Παρασκευή, 31 Μαΐου 2019

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΕΡΜΕΙΑΣ


«Ο άγιος Ερμείας ζούσε επί του βασιλιά Αντωνίνου, στην πόλη των Κομάνων και ήταν στρατιωτικός. Ήταν προχωρημένης ηλικίας και είχε άσπρα μαλλιά. Συνελήφθη επειδή ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό και οδηγήθηκε στον άρχοντα Σεβαστιανό, με αποτέλεσμα να δώσει αυτός διαταγή να του σπάσουν πρώτα τα σαγόνια, να του αφαιρέσουν το δέρμα του προσώπου και να του ξεριζώσουν τα δόντια. Έπειτα άναψαν καμίνι και τον έριξαν μέσα. Παρέμεινε όμως αβλαβής από τη φωτιά, οπότε δόθηκε διαταγή να τον σκοτώσουν με δηλητηριώδη φάρμακα. Ήπιε τα φάρμακα κι όταν παρέμεινε και από αυτά αβλαβής, έλκυσε προς την πίστη του Χριστού αυτόν που του τα έδωσε. Επειδή αυτός ομολόγησε τον Χριστό ως Θεό, του κόψανε το κεφάλι. Τότε του αγίου του έβγαλαν τα νεύρα του σώματος και τον έριξαν σε πυρωμένο λέβητα, στη συνέχεια του τρύπησαν τους οφθαλμούς και σε τρεις ημέρες τον κρέμασαν με το κεφάλι κάτω. Και έτσι αφού του έκοψαν τον αυχένα, εξεδήμησε προς τον Κύριο».

       Τη γενναιότητα και την ανδρεία είναι φυσικό να την βλέπει κανείς στους νέους ανθρώπους. Να την βλέπει όμως σε μεγάλους και προχωρημένης ηλικίας ανθρώπους είναι πράγμα θαυμαστό και παράδοξο. Διότι ο μεγάλος άνθρωπος, βλέποντας τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν, νιώθει περισσότερο ανασφαλής και αναζητεί συνήθως κάλυψη και ασφάλεια. Ο φόβος έτσι γίνεται στοιχείο της ζωής του ηλικιωμένου, συναυξανόμενο με την πρόοδο της ηλικίας. Τα παραπάνω βεβαίως ισχύουν εκεί που δεν λειτουργεί η μεγάλη πίστη στον Χριστό. Ή μάλλον ισχύουν, αλλά καταπολεμούνται και υπερβαίνονται από την πίστη του Χριστού. Διότι αυτό είναι το χαρακτηριστικό της χριστιανικής πίστεως: η ενδυνάμωση της καρδιάς του ανθρώπου και η εξάλειψη του κάθε φόβου. Η παρουσία του Χριστού στη ζωή του ανθρώπου, όποιας ηλικίας, συνοδεύεται πάντοτε με την προτροπή: "Μη φοβού, μόνον πίστευε". Γι' αυτό και ο απόστολος Παύλος σημειώνει ότι "ουκ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού". Και μία τέτοια μεγάλη πίστη, χαρισματική πίστη που κατακρήμνισε όλες τις θεωρούμενες σταθερές, ήταν και η πίστη του αγίου μάρτυρα Ερμεία. Προχωρημένης ηλικίας ο άγιος "και λευκήν έχων την τρίχα τω χρόνω" κατά το συναξάρι. Κι όμως! Το φρόνημά του ήταν τόσο ανδρείο, η γενναιότητά του τόσο εκτυφλωτική, που οι νέοι άνθρωποι κάθε εποχής μπροστά του ωχριούν και υποστέλλονται. Πολύ περισσότερο ισχύουν γι' αυτόν - όπως και για τους άλλους μεγάλης ηλικίας άγιους μάρτυρες της πίστεως, σαν τον άγιο Πολύκαρπο, σαν τον άγιο Χαράλαμπο για παράδειγμα, ή και για τις μικρές κοπέλες χριστιανές μάρτυρες - τα λόγια που είχε πει σπουδαίος άνδρας, όταν γνώρισε την ηρωίδα του '21 Μπουμπουλίνα και είχε θαυμάσει την τόλμη και τη γενναιότητά της, παρόλη τη γυναικεία φύση της: "Μπροστά της οι ανδρείοι έκλιναν την κεφαλή, ενώ οι δειλοί φοβούνταν".

     Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος επισημαίνει επανειλημμένως την πραγματικότητα αυτή. Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη το πρώτο στιχηρό του εσπερινού, ο πρώτος ύμνος δηλαδή για τον μάρτυρα Ερμεία, αναφέρεται ακριβώς σ' αυτό.  "Η ακαταμάχητη χάρη του Χριστού που σε δυνάμωνε, μάρτυς, δείχνει σε όλους τη δύναμή Του μέσα από την ασθένεια της φύσης σου. Γι' αυτό και σε θνητό σώμα σε ενίσχυσε να καταπαλέψεις τον άσαρκο διάβολο με δύναμη και να πάρεις τη νίκη" («Η απροσμάχητος χάρις του δυναμούντός σε, εν ασθενεία, μάρτυς, σου της φύσεως πάσι την δύναμιν δεικνύει. Διό και θνητώ σε ενίσχυσε σώματι, καταπαλαίσαι τον άσαρκον κραταιώς και λαβείν τα νικητήρια»). "Ενισχυόμενος, πάνσοφε, από τη δύναμη του θείου Πνεύματος, ταπείνωσες με χαρά τον δυνατό στην κακία δράκοντα" ("Ρώμη θείου Πνεύματος συ κρατυνόμενος, πάνσοφε, τον δυνατόν χαίρων εν κακία εταπείνωσας δράκοντα") (ωδή γ΄). Ακόμη και στην ρίψη του αγίου μέσα στο καμίνι της φωτιάς, κι εκεί φαίνεται να εισέρχεται απτόητος, θυμίζοντας τους τρεις παίδας εν τη καμίνω. "Μπήκες χωρίς κανένα φόβο στην πυρακτωμένη κάμινο, ένδοξε, κι όπως οι τρεις παίδες διέμεινες ακατάφλεκτος με τη δύναμη του Θεού" ("Υπεισήλθες απτόητος την πυρακτωθείσαν, ένδοξε, κάμινον, ως οι παίδες δε διέμεινας θεϊκή δυναστεία ακατάφλεκτος") (ωδή δ΄). Η νεανική ανδρεία του τον έκανε να κραυγάζει την αφοβία του και να ομολογεί την πίστη του στον αληθινό Θεό: "Δεν φοβάμαι κάθε αύξηση των βασάνων που μου γίνεται, ούτε προσφέρω κανένα σεβασμό στους ανύπαρκτους θεούς, έκραζες, παμμακάριστε. Έναν μόνον σέβομαι, τον Ιησού τον Κύριο, ο Οποίος σταυρώθηκε επί Ποντίου Πιλάτου" ("Ου πτοούμαι πάσαν αλγεινών επίτασιν προσγινομένην, ουδέ νέμω σέβας τοις μη ούσιν, έκραζες θεοίς, παμμάκαρ. Ένα μόνον σέβω, Ιησούν τον Κύριον, τον επί Ποντίου Πιλάτου σταυρωθέντα") (ωδή η΄). 
       Ο άγιος Ιωσήφ βεβαίως δεν είναι δυνατόν να μην επισημάνει την αιτία της μεγάλης αυτής πίστης του αγίου Ερμεία και της τρομερής γενναιότητας της καρδιάς του. Κι αυτή δεν είναι άλλη από την θερμή αγάπη του προς τον Κύριο. Κινητήρια δύναμη, ποιητικό αίτιο της αταλάντευτης θέλησής του, ώστε να υπομείνει όλα τα φοβερά κολαστήρια μέχρι τελικής πτώσης του, παρόλη την ηλικία του, ήταν η πλήρωση της καρδιάς του από τη φλόγα της αγάπης του Χριστού και η διαρκής επομένως ενατένισή του προς Αυτόν. "Γέμισες από το πυρ της αγάπης του Χριστού και έγινες πραγματικά σαν δίστομη μάχαιρα" ("Στομούμενος τω πυρί της του Χριστού αγαπήσεως, ως δίστομος αληθώς γεγένησαι μάχαιρα") (ωδή ς΄). "Ατενίζοντας στον Θεό, ο Οποίος μπορεί να προσφέρει τη σωτηρία, υπέμεινες γενναία τους πόνους του σώματος, Ερμεία, με προσηλωμένο νου" ("Εις Θεόν ατενίζων, τον δυνάμενον σώζειν, νοός ευθύτητι υπήνεγκας τους πόνους, Ερμεία, τους γενναίους") (ωδή ζ΄). Τελικά, το μόνο που μετράει στη ζωή αυτή δεν είναι ούτε η ηλικία ούτε βεβαίως οτιδήποτε άλλο επίγειο προσόν, πέραν του φρονήματος της ίδιας της καρδιάς. Και καρδιά που αντέχει και τον ίδιο τον θάνατο, με επίγνωση και με νόημα, είναι η καρδιά του χριστιανού, η καρδιά δηλαδή που είναι γεμάτη από την πίστη και την αγάπη του Χριστού και του ανθρώπου.

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

ΑΠΑΝΩΤΑ... ΘΑΥΜΑΤΑ! (2)


