Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2020

ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ: ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΜΑΣ ΙΑΤΡΟΙ

Οι άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός της 1ης Νοεμβρίου, αλλά και οι ομώνυμοί τους  Ανάργυροι της 1ης Ιουλίου, χαρακτηρίζονταν, όπως δηλώνεται και από την επωνυμία τους, από το ανάργυρο της δράσεως και της βιοτής τους, παρείχαν δηλαδή τις υπηρεσίες τους στους συνανθρώπους τους δωρεάν και αμισθί. Αυτό σημαίνει ότι οι άγιοι υπήρξαν παντελώς αφιλάργυροι («κόψατε εντελώς τη νόσο της φιλαργυρίας» σημειώνει ο υμνογράφος), κι αυτό γιατί είχαν ανυψώσει τον νου τους υπέρ τα υλικά πράγματα («δείξατε τον νου σας υπέρτερο των υλικών και επιγείων»). Πώς γίνεται όμως αυτό; Πότε μπορεί κανείς και απεμπλέκεται από τα υλικά αγαθά με τα οποία οι άνθρωποι είμαστε συνδεδεμένοι; Μόνον όταν «εμπλέκεται» με κάτι ανώτερο και υψηλότερο. Κι αυτό δεν είναι άλλο, κατά τη χριστιανική πίστη,  από την αγάπη προς τον Θεό και Χριστό. Μόνον όποιος έχει ζωντανή σχέση με Εκείνον, μόνον όποιος Τον έχει ενεργούντα στην καρδιά του, μπορεί να υπερβεί τις εμπαθείς δεσμεύσεις της ύλης, να ξεπεράσει τα πάθη και τον εγωισμό του, συνεπώς να ζει με αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο -  δεν ξεχωρίζονται χριστιανικά οι δυο αυτές αγάπες. Η Εκκλησία μας το τονίζει ιδιαιτέρως: «Έχοντας τον Χριστό πάντοτε να ενεργεί στην καρδιά σας, άγιοι Ανάργυροι, θαυματουργείτε στον κόσμο, θεραπεύοντας τους ασθενείς».

Πολλοί ζητάνε μία παρόμοια στάση και από τους σημερινούς ιατρούς: να μην είναι φιλάργυροι, να μη ζητάνε υπέρογκα ποσά για την ιατρική τους βοήθεια, να μη ζητάνε «φακελάκι». Λογικό και νόμιμο αίτημα. Το υπέρογκο ποσό και το «φακελάκι» φανερώνουν ακριβώς «την νόσον της φιλαργυρίας», συνεπώς μία παθολογική κατάσταση που ακυρώνει τον κοινωνικό ρόλο της ιατρικής επιστήμης. Άλλο όμως η καταδίκη του κακού αυτού φαινομένου, όπου βεβαίως αυτό παρουσιάζεται - έχουμε ιατρούς οι οποίοι συχνά αρνούνται και τα «νόμιμα», ενώ η πανδημία της εποχής ανέδειξε πολλούς ιατρούς σε ιεραποστόλους και ήρωες κυριολεκτικά – και άλλο η άρνηση της αμοιβής τους για την παροχή των υπηρεσιών τους. Κι είναι ορισμένοι που ξεπερνούν τη λογική του πράγματος, θεωρώντας ότι όλοι οι ιατροί είναι σαν τους αγίους Αναργύρους. Αλλά εκείνοι δρούσαν και συμπεριφέρονταν μέσα στο πλαίσιο της χάρης του Θεού: «όχι με την ανθρώπινη τέχνη, αλλά με τη θεία χάρη γιατρεύετε τις αρρώστιες των ανθρώπων». Η ενοίκηση σ’ αυτούς της αγίας Τριάδος, ο ενεργών, όπως είπαμε, στην καρδιά τους Χριστός, ήταν εκείνο που τους έδινε τη δύναμη της υπέρβασης από οποιαδήποτε υλική δέσμευση. Χωρίς να αρνούμαστε και την ύπαρξη παρόμοιων χαρισματικών και σήμερα φαινομένων – η χάρη του Θεού συνεχίζει να δρα παντού – πρέπει να έχουμε τον νου να καταλαβαίνουμε ότι και οι ιατροί είναι εργαζόμενοι, οι οποίοι περιμένουν να ζήσουν από την άσκηση της εργασίας τους. Και μάλιστα αξιοπρεπώς.  

Η Εκκλησία μας όμως με την εορτή των αγίων Αναργύρων  μάς προσανατολίζει και πέραν της ιατρικής ανθρώπινης επιστήμης. Ενώ τονίζει, και μάλιστα με τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, την καταφυγή στους ιατρούς, όταν παρουσιάζεται στη ζωή μας πρόβλημα υγείας – είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε το ανθρώπινο πρωτίστως – μας ανοίγει παράλληλα και την αληθινά παρήγορη προοπτική της καταφυγής μας και στους «άλλους» μεγάλους ιατρούς, τους ίδιους τους αγίους μας, στην πραγματικότητα την καταφυγή μας σε Εκείνον που αρέσκεται να δρα μέσω των αγίων Του.  Οι άγιοί μας, κατεξοχήν οι άγιοι Ανάργυροι, Κοσμάς και Δαμιανός, χαριτώθηκαν από τον Θεό με το χάρισμα της ιατρείας των παθών των ψυχών και των σωμάτων. Και όσοι προσέρχονται στο ιατρείο τους, λαμβάνουν την ίαση, χωρίς να δώσουν απολύτως τίποτε. Διότι η χάρη είναι ακριβώς δωρεά. «Χωρίς χρήματα παρέχετε τις ιάσεις στους ασθενείς». Και το ακόμη πιο παρήγορο: η χάρη της δωρεάς της ίασης από αυτούς δεν εξαντλείται ποτέ. «Το ιατρείο σας είναι πηγή ανεξάντλητη. Κι όσο αντλεί κανείς από αυτήν, τόσο και αναβλύζει περισσότερο, κι όσο προσφέρεται τόσο και αυξάνει».  Σ’  αυτούς τους ιατρούς μπορούμε να καταφεύγουμε πάντοτε, οποιαδήποτε ώρα και στιγμή, γιατί ξέρουμε ότι εκτός από τη δύναμη που έχουν, έχουν και την αγάπη τους προς εμάς. Έχουμε την πηγή, μη μένουμε διψασμένοι.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ (2)

 


῾῎Ανθρωπός τις ἦν πλούσιος…εὐφραινόμενος καθ᾽ ἡμέραν λαμπρῶς᾽ (Λουκ. 16, 19)

 Πολλά τά θέματα πού θίγει ἡ παραβολή τοῦ πλουσίου καί τοῦ Λαζάρου, σπουδαιότερο τῶν ὁποίων ὁ τρόπος τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων στόν κόσμο τοῦτο. Διότι ἀπό τό πῶς ζεῖ κανείς ἐδῶ καθορίζεται  καί τό ἐκεῖ: ἡ μετέπειτα καί ἄλλη ζωή πού λέμε. Καί πιό συγκεκριμένα: ἄν κάποιος ζεῖ μόνο γιά τόν ἑαυτό του ἐδῶ, χωρίς κανένα ἐνδιαφέρον γιά τόν πλησίον του, τόν περιμένει ὁ αἰώνιος χωρισμός ἀπό τόν Θεό - ὅ,τι συνηθίζουμε νά ὀνομάζουμε κόλαση, κάτι πού τό βλέπουμε ἀνάγλυφα στό πρόσωπο τοῦ πλουσίου τῆς παραβολῆς.

 1. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἡ παραβολή μέ τήν ἔντονη ἀντίθεση τῶν δύο πρωταγωνιστῶν: τοῦ πλουσίου καί τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου, δέν κάνει καθόλου λόγο γιά κάποια ἰδιαίτερη κακότητα τοῦ πλουσίου ἀπέναντι στόν Λάζαρο: ὁ πλούσιος δέν φαίνεται νά βασανίζει τόν Λάζαρο οὔτε καί νά τοῦ συμπεριφέρεται μέ κάποια ξεχωριστή σκληρότητα. ῾Απλῶς ἡ ἐπιλογή τοῦ πλουσίου ἦταν νά κοιτάζει μόνον τόν ἑαυτό του, ἀδιαφορώντας γιά τόν πτωχό πού ἔκειτο μπροστά στή θύρα τοῦ σπιτιοῦ του. ῾Ο πλούσιος εὐφραινόταν ῾καθ᾽ ἡμέραν λαμπρῶς᾽.

Κι οὔτε πάλι φαίνεται ὅτι τά χρήματα καί τά λοιπά ἀγαθά του ὁ πλούσιος τά εἶχε ἀποκτήσει μέ κάποιον παράνομο ἤ ἄνομο τρόπο: ἀπό κλοπές ἴσως καί ἀδικίες. Πολύ πιθανόν ἦταν καρπός τῆς ἐργασίας του ἤ  ἀπό κάποια κληρονομιά.

2. ᾽Αλλ᾽ ἀκριβῶς αὐτό πού φαίνεται νά μή δημιουργεῖ πρόβλημα στόν πλούσιο: τά ἀγαθά καί τά χρήματά του, συνιστᾶ καί τήν κεντρική καί καίρια ἁμαρτία του: ὅ,τι ἐπίγειο ἀγαθό τό εἶχε μόνο γιά τόν ἑαυτό του. Ὁ ἀτομισμός καί ὁ ἐγωϊσμός λοιπόν ἦταν καί ἡ ἁμαρτία του, γι᾽ αὐτό καί ἡ καταδίκη του. Κι αὐτό γιατί ὁ Θεός δέν μᾶς ἔπλασε γιά νά κοιτᾶμε μόνο τόν ἑαυτό μας, κλεισμένοι στόν περίγυρο τοῦ ἐγώ μας. Μᾶς ἔπλασε κατ᾽ εἰκόνα ᾽Εκείνου ὁ ῾Οποῖος εἶναι ἀγάπη, συνεπῶς μᾶς ἔπλασε μέ προοπτική νά ἀγαπᾶμε καί νά βρίσκουμε τόν ἑαυτό μας στό ἄνοιγμα πρός Αὐτόν καί πρός τόν συνάνθρωπό μας. Ἡ ἁμαρτία λοιπόν τοῦ πλουσίου ἦταν ἀκριβῶς ὁ ἐγωϊσμός του ὡς ἔλλειψη ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπό του, καί μάλιστα αὐτόν πού βρισκόταν μπροστά στά μάτια του, πλήρης ἀδυναμιῶν καί ἀναγκῶν. ῎Ετσι ὁ πλούσιος μέ βάση τόν Νόμο τοῦ Θεοῦ ζοῦσε μία ζωή διαστροφῆς, ἀκολουθώντας λάθος πορεία καί δρόμο. Ἡ ζωή του θυμίζει τή συμπεριφορά τῶν προπατόρων μας ᾽Αδάμ καί Εὔας μετά τήν πτώση τους στήν ἁμαρτία. Γιατί ὅπως ἐκεῖνοι κατά τόν ῾ἔλεγχο᾽ τοῦ Θεοῦ κοίταξαν μόνο τόν ἑαυτό τους, ρίχνοντας τήν ἐνοχή ὁ ἕνας στόν ἄλλον, ἔτσι καί ὁ πλούσιος: μέ ἀποκλειστικό γνώμονα τό προσωπικό του συμφέρον ἀδιαφορεῖ πλήρως γιά τόν συνάνθρωπό του. Μπορεῖ νά μήν τόν κακομεταχειρίζεται, ἀλλά ἀπασχολημένος ὁλοκληρωτικά μέ τά ῾προβλήματά᾽ του τόν προσπερνᾶ ὡς ῾ἀόρατο᾽ σάν νά μήν ὑπάρχει.

3. ῎Ετσι δέν θά κριθοῦμε ἀπό τόν Θεό μόνο γιά τό τί κάναμε. Θά κριθοῦμε καί γιά τό τί μπορούσαμε νά κάνουμε καί δέν κάναμε. ῾Ο ἅγιος ᾽Ιάκωβος ὁ ἀδελφόθεος εἶναι σαφέστατος ἐπ᾽ αὐτοῦ: ῾Εἰδότι καλόν ποιεῖν καί μή ποιοῦντι ἁμαρτία αὐτῷ ἐστι᾽. ῾Αμαρτάνει ὄχι μόνον αὐτός πού δέν κάνει κάτι κακό, ἀλλά κι αὐτός πού γνωρίζει νά κάνει τό καλό καί δέν τό κάνει. Κι αὐτό γιά τόν λόγο πού ἀναφέραμε: πλασθήκαμε ἀπό τόν Θεό γιά νά ζοῦμε τή ζωή Του, δηλαδή νά ἀγαπᾶμε. Δέν εἶναι τυχαῖο τό πόσο ἐπιμένει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ στή βασική ἐντολή τοῦ Κυρίου: ῾ἀγαπᾶτε ἀλλήλους᾽. Συνεπῶς ἡ κρίση Του θά ἀναφέρετε στό πόσο ῾σπάσαμε᾽ τόν ἐγωϊσμό μας γιά νά συναντήσουμε τόν συνάνθρωπό μας. Ἡ παραβολή τῆς κρίσεως ἔρχεται καί δίνει ὡς καταπέλτης τήν καίρια ἀπάντηση: ῾᾽Εφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε᾽.

4. ῎Αν νιώθω λοιπόν ῾ἀναμάρτητος᾽ γιατί δέν κάνω κανένα κακό, ἐξωτερικό καί ἐπιφανειακό, στόν συνάνθρωπο, εἶμαι πλανεμένος στό ἔπακρο. ῾Η ἁμαρτία μας ἀποκαλύπτεται ἄν κρίνουμε τόν ἑαυτό μας μέ τόν νόμο τῆς ἀγάπης, δηλαδή ἄν στεκόμαστε ἀπέναντι στόν συνάνθρωπο μέ τόν τρόπο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Μέγας Βασίλειος γιά παράδειγμα θέλοντας νά ὁρίσει τήν κλεψιά μᾶς δίνει τίς τεράστιες διαστάσεις της: ῾κλέφτης δέν εἶναι μόνον αὐτός πού κλέβει κάτι ἀπό τόν συνάνθρωπό του, ἀλλά κι αὐτός πού δέν τοῦ δίνει αὐτά πού μπορεῖ᾽. Γιά νά καταλήξει: ῾῞Οσα φυλάγεις στίς ἀποθῆκες σου δέν εἶναι δικά σου, ἀλλά τοῦ πτωχοῦ πού τά ἔχει ἀνάγκη᾽. ῎Ετσι γνώμονας τοῦ χριστιανοῦ ἐν προκειμένῳ γίνεται τό λόγιο τοῦ ἀποστόλου Παύλου: ῾τό ἡμῶν περίσσευμα εἰς τό ἐκείνων ὑστέρημα᾽.

Πού θά πεῖ πιό πρακτικά: - μπορῶ νά ὠφελήσω τόν πλησίον μου μ᾽ ἕναν καλό λόγο; ῎Αν δέν τό κάνω, ἁμαρτάνω.

