐμπειρικά τήν ἀπόλυτη ἐναπόθεση τῶν πάντων στόν Θεό. Γιατί λέει πώς ὄχι μόνο ἀπαιτεῖται ἡ πίστη ὅτι «ὅλα εἶναι στό πρόγραμμα τοῦ Θεοῦ», ἀλλά ὅτι θά πρέπει καί νά τά ἀγαπᾶμε. Κι εἶναι νομίζουμε κάτι στό ὁποῖο χωλαίνουμε οἱ περισσότεροι χριστιανοί. Τί θέλουμε νά ποῦμε; Μπορεῖ νά φτάνουμε πολλοί χριστιανοί στήν ἀποδοχή ὅτι οἱ δοκιμασίες καί οἱ θλίψεις στή ζωή μας εἶναι μέσα στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά αὐτό συχνά δέν μᾶς παρηγορεῖ, δέν μᾶς «ἀναπαύει», μᾶς δημιουργεῖ μία αἴσθηση ἀδικίας γιά τή «χριστιανοσύνη» μας, μᾶς φέρνει σέ μία «ἀμυντική» στάση ἔναντι τοῦ Θεοῦ μας(!), ὁπότε ἀποκαλύπτονται τά  «ἐξογκώματα» τῆς πίστης μας καί ἡ ὑποκρυπτόμενη τελικῶς ὀλιγοπιστία μας – ἡ πίστη μας μένει στό «νοησιαρχικό» μόνο ἐπίπεδό της.
Ἡ Γαβριηλία ἐδῶ, μέ τήν προσθήκη «γι’ αὐτό θά τ’ ἀγαπᾶς», συμπληρώνει τό κενό· γιατί μᾶς ὠθεῖ πράγματι στήν ὁλοκλήρωση τοῦ γεγονότος τῆς πίστης: νά διαπιστώνω τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ ἀλλά καί νά κινοῦμαι μέ ὁρμή ἀγάπης πρός Αὐτόν· νά ἀγκαλιάζω ἐν ἀγάπῃ ὅ,τι εἶναι δική Του ἐνέργεια, ἔστω καί ὀδυνηρή γιά τή ζωή μου! Δέν θά ἤμασταν σέ ἀστοχία ἄν λέγαμε ὅτι πρόκειται γιά ὅ,τι συνέβη στήν Παναγία μας μέ τόν Εὐαγγελισμό της: καλεῖται νά γίνει μάρτυρας μένοντας ἔγκυος, τήν ἐποχή ἐκείνη, ἀνύπαντρη, ἀλλά προσανατολίζοντας τή διάθεση τῆς καρδιᾶς της ἐν ἀγάπῃ πρός αὐτό πού συνιστοῦσε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου». Ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν λέει ὅτι ἡ πίστη τότε ἀποκτᾶ τή ζωντάνια της, ὅταν συνοδεύεται καί μέ τήν ἀγάπη; Χωρίς τήν ἀγάπη, πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο, «νεκρά ἐστι καθ’ ἑαυτήν». «Πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη».
 
4. «Πάντοτε μέ χαρά».
 
Κι ἀκόμη: ἄν ἡ Γερόντισσα ὑπενθυμίζει τήν ὁλοκλήρωση τῆς ἀληθινῆς πίστης μέ τήν ἀγάπη, παράλληλα ἐπισημαίνει καί τό ἀποτέλεσμα τῆς ἀγάπης πού εἶναι ἀκριβῶς ἡ χαρά. Μέ ἄλλα λόγια τότε ἔχουμε ὀρθή πίστη, ὅταν αὐτή φανερώνεται μέ τήν ἀγάπη· καί τότε διαπιστώνουμε τήν ἀλήθεια τῆς ἀγάπης, ὅταν φύει αὐτή τό ἄνθος τῆς χαρᾶς! «Ὁ καρπός τοῦ Πνεύματος ἐστίν ἀγάπη, χαρά…» (ἀπ. Παῦλος).   Πόσα ἐρωτηματικά θά ἔπρεπε πράγματι νά βάλουμε στήν «ἁγιοσύνη» καί τή «χριστιανικότητά» μας; Γιατί ἔχουμε καταντήσει οἱ χριστιανοί νά εἴμαστε οἱ πιό θλιβεροί ἴσως ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους - ἡ μελαγχολία καί ἡ κατήφεια ἔχουν σφραγίσει τίς ζωές μας. Καί δέν ἐννοοῦμε βεβαίως τήν αὐτονόητη «κατήφεια» καί θλίψη πού παρουσιάζεται στίς ἀπαρχές τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, τότε πού ὁ πόλεμος ἐναντίον τῶν παθῶν ὄντως δημιουργεῖ μία «εὐερεθιστότητα» πού λέει καί ὁ ἅγιος Γέροντας Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, ἀλλά τήν κατήφεια καί τή μιζέρια τῶν χριστιανῶν, πού εἶναι ἀπότοκα τοῦ διχασμοῦ τῆς ζωῆς τους: χριστιανοί μόνο στήν ταυτότητα χωρίς θετική ἐπίδραση τοῦ Χριστοῦ στήν καθημερινότητά τους· ἤ χριστιανοί μόνο τίς Κυριακές καί σέ μερικές τυπικές ἐκφράσεις τῆς πίστεως, χωρίς ἴχνος ἀγάπης σέ ὅ,τι χαρακτηρίζει τίς προσωπικές καί ἀνθρώπινες σχέσεις τους.
Ἡ Γερόντισσα λοιπόν μιλώντας ἐμπειρικά λέει αὐτό πού διαπερνᾶ τήν ἀληθινή πίστη: ἐναποθέτεις τή ζωή σου στόν Θεό, ἀγαπᾶς τούς πάντες καί τά πάντα λόγω τοῦ Χριστοῦ, ἔστω κι ἄν οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἐνάντιοί σου, καί «εἰσπράττεις» τήν ἀγάπη τοῦ Δημιουργοῦ σου, ὁ Ὁποῖος μέσα στίς ὀδύνες σου σοῦ δημιουργεῖ κυματισμούς καί παφλασμούς χαρμόσυνους. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ Γερόντισσα Φιλοθέη τῆς Παναγίας τῶν Βρυούλων τό βιβλίο της γιά τή Γερόντισσα Γαβριηλία τό ἐπέγραψε «Ἡ Γερόντισσα τῆς χαρᾶς». Καί σημειώνει ἐπ’ αὐτοῦ: «Ἡ γερόντισσα εἶχε τόσα ἀποθέματα πίστης καί ἀγάπης πρός τόν Χριστό μας πού ἡ χαρά ἀνέβλυζε ἀπό μέσα της. Στόν πατέρα Μ. ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος εἶχε πεῖ κάποτε: “Δέν ἔχει γεννηθεῖ ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος πού θά μέ λυπήσει”. Αὐτή ἡ ἀνιδιοτελής ἀγάπη καί ἡ διαρκής χαρά τήν ὁποία ἐξέπεμπε ἦταν τό ἀποτέλεσμα τῆς αἴσθησης τῆς διαρκοῦς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Ὅ,τι καί νά τῆς ἔλεγες σοῦ ἔδινε τήν ἴδια συνταγή: “Ὅταν ἔχεις στενοχώρια, νά γράφεις ἄπειρες σελίδες μέ τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ ἤ τό “Κύριε Ἐλέησον”. Νά διαβάζεις τό Εὐαγγέλιο κάθε μέρα. Καί ὅταν θέλεις νά ἔχεις πιό πολλή χάρη, νά διαβάζεις τίς ἐπιστολές”. Ἄν πάλι πήγαινες ὅλο μιζέρια καί θρῆνο καί τῆς ἔλεγες ὅτι ἔχεις στήν ψυχή σου θλίψη, τότε σοῦ ἔδινε μιά ἄλλη πρόταση ζωῆς: “Ἄν θές νά πάψεις νά ἔχεις θλίψη, θά πρέπει νά πάψεις νά ἀσχολεῖσαι μέ τόν ἑαυτό σου. Θά πρέπει νά γίνεσαι ὁ ἄλλος, καί νά ἔχεις ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Πρῶτον πίστη, δεύτερον πίστη, τρίτον πίστη».
Κι ἄλλοτε ἔλεγε: «Ὁ Χριστός εἶπε: Τήν Εἰρήνη τή δική Μου σᾶς δίνω, ὄχι ὅπως ὁ Κόσμος. Καί παραπέρα λέει: Τή Χαρά τή δική Μου σᾶς δίνω, ὄχι ὅπως ὁ Κόσμος. Δηλαδή αὐτή ἡ Χαρά, εἶναι ὅπως ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Ἀπό μέσα μας ἀναβλύζει. Δέν περιμένουμε ὁ ἄλλος νά μᾶς κάνει χαρούμενους, γιατί πρῶτα ὁ Χριστός μᾶς κάνει… Εἶμαι χαρούμενη, γιατί ἀγαπῶ μέ ὅλη μου τήν καρδιά αὐτούς πού βλέπω. Ἑνώνω τή ζωή τους μέ τή ζωή μου καί συγχρόνως ὅμως σκέφτομαι ὅτι ἄν ἐγώ, ἕνας θνητός καί ἁμαρτωλός ἄνθρωπος, μπορῶ τόσο πολύ νά τούς ἀγαπήσω, πόσο μᾶλλον τούς ἀγαπᾶ ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος μάλιστα καί τούς ἔπλασε καί εἶναι καί παιδιά Του… Ὅταν φτάσουμε νά σκεπτόμαστε ἔτσι, μόνο τόν ἀδελφό κι ὄχι τόν ἑαυτό μας, ἡ Χαρά εἶναι μόνιμη. Τότε, τό Πρόσωπο τοῦ ἄλλου, ἐμεῖς τό ἀντικατοπτρίζουμε. Ἅμα γίνουμε ἐμεῖς ὁ καθρέφτης πού βλέπει ὁ Ἄλλος τό Πρόσωπό του κι αὐτός ὁ καθρέφτης εἶναι χαρούμενος, δέν μπορεῖ παρά νά δεῖ κι αὐτός κάτι… Ὅταν παραδοθεῖτε ἀπόλυτα στή Δύναμη καί τήν Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θά καταλάβετε ὅτι ὅλα γίνονται ἤ ἐπειδή ὁ Θεός τά θέλει, ἤ ἐπειδή ὁ Θεός τά παραχωρεῖ. Δέν ὑπάρχει τρίτο. Λοιπόν, ἀφοῦ τά θέλει, τά δέχομαι μέ ὅλη μου τήν καρδιά. Κι ἀφοῦ τά παραχωρεῖ, πάλι θά τα δεχθῶ μέ τήν ἴδια χαρά γιατί ἔχει τόν λόγο Του, εἶναι μία ἐκπαίδευσις… Καί δέν θά τολμήσεις ποτέ νά πεῖς τό “γιατί;”. ΠΟΤΕ. Γιατί ὅποιος λέει “γιατί”, γράφει μέ κεφαλαῖα γράμματα τήν λέξη ΕΓΩ. Κι ὅπου ὑπάρχει τό Ἐγώ, προκοπή δέν ὑπάρχει. Οὔτε ἐλπίδα» (Ἡ ἀσκητική).

