Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2020

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΜΜΟΥΝ Ο ΤΗΣ ΝΙΤΡΙΑΣ

«Ἀμμοῦν πατρός κατεῖδε Νιτρία τρία, Κόσμου φυγήν, ἄσκησιν, ἔξοδον βίου» (στίχος συναξαρίου)

(Η πόλη της Νιτρίας είδε καλά από τον πατέρα της Αμμούν αυτά τα τρία: τη φυγή από τον κόσμο, την άσκηση, την έξοδο από τον βίο).

Α. «Ο όσιος Αμμούν (τέλος 3ου-μέσα 4ου  μ.Χ. αι.) ήταν κατά το γένος Αιγύπτιος, κι όταν ορφάνεψε με τον θάνατο των γονιών του, αναγκάσθηκε από τον θείο του να οδηγηθεί σε γάμο. Όντως νυμφεύθηκε, αλλά συμφώνησε με τη γυναίκα του να φυλάξουν παρθενία. Δούλευε πάντοτε στον Βαλσαμώνα (δηλαδή στον κήπο που είχε το εκλεκτό χόρτο που ονομαζόταν βάλσαμος), έργο που του προξενούσε πολλούς κόπους και μόχθους. Ύστερα από δεκαοκτώ χρόνια ανεχώρησε από εκεί και πήγε στον μέγα Αντώνιο, ο οποίος τον θαύμασε για την ενάρετη πολιτεία του. Ο Αμμούν έγινε παράδειγμα που ωφελούσε πολλούς όχι μόνον εξαιτίας της αρετής και του θεοφιλούς βίου του, αλλά και λόγω των πολλών θαυμάτων που έκανε. Τη μακάρια ψυχή αυτού του αγίου είδε ο μέγας Αντώνιος να αναφέρεται στους ουρανούς από αγίους αγγέλους».

Β. (Στα Αποφθέγματα Γερόντων καταγράφονται τρία περιστατικά με το όνομά του.

1. Ο αββάς Αμμούν ο Νιτριώτης επισκέφτηκε τον αββά Αντώνιο και του λέγει: «Εγώ καταβάλλω περισσότερο κόπο από εσένα και πώς το όνομά σου δοξάστηκε από τους ανθρώπους παραπάνω από το δικό μου;» Του λέγει ο αββάς Αντώνιος: «Επειδή εγώ αγαπώ τον Θεό περισσότερο από σένα».

2. Έλεγαν για τον αββά Αμμούν ότι έζησε σε μετρητή κριθαριού δύο μήνες. Ο ίδιος επισκέφθηκε τον αββά Ποιμένα και του λέγει: «Εάν πάω στο κελλί του αδελφού ή αυτός με επισκεφθεί για κάποια ανάγκη, φοβόμαστε να μιλήσουμε μεταξύ μας, μη τυχόν και ανακύψει ξένη (αργόλογη) ομιλία. Του απαντά ο Γέρων: «Καλά κάνεις. Γιατί η νεότητα χρειάζεται φυλακή (προσοχή). Του λέγει ο αββάς Αμμούν: «Οι Γέροντες λοιπόν τι έκαναν;» Και του είπε: «Οι Γέροντες επειδή είχαν προκόψει πνευματικά δεν είχαν μέσα  τους κάτι άλλο ή κάτι ξένο στο στόμα για να το πουν». «Αν λοιπόν υπάρξει ανάγκη», λέει ο Αμμούν, «να μιλήσω με τον αδελφό, θέλεις να μιλήσω από τις Γραφές ἤ από τους λόγους των Γερόντων;» Του λέει ο Γέρων: «Αν δεν μπορείς να κρατάς σιωπή, είναι καλύτερο να μιλάς από τα λόγια των Γερόντων και όχι από τη Γραφή. Διότι υπάρχει κίνδυνος όχι μικρός».

3. Αδελφός ήλθε από τη Σκήτη προς τον αββά Αμμούν και του λέγει: «Με στέλνει ο (πνευματικός) πατέρας μου σε διακονία και φοβάμαι την πορνεία». Του λέγει ο Γέρων: «Όποια ώρα σου έλθει ο πειρασμός, να λες∙ Θεέ των δυνάμεων, με τις ευχές του πατέρα μου σώσε με».

Κάποια ημέρα λοιπόν από αυτές, μία παρθένος έκλεισε τη θύρα εμπρός του. Κι αυτός φώναξε με μεγάλη φωνή και είπε: «Θεέ του πατέρα μου, σώσε με». Κι αμέσως βρέθηκε στην οδό που οδηγούσε στη Σκήτη).