Ὁ καπετάν Ἀνδρέας χτύπησε τό ρόπτρο ἀπό τή μεγάλη βαριά ξύλινη θύρα τοῦ μοναστηριοῦ. Οἱ ὁδηγίες καί ἡ βοήθεια τοῦ κάπελα Ἰωάννη ἦταν πολύτιμες καί ἀποτελεσματικές. Τοῦ βρῆκε ἄνθρωπο νά τόν συνοδέψει στό μοναστήρι, τοῦ βρῆκα ἁμαξᾶ. Ὁ καπετάνιος ἔνιωσε ὅτι βρῆκε ἕναν ἄνθρωπο πού μπορεῖ νά ἐπικοινωνήσει καρδιακά, ἕναν φίλο.
Ἡ θύρα ἔτριξε μετά ἀπό λίγο καί φάνηκε ἕνας νέος σχετικά καλόγερος. «Μπορῶ νά προσκυνήσω;» εἶπε ὁ Ἀνδρέας κι ἔνιωσε μία θέρμη καί μία ἀγαλλίαση στήν καρδιά του. Κοίταξε προσεκτικά τόν καλόγερο· «μήπως εἶναι ἕνα ἀπό τά…ἱερά παιδιά;» ἀναρωτήθηκε. «Κύριε», ὕψωσε τόν νοῦ του στόν Θεό, «εὐλόγησε τό προσκύνημά μου. Γνωρίζεις ὅτι δέν ἔρχομαι ἀπό ἁπλή περιέργεια· Ἐσένα ἀναζητῶ καί τά σημάδια τῆς παρουσίας Σου». Τό μοναστήρι φαινόταν ἰδιαιτέρως φροντισμένο καί μέ μία μεγαλοπρέπεια πού δέν περίμενε κανείς στόν ἀπομακρυσμένο ἐκεῖνον τόπο. Βουνά μέ ἀρκετή βλάστηση περιέκλειαν τήν περιοχή, βράχια πού σχημάτιζαν κάποιες περίεργες σπηλιές, ἐνῶ ὁ Ναός ἦταν ἐκεῖνος πού δέσποζε σέ σχέση μέ τά ὑπόλοιπα κτίσματα.
Ὁ καλόγερος ὁδήγησε τόν Ἀνδρέα καί τόν συνοδό του στόν λαμπρό Ναό νά προσκυνήσουν. Ἔκαναν μέ εὐλάβεια τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, φίλησαν τίς εἰκόνες, καί… προσήλωσαν τό βλέμμα τους στό Ἱερό, τό Ἄγιο Βῆμα. Ὁ καπετάν Ἀνδρέας ἔνιωσε ἕνα τρέμουλο. «Ναί», ἄκουσε τή φωνή τοῦ καλόγερου, πού εἶχε καταλάβει ὅτι οἱ προσκυνητές ἦταν ἐνημερωμένοι. «Ἐδῶ εἶναι τό σημεῖο πού ἔπεσε ἡ φωτιά καί ἔκαψε τά πάντα ἀπό αὐτά πού εἶχαν κάνει τά παιδιά ὡς Θεία Λειτουργία παίζοντας».
Ὁ Ἀνδρέας εἶχε μάθει ὄντως συγκεκριμένα τήν ἱστορία τῶν παιδιῶν. Τοῦ τήν εἶχαν πεῖ κάποιοι γνωστοί του ἤδη ἀπό τήν πατρίδα του τήν Κύπρο, τοῦ τή διηγήθηκε καί ὁ καλός ταβερνιάρης Ἰωάννης, ἦλθε ἡ ὥρα νά τήν «ψηλαφήσει» καί ὁ ἴδιος στόν τόπο πού συνέβη.
Βοηθοῦσαν μερικά παιδιά τούς γονεῖς τους στό ἀπόμακρο λίγο χωριό τους, τή Γοταγόνα τῆς Συρίας, βόσκοντας τά πρόβατά τους. Καί κάποια στιγμή, σάν παιδιά, θέλησαν νά παίξουν. Καί ἔπαιξαν αὐτό πού συνήθιζαν νά κάνουν καί ἄλλες φορές: τάχα ὅτι κάνουν λειτουργίες τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ γονεῖς τους ἤτανε πιστοί ἄνθρωποι, δέν ἔλειπαν ποτέ ἀπό τόν Ναό τοῦ χωριοῦ τους, τά παιδιά ἤτανε ἐκεῖνα πού πρῶτα βρίσκονταν δίπλα στό ἅγιο Βῆμα, νά ἀκοῦνε καθαρά τίς εὐχές τῶν ἱερέων, νά κοινωνοῦν πρῶτα αὐτά μετά τούς ἱερεῖς. Λοιπόν ἀπό τή συνεχή ἐπανάληψη ἔμαθαν ἀπέξω τίς εὐχές· μποροῦσαν κι αὐτά νά τίς ἐπαναλάβουν· νά παίζουν τούς ἱερεῖς. Καί νά τώρα, τούς δόθηκε ἡ εὐκαιρία, χωρίς περισπασμούς, νά «τελέσουν» τή Θεία Λειτουργία. Ἕνας λεῖος βράχος πού βρῆκαν θά ἦταν ἡ ἅγια τράπεζά τους· ὁ ἕνας τους θά ἦταν ὁ παπάς, ἄλλοι δύο οἱ διάκονοι καί τά ὑπόλοιπα παιδιά τό ἐκκλησίασμα. Εἴχανε μαζί τους ψωμί, ἔτυχε νά ἔχουν καί κρασί, ἀπό αὐτό πού κρύβουν οἱ μεγάλοι στά μέρη πού πηγαίνουν γιά βοσκή. Κι ἄρχισαν τή Λειτουργία. Φτάσανε καί στήν ἁγία ἀναφορά. Ὁ «παπάς» εἶπε τήν εὐχή, οἱ «διάκονοι» ρίπιζαν μέ τά καπέλα τους. Καί πρίν τεμαχίσουν τόν ἄρτο γιά νά «κοινωνήσουν» ὅλα τά παιδιά, ἔζησαν τό γεγονός πού τούς σφράγισε καί τούς ἄλλαξε γιά πάντα τή ζωή: φωτιά ἔπεσε ἀπό τόν Οὐρανό πού κατέκαψε καί κατέφαγε ὅλα ὅσα προσκόμισαν. Ὁ βράχος κατακάηκε – δέν ἔμεινε τό παραμικρό ἴχνος οὔτε ἀπό αὐτόν οὔτε κι ἀπό αὐτά πού τά παιδιά εἶχαν προσφέρει.
Ὅλα ἔγιναν ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ. Τά παιδιά ἔνιωσαν τέτοιο συγκλονισμό, ὥστε ἔπεσαν κατάχαμα ἀπό τόν φόβο τους μή μπορώντας οὔτε μιλιά νά βγάλουν ἀπό τό στόμα τους ἀλλ’ οὔτε καί νά σηκωθοῦν. Δέν ξέρουν πόση ὥρα πέρασε. Σημασία εἶχε ὅτι δέν ἐπέστρεψαν στήν προβλεπόμενη ὥρα στό χωριό τους, οἱ γονεῖς καί οἱ χωριανοί ἀνησύχησαν, τούς ἔψαξαν, τούς βρῆκαν καί… κόντεψαν κι αὐτοί νά πάθουν  συγκοπή. Γιατί τά παιδιά ἤτανε χαμένα: ὄχι μόνο δέν μποροῦσαν νά σηκωθοῦν, μά οὔτε και νά μιλήσουν, ὅπως καί δέν ἔδειχναν νά καταλαβαίνουν αὐτά πού τούς ἔλεγαν καί τούς ρωτοῦσαν οἱ μεγάλοι. Τά κουβάλησαν στό χωριό. Μά ἡ ἔκπληξή τους καί ὁ φόβος τους συνεχίστηκαν ὅλη τήν ἡμέρα, ὅλη τή νύχτα, μέχρι τήν ἑπομένη τό πρωί, γιατί δέν ὑπῆρξε καμία διαφορετική ἀντίδραση ἀπό τά παιδιά. Οἱ γονεῖς κόντευαν νά τρελαθοῦν. Κι ὅταν ἔφτασε ἡ ἑπομένη ἡμέρα, τότε ἄρχισαν σιγά σιγά τά παιδιά νά λένε τό τί συνέβη. Πῆραν τά παιδιά καί τά πῆγαν, ὅλο τό χωριό, στό μέρος πού τά βρῆκαν. Κι εἶδαν πράγματι τόν τόπο πού συνέβη τό θαυμαστό γεγονός, ὅπως καί τά ἴχνη ἀπό τά ὑπολείμματα τῆς φωτιᾶς.
Ἦλθε ἡ ὥρα τῆς Ἐκκλησίας διά τοῦ Ἐπισκόπου. Οἱ ἄνθρωποι ἔκαναν τό αὐτονόητο: ἔτρεξαν στήν πόλη καί διηγήθηκαν τά πάντα στόν Ἐπίσκοπο. Σ’ αὐτόν πού εἶναι ἡ ὁρατή κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας· σ’ αὐτόν πού τοῦ ἔχει δοθεῖ ἡ χάρη νά διακρίνει τά πνεύματα «εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι» ἤ ὄχι. Ὁ Ἐπίσκοπος κρίνοντας ὅτι πρόκειται περί σοβαροῦ γεγονότος, κινητοποίησε ὅλο τόν κλῆρο του, πῆγε στόν τόπο τοῦ θαύματος, εἶδε τά παιδιά, ἄκουσε ἀπό αὐτά ὅ,τι συνέβη. Κι ὅταν μάλιστα εἶδε καί τά σημάδια τῆς οὐράνιας φωτιᾶς, δέν τοῦ ἔμεινε ἡ παραμικρή ἀμφιβολία: κατάλαβε ὅτι πρόκειται περί ἐπέμβασης τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ, περί «σημείου» τῆς παρουσίας Του, συνεπῶς ἐκεῖ, στόν τόπο αὐτόν τόν φοβερό, θά ἔπρεπε νά στηθεῖ κτίσμα πού θά θυμίζει ἐσαεί τό γεγονός. Ὅ,τι ἔκαναν οἱ προφῆτες καί οἱ μεγάλοι Πατριάρχες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: στούς τόπους πού «σημαδεύονταν» ἀπό τόν Θεό ἔκτιζαν θυσιαστήρια· ὅ,τι ἔκαναν οἱ ἅγιοι Κωνσταντίνος καί Ἑλένη, ὅπως καί οἱ χριστιανοί αὐτοκράτορες: σέ ὅλους τούς ἅγιους τόπους ἔκτιζαν ναούς λαμπρούς· τό ἴδιο ἔκανε καί ὁ ἅγιος αὐτός Ἐπίσκοπος. Στόν συγκεκριμένο τόπο ἔκτισε λαμπρό μοναστήρι, ἐπ’ ὀνόματι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου, ἐνῶ πάνω στόν βράχο πού ἔπεσε ἡ φωτιά ἔστησε τό ἅγιο θυσιαστήριο, τήν ἁγία Τράπεζα τοῦ Ναοῦ.
Μέ φωτισμό Θεοῦ ὅμως, μέ ταπείνωση καί ἀγάπη στράφηκε καί πρός τούς γονεῖς τῶν παιδιῶν. «Νομίζω», εἶπε, κι ὁ λόγος του ἀκούστηκε ὡς ἐπίσης φωνή ἐξ Οὐρανοῦ, «νομίζω ὅτι τά παιδιά αὐτά δέν μποροῦν νά συνεχίσουν τή ζωή τους ὅπως πρῶτα. Ἔγιναν μέτοχα ἑνός συγκλονιστικοῦ γεγονότος, ἦταν σάν νά τά ξεχώρισε ὁ Κύριος, προκειμένου νά ἀφιερωθοῦν σ’ Αὐτόν. Θεωρῶ ὅτι ἐδῶ βρισκόμαστε σέ μία ἄμεση κλήση τοῦ Θεοῦ, ὥστε τά παιδιά, ἐφόσον τό θελήσουν, νά γίνουν καλόγεροι στό μοναστήρι πού θά κτιστεῖ. Σκεφτῆτε το, ἀλλά μᾶλλον ὁ δρόμος αὐτός εἶναι μονόδρομος».
Τά παιδιά, συγκλονισμένα ἀκόμη, δέχτηκαν ἀμέσως τήν πρόκληση καί τήν πρόσκληση. Κατάλαβαν ὅτι αὐτό πού ἔζησαν τούς σφράγισε καί τούς καθόρισε τή ζωή. Ἄλλωστε εἶχαν τόν χρόνο, μέχρι νά γίνει τό μοναστήρι, νά τό ξανασκεφτοῦν. Οἱ γονεῖς, πιστοί καί εὐσεβεῖς ἄνθρωποι, θεώρησαν τήν κλήση αὐτή ὡς εὐλογία ὄχι μόνο γιά τά παιδιά τους, μά καί γιά τούς ἴδιους καί ὅλη τήν οἰκογένειά τους. Κι ἦλθε ἡ ὥρα, μετά ἀπό ὁρισμένα χρόνια πού τά παιδιά, ἀφοῦ εἶχαν ξεκινήσει ἤδη τή δοκιμή τους στόν δρόμο αὐτόν τῆς ἀφιέρωσης, νά γίνουν πράγματι καλόγεροι. Ἡ περαιτέρω ζωή τους ἐπιβεβαίωσε πλήρως τήν κλήση διά τοῦ Ἐπισκόπου τοῦ Κυρίου: ἀναδείχτηκαν ἀληθινοί μαθητές τοῦ Κυρίου μέ τή χάρη Του νά λάμπει στά πρόσωπα καί τήν ὅλη ζωή τους.
Ὁ καπετάν Ἀνδρέας παρέτεινε τό προσκύνημά του στό μοναστήρι. Ὁ ἡγούμενος ἐκτιμώντας τήν εὐλάβεια καί τήν πίστη του τόν ἄφησε ὅσο χρόνο ἤθελε. Καί βεβαίως ἐκεῖ πού ἔζησε τή χάρη καί τήν ἀλλοίωση τῆς καρδιᾶς του γιά μία ἀκόμη φορά, ἦταν ὅταν γνώρισε ἀπό κοντά τά παιδιά, καλογέρους ὥριμους τώρα.  Τό κάθε σημεῖο τοῦ μοναστηριοῦ ἔγινε γι’ αὐτόν σάν τούς Ἁγίους Τόπους – καί ἡ παραμικρή πέτρα μιλοῦσε βαθιά στήν ψυχή του. Γι’ αὐτό καί δέν ἄργησε πολύ, ἐφόσον μάλιστα δέν εἶχε ἀξιωθεῖ νά κάνει οἰκογένεια, νά ζητήσει ἀπό τόν ἅγιο ἡγούμενο νά παραμείνει διά παντός στόν εὐλογημένο αὐτόν τόπο. Ὁ ἡγούμενος τοῦ ἐξήγησε τίς δυσκολίες, καί λόγω τῆς ἡλικίας του. Τοῦ εἶπε ὅτι ἄλλο εἶναι νά εἶσαι προσκυνητής, ξέροντας ὅτι ἀνά πᾶσα στιγμή μπορεῖς νά φύγεις γιά τόν κόσμο, καί ἄλλο νά δέσεις τόν ἑαυτό σου στήν ὑπακοή διά παντός, ὅμως ἐκεῖνος, ἔμπειρος πιά στήν πνευματική ζωή, ἦταν ἕτοιμος. Ἡ κουρά του σέ μοναχό ἔγινε μέσα σέ κλίμα βαθιᾶς κατάνυξης. Ὁ καπετάν Ἀνδρέας ἔγινε μοναχός Μωϋσῆς. Κι ἦταν πολύ συγκινητική ἡ στιγμή πού ἀπό τούς πρώτους πού τοῦ εὐχήθηκαν καί τόν ἀγκάλιασαν στή νέα του ζωή ἦταν ὁ κυρ-Γιάννης, ὁ κάπελας στήν Ἀπάμεια τῆς Συρίας. «Θά ἔρχομαι συχνά νά σέ βλέπω καί νά τά λέμε», τοῦ εἶπε μέ δάκρυα στά μάτια. «Εὔχου καί ὑπέρ ἐμοῦ καί τῆς οἰκογένειάς μου».
(Ἀφορμές ἀπό "Λειμωνάριον" Ἰ. Μόσχου, κεφ. 76, 77, 196)

Τρίτη, 28 Μαΐου 2019

ΑΠΑΝΩΤΑ… ΘΑΥΜΑΤΑ! (1)