 

Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

"ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΝ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝ..."

       
 

        Δέκα ἡμέρες μετά τήν ᾽Ανάληψη τοῦ Κυρίου ἡ ᾽Εκκλησία μας ἑορτάζει τό γεγονός τῆς Πεντηκοστῆς, τότε πού τό Πνεῦμα τό ῞Αγιον κατῆλθε καί ἐπιφοίτησε στίς κεφαλές ὅλων τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, στά ᾽Ιεροσόλυμα. Μέ τήν ἐπιφοίτηση αὐτή ἀρχίζει ἡ ἱστορία τῆς ᾽Εκκλησίας, γι᾽ αὐτό καί ἡ Πεντηκοστή θεωρεῖται ἡ γενέθλια ἡμέρα της. Ἡ κάθοδος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἀποτελεῖ τήν ἐκπλήρωση τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Κυρίου ὅτι θά ἔλθει ἄλλος Παράκλητος μετά τή δική Του ᾽Ανάληψη, ὁ ῾Οποῖος θά μείνει μαζί μέ τούς μαθητές Του καί θά τούς διδάξει καί ὁδηγήσει ῾εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν᾽ (᾽Ιωάν. 16, 13).
 
῎Ετσι τό ῞Αγιον Πνεῦμα ἐρχόμενο στόν κόσμο ῾ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς ᾽Εκκλησίας᾽ καί παραμένει σ᾽ αὐτήν ὡς ἡ ψυχή τῆς ᾽Εκκλησίας, κατά συνέπεια ἡ ᾽Εκκλησία μέ τή διηνεκή παρουσία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ζεῖ μία διαρκή Πεντηκοστή. Ζωή ἔκτοτε στήν ᾽Εκκλησία σημαίνει ζωή ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι, κάτι πού διαπιστώνεται κ α ί στή διδασκαλία τῆς ᾽Εκκλησίας κ α ί στή λατρεία της κ α ί στήν ἀσκητική της ζωή καί πού δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τό νομικό-τυπικό πνεῦμα τοῦ ᾽Ιουδαϊσμοῦ ἤ μέ τήν καπηλεία τοῦ Πνεύματος ἀπό τίς διάφορες προτεσταντικές ὁμάδες, ἀλλά εἶναι ἐλευθερία καί ἀγάπη καί παράκληση.
 
᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἡ ἐμπειρία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί ἡ μετοχή στίς δωρεές Του (πρέπει νά) ἀποτελοῦν στοιχεῖα ζωῆς ὅλων τῶν μελῶν τῆς ᾽Εκκλησίας, δηλαδή στήν πραγματικότητα τό κάθε μέλος της, ἄν ὀρθά εἶναι μέλος, πρέπει νά βρίσκεται σέ μία συνεχή κατάσταση ἐκπλήξεως, σέ μία πορεία πνευματικῆς αὐξήσεως, ῾ἀπό δόξης εἰς δόξαν᾽. Διότι ἀκριβῶς εἶναι μέτοχος τοῦ ἀπείρου Θεοῦ - ῾Αγίου Πνεύματος. Μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ πιστός γίνεται ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας πνευματικός. Πνευματικός δέν εἶναι αὐτός πού θεωρεῖται ἔτσι ἀπό τόν πολύ κόσμο: ὁ ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων καί τῶν τεχνῶν, ὁ ἐπιστήμονας, ὁ ποιητής, ὁ ἠθοποιός. Μᾶλλον μπορεῖ νά θεωρηθεῖ κι αὐτός πνευματικός, ἀλλά ὄχι μέ τή χριστιανική κατανόηση τοῦ ὅρου: ἀσχολεῖται μέ τό ἀνθρώπινο πνεῦμα καί ὄχι μέ τό ῞Αγιον Πνεῦμα. Γιά τούς χριστιανούς  πνευματικός εἶναι αὐτός πού ἔχει ἐμπειρία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, πού τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ σέ αὐτόν. ῾Ὑμεῖς δέ οὐκ ἐστέ ἐν σαρκί, ἀλλ᾽ ἐν Πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν᾽ λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γιά νά συνεχίσει: ῾Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὔκ ἐστιν αὐτοῦ᾽ (Ρωμ. 8,9). Κι ὁ ἅγιος Χρυσόστομος παρατηρεῖ ἐπ᾽ αὐτοῦ ὅτι ὁ ἄνθρωπος λέγεται πνευματικός ῾ἀπό τῆς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείας᾽.
 
Μιλώντας ὅμως γιά μετοχή στό ῞Αγιον Πνεῦμα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, μιλᾶμε γιά ἕνα γεγονός πού παραπέμπει κατ᾽ εὐθεῖαν στόν ἴδιο τόν Χριστό. Ἡ ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι ζωή εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ζωή. Αὐτό συμβαίνει διότι τόν Χριστό Τόν γνωρίζουμε στόν βαθμό πού τό ῞Αγιον Πνεῦμα μέσα στήν ᾽Εκκλησία Τόν φανερώνει στίς καρδιές μας. ῎Αν τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δέν ἐνεργοῦσε μέσα μας, ἄν ᾽Εκεῖνο δέν μᾶς φώτιζε, ὁ Χριστός μπορεῖ νά εἶχε ἐπιτελέσει τό ἀπολυτρωτικό Του ἔργο γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, ἀλλά θά παρέμενε ἕνας ξένος γιά ἐμᾶς. ᾽Εκεῖνο πού τό γενικό ἔργο σωτηρίας τοῦ Χριστοῦ τό ἔκανε καί τό κάνει οἰκεῖο, δικό μας, εἶναι τό τρίτο πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τό Παράκλητον Πνεῦμα, τό ῾Οποῖο ὁ Κύριος ἔστειλε στόν κόσμο μετά τήν ἄνοδό Του στούς Οὐρανούς, ἐνεργοποιώντας ἔτσι τήν ἵδρυση τῆς ᾽Εκκλησίας ὡς ζωντανοῦ σώματός Του ἀπό τόν ῎Ιδιο. Ὅπως τό εἶπε, ἄλλωστε, παρηγορώντας τούς μαθητές Του: ῾᾽Εάν ἐγώ μή ἀπέλθω, ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρός ὑμᾶς᾽ (᾽Ιωάν. 16, 7).
 
῎Ετσι ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται στήν ᾽Εκκλησία, καλούμενος οὐσιαστικά ἀπό τόν ῎Ιδιο τόν Θεό - ῾οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν᾽ (᾽Ιωάν. 6, 44) - καί εἰσερχόμενος διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος μετέχει τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες διακονούμενες ἀπό τό Παράκλητον Πνεῦμα μετά πιά τήν ᾽Ανάληψη τοῦ Χριστοῦ, Τοῦ ἀποκαλύπτουν Αὐτόν στήν καρδιά του, μέ τήν ἔννοια ὅτι τόν ἐνσωματώνουν μέσα στόν ῎Ιδιο κάνοντάς τον μέλος Χριστοῦ. Καί γενόμενος ὁ ἄνθρωπος μέλος Χριστοῦ, μετά τήν προσωπική αὐτή Πεντηκοστή του, ὁδηγεῖται κατά φυσικό τρόπο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος σημειώνει ὅτι ῾οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν, εἰ μή ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽ (Α´Κορ. 12,3), ὅπως καί ὁ Κύριος ἀποκάλυψε ὅτι ῾οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα, εἰ μή δι᾽ ἐμοῦ᾽ (᾽Ιωάν. 14,6). ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή κατανοοῦμε ὅτι ὁ Θεός μας εἶναι Θεός τάξεως καί ὄχι ἀκαταστασίας, ὅπως κι ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἔχει χαρακτήρα Τριαδικό κι αὐτό σημαίνει ὅτι Θεολογία, Χριστολογία, Πνευματολογία, ᾽Εκκλησιολογία, Σωτηριολογία πᾶνε μαζί στήν ὀρθόδοξη πίστη καί ὁποιαδήποτε διάσπασή τους ἀποκαλύπτει τήν αἵρεση ἤ ὁδηγεῖ σ᾽ αὐτήν, ἄρα στήν ἔκπτωση ἀπό τή ζωή καί τή σωτηρία. Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς εὔκολα τώρα, γιατί ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ τόνιζε ὅτι ῾σκοπός τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος᾽. Γιατί ὅποιος ἔχει τό ῞Αγιον Πνεῦμα ἔχει τόν ῎Ιδιο τόν Τριαδικό Θεό.
 