Γ. Αγαπημένος αββάς του Γεροντικού ο όσιος Αμμούν, σχετίστηκε όχι μόνο με τον άγιο μέγα Αντώνιο, αλλά και με την ίδρυση των λεγομένων Κελλίων της Νιτρίας, ασκηταριών μεμονωμένων δηλαδή, σχετικά κοντά στην περιοχή που ασκήτεψε ο όσιος Αμμούν. Αναφέρεται μάλιστα από την ασκητική παράδοση ότι τον συγκεκριμένο τόπο των ερημικών αυτών κελλίων καθόρισε (για αδελφούς που επιθυμούσαν να ασκητέψουν μαζί με τον αββά Αμμούν) ο όσιος μαζί με τον μέγα Αντώνιο.

Ένα από τα παραπάνω περιστατικά των Αποφθεγμάτων θα σχολιάσουμε δι’ ολίγων, με την πεποίθηση ότι ερχόμαστε σ’ επαφή όχι μόνο με το αγιασμένο πνεύμα του αββά Αμμούν, αλλά και με αυτό του μεγάλου οσίου, πατέρα του αναχωρητικού βίου, Αντωνίου – αγίου που σφράγισε όλη τη ζωή εξεχουσών προσωπικοτήτων της Ιστορίας, όπως του αγίου Αθανασίου, του αγίου Αυγουστίνου και πλήθους άλλων, παλαιοτέρων και νεωτέρων.

«Ο αββάς Αμμούν ο Νιτριώτης επισκέφτηκε τον αββά Αντώνιο και του λέγει: «Εγώ καταβάλλω περισσότερο κόπο από εσένα και πώς το όνομά σου δοξάστηκε από τους ανθρώπους παραπάνω από το δικό μου;» Του λέγει ο αββάς Αντώνιος: «Επειδή εγώ αγαπώ τον Θεό περισσότερο από σένα».

(α) Είναι ευνόητο καταρχάς ότι η ερώτηση του αββά Αμμούν προς τον άγιο Αντώνιο δεν υποκρύπτει έναν «πληγωμένο» εγωισμό, όπως ίσως ένας αμύητος στην πίστη θα ισχυριζόταν. Η επιδίωξη της δόξας των ανθρώπων θεωρείται από τους αγίους μας, και μάλιστα τους αββάδες τους παλαιούς που είχαν φθάσει σε δυσθεώρητα ύψη αγιότητας, ό,τι χειρότερο μπορεί να τους συμβεί, διότι πηγάζει από τη δαιμονική υπερηφάνεια, αυτήν που έριξε από τους ουρανούς και τον ίδιο τον αρχάγγελο Εωσφόρο. Είναι πάγια θέση των οσίων αυτών του Γεροντικού, και διαχρονικά βεβαίως όλων των αγίων, ότι και όλες τις αρετές να αποκτήσει κανείς, αν αφήσει μέσα στην καρδιά του και ίχνος και υποψία κενόδοξης και υπερήφανης διάθεσης, δεν έχει καταφέρει τίποτε∙ και όχι μόνο δεν έχει καταφέρει τίποτε, αλλά το αντίθετο: έχει εισέλθει στην οδόν της απώλειας,  αφού διαγράφει έτσι και φυγαδεύει από τη ζωή του Κύριο τον Θεό του. Ο Θεός μας είναι αγάπη και ταπείνωση - διαλαλεί διαρκώς η Γραφή - συνεπώς μόνο στο έδαφος αυτών των αρετών βρίσκει κανείς Εκείνον, ενώ όπου αναπτύσσεται ο εγωισμός και η αποκορύφωσή του, η υπερηφάνεια, εκεί υπάρχει μόνον η δαιμονική παρουσία και η ταραχή που δημιουργείται από αυτήν. Ο ίδιος ο Κύριος θεώρησε ότι η επιδίωξη αυτή αποτελεί άρνηση και ακύρωση της πίστης προς τον Θεό – ο διώκτης της ανθρώπινης δόξας δεν μπορεί να πιστέψει σ’ Αυτόν! «Πώς μπορείτε να πιστεύετε, την ώρα που αποδέχεστε τη δόξα των ανθρώπων  και δεν επιζητείτε τη δόξα του Θεού