- μπορῶ νά τοῦ προσφέρω μία ἐκδούλευση ὅταν ἔχει ἀνάγκη; ῎Αν δέν τό κάνω, ἁμαρτάνω.

- μπορῶ νά τοῦ δώσω κάποια χρήματα ὅταν ἔχω τή δυνατότητα; ῎Αν δέν τό κάνω, ἁμαρτάνω.

- μπορῶ νά τόν ἀκούσω στόν πόνο του; ῎Αν δέν τό κάνω, ἁμαρτάνω.

- μπορῶ νά τοῦ συμπαρασταθῶ ὅταν μέ ἔχει ἀνάγκη; ῎Αν δέν τό κάνω, ἁμαρτάνω.

 ῾Η παραβολή τοῦ πλουσίου καί τοῦ Λαζάρου ἀποτελεῖ ἔλεγχο γιά ὅλους μας. Γιατί μᾶς θέτει σέ ἐνέργεια καί κινητοποίηση καί ἔξοδο ἀπό τό ἐγώ μας. Κι ἴσως μᾶς ἀνοίγει τά μάτια γιά νά δοῦμε τόν κόσμο μέ τόν τρόπο τῶν δύο πρωταγωνιστῶν της. Διότι ὅλος ὁ κόσμος μοιάζει πράγματι μέ τόν πλούσιο καί τόν Λάζαρο. Ὑπάρχουν οἱ μεγάλες καί ἰσχυρές χῶρες (ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς), ὑπάρχουν κι οἱ μικρές καί φτωχές (ὁ πτωχός Λάζαρος). Καί μέσα σέ κάθε χώρα ὑπάρχουν ἐκεῖνοι πού εὐφραίνονται ῾καθ᾽ ἡμέραν λαμπρῶς᾽, κι ἐκεῖνοι πού ἀδυνατοῦν νά χορτάσουν τήν πείνα τους, ψάχνοντας στά σκουπίδια τῶν πλουσίων. Καί τό ἐννοοῦμε κι ἀπό πλευρᾶς ὑλικῆς καί ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς. Τό τέλος, ἡ κατάληξη θά πρέπει νά βρίσκεται ἀδιάκοπα μπροστά στά μάτια μας. 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ

«Άνθρωπός τις ην πλούσιος…Πτωχός δε τις ην ονόματι Λάζαρος…»

 Η γνωστή παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου μας δίνει με πολύ άμεσο και εποπτικό τρόπο το βάθος όλης της πραγματικότητας. Αναφέρεται στο εδώ, την παρούσα ζωή, αλλά επεκτείνεται και στο επέκεινα, την άλλη ονομαζόμενη ζωή, ρίχνοντας συνεπώς φως εκεί που οι ανθρώπινες αισθήσεις αδυνατούν να διεισδύσουν. Από την άποψη αυτή, η παραβολή έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον ιδίως για την εποχή μας,  για την οποία τα θέματα του μεταιχμίου της ζωής με τον θάνατο θεωρούνται αγαπημένα θέματα πολλών συνανθρώπων μας, μερικές δε φορές μονοπωλούν και το ενδιαφέρον τους. Το περίγραμμα όμως αυτό της παραβολής: του εδώ της ζωής αυτής και του εκεί της άλλης, ενώ υφίσταται στην πραγματικότητα – ο λόγος του Κυρίου συνιστά πάντοτε αποκάλυψη – θέλει να τονίσει μεταξύ  άλλων την αλήθεια ότι ανάλογα με τον τρόπο που οι άνθρωποι ζουν στο εδώ, καθορίζεται και το εκεί. Η ποιότητα της ζωής στον κόσμο τούτο προσδιορίζει και την ποιότητά της στην άλλη ζωή.

 1. Τα δύο πρόσωπα που κυρίως προβάλλονται στην παραβολή, ο πλούσιος και ο Λάζαρος, έχουν καταρχάς τα ακριβώς αντίθετα γνωρίσματα, και όσον αφορά τη ζωή αυτή και όσον αφορά την άλλη. Πλούσιος ο ένας, στον κόσμο τούτο, «ευφραινόμενος καθ’  ημέραν λαμπρώς»∙ πτωχός ο άλλος, που όχι μόνον δεν έχει τα απαραίτητα προς το ζην, αλλά είναι γεμάτος και από πληγές, τις οποίες γλείφουν οι σκύλοι. Και εν μια ροπή αντιστρέφονται τα πάντα: ο πλούσιος οδηγείται στον Άδη, στον «τόπο» δηλαδή της βασάνου, με κύριο γνώρισμα την οδύνη. Εκεί, με πλήρη συνείδηση του παρελθόντος και του παρόντος του, με επίγνωση του εαυτού του και της οικογενείας του, αλλά και με παντελή αδυναμία, ζητά έστω μία μικρή ανάψυξη για τον ίδιο, βιώνοντας το άγχος επιπρόσθετα των συγγενών του, μη τυχόν ευρεθούν στην ίδια τραγική κατάσταση με αυτόν. Ο Λάζαρος από την άλλη, οδηγημένος από αγγέλους στη Βασιλεία του Θεού, ευρίσκεται στους κόλπους του Αβραάμ, στον «τόπο» δηλαδή των δικαίων, των ευρισκομένων μέσα στο φως της παρουσίας του Θεού. Κόλαση ο ένας, Παράδεισος ο άλλος.

2. Θα ήταν σφάλμα όμως να πούμε ότι αίτιο της δραματικής αλλαγής της ζωής και των δύο ήταν ο πλούτος για τον έναν και η φτώχεια για τον άλλον. Ένας τέτοιος ισχυρισμός θα παρεξηγούσε την παραβολή και θα την υποβίβαζε στο επίπεδο μίας επιφανειακής ερμηνείας της. Κι αυτό γιατί ο ίδιος ο λόγος του Θεού μάς δίνει παραδείγματα πλουσίων που σώθηκαν, και πτωχών που κολάσθηκαν. Το παράδειγμα του πλουσίου Ζακχαίου που άκουσε από τον Κύριο «σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο», είναι εντελώς ενδεικτικό. Με άλλα λόγια, δεν είναι τα υλικά αγαθά καθ’  εαυτά που σώζουν ή καταδικάζουν τον άνθρωπο, αλλά ο τρόπος χρήσεως αυτών, κάτι που σημαίνει ότι μπορεί ένας πλούσιος, ενώπιον του Θεού που γνωρίζει τα βάθη της καρδιάς, να είναι απαγκιστρωμένος από τα πλούτη του, κι ένας πτωχός να είναι σαν πλούσιος, επειδή επιθυμεί να έχει πλούτη.

3. Πράγματι, το κρίσιμο στοιχείο για τον άνθρωπο, ως προς τη σχέση του με υλικά αγαθά, είναι το παθολογικό ή όχι δέσιμο με αυτά. Το πού είναι «αγκυροβολημένη» η καρδιά είναι το ζητούμενο από τον Θεό, αφού «όπου ο θησαυρός υμών, εκεί και η καρδία υμών έσται» κατά τον Κύριο. Άνθρωπος, πλούσιος ή πτωχός, που η καρδιά του είναι στον Θεό, που έχει Εκείνον ως κέντρο της ζωή του, είναι ο άνθρωπος που έχει, με τη χάρη του Θεού, τις προϋποθέσεις ενοίκησης του Θεού μέσα στην ύπαρξή του. Κι αντιστρόφως: άνθρωπος και πάλι, πλούσιος ή πτωχός, που έχει ως κέντρο του τα υλικά αγαθά, είτε πραγματικά είτε ως επιθυμία, είναι ο άνθρωπος που αδυνατεί να σχετιστεί με τον Θεό. Διότι η καρδιά του είναι γεμάτη από άλλα πράγματα, χωρίς επομένως να υπάρχει χώρος για Εκείνον.

4. Με βάση τα παραπάνω, καταλαβαίνουμε τώρα τι ήταν εκείνο που οδήγησε σε καταδίκη τον πλούσιο και τι εκείνο που δικαίωσε τον πτωχό Λάζαρο. Ο πλούσιος καταδικάστηκε στις οδύνες της κόλασης όχι για τα πλούτη του, αλλά για την κακή διαχείρισή τους. Τα υλικά αγαθά του θεώρησε ως αποκλειστικά κτήμα δικό του, που είχαν ως μοναδικό σκοπό την απόλαυση του εαυτού του. Λειτούργησαν επομένως γι’  αυτόν σαν ένα είδος θεότητας, που τον οδήγησαν σε τύφλωση ως προς τις ανάγκες του συνανθρώπου του, και μάλιστα όχι του μακρινού, αλλά του εμπρός στα μάτια του ευρισκομένου. Με απλά λόγια, αιτία της καταδίκης του, με αφορμή τα πλούτη του, ήταν ο εγωισμός του πλουσίου: μία νοσηρή αγάπη μόνο για εκείνον, κι ίσως  και τους δικούς του. Από την άλλη, ο Λάζαρος δικαιώθηκε, όχι πάλι λόγω της έλλειψης των αναγκαίων, αλλά με αφορμή την έλλειψη αυτή, λόγω της υπομονής την οποία επέδειξε, τέτοια που δεν οδηγήθηκε ούτε σε γογγυσμό κατά του Θεού ούτε κατά του πλουσίου συνανθρώπου του. Από την άποψη αυτή, αιτία της σωτηρίας και της δικαίωσής του ήταν η διατήρηση της αγάπης του προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο, συνεπώς η επιμονή του στην εμπιστοσύνη του Θεού, η πίστη  ότι ο Θεός είναι ο αποκλειστικός βοηθός του. Δεν πρέπει να είναι άσχετο το γεγονός ότι το όνομά του «Λάζαρος», σημαίνει ακριβώς αυτό: «ο Θεός είναι βοηθός».

5. Το γεγονός ότι με την παραβολή προβάλλεται το θέμα της χρήσεως των υλικών αγαθών, μας δίνει την ευκαιρία να πούμε τι ο λόγος του Θεού και η Πατερική εκφορά του τονίζουν για τον πλούτο. Χωρίς να πολυλογήσουμε, η χριστιανική πίστη θεωρεί ότι ο πλούτος είναι μία δωρεά του Θεού που δίνεται στον άνθρωπο, προκειμένου αυτός, χρησιμοποιώντας τον πλούτο με ορθό τρόπο, να σωθεί. Και ορθός τρόπος είναι η με αγάπη προσφορά του σ’  εκείνους που έχουν πραγματική ανάγκη. Ο Θεός δηλαδή επιτρέπει να γίνουν κάποιοι άνθρωποι, δια της ευλογίας των υλικών αγαθών, μέτοχοι της δικής Του ευεργεσίας προς τα πλάσματά του. Όπως Εκείνος αδιάκοπα προσφέρει τον πλούτο της χάρης και της αγαθότητάς Του στους ανθρώπους, κατά παρόμοιο τρόπο απαιτεί να κάνουν και οι άνθρωποι: αυτό που έχουν να το μοιράζονται με τους άλλους. Ώστε «το περίσσευμα του ενός εις το υστέρημα του άλλου». «Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε».

Μία τέτοια στάση του ανθρώπου, προσφοράς και ευεργεσίας στους άλλους, κάνει τον άνθρωπο αυτόν να λειτουργεί ως μικρός Θεός, ανταλλάσσοντας ως καλός έμπορος τα υλικά με τα πνευματικά αγαθά. Διότι κατά την αναλογία της προσφοράς υπάρχει και η ανταπόδοση της χάρης, ή καλύτερα, ο άνθρωπος με την προσφορά προς τους άλλους αναδεικνύει την αγάπη του και συνεπώς βρίσκεται στο σημείο συντονισμού του με τον ίδιο τον Θεό που είναι αγάπη. Μία άρνηση του ανθρώπου να τοποθετηθεί έτσι, τον οδηγεί ακριβώς στα τραγικά αποτελέσματα του πλουσίου της παραβολής, ή του άφρονος πλουσίου της άλλης γνωστής παραβολής. Για να μιλήσουμε με τη γλώσσα του Μεγάλου Βασιλείου, ο πλούσιος που κρατάει τον πλούτο του μόνο για τον εαυτό του μοιάζει με το βαρυφορτωμένο καράβι που ανοίγεται στο πέλαγος. Το μόνο σίγουρο στην περίπτωση αυτή είναι ότι με την πρώτη φουρτούνα θα καταποντιστεί.

Κι αν έτσι περίπου είναι τα σχετικά με τον πλούτο, τα ίδια από άλλη οπτική είναι τα σχετικά με τη φτώχεια. Η φτώχεια δηλαδή, δεν είναι καθεαυτή αρνητικό γεγονός. Δεν εννοούμε βεβαίως  την πλήρη έλλειψη των στοιχειωδών της ζωής, διότι ο άνθρωπος τα έχει οπωσδήποτε ανάγκη για να ζήσει. Εννοούμε αυτό που λέει ο απόστολος Παύλος: «έχοντες τροφάς και σκεπάσματα, αρκεσθησόμεθα αυτοίς». Διότι «έσται πορισμός μέγας, η αυτάρκεια μετά ευσεβείας». Μία τέτοια εγκράτεια ζωής, όταν αντιμετωπίζεται με εμπιστοσύνη στον Θεό, συνιστά τον πιο εύκολο και γρήγορο τρόπο εισόδου του ανθρώπου στη Βασιλεία του Θεού. Απόδειξη, ο πτωχός Λάζαρος. Κι είναι αυτός ο περιορισμένος τρόπος ζωής, διά του οποίου μπορεί ο άνθρωπος να δει άμεσα και ορατά την πρόνοια του Θεού. Δεν υπάρχει περίπτωση – αυτό αποδεικνύει η ιστορία της Εκκλησίας – κάποιος, με στενότητα μικρή ή μεγάλη υλικών αγαθών, αλλά με διάθεση να μη χάσει την αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, να μη δέχεται διαρκώς τις θαυμαστές επεμβάσεις του Θεού προς συντήρησή του. Σαν τον Γέροντα Παΐσιο, που την ημέρα της εορτής της Αναλήψεως, τότε που καταλύεται ψάρι στο Άγιον Όρος, ενώ ο ίδιος λόγω της απόλυτης ένδειάς του δεν είχε τίποτε να φάει, είδε ένα πτηνό να έρχεται πάνω από το κελί του και να του πετά ένα ψάρι. Ή σαν τον πτωχό εκείνο οικογενειάρχη κυνηγό, που κρατώντας την πίστη του στον Θεό χωρίς γογγυσμό, εύρισκε καθημερινά το θήραμά του, κατά θαυμαστό τρόπο, προς κάλυψη των αναγκών των πολλών τέκνων του.