Ὁ καπετάν Ἀνδρέας ἔσπρωξε τή σφηνωμένη ἀπό τήν ὑγρασία  πόρτα τοῦ μικροῦ παλιοῦ καπηλειοῦ, ἡ ὁποία σήμανε κι ἕνα μικρό καμπανάκι, κι ἀμέσως τόν συνεπῆρε ἕνα κύμα θερμότητας ἀνακαταμένης μέ καπνούς. Μία ἐλαφριά ὀχλοβοή ἀπό τούς θαμῶνες, πού διακοπτόταν ἀπό κάποια τρανταχτά γέλια προερχόμενα ἀπό κάποιον μεσήλικα μ’ ἕνα γεμάτο ποτήρι κρασί στό χέρι, τόν ἔκανε νά καταλάβει ὅτι βρέθηκε σέ μέρος πού ἔσφυζε ἀπό ζωή τῆς καθημερινότητας. Ἔριξε ἕνα γύρο τή ματιά του προσπαθώντας νά ξεκρίνει πρόσωπα καί θέσεις, εἶδε ἕνα ἄδειο τραπεζάκι δίπλα ἀπό ἕνα παράθυρο καί ἔσπευσε νά καθήσει. Ἔβγαλε τό καπέλο καί τό ζακέτο πού φοροῦσε κι ἔκανε νόημα στόν κάπελα, ὁ ὁποῖος ἀνταποκρίθηκε καί πῆγε κοντά του νά πάρει παραγγελία, χαιρετίζοντάς τον καί καθαρίζοντας γιά μία ἀκόμη φορά τό τραπεζάκι.
«Ἕνα ζεστό τσάι, σᾶς παρακαλῶ, καί ὅ,τι πρόχειρο σάν πρόγευμα ἔχετε», εἶπε εὐγενικά. «Κι ἀκόμη…», κοντοστάθηκε λίγο, «…θά ἤθελα ἔπειτα νά σᾶς ρωτήσω γιά κάτι συγκεκριμένο, γιά τό ὁποῖο ἦλθα στά μέρη σας».
«Δέν εἶστε ἀπό δῶ, ἔτσι δέν εἶναι;» εἶπε ὁ καλοκάγαθος κάπελας, δείχνοντας μεγάλη ἐπιθυμία νά μάθει τά σχετικά μέ τόν νέο πελάτη του. «Ἀλλά πρῶτα νά ἑτοιμάσω τήν παραγγελιά σας κι ἀμέσως μετά εἶμαι στή διάθεσή σας».
Ὁ Ἀνδρέας κάθισε ἀναπαυτικότερα στήν καρέκλα, ἡ ὁποία ἔτριξε ὄχι ἀπό τό βάρος τοῦ λιπόσαρκου ἔτσι κι ἀλλιῶς νεοφερμένου, ἀλλά ἀπό τήν… ἀρχαιολογία της, καί χωρίς νά τό θέλει ἄρχισε νά ἀκούει τήν ἱστορία πού ἔλεγε ἀρκετά δυνατά στούς φίλους του ἕνας τυφλός ἀπ’ ὅ,τι τελικῶς κατάλαβε ἀπό τό διπλανό τραπέζι.
«Φίλοι μου», ἔλεγε, προφανῶς γιά πολλοστή φορά, γιατί κάποιο «ὤχ!» ἑνός ἀπό τούς… φίλους ἀκούστηκε, «φίλοι μου, ὅπως σᾶς ἔχω ξαναπεῖ, ἐγώ δέν ἤμουνα τυφλός ἐκ γενετῆς. Ἔγινα τυφλός πολύ ἀργότερα, στά νειᾶτα μου, λόγω τοῦ ἐπαγγέλματός μου. Τό ξέρετε δά ὅτι ἤμουνα ναυτικός…» - ὁ Ἀνδρέας στό ἄκουσμα τοῦ ναυτικοῦ γύρισε τό βλέμμα του μέ μεγάλο ἐνδιαφέρον καί προσπάθησε νά κοιτάξει τόν τυφλό ἄνδρα, τόν… συνάδελφο, ἐνῶ τά αὐτιά του τεντώθηκαν στό ἔπακρο γιά νά μή χάσει καμιά κουβέντα του – «ἤμουνα λοιπόν ναυτικός καί ταξιδεύαμε ἔξω ἀπό τήν Ἀφρική…».
«Τό τσαγάκι καί ὅ,τι καλούδι σᾶς ἑτοίμασα», τόν σταμάτησε ἀπό τό ἄκουσμα ὁ κάπελας, ὁ ὁποῖος ἦρθε ἀπό πάνω του κι ἀπίθωσε μέ μαεστρία τό περιεχόμενο τοῦ δίσκου του. «Ἀλήθεια, ποιό τό ὄνομά σας;» εἶπε μέ ἐνδιαφέρον, κι ἔσπρωξε μιά καρέκλα νά καθήσει λίγο μαζί μέ τόν πελάτη του. «Ἀνδρέας», ἀπάντησε, «κι εἶμαι ἀπό τήν Κύπρο». «Καί πῶς ἀπό τά μέρη μας, ἄν ἐπιτρέπετε, καί συγγνώμη γιά τό θάρρος, μά ἐσεῖς πρό ὀλίγου μοῦ εἴπατε ὅτι θέλετε νά μάθετε κάποια πράγματα».
«Ναί», συμφώνησε ὁ Ἀνδρέας, ὁ ὁποῖος λίγο δυσανασχέτησε πού ἔχασε τή συνέχεια τῆς ἱστορίας τοῦ τυφλοῦ ἄνδρα. «Πράγματι, θέλω νά σᾶς ρωτήσω γιά ἐκεῖνο πού ἔκανα τόν κόπο καί ἦλθα στήν περιοχή σας, ἐδῶ στήν Ἀπάμεια τῆς Συρίας. Μά, προηγουμένως, θέλω νά μάθω ποιός εἶναι αὐτός ὁ τυφλός ἄνδρας δίπλα στό τραπέζι – κι ἔκανε νόημα μέ τά μάτια του – γιατί μοῦ ἔκανε ἐντύπωση τό γεγονός ὅτι ἦταν ναυτικός στά νειᾶτα του κι ἐκεῖ, λέει, τυφλώθηκε, κατά τή διάρκεια ἑνός ταξιδιοῦ του. Καί τό ρωτάω, γιατί κι ἐγώ ναυτικός ἤμουν, τώρα ἔχω σταματήσει βεβαίως λόγω ἡλικίας, μά, καταλαβαίνετε πώς κάθε τι πού ἀναφέρεται σέ συναδέλφους μοῦ προκαλεῖ τό ἐνδιαφέρον. Καί μάλιστα γιά τήν τύφλωση ἑνός ναυτικοῦ…».
«Μεγάλη ἱστορία», εἶπε ὁ Ἰωάννης, ὁ κάπελας, ὁ ὁποῖος δήλωσε κι αὐτός τό ὄνομά του στόν Ἀνδρέα. Ἔριξε μιά ματιά στούς θαμῶνες, μήπως κάτι θέλει κάποιος, εἶδε ὅτι ὅλοι εἶναι ἀπορροφημένοι ἀπό τά… τσιμπολογήματά τους καί τίς συζητήσεις τους, καί στράφηκε καί πάλι στόν καπετάν Ἀνδρέα. «Λοιπόν, καπετάνιο μου», εἶπε, «μεγάλη ἱστορία. Αὐτός πράγματι ἦταν ναυτικός ἐδῶ καί χρόνια, ταξίδευε καί στήν Ἀφρική, ὅπως καί σέ ἄλλα βεβαίως μέρη, μά κάποια φορά πού τό καράβι του ἔπλεε ἔξω ἀπό τήν Ἀφρική, ἔπαθε, ὅπως μᾶς ἔχει πεῖ, ὀφθαλμία. Καί μή ξέροντας πῶς νά θεραπευτεῖ, γιατί οὔτε ὁ καπετάνιος του οὔτε καί κανένας ἄλλος γνώριζε κάτι συγκεκριμένο γιά τήν πάθηση αὐτή, σκέπασαν τά μάτια του λευκώματα κι ἔτσι τυφλώθηκε».
«Ναί», ἔκανε μέ μεγάλη συμπόνια ὁ Ἀνδρέας. «Ξέρω γιά τήν πάθηση αὐτή, πού πράγματι ὁδηγεῖ ἄν δέν ἀντιμετωπιστεῖ ἄμεσα σέ τύφλωση. Πρόκειται γιά μιά βαριά φλεγμονή τοῦ ματιοῦ, ἡ ὁποία εἶναι σάν νά πυορροεῖ καί ὀφείλεται εἴτε σέ κάποια μόλυνση εἴτε σέ τραυματισμό εἴτε σέ κάποιο σῶμα πού μπαίνει στό μάτι καί παραμένει ἐκεῖ χωρίς νά βγεῖ. Τόν καημένο… Ἀλήθεια πῶς τόν λένε;» «Γεώργιο, καπετάνιε, Γεώργιο. Ἔκανε μάλιστα τότε πού τό ἔπαθε πολλά τάματα στόν ἅγιο μεγαλομάρτυρα, μά δέν ἔγινε τίποτε. Ὁ ἅγιος δέν ἀνταποκρίθηκε…», ἔσκυψε τό κεφάλι του ὁ καλός μαγαζάτορας καί ξεφύσηξε μέ δύναμη. «Τέλος πάντων, τό συνήθισε ὁ ἄνθρωπος, τό ξεπέρασε καί τώρα, μέ τή βοήθεια τῶν δικῶν του, χαίρεται ὅσο μπορεῖ τή ζωή του. Νά ‘ναι καλά. Εἶναι τακτικός πελάτης τοῦ μαγαζιοῦ μου, τόν ἀγαπᾶνε ὅλοι, ἁπλῶς τόν ξέρουμε ὅτι δέν ὑπάρχει περίπτωση νά μήν πεῖ μέ τήν πρώτη εὐκαιρία καί πάλι τήν ἱστορία του».  
«Τά πάθια μας ἀνακυκλώνουμε ὅλοι μας», εἶπε θυμόσοφα ὁ καπετάνιος. «Τά πάθια μας…». «Φαίνεστε νά ἔχετε περάσει κι ἐσεῖς πολλά, καπετάνιο. Ἀλήθεια, καί συγγνώμη γιά τό θάρρος, μά μοῦ τό δίνει ἡ ἀγαθωσύνη πού βλέπω στό πρόσωπό σας καί τό ἄνοιγμά σας μέ τήν κουβέντα μας, τί εἶναι ἐκεῖνο πού θά χαρακτηρίζατε ἐσεῖς ὡς τό πιό παράδοξο καί ἰδιαίτερο ἀπό τή ναυτική ζωή σας; Ἐσεῖς οἱ ναυτικοί βλέπετε πολλά, παθαίνετε πολλά καί ἔχετε πάντα νά διηγηθεῖτε ξεχωριστά περιστατικά πού μερικές φορές ὅταν τά ἀκούει κανείς τοῦ  φεύγει τό… τσερβέλο, πού λένε».
Ὁ Ἰωάννης, ὁ κάπελας, στήλωσε τά μάτια του στόν καπετάν Ἀνδρέα. Ἦταν βέβαιος ὅτι ἡ ζωή τοῦ ἄγνωστου αὐτοῦ ἄνδρα πού μπῆκε στό καπηλειό του, τοῦ ἄνδρα πού ἀπέπνεε καλωσύνη – αὐτό ὀσμιζόταν ἀπό αὐτόν, μέ τόσα χρόνια ἐπαφῆς μέ πλῆθος ἀνθρώπων πού μπαινόβγαινε στό μαγαζί του - εἶχε πολλές διακυμάνσεις, εἶχε ζήσει πολλά, τό εἶπε ἄλλωστε ὁ ἴδιος: γιά «πάθια» μίλησε, κι ἀπό τήν ἄλλη ἐκεῖνος τοῦ ζήτησε νά μάθει κάτι, πού γι’ αὐτό τό κάτι ἦλθε στήν περιοχή του, στήν Ἀπάμεια τῆς Συρίας.
«Ναί, πράγματι, πολλά μοῦ συνέβησαν ὅλα τά χρόνια πού ταξιδεύω κι ἐγώ σέ ὅλες τίς θάλασσες, μά τό πιό συγκλονιστικό θά ἔλεγα, ἐκεῖνο πού χάραξε τή ζωή μου καί δέν μπορῶ νά τό ξεχάσω, εἶναι μέ μία γυναίκα ὀνόματι «Μαρία». «Τί συνέβη, καπετάνιο;» εἶπε ὁ κάπελας· «καμιά… ἐρωτοδουλειά μήπως; Κανένας μεγάλος ἔρωτας;» ἔκανε καί τά μάτια του λίγο πῆραν ν’ ἀστράφτουν. «Μακάρι νά ἦταν αὐτό», ξεστόμισε θλιμμένα ὁ Ἀνδρέας. «Μακάρι! Δυστυχῶς ὅμως τά πράγματα ἦταν ὅ,τι χειρότερο συνάντησα στή ζωή μου. Μιλᾶμε γιά μία πραγματική τραγωδία, πού ὅμοιά της συναντάει κανείς στίς ἀρχαῖες ἑλληνικές τραγωδίες, σάν τήν περίπτωση τῆς Μήδειας ἀπό τήν ἑλληνική μυθολογία».
«Δηλαδή;» - τό ἐνδιαφέρον τοῦ κάπελα εἶχε ἐξαφθεῖ τόσο, πού ἀγνόησε τίς φωνές κάποιων πού τόν καλοῦσαν. «Δηλαδή; Πές μου, καπετάνιο, γιατί δέν θά μπορέσω νά ἡσυχάσω».
«Ἡ Μαρία αὐτή, ἦταν μία νέα γυναίκα, κοντά τριάντα χρονῶν, πού κατέφυγε στό καράβι μου, κυνηγημένη ἀπό τίς ἀρχές καί κυρίως ἀπό τή συνείδησή της. Εἶχε παντρευτεῖ, εἶχε κάνει δύο παιδιά, ζοῦσε εὐτυχισμένη. Μά πέθανε ὁ ἄνδρας της, ἔμεινε νεαρή χήρα, καί σκεπτόμενη τό μέλλον της μέ τά μικρά παιδιά της καί χωρίς δουλειά ἔφτασε σέ ἀπόγνωση. Τότε ἦταν πού ἐρωτεύτηκε ἕναν νεαρό στρατιωτικό πού ἔμενε κοντά στό σπίτι της. Ἐκείνη τόν ἐρωτεύτηκε, ὄχι ἐκεῖνος. Περνοῦσε ἀπό μπροστά της, δέν τῆς ἔδινε σημασία κι ἐκείνη ἔλιωνε ἀπό τό πάθος της. Κάποια στιγμή πῆρε τό θάρρος νά πάει στό σπίτι του καί νά τοῦ ἐκμυστηρευτεῖ τόν ἔρωτά της γι’ αὐτόν. Ὁ νεαρός στρατιωτικός ἀντέδρασε. Τῆς εἶπε ὅτι δέν ὑπάρχει περίπτωση νά κάνει κάτι μαζί της, μολονότι τῆς ὁμολόγησε ὅτι δέν τοῦ ἤτανε ἀδιάφορη, γιατί ἤτανε χήρα γυναίκα μέ μικρά παιδιά. Δέν μποροῦσε νά ἀναλάβει ἕνα τέτοιο βάρος στό ξεκίνημα τῆς δικῆς του ζωῆς. Τήν ἔδιωξε, κι ἐκείνη, θολωμένη καί ἀπελπισμένη, σκέφτηκε νά… καθαρίσει τό ἔδαφος. Σκότωσε τά παιδιά της, τά ἔθαψε σ’ ἕνα μικρό περιβόλι πού εἶχε, καί πῆγε καί πάλι νά τοῦ πεῖ τά καθέκαστα, ὅτι δηλαδή δέν ὑπάρχει πιά τό ἐμπόδιο τῶν παιδιῶν…».
