Τρίτη, 30 Απριλίου 2019

ΤΡΙΤΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ



«Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτής, τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν, καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον, τόν μόνον εὐλογητόν τῶν Πατέρων, Θεόν καί ὑπερένδοξον» (ὠδή ζ΄ κανόνος ἀναστάσεως). 
(Γιορτάζουμε τή νέκρωση τοῦ θανάτου, τό γκρέμισμα τοῦ Ἅδη, τήν ἀπαρχή ἑνός ἄλλου τρόπου ζωῆς, δηλαδή τῆς αἰώνιας ζωῆς, καί σκιρτώντας ἀπό χαρά ὑμνολογοῦμε τόν αἴτιο τῆς γιορτῆς αὐτῆς, πού εἶναι ὁ μόνος εὐλογητός τῶν Πατέρων μας, ὀ ὑπερένδοξος Θεός).
Ἕνα ἀπό τά πιό γνωστά καί ἀγαπημένα τροπάρια τοῦ ἀναστάσιμου κανόνα ὁ παραπάνω ὕμνος, ὄχι μόνο λόγω τῆς ἀμεσότητας τῶν ἐννοιῶν του, ἀλλά καί λόγω τῆς ἰδιαίρετης ἀγάπης πού ἔτρεφε γι’ αὐτόν ὁ ἅγιος Γέροντας Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης - ὅλοι γνωρίζουν τόν διάλογο πού διαμείφθηκε μεταξύ τοῦ ὁσίου καί τοῦ μακαριστοῦ καθηγητῆ τῆς καρδιολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Γιώργου Παπαζάχου ἀκριβῶς πάνω στό τροπάριο αὐτό. Τί μᾶς λέει ὁ ἅγιος ὑμνογράφος καί μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός; Καλούμαστε νά ὑμνολογήσουμε καί νά δοξολογήσουμε τόν μόνο δυνατό καί ὑπερένδοξο Θεό μας, τόν μόνο πού εὐλογήθηκε καί προφητεύτηκε ἀπό τούς Πατριάρχες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, διότι μέ τήν Ἀνάστασή Του πρῶτον∙ νέκρωσε τόν θάνατο καί γκρέμισε τό βασίλειο τοῦ Ἅδη – γιορτάζουμε τόν... θάνατο τοῦ θανάτου. Θάνατος δηλαδή δέν ὑφίσταται πιά, ἀφότου Ἐκεῖνος πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς εἰσῆλθε στά ἄδυτά του καί σ’ αὐτό πού ὀνομάζουμε Ἅδη. Ὁ θάνατος πού ἦλθε ὡς ἐπιγέννημα στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου λόγω τῆς ἁμαρτίας αὐτοῦ - ὁ Θεός δέν δημιούργησε τόν θάνατο, ἀντιθέτως ἡ ἀθανασία ἦταν ἡ προοπτική τοῦ ἀνθρώπου – καταργήθηκε καί ἀφανίστηκε. Καί μπορεῖ νά ὑφίσταται καί μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ἀλλά μόνο μέ τή βιολογική του διάσταση ἄχρι καιροῦ: τοῦ καιροῦ τῆς Δευτέρας Του παρουσίας, ἡ ὁποία δυνάμει ἀποτελεῖ γεγονός τῆς κάθε στιγμῆς! Τά ἔσχατα μέ τόν Χριστό ἔτσι κι ἀλλιῶς ἔχουν εἰσέλθει στήν ἀνθρώπινη ἱστορία καί ὁ πιστός ζεῖ μέ τήν προσμονή καί τή λαχτάρα αὐτή: «ἔρχου Κύριε Ἰησοῦ»! «Μαράν ἀθά». Δεύτερον∙ ἡ κατάργηση καί ἡ καταπάτηση τοῦ θανάτου ἔφερε ἕναν ἄλλον τρόπο πιά ζωῆς γιά τόν ἄνθρωπο, πού εἶναι ἡ αἰώνια ζωή. Ἡ αἰωνιότητα, γιά τήν πίστη μας, δέν κατανοεῖται μέ τή διάσταση τῆς ἀτέρμονης καταστάσεως πού ἀκολουθεῖ τό ὅριο τοῦ βιολογικοῦ θανάτου∙ κυρίως κατανοεῖται ὡς ἡ ζωή πού ξεκινᾶ ἀπό τήν ὥρα πού ὁ ἄνθρωπος πιστεύει στόν Χριστό καί σχετίζεται ἐμπειρικά μαζί Του, μέσα στό ζωντανό σῶμα Του τήν Ἐκκλησία. Τό ἀποκάλυψε ὁ Ἴδιος: «Αὔτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τόν