 Τό ἐρώτημα τό ὁποῖο τίθεται ἐν συνεχείᾳ εἶναι: πῶς κανείς ἀποκτᾶ τό ῞Αγιον Πνεῦμα; Βεβαίως ἀμέσως ἡ σκέψη μας, ὅπως ὑπονοήθηκε παραπάνω, πηγαίνει στά μυστήρια. Γιατί αὐτά ἀποτελοῦν τούς κρουνούς ἀπό τούς ὁποίους προχέεται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στούς πιστούς. ᾽Αλλά τά μυστήρια δέν ἐπενεργοῦν θετικά κατά τρόπο μαγικό στούς ἀνθρώπους. ᾽Απαιτεῖται ἡ προσωπική τους συμμετοχή καί προσπάθεια. Κι ἐδῶ εἰσέρχεται κανείς σ᾽ αὐτό πού ὀνομάζουμε ἀσκητική καθαρή πνευματική ζωή. Ἡ ἀσκητική ζωή, ὡς προσωπικός ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση γιά νά ἐνεργοποιοῦνται τά μυστήρια πρός σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί νά μήν καταντοῦν ῾εἰς κρίμα ἤ εἰς κατάκριμα᾽. Μέ τήν παρατήρηση βεβαίως ὅτι καί ὁ ἀγώνας αὐτός δέν γίνεται ἐρήμην τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἡ χάρη Αὐτοῦ δίνει τή δυνατότητα καί τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς. ῾Οὐ τοῦ θέλοντος οὐδέ τοῦ τρέχοντος, ἀλλά τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ᾽ (Ρωμ. 9, 16).
 
Τί μᾶς διδάσκει λοιπόν ἡ βιβλικο-πατερική παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας μας, πάνω στό θέμα τῆς ἀποκτήσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί τῶν μυστικῶν τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς; Ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά ἀποκτήσει τή χάρη αὐτή τῆς παρουσίας Του, νά ἔχει συνεπῶς τόν Θεό μέσα του, ἄν δέν ἀγωνιστεῖ νομίμως. Καί νομίμως σημαίνει νά ἀρχίσει μέ τή χάρη τοῦ θεοῦ τόν ἀγώνα καθάρσεως τοῦ ἑαυτοῦ του ἀπό τά ψεκτά λεγόμενα πάθη, ἰδίως κατά τοῦ κεντρικοῦ πάθους τοῦ ἀνθρώπου, τῆς φιλαυτίας (ἤ ἐγωϊσμοῦ), μέ τά παρακλάδια της, τῆς φιληδονίας, τῆς φιλαργυρίας καί τῆς φιλοδοξίας. ῎Ετσι ὁ πνευματικός ἀσκητικός ἀγώνας εἶναι στοχευμένος: ὁ πιστός καλεῖται νά μεταστρέψει τή φιλαυτία σέ φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία, σέ ἀγάπη ἀληθινή δηλαδή, γι᾽ αὐτό καί στή θέση τῶν τέκνων τῆς φιλαυτίας θέτει τήν ἐγκράτεια, τήν ἐλεημοσύνη καί προσφορά, τήν ταπείνωση. Στό βαθμό πού ὁ ἐκκλησιαστικός πνευματικός αὐτός ἀγώνας γίνεται μέ σωστό τρόπο, μέ τήν καθοδήγηση δηλαδή τῶν ἁγίων μας καί τῶν ἐμπειροτέρων ἀπό ἐμᾶς χριστιανῶν, κυρίως δέ τοῦ πνευματικοῦ μας πατέρα, ἡ φιλαυτία ἐξαλείφεται, καθαρίζεται ἡ καρδιά μας καί τή θέση της παίρνει ἡ χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὅπου ἀγάπη ὅμως, ἐκεῖ καί ὁ Θεός, ὁ ἄνθρωπος δηλαδή φτάνει στό σημεῖο νά εἶναι κατοικητήριον ᾽Εκείνου.
 
Τήν κατάσταση αὐτή πού ἀκολουθεῖ τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, ὅπου ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀρχίζει καί κυριαρχεῖ μέσα του, οἱ ἅγιοί μας ἔχουν ὀνοματίσει φωτισμό καί στή συνέχεια θέωση. Γι᾽ αὐτό καί συχνά ἀκοῦμε γιά τά στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς: τήν κάθαρση, τό φωτισμό, τή θέωση. Εἶναι φανερό ὅτι ἀπό τά τρία αὐτά στάδια μόνο τό πρῶτο σχετίζεται ἰδιαιτέρως μέ τήν ἀσκητική προσωπική προσπάθεια, ἐκεῖ πού ὁ πιστός φανερώνει τήν ἀγαθή του προαίρεση γιά προαγωγή τῆς σχέσης του μέ τόν Θεό. Μολονότι καί τό στάδιο αὐτό πραγματοποιεῖται μέ τήν ἐνίσχυση τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο καί τό τρίτο θεωροῦνται καθαρά δῶρα τοῦ Θεοῦ, γιά τά ὁποῖα ὁ πιστός δέν πρέπει νά ἀνησυχεῖ καθόλου οὔτε καί νά τά θέτει ὡς ὅραμα καί προορισμό του. Ὁ πιστός ὡς ὅραμά του ἔχει τή σχέση μέ τόν Θεό, ἀγωνίζεται στή βασική ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, τήν ἀγάπη, μέ τήν ὁποία καθαρίζει τήν καρδιά του, καί ἀφήνει τόν Θεό ῾ἐλεύθερο᾽ νά προσφέρει, ὅσο θέλει καί ὅποτε θέλει, τά δῶρα τῆς παρουσίας Του, τόν φωτισμό καί τή θέωση.
 
Γι᾽ αὐτό καί τό οὐσιαστικότερο στοιχεῖο τελικῶς τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑπομονή. ῎Ανθρωπος πού ξεκινᾶ τήν πνευματική ζωή καί ἀπαιτεῖ γρήγορα τήν ἀπόκτηση τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ, ἤδη ἔχει βάλει ῾νάρκη᾽ στήν προσπάθειά του. Ὁ Θεός δέν εἶναι παιχνίδι ὥστε ἐμεῖς νά Τόν ῾κανονίζουμε᾽ στίς ἐνέργειές Του, ἀλλά ὁ παντοδύναμος καί πανάγαθος Θεός πού ἔχει τόν ἀπόλυτο ἔλεγχο τῶν πάντων, γνωρίζοντας τά πάντα καί στό ἔσχατο βάθος τους. ῎Ετσι ἡ ἀνυπομονησία ἀποτελεῖ σημάδι τελικῶς ταραγμένης ψυχῆς, ἄρα στήν πραγματικότητα φανερώνει τήν ἀπιστία τοῦ ἀνθρώπου καί τήν παρουσία τοῦ πονηροῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ μέγας ᾽Ισαάκ ὁ Σύρος, στά ἀσκητικά του ἔργα, μνημονεύει ἕνα σπουδαῖο Γέροντα, ὁ ὁποῖος καθοδηγώντας ἕναν ἄπειρο νεαρό μοναχό, πού ῾βιαζόταν᾽ ν᾽ ἀποκτήσει τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι ὁ ἴδιος ἄρχισε νά νιώθει τά χαρίσματα αὐτά μετά τά τριάντα πρῶτα χρόνια τῆς ἔντονης ἀσκητικῆς του ζωῆς.
 
Ἡ ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς μᾶς ἀποκαλύπτει γιά μία ἀκόμη φορά τό μεγαλεῖο τῆς πίστεώς μας, ἀφοῦ εἴμαστε κλημένοι σέ ἄπειρη αὔξηση μετοχῆς στό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί συγχρόνως μᾶς δείχνει τίς δυσκολίες πού ὑπάρχουν λόγω τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν καί ἀδυναμιῶν. Εἶναι στή δική μας ὅμως τήν εὐθύνη νά ἀνταποκριθοῦμε στήν κλήση αὐτή, πού συνιστᾶ καί τήν ὑψηλότερη κλήση πού ὑπάρχει στόν κόσμο: νά εἴμαστε καί νά γίνουμε ῾συγκληρονόμοι Χριστοῦ᾽ (Ρωμ. 8, 17).

Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Γέρων Ἐφραίμ Κατουνακιώτης: "ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ"

 
Ἀπό τούς μεγάλους ἁγίους Γέροντες τῆς ἐποχῆς μας, ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἄν ἡ ἀγία μας Ἐκκλησία δέν τόν ἔχει ἀκόμη ἐντάξει ἐπισήμως στίς δέλτους τῶν ἁγίων της, εἶναι ὁ Γέρων Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης. Γνωστός σέ ὅλους τούς πιστούς, σχετικούς καί ἀσχέτους, ἔχει γίνει ἀποδεκτός γιά τήν ἁγιωσύνη τῆς ζωῆς του, μολονότι ὁ ἴδιος ἐπιμελῶς καί διακαῶς ἀπέφευγε κάθε ἔπαινο καί συναναστροφή πού πιθανόν διατυμπάνιζε τίς ἀρετές του. Ἀλλά αὐτό ἀκριβῶς ἦταν καί τό ἀποδεικτικό τῆς ὁσιότητάς του: ἡ ταπείνωσή του. Ὑπῆρξε τό κατεξοχήν τέκνο ὑπακοῆς. Ἄν ὅλοι οἱ ἅγιοι τονίζουν ὅτι ἡ ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πού περνάει ἰδίως γιά τόν καλόγερο ἀπό τήν ὑπακοή στόν πνευματικό καί Γέροντά του, εἶναι αὐτή πού ὁδηγεῖ στή ζωή τόν ἄνθρωπο, δηλαδή στή ζωντανή σχέση του μέ τόν Θεό, τότε στό πρόσωπο τοῦ μεγάλου Γέροντα Ἐφραίμ ἔχουμε τήν κατεξοχήν περίπτωση τοῦ ἀνθρώπου πού ὑπήκουε, πού σημαίνει ὅτι στή ζωή του ψηλαφοῦμε ὅλα τά χαρακτηριστικά τῆς ἁγιότητας καί τῆς ἀνάπαυσης τοῦ Κυρίου στήν ὕπαρξή του. Ὁλόκληρη ἡ ζωή του μέ ἄλλα λόγια ἦταν μία ἑτοιμότητα νά δεχτεῖ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά θυσιάσει τό δικό του θέλημα, νά γίνει καί ὁ ἴδιος, ὅπως καί οἱ ἄλλοι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, μία φανέρωση τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο.  Ἡ ἐπαφή μέ τά κείμενα πού ἀναφέρονται σ’ αὐτόν, ὅπως ἀκόμη περισσότερο μέ τά ἴδια τά δικά του κείμενα μέσα ἀπό τίς πολλές ἐπιστολές πού μᾶς ἄφησε, μᾶς πείθουν μ’ ἕναν ἐσωτερικό μυστικό τρόπο, τόν τρόπο τῆς καρδιᾶς, περί τῆς ἁγιοπνευματικῆς σπουδαίας καταστάσεώς του, μᾶς φέρνουν πρόσωπο μέ πρόσωπο μέ τόν ἴδιο τόν Κύριο!

Ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό μία ἐπιστολή του πού ἔγραψε ἀπό το Ἅγιον Ὄρος σέ ἀγαπητό ἐν Χριστῷ ἀδελφό καί συλλειτουργό του, τήν Πεντηκοστή τοῦ 1979, ὅταν ὁ ἀδελφός αὐτός περνοῦσε μία κρίση στήν ἱερατική του πορεία πού ὀφείλετο σέ κακότροπη στάση ἄλλων συλλειτουργών του, μᾶς ἀποκαλύπτει τό σκεπτικό πού καθόριζε καί τή δική του ὕπαρξη, τόν δικό του ρυθμό ζωῆς, ὅ,τι ὁ ἴδιος θεωροῦσε ὡς φῶς στήν κατά Χριστόν πολιτεία του.

«Ἅγιον Ὄρος, Πεντηκοστή 1979

Ἐν Χριστῷ ἀδελφέ καί συλλειτουργέ Π. Μέ πολλήν ἀγάπην σέ ἀσπάζομαι ἀδελφικά, εὐχόμενος, ὅπως ὁ γλυκύς μας Ἰησοῦς ἐξαποστείλει τόν Ἄγγελον Αὐτοῦ καί κατευθύνει τά διαβήματά σου καί διανοήματά σου κατά τό Ἅγιον Αὐτοῦ θέλημα. Πῆρα τό γράμμα σου καί εἶδα τόν Γολγοθᾶ σου. Δέν θέλω νά σέ διδάξω οὔτε νά σέ συμβουλεύσω, ἀλλά ἐνθύμησιν νά σοῦ κάνω. Τό Εὐαγγέλιον κάθε ἡμέρα τό διαβάζουμε, καί αὐτό μᾶς κανονίζει τήν πορεία αὐτοῦ μας τοῦ βίου, εἰς ὅλας τάς περιπτώσεις… Διέρχεσαι μίαν σοβαράν κρίσιν τοῦ βίου σου. Μή ρίχνεις κάτω τά ὅπλα τοῦ Χριστοῦ μας. Χωρίς ὑπομονήν κανένας δέν στεφανώνεται. Προσεύχου ὅσον μπορεῖς περισσότερον, γιά νά σοῦ δώσει ὁ Θεός ὑπομονήν καί ἀνεξικακία… Μή χάνεις τό θάρρος σου. Δέν θά νικήσει ὅμως αὐτός (ὁ διάβολος), ἀλλά ὁ Χριστός… Πρόσεξε ὅμως καί τοῦτο· μήπως ἀπογοητευθεῖς, μήπως ἀποκάμεις πολεμώντας…
Μέ ἀδελφικήν ἀγάπην
 παπα-Ἐφραίμ».

1. «Εἶδα τόν Γολγοθᾶ σου…».

Ὁ ἅγιος Γέροντας εἶναι πολύ προσεκτικός καί διακριτικός: δέν θέλει νά διδάξει οὔτε καί νά συμβουλεύσει τόν ἐν Χριστῶ ἀδελφό του, διότι γνωρίζει ὅτι τό διδασκαλικό καί τό συμβουλευτικό ἀνήκει στους πολύ μεγάλους, τούς τελείους, τούς «φτασμένους», ἀνήκει τελικῶς στόν ἴδιο τόν Θεό, γι’ αὐτό καί ἀποκαλύπτοντας τήν τεράστια ταπείνωσή του λέει ὅτι ἁπλῶς θέλει «ἐνθύμησιν νά κάνει». Κάνει «ἐνθύμησιν» δηλαδή καί μᾶς προσφέρει δύο καλά: δείχνει πρῶτον τό ἦθος τοῦ ἁγίου, τό δικό του ταπεινό καί σεμνό ἦθος πού ξέρει νά ἀποφεύγει τίς παγίδες τῆς νόσου τοῦ διαβόλου, τῆς ὑπερηφάνειας πού ἐκφράζεται συχνά μέ τό διδασκαλικό ὑπεροχικό ὕφος  - «σέ διδάσκω ἐγώ πού τό ἔχω φτάσει, συνεπῶς εἶμαι πάνω ἀπό σένα!»· παρηγορεῖ δεύτερον τόν ἀδελφό του γιατί συμπάσχει μέ τό πρόβλημά του, τό ὁποῖο μάλιστα τό χαρακτηρίζει ὡς «Γολγοθᾶ», συνεπῶς κάτι πού παραπέμπει στή συμμετοχή στό ἴδιο τό Πάθος τοῦ Κυρίου. Μία μόνο λέξη χρησιμοποιεῖ ὁ ὅσιος Γέροντας καί φαίνεται νά ἀποφορτίζει τό βάρος τοῦ φίλου καί ἀδελφοῦ του. Γιατί τοῦ ὑπενθυμίζει ὅτι «ἡ σοβαρή κρίση πού διέρχεται» δέν εἶναι χωρίς νόημα: εἶναι ἡ δική του συμμετοχή στό Πάθος τοῦ Κυρίου, ἡ δική του ἄρση σταυροῦ, χωρίς τήν ὁποία κανείς δέν μπορεῖ νά γίνει ἀκόλουθος Χριστοῦ. «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι». Ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν εἶναι αὐτός πού ὅπως καί οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι τόνιζαν ὅτι «πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ διωχθήσονται»; Καί· «οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν εἰς ὑμᾶς ἀποκαλυφθῆναι δόξαν»; Λοιπόν, ὁ μέγας Γέρων στήν οὐσία αὐτό ὑπενθυμίζει στόν ἐν Χριστῶ ἀδελφό του: «ἐφόσον θέλεις νά στεφανωθεῖς ἀπό τόν Χριστό, ἕνας δρόμος ὑπάρχει: νά περιμένεις πειρασμούς, διότι “ἔπαρον αὐτούς καί οὐδείς ὁ σωζόμενος”». Καί καθιστᾶ ἐμφανή τή σκέψη του αὐτή μέ τήν ἐν συνεχείᾳ φράση του: «Χωρίς ὑπομονή κανείς δέν στεφανώνεται».
Ἀλλά καί πέραν τούτου: ὁ λόγος τοῦ Γέροντα ὅτι πρόκειται περί μιᾶς κρίσεως τοῦ βίου τοῦ ἀδελφοῦ, ἔστω καί σοβαρῆς, φανερώνει καί κάτι ἀκόμη πολύ ἐνδιαφέρον. Ὄχι μόνο ἡ δοκιμασία του ἔχει ἕνα ἐσωτερικό νόημα, διότι εἶναι «Γολγοθᾶς», ἀλλά καί ἡ ἴδια ἡ ζωή πού ζοῦμε στόν κόσμο τοῦτο πάντοτε θά χαρακτηρίζεται ἀπό θλίψεις καί δοκιμασίες, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου πού εἶπε ὅτι «διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ὑμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν», ὅπως ὅμως καί ἀπό χαρές καί εὐφρόσυνη διάθεση. Δέν εἶναι δηλαδή μόνο κρίσεις ἡ ζωή μας, ἀλλά ἔχει καί τίς εὐχάριστες στιγμές καί διαστάσεις της. Συνεπῶς ὁ π. Ἐφραίμ μέ τά λόγια του παρηγορεῖ τόν παραλήπτη τῆς ἐπιστολῆς του καί μέ αὐτόν τόν τρόπο: «κοίτα», εἶναι σά νά τοῦ λέει, «κρίση εἶναι καί θά περάσει. Προσανατολίσου λοιπόν στήν ὑπέρβαση καί στή λύση τοῦ προβλήματος». Κι αὐτό εἶναι κάτι πού ὄντως μᾶς ὑπενθυμίζει συχνά ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί τονίζουν οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας: ἡ ζωή μας μοιάζει μέ τόν καιρό, πού ἄλλοτε ἔχει συννεφιά κι ἄλλοτε ἔχει λιακάδα.  Ἔρχεται ἡ θλίψη καί ἡ δοκιμασία; Πρόκειται γιά τή συννεφιά. Ἔρχεται ἡ λύση καί ἡ χαρά; Πρόκειται γιά τή λιακάδα. Γι’ αὐτό καί μᾶς κατευθύνουν καί μᾶς λένε: «Μή χαίρεσαι ὑπερβολικά στίς χαρές σου· θά ἔλθει καί πάλι ἡ θλίψη. Μή λυπᾶσαι ὑπερβολικά στίς θλίψεις σου· θά ἔλθει καί πάλι ἡ χαρά».  

