Τρίτη, 10 Μαρτίου 2020

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (68)


Δεν θα ασχοληθούμε με τους συνανθρώπους μας εκείνους που έχουν τοποθετήσει τον εαυτό τους εκτός της χριστιανικής πίστεως και της Εκκλησίας – δικαιολογημένα δεν αποδέχονται ότι η θεία κοινωνία είναι σώμα και αίμα Χριστού, ότι υπό τα είδη του άρτου και του οίνου δηλαδή είναι ο ίδιος ο Χριστός. Πώς άλλωστε να το δεχτούν όταν πρόκειται για μία χαρισματική πραγματικότητα που προϋποθέτει την πίστη στον Χριστό ως Θεό και άνθρωπο, συνεπώς απαιτεί να υπάρχει στην ύπαρξή τους η χάρη του αγίου Πνεύματος που αυτή μόνη δίνει τη συγκεκριμένη δύναμη αποδοχής; Ο απόστολος Παύλος μεταξύ πολλών άλλων σημειώνει επιγραμματικά: «Οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Κανείς δεν μπορεί να ομολογήσει τον Ιησού ως Κύριο, δηλαδή ως Θεό, παρά με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος. Συνεπώς είναι απολύτως δικαιολογημένοι οι εκτός της Εκκλησίας για να διαγράφουν τα μυστήριά της, δηλαδή αυτό που συνιστά το κέντρο και ολόκληρη τη ζωή της, τη Θεία Ευχαριστία, η οποία προσφέρεται «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον», διότι προσφέρει «τόν Ἰατρόν τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων».  
Εκεί που πραγματικά θλιβόμαστε και απορούμε είναι όταν την αμφισβήτηση και την άρνηση την εκφράζουν άνθρωποι που διατείνονται ότι αποτελούν μέλη της Εκκλησίας, ότι πιστεύουν στον Χριστό, ότι σέβονται την παρουσία της Εκκλησίας στον κόσμο. Και απορούμε γιατί δείχνουν ότι τελικώς δεν πιστεύουν στον Χριστό, δεν πιστεύουν στο Ευαγγέλιο και τον άγιο λόγο Του, δεν κινούνται στον ρυθμό του ζωντανού σώματός Του. Δεν έχουν ακούσει, δεν έχουν διαβάσει ότι ο ίδιος ο Κύριος ίδρυσε το μυστήριο («λάβετε, φάγετε, τοῦτό ἐστι τό σῶμά μου. Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτό ἐστι τό αἷμά μου»), ότι έδωσε εντολή αυτό που έκανε στον Μυστικό Δείπνο αυτό να κάνουν και οι μαθητές Του για να ζουν την παρουσία Του έκτοτε («τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν»), ότι έτσι κατανόησαν τα πράγματα οι μαθητές Του και οι μαθητές Του σε όλους τους αιώνες;
«Μα, είναι δυνατόν να βλέπουμε άρτο και οίνο με τα μάτια μας και να είναι κάτι άλλο;» εξακολουθούν να διατείνονται. «Εντάξει, είμαστε πιστοί, μα αυτά εκφεύγουν των ορίων της λογικής». Κι αποδεικνύουν με τον πιο περίτρανο τρόπο, όπως είπαμε, την απιστία τους ή στην καλύτερη περίπτωση την ολιγοπιστία τους, πάντως την έλλειψη της χριστιανοσύνης τους. Διότι η πίστη μας δεν στηρίζεται στη λογική ως να είναι αυτή το κριτήριο για τη ζωή μας. Τη λογική τη χρησιμοποιούμε για όλα τα αισθητά πράγματα της εδώ ζωής μας, μα η αναφορά μας είναι ο λόγος του Θεού, είτε ως προσωπικός Λόγος (ο Χριστός) είτε ως το κήρυγμα του Ευαγγελίου Του (που και αυτό είναι μία άλλη μορφή του ίδιου του Χριστού). Κι αυτό θα πει: οι χριστιανοί πατάμε στο έδαφος της υλικής πραγματικότητας, μα πορευόμαστε πάνω στο έδαφος κυρίως του βάθους της πραγματικότητας που είναι η παντοδύναμη ενέργεια του Θεού μας. «Διά πίστεως περιπατοῦμεν, οὐ δι’ εἴδους» εξαγγέλλει ο απόστολος. Με την πίστη πορευόμαστε, όχι μ’ αυτό που μας προσφέρουν οι αισθήσεις μας και οι γνώσεις του κόσμου τούτου. Κι αυτό γιατί; Διότι «οὐ σκοποῦμεν τά βλεπόμενα, ἀλλά τά μή βλεπόμενα. Τά γάρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τά δέ μή βλεπόμενα αἰώνια». Και ποιος είναι αυτός που θα πει με βεβαιότητα ότι η πραγματικότητα είναι αυτή και μόνη που επισημαίνουν οι αισθήσεις μας; Ένας τέτοιος προβληματισμός μάς ανάγει σε προβληματισμό παρελθόντων ξεπερασμένων αιώνων. Η επιστήμη σήμερα είναι πιο ταπεινή και σεμνή, γιατί έχει διευρύνει τα όριά της. Όταν έρχονται οι ίδιοι οι φυσικοί επιστήμονες στη συντριπτική πλειοψηφία τους για να πουν ότι από το όλο της πραγματικότητας του κόσμου μας έχουμε (επιστημονική) γνώση – και μάλιστα πολύ ελλιπή – για το τέσσερα μόλις τοις εκατό (4%) και μας διαφεύγει εξ ολοκλήρου το 96%, ποιος είναι εκείνος που θα υποστηρίξει κάτι διαφορετικό; Απλώς εκφράζει την πολύ ξεπερασμένη πίστη του, εκφράζει τα διαφορετικά του πιστεύω, πάντως ούτε την επιστήμη, πολλώ δε μάλλον τη χριστιανική πίστη.