6. Δεν θέλουμε όμως να τελειώσουμε, χωρίς την παρακάτω επισήμανση: μιλώντας για κόλαση και παράδεισο στην παραβολή, δεν πρέπει να τα εννοήσουμε από πλευράς τοπικής. Δεν είναι τόποι, ο παράδεισος και η κόλαση. Διότι δεν υπάρχει «περιοχή» εκτός Θεού. Για την πίστη μας, πρόκειται για τις καταστάσεις που ζει ο άνθρωπος, ανάλογα με τη στάση του έναντι του Θεού. Ο μετανοημένος και με αγάπη άνθρωπος ζει την παρουσία του Θεού κατά τρόπο θετικό∙ και αυτό είναι ο παράδεισος. Ο αμετανόητος, δηλαδή ο εγωιστής άνθρωπος, που έχει ως κέντρο και αξία μόνον τον εαυτό του, ενώ βρίσκεται μέσα στην ενέργεια του Θεού, αδυνατεί να ζήσει θετικά την αγάπη Εκείνου και κολάζεται. Δηλαδή, η μία και ενιαία αγάπη του Θεού προς όλους, βιώνεται είτε ως παράδεισος είτε ως κόλαση, ανάλογα με τις προϋποθέσεις και τις διαθέσεις του ανθρώπου.

  Με το δεδομένο ότι ο Θεός βλέπει τις καρδιές μας, συνεπώς τις κλίσεις της είτε προς Εκείνον είτε προς τον κόσμο και τα υλικά αγαθά του – ανεξάρτητα, όπως είπαμε, αν έχουμε πράγματι τα υλικά αγαθά ή τα επιθυμούμε - θα πρέπει να βλέπουμε τον εαυτό μας σε σχέση με τα πρόσωπα της παραβολής: τον πλούσιο ή τον Λάζαρο. Κι αυτό σημαίνει:  πότε βρισκόμαστε στη θέση του πλουσίου και πότε στη θέση του Λαζάρου, ανάλογα με το τι κυριαρχεί μέσα μας. Το επικρατούν στοιχείο μέσα μας δείχνει και τον τύπο που κάθε φορά επιλέγουμε. Συνεπώς, το ζητούμενο από εμάς είναι η καρδιά μας να είναι πάντοτε στραμμένη με αγάπη προς τον Θεό, η εμπιστοσύνη μας σ’  Αυτόν ποτέ να μη μας εγκαταλείπει, με απλά λόγια να είμαστε πάντοτε Λάζαροι. Η θέση μας έτσι στους «κόλπους του Αβραάμ» θα είναι τότε δεδομένη, όχι μόνο μετά θάνατο, αλλά ήδη από τη ζωή αυτή.

 

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2020

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Η ΡΩΜΑΙΑ

 

«Η αγία Αναστασία έζησε όταν βασιλείς ήταν οι διώκτες της χριστιανικής πίστης  Δέκιος και  Ουαλλεριανός και ηγεμόνας ο Πρόβος. Ήταν Ρωμαία στην καταγωγή, νέα στην ηλικία και ζούσε σε κάποιο Μοναστήρι. Την συνέλαβαν για την πίστη της κι επειδή ομολόγησε την πίστη αυτή με παρρησία, την κτύπησαν στο πρόσωπο. Στη συνέχεια, την άπλωσαν πάνω σε πυρακτωμένους άνθρακες και τη μαστίγωσαν με ράβδους. Την κρέμασαν έπειτα πάνω σε ξύλο, την πίεσαν σε μέγκενη και την τρύπησαν με σιδερένιες ακίδες. Κρεμασμένη την έξυσαν σε όλο το σώμα, της έκοψαν τους μαστούς και της εκρίζωσαν τα νύχια. Της ακρωτηρίασαν τα χέρια και τα πόδια, της αφαίρεσαν τη γλώσσα και της εκρίζωσαν τα δόντια. Στο τέλος, της έκοψαν και το κεφάλι».

Προξενεί κατάπληξη το μαρτύριο της αγίας Αναστασίας. Δεν υπέστη απλώς κάποια βασανιστήρια χάριν της πίστεώς της στον Χριστό, αλλά το κάθε μέλος του σώματός της δέχτηκε πολλαπλά τραύματα, μέχρι σημείου σχεδόν εξαφανισμού της. Η περιγραφή του μαρτυρίου της φέρνει στη μνήμη το τροπάριο από τη Μ. Παρασκευή για τον ίδιο τον Κύριο: «έκαστον μέλος της αγίας σου σαρκός ατιμίαν δι’ ημάς υπέμεινε». Γι’  αυτό και ο υμνογράφος άγιος Ιωσήφ, ο οποίος ζητεί φωτισμό από την αγία, προκειμένου να δοξολογήσει σωστά την αγιότητά της, καλύπτει ένα μεγάλο  μέρος του κανόνα της με την συγκεκριμένη αναφορά στο κάθε είδος από τα μαρτύριά της. Θυμίζει η περίπτωση της αγίας οσιομάρτυρος τα βασανιστήρια άλλων μεγαλομαρτύρων, όπως της αγίας Ευφημίας, για τα οποία εξέφρασε τον θαυμασμό του και ο Γέροντας Παΐσιος, στην εμφάνισή της στο κελί του το 1987.

Ο άγιος υμνογράφος βεβαίως προσπαθεί να δώσει εξήγηση του πώς μπόρεσε η αγία να αντέξει τόσα βάσανα. Έφτασε, λέει, στο δοξασμένο ύψος του μαρτυρίου, με τη νόμιμη άθλησή της, αφού προηγουμένως είχε υπερβεί τα πάθη της σαρκός με την εγκράτειά της. Κι αυτή η υπέρβαση δεν ήταν θέμα μίας στιγμής ή ολίγου χρόνου, αλλά ολόκληρης της ζωής της, αφού από βρέφος αφιερώθηκε στον Θεό. «Εκ βρέφους τω Θεώ ανετέθης, οσία, νεκρώσασα σαρκός εγκρατεία τα πάθη». Με άλλα λόγια, η αγία Αναστασία με την αγιασμένη βιωτή της προ του μαρτυρίου, ήταν έτοιμη και για τους αγώνες του ίδιου του μαρτυρίου, γεγονός που σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς απροϋπόθετα να γίνει μάρτυρας. Χωρίς να αποκλείσουμε την περίπτωση εκτάκτου εισπηδήσεως στο μαρτύριο – κάποιος εκείνη την ώρα να δεχθεί φωτισμό και χάρη για να δώσει και τη ζωή του για τον Χριστό – η «φυσιολογική» πορεία είναι να έχει κανείς ετοιμασθεί γι’  αυτό. Εδώ έχουν θέση και οι ονομαζόμενοι «αλείπτες», οι πνευματικοί προπονητές δηλαδή των υποψηφίων μαρτύρων, για τους οποίους πολύ συχνά κάνουν λόγο τα συναξάρια και οι ύμνοι της Εκκλησίας: ετοιμάζουν με λόγο και με πνευματικές ασκήσεις τους πιστούς, εν όψει του μαρτυρίου, ώστε να μη βρεθεί στη θέση ο υποψήφιος μάρτυρας να αρνηθεί τον Κύριο. Εν προκειμένω τονίζεται μία γενική και σπουδαία αλήθεια: κανείς δεν κατορθώνει κάτι μεγάλο και σημαντικό, αν προηγουμένως δεν έχει ετοιμαστεί πολύ καιρό γι’  αυτό. Αν ο ίδιος ο Κύριος ετοιμαζόταν επί τριάντα χρόνια, πριν βγει στη δημόσια δράση Του, αν ο απόστολος Παύλος χρειάστηκε αρκετά χρόνια απομόνωσης και προβληματισμού για να ξεκινήσει τις περιοδείες του, πόσο περισσότερο τούτο είναι αναγκαίο για όλους;

Με τα βασανιστήρια της αγίας το σώμα της στρεβλώθηκε, σε σημείο, είπαμε, τελικώς αφανισμού της. Πάνω σ’ αυτό όμως ο εκκλησιαστικός ποιητής προβαίνει σε δύο παρατηρήσεις: Πρώτον, η στρέβλωση του σώματος της αγίας, χάριν του Χριστού, φανέρωνε την ψυχική της σταθερότητα, το όρθιο της προαίρεσής της. Όσο την κτυπούσαν και την «πετσόκοβαν», τόσο το φρόνημά της δυνάμωνε και παρέμενε όρθιο. «Στρεβλούμενον το σώμα αικισμοίς, εδήλου το όρθιον σης προαιρέσεως προς Θεόν, Αναστασία πανεύφημε». Η αγία δηλαδή επιβεβαίωνε έμπρακτα αυτό που είχε πει ο Κύριος: «μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων τι ποιήσαι». Η ψυχή είναι αυτό που μετράει στις δύσκολες στιγμές του βίου, κι αυτό έδειξε η αγία. Δεύτερον, μέσα σε όλα αυτά τα βάσανα, που θα έπρεπε η νεαρή κόρη να έχει αλλοιωμένα και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της από τον πόνο και την οδύνη, εκείνη φαινόταν ακόμη περισσότερο ωραία στη μορφή: «Κάλλος το εγκάρδιον τη ορατή μορφή, ένδοξε, διαδοθέν, σε ωραιοτάτην τοις ορώσιν υπέφαινεν». Δηλαδή: Το κάλλος της καρδιάς σου, η εσωτερική ομορφιά σου, ένδοξε, μεταδόθηκε και στην ορατή, εξωτερική, μορφή σου, και σε έκανε να φαίνεσαι ωραιότατη σ’ αυτούς που σε έβλεπαν. Η αγία φανέρωνε, έστω και στα βάσανα, την υπάρχουσα σ’ αυτήν χάρη του Θεού, η οποία πράγματι κάνει τον άνθρωπο και εξωτερικά να λάμπει και να ομορφαίνει. «Καρδίας ευφραινομένης, πρόσωπον θάλλει» υπενθυμίζει ο λόγος του Θεού. Ο άγιος υμνογράφος με τον ύμνο του αυτό τονίζει ακριβώς τον χαρισματικό χαρακτήρα του μαρτυρίου της αγίας Αναστασίας. Ό,τι υπέστη, το υπέστη με τη δύναμη του Θεού. Αλλά για να λειτουργήσει αυτή η δύναμη, έπρεπε να συναντήσει την καλή προαίρεση της αγίας, για την ύπαρξη της οποίας, όπως είπαμε, εργάστηκε η ίδια ασκητικώς εκ νεότητός της.

 

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2020

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΟΡΓΙΣΤΗΚΕ Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

῾Ο Θαλέλαιος ἄκουσε ἀνέκφραστα τήν καταδικαστική ἀπόφαση τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου: καθαιρεῖτο καί περιέπιπτε στήν τάξη τῶν ἁπλῶν μοναχῶν. ῾Η θέση πού κατεῖχε μέχρι τότε ὡς ἀρχιεπίσκοπος τῆς μεγάλης πόλεως τῆς Θεσσαλονίκης ἀποτελοῦσε πιά ἕνα παρελθόν γι᾽ αὐτόν. ῞Ολοι αὐτοί τούς ὁποίους ἔβλεπε ἀπό τό ὕψος τοῦ ἀρχιεπισκοπικοῦ θρόνου, μικροί καί ἀσήμαντοι οἱ περισσότεροι, ῾σκουλήκια᾽ πού σέρνονταν μπροστά του γιά νά τόν κολακέψουν καί νά τόν κανακέψουν, προσδοκώντας ἕνα βλέμμα εὐμένειας δικό του ἤ τήν μεσολάβησή του γιά νά πετύχουν κάτι μέσα στήν κοινωνία πού ζοῦσαν καί πού ἤξεραν τήν δύναμη καί τήν ἐπιρροή του, ὅλοι αὐτοί λοιπόν ξαφνικά μεγάλωναν καί γίνονταν ἕνα μ᾽ ἐκεῖνον. Στήν σκέψη τοῦ χαιρέκακου βλέμματός τους ἀπό τήν ἱκανοποίηση τῆς ἐκδικητικότητάς τους καθώς θά ἔβλεπαν τήν πτώση καί τήν ταπείνωσή του, ἔνιωσε δάγκωμα στήν καρδιά. ῾Ο ἐγωϊσμός του τόν πόνεσε. Δέν ἔδειξε ὅμως τίποτε τό πρόσωπό του. Παρακολουθοῦσε τά τεκταινόμενα μέ μία φαινομενική ἀταραξία.

Κοίταξε ἕνα ἕνα τά πρόσωπα τῶν συνοδικῶν ἐπισκόπων. Σκληρά καί ἀνάλγητα, ἔδειχναν ἄτεγκτοι στήν δικαιοσύνη πού ἀπένεμαν. Τό κατηγορητήριο ἦταν συντριπτικό γι᾽ αὐτόν. Οἱ μάρτυρες κατηγορίες πάμπολλοι. Τά στοιχεῖα ἀδιάσειστα: εἶχε περιπέσει σέ πλῆθος παραπτωμάτων καί ἐγκλημάτων πού τό μόνο πού προέβλεπε τό ἐκκλησιαστικό δίκαιο γι᾽ αὐτά ἦταν ἡ καθαίρεση. Κι εἶναι ἀλήθεια. Μόνο τόν πρῶτο καιρό ἦταν προσεκτικός στήν ἄσκηση τῶν καθηκόντων του. Οἱ ἐπίσκοποι τῶν ὁποίων τίς τσέπες καί τά θησαυροφυλάκια εἶχε γεμίσει ἀπό τά δῶρα του, ὅπως καί οἱ πολιτικοί τούς ὁποίους εἶχε προσεταιριστεῖ καί εἶχαν ἀσκήσει πιέσεις γιά νά ψηφιστεῖ στόν θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης τοῦ τό εἶχαν τονίσει: πρόσεχε γιά νά μήν ἐκτεθοῦμε. Τόν πρῶτο καιρό λοιπόν ἦταν πράγματι προσεκτικός. Σιγά σιγά ὅμως, ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, συνειδητοποιοῦσε τήν δύναμη τῆς ἐξουσίας πού εἶχε ἀποκτήσει. Κι ἄρχισε νά μεθάει ἀπό αὐτήν. Κανείς δέν μποροῦσε πιά νά τόν ἐλέγξει. Κανείς δέν μποροῦσε νά τόν ἀμφισβητήσει. ῏Ηταν ἰσόβιος ἄρχοντας.

῎Αρχισε νά ζεῖ λοιπόν ὡς ἄρχοντας. ῎Οχι βεβαίως μέ τόν τρόπο πού λέει ὁ Κύριος: ὡς πρῶτος καί ἔσχατος ὅλων, ἀλλά μέ τόν τρόπο τόν κοσμικό: ἔκδοτος σέ κάθε πάθος. Καί μάλιστα χωρίς νά προσέχει. Δέν ἦταν λίγες οἱ φορές πού τά τραπέζια πού ἔκανε στήν ἐπισκοπή συναγωνίζονταν τά ῾λουκούλεια᾽ γεύματα τῶν βασιλιάδων. Δέν ἦταν λίγες οἱ φορές πού προκειμένου νά ἱκανοποιήσει τούς πολιτικούς πού τόν βοήθησαν ἀσκοῦσε παράνομες πιέσεις σέ κληρικούς καί λαϊκούς. Κι ἀκόμη: ὄχι μία ἤ δύο φορές πολλοί εἶχαν διαπιστώσει κάποιες περίεργες καί ὕποπτες συναντήσεις μέ κυρίες  ἐλευθερίων ἠθῶν, πρόθυμες νά ἱκανοποιήσουν κάθε γοῦστο, ἀκόμη κι ἐκκλησιαστικοῦ λειτουργοῦ, κρατώντας τό στόμα τους σφαλιστό μέ τό πουγκί πού τούς δινόταν πλούσιο κάθε φορά.