μόνο ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν». Ἡ γνώση τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Θεοῦ πού μᾶς ἀποκάλυψε, γνώση ὄχι νοησιαρχική ἀλλά ἐν ἀγάπῃ ἐμπειρική, ἡ ὁποία ἀποδεικνύεται μέ τήν τήρηση τῶν ἁγίων ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, αὐτό εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, καί συνεπῶς οἱ ἀπαρχές τῆς ζωῆς αὐτῆς βρίσκονται στό ἐδῶ καί στό τώρα, γιά νά συνεχιστεῖ καί στή συνέχεια τῆς ζωῆς αὐτῆς, μετά τό βιολογικό τέλος μας. Μέ ἄλλα λόγια, ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος ἔχει κατανοήσει ὅτι διά τῆς ἀνιδιοτελοῦς κατά τό πρότυπο τοῦ Κυρίου ἀγάπης πορεύεται πιά στόν κόσμο τοῦτο, ζεῖ ἤδη τήν αἰώνια ζωή καί γεύεται τούς καρπούς της ὡς χαρά, ὡς εἰρήνη, ὡς μακροθυμία, ὡς πίστη, ὡς πραότητα, ὡς ἐγκράτεια κλπ. Γι’ αὐτό πιά καί δέν ὑφίσταται ὁ φόβος τοῦ θανάτου – τί φόβος νά ὑπάρχει ἐκεῖ πού δέν ὑφίσταται τό αἴτιό του, ὅταν μάλιστα ἔχει καταποθεῖ αὐτό ἀπό τήν ἴδια τή ζωή; Μέ τόν Κύριο ἀποκαλύφθηκε περίτρανα ὅτι ἡ μόνη ὄντως πραγματικότητα εἶναι ἡ ζωή, καί μάλιστα ὡς Ζωή Ἐκείνου. Αὐτήν τή ζωή βλέπουμε ὄχι σέ ἐμᾶς δυστυχῶς τούς μαλθακούς καί χλιαρούς χριστιανούς, ἀλλά στούς ἁγίους μας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τά πρότυπά μας καί τή διαρκή πρόκληση γιά τή μετάνοιά μας, σάν τόν ἅγιο Πορφύριο πού μνημονεύσαμε, ὁ ὁποῖος ἀκριβῶς ἐπέμενε στή λέξη «σκιρτῶντες». Ὅταν ζεῖς ἀληθινά τήν Ἀνάσταση, ὅταν συνειδητοποιεῖς τό τί ἔφερε ὁ Χριστός στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, τότε τό μόνο πού μπορεῖ νά κάνεις εἶναι νά νιώθεις τά σκιρτήματα τῆς χαρᾶς, τά ὁποῖα ἐκεῖνος, ὁ ὅσιος Γέροντας, τά παρομοίαζε μέ τά χαρούμενα πηδήματα τῶν μικρῶν κατσικιῶν ὅταν βρίσκουν τήν τροφή τους καί εἶναι κοντά στή μάνα τους. Πρόκειται γιά τά σκιρτήματα, νομίζουμε, πού λένε πολλοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀπό τό ζωντανό νερό πού δίνει ὁ Χριστός στίς καρδιές τῶν πιστῶν Του, κατά τήν ἀψευδῆ ὑπόσχεσή του: «Ὅποιος πιεῖ ἀπό τό νερό πού ἐγώ θά τοῦ δώσω, θά γίνει αὐτό μέσα στήν ὕπαρξή του πηγή πού θά ἀναβλύζει τήν αἰώνια ζωή». Μακάρι ὁ Κύριος καί οἱ ἅγιοί μας νά μᾶς δίνουν αὐτόν τόν προσανατολισμό στή ζωή μας, ὥστε ἔστω καί ἐπ’ ἐλάχιστον νά αἰσθανθοῦμε τά σκιρτήματα τῆς λυτρωτικῆς παρουσίας Του!

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2019

ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ


«Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν Λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα· ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωήν, καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν, Χριστὸς ὁ Θεός, ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ᾄδοντας» (α΄ ὠδή κανόνος ἀναστάσεως, ἦχος α΄).
(Ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης, λαοί, ἄς γίνουμε ὁλοφώτεινοι, εἶναι Πάσχα, τοῦ Κυρίου τό Πάσχα. Διότι μᾶς πέρασε ἀπό τόν θάνατο πρός τή ζωή καί ἀπό τή γῆ πρός τόν οὐρανό,  Χριστός ὁ Θεός μας, ἐμᾶς πού ψέλνουμε τόν ὕμνο γιά τή νίκη αὐτή).
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, στόν πανηγυρικό καί θριαμβευτικό πρῶτο ἦχο, μᾶς προσφέρει τό ξέσπασμα τῆς καρδιᾶς του – ξέσπασμα τοῦ κάθε ἐν ἐπιγνώσει πιστοῦ - γιά τήν πανήγυρη τῶν πανηγύρεων, τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Πρόκειται ὄχι ἀσφαλῶς γιά τό Πάσχα τῶν Ἰουδαίων, κατά τό ὁποῖο ἑορτάζουν αὐτοί τή διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας καί συνεπῶς τήν ἐλευθερία τους ἀπό τή δουλεία τῶν Αἰγυπτίων – τό γεγονός αὐτό λειτουργεῖ ὡς προεικόνιση καί προφητεία τοῦ Χριστιανικοῦ Πάσχα - ἀλλά γιά τό Πάσχα τοῦ Κυρίου, γιά τήν Ἀνάστασή Του, μέ τήν ὁποία ὁ Κύριος ὡς ὁ παντοδύναμος Θεός, ἀφοῦ διέλυσε τό βασίλειο τοῦ θανάτου μέ τήν εἴσοδό του σ’ αὐτόν, ἔδωσε τήν αἰώνια ζωή σέ ὅλες τίς θλιμμένες ψυχές τῶν νεκρῶν, δηλαδή τούς πέρασε ἀπό τόν θάνατο στή ζωή· κι ἀκόμη περισσότερο, διεβίβασε ὅλους τούς ἀνθρώπους ἀπό τή γῆ πού ἦταν κατ’ ἀποκλειστικότητα στραμμένοι, πρός τόν οὐρανό, ἐκεῖ πού μπορεῖ κανείς νά δεῖ Θεοῦ πρόσωπο, ἐκεῖ πού ζεῖ κανείς πιά τήν ἀληθινή πατρίδα του, τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Διότι, κατά τόν ἀπόστολο, μετά τό ἀπολυτρωτικό ἔργο τοῦ Κυρίου, «οὐκ ἔχομεν μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν», ἡ ὁποία μέλλουσα πόλις ἤδη βιώνεται ἀπό τόν κόσμο τοῦτο γιά τόν χριστιανό στήν Ἐκκλησία. «Ἄρα οὖν οὐκέτι ἐστὲ ξένοι καὶ πάροικοι, ἀλλὰ συμπολῖται τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ».
Μέ ἄλλα λόγια, ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου σήμανε τήν τελική νίκη ἀπέναντι στόν θάνατο, μέ τήν ἔννοια ὅτι ὁ θάνατος πιά, ὡς κατηργημένος καί ἐξαφανισμένος, δέν εἶναι τό τέλος τοῦ ἀνθρώπου – δέν ὑπάρχει· τέλος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, δηλαδή τό ἄκτιστο φῶς Του καί ἡ αἰώνια ζωή. Πεθαίνει κανείς κι ἐκεῖ πού ἀνθρωπίνως νομίζει ὅτι χάνεται, τόν Χριστό συναντᾶ καί σ’ Ἐκείνου τήν ἀγκαλιά πέφτει, Ἐκείνου τό φῶς τόν διαπερνᾶ. «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια». Μᾶς τό λέει τόσο ἄμεσα καί ἀνάγλυφα ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί πάλι: «Ἐάν τε ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνῂσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν». Ζεῖς ἐδῶ, στόν κόσμο τοῦτο; Στόν Χριστό ἀνήκεις καί ἀπό Αὐτόν ζεῖς. Φεύγεις ἀπό τόν κόσμο τοῦτο; Συνεχίζεις ἀπό ἄλλη μεριά νά στέκεσαι ἀπό Ἐκεῖνον καί Ἐκείνου ἡ ζωή νά σέ προσδιορίζει. Γι’ αὐτό καί δέν μᾶς παραξενεύουν τά λόγια του ὅτι γι’ αὐτόν ζωή σημαίνει Χριστός, ὁπότε κι ὁ θάνατος λειτουργεῖ γιά τόν ἴδιο ὡς κέρδος. «Ἐμοί τό ζῆν Χριστός καί τό ἀποθανεῖν κέρδος».