2. Πορεία κατά τό ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Μπροστά σ’ αὐτήν τήν τρεπτότητα καί στήν ἐναλλαγή τί προτείνει ὁ ὅσιος Γέροντας; Μά τίποτε ἄλλο πέραν αὐτοῦ πού συνιστᾶ τόν βράχο τῆς ζωῆς μας (βλ. Ματθ. 7, 24-27): τό ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, διατυπωμένο κυρίως μέσα στό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας. «Τό Εὐαγγέλιον κάθε ἡμέρα τό διαβάζουμε, καί αὐτό μᾶς κανονίζει τήν πορεία αὐτοῦ μας τοῦ βίου, εἰς ὅλας τάς περιπτώσεις». Τό κανονιστικό στοιχεῖο τῆς ζωῆς μας βρίσκεται στίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖες ὅμως δέν κατανοοῦνται κατά ἕναν ἠθικό καί εὐσεβίστικο τρόπο, ὡς κανόνες δηλαδή πού ἀπαιτοῦν τήν ἐφαρμογή τους γιατί ἐπικρέμαται ἡ τιμωρία, ἀλλά ὡς ἀνταπόκριση ἀγάπης στήν ἔναντι ἡμῶν ἀγάπη τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ μας. «Ἐάν ἀγαπᾶτέ με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε», εἶπε ὁ Κύριος. «Ἐάν τις ἀγαπᾶ με, τόν λόγον μου τηρήσει». Λοιπόν, σέ κάθε περίσταση τῆς ζωῆς μας ἐκεῖνο τό φῶς πού φωτίζει τήν πορεία μας καί μᾶς κάνει νά ζοῦμε τήν ἀληθινή ζωή, τή ζωή τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή μας, εἶναι τό θέλημα τοῦ Κυρίου (βλ. Ἰωάν. 8,12). Εἴτε στίς εὐχάριστες στιγμές εἴτε στίς δυσάρεστες καί τίς ὅποιες δοκιμασίες, τό ζητούμενο εἶναι νά μπορῶ μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά λέω «γενηθήτω τό θέλημά Σου». Ἡ ἑτοιμότητα ἀποδοχῆς τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, καί μάλιστα στίς δύσκολες καταστάσεις, ἀποκαλύπτει καί τήν ποιότητα τῆς πίστεώς μας σέ Αὐτόν. Ἄν ὄντως πιστεύω ὅτι ὑπάρχει ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐκτείνεται σέ ὅλη τή δημιουργία, κατεξοχήν δέ στόν ἄνθρωπο ἀκόμη καί στίς λεπτομέρειες τῆς ζωῆς του, («ὑμῶν δέ καί αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς πᾶσαι ἠρίθμηνται»), τότε αὐτό πού μοῦ συμβαίνει ἀποτελεῖ μέρος τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία μου, λοιπόν τό θέλημά Του γιά ἐμένα θά πρέπει νά τό δεχτῶ καί νά τό ἀγαπήσω.
Ἔτσι κατά τόν ἅγιο Γέροντα ἡ ματιά τοῦ ἀνθρώπου ἐπί τῆς γῆς, σέ ὅλες τίς περιπτώσεις, χρωματίζεται ἀπό τήν πίστη: ὁ χριστιανός βλέπει τά πράγματα ὅπως ὁ Θεός τοῦ τά ἀποκαλύπτει καί ὄχι ὅπως τά πάθη του ἤ ὁ Πονηρός τοῦ τά «σερβίρουν»· καί βεβαίως γιά νά συμβαίνει αὐτό ἀπαιτεῖται ἡ καθημερινή ἐπαφή τοῦ πιστοῦ μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τό Εὐαγγέλιο. Μ’ ἕναν ἁπλούστατο τρόπο, ὡς τό κατεξοχήν δεδομένο, ὁ Γέροντας Ἐφραίμ τό ἐπισημαίνει: «τό Εὐαγγέλιο κάθε ἡμέρα τό διαβάζουμε»! Γιά τόν π. Ἐφραίμ ἡ καθημερινή ἀνάγνωση καί μελέτη τοῦ Εὐαγγελίου δέν συζητεῖται. Θέλεις νά δεῖς τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή σου; Ἐφάρμοσε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται ὅμως στό ἅγιο Εὐαγγέλιο, ὅπως ἀσφαλῶς καί σέ ὅλες τίς ἄλλες ἐκδοχές του, τά Πατερικά κείμενα, τά ἐκκλησιαστικά βιβλία, τούς βίους τῶν ἁγίων. Αὐτονόητο πράγμα γιά τόν Γέροντα, πού δυστυχῶς ἀποτελεῖ διαρκῶς ζητούμενο γιά ἐμᾶς τούς «λειψούς» χριστιανούς.

3. Χρειάζεται ὑπομονή καί προσευχή.

Γίνεται ἀκόμη σαφέστερος ὁ π. Ἐφραίμ στίς λιτές ἐπισημάνσεις του. Βεβαίως ἔχουμε τό Εὐαγγέλιο πού μᾶς δείχνει τόν δρόμο στίς κακοτοπιές τῆς ζωῆς, τότε πού θολώνει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τίς θλίψεις καί τίς δοκιμασίες, κι αὐτός ὁ δρόμος πέρα ἀπό τήν ἐνεργοποίηση τῶν δικῶν μας δυνάμεων περνάει ἀπό τήν ἀναφορά μας στόν Θεό. «Δέν εἶσαι μόνος», σάν νά λέει ὁ Γέροντας στόν ἱερέα, «εἶναι ὁ Κύριος ἕτοιμος νά σέ βοηθήσει, ἀρκεῖ νά Τοῦ τό ζητήσεις. Εἶναι κι ὁ φύλακας άγγελός σου. Κάνε προσευχή καί ὁπλίσου μέ τήν ἁγία ὑπομονή, τήν ὁποία καί αὐτήν θά σοῦ δώσει Ἐκεῖνος». Ὁ ὅσιος Γέροντας τονίζει ὅ,τι τονίζουν ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες: σέ κάθε δοκιμασία τά ὅπλα μας, ὅπλα πού μᾶς ἔδωσε καί μᾶς δίνει ὁ Θεός, εἶναι ἀκριβῶς ἡ προσευχή μας, ἀλλά καί ἡ ὑπομονή μας. Κάνω προσευχή καί ζητῶ ἀπό τόν Θεό δηλαδή, δέν σημαίνει ὅτι αὐτομάτως αἴρονται τά προβλήματα. Τά προβλήματα θά ὑφίστανται, ὁ Σταυρός πάντοτε θά ἀποτελεῖ κλῆρο τῆς ζωῆς, ἀλλά θά βλέπω ὅτι θά μοῦ δίνει ὁ Θεός ἐκεῖνα τά στηρίγματα καί τίς δυνάμεις, ὥστε νά μπορῶ νά τά ὑφίσταμαι ἐν πίστει, ἀκόμη καί μέ χαρά. «Ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ».
Ὁ Γέροντας ἐν προκειμένῳ δέν ὑπενθυμίζει στόν ἀδελφό αὐτό πού σημειώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί σημειώνουν καί πολλοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας: ὅτι μέσα στό πλαίσιο τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο, καί μάλιστα τόν πιστό ἄνθρωπο, οἱ δοκιμασίες πού πάντοτε θά ὑφίστανται ἀποτελοῦν ἐπακολούθημα τῆς χάριτος καί τῆς δύναμης πού ἔχει ἤδη προηγηθεῖ στήν καρδιά τοῦ πιστοῦ. Τί θέλουμε νά ποῦμε; Μᾶς διδάσκουν οἱ ἅγιοι ὅτι πρίν νά ἐπιτρέψει ὁ Θεός τήν ὅποια δοκιμασία καί τόν ὅποιο πειρασμό στή ζωή μας, πρῶτα δίνει τά στηρίγματα τῆς πίστεως, πρῶτα δίνει τή χάρη τῆς ἐνίσχυσης, ὥστε νά μπορεῖ νά ἀντέξει τόν πειρασμό ὁ ἄνθρωπος, καί ἔπειτα παραχωρεῖ τόν πειρασμό. Ἁπλῶς τήν ἐνισχυτική χάρη δέν τήν βλέπουμε, ἐνῶ τίς δοκιμασίες τίς ζοῦμε μέ ἔντονο τρόπο καί φαίνονται. Λοιπόν, πρέπει πάντοτε νά ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στόν Κύριό μας, διότι «οὐκ ἐάσει ἡμᾶς πειρασθῆναι ὑπέρ ὅ δυνάμεθα, ἀλλά ποιήσει σύν τῷ πειρασμῷ καί τήν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ἡμᾶς ὑπενεγκεῖν». Ὁ ἅγιος Γέροντας σαφῶς γνωρίζει τήν πραγματικότητα αὐτή, καί ἀπό τίς μελέτες του ἀλλά καί ἀπό τή μεγάλη πείρα του, ἀλλά στή συγκεκριμένη σύντομη ἐπιστολή δέν θεώρησε ἀναγκαία τήν ἀναφορά του αὐτήν.
Προσευχή καί ὑπομονή λοιπόν! Τά ὅπλα μέ τά ὁποῖα ἀντιμετωπίζονται ὅλοι οἱ πειρασμοί τοῦ ἀνθρώπου, οἱ ὁποῖοι ἔτσι τόν ἀνεβάζουν σέ ἀνώτερο πνευματικό ἐπίπεδο. Ὁ Θεός μας δίνει τή χάρη Του, ἀλλά ἡ παροχή χάρης τίς περισσότερες φορές ἔχει τό τίμημά της γιά νά ριζώσει στόν ἄνθρωπο!
 
4. «Μήν ἀποκάμεις πολεμώντας…».