 Ναί, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Θαλέλαιος ἀπομυζοῦσε μέ τόν πιό κοσμικό τρόπο τήν ἐξουσία τοῦ θρόνου του. ῾Ο διάδοχος τῶν ἀποστόλων καί τῆς ταπεινῆς καί μαρτυρικῆς ζωῆς τους ἀκύρωνε καθημερινά τήν ἐκκλησιαστική θέση του καί γινόταν διάδοχος τῶν αὐτοκρατόρων καί τῶν βασιλέων. Κι ὅπως συνήθιζε νά λέει: ῾᾽Εγώ μόνο στόν Θεό δίνω λόγο᾽. Δηλαδή στήν πραγματικότητα σέ κανέναν. Μόνον στόν ἑαυτό του.

Ξανακοίταξε τούς ἐπισκόπους δικαστές. ᾽Ανασκάλεψε τή μνήμη του γιά ὁρισμένους ἀπό αὐτούς. Τούς εἶδε τίς ὧρες πού τόν προσήγγιζαν μέ τρόπο γλοιώδη καί ἀναξιοπρεπή. Τότε πού εἶχαν χρειαστεῖ τήν ὑποστήριξή του γιά δικές τους ὑποθέσεις, ὄχι πάντοτε καθαρές, καί τούς τήν εἶχε δώσει ἁπλόχερα. Τούς εἶδε τίς ὧρες πού τούς εἶχε πλησιάσει μέ τά δῶρα του γιά νά πάρει τήν ψῆφο τους γιά τόν ἐπισκοπικό θρόνο. Τά πλατιά τους χαμόγελα ὅταν εἶχαν δεῖ τό περιεχόμενο τῶν δώρων του καί τή σπουδή τους νά τόν βεβαιώσουν ὅτι ἦταν ὁ πιό κατάλληλος γιά τή θέση...

Στό πρόσωπό του ἄρχισε νά διαγράφεται ἕνα ἀδιόρατο χαμόγελο. ᾽Εξακολουθοῦσε καί κρατοῦσε στά χέρια του τό ῾κλειδί᾽ τῆς ἐπανόδου του. Μπορεῖ λόγω τῆς ἀπροσεξίας του τά πράγματα νά εἶχαν ὁδηγηθεῖ σέ αὐτήν τήν ἀπρόσμενη γι᾽ αὐτόν κατάληξη - ἐκεῖ ἔριχνε ὅλο τό βάρος τῆς ῾ἀτυχίας᾽ του: στήν ἀπροσεξία του πού ἔφερε τήν ἀντίδραση τοῦ λαοῦ - ὅμως ἦταν σίγουρος καί γιά τήν λύση τοῦ προβλήματός του. Τό χρυσάφι του. Αὐτό θά ἦταν καί πάλι ἡ διέξοδός του. ῎Ω, ὁ Θαλέλαιος μπορεῖ νά μή διακρινόταν γιά τή χριστιανική πίστη του καί τή συνέπειά του σέ ἠθικές ἀρχές, μπορεῖ νά εἶχε παρασυρθεῖ ἀπό τή γοητεία τῆς δύναμης, ὅμως εἶχε μελετήσει καλά τούς ἀνθρώπους κι ἤξερε ὅτι μπροστά στόν χρυσό ὅλες οἱ συνειδήσεις κάμπτονται, ὅλα τά ἐμπόδια ὑπερβαίνονται. Τυχαῖα ὁ σοφός Σολομώντας ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη γράφει ὅτι τό χρῆμα εἶναι αὐτό πού ἀνοίγει κάθε θύρα στά ἀνθρώπινα; ῾Ο Θαλέλαιος τό ᾽ξερε καλά ὅτι ἦταν καί πάλι θέμα λίγου χρόνου γιά νά ἀποκατασταθεῖ στή θέση του.

Οἱ σκέψεις του καί οἱ προβλέψεις του ἐπαληθεύτηκαν στό ἀκέραιο. ᾽Ακόμη κι ὁ ἴδιος παραξενεύτηκε σέ πόσο σύντομο χρόνο κατόρθωσε στέλνοντας ἀσφαλῶς τά ῾πεσκέσια᾽ καί τά πλούσια δῶρα του σέ ἐκκλησιαστικούς καί πολιτικούς νά ληφθεῖ ἡ ἀπόφαση ἐπανόδου του στόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο. Ἡ ἔφεσή του βρῆκε πρόθυμους ὑποστηρικτές. ῾Ο ῾χρυσός᾽  δικηγόρος ἀνέτρεψε ὅλα τά δεδομένα καί τίς ἀτράνταχτες μαρτυρίες. ῾῾Υπῆρξαν νέα δεδομένα, κατατέθηκαν ψεύτικες κατηγορίες, πρέπει καί πάλι νά ἐπανεξετάσουμε τήν ὑπόθεση᾽ ἦταν αὐτά πού ἀντέτειναν οἱ ἀποδέκτες τῶν δώρων του σέ ὅσους ἐπαναστατοῦσαν μέ τήν ἰδέα τῆς ἐπανάκαμψής του στήν ἀρχιεπισκοπή τῆς Θεσσαλονίκης. Καμμία ἀντίδραση βεβαίως δέν ἦταν ἰσχυρότερη τῶν ῾νέων καί ἀτράνταχτων ἐπιχειρημάτων᾽ τῆς ἔφεσης τοῦ Θαλέλαιου.

Κέρδισε τήν ὑπόθεση. Οἱ κατηγορίες μπῆκαν στό ἀρχεῖο. ῾Ο ῾ποιμένας᾽ θά ἐπέστρεφε στό ποίμνιό του. Τή φορά αὐτήν ὅμως εἶχε βάλει μυαλό. Θά ἦταν ἰδιαίτερα προσεκτικός. Θά συνέχιζε τή ζωή του, τή χειροπιαστή ζωή πού ἔκανε καί ὄχι αὐτή πού ὑπόσχεται ἡ χριστιανική πίστη μετά θάνατον, χωρίς νά δίνει λαβές γιά ὑποψίες. Τό μάθημά του τό εἶχε πάρει.

῾Ετοιμάστηκε πολύ προσεκτικά. Ντύθηκε σεμνά καί ἐκκλησιαστικά, ὅπως ἅρμοζε στό ἀξίωμά του. ᾽Εναπέμεναν μόνο τά χαρτιά καί ἀπό τήν κοσμική ἐξουσία, ἀπό τήν πολιτεία, πού θά βεβαίωναν ὅτι ὁ Θαλέλαιος ἦταν πάλι ἐκεῖ, ὁ ἀρχιεπίσκοπος, ὁ ῾ποιμένας᾽, κι αὐτό θά γινόταν τήν ἡμέρα ἐκείνη. ῎Ενιωσε ἕνα σκίρτημα στήν καρδιά. ῏Ηταν γεννημένος νά ἐξουσιάζει. Νά εἶναι πρῶτος. Ποιός ξέρει, μπορεῖ ἀργότερα νά προωθεῖτο καί σέ μεγαλύτερες θέσεις... Τό ὅραμα αὐτό τόν ἔκανε νά ἀναγαλλιάσει! ῾Πρός τό παρόν ὅμως εἶναι τά χαρτιά πού πρέπει νά πάρω᾽ μονολόγησε.

῎Ενιωσε ἄγχος ἀπό τήν ἀδημονία καί τά ἔντερά του λίγο ἔστριψαν. ῾Πάω γιά λίγο στόν ἀφεδρώνα (τουαλέτα), δέν θά ἀργήσω᾽ εἶπε στούς δύο ὑπηρέτες του πού τόν περίμεναν ἔξω ἀπό τό δωμάτιό του.

Ἡ ὥρα πέρασε καί ὁ Θαλέλαιος, ὁ ἀρχιεπίσκοπος, δέν ἔβγαινε ἀπό τόν ἀφεδρώνα. Οἱ ὑπηρέτες ἄρχισαν νά ἀνησυχοῦν καί νά ἀδημονοῦν. Ποτέ δέν εἶχε καθυστερήσει τόσο. Περίμεναν λίγο ἀκόμη καί πῆγαν ἔξω ἀπό τόν συγκεκριμένο τόπο. Τόν φώναξαν, κτύπησαν τή θύρα, καμμία ἀπάντηση. Κοιτάχτηκαν μέ ἀγωνία. ῾Τί θά κάνουμε;᾽ ἀναρωτήθηκαν μέ ἀπόγνωση. Ξαναχτύπησαν καί ξαναφώναξαν. Καμμία ἀπάντηση, κανένας θόρυβος. ᾽Αποφάσισαν νά κάνουν αὐτό πού δέν θά τό τολμοῦσαν ποτέ: νά ἀνοίξουν τήν θύρα.

Τό θέαμα πού ἀντίκρυσαν τούς ἔκοψε τή μιλιά καί τούς πάγωσε τό αἷμα. Αὐτό πού εἶδαν ἦταν ἔξω ἀπό κάθε φαντασία τους. Εἶχαν ἀκούσει ἀπό διηγήσεις παλαιοτέρων ὅτι εἶχε συμβεῖ κάτι παρόμοιο στόν αἱρεσιάρχη ῎Αρειο, ἐκεῖνον πού εἶχε ἀμφισβητήσει τή θεότητα τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ καί εἶχε ἐπιμείνει σ᾽ αὐτό, προκαλώντας μεγάλη ἀναταραχή στήν ᾽Εκκλησία. ῾Ο Θαλέλαιος βρισκόταν μέ τό κεφάλι ἀνάποδα, μέσα στόν σωλήνα τῶν ἀκαθαρσιῶν, ἀκίνητος καί νεκρός. ῞Ο,τι οἱ ἄνθρωποι τῆς ᾽Εκκλησίας δέν μπόρεσαν νά κάνουν, ὅ,τι ἀκεραιότητα συνείδησης δέν ἐπέδειξαν, τό ἔκανε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καί ὁ πολιοῦχος τῆς Θεσσαλονίκης ἅγιος Δημήτριος.

 ῎Αν μποροῦσε κανείς νά δεῖ μέ τά μάτια τῆς πίστης, τά ἐνισχυμένα ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, θά ἔβλεπε τόν τροπαιοφόρο μυροβλήτη ὀργισμένο νά στέκει παράπλευρα, μή δεχόμενο καί πάλι νά μαγαριστεῖ ὁ ἐπισκοπικός θρόνος τῆς πόλης πού προστάτευε ἀπό τόν θεομπαίκτη ἀρχιεπίσκοπο. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος γιά μία ἀκόμη φορά ἐπιβεβαίωνε τόν χαρακτηρισμό του ὡς πολιούχου τῆς Θεσσαλονίκης.

Τό γεγονός τάραξε τά λιμνάζοντα ἐκκλησιαστικά νερά. ῾Ζῇ Κύριος ὁ Θεός᾽ ψιθύριζαν μικροί καί μεγάλοι. Καί: ῾Φοβερόν τό ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος᾽.

 

(Πηγή: ῾Λειμωνάριον᾽ ᾽Ιωάννου Μόσχου)

 

 

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΜΥΡΟΒΛΗΤΗΣ

«Ο άγιος Δημήτριος έζησε επί των βασιλέων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού. Καταγόταν από την πόλη της Θεσσαλονίκης, ήταν ευσεβής χριστιανός ήδη από τους γονείς του και διδάσκαλος της πίστεως στον Χριστό. Όταν ήλθε ο Μαξιμιανός στη Θεσσαλονίκη, συνελήφθη ο άγιος ως πολύ γνωστός για την ευσέβειά του χριστιανός. Ο βασιλιάς υπερηφανευόταν  για κάποιον άνδρα του, Λυαίο στο όνομα, ο οποίος ήταν τεράστιος στο σώμα και με φοβερή δύναμη,  και παρακινούσε όλους τους κατοίκους της χώρας να βγουν και να τον αντιμετωπίσουν σε μάχη. Κάποιος νεαρός, Χριστιανός στην πίστη, ονόματι Νέστωρ, προσήλθε στον άγιο Δημήτριο, που ήταν φυλακισμένος, και του είπε: Δούλε του Θεού, θέλω να παλέψω με τον Λυαίο∙ προσευχήσου για μένα. Αυτός δε, αφού σφράγισε με το σημείο του Σταυρού το μέτωπο του Νέστορα, του λέγει: «Και τον Λυαίο θα νικήσεις και υπέρ του Χριστού θα μαρτυρήσεις». Πήρε θάρρος ο Νέστωρ από τα λόγια αυτά και αντιμετώπισε τον Λυαίο, με αποτέλεσμα να τον σκοτώσει, ταπεινώνοντας την αλαζονεία του. Για τον λόγο αυτό ο βασιλιάς ντροπιάστηκε, κι όταν ερεύνησε και έμαθε ότι αίτιος της σφαγής του Λυαίου ήταν ο Δημήτριος, διέταξε να πάνε πρώτα  στρατιώτες στη φυλακή του και με λόγχες να του κατατρυπήσουν την πλευρά. Μόλις έγινε αυτό, αμέσως ο άγιος άφησε την ψυχή του, ενώ από τότε άρχισε να κάνει πολλά και παράδοξα θαύματα και ιάσεις. Έπειτα, με τη διαταγή του βασιλιά πάλι, έκοψαν την κεφαλή του αγίου Νέστορα». 

Απορία, έκπληξη, θάμβος, δοξολογία, πλησμονή θείου έρωτα! Οι πρώτες εντυπώσεις που αποκομίζει κανείς ερχόμενος σ’  επαφή με τους ύμνους της Εκκλησίας μας για τον μεγαλομάρτυρα, μυροβλήτη, θαυματουργό άγιο Δημήτριο. Είναι τόσος ο πνευματικός πλούτος του αγίου, ώστε δεν άρκεσε ο υμνογράφος Θεοφάνης με τον κανόνα του, για να υμνολογήσει την όλη βιοτή του Δημητρίου,  αλλά επιστρατεύτηκε και ο άγιος Φιλόθεος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος  και με δεύτερο κανόνα επικεντρώνει κυρίως την προσοχή μας στη μυροβολία του αγίου.  «Ο δεύτερος κανών, υπόθεσιν έχων εγκωμίων ομού και δεήσεως το ιερόν αυτού μύρον», κατά το διευκρινιστικό σημείωμα του κανόνα αυτού. Μπρος λοιπόν στη θαυμαστή προσωπικότητα του αγίου Δημητρίου, η Εκκλησία μας διά των υμνογράφων νιώθει την ανεπάρκεια επακριβούς εξυμνήσεως των αγώνων και των τιμών που απολαμβάνει ο άγιος εν ουρανοίς. «Νους ουκ εξαρκεί και λόγος ανθρώπινος εκδιηγήσασθαι τας υπερφυείς τιμάς και δόξας, Μάρτυς, ας περ απείληφας». (Ο νους και ο ανθρώπινος λόγος δεν εξαρκούν, Μάρτυς, για να διηγηθούν τις υπερφυσικές τιμές και δόξες, τις οποίες έχεις λάβει).