Ὁ ἅγιος μέγας Δαμασκηνός ὅμως, μπροστά σ’ αὐτό τό ὑπερφυές καί μέγιστο μυστήριο τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, μᾶς καθοδηγεῖ στή μόνη ἐνδεδειγμένη στάση μας: «λαμπρυνθῶμεν». Νά γίνουμε λαμπροί καί φωτεινοί. Ἀφοῦ τά πάντα πιά εἶναι πλημμυρισμένα ἀπό τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, δέν εἶναι δυνατόν παρά ὁλοφώτεινος νά παρουσιάζεται καί ὁ πιστός χριστιανός. Αὐτονόητο, ἀλλά καί ὄχι τόσο εὔκολο. Γιατί ἀπαιτεῖται ἡ θετική στροφή τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Χριστό, νά πιστέψει δηλαδή ἀληθινά στήν Ἀνάστασή Του, καί κυρίως: νά βρίσκεται μονίμως καί ἀδιαλείπτως σέ ἀγώνα καθάρσεως τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῶν αἰσθήσεών του ἀπό ὁτιδήποτε βρώμικο καί ἐμπαθές, ἀπό κάθε τι ἁμαρτωλό. Γι’ αὐτό καί ὁ ἀμέσως ἑπόμενος λόγος του εἶναι αὐτός: «καθαρθῶμεν τάς αἰσθήσεις καί ὀψόμεθα τῷ ἀπροσίτῳ φωτί τῆς Ἀναστάσεως Χριστόν ἐξαστράπτοντα καί Χαίρετε φάσκοντα τρανῶς ἀκουσόμεθα». Ἄς καθαριστοῦμε ὡς πρός τίς ἐμπαθεῖς αἰσθήσεις μας, κι ἔτσι θά δοῦμε μέσα στό ἀπρόσιτο φῶς τῆς Ἀναστάσεως τόν Χριστό νά ἐξαστράπτει καί θά Τόν ἀκούσουμε μέ δυνατή φωνή νά μᾶς λέει Χαίρετε.

Κυριακή, 28 Απριλίου 2019

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ



῾Ο ένδοξος και θαυμαστός και μέγας Μάρτυς Γεώργιος έζησε κατά τους χρόνους του βασιλιά Διοκλητιανού, καταγόταν από τη χώρα των Καππαδοκών, ήταν από επίσημο γένος και διέπρεψε στο στράτευμα των Τριβούνων. Όταν δε επρόκειτο να μαρτυρήσει, είχε το αξίωμα του Κόμη. Επειδή λοιπόν ο βασιλιάς ξεκίνησε  τον πόλεμο κατά των Χριστιανών κι έβγαλε διαταγή όσοι από τους χριστιανούς αρνούνται και αθετούν τον Χριστό να αξιώνονται τιμές και δωρεές βασιλικές, ενώ όσοι δεν πείθονται να θανατώνονται, ο άγιος παρουσιάστηκε μόνος του και ομολόγησε ότι είναι χριστιανός, ελέγχοντας ταυτόχρονα τη ματαιότητα και αδυναμία των ειδώλων και κοροϊδεύοντας αυτούς που πιστεύουν σε αυτά.
Επειδή δε δεν υποχώρησε  ούτε στις κολακείες και τις υποσχέσεις του τυράννου, τις οποίες του έδωσε πλούσια, ούτε όμως και στις απειλές του, αλλά φαινόταν ότι τα περιφρονεί όλα, πρώτα από όλα κτυπιέται στην κοιλιά με κοντάρι. Ενώ το κοντάρι άγγιξε τη σάρκα του, τόσο που έτρεξε πολύ αίμα, και βγήκε έπειτα η άκρη του, ο άγιος παρέμεινε αβλαβής. Έπειτα τον έδεσαν σε τροχό που είχε σιδερένιες άκρες και άφησαν τον τροχό να κυλίσει στο έδαφος. Το σώμα του αγίου κομμιατάστηκε σε πολλά μέρη, αλλά πάλι αποκαταστάθηκε υγιής με επιστασία θείου αγγέλου.