Ὁ πολύπειρος μέγας Γέροντας εἶναι ἀπολύτως προσγειωμένος. Ναί μέν γνωρίζει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, γνωρίζει ἐκ καρδίας τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά γνωρίζει ἀπό τήν ἄλλη καί τίς μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου - ἐλεγχόμενες ἐννοεῖται κι αὐτές ἀπό τήν παντοδυναμία τοῦ Κυρίου. Ὅ,τι σημειώνει ὁ ἀπόστολος Πέτρος ὅτι «ὁ ἀντίδικος ἡμῶν διάβολος ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ», ὅ,τι ἀποκαλύπτει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅτι ὁ Πονηρός «μετασχηματίζεται καί εἰς ἄγγελον φωτός» προκειμένου νά πλανήσει τόν ἄνθρωπο, τά ἔχει ὑπόψη του, καί μάλιστα ἔχει ὑπόψη του τό κατεξοχήν ὅπλο πονηρίας πού διαθέτει αὐτός, τήν ἀπογοήτευση, τήν ἀπόγνωση, τήν ἀπελπισία. Τά λόγια του «μή ρίχνεις κάτω τά ὅπλα τοῦ Χριστοῦ μας… μή χάνεις τό θάρρος σου… Πρόσεξε ὅμως καί τοῦτο· μήπως ἀπογοητευθεῖς, μήπως ἀποκάμεις πολεμώντας…», αὐτό ἀκριβῶς ἀποκαλύπτει. Κινεῖται ὁ π. Ἐφραίμ πάνω στή γραμμή ὅλων τῶν ἁγίων πού μᾶς λένε ὅτι δέν ἔχει τόση σημασία ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς νά ἁμαρτήσει ὁ ἄνθρωπος, ὅση νά ἀπογοητευθεῖ, νά ἀπελπιστεῖ, νά ρίξει κάτω τά ὅπλα. Γιατί στήν ἁμαρτία ὑπάρχει τό φάρμακο: ἡ μετάνοια· στήν ἀπελπισία ὅμως καί στήν ἀποθάρρυνση τίποτε δέν ὑπάρχει, παρά μόνον ἡ σκοτεινή παρουσία τοῦ Πονηροῦ. Γι’ αὐτό καί στήν κατάσταση αὐτήν τρομάζουν οἱ ἅγιοι. Γιατί τή βλέπουν καί τήν ταυτίζουν μέ τή μόνη ἁμαρτία πού δέν συγχωρεῖται εἰς τούς αἰῶνες, τή βλασφημία τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Κι αὐτό γιατί συνιστᾶ τήν ἴδια τήν ἀπιστία, τήν ἀμετανοησία, τήν πεποίθηση ὅτι δέν ὑφίσταται γιά τόν ἄνθρωπο ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ!
Πρόκειται γιά ἔκπτωση τοῦ ἀνθρώπου στόν πειρασμό τοῦ Ἰούδα, ὁ ὁποῖος μολονότι μετανόησε δέν σώθηκε. Γιατί σώζεται κανείς ὅταν ὄχι μόνο ἀναγνωρίσει τήν ἁμαρτία καί τήν ἀδυναμία του, ἀλλά τήν ρίξει ταυτόχρονα στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Στήν κατάσταση λοιπόν τῆς ἀπελπισίας καί τῆς ἀπογοήτευσης ὑπάρχει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ὅμως δέν βρίσκει χῶρο νά ἐνεργήσει μέσα στή σκοτεινιασμένη καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀφεθεῖ στήν παγίδα τοῦ Πονηροῦ. Σάν τόν στρατιώτη, ὁ ὁποῖος φοβισμένος καί πανικόβλητος πάει μόνος του καί παραδίδεται στόν ἐχθρό! Δέν εἶναι τυχαῖο πού ὁ ἅγιος Γέροντας ἐπανειλημμένως σέ ἄλλες ἐπιστολές του καί σέ λόγους του τόνιζε πάντοτε τό πόσο σημαντικό εἶναι γιά τόν χριστιανό ἡ τόλμη, ἡ ἀνδρεία καί ἡ γενναιότητα. «Γιά τόν λόγο πού ὁ Θεός γνωρίζει», σημειώνει κάπου ἀλλοῦ, «σέ δοκιμάζει. Μπορεῖς νά κρατήσεις αὐτή τή θλίψη; (λέγει ὁ Κύριος). Μπορῶ! Θά σοῦ δώσω Χάρη. Δέν μπορεῖς; Κι αὐτό πού σοῦ ἔδωσα, θά τό ἀφαιρέσω. Ἐγώ δέν θέλω δειλούς ἀνθρώπους».
Λοιπόν, καί στή μεγαλύτερη θλίψη καί στή μεγαλύτερη δοκιμασία καί στόν μεγαλύτερο πειρασμό, αὐτό πού ζητεῖται ἀπό τόν πιστό εἶναι νά μή γίνει ρίψασπις· νά μπορεῖ νά ἀνασηκώνει τό κεφάλι καί νά βλέπει τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου του. Γιατί εἶναι τό μόνο πρόσωπο πού πραγματικά τόν ἀγαπάει καί τόν φροντίζει, ὅπως καί τόν ἔχει διαρκῶς στήν ἀγκαλιά Του! Τά λόγια τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου στό θέμα εἶναι συγκλονιστικά: «Ἐγὼ εἶμαι πατέρας, ἐγὼ ἀδελφός, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφή, ἐγὼ ἔνδυμα, ἐγὼ ρίζα, ἐγὼ θεμέλιον, κάθε τι τὸ ὁποῖον θέλεις ἐγώ· νὰ μὴν ἔχεις ἀνάγκην ἀπὸ τίποτε. Ἐγὼ καὶ θὰ σὲ ὑπηρετήσω· διότι ἦλθα νὰ ὑπηρετήσω, ὄχι νὰ ὑπηρετηθῶ. Ἐγὼ εἶμαι καὶ φίλος, καὶ μέλος τοῦ σώματος καὶ κεφαλὴ καὶ ἀδελφός, καὶ ἀδελφὴ καὶ μητέρα, ὅλα ἐγώ· ἀρκεῖ νὰ διάκεισαι φιλικὰ πρὸς ἐμέ… Ὅλα δι᾿ ἐμὲ εἶσαι σύ· καὶ ἀδελφὸς καὶ συγκληρονόμος καὶ φίλος καὶ μέλος τοῦ σώματος. Τί περισσότερον θέλεις

 

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


Ὁ ἄνθρωπος δέν εναι να ν τυχαα ριγμένο στόν κόσμο. Δέν εναι κόμη να πό τά πολλά ντα τοκόσμου. Μέ τήν πρόσληψή του πό τόν Θεό καί τή διαπαντός διακράτησή του πό Εκενον μέσα Του φανέρωσε τήν πειρη ξία πού χει καί ὁ ἴδιος. ᾽Αξία μως πού δέν ποκτᾶ ἀπό μόνος του, ἀλλά πό τή σύνδεση καί τή σχέση του μέ τό Δημιουργό Του.῾Ο Θεός εναι Εκενος πού δίνει ξία στόν νθρωπο καί χι κάτι πού κατέχει ατός. Εναι στήν πραγματικότητα τό κατεκόνα Θεο’ στόν νθρωπο, τό ποο καθάρισε Χριστός ρχόμενος στόν κόσμο καί τό φτασε στό πώγειό του ς καθ᾽ ὁμοίωσινμέ τήν νδοξη Ανάληψή Του. Διαφορετικά, ἀπό μόνοι μας, χωρίς τόν Θεό, εμαστε ὅ,τι πισημαίνουν λοι οἱ ἅγιοι λων τν ποχν: ῾γκαί σποδός᾽, ῾σκωλήκων βρμα καί δυσωδία᾽, κυριολεκτικά να τίποτα: ῾χωρίς μοοδύνασθε ποιεν οδέν᾽, πού επε καί Κύριος ( ᾽Ιωάν. 15,5). Κατά συνέπεια ἡ ἀξία πού δίνει Θεός στόν νθρωπο δηγεστήν καταδίκη κάθε ρατσιστικς ντίληψης καί στήν πέρβαση κάθε ριστοκρατικς θεώρησης μάδων νθρώπων. Κανείς δέν εναι νώτερος πό κάποιον λλον. Ετε λευκός ετε μαρος, ετε φτωχός ετε πλούσιος, ετε μορφωμένος ετε μόρφωτος, ετε νέος ετε γέρος, ὅλοι χουμε τήν δια ξία πού μς δίνει Θεός μας. ῾Οκ νι Ιουδαος οδέ Ελλην, οκ νι δολος οδέ λεύθερος, οκ νι ρσεν καί θλυ. Πάντες γάρ μες ες στε ν Χριστῷ᾽Ιησο᾽ (Γαλ. 3, 28). Ἡ ᾽Ανάληψη λοιπόν τοΚυρίου, πέρα πό τήν λοκλήρωση τοσχεδίου τοΘεογιά τή σωτηρία τοκόσμου, σημαίνει καί τή μεγάλη ξία τοῦ ἀνθρώπου.

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης: «ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΣΑΝ ΕΝΑ… »


Ὁ ὅσιος Γέροντας Πορφύριος, σχετικά μέ τό παρακάτω κείμενο, τό ὁποῖο περιέχει ἀπόσπασμα ἀπό τόν ἅγιο Συμεών τόν νέο Θεολόγο (Βλ. Κεφάλαια Θεολογικά καί Πρακτικά, ρ΄, SC 51) καί λόγια δικά του, παρακάλεσε: «Νά τό γράψετε μέ ὡραῖα, εὐανάγνωστα γράμματα, νά τό βάλετε σέ κορνίζα καί νά τό κρεμάσετε στό κελλί μου. Νά βγάλετε πολλά φωτοαντίγραφα καί νά τό δίνετε στόν κόσμο ὅλο, πρός ὠφέλειαν». Πράγματι, γιά πολλά χρόνια τό συγκεκριμένο κείμενο κοσμοῦσε τό κελλί τοῦ Γέροντα, ἐνῶ πλῆθος χριστιανῶν ὠφελήθηκε ἀπό τή μελέτη του μετά τή διανομή τῆς φωτοτύπησής του. Εἴχαμε τήν εὐκαιρία μάλιστα ἐσχάτως νά ἐπιβεβαιώσουμε τά λόγια τοῦ ὁσίου γιά τό ἀπόσπασμα, καθώς ἀδελφή μοναχή πού μονάζει στήν Κρήτη καί δεκαετίες ἦταν κοντά στόν ὅσιο, μᾶς εἶπε μέ δισταγμό μετά ἀπό «πίεσή» μας: «Σέ ἐμένα ἀπευθύνθηκε ὁ Γέροντας, γιατί ἤμουν καλλιγράφος, καί ἐγώ ἔγραψα τό ἀπόσπασμα αὐτό. Ὄντως τό τοποθετήσαμε στό κελλί του, ἐνῶ βγάζαμε διαρκῶς πολλά ἀντίγραφα προκειμένου νά τό μοιράζουμε σέ ὅλους τούς προσκυνητές».

«“Ὅλους τούς πιστούς ὀφείλομε νά τούς βλέπομε σάν ἕνα καί νά σκεπτόμαστε ὅτι στόν καθένα ἀπό αὐτούς εἶναι ὁ Χριστός. Καί νά ἔχομε γιά τόν καθένα τέτοια ἀγάπη, ὥστε νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά θυσιάσομε γιά χάρη του καί τή ζωή μας. Γιατί ὀφείλομε νά μή λέμε, οὔτε νά θεωροῦμε κανένα ἄνθρωπο κακό, ἀλλά ὅλους νά τούς βλέπομε ὡς καλούς. Κι ἄν δεῖς ἕναν ἀδελφό νά ἐνοχλεῖται ἀπό πάθη, νά μήν τόν μισήσεις αὐτόν· μίσησε τά πάθη πού τόν πολεμοῦν. Κι ἄν τόν δεῖς νά τυραννεῖται ἀπό ἐπιθυμίες καί συνήθειες προηγουμένων ἁμαρτιῶν, περισσότερο σπλαγχνίσου τον, μήν τυχόν δοκιμάσεις καί σύ πειρασμό, ἀφοῦ εἶσαι ἀπό ὑλικό πού εὔκολα γυρίζει ἀπό τό καλό στό κακό”. Ἡ ἀγάπη  πρός τόν ἀδελφό  σέ προετοιμάζει ν’ ἀγαπήσεις περισσότερο τόν Θεό. Τό μυστικό, λοιπόν, τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν ἀδελφό. Γιατί, ἄν δέν ἀγαπάεις τόν ἀδελφό σου πού τόν βλέπεις, πῶς εἶναι δυνατόν ν’ ἀγαπάεις τόν Θεό πού δέν Τόν βλέπεις; “Ὁ γάρ μή ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν αὐτοῦ, ὅν ἑώρακε, τόν Θεόν, ὅν οὐχ ἑώρακε, πῶς δύναται ἀγαπᾶν;” (Α΄ Ἰωάν. 4,20)».

