Είπε ο Γέροντας Ανανίας για την προσευχή: «Μου έλεγε ο Γέροντας Πορφύριος: “Μην
κάθεσαι σπίτι σου κάθε φορά και διαβάζεις Ακολουθίες κτλ. με το ζόρι. Άμα
μπορείς, διάβασε. Μη ζορίζεις τον εαυτό σου. Κάνε την προσευχούλα σου”. Η
ακολουθία απαιτεί πλήρωμα. Απαιτεί κόσμο. Μερικοί κάθονται, διαβάζουν το
Απόδειπνο, και το διαβάζουν τόσο γρήγορα, που δεν καταλαβαίνουν ούτε οι ίδιοι
τι λένε. Το λένε: “Να πω το Απόδειπνο”. Δεν είναι να πεις το Απόδειπνο. Να
πεις: “Καληνύχτα, Χριστέ. Σε ευχαριστώ, Χριστέ”. Ή ένα Πάτερ ημών. Κι άμα το ξεχάσεις και στη μέση, δεν
πειράζει» (Γέρων Ανανίας Κουστένης, Λόγοι για τον άγιο Νεκτάριο, τόμος Δ΄).
Τι φαίνεται να είναι το ζητούμενο στην προσευχή για τον
μεγάλο όσιο Πορφύριο συμβουλεύοντας τον μακαριστό Γέροντα Ανανία και δι’ αυτού
όλους μας; Όχι να μην προσεύχεται με τα βιβλία της Εκκλησίας, αλλά να μη
«καταντά» η προσευχή του ένα «ζόρι». Και
πότε «ζορίζεται» από την προσευχή ο άνθρωπος; Όταν πιέζει τον εαυτό του να
κάνει το «περισσόν». Απευθύνεται βεβαίως στον άγιο πατέρα Ανανία ο όσιος, που γνωρίζει καλά ότι όχι μόνον ήταν
φιλακόλουθος – η τρυφή και η «τροφή» του ήταν να λειτουργεί και να επιτελεί τις
ακολουθίες της Εκκλησίας μας καθημερινά - αλλά φαίνεται ότι ξεπερνούσε κάποιες φορές τα
όρια. Ακόμα και στις περιπτώσεις που ήταν κατάκοιτος, που οι αρρώστιες του τον είχαν
«τσακίσει», εκείνος μη θέλοντας να αφήσει το «τυπικό» του συνέχιζε να επιτελεί
τις ακολουθίες. Γι’ αυτό και η προτροπή του: «Άμα μπορείς, διάβασε. Μη ζορίζεις
τον εαυτό σου». Οπότε, στην περίπτωση αυτή προβάλλονται δύο πράγματα: αφενός η
μέχρι θανάτου αγαπητική αναφορά στον Κύριο του Γέροντα Ανανία, αφετέρου η
τεράστια διάκριση του οσίου Πορφυρίου. «Μη ξεπερνάς τα όριά σου» ήταν σαν να
λέει ο όσιος στον Γέροντα. «Γιατί θα καταβληθείς και δεν θα μπορείς μετά να
επιτελείς τίποτε».
Και πράγματι. Είναι σαφής και πάγια η θέση αυτή των
διακριτικών αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, να μην προβαίνουμε δηλαδή σε
υπερβολές, γιατί οι υπερβολές είναι των δαιμόνων. Προτιμότερο είναι το λίγο,
αλλά σταθερό και καθημερινό, παρά το πολύ και υπερβολικό, το οποίο όμως σύντομα
θα το σταματήσουμε ελλείψει σωματικών δυνάμεων. Είναι κάτι παρεμφερές ίσως με
ό,τι συμβουλεύουν οι άγιοι και στο θέμα της νηστείας αλλά και στο θέμα της
μελέτης πνευματικών βιβλίων: Διακριτική νηστεία και διακριτική μελέτη αλλά συνεχής,
παρά παρατεταμένη και αναγκαστικά έπειτα μηδαμινή. Ο μακαριστός Γέρων Ανανίας
μάλιστα επισημαίνει στο θέμα της προσευχής και το αυτονόητο αρνητικό στοιχείο
και αδιάκοπα εμπειρικά επιβεβαιούμενο από πολλούς καλοπροαίρετους χριστιανούς:
Όταν κανείς λειτουργεί αδιάκριτα και υπό ψυχική πίεση, τότε θέλοντας να
επιτελέσει τα «τυπικά» χάνει την ουσία και τον σκοπό. Το παράδειγμα που φέρνει:
«Μερικοί κάθονται, διαβάζουν το
Απόδειπνο, και το διαβάζουν τόσο γρήγορα, που δεν καταλαβαίνουν ούτε οι ίδιοι
τι λένε». Και τι λένε οι Πατέρες επ’ αυτού; Αν εσύ που λες τις προσευχές
δεν τις ακούς, πώς θέλεις να τις ακούσει ο Θεός; «Προσεύχεσθε – σημειώνει ο
άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος στην Καινή Διαθήκη – αλλά δεν λαμβάνετε αυτά που
ζητάτε από τον Θεό, διότι κακώς αιτείσθε, κακώς προσεύχεσθε». Δεν είναι να
προσευχηθεί απλώς κανείς, αλλά το πώς θα προσευχηθεί. Κι ο Φαρισαίος της
γνωστής παραβολής προσευχήθηκε, αλλά όχι μόνον δεν δικαιώθηκε, αλλά κατακρίθηκε
από τον Κύριο.