Και δικαίως. Πώς να εξυμνηθεί σωστά και με ακρίβεια, εκείνος που συμβασιλεύει πια με τον Κύριο του παντός; Ντυμένος το πορφυρό ρούχο του βασιλιά, λόγω των μαρτυρικών αιμάτων του, κρατώντας στα χέρια αντί σκήπτρου τον σταυρό, συμβασιλεύει πράγματι με τον Χριστό. «Ως πορφυρίδι κεκοσμημένος τω σω αίματι, έχων αντί σκήπτρου, ένδοξε, τον Σταυρόν, τω Χριστώ συμβασιλεύεις νυν».  Ποιο εγκώμιο μπορεί να είναι υψηλότερο και μεγαλύτερο από αυτό; Κατά συνέπεια, οι ύμνοι τονίζουν ότι η εορτή του αγίου Δημητρίου δεν έχει τοπικό, αλλά παγκόσμιο χαρακτήρα. Κι η παγκοσμιότητα αυτή δεν αναφέρεται στον κόσμο μόνον τούτο, στους πιστούς δηλαδή όλου του κόσμου, αλλά και στους ίδιους τους αγγέλους. «Σήμερον συγκαλείται ημάς του αθλοφόρου η παγκόσμιος πανήγυρις». «Εν ουρανώ και εν γη, αγαλλίαμα σήμερον, εν τη μνήμη ηύγασται Δημητρίου του Μάρτυρος∙ εκ των Αγγέλων επαίνοις στέφεται, και εξ ανθρώπων άσματα δέχεται». (Στον ουρανό και στη γη σήμερα φάνηκε ως φως αγαλλιάσεως η μνήμη Δημητρίου του Μάρτυρος. Οι άγγελοι τον στεφανώνουν με επαίνους και οι άνθρωποι τον δοξολογούν με άσματα).

Εκεί που ο λυρισμός φθάνει στο απώγειό του είναι με τον κανόνα του αγίου Φιλοθέου, ο οποίος τονίζει, όπως είπαμε, τη μυροβολία του αγίου. Οι εικόνες που επιστρατεύει μας εκπλήσσουν, φανερώνοντας και το μεγαλείο του ίδιου, νηπτικού και ασκητικού Πατέρα κατά τα άλλα, ως σπουδαίου ποιητή. Πώς ερμηνεύει καταρχάς τη μυροβολία του μεγαλομάρτυρα; «Ώριμον ως βότρυν σε μάκαρ Χριστός, θείας εξ αμπέλου δρεψάμενος, εναποθλίβει, Μαρτυρίου τοις ληνοίς∙ το καταρρεύσαν γλεύκος δε, μύρου θείαν βρύσιν ειργάσατο». (Μακάριε Δημήτριε, ο Χριστός σε μάζεψε σαν ώριμο σταφύλι από το θεϊκό αμπέλι. Και σε συνθλίβει στο πατητήρι του Μαρτυρίου. Το γλεύκος, ο χυμός που έρρευσε, το έκανε θεϊκή βρύση του μύρου). Κι αλλού με άλλη εικόνα: «Ο μέγας εν μάρτυσι, Δημήτριος, τοις αίμασιν ιδρώτας κεράσας των αγώνων, μύρον το θείον ημίν εσκεύασε, πυρί τω του Πνεύματος, καλώς εψήσας το φάρμακον, εις ψυχών καινήν κάθαρσιν». (Ο μέγας μεταξύ των μαρτύρων Δημήτριος, αφού ανάμειξε τους πνευματικούς ιδρώτες με τα αίματα των αγώνων του και έψησε καλά το φάρμακο με τη φωτιά του αγίου Πνεύματος, ετοίμασε προς χάρη μας το θεϊκό μύρο, για νέα κάθαρση (μετά την κάθαρση βεβαίως του βαπτίσματος) των ψυχών μας). Δεν είναι μόνον όμως ο άγιος Φιλόθεος, ο οποίος δοξολογεί τον Κύριο για τη δωρεά του μύρου του αγίου, το οποίο θεραπεύει τις ψυχές και τα σώματα των πιστών. Είναι και άλλος υμνογράφος, ο Γερμανός, ο οποίος και αυτός προβαίνει σε έναν παραλληλισμό σπουδαίας ποιητικής συλλήψεως, προκειμένου να εξηγήσει τη χάρη της μυροβολίας του Δημητρίου και την ενέργεια έτσι των θαυμάτων του: «Λογχευθείς την πλευράν, την ακήρατόν σου, πανσεβάσμιε Δημήτριε, μιμούμενος τον επί ξύλου τανυσθέντα, εις σωτηρίαν παντός του κόσμου, των θαυμάτων είληφας την ενέργειαν, ανθρώποις παρέχων τας ιάσεις αφθόνως». (Αφού λογχεύτηκες στην σεβάσμια και αγνή πλευρά σου,  πανσεβάσμιε Δημήτριε, μιμούμενος τον Κύριο που και Αυτός κρεμάστηκε στον Σταυρό και λογχεύτηκε στην πλευρά για τη σωτηρία όλου του κόσμου, έλαβες την ενέργεια των θαυμάτων, παρέχοντας τις ιάσεις αφθόνως).

Ποια η αιτία όμως της καταπλήσσουσας προσωπικότητας του αγίου Δημητρίου και των θαυμαστών δωρεών που του έδωσε ο Κύριος; Τίποτε περισσότερο από την υπακοή του στο θέλημα του Θεού. Η προτεραιότητα του αγίου Δημητρίου σε όλη τη διάρκεια της ζωής του και κατά το μαρτύριό του ήταν να ευαρεστεί τον Κύριο, φανερώνοντας έτσι ότι υπεράνω όλων λειτουργούσε γι’  αυτόν η αγάπη Εκείνου, έστω και με θυσία της ζωής του. «Βασιλεί των αιώνων ευαρεστών, βασιλέως ανόμου πάσαν βουλήν εξέκλινας, ένδοξε, και γλυπτοίς ουκ επέθυσας∙ δια τούτο θύμα σαυτόν προσενήνοχας, τω τυθέντι Λόγω, αθλήσας στερρότατα». (Θέλοντας να ευαρεστείς τον Βασιλέα των αιώνων Χριστό, απομακρύνθηκες από κάθε θέλημα του άνομου βασιλιά, ένδοξε, και δεν θυσίασες στα είδωλα. Γι’  αυτό προσέφερες τον εαυτό σου ως θύμα στον Υιό και Λόγο του Θεού, που θυσιάστηκε  για εμάς, με την άθλησή σου την ακλόνητη). Κι όπως είπαμε: εκείνο που κινούσε τον άγιο Δημήτριο στο να επιλέγει πάντοτε το θέλημα του Θεού, ήταν η σφοδρή σαν φωτιά αγάπη του στον Κύριο: «τω θείω πόθω τον νουν πυρπολούμενος». «Πυρ πόθου θεϊκού εν καρδία δεξάμενος».

Κι είναι πράγματι η βασικότερη αλήθεια για όλους τους αγίους μας: δεν μπορεί να κατανοηθεί η θαυμαστή ζωή τους, όπως του μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, χωρίς την κινητήρια αυτή δύναμη, της μεγάλης αγάπης προς τον Κύριο. Είναι τόσο καίριας σημασίας τούτο, ώστε ο υμνογράφος άγιος Φιλόθεος, προκειμένου να αποδώσει αυτήν την αγάπη του Δημητρίου, δανείζεται εικόνες και σχήματα από το περίφημο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, το «Άσμα Ασμάτων». Όπως δηλαδή εκεί, η νύμφη ψυχή, πυρπολουμένη από αγάπη προς τον Νυμφίο Χριστό, Τον κυνηγά και εκφράζει με ερωτικούς στεναγμούς την αγάπη της, όπως και το αντίστροφο, κατά τον ίδιο τρόπο και εδώ με τον άγιο: διαμείβεται διάλογος αυτού με τον Χριστό, που φανερώνει τον βαθύ έρωτα του αγίου προς Εκείνον, όπως και Εκείνου προς τον άγιο:  «Πού μένεις, Νυμφίε μου; Πού την σκηνήν σου εν μεσημβρία κατέπηξας; Ο στεφανίτης ανεβόα τω Χριστώ». (Πού μένεις, νυμφίε μου; Πού έφτιαξες τη σκηνή σου; Φώναζε στον Χριστό ο στεφανωμένος μάρτυρας). «Ανάστα, δεύρο πλησίον μου, ψυχή του Δημητρίου προσφθέγγεται νυμφίος Χριστός∙ οίκον του νάρδου εισέλθωμεν, και της οσμής του μύρου μου μεταλάβωμεν». (Σήκω, έλα κοντά μου, λέει ο νυμφίος Χριστός, στην ψυχή του Δημητρίου. Ας μπούμε στο σπίτι του μύρου, και ας μεταλάβουμε την οσμή του μύρου μου). «Εγώ φησίν ο ερώμενος, εγώ, Νυμφίε, σπεύδω οπίσω σου∙ οσμή γαρ μύρων σου, πάντων των μύρων υπέρκειται, ήτις ημών το αίμα μύρον ειργάσατο». (Εγώ λέει ο αγαπώμενος, εγώ, Νυμφίε, τρέχω πίσω σου. Διότι η οσμή των μύρων σου είναι μεγαλύτερη από όλα τα μύρα. Κι αυτή η οσμή σου έκανε το αίμα μου μύρο).

Ένα πια απομένει: να παρακαλέσουμε τον άγιο μεγαλομάρτυρα να μας επισκεφθεί με συμπάθεια. Και να μας βοηθήσει, πρεσβεύοντας στον Κύριο, ώστε να σωθούμε από όλα τα δεινά που περνάμε ως άνθρωποι και έθνος, από τις απειλές των συγχρόνων τυράννων, όπως και από κάθε απειλή αιρετικών. «Δεύρο, μάρτυς Χριστού, προς ημάς, σου δεομένους συμπαθούς επισκέψεως∙ και ρύσαι κεκακωμένους, τυραννικαίς απειλαίς, δεινή μανία της αιρέσεως». (Έλα, μάρτυς του Χριστού, σε μας, που έχουμε ανάγκη από τη συμπαθή επίσκεψή σου. Και σώσε μας, που πληγωνόμαστε από τις απειλές των τυράννων και από τη φοβερή μανία της αιρέσεως).

 



Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2020

ΕΧΟΥΜΕ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΥΣ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ;

Πρόκειται για ερώτημα που τίθεται με δραματική ένταση μερικές φορές από πολλούς χριστιανούς της εποχής μας. Κι ιδιαιτέρως τέθηκε όταν έφυγαν από τη ζωή αυτή οι τρεις πιο γνωστοί θεωρούμενοι, λόγω της δυνατότητας προσέγγισής τους από τον πολύ κόσμο, οι όσιοι Πορφύριος, Παῒσιος, Ιάκωβος. Κι αυτό γιατί οι χαρισματούχοι Γέροντες σαν τους παραπάνω ήταν εκείνοι που έφερναν τη Βασιλεία του Θεού κυριολεκτικά ενώπιόν μας – οι περισσότεροι που τους προσέγγιζαν ένιωθαν ότι βρίσκονται μπροστά στον ίδιο τον Κύριο και Θεό∙ καταλάβαιναν τι σημαίνει να είσαι με έναν άγιο! Διότι αυτό είναι ο Γέροντας. Όχι ο άνθρωπος της προχωρημένης ηλικίας, ο γέρος∙ ούτε πρωτίστως ο δάσκαλος που σε καθοδηγεί με τα λόγια∙ αλλά αυτός που διαπνέεται από Πνεύμα Θεού και γι’  αυτό μαζί του αναπνέεις την ταπείνωση και την αγάπη. Όπως έχει πολύ ορθά ειπωθεί: «στον Γέροντα νιώθεις ότι σε παίρνει στην αγκαλιά του, όπως ο πατέρας το παιδί του. Στα μάτια του αντιφεγγίζει ο Ουρανός».  

Δεν ήταν οι τρεις αυτοί βεβαίως οι μόνοι. Αποδείχθηκε ότι μαζί με αυτούς, την ίδια περίπου εποχή, υπήρχαν και αρκετοί άλλοι, σπουδαίοι όντως και μεγάλοι, σαν τους οσίους Αμφιλόχιο της Πάτμου, Ιωσήφ τον ησυχαστή, Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, Σωφρόνιο του Έσσεξ, τους αγίους Γέροντες Φιλόθεο Ζερβάκο, Εφραίμ τον Φιλοθεῒτη και Αριζονίτη. Μία πληθώρα αγίων, που διαμιάς θα έλεγε κανείς έφυγαν τα τελευταία χρόνια  και μας άφησαν μόνους κι ορφανεμένους... Αλλά μιλάμε κατεξοχήν για τους οσίους Πορφύριο, Παῒσιο και Ιάκωβο, γιατί αυτοί σχετίστηκαν περισσότερο με τον πολύ κόσμο κι έγιναν πολύ γνωστοί έπειτα με τα βιβλία που γράφτηκαν γι’  αυτούς. Λοιπόν, επανερχόμαστε: φύγανε αυτοί και δεν έχουμε πια χαρισματούχους γέροντες; Πράγματι, είμαστε ορφανεμένοι;

Και ασφαλώς όχι. Πώς να πει κανείς ότι ορφάνεψε, όταν ο ίδιος ο Κύριος υποσχέθηκε ότι δεν πρόκειται να μας αφήσει ορφανούς; «Οὐκ ἐάσω ὑμᾶς ὀρφανούς». Το Άγιον Πνεύμα που απεστάλη από Αυτόν την ημέρα της Πεντηκοστής στους μαθητές Του και παρέμεινε σ’ αυτούς, δηλαδή στην Εκκλησία, εφεξής, αποτελεί μία άλλη αδιάκοπη παρουσία Του στον κόσμο. Στην Εκκλησία σωζόμαστε, γιατί εκεί παίρνουμε τη χάρη του Θεού, ντυνόμαστε τον Χριστό από την ώρα που βαπτιζόμαστε, τρώμε και πίνουμε το σώμα και το αίμα Του, Τον κοινωνούμε κάθε φορά που τηρούμε το άγιο θέλημά Του, ζούμε σε επίπεδο ταύτισης μαζί Του. Έχουμε με άλλα λόγια τον ίδιο τον Δημιουργό μαζί μας, στην ψυχή και στο σώμα μας, εν Αυτώ είμαστε συνδεδεμένοι με όλους τους αγίους και τους αγγέλους, πώς λοιπόν μπορούμε να νιώσουμε την όποια ορφάνια; Ορφανός νιώθει μόνον ο εκτός της Εκκλησίας άνθρωπος κι όποιος έχει διαγράψει τον Θεό από την ύπαρξή του. Συνεπώς, μπορεί οι άγιοι χαρισματούχοι Γέροντες να έφυγαν, να μη βρίσκονται σωματικά παρόντες μ’ εμάς στον κόσμο τούτο, αλλά βρίσκονται πιο κοντά μας με άλλον τρόπο: εν Αγίω Πνεύματι, όπως άλλωστε το είχε υποσχεθεί η Παναγία Μητέρα του Κυρίου και δική μας Μητέρα, όπως το είχαν υποσχεθεί και πολλοί από τους παλαιότερους αλλά και τους νεώτερους οσίους. Ο όσιος Πορφύριος δεν έλεγε για παράδειγμα ότι όταν φύγει από τον κόσμο τούτο, θα βρίσκεται πιο κοντά στους ανθρώπους, γιατί δεν θα εμποδίζεται πια από το σωματικό του σκήνος; Ο όσιος Σωφρόνιος το ίδιο, όπως το τόνιζε στους καλογέρους του. Χάσαμε λοιπόν τη σωματική παρουσία των οσίων αυτών, αλλά είμαστε μέσα στην αδιάκοπη παρουσία τους εν Χριστώ και Πνεύματι Αγίω. Ο Χριστός και οι άγιοί μας βρίσκονται πιο κοντά μας από ό,τι είμαστε εμείς για τον ίδιο τον εαυτό μας. Άλλωστε, «ἐάν τε ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνῄσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν». Διότι «ἐν Αὐτῷ ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν».