«Κάπελα, τί θά γίνει; Θά ἔλθεις καμιά φορά;» ἄρχισαν νά ὀργίζονται ὁρισμένοι πού ζητοῦσαν καινούργια παραγγελία καί φρέσκο κρασί. «Τώρα ἀμέσως», φώναξε. «Ἔρχομαι!». Στράφηκε στόν καπετάνιο. «Μήν τυχόν καί φύγεις, καπετάνιο. Σ’ ἕνα λεπτό εἶμαι πίσω». Ἔνευσε συγκαταβατικά ὁ καπετάνιος, ὁ ὁποῖος εἶχε βυθιστεῖ καί πάλι στό νέφος τῶν ἀναμνήσεων, κάνοντας προσπάθεια νά κατεβάσει τό ὑπόλοιπο τοῦ ροφήματός του καί νά τσιμπήσει κάτι ἀπό τό λιγοστό πρωϊνό του.
«Λοιπόν, λοιπόν;» ἄκουσε τή φωνή τοῦ Ἰωάννη. «Τί ἔγινε στή συνέχεια; Πές μου, σέ παρακαλῶ, καπετάνιο, δέν ἀντέχω».
«Ὁ νέος ἄνδρας, μόλις ἔμαθε τί εἶχε κάνει ἡ γυναίκα, ἔφριξε καί πάνιασε. Σάν νά ζαλίστηκε ἀπό τό ἄκουσμα, συγκρατήθηκε, ἀνέκτησε τίς δυνάμεις του καί τήν ἔδιωξε μέ τόν χειρότερο τρόπο. “Τί ζωή μποροῦμε πιά νά κάνουμε οἱ δυό μας;” τῆς εἶπε. “Θά μᾶς κυνηγάει πιά ἡ ἐνοχή γιά τά ἀδικοχαμένα παιδιά σου. Πῶς τόλμησες καί τό ἔκανες; Πῶς τόλμησες;». Ἡ Μαρία ἔφυγε παραπατώντας. Τότε ἄρχισε νά συνειδητοποιεῖ τό μέγεθος τοῦ ἀνομήματός της· καί ἀντέδρασε σάν τό πληγωμένο ζῶο πού ψάχνει μέρος νά κρυφτεῖ. Ἔβλεπε ὅτι ὅλοι θά τήν ἀποπαίρνουν καί θά τήν φτύνουν, κυρίως ὅμως  ὅτι θά τήν συλλάβουν καί θά τήν κλείσουν στή φυλακή. Κι αὐτό δέν τό ἄντεχε. Σάν τρελή κατέβηκε στήν παραλία καί μπῆκε στό πρῶτο καράβι πού συνάντησε γιά ταξίδι. “Νά φύγω, νά φύγω νά γλυτώσω”, ἐπανελάμβανε συνέχεια μέσα της. Κάπου στό κατάστρωμα βρῆκε μιά γωνιά κι ἐκεῖ ζάρωσε».
Σταμάτησε γιά λίγο ὁ καπετάνιος καί τότε κατάλαβε ὅτι οἱ θαμῶνες τοῦ διπλανοῦ τραπεζιοῦ εἶχαν σταματήσει κι αὐτοί νά μιλοῦν καί εἶχαν στραφεῖ σ’ ἐκεῖνον γιά νά τόν ἀκοῦνε. Ἦταν τόσο τραγική ἡ ἱστορία, πού κι αὐτός ὁ τυφλός δέν μίλαγε πιά. Οἱ στιγμές φαίνονταν βαριές.
«Τότε», πῆρε νά συνεχίζει ὁ Ἀνδρέας, «ἄρχισαν τά πιό δύσκολα καί τά πιό συγκλονιστικά». «Πιό δύσκολα ἀπ’ ὅ,τι μέχρι τώρα μᾶς εἶπες;» ἔκανε ὁ κάπελας. «Τί χειρότερο μποροῦσε νά συμβεῖ; Κι ἀλήθεια, καπετάν Ἀνδρέα, ἐσύ πῶς τά ἔμαθες ὅλα αὐτά γιά τή Μαρία;»
«Μή βιάζεσαι, φίλε μου», ἔκανε ὁ Ἀνδρέας. «Ὅλα τά ἔμαθα, γιατί δέν μποροῦσα νά μήν τά μάθω. Ἀκοῦστε λοιπόν τή συνέχεια καί θά… φρίξετε! Τό καράβι μου ἔφυγε τήν προβλεπόμενη ὥρα, ἔκανε κάποιες ὧρες ταξίδι, καί ξανοιχτήκαμε στό πέλαγος. Καί τότε ἦταν πού τό καράβι… κόλλησε!» «Τί σημαίνει «κόλλησε», καπετάνιο;» ἀκούστηκε μία φωνή ἀπό τό διπλανό τραπέζι. «Κόλλησε σέ κάποια ξέρα;» «Ὄχι, δέν ἦταν ξέρα οὔτε ὁτιδήποτε ἄλλο πού θά μποροῦσε κανείς νά ἐξηγήσει τήν ἀκινησία τοῦ καραβιοῦ. Σάν μία δύναμη, πέρα ἀπό τά ἀνθρώπινα, νά μήν ἐπέτρεπε στό καράβι νά συνεχίσει τήν πορεία του. Κάναμε τά πάντα, κοιτάξαμε τά πάντα, τίς μηχανές, κάτω ἀπό τό καράβι, τίποτε… Ἐνῶ δέν φαινόταν κάτι ὡς πρόβλημα, τό καράβι δέν κινιόταν».
«Καί τί ἔγινε; Πῶς ξεκολλήσατε;» Τά μάτια ὅλων κρέμονταν ἀπό τά χείλη τοῦ Ἀνδρέα. Ὄχι μόνο τό διπλανό τραπέζι, ἀλλά ὅλα τά τραπέζια εἶχαν σταματήσει καί περίμεναν τή συνέχεια τῆς ἱστορίας – δέν εἴχανε ξανακούσει κάτι παρόμοιο, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος πού τό διηγεῖτο δέν φαινόταν νά εἶναι παλαβός. «Ἐγώ ὡς καπετάνιος, πού εἶχα τήν εὐθύνη τόσων ἀνθρώπων - ἄλλοι πήγαιναν Κωνσταντινούπολη, ἄλλοι Ἀλεξάνδρεια, ὅλοι στίς δουλειές τους – εἶχα κυριολεκτικά λιώσει πού λένε. Ἀποτραβήχτηκα στήν καμπίνα μου, γονάτισα καί ἄρχισα νά προσεύχομαι. Μέ πόνο ψυχῆς, μέ κλάματα… Δέν ἄντεχα αὐτό τό ἀκατανόητο… Καί τότε, ἄκουσα μία φωνή, δέν ξέρω κι ἐγώ ἀπό ποῦ ἦλθε: “Ρίξε τή Μαρία στή θάλασσα, καί θά φύγετε”. Δέν καταλάβαινα, ἀλλά ἡ ἴδια φράση ἀπό τήν ἴδια φωνή ἐπαναλήφθηκε τρεῖς φορές. Βγῆκα ἔξω  στό κατάστρωμα. Ποιά μπορεῖ νά εἶναι ἡ Μαρία; Ὑπῆρχαν ἄνδρες στό πλοῖο μά καί γυναῖκες. Γιά ποιά Μαρία ἔκανε λόγο ἡ φωνή; Καί τότε φωτίστηκα καί φώναξα: «Μαρία! Μαρία!» Κανένας δέν ἀπάντησε, παρά μία ξεψυχισμένη φωνή ἀπό μία γωνιά τοῦ καταστρώματος. Ἤτανε ἡ Μαρία πού σᾶς εἶπα, ἡ μοναδική μέ τό ὄνομα αὐτό, ἡ ὁποία σέρνοντας παρουσιάστηκε. Τήν πῆρα στήν καμπίνα μου καί τῆς διηγήθηκα τί εἶχε προηγηθεῖ. Συγκλονίστηκε καί τρέμοντας μοῦ ἐξομολογήθηκε τή ζωή της. Ἀπό κεῖ βεβαίως ἔμαθα ὅ,τι σᾶς εἶπα πρίν. Δέν πήγαινε ὅμως ἡ καρδιά μου νά τή ρίξω στή θάλασσα. Καί ὁ Κύριος μοῦ ἔδωσε καί πάλι νέο φωτισμό. Τῆς πρότεινα νά μποῦμε καί οἱ δύο σέ ξεχωριστές φελοῦκες, νά μᾶς κατεβάσουν στή θάλασσα, ὁπότε ἡ κρίση θά εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ἄν ἐγώ ἤμουν ὁ φταίχτης, θά καταποντιζόμουνα. Ἄν ἐκείνη, θά ἔδειχνε ὁ Θεός. Δέχτηκε. Ὅ,τι ἔγινε στή συνέχεια ἦταν σάν ἔργο ἀπό σκηνή ἀρχαίας τραγωδίας - οἱ πάντες κάτασπροι σάν τό πανί νά παρακολουθοῦν, κρατώντας καί τήν ἀναπνοή τους. Μπῆκα πρῶτος στή φελούκα. Μέ κατέβασαν στή θάλασσα. Περίμενα, περίμενα, τίποτε. Μέ ξανανέβασαν. Μπῆκε ἡ Μαρία στή δική της φελούκα. Τήν κατεβάσαμε στή θάλασσα. Καί τότε συνέβη αὐτό πού ἀνθρώπινο μυαλό δέν θά μποροῦσε ποτέ νά διανοηθεῖ, γι’ αὐτό καί εἶπα προηγουμένως ὅτι δέν μοῦ ἔλαχε ποτέ κάτι παρόμοιο στή ζωή μου».
«Σάν τί, καπετάνιο;» ἡ ἐρώτηση ἦλθε ἀπό πολλές μεριές. Ἡ ἔνταση εἶχε φτάσει στό ἀπροχώρητο. «Μόλις ἡ φελούκα μέ τή Μαρία μέσα ἀκούμπησε στή θάλασσα, ἡ φελούκα ἔκανε ἀπότομα πολλές στροφές γύρω ἀπό τόν ἑαυτό της καί πῆγε κατευθεῖαν στόν πάτο. Δέν ξαναφάνηκε ποτέ. Ὅλοι κοιταζόμασταν χωρίς νά μιλᾶμε. Οἱ καρδιές μας σταμάτησαν καί νά χτυπᾶνε. Ἐπιχειρήσαμε νά ξεκινήσουμε. Κι ὄχι μόνο πῆραν μπρός οἱ μηχανές, ἀλλά τό πλοῖο ἄρχισε νά γλιστράει στή θάλασσα μέ τέτοιον τρόπο, ὥστε μία ἀπόσταση δεκαπέντε ἡμερῶν τήν κάναμε μέσα σέ τρεῖς ἡμέρες».
Ὁ καπετάνιος δέν ἄντεξε καί ξέσπασε σέ δάκρυα. «Τόσα χρόνια ἔχουν περάσει», εἶπε, «καί δέν μπορῶ νά ξεχάσω ὅ,τι συνέβη. Πιστεύω ὅτι ὁ Θεός ξέπλυνε τά ἁμαρτήματα τῆς Μαρίας μ’ αὐτόν τόν τρόπο, ὅταν μάλιστα αὐτή ἔδειξε πράγματι ὅτι εἶχε συναισθανθεῖ τό μέγεθος τῆς ἀνομίας της. Ἀλλά ποιός ξέρει ἀπό τήν ἄλλη τίς βουλές τοῦ Θεοῦ;».
Σηκώθηκε βαρύθυμα ὁ κάπελας. Πῆγε στή θέση του καί ἄρχισε νά καθαρίζει ἀσυναίσθητα τόν πάγκο μπροστά του· νά ἀλλάζει θέση στά ποτήρια· νά δείχνει χαμένος ἀπό τίς εἰκόνες τῆς ἱστορίας πού μόλις εἶχε ἀκούσει. Ἀλλά καί οἱ ὑπόλοιποι· στράφηκαν μεταξύ τους καί ἄρχισαν νά σχολιάζουν τά γενόμενα.
Ἡ ὥρα πέρασε. Ὁ καπετάν Ἀνδρέας θυμήθηκε τόν λόγο γιά τόν ὁποῖο εἶχε πάει στήν Ἀπάμεια. «Κύριε Γιάννη», φώναξε. «Ἦλθε ἡ ὥρα νά ρωτήσω αὐτό γιά τό ὁποῖο καί βρέθηκα στά μέρη σας». «Ναί, καπετάνιο μου», εἶπε πρόθυμα. «Ὁλόκληρο ταξίδι κάνατε, καί τελικά δέν μάθατε αὐτό πού σᾶς ἀπασχολεῖ». «Πρόκειται γιά ἕνα μοναστήρι ἐδῶ στά μέρη αὐτά», ἄρχισε νά λέει ὁ καπετάνιος, «τό ὁποῖο κτίστηκε πρίν ἀπό ἀρκετά χρόνια μετά ἀπό ἕνα θαυμαστό γεγονός πού συνέβη ἐκεῖ». Τά μάτια τοῦ κάπελα ἄστραψαν. «Ἄ, ναί! Τό θαῦμα μέ τά παιδιά», εἶπε. «Θέλω νά πάω στό μοναστήρι αὐτό. Ἄκουσα τί συνέβη, ὁπότε ἡ δική μου ἱστορία πού σᾶς διηγήθηκα, μᾶλλον… χωλαίνει μπροστά στήν ἱστορία τῶν παιδιῶν». Ὁ μαγαζάτορας πλησίασε καί κάθισε πάλι. «Δέν εἶναι πολύ κοντά μας τό μοναστήρι», ἔκανε. «Ἀπέχει σαράντα μίλια καί… Ἀλλά, καπετάνιο, ἀξίζει τόν κόπο. Ὑπάρχουν ἐδῶ στήν περιοχή μας ἄνθρωποι πού ἔζησαν ἀπό κοντά τό θαυμαστό πράγματι γεγονός, πού ὅταν τό ἀκοῦς σοῦ σηκώνεται ἡ τρίχα ὄρθια. Ἔχω πάει κι ἐγώ στό μοναστήρι αὐτό, τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Σωτήρα τό εἴπανε, καί ὅποιος πάει νιώθει κάτι τό ἰδιαίτερο. Καί περισσότερο ὅταν βλέπεις τά ἴδια αὐτά παιδιά πού μετεῖχαν στήν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ ὡς καλόγερους πιά. Γιατί μετά ἀπό ὅ,τι ἔγινε ἤτανε μονόδρομος νά καλογερέψουν τά παιδιά».
«Τό ἔμαθα, ἀδελφέ μου Ἰωάννη. Γι’ αὐτό καί θεώρησα ὄχι ὑποχρέωση, μά ἀνάγκη νά ἔλθω νά προσκυνήσω. Τό εἶδα σάν κάτι παρόμοιο μέ τήν καιομένη βάτο τοῦ Μωϋσῆ, ἐκεῖ στό Σινᾶ. Ἀρκετό καιρό μελετοῦσα τό ταξίδι μου αὐτό, καί τώρα μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία. Ὑπάρχει κανείς πού μπορεῖ νά μέ καθοδηγήσει;»
(Συνεχίζεται...)