Ο αββάς Αμμούν λοιπόν με την ταπεινή και αγιασμένη ζωή δεν κινείται από τέτοιο πάθος. Απλώς χρησιμοποιεί τη μέθοδο που έχουν υποδείξει οι άγιοί μας, κατεξοχήν δε ο Δάσκαλός του άγιος Αντώνιος∙  δηλαδή για να μπορέσουν να δρέψουν λίγο από τα άνθη αγιότητας ενός πνευματικού Πατέρα οι θεωρούμενοι κοντινοί ή μακρινοί μαθητές του πρέπει να τον... προκαλέσουν∙ να τον ρωτήσουν∙ να τον... στριμώξουν!  Γιατί; Διότι ο ταπεινός άγιος δεν αποκαλύπτει τίποτε από τη ζωή του. Το αντίθετο: συνήθως την αποκρύπτει, σε βαθμό που ορισμένοι από αυτούς παρουσίαζαν εικόνα «σαλού», για να μην περιπέσουν στον πειρασμό της κενοδοξίας. Θυμόμαστε για παράδειγμα ότι ο μέγας αββάς του Γεροντικού όσιος Μακάριος απέφευγε κάθε άνθρωπο που ερχόταν σ’ αυτόν ως να έρχεται σε άγιο, ενώ αμέσως αποδεχόταν με αγάπη και με ευγνωμοσύνη οποιονδήποτε που του έλεγε λόγια... προσβλητικά!

Αυτό δίδασκε και έλεγε και ο άγιος Αντώνιος λοιπόν. Μας λέει η παράδοση περί αυτού ότι σε συναναστροφές με άλλους, ακόμη και καλογέρους, είχε ακριβώς αυτήν την τακτική: να λέει έναν λόγο όχι πολύ καθαρό, για να δώσει μόνον το έναυσμα. Αν κάποιος είχε πράγματι επιθυμία για σοβαρή συζήτηση, τον ρωτούσε να δώσει περισσότερες εξηγήσεις, οπότε συνέχιζε ο άγιος, γιατί έβλεπε αληθινό ενδιαφέρον – «τῷ αἰτοῦντί σε δίδου»! Αυτό δεν ήταν άλλωστε η τακτική και του ίδιου του Κυρίου Ιησού; Πολλές από τις παραβολές Του ή και κάποια λόγια Του τα έλεγε όχι προς αποκάλυψη, αλλά προς... κάλυψη, προς συσκότιση. Κι έπρεπε οι μαθητές Του να Τον ρωτήσουν, για να αρχίσει τις εξηγήσεις, όσο επέτρεπε βέβαια το πνευματικό τους επίπεδο – υπήρχαν στιγμές που άφηνε να αιωρούνται τα λόγια Του δίχως εξήγηση, παραπέμποντας στην εποχή μετά την αγία Πεντηκοστή, την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος.

Κι αυτήν την τακτική την επισημαίνουμε και στα μετέπειτα χρόνια, μέχρι την εποχή μας, όπως το αποκαλύπτει και από τη ζωή του οσίου Σιλουανού του Αθωνίτη ο μαθητής και υποτακτικός του όσιος Σωφρόνιος (Σαχάρωφ). Γιατί τι μας λέει ο Γέρων Σωφρόνιος; Ότι ο Γέροντάς του (όσιος) Σιλουανός όπου έβλεπε ότι υπήρχε άνθρωπος που δεν έπαιρνε στα σοβαρά τα λόγια του, δεν έλεγε απολύτως τίποτε. Σιωπούσε. Λοιπόν, για να επανέλθουμε: ο αββάς Αμμούν, μαθητής του αγίου Αντωνίου, με γνώση της τακτικής του Γέροντά του, τον προκαλεί. Ακριβώς για να αποκαλυφθεί η μεγάλη και αγία ψυχή του Αντωνίου. Να αποκαλύψει τα μυστικά της καρδιάς του. Και πράγματι, το καταφέρνει! Η απάντηση του Αντωνίου αποτελεί έναν θησαυρό της Πατερικής Γραμματείας – προεκτείνει εμπειρικά τον λόγο της ίδιας της αγίας Γραφής και της Αποστολικής παράδοσης. «Αγαπώ τον Θεό περισσότερο από εσένα».