Υπάρχει όμως και μία αλήθεια στην ομολογία αυτών που νιώθουν ορφανεμένοι λόγω της σωματικής απουσίας των αγίων Γερόντων. Κι η αλήθεια αυτή είναι τραγική στη διαπίστωσή της όσον αφορά όχι βεβαίως τους αγίους, αλλά εμάς τους ίδιους. Τι θέλουμε να πούμε; Αν φαίνεται ότι δεν έχουμε σήμερα χαρισματούχους θεωρουμένους Γέροντες – αν και πιστεύουμε ότι υπάρχουν πολλοί τέτοιοι και σήμερα και κάθε εποχή,  απλώς κρύβονται ή δεν τους έχει φανερώσει ακόμη ο Θεός -  είναι γιατί εμείς, οι σημερινοί άνθρωποι και χριστιανοί, δεν είμαστε στη θέση για να τους αντέξουμε. Το να φανεί ένας όσιος Γέροντας σημαίνει ότι αντιστοίχως υπάρχουν οι άνθρωποι που βρίσκονται σε πνευματική ετοιμότητα αποδοχής τους: αποδοχής της χάρης τους, του λόγου τους, της προφητικής παρουσίας τους. Όταν ο ίδιος ο Κύριος θέτει εν αμφιβόλω την ύπαρξη της πίστεως όταν θα ξανάλθει στη Δευτέρα Του Παρουσία (και βρισκόμαστε σε «αποκαλυπτικούς καιρούς» είναι αλήθεια): «ἆρά γε ἐλθών ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου εὑρήσει τήν πίστιν ἐπί τῆς γῆς;»∙ όταν στο Ευαγγέλιο ακούμε ότι μπροστά στην παντοδύναμη ενέργειά Του, όπως όταν εξέβαλε τα δαιμόνια από κάποιον δαιμονισμένο και επέτρεψε να μπουν αυτά σε χοίρους που καταποντίστηκαν, σύσσωμη η περιοχή εκείνη Τον παρεκάλεσε να φύγει από τα όριά τους πράγμα που Εκείνος έκανε∙ όταν ακόμη η Εκκλησία από τα πρώτους ήδη αιώνες απαγόρευε την άσκηση ιεραποστολής εκεί που υπήρχε εχθρότητα, χλευασμός, ανετοιμότητα, αυτό θα πει ότι  και με τους Γέροντες ίσως έχουμε κάτι παρόμοιο: δεν εμφανίζονται έστω κι αν υπάρχουν, γιατί δεν ζουν άνθρωποι να τους ακούσουν και να συντονιστούν μαζί τους.

Και όντως επιβεβαιώνουμε την αλήθεια αυτή ήδη από τα χρόνια του Γεροντικού. Ο όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ συνήθιζε να λέγει, παραπέμποντας στον όσιο Σιλουανό τον Αθωνίτη, ότι δεν πρέπει να είμαστε «θύματα της αφελούς ιδέας ότι ο Θεός έπαυσε να αναδεικνύει Γέροντες». Και συμπλήρωνε: «Στα Γεροντικά είναι γραμμένο ότι κάποιος νέος αδελφός είπε ότι δεν υπάρχουν Γέροντες. Και πήρε ως απάντηση όχι ότι δεν υπάρχουν Γέροντες, αλλά ότι δεν υπάρχουν υποτακτικοί». Να η εξήγηση  λοιπόν σαφέστατη και αποκαλυπτική. «Δεν υπάρχουν υποτακτικοί»! Μπορεί δηλαδή να διαβάζουμε και να παραπέμπουμε στους μεγάλους νηπτικούς Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά χωρίς διάθεση υπακοής τούτο δεν λέει τίποτε. Όπως το λέει ο όσιος Γέρων ακριβώς: ««Ο υπερήφανος νεαρός περιφρονεί τους πρεσβυτέρους∙ και γι’ αυτόν, βεβαίως, δεν υπάρχει Γέροντας ούτε πνευματικός πατέρας. Όσο και αν διαβάσουν αυτοί τον όσιο Ισαάκ τον Σύρο, τον Εφραίμ τον Σύρο, τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο, τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, πάλι δεν θα γνωρίσουν εκείνο που δίδεται ως δωρεά για την υπακοή: καθαρά προσευχή, ελεύθερη από όλα τα αμαρτωλά πάθη».

Το ερώτημα λοιπόν για την ύπαρξη των Γερόντων σήμερα είναι τραγικό για εμάς: βρισκόμαστε σε κατάσταση υπακοής προς τον Χριστό και την αγία Εκκλησία Του ή χρησιμοποιούμε τον λόγο του Χριστού για να επιβάλουμε τις δικές μας απόψεις; Και για να το πούμε κι αλλιώς: μήπως το «γενηθήτω τό θέλημά Σου» του «Πάτερ ἡμῶν» σημαίνει για πολλούς από εμάς «γενηθήτω το θέλημά μου;» Όσο φαίνεται ότι κυριαρχεί η διαπίστωση αυτή που συνιστά τον ορισμό της αμαρτίας, τόσο και ο Θεός θα μας αποκρύπτει τους αληθινά χαρισματούχους Του, ενώ θα υφίσταται πάντοτε βεβαίως ο μόνος δρόμος για σωτηρία ως παντοτινή έκφραση της αγάπης Του: η παραμονή μας στην Εκκλησία και η υπακοή μας στο προφητικό κήρυγμα των ποιμένων της. Η ξεχωριστή όμως «χαρισματική» βοήθεια θα εκλείπει από εμάς. Κι είναι συγκλονιστικό αυτό που είχαμε διαβάσει σε κάποιο από τα βιβλία για τον όσιο Πορφύριο και το αποδίδουμε από μνήμης. Έλεγε ο άγιος Γέρων: «Πρέπει να φύγω από τον κόσμο, όσο κι αν ορισμένοι ζητάνε να παραταθεί ο χρόνος της ζωής μου, γιατί πια δεν υπάρχουν εκείνοι που θα με ακούνε».

Το «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν» είναι μονόδρομος για όλους.

 

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΑΡΕΘΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ

 

«Ο άγιος Αρέθας ήταν ο πρώτος της πόλεως Νεγράς στην Αιθιοπία, επί της βασιλείας του Ιουστίνου, όταν βασίλευαν στην μεν Αιθιοπία ο χριστιανικότατος Ελεσβαάν, στους δε Ομηρίτες κάποιος Εβραίος ονόματι Δουναάν. Η χώρα αυτή από μεν την Αγία Γραφή λέγεται Σαβά, από δε τους Έλληνες Ευδαίμων Αραβία. Ο Ελεσβαάν υπέταξε τον Εβραίο και έβαλε φρουρές στην πόλη του. Επαναστάτησε όμως ο Εβραίος και σκότωσε τους φύλακες, ενώ επιτέθηκε στην πόλη Νεγρά, την οποία πολιόρκησε και υπέταξε, όχι με στρατιωτική δύναμη, αλλά με επιορκίες, με αποτέλεσμα να σκοτώσει όλους τους χριστιανούς κατοίκους της, άνδρες και γυναίκες. Τότε ήταν που ο άγιος Αρέθας αντιστάθηκε με γενναιότητα, αφού προηγουμένως στήριξε όλους στην πίστη  του Χριστού, μολονότι είχε φθάσει στο έσχατο γήρας, ώστε να μη μπορεί ούτε να περπατήσει. Τόση ήταν η σωματική αδυναμία του, ώστε όταν παραδόθηκε για να του κόψουν την κεφαλή, με χαρά οδηγήθηκε στο μαρτύριο βασταζόμενος. Κι αφού του απέκοψαν την κεφαλή, παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο».

Προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι εκείνος ο οποίος ηγείτο στην αντίσταση κατά των Ομηριτών του Εβραίου Δουναάν  ήταν όχι ένας νέος άνδρας, που τη γενναιότητα την έχει ως φυσικό του ιδίωμα, αλλά ένας σεβάσμιος γέροντας, ο οποίος μάλιστα αδυνατούσε και να περπατήσει. «Φυσιολογικά», ο γέρων Αρέθας θα έπρεπε να είναι ο μαζεμένος και ανασφαλής, δεδομένου ότι συνήθως οι προχωρημένοι  στην ηλικία είναι περισσότερο δειλοί, λόγω της αδυναμίας που φέρνει ακριβώς η ηλικία τους. Και όμως! Δεν ήταν η ηλικία στον άγιο Αρέθα το πρόβλημα, διότι το φρόνημά του ήταν νεανικό. Κι αιτία γι’  αυτό το «παράδοξο» ήταν η αγιοπνευματική ζωή του. Ο άγιος Αρέθας διακατεχόταν από την παρουσία του Θεού, ο Οποίος τον ενίσχυε και του έδινε  την εκπλήσσουσα τόλμη του, ώστε και αλείπτης να παρουσιάζεται, δηλαδή ενισχυτής και εμψυχωτής της πίστεως των άλλων, και με χαρά να οδεύει προς το μαρτύριο. Ο υμνογράφος της ακολουθίας του επισημαίνει και τα δύο παραπάνω στοιχεία: και το αξιοσέβαστο δηλαδή της γεροντικής ηλικίας του, αλλά και το τολμηρό του χαρακτήρα του. «Εν τη του πνεύματος τόλμη υπέρ Χριστού μαρτυρήσαι ηγωνίσασθε», λέει και για τον ίδιο και για τους άλλους ενισχυμένους από αυτόν χριστιανούς∙ «υπό της σης συγκροτουμένη συνέσεως η θεόφρων πόλις σου Πανόλβιε, του πολιά λάμποντος σεμνή, προς τους παρανόμους ανδρείως διηγωνίσατο». (Η με θεϊκό φρόνημα πόλις σου, παμμακάριστε Αρέθα, που συγκροτήθηκε από τη δική σου σύνεση, από εσένα δηλαδή που έλαμπες από το σεμνό γήρας, αγωνίστηκε με ανδρειότητα προς τους παράνομους). Κι είναι τούτο μία αλήθεια που δεν πρέπει να μας διαφεύγει: όταν ο άνθρωπος ζει με τον Θεό, όταν νιώθει με αίσθηση καρδίας ότι είναι μέλος Χριστού και έχει επομένως ενεργούσα μέσα του την παρουσία του αγίου Πνεύματος, τότε ανεξάρτητα από ηλικία γίνεται ένας τολμηρός άνθρωπος, ο οποίος διοχετεύει και σε άλλους την τόλμη αυτή. Ο Θεός πάντοτε κρατάει νέο τον άνθρωπο, γιατί η «καρδιά» κάνει κάποιον νέο ή γέρο. Κι είναι τραγικό να βλέπει κανείς αυτό που επεσήμαινε και ο άγιος Γέροντας Παΐσιος: νέους με «γέρικη» καρδιά, με μαραμένο δηλαδή φρόνημα, που έχουν ήδη παραδώσει τα όπλα, πριν καν ξεκινήσουν τη ζωή τους. Διότι ακριβώς έχουν διαγράψει τον Χριστό από την ύπαρξή τους.

Ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας, ξεκινώντας από το γεγονός ότι ο άγιος Αρέθας, όπως και οι άλλοι χριστιανοί της πόλεώς του, σκοτώθηκαν από τους Εβραίους, παραλληλίζει το μαρτύριό τους με ό,τι συνέβη στον Κύριό μας Ιησού Χριστό, ανάγοντας μάλιστα το φονικό μίσος των Εβραίων αυτών στο μίσος που επιδείκνυαν οι πρόγονοί τους απέναντι στον ίδιο τον Θεό, κατά την περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης, και μάλιστα στη διαρκή επαναστατικότητα και τον γογγυσμό τους στην πορεία της ερήμου, μετά την έξοδό τους από την Αίγυπτο. «Χριστού τη εκμιμήσει σαυτόν παραδέδωκας, πόθω του μαρτυρίου, τοις ανόμοις Εβραίοις». (Μιμούμενος τον Χριστό, παρέδωσες τον εαυτό σου από πόθο του μαρτυρίου στους άνομους Εβραίους). «Ως γαρ έκπαλαι εν νόμω, τον έξ Αιγύπτου σώσαντα, εν ερήμω παρώργισαν, και τούτον σταυρώ κατεδίκασαν, ούτω νυν και υμίν, έργω τον λόγον παρήλθον». (Όπως από παλιά, τότε που επικρατούσε ο Μωσαϊκός νόμος, παρόργισαν στην έρημο Αυτόν που τους έσωσε από την Αίγυπτο, (δηλαδή τον Χριστό ως Θεό μόνον τότε), και Τον κατεδίκασαν στον Σταυρό, έτσι και τώρα με εσάς: καταπάτησαν τον λόγο του Θεού έμπρακτα).