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2019

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΡΩΣΟΣ Ο ΝΕΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ



῾῾Ο ὅσιος ᾽Ιωάννης γεννήθηκε σέ ἕνα χωριό τῆς λεγομένης Μικρᾶς Ρωσίας, ἀπό γονεῖς εὐλαβεῖς καί ὀρθοδόξους, ὅταν βασίλευε στήν Ρωσία ὁ Μέγας Πέτρος, κατά τό ἔτος 1690 μ.Χ. Ἦταν στρατιώτης κατά τόν πόλεμο πού ἔκανε ὁ τολμηρός αὐτός τσάρος ἐναντίον τῆς Τουρκίας (τό 1711), στόν ὁποῖο ὅμως ὁ μέγας ἡγεμόνας στάθηκε ἄτυχος καί κινδύνεψε μάλιστα νά θανατωθεῖ καί ὁ ἴδιος ἀπό τούς Τούρκους. ῾Ο ᾽Ιωάννης πιάστηκε αἰχμάλωτος ἀπό τούς Τάταρους, μαζί μέ χιλιάδες Ρώσους, καί οἱ Τάταροι τόν πούλησαν σέ ἕναν ᾽Οθωμανό ἀξιωματικό ῞Ιππαρχο, πού καταγόταν ἀπό τό Προκόπι τῆς Μικρᾶς ᾽Ασίας (κοντά στήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας). ῾Ο ἀγᾶς τόν πῆρε μαζί του στό χωριό του, ἐνῶ ἡ Τουρκία γέμισε ἀπό ἀμέτρητο πλῆθος δούλων Ρώσων, οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ὁποίους μή ἀντέχοντας τά βάσανα ἀρνήθηκαν τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ καί ἔγιναν Μουσουλμάνοι.
῾Ο ᾽Ιωάννης ὅμως ἦταν ἀπό παιδί ἀναθρεμμένος ῾ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου᾽ καί ἀγαποῦσε πολύ τόν Θεό καί τήν θρησκεία τῶν πατέρων του. Γι᾽ αὐτό, ἔχοντας τήν σοφία πού δίνει ὁ Θεός σ᾽ αὐτούς πού Τόν ἀγαποῦν, ἔκανε ὑπομονή στήν δουλεία καί τήν κακομεταχείριση τοῦ ἀφεντικοῦ του καί στίς ὕβρεις καί τά πειράγματα τῶν ᾽Οθωμανῶν, οἱ ὁποῖοι τόν φώναζαν ῾κιαφίρη᾽, δηλαδή ἄπιστο, φανερώνοντάς του τήν περιφρόνηση καί τήν ἀπέχθειά τους. Σημειωτέον ὅτι τό Προκόπι ἦταν στρατόπεδο τῶν χριστιανομάχων Γενιτσάρων καί ὁ ᾽Ιωάννης ἦταν τό βδέλυγμά τους, διότι στόν κύριό του καί σέ ὅσους τόν παρακινοῦσαν νά ἀρνηθεῖ τήν θρησκεία του, ἀποκρινόταν μέ σθεναρή γνώμη ὅτι προτιμοῦσε νά πεθάνει, παρά νά πέσει σέ τέτοια φοβερή ἁμαρτία. Στόν ἀγᾶ μάλιστα εἶπε: ῾῎Αν μέ ἀφήσεις ἐλεύθερο στήν θρησκεία μου, θά εἶμαι πολύ πρόθυμος στίς διαταγές σου. ῎Αν ὅμως μέ πιέσεις νά ἀλλαξοπιστήσω, γνώριζε ὅτι σοῦ παραδίδω τό κεφάλι μου παρά τήν πίστη μου. Χριστιανός γεννήθηκα καί χριστιανός θά πεθάνω᾽.
῾Ο Θεός βλέποντας τήν πίστη του καί ἀκούγοντας τήν ὁμολογία του μαλάκωσε τήν σκληρή καρδιά τοῦ κυρίου του, ὁ ὁποῖος μέ τόν καιρό τόν συμπάθησε. Σ᾽ αὐτό συνήργησε καί ἡ μεγάλη ταπείνωση πού στόλιζε τόν ᾽Ιωάννη, καθώς καί ἡ πραότητά του.
῎Εμεινε λοιπόν ἥσυχος ὁ μακάριος ᾽Ιωάννης ἀπό τίς ὑποσχέσεις καί ἀπειλές τοῦ ᾽Οθωμανοῦ κυρίου του, ὁ ὁποῖος τόν εἶχε διορίσει στόν σταῦλο του γιά νά φροντίζει τά ζῶα του. Σέ μία γωνιά τοῦ σταύλου ξάπλωνε τό κουρασμένο σῶμα του καί ἀναπαυόταν, εὐχαριστώντας τόν Θεό γιατί ἀξιώθηκε νά ἔχει ὡς κλίνη τήν φάτνη στήν ὁποία ἀνακλίθηκε κατά τήν Γέννησή Του ὡς ἄνθρωπος ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἡμῶν ᾽Ιησοῦς Χριστός. ῏Ηταν δέ ἀφοσιωμένος στό ἔργο του, καθώς περιποιόταν μέ στοργή τά ζῶα τοῦ κυρίου του, τά ὁποῖα αἰσθάνονταν τήν τόση πρός αὐτά ἀγάπη τοῦ ἁγίου, ὥστε νά τόν ζητοῦν ὅταν ἀπουσίαζε, νά τόν προσβλέπουν μέ ἀγάπη καί νά χρεμετίζουν μέ χαρά ὅταν τά θώπευε, σάν νά συνομιλοῦσαν μαζί του.
Μέ τόν καιρό ὁ ἀγᾶς τόν ἀγάπησε, καθώς καί ἡ σύζυγός του καί τοῦ ἔδωσαν γιά κατοικία ἕνα μικρό διαμέρισμα κοντά στόν ἀχυρώνα. ῞Ομως ὁ ᾽Ιωάννης δέν δέχτηκε καί ἐξακολούθησε νά κοιμᾶται στόν ἀγαπητό του σταῦλο, γιά νά καταπονεῖ τό σῶμα του μέ τήν κακοπέραση καί μέ τήν ἄσκηση, μέσα στήν δυσοσμία τῶν ζώων καί τά ποδοβολητά τους. ᾽Εκεῖνος ὅμως ὁ σταῦλος γέμιζε τήν νύκτα ἀπό τίς προσευχές τοῦ ἁγίου καί ἡ κακοσμία γινόταν ὀσμή εὐωδίας πνευματικῆς. ῾Ο μακάριος ᾽Ιωάννης εἶχε ἐκεῖνον τόν σταῦλο ὡς ἀσκητήριο, καί ἐκεῖ πορευόταν κατά τούς κανόνες τῶν Πατέρων, ἐπί ὧρες γονυπετής καί προσευχόμενος, παίρνοντας λίγο ὕπνο μαζεμένος πάνω στό ἄχυρο, χωρίς ἄλλο σκέπασμα πέρα ἀπό μία παλαιά κάπα, τρώγοντας μέ διάκριση, πολλές φορές μόνο λίγο ψωμί καί νερό, νηστεύοντας τίς περισσότερες ἡμέρες καί ψάλλοντας μέ χαμηλή φωνή τούς ψαλμούς τοῦ Δαυίδ, πού τούς ἤξερε νά τούς λέει στήν Ρωσική γλώσσα. Ψαλμούς σιγόψελνε  καί τήν ὥρα πού ἀκολουθοῦσε πίσω ἀπό τό ἄλογο τοῦ κυρίου του, τόν καιρό πού περιδιάβαζε ἐκεῖνος μέσα στήν χώρα, καί τοῦτο τό ἔκανε κατά τήν τάξη τῶν ἱπποκόμων. Μέ τήν εὐλογία πού ἔφερε ὁ ἅγιος στόν οἶκο τοῦ Τούρκου ῾Ιππάρχου αὐτός πλούτισε καί ἔγινε ἕνας ἀπό τούς ἰσχυρούς τοῦ Προκοπίου.
῾Ο ἅγιος ἱπποκόμος του, ἐκτός ἀπό τήν προσευχή καί τήν νηστεία πού ἔκανε νυχθημερόν μέσα στόν σταῦλο, χειμώνα καί καλοκαίρι, καθήμενος πάνω στόν κόπρο σάν ἄλλος ᾽Ιώβ, πήγαινε τήν νύκτα καί ἔκανε ὄρθιος ἀγρυπνίες στόν νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας τοῦ ἁγίου Γεωργίου, ἡ ὁποία ἦταν κτισμένη στήν κουφάλα ἑνός βράχου καί βρισκόταν κοντά στόν οἶκο τοῦ Τούρκου κυρίου του. ᾽Εκεῖ πήγαινε κρυφά τήν νύκτα καί κοινωνοῦσε κάθε Σάββατο τά ἄχραντα μυστήρια. Καί ὁ Κύριος ῾ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς᾽, ἐπέβλεψε ἐπί τόν δοῦλο του τόν πιστό, καί ἔκανε ὥστε νά παύσουν νά τόν περιπαίζουν καί νά τόν ὑβρίζουν οἱ σύνδουλοί του καί οἱ ἄλλοι ἀλλόθρησκοι. ῎Εδωσε δέ ὁ Κύριος καί πλούτη πολλά στόν κύριο τοῦ ᾽Ιωάννη, ὁ ὁποῖος κατάλαβε ἀπό ποῦ ἦλθε στόν οἶκο του ἡ τόση εὐλογία, καί τό διαλαλοῦσε στούς συμπολίτες του.
᾽Αφοῦ λοιπόν πλούτισε, ἀποφάσισε νά πάει στήν Μέκκα γιά προσκύνημα, καί μία ἡμέρα ἔφυγε ἀπό τό Προκόπι καί μετά ἀπό διάφορες ταλαιπωρίες ἔφθασε στήν ἱερή πόλη τῶν Μωαμεθανῶν.
Πέρασαν ἀρκετές ἡμέρες ἀπό τό ταξίδι του, ὁπότε ἡ σύζυγός του παρέθεσε τραπέζι στούς συγγενεῖς καί τούς φίλους τοῦ ἄνδρα της, γιά νά εὐφρανθοῦν καί νά εὐχηθοῦν γιά τήν καλή ἐπάνοδό του. ῾Ο μακάριος ᾽Ιωάννης διακονοῦσε στό τραπέζι. Μέσα στά φαγητά πού παρέθεσαν ἦταν καί τό πιλάφι, πού ἄρεσε πολύ στόν ἀγᾶ καί τό συνηθίζουν στήν ᾽Ανατολή. Τότε ἡ οἰκοδέσποινα θυμήθηκε τόν σύζυγό της καί εἶπε στόν ᾽Ιωάννη: ῾Πόση εὐχαρίστηση θά ἔπαιρνε, Γιουβάν, ὁ ἀφέντης σου, ἄν ἦταν ἐδῶ καί ἔτρωγε μαζί μας ἀπό τό πιλάφι αὐτό!᾽ ῾Ο ᾽Ιωάννης τότε ζήτησε ἀπό τήν κυρά του ἕνα πιάτο γεμάτο πιλάφι καί εἶπε ὅτι θά τό ἔστελνε στόν ἀφένη του στήν Μέκκα. Οἱ προσκεκλημένοι γέλασαν, ἀλλά ἡ οἰκοδέσποινα ἔδωσε ἐντολή νά δώσουν τό συγκεκριμένο πιάτο στόν ᾽Ιωάννη, πιστεύοντας ὅτι ἤ θά τό φάει ὁ ἴδιος ἤ θά τό δώσει σέ καμμία πτωχή οἰκογένεια κατά τήν συνήθειά του.
῾Ο ἅγιος πῆρε τό πιάτο καί πῆγε στόν σταῦλο, καί ἐκεῖ γονατιστός ἔκανε θερμή προσευχή παρακαλώντας τόν Θεό νά στείλει τό πιάτο στόν κύριό του μέ ὅποιον τρόπο ᾽Εκεῖνος ὡς παντοδύναμος ἤξερε. Καί πράγματι τό πιάτο μέ τό φαγητό χάθηκε ἀπό τά μάτια του, καί ὁ μακάριος ᾽Ιωάννης ἐπέστρεψε στό τραπέζι καί εἶπε στήν οἰκοδέσποινα ὅτι ἔστειλε τό φαγητό στήν Μέκκα. Οἱ κεκλημένοι βεβαίως ἀκούοντας τόν λόγο γέλασαν, γιατί θεώρησαν ὅτι ὁ ᾽Ιωάννης τόν εἶπε χάριν ἀστειότητας.
Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες γύρισε ὁ κύριός του, φέροντας μαζί του τό χάλκινο πιάτο, πρός μεγάλη ἔκπληξη τῶν οἰκείων του, περιγράφοντάς τους τό πῶς μία συγκεκριμένη ἡμέρα (ἐκείνη τοῦ συμποσίου) εἰσερχόμενος στό κλειδωμένο δωμάτιό του βρῆκε τό πιλάφι, μέσα σέ πιάτο ὅμως πού ἀνῆκε στόν ἴδιο, κάτι πού ἦταν ἀκατανόητο νά τό ἐξηγήσει. Παρ᾽ ὅλη ὅμως τήν ταραχή του, ἔφαγε τό πιλάφι καί ἔφερε πίσω τό χάλκινο πιάτο. ῾Η γυναίκα του τοῦ ἐξήγησε τά καθέκαστα τοῦ συμποσίου καί πῶς ὁ ᾽Ιωάννης ζήτησε φαγητό γιά ἐκεῖνον, κάτι πού τό γέλασαν τότε, ἀλλά νά πού ἦταν ἀληθινό.
Τό θαῦμα αὐτό διαφημίστηκε σέ ὅλο τό χωριό καί στά περίχωρα, καί ὅλοι πιά θεωροῦσαν τόν ᾽Ιωάννη ὡς ἄνθρωπο δίκαιο καί ἀγαπητό στόν Θεό, τόν ἔβλεπαν μέ φόβο καί σεβασμό καί δέν τολμοῦσε κανείς νά τόν ἐνοχλήσει. ῾Ο κύριός του καί ἡ σύζυγός του τόν περιποιοῦνταν περισσότερο καί τόν παρακαλοῦσαν πάλι νά φύγει ἀπό τόν σταῦλο καί νά κατοικήσει σέ ἕνα οἴκημα πού ἦταν κοντά στόν σταῦλο, ὅμως ἐκεῖνος δέν ἤθελε νά ἀλλάξει κατοικία. Περνοῦσε λοιπόν τήν ζωή του μέ τόν ἴδιο τρόπο ὡς ἀσκητής, ἐργαζόμενος ὅπως πρίν στήν περιποίηση τῶν ζώων καί κάνοντας μέ προθυμία τά θελήματα τοῦ κυρίου του, ἐνῶ τήν νύκτα τήν περνοῦσε μέ προσευχή καί ψαλμωδία.
᾽Αλλά ὕστερα ἀπό λίγα ἔτη ἀσθένησε καί κειτόταν πάνω στά χόρτα μέσα σ᾽ ἐκεῖνον τόν σταῦλο πού τόν εἶχε ἁγιάσει μέ τίς δεήσεις του καί μέ τήν κακοπάθεια τοῦ σώματός του γιά τό ὄνομα καί γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος σάν ἐμᾶς καί σταυρώθηκε γιά τήν δική μας ἀγάπη. Καί προαισθανόμενος τό τέλος του ζήτησε νά κοινωνήσει τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ὁπότε ἔστειλε καί κάλεσε ἕναν ἱερέα. ῾Ο ἱερέας στήν ἀρχή φοβήθηκε νά φέρει τά ἅγια μυστήρια στόν σταῦλο, λόγω τοῦ φανατισμοῦ τῶν Τούρκων, ὅμως ἔπειτα φωτίστηκε ἀπό τόν Θεό, πῆρε ἕνα μῆλο, τό ἔσκαψε, ἔβαλε μέσα τήν θεία κοινωνία, καί ἔτσι πῆγε καί κοινώνησε τόν μακάριο ᾽Ιωάννη, ὁ ὁποῖος μόλις μετέλαβε παρέδωσε τήν ἁγία του ψυχή στά χέρια τοῦ Θεοῦ πού τόσο Τόν ἀγάπησε. Αὐτό ἔγινε τήν 27η Μαΐου τοῦ 1730, σέ ἡλικία περίπου σαράντα ἐτῶν᾽.
Τά θαύματα πού ἔκτοτε ὁ Θεός ἔκανε μέσω τοῦ ἁγίου Του εἶναι πάμπολλα, ἐνῶ ἡ ἴδια χάρη τοῦ ἁγίου καί τοῦ χαριτόβρυτου λειψάνου του ἐξακολουθεῖ νά προσφέρεται καθημερινῶς σέ καθέναν πού μέ πίστη καί ταπείνωση τόν ἐπικαλεῖται καί τόν προσεγγίζει.
Κατά τό ἔτος 1924, ὁπότε καί ἔγινε ἡ ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν ῾Ελλάδος καί Τουρκίας, ἔγινε καί ἡ μετακομιδή τοῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη τοῦ Ρώσου ἀπό τό Προκόπι τῆς Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας στό Νέο Προκόπι τῆς Εὐβοίας, ὅπου καί βρίσκεται καί σήμερα.

Μπορεῖ ἡ Ρωσία νά καυχᾶται γιά τό σπουδαῖο γέννημά της, τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη, ἡ Μικρά ᾽Ασία νά ὑπεραίρεται διότι στόν τόπο της ἀναδείχτηκε ἡ ἁγιότητα τοῦ ὁσίου Πατέρα, τό Νέο Προκόπι τῆς νήσου Εὐβοίας νά λαμπροφορεῖ διότι ἐκεῖ κατέληξε τό χαριτόβρυτο λείψανό του, ὅμως ὅλοι οἱ πιστοί ἁπανταχοῦ τῆς γῆς ἑορτάζουν τόν μεγάλο ὅσιο νέο ὁμολογητή. Κι αὐτό γιατί οἱ ἅγιοί μας ἀποτελοῦν καύχημα καί εὐλογία ὅλων τῶν ὀρθοδόξων ἁπανταχοῦ τῆς γῆς. ῞Ενας ἄγιος δηλαδή μπορεῖ νά ἦταν ῾δεμένος᾽ μέ κάποιον τόπο ὅσο ζοῦσε στήν ζωή αὐτή, ὅμως τελικῶς ἀνήκει σέ ὅλην τήν ᾽Εκκλησία, πού σημαίνει ὅτι ὁ κάθε πιστός μπορεῖ νά θεωρεῖ δικό του τόν ἅγιο, νά τόν ἔχει φίλο καί προστάτη του, ἀδελφό καί πατέρα του. ῾Ο καλός ὑμνογράφος τοῦ ὁσίου ἱεροδιδάσκαλος ᾽Ιωσήφ ὁ ἐκ Κερμίρης τῆς Καππαδοκίας ἐπανειλημμένως ἔρχεται καί μᾶς τονίζει τήν ἀλήθεια αὐτή μέσα ἀπό τήν ἀκολουθία του: ῾Χαίροις τό τῆς Ρωσίας κάλλιστον θρέμμα καί τῶν πιστῶν ἁπάντων τό σεμνολόγημα᾽ (Χαῖρε τό πιό καλό γέννημα τῆς Ρωσίας καί τό σεμνολόγημα ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν πιστῶν) (λιτή). ῾Ρωσία σοῦ καυχᾶται τῶν σπαργάνων ἡ πάτριος, καί ἡ ἀσιᾶτις γῆ χαίρει τῷ ἁγίῳ λειψάνῳ σου᾽ (῾Η πατρίδα σου ἡ Ρωσία καυχᾶται γιά τά σπάργανά σου, ἐνῶ ἡ ἀσιατική γῆ χαίρει γιά τό ἅγιο λείψανό σου) (ἀπολυτίκιο β´). ῞Ομως ῾δεῦρο δή μοι ἅπαν τό σύστημα τῶν ὀρθοδόξων, ἑορτάσωμεν αὐτοῦ τήν θείαν μνήμην᾽ (ἐμπρός λοιπόν ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι ἄς ἑορτάσουμε τήν θεία μνήμη του) (Δοξαστικό λιτῆς).



῾Η αἰτία τῆς οἰκουμενικότητας ἑνός ἁγίου - παρ᾽ ὅλη τήν ἐν Κυρίῳ καύχηση τῶν περιοχῶν ἀπό τίς ὁποῖες πέρασε καί ἅγιασε αὐτός -  ἔγκειται στό γεγονός ὅτι ὁ ἅγιος δέν ὑπῆρξε στήν ζωή του ἕνας αὐτονομημένος ἄνθρωπος, ὀ ὁποῖος ἐνδεχομένως ἀνέδειξε τά φυσικά χαρίσματά του μέσα στίς συγκυρίες πού βρέθηκε. Τέτοιοι ἄνθρωποι ὑπῆρξαν πολλοί στό διάβα τῶν αἰώνων, σφράγισαν ἴσως τήν ἐποχή τους εἴτε μέ τήν πολιτική εἴτε μέ τήν κοινωνική ἤ ἐπιστημονική δραστηριότητά τους, τελικῶς ὅμως παρέμειναν ῾ἀνύπαρκτοι᾽ γιά τήν ᾽Εκκλησία: δέν μνημονεύονται πουθενά στό φάσμα τῶν ἁγίων της ὡς ῾ζῶντες εἰς τόν αἰῶνα᾽. Γιά τήν ᾽Εκκλησία ὁ ἅγιος ἀφήνει τήν σφραγίδα του στόν κόσμο καί μνημονεύεται ἐσαεί, γιατί ὑπῆρξε ἕνα ἀποτύπωμα τοῦ Χριστοῦ, ἀκολουθώντας μέ ἀκρίβεια τά ἴχνη Του. Τόν Χριστό προβάλλει ὁ ἅγιος, σ᾽ ᾽Εκεῖνον παραπέμπει, σάν τό διάφανο γυαλί πού ἀφήνει τό φῶς τοῦ ἥλιου νά διαπεράσει κατακάθαρο ἀπό μέσα του. ῾Ο κάθε ἅγιος δηλαδή λειτουργεῖ σάν τόν μέγα ᾽Ιωάννη τόν Πρόδρομο πού διαρκῶς διακήρυσσε: ῾᾽Εκεῖνον (τόν Χριστόν) δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι· ἤ ἀκόμη περισσότερο σάν τόν ἅγιο ἀπόστολο Παῦλο πού ταυτισμένος μέ τόν Κύριό του ὁμολογοῦσε: ῾Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽. ῎Ετσι ὁ κάθε ἅγιος γίνεται μία φανέρωση τοῦ Χριστοῦ καί τόν Χριστό βλέπει ὁ πιστός στό δικό του πρόσωπο.

Κι ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται καί τό ῾μυστικό᾽ τῆς ἁγιότητας τοῦ ὁσίου ᾽Ιωάννη: Προσέβλεπε πάντοτε πρός τόν Χριστό καί ὁ Χριστός ἦταν ἡ ἀδιάκοπη προτεραιότητά του. Μᾶς τό σημειώνει μεταξύ πολλῶν ἄλλων παρομοίων ὕμνων καί ὁ ὑμνογράφος του: ῾Τόν ἐπί ὤμων τόν σταυρόν τοῦ Κυρίου ἀναλαβόντα καί αὐτῷ μέχρι τέλους ἀσκητικοῖς ἀγῶσι καί παλαίσμασιν ἐπακολουθήσαντα εὐφημήσωμεν ὕμνοις ᾽Ιωάννην ἅπαντες᾽ (῎Ας δοξολογήσουμε μέ ὕμνους ὅλοι τόν ᾽Ιωάννη, αὐτόν πού ἀνέλαβε στούς ὤμους του τόν σταυρό τοῦ Κυρίου καί ἐπακολούθησε Αὐτόν μέχρι τέλους μέ ἀσκητικούς ἀγῶνες καί παλαίσματα) (κάθισμα ὄρθρου). Νά προσέξουμε ὅμως: ἡ ἀκολουθία τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ἀνώδυνη. ᾽Απαιτεῖ ἄρση σταυροῦ, ἀσκητικούς ἀγῶνες, παλαίσματα. Χρειάζεται νά τό λέει ἡ καρδιά κάποιου, καθώς λέμε, προκειμένου νά εἶναι συνεπής χριστιανός. Καί πρέπει ἰδιαιτέρως στήν ἐποχή μας νά τονίζουμε τήν ἀλήθεια αὐτή, διότι συχνά οἱ σύγχρονοι χριστιανοί θεωροῦμε τήν ἀκολουθία τοῦ Κυρίου ῾ταξίδι ἀναψυχῆς᾽. ᾽Επιλέγουμε τά ἀνώδυνα καί ὡραῖα καί ὄμορφα, ἀγνοώντας ἤ μή θέλοντας νά λάβουμε σοβαρῶς ὑπ᾽ ὄψιν μας τήν ὀδύνη τοῦ σταυροῦ εἴτε ὡς πόλεμο κατά τῶν παθῶν μας εἴτε ὡς ἀντιμετώπιση τῶν ἐπιθέσεων τοῦ Πονηροῦ καί τῶν ὀργάνων του μέσα στόν κόσμο.