Εμφανίστηκε τότε στον βασιλιά και στον Μαξέντιο τον σύνεδρό του που θυσίαζαν στα είδωλα, οπότε καθώς φάνηκε σώος τράβηξε πολλούς προς την πίστη του Χριστού. Με την προσταγή του βασιλιά τα κεφάλια αυτών που πίστεψαν αποκόπηκαν έξω από την πόλη. Πίστεψε δε στον Χριστό και η βασίλισσα Αλεξάνδρα, η οποία ομολόγησε ενώπιον του τυράννου τον Χριστό ως Θεό. Πίστεψαν μάλιστα και πολλοί άλλοι στον Χριστό, όταν είδαν τον άγιο να εξέρχεται αβλαβής από τον λάκκο της ασβέστου στον οποίο τον είχαν βάλει. Μετά από αυτά έδεσαν τα πόδια του σε σιδηρένιες κρηπίδες που είχαν καρφιά, εξαναγκάζοντάς τον να τρέξει. Κι ακόμη, τον κτύπησαν ανελέητα με ξερά νεύρα βοδιών. Ο Μαξέντιος τότε ζήτησε από τον άγιο κάποιο θαύμα και συγκεκριμένα αν μπορεί να αναστηθεί κάποιος από αυτούς που βρίσκονταν σε έναν παρακείμενο τάφο με πεθαμένους πριν από πολύ καιρό. Ο άγιος προσευχήθηκε πάνω από το κάλυμμα του τάφου και αναστήθηκε ένας νεκρός, ο οποίος προσκύνησε τον άγιο και δόξασε τη θεότητα του Χριστού. Όταν ρώτησε ο βασιλιάς ῾ποιος ήταν και πότε έφυγε από τη ζωή αυτή᾽, εκείνος είπε ότι έζησε πριν από την παρουσία του Χριστού και ότι λόγω τη πλάνης του προς τα είδωλα κατακαίεται τόσα χρόνια  σε φωτιά. Από το γεγονός αυτό πολλοί πίστεψαν στον Χριστό και προστέθηκαν στην πίστη, οπότε με μιά φωνή όλοι δόξαζαν τον Θεό. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Γλυκέριος, του οποίου το βόδι ο άγιος, όταν ψόφησε, το ανέστησε. Καθώς ο Γλυκέριος βεβαιώθηκε για την πίστη του Χριστού από το θαύμα αυτό, δέχτηκε το στεφάνι του μαρτυρίου, γενόμενος πολλά κομμάτια από τα ξίφη των απίστων.
Επειδή λοιπόν προσέρχονταν στον Χριστό διαρκώς και περισσότεροι από όσα γίνονταν, κι ακόμη από το ότι ο άγιος μάρτυρας Γεώργιος εισήλθε στον ναό των ειδώλων και πρόσταξε ένα από τα ξόανα να πει αν αυτός ήταν ο Θεός και ότι πρέπει αυτόν να προσκυνούν, ο δαίμονας που βρισκόταν στο ξόανο θρηνώντας αποκρίθηκε ότι μόνος Θεός είναι ο Χριστός. Από αυτό ταράχτηκαν τα είδωλα όλα, κατέπεσαν και συντρίφτηκαν. Οι λατρευτές των ειδώλων τότε, μη υποφέροντας άλλο, συνέλαβαν τον άγιο, προκειμένου να τον οδηγήσουν προς τον βασιλιά και να ζητήσουν τη θανατική του καταδίκη. Ο βασιλιάς πράγματι διέταξε να θανατωθούν με ξίφος και ο Γεώργιος και η βασίλισσα Αλεξάνδρα. Και του μεν αγίου κόψανε το κεφάλι, η βασίλισσα όμως προσευχήθηκε στη φυλακή που ήταν και παρέδωσε το πνεύμα της στον Θεό. Τελείται η σύναξη του αγίου στο αγιότατο Μαρτύριό του που βρίσκεται στο Δεύτερο᾽.