1. Γιατί ἡ ἐπιμονή τοῦ ὁσίου Πορφυρίου γιά τό συγκεκριμένο κείμενο;

Ὁ ὅσιος Γέροντας, μολονότι «ἀγράμματος», ἀφοῦ εἶχε πάει μέχρι τή Δευτέρα Δημοτικοῦ, εἶχε ἔλθει σέ ἐπαφή μέ πολλά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἁγιογραφικά, πατερικά καί λειτουργικά – δέν μιλᾶμε γιά ἄλλα, καί ἐπιστημονικά, πού διάβαζε γιά ποιμαντικούς σκοπούς. Καθημερινά μελετοῦσε ὁ ἴδιος ἀπό τή νεανική του ἡλικία πού πῆγε καλόγερος, ἐνῶ κυριολεκτικά γιά δεκαετίες ὁλόκληρες ἐμβαπτιζόταν ψυχῇ τε καί σώματι κυρίως στά λειτουργικά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας. Εἴτε προσωπικά ὁ ἴδιος εἴτε ὅταν ἔχασε τό φῶς του ἀκούγοντας πνευματικά του παιδιά νά τοῦ διαβάζουν ἐρχόταν σέ ἐπαφή μέ τήν Παρακλητική, τά Μηναῖα, τό Τριώδιο, τό Πεντηκοστάριο, ὅλα τά βιβλία πού ἀκούγονται στούς ἱερούς ναούς κατά τή διάρκεια τῶν ἀκολουθιῶν. Ἔλεγε μάλιστα σέ πιστό πού τοῦ εἶχε θέσει τόν προβληματισμό του γιά τίς θεολογικές σπουδές ὅτι ἐάν κανείς μελετᾶ μέ προσοχή ἰδίως τήν Παρακλητική τῆς Ἐκκλησίας, πολύ σύντομα θά ἀποκτήσει ἐκείνη τή θεολογική γνώση πού ἀπαιτεῖ σπουδή χρόνων στίς Θεολογικές Σχολές.
Ὁ ὅσιος Πορφύριος λοιπόν εἶχε τελικῶς μεγάλη γνώση τῶν θεολογικῶν κειμένων, ὅπως καί τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, καί ἀπό τήν προσωπική του σπουδή ἀλλά προπάντων μέ τόν φωτισμό πού δίνει ὁ ἴδιος ὁ Θεός στόν σχολάζοντα στή θεωρία Αὐτοῦ. Ὅ,τι σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὅτι «δεῖ σχολάσαι καί γνῶναι Θεόν», αὐτό χαρακτήριζε καί τήν ἐμπειρία τοῦ μεγάλου συγχρόνου ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας μας. Κι ὅμως! Ἀπό ὅλα τά κείμενα καί τά βιβλία, τό παραπάνω ἀπόσπασμα ἐπέλεξε ὁ ὅσιος νά τό ἀφήσει ὡς παρακαταθήκη καί διαρκή προτροπή στούς χριστιανούς. Γιατί; Διότι, ὅπως ἀμέσως κατανοεῖ ὁ κάθε πιστός, τό κείμενο τοῦ ἁγίου Συμεών, ἀλλά καί ἡ προσθήκη ἡ δική του, παραπέμπει σ’ ἐκεῖνα τά λόγια τοῦ Κυρίου, τά ὁποῖα συνιστοῦν τόν πυρήνα τοῦ ὅλου εὐαγγελικοῦ λόγου: «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους». Ἡ κεντρική αὐτή ἐντολή τοῦ Κυρίου δέν εἶναι ἐκείνη πού συμπυκνώνει κατά μοναδικό τρόπο ὅ,τι ὁ Θεός ἔδωσε ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ὡς βασική κατεύθυνση ζωῆς στόν ἄνθρωπο προκειμένου αὐτός νά βρίσκεται σέ κοινωνία μαζί Του; «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος, καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». «Ἐν ταύταις ταῖς δυσίν ἐντολαῖς ὅλος ὁ Νόμος κρέμαται»! Κι ἀκόμη: τό ἀπόσπασμα αὐτό παραπέμπει καί στή διευκρίνιση τοῦ Κυρίου ὅτι ὁ ἄλλος, ὁ συνάνθρωπος πέρα ἀπό τό γεγονός ὅτι διευρύνει τοῦ ἀνθρώπου τήν ὕπαρξη, («ὡς σεαυτόν»), τόν φέρνει σέ ἐπαφή μέ ἕναν ἄλλον τρόπο τῆς δικῆς Του παρουσίας: «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου, ἐμοί ἐποιήσατε». Ἡ ἀγάπη ἑπομένως ἀποτελεῖ τή σύνοψη ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνο πού χωρίς αὐτό δέν ὑφίσταται ἡ χριστιανική πίστη. «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστε, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις». Γι’ αὐτό καί δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ νεώτερος μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, στό κατά Ἰωάννην εὐαγγέλιο κυρίως παραπέμπει, ἀκόμη δέ πιό συγκεκριμένα στά κεφάλαιά του  14, 15, 16 καί 17, ὡς τόν πυρήνα ὅλου τοῦ εὐαγγελίου. Ὁ ἅγιος Πορφύριος λοιπόν μέ ἐπίγνωση προσέφερε στούς πιστούς αὐτό ἀπό τό ὁποῖο «ἐξασφαλιζόταν» ἡ χριστιανικότητα κάποιου: ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο.

2. «Ὅλους τούς πιστούς ὀφείλουμε νά τούς βλέπουμε σάν ἕνα…».

Ὁ πιστός λοιπόν κατά τήν ὅραση πού ἔχει δώσει ὁ Κύριος πρέπει νά βλέπει τούς ἄλλους πιστούς ὡς τόν ἴδιο τόν Κύριο, συνεπῶς ὅλους νά τούς βλέπει ὡς ἕνα. Δέν πρόκειται γιά διαστρέβλωση τῆς πραγματικότητας. Διότι ἡ πραγματικότητα εἶναι βεβαίως αὐτή πού ἐπισημαίνουν οἱ σωματικές μας αἰσθήσεις, ἀλλά εἶναι καί αὐτή πού ἐπισημαίνουν οἱ πνευματικές αἰσθήσεις. Ὁ ἄνθρωπος, ἀποκαλύπτει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἔχει πέραν τῶν σωματικῶν αἰσθήσεων καί «τήν νοεράν αἴσθησιν», ἡ ὁποία ὅμως ἐξαρτᾶται πρός ἐνέργειά της ἀπό τόν τρόπο ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ἄνθρωπος πού ἀγωνίζεται τόν ἀγώνα τῆς πίστεως ὄντως «βλέπει» φανερούμενη τήν αἴσθηση αὐτή, ἡ ὁποία τοῦ ἀνοίγει τά μάτια γιά νά ἔχει θέα τοῦ βάθους τῆς πραγματικότητας. Εἶναι, μέ ἄλλη διατύπωση, ἡ χάρη πού μεταγγίζει ὁ Κύριος στόν πιστό, (ἤ καί στόν ἁπλά καλοπροαίρετο ἄνθρωπο μερικές φορές), ἡ ὁποία τοῦ μετασκευάζει τούς ὀφθαλμούς, ὥστε νά ἐπισημαίνει τίς πνευματικές πραγματικότητες πού ἀλλιῶς θά παρέμεναν ἐσαεί κλειστές καί ἀπρόσιτες. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται», λέει γιά παράδειγμα ὁ Κύριος. «Ἤκουσαν οἱ ποιμένες τῶν ἀγγέλων ὑμνούντων τήν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν», ὑμνολογεῖ ἡ Ἐκκλησία μας ἐκφράζοντας τό ἄκουσμα τῶν ἀγγέλων ἀπό τούς βοσκούς τῆς Βηθλεέμ κατά τή Γέννηση τοῦ Κυρίου. «Γεύσασθε καί ἴδετε, ὅτι Χριστός ὁ Κύριος», ἀποκαλύπτεται ἀλλοῦ. Ὅραση, ἄκουσμα, γεύση καί ὄσφρηση, πέραν τῶν γνωστῶν σωματικῶν αἰσθήσεων. Συνεπῶς ὁ πιστός βλέπει καί γενικά αἰσθάνεται «διπλά»: καί σωματικά καί πνευματικά.
«Διά πίστεως περιπατοῦμεν, οὐ δι’ εἴδους», λέει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἐνῶ εἶναι αὐτός πού ὁρίζει τήν πίστη ἀκριβῶς καί ὡς ὅραση «πραγμάτων οὐ βλεπομένων». «Πίστις ἐστίν ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος, (ὅραση δηλαδή), οὐ βλεπομένων». Ἀκόμη πιό ἔντονα ἐπισημαίνει ὅτι οἱ πιστοί «οὐ σκοποῦμεν τά βλεπόμενα, ἀλλά τά μή βλεπόμενα. Τά γάρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τά δέ μή βλεπόμενα αἰώνια». Ὅ,τι λοιπόν ἐπισημαίνουν οἱ σωματικές μας αἰσθήσεις δέν εἶναι καί τό ἅπαν τῆς πραγματικότητας, ἐνῶ ὑπάρχουν ἄνθρωποι, καί μιλᾶμε γιά ἁγίους πιά, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον εἶχαν τήν ὅραση τῆς πίστεως μονίμως ἐνεργούσα στή ζωή τους, ἀλλά καί μ’ ἕναν τρόπο τόσο ξεκάθαρο πού ὑπερέβαινε θά λέγαμε τή θόλωση καί τήν αἰνιγματικότητα πού προκαλεῖ ἡ σαρκικότητα τοῦ ἀνθρώπου. Νά ὑπενθυμίσουμε ἐν προκειμένῳ τόν ἅγιο τῆς ἐποχῆς μας, τόν Γέροντα Ἰάκωβο τῆς Εὐβοίας, ὁ ὁποῖος ἀπεκάλυψε κάποια στιγμή σέ πνευματικό του τέκνο, νῦν μητροπολίτη, ὅτι ὁ ἴδιος δέν πρόκειται νά λάβει τόν μισθό τῆς πίστεως, διότι ὁ Θεός τοῦ δίνει τή δυνατότητα νά βλέπει μέ μεγάλη ἐνάργεια τό τί συμβαίνει στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, χωρίς νά χρειάζεται ἡ λειτουργία τῆς ἁπλῆς  ὅρασης τῆς πίστεως.
Λοιπόν, ἐπανερχόμαστε: ὁ πιστός βλέπει στό πρόσωπο τῶν συνανθρώπων του, καί ἰδίως τῶν πιστῶν, τόν ἴδιο τόν Χριστό, διότι Ἐκεῖνος φανέρωσε, ὅπως σημειώσαμε, ὅτι «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου, ἐμοί ἐποιήσατε». Ὁ ἄλλος, ὁ συνάνθρωπος, δέν εἶναι μόνον αὐτό πού φαίνεται, ἀλλά καί κάτι πολύ ἀνώτερο καί σπουδαιότερο, μία παρουσία τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀδελφός τοῦ Χριστοῦ, τό μέλος Ἐκείνου, ἄν εἶναι βαπτισμένος, συνεπῶς μπροστά σ’ ἕναν τέτοιον  ἄνθρωπο «δι’ ὅν Χριστός ἀπέθανε» ὁ πιστός πού «βλέπει» στέκεται μέ δέος καί ἱερότητα, στέκεται προσευχητικά. Ἀκόμη καί στήν περίπτωση ἑνός μή χριστιανοῦ, ἀβαπτίστου ἤ καί ἀλλόθρησκου ἀνθρώπου, ὁ χριστιανός ἔχει τά «μάτια» προκειμένου νά βλέπει τήν ὑπάρχουσα χάρη: τό φῶς τοῦ ἴδιου τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι «τό φῶς τό ἀληθινόν, ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον». Κάθε ἄνθρωπος ἔχει τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, διότι μέ τή θέληση Ἐκείνου ἔρχεται στόν κόσμο αὐτόν, ἁπλῶς δέν ἔχει ἐκεῖνο τό φῶς πού νά τοῦ δίνει τή δυνατότητα σωτηρίας ὡς ζωντανῆς σχέσεως μαζί Του. Αὐτό ἀποκτᾶται καί δωρίζεται ἄνωθεν, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποδεχθεῖ ἐλεύθερα καί ἐν πίστει τόν Κύριο, ὁπότε παίρνει καί τήν ἐξουσία «γενέσθαι τέκνον Θεοῦ».
Δέν παραξενεύει λοιπόν ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Συμεών πού λέει ὅτι πρέπει καί τή ζωή του ὁ πιστός νά δώσει πρός χάρη τοῦ συνανθρώπου του. Πρόκειται γιά ἐπακριβή μεταφορά τῶν ἴδιων τῶν λόγων τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐπιτάσσει νά ἀγαπᾶμε τόν πλησίον μας μέχρι βαθμοῦ θυσίας, δηλαδή ὅπως μᾶς ἀγάπησε Ἐκεῖνος. «Αὕτη ἐστίν ἡ ἐντολή ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδείς ἔχει, ἵνα τις τήν ψυχήν αὐτοῦ θῇ ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ». Ὁ χριστιανός: ἡ «παράδοξη» ὕπαρξη πού καθιστᾶ ἐνεργή καί παρούσα τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καλύτερα: διαιωνίζει «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» τόν ἴδιο τόν Χριστό.   