 ῾Ο ὑμνογράφος τοῦ ὁσίου προκειμένου νά δείξει τήν ἀσκητική αὐτή διάσταση τοῦ ἀκολουθεῖν τῷ Χριστῷ ἀπό τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη ὑπενθυμίζει ὄχι μόνο τό γεγονός τῆς αἰχμαλωσίας του ἀπό τούς Τούρκους, ὄχι μόνο τούς ὀνειδισμούς πού ὑπέστη σέ ξένη χώρα ὡς ὑπόδουλος, οὔτε ἀκόμη καί τήν φτώχεια καί τήν στέρησή του ζώντας μέσα σέ ἕναν σταῦλο – πράγματα πού δείχνουν τούς ἀκούσιους πειρασμούς του - ἀλλά καί τούς ἑκούσιους λεγόμενους, αὐτούς δηλαδή πού ὁ ἴδιος προσέθετε πάνω στούς ἄλλους: τήν παννύχια προσευχητική στάση του, τά θερμότατα δάκρυα κατανύξεώς του, τήν ἐπιλογή τῆς φτώχειας ὅταν τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία ὑπέρβασής της. Στό δοξαστικό τῶν αἴνων δέν μπορεῖ ὁ ὑμνογράφος παρά νά θαυμάσει τήν παραδοξότητα αὐτή: ῾Τίς μή ἐπαινέσει σε, τόν ὄντως ἀξιέπαινον; ῎Η τίς μή θαυμάσει σου τόν τρόπον τόν ἀξιοθαύμαστον; Οὐ γάρ ἠρκέσθης, χαριτώνυμε, ἐν τῇ τῆς αἰχμαλωσίας κακουχίᾳ, ἀλλ᾽ ἔσπευσας αὐξῆσαι αὐτήν, διά τῶν ἀσκητικῶν καμάτων καί ἱδρώτων᾽ (Ποιός δέν θά σέ ἐπαινέσει, ἐσένα τόν πράγματι ἀξιέπαινο; ῎Η ποιός δέν θά θαυμάσει τόν ἀξιοθαύμαστο τρόπο τῆς ζωῆς σου; Διότι δέν ἀρκέστηκες, χαριτώνυμε, στήν κακουχία τῆς αἰχμαλωσίας, ἀλλά ἔσπευσες νά αὐξήσεις αὐτήν, μέ τούς ἀσκητικούς κόπους καί τούς ἱδρῶτες).

Δέν εἶναι τυχαῖο λοιπόν ὅτι ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής τόν παραλληλίζει μέ τόν δίκαιο ᾽Ιώβ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἤ καί μέ τόν μέγα ᾽Ιωάννη τόν Πρόδρομο πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐπαίνεσε τόσο πολύ. ῾Ξένην ἐβίωσας πολιτείαν, ἔνδοξε, οἰκήσας σταύλῳ τινί, ὡς ᾽Ιώβ ἄλλος ὅσιε, ὁ ἐπί κοπρίας στένων καί θλιβόμενος᾽ (῎Εζησες παράξενο τρόπο ζωῆς, ἔνδοξε, καθώς κατοίκησες σέ κάποιον σταῦλο, σάν ἄλλος ᾽Ιώβ, ὅσιε, πού στέναζε καί θλιβόταν πάνω στήν κοπριά) (ἀπόστιχα ἑσπερινοῦ). ῾᾽Εμιμήσω, θεσπέσιε, τόν κείμενον ᾽Ιώβ ἐπί κοπρίας, κατοικίαν ἔχων, σοφέ τό ἱπποστάσιον᾽ (Μιμήθηκες, θεσπέσιε, τόν ᾽Ιώβ πού βρισκόταν στήν κοπριά, γιατί εἶχες κι ἐσύ ὡς κατοικία τόν σταῦλο τῶν ἀλόγων) (ὠδή δ´). ῾Ο ἔπαινός του ὅμως γιά τόν ὅσιο ἀνεβαίνει κλίμακα, καθώς προβαίνει στήν ἐξαιρετική ἀποτίμησή του σέ σχέση μέ τόν μέγα Πρόδρομο: ῾Φερωνύμως ἡ κλῆσίς σου γέγονε χαριτώνυμος,  ὅσιε Πάτερ· ὡς γάρ ὁ θεῖος βαπτιστής, μεταξύ τοῦ ᾽Ιουδαϊκοῦ λαοῦ ἐχαριτώθη, καί παρά Χριστοῦ σαφῶς ἐμαρτυρήθη, οὕτω καί σύ ὁ ὁμώνυμος αὐτοῦ καί μιμητής, μεταξύ τοῦ ματαιόφρονος λαοῦ, χάριν οὐρανόθεν εἴληφας, τῇ θεαρέστῳ πολιτείᾳ σου, ὦ ᾽Ιωάννη᾽ (Τό ὄνομα ᾽Ιωάννης πού ἔφερες ἔγινε ὄνομα τῆς χάρης, ὅσιε Πατέρα. Διότι ὅπως  ὁ θεῖος βαπτιστής χαριτώθηκε μεταξύ τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ καί μαρτυρήθηκε σαφῶς ἀπό τόν Χριστό, ἔτσι καί σύ ὁ ὁμώνυμός του καί μιμητής, ζώντας ἀνάμεσα σέ ματαιόφρονα λαό, ἔλαβες χάρη ἀπό τόν Θεό μέ τήν θεάρεστη πολιτεία σου, ᾽Ιωάννη) (λιτή).

῾Η ἔνθεη ζωή τοῦ ὁσίου μέσα σέ χώρα ῾ματαιοφρόνων᾽ καί ἐν αἰχμαλωσίᾳ γίνεται ἀφορμή γιά γενικότερες διαπιστώσεις: ὁ ὅσιος δέν παρασύρθηκε στήν πίστη τῶν ἀλλοθρήσκων παρ᾽ ὅλες τίς δυσκολίες, ἀλλά κράτησε τήν πίστη του καί μεγαλούργησε σ᾽ αὐτήν. ῾Οὗτος οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ τῶν ἀπίστων, εἰ καί ἠχμαλωτίσθη ὑπ᾽ αὐτῶν ὁ θεόφρων, ἀλλ᾽ ἔστη ἐν τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ, μέχρι τοῦ ζῆν ὁ χαριτώνυμος᾽ (Αὐτός δέν ἀλλαξοπίστησε, ἄν καί αἰχμαλωτίσθηκε ἀπό τούς ἀπίστους, ἀλλά στάθηκε στόν νόμο τοῦ Θεοῦ ὅσο ζοῦσε ὁ χαριτώνυμος) (δοξαστικό καθισμάτων γ´ ὠδῆς). Πού σημαίνει: ὅταν κανείς εἶναι στερεωμένος στήν πίστη του, τό κοινωνικό περιβάλλον δέν μπορεῖ τελικῶς νά τόν κλονήσει. ῎Ισα ἴσα γίνεται ἀφορμή γιά μεγαλύτερη ἁγιότητα. Πρόκειται ὄντως γιά παράδοξο θαῦμα. ῾῎Ω τοῦ παραδόξου θαύματος! ἐν ἀκαθάρτοις συνών ᾽Ιωάννης ὁ ἔνθεος καθαρός τῷ σώματι καί ψυχῇ ὅλος γέγονε᾽ (Παράδοξο θαῦμα! ῾Ο ἔνθεος ᾽Ιωάννης ζώντας μαζί μέ ἀκαθάρτους ἔγινε ὅλος καθαρός στό σῶμα καί στήν ψυχή) (ἀπό τούς αἴνους). ῾Οπότε τό  συμπέρασμα ἔρχεται ἀβίαστο ἀπό τόν ἱεροδιδάσκαλο ᾽Ιωσήφ: ὁ αἰχμάλωτος ᾽Ιωάννης αἰχμαλώτισε καί τά πάθη του καί τόν διάβολο. ῾Τῶν παθῶν τά ὁρμήματα σοφῶς ἠχμαλώτισας, Ἰωάννη, τοῖς ᾽Αγαρηνοῖς γενόμενος αἰχμάλωτος᾽ (Μέ σοφό τρόπο αἰχμαλώτισες τίς ὁρμές τῶν παθῶν, ᾽Ιωάννη, ἀφοῦ ἔγινες αἰχμάλωτος στούς ᾽Αγαρηνούς) (ὠδή δ´). ῾Πλήρης χαρίτων ὁ αἰχμάλωτος ὤφθη. Αἰχμαλωτίσας τοῦ σκότους τόν προστάτην᾽ (Φάνηκες ὁ αἰχμάλωτος γεμάτος ἀπό τίς χάρες τοῦ Θεοῦ. Γιατί αἰχμαλώτισε τόν προστάτη τοῦ σκότους διάβολο) (στίχοι συναξαρίου).

Μακρηγοροῦμε, ἀλλά δέν μποροῦμε παραλείποντας ἄλλες ἐπισημάνσεις τοῦ ποιητῆ νά μήν ἀναφέρουμε κάτι πού θεωροῦμε ἀπό τά πιό καίρια γιά τήν ζωή τοῦ ὁσίου ᾽Ιωάννη: ὁ ἅγιος εἶχε ἐνεργοῦσα τήν χάρη τοῦ Χριστοῦ στήν καρδιά του (ὠδή α´), ἐπειδή πρῶτον βοηθεῖτο ἀπό τόν θεάρεστο βίο του - ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δέν ἐνεργεῖ ἄν δέν βρεῖ κατάλληλο ἔδαφος στόν ἄνθρωπο - καί δεύτερον καί σημαντικότερο εἶχε ὡς καθοδηγό του τήν ἴδια τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας. Δέν εἶναι δυνατόν δηλαδή νά ὑπάρξει πνευματικός ἀγώνας καί μάλιστα ἐπιτυχής, ἄν δέν συντρέξουν μαζί μέ τόν Κύριο οἱ ἅγιοί μας μέ πρώτη τήν ὑπεραγία Θεοτόκο. ᾽Εκείνη ὡς στοργική Μάνα μας μᾶς παρακολουθεῖ, μᾶς βοηθεῖ καί ἱκετεύει γιά ἐμᾶς, ἰδίως ὅταν βλέπει τόν ἀγώνα καί τήν καλή μας διάθεση. ῎Ας φανταστοῦμε μέ πόση ἀγάπη θά προσέβλεπε Αὐτή πάνω στό ἀγαθό παιδί της, τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη, πού ἐπέμενε στήν ἀγάπη τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της μέσα στίς ἄπειρες δοκιμασίες πού περνοῦσε. ῾Αἰχμαλωσίᾳ καίτοι κρατυνόμενος εἶχες ὁδηγοῦσάν σε τήν Παρθένον Μαρίαν, εἶχες συμμαχοῦντά σοι τόν θεάρεστον βίον, ὦ ᾽Ιωάννη μέγιστε φωστήρ᾽ (Μολονότι ἤσουν αἰχμάλωτος, εἶχες τήν Παρθένο Μαρία νά σέ ὁδηγεῖ, εἶχες σύμμαχό σου τόν θεάρεστο βίο σου, ᾽Ιωάννη μέγιστε φωστήρα) (᾽Από τά καθίσματα τοῦ ὄρθρου). 



Σάββατο, 25 Μαΐου 2019

ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΕΝΔΟΞΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ, ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ




Η τιμία και αγία κεφαλή του Ιωάννου Προδρόμου που ήταν κρυμμένη προ πολλού, τώρα βγήκε από τους κόλπους της γης, σαν χρυσός από τα μέταλλα, κλεισμένη όχι σε στάμνα, όπως παλαιότερα, αλλά σε αργυρό σκεύος, ευρισκόμενη σε ιερό τόπο και γενόμενη φανερή από ιερέα. Αυτήν την κεφαλή, την οποία έφερε από τα Κόμανα η ένδοξη των Πόλεων, η Κωνσταντινούπολη, μαζί με τον πιστό βασιλιά και τον ποιμενάρχη της και τον πιστό λαό, την δέχεται με μεγάλη ευφροσύνη, κι αφού την προσκύνησαν όλοι με μεγάλη πίστη την εναπέθεσαν σε ιερό τόπο”.

Μία πολύ ὄμορφη εἰκόνα τῆς σχέσης τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη Προδρόμου μέ τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, πού μᾶς προβάλλει ἡ ὑμνολογία τῆς σημερινῆς ἑορτῆς, εἶναι αὐτή τῆς φωνῆς πρός τόν Λόγο. ῾῎Εγινες φωνή του Λόγου, Πρόδρομε οὐράνιε ἄνθρωπε᾽(῾Φωνήν του Λόγου γεγονώς…Πρόδρομε οὐράνιε ἄνθρωπε᾽) (ωδή α´). Ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης δηλαδή προβάλλεται, μέ βάση τά πραγματικά περιστατικά τῆς ζωῆς του, ὡς ἐκεῖνος πού φανερώνει τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, πού ἐξαγγέλλει μέ δυνατή φωνή, ὥστε νά γίνει ἀκουστός, τόν ἐρχομό τοῦ Μεσσία. Καί βεβαίως δέν εἶναι ὁ μόνος πού ἔχει αὐτό τό χαρακτηριστικό. Ὅλοι οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀποτελοῦν κατ᾽ ἀκρίβεια τέτοιες φωνές γιά τόν ἐρχομό Αὐτοῦ, μέ τή διαφορά ὅτι ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης, ὡς ὁ τελευταῖος προφήτης καί τό πλήρωμα γι᾽ αὐτό τῆς προφητείας, εἶναι ἡ πιό δυνατή φωνή, κυριολεκτικά, ὅπως ὀνομάζεται, ῾ὁ μεγαλοφωνότατος πάντων τῶν προφητῶν᾽ καί ῾προφητών ὑπέρτερος᾽(ωδή δ´).

Ἡ σχέση τῆς φωνῆς πρός τόν Λόγο βρίσκεται σέ εὐθεῖα γραμμή, ἡ φωνή δηλαδή ἀκούγεται γιά νά φανερώνει ἀποκλειστικά καί μόνο τόν Λόγο, γεγονός πού σημαίνει  ὅτι ὁ ᾽Ιωάννης στάλθηκε ἀπό τόν Θεό ὡς ἄγγελος τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ: νά εἶναι ὁ Πρόδρομος ᾽Εκείνου, ἄρα μέ τόν τρόπο αὐτό νά κατανοεῖ κανείς καί τήν ὕπαρξη καί τό ἔργο του. ῎Ετσι ἡ φωνή τοῦ Προδρόμου δέν μποροῦσε νά μηνύσει κάτι ἄλλο, πέραν αὐτοῦ γιά τό ὁποῖο ἦλθε καί ὁ Χριστός, δηλαδή τή μετάνοια. Ὁ Χριστός, ὡς ὁ ἐνσαρκωθείς Θεός μας, ἦλθε ἀκριβῶς γιά νά ἑνώσει ῾εἰς ἕν᾽, πού θά πεῖ στόν ἑαυτό Του καί διά τοῦ ἑαυτοῦ Του στόν Θεό Πατέρα, ῾πάντα τά διεσκορπισμένα τέκνα Αὐτοῦ᾽, συνεπῶς νά καλέσει τόν κόσμο ὅλο σέ μετάνοια. Γι᾽ αὐτό καί τό κήρυγμα τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη καί τό κήρυγμα τοῦ ᾽Ι. Χριστοῦ εἶναι ἀκριβῶς τό ἴδιο: ῾μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν᾽. ῾Σέ ὅλους βεβαίωσε ἡ κάρα τοῦ Προδρόμου τούς σωτήριους δρόμους τῆς μετανοίας,  μέ τίς θεῖες συμβουλές᾽(῾Κάρα…πᾶσι τῆς μετανοίας τάς σωτηρίους ὁδούς θείαις ὑποθήκαις βεβαιώσασα᾽) (αίνοι).