Η εορτή του αγίου μεγαλομάρτυρα Γεωργίου είναι κατά την Εκκλησία μας ιδιαιτέρως χαρμόσυνη όχι μόνον από το γεγονός ότι η ημέρα του μαρτυρίου ενός αγίου είναι η ημέρα της δόξας του ως εισερχομένου τότε θριαμβευτικά στη βασιλεία των Ουρανών, αλλά και από το γεγονός ότι πάντοτε συνοδεύει την ῾εορτήν των εορτών και την πανήγυριν των πανηγύρεων᾽, την Ανάσταση του Κυρίου. Κατά τον άγιο υμνογράφο ῾ιδού, ανέτειλε η άνοιξη της χάρης. Έλαμψε η Ανάσταση του Χριστού σε όλους και λάμπει μαζί με αυτήν τώρα η πανέορτη και φωτοφόρα ημέρα Γεωργίου του μάρτυρα. Εμπρός λοιπόν όλοι, λαμπροφορώντας ένθεα, ας γιορτάσουμε χαρμόσυνα᾽ (῾Ανέτειλεν ιδού, το της χάριτος έαρ· επέλαμψε Χριστού η Ανάστασις πάσι, και ταύτη συνεκλάμπει νυν Γεωργίου του μάρτυρος η πανέορτος και φωτοφόρος ημέρα· δεύτε άπαντες λαμπροφορούντες ενθέως φαιδρώς εορτάσωμεν᾽) (κάθισμα όρθρου). ῾Έλαμψε σ᾽ εμάς η πανένδοξη μνήμη του δούλου του Χριστού μαζί με την Ανάστασή Του, κατά την οποία αφού μαζευτούμε οι πιστοί, ας γιορτάσουμε χαρμόσυνα᾽ (῾Σύνδρομος εξέλαμψεν ημίν η πανένδοξος μνήμη η του θεράποντος τη Αναστάσει Χριστού, εν η συνελθόντες οι πιστοί φαιδρώς εορτάσωμεν᾽) (ωδή γ´).

Είναι τόσο μεγάλη η χαρά μάλιστα της εορτής, ώστε ο άγιος υμνογράφος κινούμενος σε υψηλά επίπεδα λυρισμού αναφέρει ότι με τον μεγαλομάρτυρα Γεώργιο υπερβαίνεται και η παροιμία ῾ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη᾽. ῾Να λοιπόν, πιστέ λαέ του Θεού – σημειώνει στην ωδή ς - που και ένα καλό χελιδόνι  αναπληρώνει τη χάρη της άνοιξης κατά τρόπο θαυμαστό, κι αυτό το χελιδόνι είναι ο Γεώργιος᾽ (῾Ιδού σοι και μία τερπνή χελιδών, θεοσύλλεκτε λαέ, την του έαρος χάριν αναπληροί θαυμαστώς, ο Γεώργιος᾽). Πού έγκειται η μεγάλη χάρη του αγίου μεγαλομάρτυρα, τόσο που χαρακτηρίζεται ῾γνήσιος φίλος του Χριστού, πρωταθλητάρχης Αυτού, πάμφωτος λαμπτήρας της οικουμένης, φαεινότατος αστέρας, τιμαλφέστατη λυχνία᾽; (ωδή δ´) Η απάντηση που δίνουν οι ύμνοι της Εκκλησίας μας δεν είναι άλλη από αυτήν που δίνουν για όλους τους αγίους: η βαθιά πίστη του αγίου στον Χριστό και η θερμότατη αγάπη του σ᾽Εκείνον και στους ανθρώπους, δηλαδή η τελεία υπακοή του στις διδαχές Του.  Απλώς αυτό που είναι ο πυρήνας της αγιότητας το δίνουν οι υμνογράφοι μας με πολλούς τρόπους και σε πολλά επίπεδα. Για παράδειγμα: ῾Γεώργιε, ακολούθησες τις διδαχές του Δεσπότη Χριστού᾽ (῾Του Δεσπότου ταις διδαχαίς ηκολούθησας᾽) (δοξαστικό εσπερινού). ῾Στερέωσες τον πόθο σου για τον Χριστό πάνω στην πίστη Του, έδιωξες τον φόβο με την ελπίδα, απέκτησες τα ουράνια με την αγάπη᾽(῾πίστει πόθον ενστησάμενος, ελπίδι φόβον απωσάμενος, αγάπη εκτήσω τα ουράνια, πανεύφημε᾽) (λιτή). ῾Στηρίχτηκες στην ελπίδα, περιφράχτηκες από την αγάπη και την πίστη, Γεώργιε, και δυναμώθηκες από τη δύναμη του Χριστού, γι᾽αυτό και κατανίκησες την πλάνη των ειδώλων᾽(῾Ελπίδι στηριζόμενος και αγάπη και πίστει τε περιφραχθείς, Γεώργιε, και δυνάμει Χριστού ρωννύμενος, των ειδώλων την πλάνην καταβέβληκας᾽) (ωδή γ´).