(β) Να λοιπόν η απάντηση του αγίου Αντωνίου που συνιστά κριτήριο για την όλη πνευματική ζωή: εκείνο που προσδιορίζει τη χριστιανικότητα κάποιου είναι - για να θυμηθούμε από τους νεωτέρους και  τον όσιο Πορφύριο ή ακόμη και την αγία Γερόντισσα Γαβριηλία (Παπαγιάννη) - όχι οι ασκητικές προσπάθειες, όχι το τεράστιο ίσως κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο, όχι η ιεραποστολική δράση μέχρι βαθμού θυσίας, αλλά «το ποσόν και το ποιόν της αγάπης προς τον Θεό»! Που σημαίνει: αν ποιητικό αίτιο και της όποιας σκληρής άσκησης και του όποιου φιλανθρωπικού  και ιεραποστολικού έργου  δεν είναι η αγάπη προς τον Θεό, τότε ολίγη ή μηδαμινή σημασία έχει. Ο Κύριος, ήδη από την Παλαιά Διαθήκη, το τονίζει καθ’ υπερβολήν: «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου, ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος». Για να συμπληρώσει: «καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Δηλαδή η αγάπη προς τον συνάνθρωπο θεωρείται έκφραση και συνέχεια της αγάπης προς τον Θεό. Λοιπόν ο άγιος Αντώνιος τονίζει αυτό που θεωρείται το καίριο και το βασικότερο στην πνευματική χριστιανική ζωή. Είναι συγκλονιστικό και προκαλεί φόβο μάλιστα αυτό που σημειώνει και ο απόστολος Παύλος στον ύμνο της αγάπης στην Α΄ Κορ.: «Καί ἐάν ψωμίσω πάντα τά ὑπάρχοντά μου και ἐάν παραδῶ τό σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δέ μή ἔχω, οὐδέν ὠφελοῦμαι»! Να δίνεις τα πάντα για τον άλλο, να θυσιάζεσαι για τον Θεό, να δίνεις και τη ζωή σου ακόμη, και η προσφορά και η θυσία αυτή να θεωρούνται ανώφελες! Τι τραγικότερο;

(γ) Και βεβαίως δίνοντας την απάντηση αυτή ο άγιος Αντώνιος επισημαίνει όχι μόνο τη βάση των πάντων, την αγάπη, μα παράλληλα και τη διαβάθμιση που υπάρχει σ’ αυτήν: αγαπάει κανείς τον Θεό (συνεπώς και τον συνάνθρωπό του και τα πάντα), αλλά υπάρχει άλλος που μπορεί να Τον αγαπάει περισσότερο, κι άλλος ακόμη πιο πολύ κ.ο.κ. – ό,τι επίσης απεκάλυψε ο Κύριος και στις παραβολές των ταλάντων και του καλού σπορέως. «Αλλού καρποφορεί τριάντα, αλλού εξήντα, αλλού εκατό». Υπάρχει λοιπόν διαβάθμιση και στην αγιότητα. Για παράδειγμα, όπως έλεγε και ο άγιος Σιλουανός, το να φοβάται κανείς τον Θεό λόγω της τιμωρίας του αν δεν Τον υπακούσει, ευρισκόμενος συνεπώς στο επίπεδο του δούλου, είναι το πρώτο σκαλοπάτι της αγάπης. Ανεβαίνει επίπεδο,  καθώς περιμένει τις «αμοιβές» του Παραδείσου, για να φτάσει στο «ατέλεστο» στάδιο τελειότητας, όπου ό,τι κάνει το κάνει από αγάπη καθαρή προς τον Θεό, σαν το παιδί που αγαπάει τον Πατέρα του.

(δ) Και βεβαίως και πάλι σημειώνουμε ότι η απάντηση του αγίου Αντωνίου στηρίζεται στην ίδια την Αγία Γραφή, όπως άλλωστε το σημείωνε εξίσου στον κάθε λόγο του: «Ό,τι σκέπτεστε και κάνετε, να το στηρίζετε στην Αγία Γραφή». Τον λόγο του Χριστού και των αγίων Αποστόλων και των προγενεστέρων Πατέρων από τον ίδιο φανέρωνε ο μέγας Γέρων, έχοντας βεβαίως υπόψιν και το αποτέλεσμα: ότι η αγάπη προς τον Θεό βιούμενη από τον πιστό, τον οδηγεί εκεί που υποσχέθηκε ο Κύριος: σε κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό – ο πιστός γίνεται ένα με τον Θεό του, έχοντας ένοικο και σύνοικο και σπίτι και νυμφίο και τροφή και ρίζα και ένδυμα και Πατέρα και Μητέρα και αδελφό και αδελφή και οτιδήποτε άλλο, τον Ίδιο. Ο αγαπών τον Θεό γίνεται ένας άλλος Θεός επί της γης...