Δεν μπορεί ο υμνογράφος όμως να μη θέσει το ερώτημα που σκανδαλίζει τη σκέψη πολλών χριστιανών σε όλες τις εποχές: πώς ο Θεός επέτρεψε οι δικοί Του άνθρωποι, αυτοί που ο Ίδιος με τη χάρη Του συγκρότησε σε σώμα Του, να «χαθούν» με άνομο τρόπο; Να σκοτωθούν από τους «λύκους» εχθρούς της πίστεως; Είναι το «αιώνιο» ερώτημα, γιατί ο Θεός επιτρέπει να υφίστανται ένα σωρό δεινά, ακόμη και ατιμωτικό θάνατο, οι δικοί Του δούλοι, οι πιστοί Του; Πού είναι η δικαιοσύνη του Θεού; Γιατί δεν ενεργοποιεί υπέρ αυτών την παντοδυναμία Του; «Κατά μόνας ο πλάσας, θεουργικώ νεύματι, συ τας των ανθρώπων καρδίας, τις της προνοίας σου βάθος δυνήσεται καταλαβείν, όπως ποίμνην, ην, Χριστέ, συνήγαγες, λύκοις παρέδωκας;» (Ποιος θα μπορέσει να καταλάβει το βάθος της πρόνοιάς Σου, Χριστέ, πώς δηλαδή την ποίμνη, την οποία μάζεψες, παρέδωσες στους λύκους, Εσύ που είσαι ο μόνος που έπλασε με ένα θεουργικό νεύμα τις καρδιές των ανθρώπων;) Η απάντηση βεβαίως, όπως καταλαβαίνουμε, δεν δίνεται από τον υμνογράφο στον ύμνο. Καταθέτει απλώς την απορία του, αλλά χωρίς γογγυσμό και αμφισβήτηση. Ανάγει το «αγκάθι» αυτό για τη λογική σκέψη στην Πρόνοια του Θεού. Το εναποθέτει με άλλα λόγια στην απειρία της αγάπης Του, δίνοντας όμως έμμεσα με τους άλλους ύμνους την απάντηση: Επιτρέπει ο Θεός τις δοκιμασίες στους δικούς Του, κατά αναλογία με ό,τι ο Ίδιος υπέστη στον κόσμο, ακόμη και τον Σταυρό, διότι προφανώς αυτό είναι και η σωτηρία τους. Με τις δοκιμασίες και τα βάσανα δηλαδή ο πιστός κερδίζει τον Παράδεισο, την Βασιλεία του Θεού, επομένως το παράδοξο κατανοείται μόνο στο επίπεδο της πίστεως και όχι με τη λογική σκέψη. Άλλωστε, ποιος άλλος δρόμος μάς οδηγεί στη Βασιλεία του Θεού πέρα από τον δρόμο του Σταυρού και του μαρτυρίου; «Δια πολλών θλίψεων δει υμάς εισελθείν εις την Βασιλείαν του Θεού» (ο Κύριος). «Ουδείς ανήλθε ποτέ εις τον Παράδεισον μετά ανέσεως» (αββάς Ισαάκ ο Σύρος).

 

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2020

ΧΡΙΣΤΟΣ: ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΟΛΩΝ

«Δεν ενδιαφερόμαστε για τη θέση που έχουμε μέσα στον κόσμο. Το μόνο πράγμα που μας ελκύει είναι ο Χριστός, το πρόσωπό Του. Και πρέπει να βιώνουμε τον Χριστό ως το μέτρο όλων των πραγμάτων, θείων και ανθρωπίνων» (όσιος Σωφρόνιος Έσσεξ).

Ο όσιος Σωφρόνιος μιλώντας κατά τα τέλη της ζωής του στους μοναχούς και τις μοναχές της ιεράς Μονής του, αλλά και στους προσκυνητές που παρευρίσκονταν, τους εφιστά την προσοχή για ό,τι θεωρεί ως απόλυτο για την πραγμάτωση της σωτηρίας τους, τη ζωντανή σχέση τους με τον Θεό. Με τα ίδια τα λόγια του: «Θα ήθελα, πριν από τον θάνατό μου, να σας αφήσω αυτά τα λόγια ως μαρτυρία, ως την έκφραση της αγάπης μου για όλους σας. Προσπαθήστε να τα βάλετε σε πράξη και θα δείτε ότι η ζωή σας θα αλλάξει ριζικά». Και τα λόγια αυτά, όπως και παρόμοια άλλα βεβαίως, συγκεφαλαιώνονται στο τι αποτελεί προτεραιότητα για τον χριστιανό, πολύ περισσότερο για έναν μοναχό, τον κατά τεκμήριο πιο αφοσιωμένο στον Κύριο και τον λόγο Του.

1. «Δεν ενδιαφερόμαστε για τη θέση που έχουμε μέσα στον κόσμο». Στον κόσμο ζούσε και ο άγιος Γέρων. Συνεπώς ήταν υποχρεωμένος, κι αυτός και οι μοναχοί του, να λειτουργούν μέσα στους περιορισμούς που επιβάλλει η ζωή αυτή – η επίγεια ζωή έχει κανόνες για να την αντιμετωπίσει κανείς: πρέπει να τραφεί, πρέπει να ενδυθεί, να έχει μία σκέπη πάνω από το κεφάλι του. Δεν εννοεί αυτό όμως ο Γέρων. Μπορεί να κινείται μέσα στον κόσμο κατ’ ανάγκη, όμως το ενδιαφέρον του, συνεπώς και η προσοχή του, δεν είναι στραμμένα προς αυτόν. Ο κόσμος δεν απορροφά τον νου του πιστού ανθρώπου. Γιατί; Διότι «ὁ κόσμος κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ». Μετά την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία, δυστυχώς ο κόσμος όλος αλλοιώθηκε από τη φυσιολογική εν Θεώ κατάστασή σου και η αμαρτία ως ανταρσία κατά του Θεού σφράγισε την πορεία του. Ο κόσμος πια νοείται αρνητικά, όχι διότι σταματά να είναι δημιουργία του Θεού – ο κόσμος πάντοτε ανήκει σ’ Εκείνον και διακρατείται από Εκείνον – αλλά διότι κυριαρχεί «τό φρόνημα τῆς σαρκός», ό,τι δηλαδή ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος περιγράφει «ὡς ἐπιθυμία τῆς σαρκός, ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν, ἀλαζονεία τοῦ βίου». Πρόκειται για την ίδια στάση ζωής που μαρτυρεί ο απόστολος Παύλος, ο οποίος και αυτός χαρακτηρίζει τον κόσμο με την παραπάνω έννοια ως σκουπίδια και γι’ αυτό δεν μπορεί να δώσει την προσοχή του. «Ἡγοῦμαι πάντα σκύβαλα εἶναι, ἵνα Χριστόν κερδήσω». Κι είναι ευνόητο ότι και οι απόστολοι και όλοι οι άγιοι, όπως εν προκειμένω ο άγιος Σωφρόνιος, ακολουθούν την εν Χριστώ αποκάλυψη για τις εκτιμήσεις τους. Ο ίδιος ο Κύριος σημείωνε την αντιθετική σχέση του κόσμου με τον Θεό. Δεν μπορεί κανείς να είναι στραμμένος προς τον κόσμο και να είναι ταυτοχρόνως σε σχέση με τον Θεό. «Ὅς ἄν θέλῃ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται». Καί: «οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν».

Από την άποψη αυτή ο λόγος του αγίου Σωφρονίου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Γιατί εκφράζει τον αιώνιο λόγο του Θεού. Μπορεί ο κόσμος με τα πάθη και τις αμαρτίες του να επιζητεί την πρωτιά, τις ανέσεις του, την επιβολή επί των άλλων, την προβολή του, αλλά όλα αυτά έχουν διαγραφεί από τη συνείδηση του αγίου και των χριστιανών. Για τον χριστιανό ό,τι θεωρείται αξία ιδιαίτερη στον κόσμο χάνεται. Διότι το κέντρο βάρους και η προσοχή του βρίσκονται αλλού. Στον μόνο που έχει απόλυτη αξία, τον ίδιο τον Χριστό.

2. «Το μόνο πράγμα που μας ελκύει είναι ο Χριστός, το πρόσωπό Του». Πράγματι, ο απόλυτος «μαγνήτης» για τον χριστιανό είναι το πανάχραντο πρόσωπο του Χριστού. Δεν αναφέρεται σε μία ιδέα ή σε μία απρόσωπη αρχή ο άγιος Γέροντας – τέτοιες ιδέες και αρχές, όσο κι αν φαίνονται καλές και σπουδαίες, τελικώς είναι υποταγμένες στον κόσμο τούτο κι εκφράζουν τον αυτονομημένο από τον Θεό νου του ανθρώπου. Αναφέρεται στο πρόσωπο του Χριστού, τον Υιό και Λόγο του Θεού, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος που «ἔκλινεν Οὐρανούς» - κατ’ εὐδοκίαν του Πατρός και με τη συνέργεια του Αγίου Πνεύματος - και κατέβηκε στον κόσμο, γινόμενος άνθρωπος καθ’ όλα όμοιος με εμάς, «πλήν ἁμαρτίας». «Μέσα στον Χριστό έχουμε τον Θεό, τον Δημιουργό μας», λέει ο όσιος, όπως παρεμφερώς το λέει και ο απόστολος Παύλος: «Ἐν Αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τό πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς».

Το ερώτημα βεβαίως είναι: γιατί άλλοι δέχονται τον Χριστό και άλλοι Τον απορρίπτουν; Τι είναι εκείνο που κάνει έναν άνθρωπο να «διαβλέπει» ότι ο Χριστός είναι ο ενανθρωπήσας Θεός και να ελκύεται προς Αυτόν; Κι η απάντηση είναι δεδομένη από το Ευαγγέλιο: η καλή προαίρεση του ανθρώπου, που νιώθει την έλξη που ασκεί στην καρδιά του ο ίδιος ο Θεός Πατέρας για να τον τραβήξει προς τον Χριστό. «Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ Πατήρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν», λέει ο Ίδιος ο Κύριος. Αν όμως δεν υπάρχει η καλή προαίρεση, αν δηλαδή η αμαρτία ως πονηρία έχει διαβρώσει την ψυχή του ανθρώπου, δυστυχώς η όποια έλξη του Θεού πέφτει στο κενό. Τα πάθη του ανθρώπου έχουν κυριαρχήσει στην υπαρξή του, κάνοντας τον άνθρωπο αυτόν να δουλεύει στον Πονηρό διάβολο.

Και βεβαίως η έλξη προς τον Χριστό σημαίνει την κίνηση και την πορεία προς Αυτόν.  Δεν είναι μόνο η στροφή της προσοχής του ανθρώπου προς τον Κύριο που φανερώνει τη χαρισματική κατάσταση της πίστεως∙ είναι στη συνέχεια η διαρκής κίνηση της ψυχής και του σώματος που κάνει τον άνθρωπο να σπεύδει προς συνάντηση με Εκείνον – η κατάθεση της δικής του βούλησης ως «συνέργεια» με τον Θεό. Και μάλιστα χωρίς διακοπές. Η όποια διακοπή, ως γνωστόν, της πορείας προς τον Χριστό συνιστά όχι μία ανάπαυλα, αλλά μία οπισθοχώρηση και μία κατακρύλα, όπως το έχει αποκαλύψει ο Κύριος: «ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι καί ὁ μή συνάγων μετ’ ἐμοῦ σκορπίζει». Στην ουσία η κίνηση προς τον Χριστό πια για τον πιστό σημαίνει την αγάπη του προς Εκείνον ως ανταπόκριση προς τη δική Του αγάπη: «ἡμεῖς ἀγαπῶμεν ὅτι Αὐτός πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς» - η αγάπη αποτελεί το ερμηνευτικό κλειδί της σχέσης του χριστιανού με τον Χριστό -, ενώ η αγάπη αυτή λαμβάνει συγκεκριμένο περιεχόμενο, γιατί ο Χριστός ζει και ενεργεί μέσα από τις άγιες εντολές Του.

Με άλλα λόγια ο χριστιανός στρέφεται προς τον Χριστό και κινείται προς Αυτόν, όταν εν χάριτι αγωνίζεται να βρίσκεται εκεί που είναι οι εντολές του Χριστού. Κατά τον λόγο του Ίδιου «όποιος έχει τις εντολές μου και τις εφαρμόζει, εκείνος είναι που με αγαπά. Κι όποιος με αγαπά θα αγαπηθεί από τον πατέρα μου και εγώ θα τον αγαπήσω και του φανερωθώ μέσα του». Στην πορεία αυτή του χριστιανού που καταγράφεται στον «χάρτη» της καρδιάς του και κινητοποιεί βεβαίως και το σώμα του, επισημαίνουμε και την «ταχύτητα» του χριστιανού. Άλλος κινείται με μικρή ταχύτητα, άλλος με μεγαλύτερη, άλλος ακόμη περισσότερο. Μιλάμε για τις διαβαθμίσεις της αγάπης (συνεπώς και της παρουσίας της χάρης του Θεού) που μας εξηγούν τα λόγια της αγίας Γραφής αλλά και τη ζωή των αγίων μας. «Εἰς ὀσμήν μύρου σου ἔδραμον, Χριστέ», διαβάζουμε αίφνης για πολλούς αγίους και αγίες της Εκκλησίας, όπως το λέει και ο απόστολος: «Δι’ ὑπομονῆς τρέχομεν τόν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τόν πίστεως ἀρχηγόν καί τελειωτήν Ἰησοῦν». «Ἔδραμον», «τρέχομεν» - η πνευματική ζωή ως σχέση με το πρόσωπο του Χριστού δεν πάει «σέρνοντας»∙ διαποτίζεται από το στοιχείο της χαράς και του νεανικού σφρίγους, γιατί έχει την πνοή του αγίου Πνεύματος.   

3. «Και πρέπει να βιώνουμε τον Χριστό ως το μέτρο όλων των πραγμάτων, θείων και ανθρωπίνων». Ο όσιος Σωφρόνιος σημειώνει βεβαίως ό,τι αναφέραμε προηγουμένως: τον Χριστό Τον βλέπουμε και σχετιζόμαστε μαζί Του όταν Τον βιώνουμε. Δηλαδή όταν τηρούμε τις άγιες εντολές Του. Εκεί βρίσκεται το σημείο συντονισμού μας μαζί Του. Για να προχωρήσει όμως ο άγιος: ο Χριστός είναι «το μέτρο» των πάντων. Είναι το ίδιο που λέει ο απόστολος Παύλος και οι άλλοι απόστολοι: «Ἐμοί τό ζῆν Χριστός καί τό ἀποθανεῖν κέρδος». Για όποιον πίστεψε αληθινά, σαν τον άγιο Σωφρόνιο, το κριτήριο και το μέτρο όλων, θείων και ανθρωπίνων, είναι ο Χριστός. Δεν συνιστά ο Χριστός μία αξία ή κάτι σημαντικό στη ζωή. Είναι η αξία και είναι η ζωή. Βάσει Αυτού κρίνονται τα πάντα. Διότι, όπως είπαμε, «Αὐτός ἐστιν ὁ ἀληθινός Θεός», από τον Οποίο ήλθαμε στη ζωή, διακρατούμαστε στη ζωή, κατατείνουμε σ’ Αυτόν ως το τελικό μας όριο. Όπως το λέει και πάλι ο όσιος: Τον Χριστό «Τον ζούμε ως την ίδια τη ζωή μας και όχι ως κάποιο αντικείμενο που γνωρίζουμε από έξω. Αυτή ειναι η επωδός του ύμνου μου».