Ὑπενθύμιση αὐτονοήτων, θά πεῖ κάποιος. Ναί, ἀλλά μέ προέκταση καί στά καθ᾽ ἡμᾶς. Δηλαδή: δέν μπορεῖ κάποιος πού θέλει νά ἀνήκει στόν Χριστό καί στήν ἁγία Του ᾽Εκκλησία, νά ἔχει διαφορετική φωνή ἀπό ὅ,τι ᾽Εκεῖνος. Τί θέλουμε νά ποῦμε; Ὁ χριστιανός ῾βοᾶ᾽ μέ τά λόγια του, κυρίως ὅμως μέ τή ζωή του, τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ. ῾Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη᾽ (ὁ Κύριος). Δέν εἶναι δυνατόν νά εἴμαστε χριστιανοί καί ἀπό τήν ἄλλη ἡ ζωή καί οἱ λόγοι μας νά μή βρίσκονται σέ εὐθεῖα γραμμή καί ἀναλογία πρός τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων φίλων Του. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι βάση τῆς ᾽Εκκλησίας ἀποτελεῖ ἡ πεποίθηση καί τό βίωμα ὅτι οἱ χριστιανοί συνιστοῦμε μέλη Χριστοῦ καί συνεπῶς προεκτείνουμε ᾽Εκείνου τήν παρουσία στόν κόσμο. Κι ἐπειδή ὁ Λόγος Χριστός ἔζησε καί δίδαξε τήν ἀγάπη – αὐτό ἄλλωστε εἶναι καί τό κύριο γνώρισμα αὐτοῦ πού μετανοεῖ - ἄρα καί ὁ χριστιανός εἶναι πράγματι χριστιανός, ὅταν ζεῖ καί διδάσκει πάντα τήν ἀγάπη. Ὁποιαδήποτε ἄλλη ῾φωνή᾽, ἔστω καί στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ παραχάραξη ᾽Εκείνου καί βεβαίως παραφωνία Του.

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2019

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΙΧΑΗΛ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΥΝΑΔΩΝ




Αυτός ο αγγελώνυμος Μιχαήλ, αφού καθάρισε με τέλειο βίο τον εαυτό του κι αφιερώθηκε ήδη από τις μητρικές αγκάλες στον Θεό, έγινε ιερέας του Θεού του Υψίστου. Με τη δύναμη Αυτού κατάσβεσε όλη την ανοησία των θεομάχων, φιμώνοντας τα άθεα στόματα των αιρετικών, που τολμούσαν να μιλήσουν κατά του εξεικονισμού του Χριστού. Επειδή δε δεν υπέφερε το δυσώνυμο θηρίο τον θείο λόγο της γλώσσας του (διότι δεν φοβήθηκε ούτε τρόμαξε από τις απειλές του, αλλά με ελεύθερη φωνή φώναξε δυνατά ῾Την μεν άχραντη και θεία εικόνα του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού και της αγίας Του μητέρας σέβομαι και προσκυνώ, ενώ το δικό σου δόγμα το καταφτύνω και δεν το λογαριάζω καθόλου᾽), επειδή λοιπόν με όλα αυτά ντροπιάστηκε ο τύραννος και ξεχείλισε από θυμό, γι᾽ αυτό τον καταδικάζει σε μακρινή εξορία. Αυτός δε τηρώντας καθαρό και ακηλίδωτο το κατ᾽ εικόνα, και ενώ διωκόταν από τόπο σε τόπο, έφτασε στο ευρύχωρο πλάτος του παραδείσου. Και έτσι ολοκλήρωσε τον καλό δρόμο και κοσμήθηκε από διπλά στεφάνια: προστέθηκε στους αρχιερείς ως αρχιερέας και στους μάρτυρες ως μάρτυρας”.

Σε δύο σημεία κυρίως επικεντρώνει ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος από τον βίο του οσίου Μιχαήλ: στον αγώνα του κατά των εικονομάχων και στην ασκητική βιοτή του, διά της οποίας καθάρισε την εικόνα του Θεού μέσα του και γεύτηκε τις λαμπηδόνες του αγίου Πνεύματος. Απαρχής ήδη της ακολουθίας που συνέγραψε γι᾽ αυτόν τονίζει: ῾Προσκυνούσες πάντοτε με τιμητικό τρόπο το ιερό εικόνισμα του Θεού και της Θεομήτορος, Μιχαήλ πανίερε, και διάλυσες τη βλάσφημη ανοησία των αιρετικών, κατατροπώνοντάς τους με τους λόγους και τα παθήματά σου᾽(῾Ιερόν εικόνισμα Θεού και της Θεομήτορος τιμητικώς προσκυνών διετέλεσας, Μιχαήλ πανίερε, και την βλάσφημον γλωσσαλγίαν διέλυσας των αιρετιζόντων, λόγοις και παθήμασι τροπούμενος᾽) (ωδή α´). ῾Έγινες, μακάριε, κατοικητήριο θείων χαρισμάτων, και προφανώς τα μετέδωσες σε όλους με πιστότητα, Μιχαήλ πανεύφημε, αφού απέκτησες θεομίμητο τρόπο ζωής και περιβλήθηκες τη δικαιοσύνη ως ιμάτιο᾽(῾Χαρισμάτων θείων γεγονώς, μάκαρ, ενδιαίτημα, πάσι πιστώς προφανώς μεταδέδωκας, Μιχαήλ πανεύφημε, θεομίμητον πολιτείαν κτησάμενος και δικαιοσύνην περιβεβλημένος ως ιμάτιον᾽) (ωδή α´).

Τα παραπάνω σημεία ο υμνογράφος τα αναπτύσσει εκτενέστερα. Ο άγιος Μιχαήλ αποτελεί διδάσκαλο των θείων δογμάτων (βλ. ωδή α´), και μάλιστα της ενανθρώπησης του Θεού, η οποία αποτελεί και το θεμέλιο της δυνατότητας εξεικονισμού Του. Αν ο Θεός μπορεί να εξεικονιστεί, είναι διότι έγινε αληθινός άνθρωπος και την ανθρώπινη φύση Του περιγράφει η εικόνα. ῾Η γλώσσα σου αναδείχθηκε κάλαμος του αγίου Πνεύματος, Μιχαήλ πανένδοξε, αφού μελέτησε στις Γραφές την ένσαρκη οικονομία του παντοκράτορα Λόγου᾽(῾Η γλώσσα σου ανεδείχθη του Πνεύματος κάλαμος, Μιχαήλ πανένδοξε, οικονομίαν την ένσαρκον Γραφαίς μελετήσασα του παντοκράτορος Λόγου᾽) (ωδή δ´). Εκεί, στις θεόπνευστες Γραφές, είδε μάλιστα ότι ο σεβασμός στην εικόνα δεν είναι για την ίδια την εικόνα ως ύλη και χρώμα, αλλά για το εικονιζόμενο πρόσωπο. Όπως από παλιά ήδη ο Μέγας Βασίλειος είχε επισημάνει: ῾Η τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει᾽. ῾Γνώρισες ότι η τιμή της εικόνας διαβαίνει στο πρωτότυπο, ιεροφάντορα Πατέρα Μιχαήλ, και ακολουθώντας τις θεόπνευστες Γραφές δίδαξες τους πάντες να σέβονται την εικόνα του Χριστού και των Αγίων᾽(῾Εις το πρωτότυπον ειδώς της εικόνος την τιμήν, ιεροφάντορ, διαβαίνουσαν, Πάτερ, ταις θεοπνεύστοις Γραφαίς συνάδων, τους πάντας εδίδαξας σέβειν την εικόνα Χριστού και των Αγίων᾽) (ωδή η´). Η πίστη του αγίου για τη διδασκαλία αυτή της Εκκλησίας περί των εικόνων – διδασκαλία στην πραγματικότητα για την αλήθεια περί του ίδιου του Χριστού ως Θεού και ανθρώπου – ήταν τόσο απόλυτη και στέρεα, ώστε υπέμεινε διωγμούς και εξορίες τέτοιες που θυσίασε και την ίδια τη ζωή του. ῾Υπέμεινες πικρές εξορίες, σοφέ, και έφτασες τελικά στο ευρυχωρότατο πλάτος του παραδείσου, ευρισκόμενος με τον χορό των μαρτύρων, θεόφρον πανόλβιε᾽(῾Υπομείνας πικράς εξορίας, σοφέ, εις ευρυχωρότατον πλάτος κατήντησας του Παραδείσου, Μάρτυσι συγχορεύων, θεόφρον πανόλβιε᾽) (ωδή ς´).

Ο υμνογράφος βεβαίως επιμένει και στο δεύτερο σημείο. Ο άγιος Μιχαήλ αν είχε τόσο φωτισμό και έγινε τόσο δυνατός κήρυκας της αλήθειας, ήταν διότι την ψυχή του την είχε καθαρίσει με τον νόμιμο αγώνα κατά των παθών του. Καθαρή η καρδιά του φωτιζόταν από το Πνεύμα του Θεού και έτσι γινόταν ο οδοδείκτης των πιστών, πολύ περισσότερο μάλιστα που κατείχε την υψηλή και υπεύθυνη θέση του επισκόπου. ῾Υπέταξες τα πάθη σου με την εγκράτεια, φώτισες τον νου σου με τη θεωρία, έγινες πρακτικότατος οδηγός᾽(῾Υπέταξας τα πάθη δι᾽ εγκρατείας, εφώτισας τον νουν σου τη θεωρία, εγένου πρακτικώτατος᾽) (ωδή γ´). Κι αυτόν τον αγώνα τον εσωτερικό τον ξεκίνησε ήδη από την αγκαλιά της μητέρας του. ῾Από την αγκαλιά της μάνας σου αφιερώθηκες στον Λόγο, ιεροφάντορα. Διότι καθώς αναδείχτηκες θείο αφιέρωμα και ασχολήθηκες επιμελώς με την πρακτική θεωρία και έδρεψες τον καρπό της σοφίας, έγινες πράγματι άξιος ποιμένας᾽(῾Εξ αγκαλών ανετέθης τω Λόγω, ιεροφάντορ. Θείον γαρ ανάθημα δεδειγμένος, ενδιαπρέψας πρακτική θεωρία και σοφίας καρπόν δρεψάμενος, γέγονας ποιμήν αληθώς αξιόληπτος᾽) (ωδή ε´). Από την άποψη αυτή ο άγιος Μιχαήλ δεν έκανε τίποτε άλλο από το να ακολουθεί με συνέπεια τα ίχνη του Κυρίου Ιησού Χριστού. Επειδή πίστεψε στον Χριστό, έγινε μαθητής Αυτού κι επιβεβαίωσε τη μαθητεία αυτή με τα παθήματα της ζωής του. ῾Χρημάτισες μαθητής του Χριστού του Θεού και ζήλεψες τα παθήματά Του, μακάριε, κινδυνεύοντας βεβαίως πάρα πολύ για την Εκκλησία Του, θεόπνευστε᾽(῾Μαθητής χρηματίσας Χριστού του Θεού, τούτου τα παθήματα, μάκαρ, εζήλωσας, προκινδυνεύων άριστα της αυτού Εκκλησίας, θεόπνευστε᾽) (ωδή ς´).

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2019

Η «ΠΛΟΥΣΙΟΦΑΝΤΑΣΜΕΝΗ…»


