Είπε ο Γέρων Ανανίας: «Ο δεύτερος
Εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς λέει σ’ ένα ποίημά του: αν αστοχήσομε, αν
ξεχάσομε την πατρίδα και την πίστη «θα μας δικάσουν οι νεκροί και οι
αγέννητοι». Αυτοί που θα ’ρθουν. Οι νεκροί έπεσαν υπέρ πίστεως και πατρίδος και
μας παρέδωκαν αυτή την πατρίδα ελεύθερη και μπορούμε να τελούμε τα της
θρησκείας μας ακωλύτως. Με ελευθερία, τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Και αυτό είναι
σημαντικό. Και έτσι μπορούμε να μνημονεύομε και εκείνους, να τους ευγνωμονούμε
για τη θυσία και την προσφορά τους, να παρακαλούμε για την ανάπαυση της ψυχής
των και προ παντός να εμπνεόμεθα από το υπέροχό τους παράδειγμα και να
προβαίνομε κι εμείς σε πράξεις γενναίες και μεγάλες και ηρωικές. Τότε αξίζει
κανείς να ζει. Τότε αξίζει κανείς να αισθάνεται. Τότε αξίζει κανείς να λέγεται
άνθρωπος και μάλιστα Χριστιανός, και μάλιστα Έλλην Χριστιανός» (Λόγοι για
τους ήρωες του 1821).
Ο μακαριστός Γέροντας, ο σοφός και βαθύνους Πατέρας, μας προσγειώνει για
μία ακόμη φορά σε ό,τι κατά την πίστη μας θεωρείται πρώτο και μεγάλο. Ποιο
είναι αυτό; «Να προβαίνομε σε πράξεις
γενναίες και μεγάλες και ηρωικές»˙ με έμπνευση από τους σπουδαίους
προγόνους μας, των οποίων το υπέροχο παράδειγμα πρέπει να ακολουθούμε. Τι
έκαναν αυτοί και θεωρούνται πρότυπα; «Έπεσαν
υπέρ πίστεως και πατρίδος». Με σκοπό να έχουμε μία πατρίδα ελεύθερη, ώστε
να «μπορούμε να τελούμε τα της θρησκείας
ακωλύτως» - αυτό δεν κήρυσσε και ο άγιος πατρο-Κοσμάς ο Αιτωλός, ο μεγάλος
διδάχος του Γένους; Ποιους έχει επομένως υπ’ όψιν του ο Γέρων Ανανίας; Ασφαλώς
τους ήρωες του 1821 και κατ’ επέκταση τους
ήρωες του 1940. Διότι αυτοί αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο να χαθούν τα ιερά και
τα όσια του Γένους μας, σε έξαρση ευρισκόμενοι θρησκευτική και εθνική,
αποφάσισαν τον θάνατό τους για να παραμείνει «το αλωνάκι» αυτό της γης ελεύθερο. Γιατί ήταν τ’ άγιο θέλημα του
Θεού: «ο Θεός έβαλε την υπογραφή του για
την ελευθερία μας και δεν την παίρνει πίσω» όπως προφητικά είπε ο Γέρος του
Μοριά Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Στην πραγματικότητα βεβαίως οι ήρωες αυτοί – και πρώτοι τέτοιοι ήρωες για
τον μακαριστό π. Ανανία ήταν οι νεομάρτυρες άγιοι -δεν έκαναν τίποτε άλλο από
το να πατήσουν πάνω στα χνάρια του Πρώτου Μάρτυρα της πίστεως, Κυρίου Ιησού
Χριστού του ενανθρωπήσαντος Θεού μας, στα χνάρια των αγίων Αποστόλων Του, στα
χνάρια όλων των αγίων μαρτύρων και οσίων της πίστεώς μας. Διότι τι ήρθε να
φέρει ο Χριστός και οι μάρτυρές Του άγιοι; Την ελευθερία μας από τη δουλεία της
αμαρτίας και του Πονηρού διαβόλου και του θανάτου. Η ελευθερία είναι η
φυσιολογία της ανθρώπινης ύπαρξης, ελεύθερους μας έπλασε ο Θεός και την αμαρτία
ως υποδούλωση του ανθρώπου σε ξένα στοιχεία από τη φύση του ήλθε ακριβώς να
καταργήσει ο αρχηγός της πίστεώς μας. «Τη
ελευθερία η Χριστός ημάς ηλευθέρωσε, στήκετε και μη πάλιν ζυγώ δουλείας
ενέχεσθε» (απ. Παύλος). Είμαστε δηλαδή με τον Θεό; Είμαστε ελεύθεροι.