Ποια η σωστή προϋπόθεση για τον όσιο Πορφύριο και τον
άγιο Γέροντα Ανανία της προσευχής; Να πηγάζει από καρδιά που αγαπά τον Κύριο
και στέκεται απέναντί Του με ευχαριστία και με ευγνωμοσύνη. Να υπάρχει η
αίσθηση της προσωπικής σχέσεως, του παιδιού έναντι του Πατέρα του. «Να πεις: καληνύχτα, Χριστέ˙ σ’ ευχαριστώ,
Χριστέ». Δεν είναι η αίσθηση αυτή της εμπιστοσύνης στον Χριστό, του
«αφήματος» στα χέρια Του, εκείνο που κατεξοχήν Τον συγκινεί και τον κινητοποιεί
με θερμή αγάπη απέναντί μας; Κι είναι σημαντική, νομίζουμε, η επισήμανση του
οσίου ότι αυτού του είδους η αναφορά στον Κύριο είναι «προσευχή». Διότι κάνει
τη διάκριση: άλλο η ακολουθία που απαιτεί κόσμο και πλήρωμα λαού και άλλο η
«προσευχούλα σου». Πολλές φορές δηλαδή, καταλαβαίνουμε, ότι το κράτημα του
«τυπικού» κατ’ ιδίαν και όχι εν Εκκλησία, χωρίς να έχουμε δυνάμεις και θέρμη
καρδίας, δεν αποτελεί προσευχή αποδεκτή από τον Κύριο – λειτουργεί ένας
Φαρισαϊσμός που είπαμε παραπάνω. Γι’ αυτό και ο Γέρων Ανανίας έκτοτε και με
απόλυτη επίγνωση, συγκαταβαίνοντας στην πραγματική αδυναμία των ανθρώπων, ιδίως
των αρρώστων ή των γερόντων ή των μητέρων με μικρά παιδιά, έλεγε «ελάτε στην
Εκκλησία έστω και αργά, έστω μισή ώρα, έστω ένα τέταρτο!» - εν αντιθέσει σε
ό,τι έλεγε προς κληρικούς για παράδειγμα, όταν για διαφόρους λόγους, όχι τόσο
σημαντικούς, απείχαν από τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας˙ εκεί γινόταν
αυστηρός!
Τι γενικότερο συμπέρασμα μπορούμε να βγάλουμε; Να
προσευχόμαστε όσο μπορούμε, και κατ’ ιδίαν, με τον εκκλησιαστικό τρόπο, με τα
βιβλία δηλαδή της Εκκλησίας μας. Αλλά να προηγείται μία ετοιμασία, έστω και
πολύ σύντομη: είτε διαβάζοντας κάτι πατερικό και πνευματικό που θα μας
εισαγάγει στην ατμόσφαιρα της καρδιακής προσευχής, που περικλείεται στα
θεόπνευστα λόγια των εκκλησιαστικών βιβλίων˙ είτε ξεκινώντας την προσευχή μας
με δικά μας λόγια, της καρδιάς μας που μας φέρνουν ενώπιους Ενωπίω Θεώ μας. Διαφορετικά
το ξεκίνημα του διαβάσματος ακολουθιών, εική και ως έτυχε όπως λέμε, θα
φαίνεται να λειτουργεί για εμάς εξωτερικά και «μακρινά», ως ένα «ζόρι» που θα
το ακούνε μεν τα αυτιά μας, σίγουρα όμως όχι η καρδιά μας. Άρα και όχι ο
Χριστός μας.
Με τα ίδια τα λόγια του μακαριστού Γέροντα: «Λεν οι Πατέρες, όταν αρχίζομε, μην αρχίζομε
με όλα αυτά τα τυπικά και τα αυτά. Να μιλήσομε στον Χριστό και να Του πούμε τι
έχομε. Να Τον μαλώσουμε; Να Τον μαλώσουμε. Να Τον ευχαριστήσουμε; Να Τον ευχαριστήσομε.
Να Του παραπονεθούμε; Να Του παραπονεθούμε. Βεβαίως! Γιατί έτσι κάνουμε επαφή, λέει ο άγιος
Ιωάννης της Κροστάνδης στην εν Χριστώ ζωή. Άγιος της Ρωσικής Ορθοδοξίας,
Ορθόδοξος δηλαδή, πατέρας και διδάσκαλος. Να κάνουμε επαφή! Κι άμα κάνεις μετά επαφή, παίρνεις και της Εκκλησίας
τα βιβλία και τα διαβάζεις».