3. «Μήν τόν μισήσεις αὐτόν· μίσησε τά πάθη πού τόν πολεμοῦν».

Τό ἐρώτημα βεβαίως πού τίθεται μέ τά παραπάνω εἶναι κλασικό καί χιλιοειπωμένο: πῶς μπορῶ νά ἀγαπῶ τόν ἄλλον, ἔστω καί τόν χριστιανό ἀδελφό, ὅταν βλέπω πάνω του νά παίζει ὁ διάβολος, ὅταν βλέπω τά ἐπαίσχυντα πάθη νά ἁλωνίζουν στήν ὕπαρξή του; Καί ἡ ἀπάντηση βεβαίως πού δίνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἀναπαράγουν ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἐξίσου κλασική καί χιλιοειπωμένη, ἀλλά σπανίως ἐφαρμοζομένη: πέραν τοῦ γεγονότος ὅτι τό νά ἐπισημαίνει κανείς τά πάθη στόν ἄλλον ἄνθρωπο σημαίνει ὅτι τά ἔχει καί ὁ ἴδιος – βλέπουμε στόν ἄλλον ὅ,τι ἐμεῖς ἔχουμε μέσα μας,  (τό ὑπονοεῖ καί ὁ ἅγιος Συμεών λέγοντας ὅτι εἴμαστε ὅλοι «τό ἴδιο ὑλικό») – καλούμαστε νά κάνουμε τή διάκριση μεταξύ τοῦ πάθους ἑνός ἀνθρώπου καί τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου στήν καλή καί φυσική του κατάσταση· μεταξύ τῆς κακίας του καί τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ μέσα του. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στή γυναίκα πού συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρω μοιχευομένη, ἀλλά τή γλίτωσε ἀπό τόν λιθοβολισμό τῶν συμπατριωτῶν της μέ τήν ὑπενθύμιση «ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος τόν λίθον βαλέτω», εἶπε ὅτι «οὐδέ ἐγώ σέ κατακρίνω, ἀλλ’ ὕπαγε καί ἀπό τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε». Δέν τήν κατέκρινε ὡς ἄνθρωπο, ὡς πρόσωπο, ἀλλά κατεδίκασε τήν πράξη της λέγοντας ὅτι αὐτό πού κάνει εἶναι ἁμαρτία. Τό ἴδιο καλεῖται νά κάνει καί ὁ κάθε πιστός, ὅπως μᾶς τό λέει καί ὁ ἅγιος στό ὑπόψη κείμενο: «μή μισήσεις αὐτόν πού ἐνοχλεῖται ἀπό τά πάθη· μίσησε τά πάθη πού τόν πολεμοῦν»· ὅπως τό λέει παρομοίως καί γιά τόν αἱρετικό ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: «μή μισήσεις τόν αἱρετικό, ἀλλά τήν αἵρεσή του».   

4. «Τό μυστικό τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό…».

Ὁ ὅσιος Πορφύριος συμπληρώνει αὐτό πού ἔχει τονίσει καί ἀλλοῦ βεβαίως ὁ ἅγιος Συμεών καί ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας καί πού τονίζει ἔντονα ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Ποιό; Δέν μπορεῖς νά λές ὅτι ἀγαπᾶς τόν Θεό ἔξω ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο. «Ὁ γάρ μή ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν αὐτοῦ, ὅν ἑώρακε, τόν Θεόν, ὅν οὐχ ἑώρακε, πῶς δύναται ἀγαπᾶν;» Ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης δηλαδή πρός Ἐκεῖνον εἶναι ἡ ἀγάπη πρός αὐτόν πού εἶναι ἴδιος μ’ ἐσένα. Ἡ ἀγάπη ἔτσι εἶναι μία ἀλλά μέ διπλή ταυτόχρονη κατεύθυνση: πρός τόν Θεό καί τόν ἄλλον ἄνθρωπο. Ἡ μία ἀπό τίς δύο ἄν δέν ὑφίσταται, δέν ὑφίσταται βεβαίως καί ἡ ἄλλη. Καί μάλιστα προτεραιότητα ἔχει ἡ ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπο. Γιατί; Διότι τόν βλέπεις καί μέ τά σωματικά σου μάτια. Ἡ παρουσία του κοντά σου εἶναι πιό ἰσχυρή ἀπ’ ὅ,τι ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ. Τόν ἕναν, τόν ἄνθρωπο, μπορεῖς νά τόν ψηλαφήσεις, νά τόν παρατηρήσεις, νά τόν δεῖς καί νά τόν ἀκούσεις· τόν ἄλλον, τόν ἴδιο τόν Θεό, ἐνῶ ὑφίσταται καί ἀποτελεῖ τήν ὑπόθεση τοῦ σύμπαντος κόσμου, ἐνῶ εἶναι ὁ Δημιουργός σου, ὁ Προνοητής σου καί ὁ Κυβερνήτης σου, ὁ ἴδιος ὁ Κριτής σου, δέν τόν βλέπεις παρά μόνο μέ τά μάτια τῆς πίστεως.  Ὁπότε μετρᾶμε τήν πρός τόν Θεό ἀγάπη μας ὄχι ἀπό τά λόγια πού λέμε γι’ Αὐτόν, ὄχι πιθανόν ἀπό τίς προσευχές πού Τοῦ ἀπευθύνουμε, ἀλλά ἀπό τό ποσόν καί τό ποιόν τῆς ἀγάπης μας πρός τόν συνάνθρωπό μας. Εἶναι ἡ ἀγάπη μας αὐτή, κατά τόν ὅσιο Γέροντα μάλιστα, «ἡ προετοιμασία μας γιά νά ἀγαπήσουμε περισσότερο τόν Θεό». Σάν τό ἐφαλτήριο πού πατάει κανείς γιά νά ἐκτοξευτεῖ ψηλά. Πατᾶς καί πετᾶς. Τό ἴδιο καί μέ τόν Θεό: ἀγαπᾶς τόν συνάνθρωπο, ὁδηγεῖσαι πρός τόν Θεό.
Ἀτόφιος ἁγιογραφικός λόγος χωρίς περιστροφές. Τό πεντόσταγμα πού λένε τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ὁ ὅσιος Πορφύριος ζοῦσε τή διπλή ἀγάπη, ἀπ’ αὐτήν ἅγιασε, αὐτήν μᾶς ὑπενθυμίζει καί μᾶς προσφέρει.