Χάνουμε τον Θεό; Χάνουμε και την ελευθερία μας – έστω κι αν υφίσταται η
εξωτερική ελευθερία.
Γι’ αυτό και η σύζευξη των δύο, της πίστεως και της ελευθερίας της
πατρίδας, (ποτέ μόνη η ελευθερία της πατρίδας), θεωρείτο δεδομένη για τον π.
Ανανία και αυτό έβλεπε στα πρόσωπα των αγωνιστών του Έθνους και του Γένους μας.
Σε κάθε ομιλία του, «ευκαίρως, ακαίρως»
αυτό εξήγγελλε! Κι εκεί ακόμη που νόμιζες πως «ξεφεύγει», πως λέει κάτι έξω από
τη «λογική» σειρά του λόγου του, εκείνος, με την παρεμβολή των ηρώων κυρίως του
1821, είχε τον σκοπό του. Διότι το αδιάκοπα από αυτόν ζητούμενο ήταν η ζωντανή
σχέση με τον Κύριο και Θεό μας και τη σχέση αυτή έβλεπε να πραγματοποιούν αν
όχι όλοι, τουλάχιστον όμως οι περισσότεροι και πιο προβεβλημένοι μεγάλοι ήρωες.
Το βλέπουμε στη μεγάλη αγάπη του, τον Θεόδωρο (Θοδωράκη) Κολοκοτρώνη. Το
βλέπουμε στον άγιο, όπως επανελάμβανε, πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδος, Ιωάννη
Καποδίστρια, στον Παπαφλέσσα, τον Αθανάσιο Διάκο, τον Μάρκο Μπότσαρη, τον
Γεώργιο Καραϊσκάκη – το άδολο της ψυχής τους μέσα στον οραματισμό της
ελευθερίας του Γένους τους «έσβηνε» κατ’ αυτόν και κάθε ίσως αμαρτία τους!
Και ποιος μπορεί να αμφισβητήσει την πίστη αυτώνστον Χριστό; Ιδίως ο
Κολοκοτρώνης, κατά τον μεγάλο Γέροντα, «είναι
ο αντιπροσωπευτικός τύπος του Έλληνα… Γι’ αυτό έκανε υπομονή με τους Έλληνες.
Και μ’ αυτούς ακόμη που δεν τον ήθελαν. Και με όλους τους Έλληνες έκανε ο
Κολοκοτρώνης υπομονή μεγάλη και επέδειξε ανεξικακία παραδειγματική. Είχε στην
ψυχή του την πίστη στον Χριστό μας. Στον “αφέντη τον Χριστό”, όπως τον έλεγε.
Για τον Κολοκοτρώνη ο Χριστός μας, όπως και για όλους μας, είναι το παν. Κι
Εκείνος τον στήριξε στις δύσκολες ώρες». Κι αλλού: «Είχε πίστη ο Θοδωράκης. Και στα βουνά, που τον εγκατέλειψαν όλοι οι
συναγωνιστές του, λέει: “Ήμουνα μόνος στα βουνά με τον Θεό”. Κι όταν άρχισε η
Επανάσταση, έκοψε από ένα δέντρο δυο κλαριά και τα έφτιαξε σταυρό. Και είπε:
“Τα πρωτεία στον Σταυρό” και “Δόξα στους εσταυρωμένους όλων των αιώνων”. Κι
όταν μάζευε συντρόφους για την Επανάσταση, τι τους είπε; Δυο κουβέντες. “Όσοι
αγαπάτε τον Θεό και την πατρίδα, ελάτε κοντά μου, να την ελευθερώσομε”. Αυτή
είν’ η υποθήκη του Κολοκοτρώνη».
Λοιπόν, επανερχόμαστε. Το πρώτιστο, για τον Γέροντα
Ανανία, αλλά και για τους ήρωες του Γένους, είναι η ζωντανή σχέση με τον
Χριστό. Αυτή καταξιώνει την ίδια τη ζωή και καθιστά τον άνθρωπο αληθινό
άνθρωπο, τον Έλληνα πραγματικό Έλληνα Χριστιανό. Χωρίς την αίσθηση αυτή η ζωή
είναι ένας… θάνατος και μία ανοησία! «Ζητείτε
πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και ταύτα πάντα (τα
ανθρώπινα)προστεθήσεταιυμίν» κατά τον
Κύριο. Κι ο Γέροντας προχωράει με βάση το απόλυτο αυτό κριτήριο: Χωρίς την
προτεραιότητα αυτή οι άνθρωποι, και δη οι Έλληνες, είμαστε υπόλογοι. Υπόλογοι
όχι μόνον έναντι του Θεού που μας δωρίζει το εκάστοτε παρόν, το «τώρα»
προκειμένου να Τον αναζητούμε και να Τον ζούμε – «έδωκα χρόνον ίνα μετανοήση ο άνθρωπος» - αλλά υπόλογοι και έναντι
των παρελθουσών γενεών και των επερχομένων. Ο λόγος του Κωστή Παλαμά μάλιστα,
για τον παππούλη, του δεύτερου εθνικού μας ποιητή αποδίδει με ακρίβεια την
πραγματικότητα αυτή. «Θα μας δικάσουν οι
νεκροί και οι αγέννητοι».