Η Εκκλησία μας παρ’ όλα αυτά στέκεται με πολλή αγάπη και πολύ σεβασμό έστω και μπροστά στις αμφισβητήσεις των ανθρώπων, έστω και  των ασθενών πιστών. Ακούει τις ενστάσεις τους, αφουγκράζεται τον προβληματισμό τους, μα τους καλεί να πάρουν αφορμή από την ολιγοπιστία τους αυτή και να βαθύνουν τη σχέση τους με τον Θεό. Είναι μία ευκαιρία να ζητήσουν από τον Χριστό προσθήκη της πίστεώς τους, κατά το «πρόσθες ἡμῖν πίστιν» των μαθητών του Κυρίου, ή να κραυγάσουν και αυτοί, εφόσον είναι καλοπροαίρετοι και αναζητούν την αλήθεια, (σαν τον πατέρα που πλησίασε τον Χριστό για να ζητήσει τη βοήθειά Του)  το «πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ». Είναι δηλαδή ο καιρός τώρα η ευκαιρία που δίνεται σε όλους μας να τα βρούμε περισσότερο με τον Θεό μας, να καθαρίσουμε την πίστη μας γι’ Αυτόν, να νιώσουμε έστω και λίγο την αίσθηση της παρουσίας Του μέσα στην καρδιά μας. Άλλωστε γι’ αυτόν τον λόγο – έτσι φαίνεται μέσα στην Αγία Γραφή - επιτρέπει και παραχωρεί (όχι δημιουργεί) ο Θεός μας τέτοιες δύσκολες καταστάσεις στον κόσμο μας: να γίνονται οι προκλήσεις για τη μετάνοιά μας. Διότι «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν».
Τα παραπάνω βεβαίως δεν ακυρώνουν τα όποια μέτρα πρέπει να παίρνουμε, κάνοντας το ανθρώπινο κατά το «μή ἐκπειράσεις Κύριον τόν Θεόν σου», προκειμένου να διαφυλάσσουμε και τον εαυτό μας και κυρίως τους συνανθρώπους μας: ό,τι ήδη έχει ανακοινώσει η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας, ό,τι πρακτικό προτείνουν οι υγειονομικές αρχές. Κι οι αρχές αυτές μας λένε και κάτι πολύ σημαντικό που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε: ο σπουδαιότερος παράγων για να παραμένει κάποιος υγιής είναι η καλή ψυχολογία του. Ακόμη και για τον καρκίνο, τονίζουν πολλές φορές οι ιατροί, πλέον του 50% παίζει ρόλο η ψυχική διάθεση του ασθενούς. (Ο άγιος Πορφύριος μάλιστα συνήθιζε να λέγει ότι άνθρωπος που αγωνίζεται στην πίστη του Χριστού και προσπαθεί να τηρεί τις άγιες εντολές Του, κυρίως την αγάπη, ελέγχει την εξέλιξη κι αυτής της δύσκολης αρρώστιας). Λοιπόν, όταν ο σπουδαιότερος παράγων για την αντιμετώπιση της όποιας ασθένειας είναι η καλή ψυχολογία του ανθρώπου κι αυτήν την ψυχολογία την τρέφει πρωτίστως η πίστη στον Θεό,  πώς τόσο εύκολα επιχειρούν διάφοροι να κτυπήσουν αυτήν την πίστη, να την διακωμωδήσουν, να την ακυρώσουν; Ανεπίγνωστα, γιατί δεν θέλουμε να διανοηθούμε ότι μπορεί κάποιος εν επιγνώσει να κινείται έτσι, βοηθούν στην εξάπλωση της νόσου, αφού κτυπούν το θεμέλιο τελικώς του μεγάλου δώρου της υγείας.