Οπότε, το «μέτρον χρημάτων πάντων ἄνθρωπος» του αρχαίου σοφιστή και δασκάλου Πρωταγόρα που έγινε κανόνας και της νεώτερης και μετανεώτερης εποχής ως να είναι ο άνθρωπος η απόλυτη αναφορά των πάντων, παύει χριστιανικά να ισχύει. Και πώς να ισχύει, όταν πάει να αντιπαραβληθεί ο άνθρωπος του κόσμου και της αμαρτίας με τον ενανθρωπήσαντα Θεό, ο Οποίος πέραν από τέλειος Θεός είναι και τέλειος άνθρωπος και ο Σταυρός Του είναι και η μεγαλύτερη απόδειξη της αγάπης Του προς εμάς; Κι είναι τούτο μία αλήθεια που έχει επισημανθεί με πολύ έντονο τρόπο από πολλούς χριστιανούς συγγραφείς, κατεξοχήν δε από τον μεγάλο Σέρβο άγιο π. Ιουστίνο Πόποβιτς, ο οποίος στα διάφορα συγγράμματά του έγραφε και κήρυττε ότι «μέτρον χρημάτων πάντων Θεάνθρωπος». Με τον Χριστό, τον Θεάνθρωπο Κύριό μας, κρίνουμε τα πάντα, θρησκείες, φιλοσοφίες, ιδεολογίες, ανθρώπους. Το μοναδικό πρόσωπο «ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς».    

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2020

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΙΩΗΛ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΟΥΑΡΟΣ

 


Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΙΩΗΛ

«Το όνομα του προφήτου Ιωήλ ερμηνεύται αγάπη Κυρίου ή αρχή ή απαρχή Θεού. Ο προφήτης καταγόταν από τη γενιά του Ρουβίμ και προφήτευσε για πείνα που θα επισυμβεί και για έκλειψη θυσιών και για το πάθος του δικαίου Προφήτη (του Ιησού Χριστού) Μέσω του πάθους αυτού όλη η γη ανακαινίζεται και σώζεται. Ο προφήτης μετά την προφητική του δράση απέθανε και ετάφη στην πατρίδα του».

Ο προφήτης Ιωήλ είναι γνωστός για τις «οράσεις» του περί του Πνεύματος του Θεού που θα εκχυνόταν στους ανθρώπους, μετά τον ερχομό του Μεσσία. Είναι εκείνος που κατεξοχήν προφήτευσε την ημέρα της Πεντηκοστής, κάτι που το επισημαίνουν και οι ίδιοι οι απόστολοι του Κυρίου, κατεξοχήν δε ο απόστολος Πέτρος: «Αυτό που βλέπετε, άνδρες Ιουδαίοι, (η επιφοίτηση του αγίου Πνεύματος δηλαδή) είναι εκείνο που είπε ο Θεός μέσω του προφήτη Ιωήλ: Αυτό θα συμβεί στις έσχατες ημέρες, λέει ο Θεός: Θα χαρίσω πλουσιοπάροχα το Πνεύμα μου σε κάθε άνθρωπο∙ έτσι, οι γιοι σας κι οι θυγατέρες σας θα κηρύξουν την αλήθεια∙ οι νέοι σας θα δουν οράματα κι οι γέροντές σας θα ονειρευτούν όνειρα θεϊκά» (Πρ. Αποστ. 2, 16-17). Την πραγματικότητα αυτή βεβαίως υμνολογεί και η ακολουθία του προφήτη, όπως για παράδειγμα στην δ΄ ωδή: «Ως προήγγειλας, ένδοξε, παρά Θεού εκκέχυται το Πνεύμα, επί πάσαν σάρκα ήδη πιστεύσασαν». Όπως προανήγγειλες, ένδοξε, εκχύθηκε το Πνεύμα από τον Θεό, σε κάθε άνθρωπο που ήδη πίστεψε.

Ο υμνογράφος τονίζει επομένως το γεγονός ότι η Εκκλησία πια, δεδομένου ότι από την ημέρα της Πεντηκοστής ξεκινά η ενεργοποίησή της, ζει μέσα στο Πνεύμα του Θεού, το Οποίο εκχεόμενο επί πάντας τους πιστούς, ιδίως με το μυστήριο του χρίσματος, καθιστά αυτούς προφήτες. Είναι βασική πίστη της Εκκλησίας μας δηλαδή, ότι ο άνθρωπος που θα πιστέψει στον Χριστό, θα βαπτιστεί, ώστε να γίνει μέλος Εκείνου, και θα χριστεί, ώστε να λάβει τα χαρίσματα του αγίου Πνεύματος, με τα οποία θα μπει σε λειτουργία το καινούργιο αυτό μέλος του Χριστού. Η χρίση αυτή ως λήψη του αγίου Πνεύματος κάνει τον κάθε πιστό και έναν προφήτη. «Το θείον Πνεύμα εκκέχυται, ως ο σεπτός Ιωήλ, προφητεύων εθέσπισε…και προφητεύουσιν οι την ενέργειαν την αυτού δεξάμενοι». Το θείον Πνεύμα εκχύθηκε, όπως ο σεπτός Ιωήλ θέσπισε με τις προφητείες του…και προφητεύουν όσοι δέχτηκαν την ενέργειά Του.

Έτσι από την προφητεία της Παλαιάς Διαθήκης, ως χάρισμα ελέγχου της αμαρτίας και προαναγγελίας του ερχόμενου Μεσσία, ερχόμαστε διά του αγίου Πνεύματος στην προφητεία της Εκκλησίας, ως χάρισμα που έχει ο κάθε βαπτισμένος και χρισμένος πιστός, ώστε να ακροάται τον λόγο του Θεού, να μπορεί να κηρύσσει αυτόν τον λόγο, όταν του αναθέτει κάτι τέτοιο  η Εκκλησία, να μετέχει στα μυστήρια, να μετέχει στην οργάνωση και διοίκηση της Εκκλησίας. Θα πρέπει κάποτε ίσως να συνειδητοποιήσουμε οι πιστοί της Εκκλησίας το μεγαλείο και το ύψος που μας έδωσε η χάρη του Θεού: να είμαστε μέλη Χριστού και έμπλεοι του Πνεύματός Του. Αρκεί βεβαίως να αγωνιζόμαστε σαν τον προφήτη Ιωήλ στη βασική προϋπόθεση που έχει αυτή η δωρεά, για να μπορεί κανείς να τη διακρατεί: την κάθαρση της καρδίας από τους μολυσμούς της αμαρτίας. «Των μολυσμών προκαθαρθείς της καρδίας, δοχείον ώφθης καθαρόν θεορρήμον, του Παναγίου Πνεύματος».  Δηλαδή: Καθάρισες πρώτα τον εαυτό σου από τους μολυσμούς  της καρδιάς, κι έτσι φάνηκες, θεορρήμον προφήτη, καθαρό δοχείο του Παναγίου Πνεύματος. Κι είναι ευνόητο και γνωστό: ο απόλυτα καθαρός από κάθε αμαρτία Θεός αναπαύεται μόνον στην καρδιά που παλεύει για την αντίστοιχη καθαρότητά της. Γι’  αυτό και θα τονίσει ο υμνογράφος ότι όσοι ακολουθούμε τις διδαχές του προφήτη Ιωήλ με όλη την καρδιά και τη διάνοιά μας, εκζητούμε τον Θεό με δάκρυα και προσευχές, (με τα οποία καθαρίζεται βεβαίως η καρδιά). «Οι ταις σαις διδαχαίς ακολουθήσαντες, εξ όλης καρδίας και διανοίας, εν κλαυθμώ τε και δεήσεσι, τον Θεόν εκζητούμεν αξιάγαστε».

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΟΥΑΡΟΣ

«Ο άγιος Ούαρος έζησε επί της βασιλείας του Μαξιμιανού και ήταν στρατιωτικός στην Αίγυπτο. Καταγόταν δε από επίσημο και λαμπρό και ευσεβές γένος. Όταν φυλακίστηκαν κάποιοι άγιοι λόγω της πίστεώς τους στον Χριστό για μεγάλο διάστημα, επτά τον αριθμό, τους φρόντιζε καθημερινά ο άγιος Ούαρος. Έτυχε λοιπόν ο ένας από τους επτά να αναπαυτεί εν Κυρίω, οπότε ο άγιος μπήκε στη θέση εκείνου, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση του ηγεμόνα. Τους οδήγησε όλους μαζί ενώπιόν του και έδωσε εντολή να κτυπηθεί πρώτος από όλους ο Ούαρος με ρόπαλα, να ξεστούν οι πλευρές του επί πολύ, και επειδή παρατάθηκαν τα βασανιστήρια επί πέντες ώρες, παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο».

Ο άγιος Ούαρος θυμίζει άλλους μάρτυρες, οι οποίοι οδηγήθηκαν στο μαρτύριο κατ’ αντανάκλαση: ζήλεψαν δηλαδή την άθληση προηγηθέντων από αυτούς μαρτύρων, κι έτσι παρακινήθηκαν για να εισέλθουν στο μαρτύριο οικειοθελώς. Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας δεν παύουν βεβαίως να τονίζουν τη μεγάλη αγάπη, έως σημείου γλυκυτάτου έρωτα,  και αυτού του αγίου προς τον Θεό, τέτοια αγάπη, που τον έκανε να απαρνηθεί τον εαυτό του και να προσχωρήσει στα μαρτύρια με πολύ θάρρος και δύναμη: «Θείας αγάπης, παμμάκαρ, κατασχεθείς, τω γλυκίστω έρωτι, απηρνήσω σεαυτόν, και προς πάσαν βάσανον σαρκός, προσεχώρησας στερρώς αγωνισάμενος».  Πρέπει να σημειώσουμε την παρατήρηση του υμνογράφου: το άμεσο αποτέλεσμα της αγάπης προς τον Θεό είναι η υπέρβαση του φόβου και το μεγάλο θάρρος. Είναι αυτό που σημειώνει και ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «Η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον». Όπου πέσει η αγάπη του Θεού, εκεί πράγματι ο οποιοσδήποτε φόβος εξαφανίζεται. Ο πραγματικός χριστιανός, όπως είναι ο άγιος, είναι και ο πιο θαρραλέος και γενναίος άνθρωπος. Ο ύμνος εν προκειμένω της Εκκλησίας μας, και όχι μόνο ένας, είναι αποκαλυπτικότατος: Ο άγιος Ούαρος έβλεπε κατά το μαρτύριό του να πέφτουν κάτω οι σάρκες του μαζί με τα αίματά του, και ήταν σαν να έπασχε, λέει, άλλος: «Σάρκας συν τοις αίμασι καταπιπτούσας εώρας, και ως άλλου πάσχοντος, Αθλητά, διέκεισο γενναιότατε».

Κι είναι νομίζουμε πολύ επίκαιρη αυτή η επισήμανση λόγω της όλης ατμόσφαιρας που ζει η παγκόσμια κοινότητα: φόβου, ανασφάλειας, άγχους, γιατί συχνά οδηγείται κανείς σε μελαγχολία και απελπισία και απόγνωση. Λοιπόν, η Εκκλησία μας με τους αγίους, όπως με τον άγιο Ούαρο, μάς προσανατολίζει  σε κάτι διαφορετικό: τη με γενναιότητα υπομονή των δεινών, γιατί μάς λέει ότι υπάρχει το αντίδοτο: η θέαση του Χριστού και η αγάπη μας σ’  Εκείνον. Με άλλα λόγια, η περίπτωση του αγίου Ούαρου μας δίνει μία αισιόδοξη «νότα», μέσα στη «μαυρίλα» της εποχής: να αρχίσουμε να αγαπάμε περισσότερο τον Χριστό, ώστε με την αγάπη αυτή να θωρακίσουμε τους εαυτούς μας με τη γενναιότητα και το θάρρος. Εκεί ίσως υπάρχει και το έλλειμμα που έχουμε οι σημερινοί χριστιανοί, οι οποίοι απελπιζόμαστε εύκολα και τα «χάνουμε». Δεν έχουμε την αγάπη που πρέπει. Λοιπόν, θέλουμε να αποκτήσουμε τα «νεύρα», δηλαδή τη δύναμη και τη θέληση, για να αντέχουμε τα πάντα; Οι ελπίδες μας πρέπει να στραφούν πρωτίστως στον Θεό και στην υπέρβαση των δεινών που φέρνει πάντοτε η ελπίδα σ’  Αυτόν. Όπως συνέβη και στον άγιο Ούαρο: «Υπήλθες γνώμη σταθηρά τους ανδρείους αγώνας, νευρωθείς ταις ελπίσι των μελλόντων αγαθών». Μπήκες με γενναιότητα και σταθερή γνώμη στους αγώνες, γιατί «νευρώθηκες» με τις ελπίδες των μελλόντων αγαθών.

Με τον άγιο Ούαρο όμως είναι συνδεδεμένη και η συγκινητική ιστορία μίας γυναίκας, της Κλεοπάτρας,  με τον νεαρό υιό της, ιστορία που καταγράφεται και σε διάφορα Γεροντικά, και που μνημονεύεται αρκετές φορές και από τον υμνογράφο της ακολουθίας του αγίου. «Αλείφουσα μύροις σε, η θαυμαστή Κλεοπάτρα, υπό γην κατέθετο, και ναόν πανάγιον ανεδείματο, εορτήν άγουσα, θαυμαστήν Ούαρε, και πιστώς σε λιτανεύουσα∙ ης το παιδάριον, νοητή στρατεία κατέλεξας, και δόξη κατεκάλλυνας, και χοροίς Αγίων συνέταξας».  Αποδίδουμε με πιο ελεύθερο τρόπο τον ύμνο: η θαυμαστή Κλεοπάτρα,  μετά το μαρτύριό σου, Ούαρε, πήρε το άγιο λείψανό σου, το άλειψε με μύρα, το έθαψε κάτω από τη γη και σου έφτιαξε πανάγιο ναό. Όταν ήλθε η ημέρα της εορτής σου και σε λιτάνευσε με τρόπο πιστό, είδε ότι ο υιός της, από τον μεγάλο κάματο της ημέρας, πέθανε. Κι όταν εκείνη με δάκρυα μπροστά στον τάφο σου έκλαιγε γοερά, της παρουσιάστηκες με λαμπρό τρόπο, έχοντας μαζί σου και τον υιό της, ο οποίος απευθύνθηκε παρηγορητικά στη μητέρα του, λέγοντας πόσο καλά περνά εκεί που βρίσκεται, γεγονός που έκανε την Κλεοπάτρα να κατανοήσει ότι και ο υιός της συγκαταλέχτηκε στη νοητή στρατιά, είναι και αυτός δοξασμένος, μαζί με τους χορούς των αγίων. Η Κλεοπάτρα παρηγορήθηκε και παραμένοντας έκτοτε στον ναό, υπηρετώντας διαρκώς τον άγιο Ούαρο, παρέδωσε και αυτή εν ειρήνη την αγία ψυχή της.