Τι υπόκειται στον μεγαλειώδη εμπνευσμένο αυτόν λόγο του Παλαμά, τον οποίο
υιοθετεί πλήρως και ο μεγάλος Ανανίας; Ότι οι άνθρωποι, εν προκειμένω οι
Έλληνες, είμαστε ενωμένοι μεταξύ μας. Όχι μόνον οι συγκαιρινοί αλλά και όλων
των εποχών. Διότι ανήκουμε στον Χριστό, που είναι «χθες και σήμερον ο Αυτός και εις τους αιώνας». Μέσα στον Χριστό
βρίσκονται όλοι οι άνθρωποι όλων των εποχών, οπότε και ο κάθε χριστιανός ως
μέλος Χριστού, ντυμένος Εκείνον, φέρει μέσα του σύνολη την ανθρωπότητα,
κατεξοχήν όμως τους ανθρώπους της δικής του πατρίδας – ο χριστιανός είναι ο
οικουμενικός άνθρωπος, πραγματικά και όχι «ιδεατά», και ο Έλληνας χριστιανός
είναι ο πανέλληνας που στην αγκαλιά του, προέκταση των απλωμένων χεριών του
Κυρίου, περικλείει διαχρονικά όλη την πατρίδα. Και δεν υπάρχει ασφαλώς εδώ ούτε
ίχνος «ρατσισμού», διότι στον Χριστό «ουκ
ένι Έλλην ή βάρβαρος, δούλος ή ελεύθερος, άρσεν ή θήλυ˙ πάντες γαρ υμείς εις
εστέ εν Χριστώ Ιησού», οπότε και η πίστη σ’ Αυτόν «κυλάει» ομαλά με τον
αληθινό πατριωτισμό.
Ποιο το συμπέρασμα; Αν δεν αγωνίζομαι να βρίσκομαι πάνω στην πίστη του
Χριστού, δηλαδή πάνω στις άγιες εντολές Του – «τις πράξεις τις γενναίες και μεγάλες και ηρωικές» που λέει ο
Γέροντας - σαν τυφλός δεν μπορώ και να εκτιμήσω ορθά τους αγώνες των
προγενεστέρων, να τους μνημονεύσω, να τους ευγνωμονήσω˙ δεν μπορώ με παρόμοια
υπευθυνότητα μ’ αυτούς να ετοιμάσω τόπο για τους επερχομένους. Η διαγραφή
δηλαδή της πίστεως στον Χριστό και στην Εκκλησία με καθιστά έναν ανεύθυνο
ατομιστή, που το μόνο που μετράει στη ζωή μου είναι το «φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν». Γι’ αυτό και η
διαρκής προβολή των μεγάλων και ηρωικών μορφών του Γένους, ιδίως του Εικοσιένα,
καθίσταται παραπάνω από επιτακτική. Είναι θέμα ζωής και θανάτου να
παραδειγματιζόμαστε από τους ένθεους αυτούς ανθρώπους, για να συνεχίζουμε να
ζούμε. Όχι να επιβιώνουμε, αλλά να ζούμε. Ως άνθρωποι. Όταν μάλιστα ξέρουμε
πολύ καλά αυτό που διαρκώς επανελάμβανε και ο μακαριστός Γέροντας: «Οι μεγάλοι της Γης έχουν σχέδια άνομα για
την πατρίδα μας». Διότι «η Νέα Τάξη
πραγμάτων φοβάται τους Έλληνες Ορθοδόξους. Τον Αναστάντα εκ νεκρών!»
Ευτυχώς όμως που κατά τον Μεγάλο Μακρυγιάννη, όσες φορές «έκαναν σχέδια, ο γερο-Θεός τούς τα χαλούσε» (Γέρων Ανανίας).