Ἡ Αὐρηλία ἔκλεισε τά μάτια τοῦ συζύγου της, τόν κοίταξε γιά τελευταία φορά μέ μεγάλη στοργή κι ἔνιωσε ὅτι χάνει τίς δυνάμεις της. Μία ὑπηρέτρια ἔσπευσε νά τή συγκρατήσει πρίν σωριαστεῖ κάτω, καί μέ τή βοήθεια καί ἄλλων ὑπηρετριῶν τήν ὀδήγησαν σ’ ἕνα ἀνάκλιντρο. Ὁ γιατρός πού παρευρισκόταν ἔτρεξε κοντά της καί τῆς ἔπιασε τό σφυγμό. «Φέρτε λίγο ἄρωμα», διέταξε, καί τῆς τό ἔβαλε στά ρουθούνια.  Σέ λίγο ἡ Αὐρηλία ἄνοιξε τά μάτια της, φάνηκε σάν χαμένη, θυμήθηκε τί συνέβη καί ξέσπασε σ’ ἕνα βουβό κλάμα. Ὁ γιατρός τῆς ἔπιασε τό χέρι κι ἔκανε νόημα στήν ὑπηρέτρια πού κινήθηκε γιά νά τήν πλησιάσει, νά τήν ἀφήσει νά ξεσπάσει. «Τῆς κάνει καλό νά κλάψει», εἶπε, «ἀφῆστε την».
Ὁ Κλαύδιος, ὁ συγκλητικός, ὁ ἰσχυρός ἄνδρας τῆς Ρώμης, ἔφυγε ἀπό τή ζωή πολύ γρήγορα - ἕνα βαρύ κρύωμα τόν καθήλωσε γιά λίγο καιρό στό κρεβάτι, χωρίς ἀναστροφή τῆς κατάστασης. Παντρεμένος χρόνια μέ τήν ἀρχοντική Αὐρηλία, ἔζησε μία ζωή καλή, κι ἐπειδή ἦταν καλοδιάθετος ἄνθρωπος, ἄκουγε τή γυναίκα του, ἡ ὁποία τόν καθοδηγοῦσε σέ ἐλεημοσύνες καί καλωσύνες, μιᾶς καί ἦταν χριστιανή ἀπό τά μικρά της, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς πού εἶχαν ἀφιερώσει τή ζωή τους στόν Ἰησοῦ Χριστό. Παιδιά δέν εὐλογήθηκαν νά κάνουν, ὅμως αὐτό ἔκανε τήν Αὐρηλία νά ἐκφράζει τήν τρυφερότητα τῆς καρδιᾶς της καί στόν ἄνδρα της βεβαίως, ἀλλά καί σέ ὅλους τούς ἀναγκεμένους καί κατατρεγμένους συνανθρώπους της. Δέν ὑπῆρχε κανείς, μέ ὅποιο πρόβλημα κι ἄν παρουσίαζε, πού νά μήν ἔχει τή συμπαράστασή της, εἴτε τήν ὑλική εἴτε τήν ψυχική. Ἡ θέση της μάλιστα ὡς γυναίκας συγκλητικοῦ τή βοηθοῦσε τά μέγιστα στήν προσφορά της αὐτή. Ὅλοι ἤξεραν τή γενναιοδωρία τῆς καρδιᾶς της καί οἱ εὐχές πού μάζευε τήν ἔκαναν νά αὐξάνει διαρκῶς τή χάρη πού κατοικοῦσε στήν ψυχή της.
Ὁ θάνατος τοῦ συγκλητικοῦ βύθισε πολλούς στή θλίψη. Πολλοί ἔσπευσαν νά συμπαρασταθοῦν στήν Αὐρηλία, ἡ ὁποία ἀντιμετώπισε τήν ὅλη δύσκολη κατάσταση μέ ἡρωϊκό σθένος καί μέ ἀληθινή χριστιανική καρτερικότητα. Ὁ καιρός πού πέρασε ἔδειξε τό μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς της: γρήγορα ξεπέρασε τόν χαμό τοῦ ἄνδρα της, γιατί δέν ἄφησε τόν ἑαυτό της νά «καταπωθεῖ» ἀπό τή στενοχώρια· εἶχε κατανοήσει ὅτι χριστιανική ζωή σημαίνει πορεία πάνω στίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, κατεξοχήν στήν ἀγάπη. Ὁπότε ὅλη τήν ὁρμή τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου της τήν ἔριξε πρός τά ἐκεῖ. Καί εἶδε τά θαυμαστά ἀποτελέσματα: ζοῦσε σέ μία μόνιμη παρηγοριά· παρ’ ὅλη τήν ἐξωτερική ὀδύνη της, σκιρτήματα χαρᾶς καί ἀγαλλίασης τήν πλημμύριζαν κατά καιρούς, πού τήν ἔκαναν σιγά σιγά νά προσανατολίζεται σέ κάτι βαθύτερο καί ἀνώτερο πιά γιά τή ζωή της. Ὁ λογισμός της, τόν ὁποῖο συζήτησε καί μέ τόν πολύπειρο πνευματικό της, τήν ἔσπρωχνε στήν ἀπόλυτη ἀφιέρωση. Ναί, ἡ ἀρχόντισσα καί συγκλητική Αὐρηλία, ἔβλεπε τήν καρδιά της πιά νά ποθεῖ τόν μοναχισμό. Κι ἡ ἀρχική ἐπιθυμία της, ὁ προβληματισμός κι ὁ πόθος της, ἔγιναν πολύ γρήγορα ἀπόλυτη βεβαιότητα. Ἦταν τό μόνο πού ἔδινε νόημα στή ζωή της· ἡ μόνη ἐλπίδα καί προοπτική της.
Μέ τήν εὐχή καί εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ της ἔφυγε γιά τούς Ἁγίους Τόπους. Ἐκεῖ εἶχε προσανατολιστεῖ ὁ νοῦς της – τί πιό ὡραῖο καί ἀνώτερο νά μείνει στούς τόπους πού τά πόδια τοῦ Κυρίου περπάτησαν, πού ἐκεῖ ἀκούστηκαν τά ἅγια λόγια Του, πού ἐκεῖ ἄφησε τήν τελευταία Του πνοή ὡς ἄνθρωπος, πού ἐκεῖ ἀναστήθηκε! Βρισκόταν σέ μία ἔξαψη καί σέ μία ἔκσταση. Περιδιάβηκε τούς χώρους, ἀνέπνευσε τήν εὐωδία τῶν εὐλογημένων περιοχῶν, ἀλλά μέσα της δέν ἀναπαύτηκε! Τό μεγάλο πλῆθος πού συνέρρεε γιά προσκύνημα, ἀπωθοῦσε τήν ἡσυχαστική ἀναζήτησή της. Ἤθελε τήν ἀφιέρωση, ἀλλά σέ κλίμα ἡσυχίας, ὅπου θά μποροῦσε νά προσεύχεται ἀπερίσπαστα, προκειμένου νά βλέπει τά πάθη της ὥστε νά μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά τά ὑπερβεῖ, καλύτερα: νά τά μεταστρέψει. Τόν ἐγωϊσμό πού καταλάβαινε νά τήν ἐνοχλεῖ στά τρίσβαθα τῆς καρδιᾶς της, ἔνιωθε ὅτι πρέπει νά τόν κάνει, κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀγάπη, πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Πολλές φορές, γιά νά μήν ποῦμε καθημερινά, ἡ κεντρική ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος, καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν», τήν ἔθετε σέ κρίση. Γιατί ἦταν ἐξώφθαλμο γι’ αὐτήν ὅτι ἀπεῖχε πολύ ἀπό τό ἀπόλυτο τῆς ἀγάπης αὐτῆς πού ζητάει Κύριος ὁ Θεός της. Πῶς θά μποροῦσε νά βρίσκεται σ’ αὐτό τό ὕψος;
Ἔφυγε ἀπό τά Ἱεροσόλυμα. Κατέβηκε στήν Καισάρεια, σέ πιό παραθαλάσσια περιοχή, ἐκεῖ πού εἶχε φυλακιστεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἐκεῖ πού εἶχε δράσει ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ἐκεῖ πού βρισκόταν σέ πιό κοντινά γι’ αὐτήν «ρωμαϊκά» ἐδάφη. Μπορεῖ νά ἦταν πολύβουη κι αὐτή πόλη, ἀλλά εἶχε κάποια ἡσυχαστικά σημεῖα - ἔβλεπε ὅτι ἐκεῖ ἀναπαύεται περισσότερο. Ἀποφάσισε στό μέρος αὐτό νά μείνει ὁριστικά καί ἀμετάκλητα. Τήν ἀπόφασή της ἡ Αὐρηλία θέλησε νά τήν εὐλογήσει ὁ τοπικός ἐπίσκοπος, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας. Αὐτόν ἐπισκέφθηκε, σ’ αὐτόν ἐξομολογήθηκε, σ’ αὐτόν κατέθεσε μέ εἰλικρίνεια ὅλη τήν πορεία της. Κι ἐκεῖνος, πράγματι, ὅταν τήν εἶδε καί τήν ἄκουσε,  ὅταν ἔμαθε τήν ἱστορία της, ὅταν διεπίστωσε τήν εὐγένεια τοῦ χαρακτήρα της, δέχτηκε νά τήν ἐντάξει ὡς ἀφιερωμένη μοναχή στήν περιοχή του. Θαύμαστε μάλιστα τό πῶς μία τέτοια γυναίκα, μέ τόσο ἀρχοντική καταγωγή, μέ τέτοια περίοπτη καί ὑψηλή θέση ὅλα τά χρόνια τῆς ζωῆς της, εἶχε αὐτήν τή βαθιά ἐπιθυμία τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς, ἔστω κι ὄχι σέ μοναστήρι, ἀλλά στό οἴκημα πού ἀγόρασε.
«Ἄν εἶναι εὐλογημένο», εἶπε μέ σεμνότητα καί ταπείνωση ἡ Αὐρηλία στό τέλος τῆς συνάντησής τους, «θά ἤθελα μόνο νά μοῦ δώσετε μία μοναχή, μία ἀφιερωμένη στόν Κύριο γυναίκα, προκειμένου νά μέ καθοδηγεῖ στή βιοτή αὐτή, πού ἐγώ δέν τήν γνωρίζω καί μοῦ εἶναι ξένη· μία παρθένο πού νά μέ διδάξει τόν φόβο τοῦ Θεοῦ. Ποθῶ τήν προσευχή, ἀλλά δέν ξέρω τά μονοπάτια τῆς ἀφιερωμένης στόν Κύριο πνευματικῆς ζωῆς. Καί δέν σᾶς κρύβω, ἀγιώτατε, ὅτι, ὅπως ἤδη σᾶς ἐξομολογήθηκα, μέ τρόμο συχνά διαπιστώνω ὅτι στά βάθη τῆς ψυχῆς μου ζοῦν θηρία ἀνήμερα, ὁ ἐγωϊσμός μου μέ ὅλα τά παρακλάδια του, πού δέν μέ ἀφήνουν νά νιώσω ὅ,τι ὁ Κύριος ὑπόσχεται στό ἅγιο Εὐαγγέλιό Του».
Ὁ καλός καί ἅγιος ἐπίσκοπος δέχτηκε τήν παράκληση τῆς συγκλητικῆς. Τῆς ἔδωσε ὡς βοηθό καί ἀλείπτριά της, ὡς καθοδηγήτριά της δηλαδή, μία ὑπάκουη καί ταπεινή μοναχή. «Μία τέτοια γυναίκα, μία ἀρχόντισσα, ποιόν ἄλλον θά μποροῦσε νά εἶχε κοντά της;» σκέφτηκε. Κι ἡ καλόγρια πράγματι ἀποδείχθηκε ὕψιστο τέκνο ὑπακοῆς: πρώτη στά διακονήματα καί στήν ἐξυπηρέτηση τῆς Αὐρηλίας. Ἡ ἀγάπη της ἀπεριόριστη – οὔτε οἱ ὑπηρέτριες τῆς Αὐρηλίας δέν συμπεριφέρονταν τόσο καλά. Πρίν προλάβει κἄν νά πεῖ κάτι ἡ ἀρχόντισσα, ἡ καλόγρια τό εἶχε ἤδη καταλάβει καί τό ἔκανε πράξη.
Ἡ Αὐρηλία ἄρχισε νά μή νιώθει καλά. «Κύριε», ἔλεγε καθημερινά στήν προσευχή της, «ἐγώ ἔχω ἀνάγκη καθοδήγησης καί τό ταπεινό αὐτό τέκνο σου, ἡ ἁγία αὐτή ψυχή πού μοῦ ἔδωσε ὁ ἐπίσκοπός σου, μέ ἀντιμετωπίζει ὡς τή Γερόντισσά της. Ὁπότε, αὐτή μέν ἁγιάζεται, ἐγώ ὅμως καταποντίζομαι ἀκόμη περισσότερο στόν ἐγωϊσμό μου». Τόν ἐπίσκοπο δέν ἤθελε νά τόν ἐνοχλήσει μέ τούς λογισμούς της - ἤξερε τή συγκατάβασή του καί προσπαθοῦσε νά ὑπακούσει στήν ἐπιλογή του. Ἀλλά νά, πού ὁ Κύριος ἀπάντησε στόν προβληματισμό τῆς καρδιᾶς της.
«Πῶς πάει, Αὐρηλία, ἡ νέα ζωή;» τῆς εἶπε μετά ἀπό ἕνα διάστημα πού ἔτυχε ὁ ἐπίσκοπος νά τή συναντήσει. «Εἶναι καλή ἡ καλόγρια πού σοῦ ἔστειλα;» Δαγκώθηκε ἡ Αὐρηλία. Δέν ἤθελε νά φέρει σέ δύσκολη θέση τόν ἅγιο τοῦ Θεοῦ. «Ἁγιώτατε», εἶπε μετά ἀπό κάποιες στιγμές, πιέζοντας τόν ἑαυτό της νά ἐκφράσει αὐτό πού τελικῶς ἦταν τό συμφέρον τῆς ψυχῆς της. «Ὄχι μόνο εἶναι καλή, ἀλλά πρόκειται περί ἁγίας ψυχῆς. Μόνον πού…», κοντοστάθηκε ἡ Αὐρηλία. «Μόνο πού, τί, Αὐρηλία;» ἔκανε παραξενεμένος ὁ ἑπίσκοπος. «Μή μοῦ κρύβεις τό ὅποιο πρόβλημα. Ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς σου εἶναι τό προέχον, ὁπότε πές μου τί συμβαίνει. Γιατί κοντοστάθηκες;» «Νά, ἅγιε τοῦ Θεοῦ, ἡ συγκεκριμένη μοναχή δέν ὠφελεῖ τήν ψυχή μου…». Ἡ ἀπορία στά μάτια τοῦ ἐπισκόπου ἦταν ὁλοφάνερη. Δέν εἶπε τίποτε. Περίμενε τήν ἀφιερωμένη πιά στόν Κύριο νά συνεχίσει. «Δέν ὠφελεῖ τήν ψυχή μου…», πίεσε τόν ἑαυτό της ἡ Αὐρηλία, «γιατί αὐτή μέ ἀφήνει  λόγω τῆς ταπείνωσής της νά κάνω τά θελήματά μου. Γι’ αὐτό καί βλέπω νά μήν προχωράω πνευματικά. Ὅπως μοῦ εἴχατε πεῖ καί τότε στή συνάντησή μας “τό θέλημα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι αὐτό πού μᾶς χωρίζει ἀπό τόν Θεό”. Ἔ, αὐτό τό θέλημά μου ἐγώ τό ἔχω… πλούσιο, γιατί ἡ παρθένος κόρη ἀντί νά εἶναι ἡ Γερόντισσά μου, λειτουργεῖ ὡς ὑποτακτική μου». «Τί θά ’θελες, παιδί μου;» ἔκανε θαυμαστικά ὁ ἐπίσκοπος - ἔνιωθε νά ὑποκλίνεται μέσα του στό ψυχικό μεγαλεῖο αὐτῆς τῆς γυναίκας γιά μία ἀκόμη φορά. «Ποιός ἄραγε», ἀναρωτήθηκε, «ποιός ἀπό τούς καλογέρους ἔχει μία τέτοια ἐπιθυμία; Οἱ περισσότεροι δυστυχῶς, ἄν συναντήσουν κάποιον αὐστηρό Γέροντα, ἐναντιώνονται, δυσανασχετοῦν, ἀντιμιλοῦν, χάνουν τελικά τήν ψυχή τους. Κι αὐτή ἡ ἁγία ψυχή...!»
«Ἁγιώτατε, θά ἤθελα…», ἄκουσε τήν ἀρχόντισσα νά τοῦ λέει μέ σκυμμένο τό κεφάλι, «τό ’χει δηλαδή ἀνάγκη ἡ ψυχή μου, θά ἤθελα, ἄν τό ἐπικροτεῖτε κι ἐσεῖς, μία καλόγρια  πού νά μέ ἀποπαίρνει καί νά μή μέ ἀφήνει νά κάνω τά θελήματά μου…». Αὐτό ἦταν! - ὁ ἐπίσκοπος ἔνιωσε νά εὐωδιάζει ὁ τόπος. «Ναί, Αὐρηλία μου!» ἔκανε. «Ὅ,τι θελήσεις θά τό ἔχεις». Πῆρε πίσω τήν ταπεινή προηγούμενη παρθένο κόρη. Τῆς ἔστειλε μία προχωρημένης λίγο ἡλικίας μοναχή, μέ χρόνια πολλά στήν καλογερική καί ἔμπειρη στά πνευματικά. Αὐστηρή καί ἀπότομη ὅμως λόγω καί χαρακτήρα. Αὐτή δέν… χάριζε κάστανα! Μιλοῦσε στήν Αὐρηλία πράγματι ὡς Γερόντισσα. «Κάνε τοῦτο καί κάνε ἐκεῖνο». Ὅ,τι πιό εὐτελές καί δύσκολο ἦταν ὡς διακόνημα, τήν Αὐρηλία διέταζε νά τό κάνει. Κι ἄν κάπου ἔβλεπε μία ἀδυναμία της ἤ κάτι δέν τά κατάφερνε ὄπως ἐκείνη ἤθελε, ἄρχιζε τίς… βρισιές! «Ἀνεπρόκοπη», τήν ἀνέβαζε, «ἀνεπρόκοπη» τήν κατέβαζε. Ἡ πιό χαρακτηριστική ὅμως «βρισιά» της ἦταν τό «πλουσιοφαντασμένη»! Διαρκῶς φρόντιζε νά τῆς ὑπενθυμίζει ὡς κάτι πολύ ἀρνητικό ὅμως τήν πλούσια καί ἀρχοντική καταγωγή της· νά τῆς λέει ὅτι οἱ πλούσιοι δέν πηγαίνουν εὔκολα στόν Παράδεισο, ἄν μή τι καί καθόλου· ὅτι εἶναι γεμάτη ἀπό πάθη καί κακίες, πού ἄν δέν μετανοήσει καί δέν πενθήσει μέ μαῦρο δάκρυ, δέν πρόκειται νά σωθεῖ.
Ἡ Αὐρηλία εἶναι ἀλήθεια ὅτι στριμωχνόταν ἀρκετές φορές. Συχνά ἔπιανε τόν ἑαυτό της νά δαγκώνεται ἀπό τίς ἐπιπλήξεις καί τίς θεωρούμενες ἀδικίες. Ἀλλά δέν μιλοῦσε. Παρηγοριόταν καί ἔπαιρνε δύναμη, ἄρχισε μάλιστα καί νά χαίρεται, γιατί ἤξερε ὅτι ὅλες οἱ προσβολές εἶναι κεράσματα ἀπό τόν Κύριο πού λειτουργοῦν ὡς καθαριστικά τῆς ψυχῆς της. Σιγά σιγά ἔνιωθε τό μεγαλεῖο τοῦ… ἐξευτελισμοῦ - μία συμμετοχή στά Πάθη καί τίς ὀδύνες τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου. Ἄρχισε νά εὐγνωμονεῖ τήν αὐστηρή καλόγρια ὡς τή μεγαλύτερη εὐεργέτιδα τῆς ζωῆς της. Προσευχόταν γι’ αὐτήν καί εὐχαριστοῦσε καί τόν ἐπίσκοπο γιά τήν παραχώρηση καί τή βοήθειά του.
Ξανασυναντήθηκαν μετά ἀπό καιρό μέ τόν ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος ἀπόρησε βλέποντας τό πρόσωπο τῆς Αὐρηλίας: μία ἁπαλότητα, μία ἡρεμία καί γλυκύτητα καθρεπτίζονταν πού πρίν δέν τά εἶχε ἐπισημάνει. «Πῶς πᾶμε μέ τήν καλόγρια;» εἶπε μόνο. «Ἀληθινά», ἀπάντησε ἡ Αὐρηλία, «ἀληθινά, Δέσποτα, αὐτή ὠφελεῖ τήν ψυχή μου. Τώρα νιώθω τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά καθαρίζει σιγά σιγά τήν καρδιά μου. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ. Εὔχεσθε ὁ Κύριος νά μέ δυναμώνει καί νά μοῦ δίνει ὑπομονή».
Σταυροκοπήθηκε ὁ ἅγιος ἐπίσκοπος, δοξολόγησε τόν Κύριο καί προχώρησε στίς δουλειές του. Τό μόνο πού παρακάλεσε τήν Αὐρηλία ἦταν νά μήν τόν ξεχνᾶ στίς προσευχές της.
(Ἀπό τό "Λειμωνάριον" τοῦ Ἰ.  Μόσχου, κεφ. 206)