Εκείνο που τονίζουν κατεξοχήν οι ύμνοι της Εκκλησίας μας είναι η δύναμη της ψυχής του αγίου και ο θερμός ζήλος του για τον Χριστό. Δεν διστάζει ο υμνογράφος να χαρακτηρίσει τον Γεώργιο ως ῾λιοντάρι που με ρωμαλέο φρόνημα πήγε μόνος του προς το μαρτύριο, γιατί καταφρόνησε το σώμα ως φθαρτό και φρόντισε πρωτίστως την άφθαρτη ψυχή του᾽ (῾Ρωμαλέω φρονήματι πεποιθώς ηυτομόλησας, ώσπερ λέων, ένδοξε, προς την άθλησιν, υπερορών μεν του σώματος ως φθείρεσθαι μέλλοντος, της αφθάρτου δε ψυχής σοφώς επιμελούμενος᾽) (στιχηρό εσπερινού), όπως και  νέο Δαυίδ που νίκησε τον αντίπαλο Γολιάθ με τις βολές όμως των λόγων του. ῾Φάνηκες νέος στους πολέμους, με ικανότητα στο χέρι, σαν άλλος ανδρείος Δαυίδ. Διότι όπως αυτός νίκησε τον αντίπαλο Γολιάθ, το ίδιο και εσύ νικάς ρίχνοντας κάτω τον αντίπαλο με τις βολές των λόγων σου᾽(῾Νέος ώφθης εν πολέμοις ικανός τη χειρί, άλλος Δαυίδ ανδρείος· ως γαρ αυτός τον Γολιάθ τον αντίπαλον και συ νικάς καθελών, βολαίς των λόγων σου᾽) (ωδή α´). Κι η λιονταρίσια αυτή δύναμή του ερμηνεύεται από τον υμνογράφο όχι ως μία αποκοτιά, αλλά ως ενσυνείδητη έκφραση του πόθου και του ζήλου του για τον Χριστό, αφού ῾ο πόθος ενίκα την φύσιν᾽ (δοξαστικό εσπερινού). Ο άγιος Γεώργιος αποτελεί την επιβεβαίωση αυτού που σημειώνει ο μέγας απόστολος Παύλος, ότι δηλαδή η αγάπη για τον Χριστό υπερβαίνει τον όποιο φόβο για τον θάνατο, για τους κινδύνους, για τις όποιες ταλαιπωρίες. ῾Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή κίνδυνος ή μάχαιρα; Πέπεισμαι γαρ ότι ουδέν δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Χριστού της εν Χριστώ Ιησού᾽ (Πρβλ.Ρωμ. 8). ῾Βρέθηκες ντυμένος την πανοπλία του Χριστού, Γεώργιε, κι ήσουν γεμάτος φωτιά από αγάπη του Χριστού...και στους παρανόμους κραύγαζες: Ούτε τα θηρία ούτε οι τροχοί, ούτε η φωτιά ούτε το μαχαίρι έχουν τη δύναμη να με χωρίσουν από την αγάπη του Χριστού του Θεού μας᾽ (῾Ενδεδυμένος Χριστού την πανοπλίαν ευρέθης Γεώργιε...υπέρ Χριστού πυρπολούμενος...και τοις παρανόμοις εκραύγαζες: ουδέ γαρ θήρες ουδέ τροχοί, ου πυρ ουδέ μάχαιρα, εμέ χωρίσαι κατισχύσουσι της αγάπης του Χριστού του Θεού ημών᾽) (Στιχηρό εσπερινού).

Το σημείο όμως στο οποίο αναλώνεται πάρα πολύ η έμπνευση του υμνογράφου για τον άγιο είναι το ίδιο το όνομά του. Το όνομα Γεώργιος λαμβάνεται ως αφορμή, όπως συνήθως γίνεται για πολλούς αγίους, προκειμένου ο υμνογράφος να περιγράψει, έστω και λίγο, το ύψος της αγιότητάς του. Και το όνομά του κατανοείται διπλά: και ότι ο Γεώργιος υπήρξε ο ίδιος γεωργός στην εποχή του, με την έννοια ότι καλλιέργησε τη γεμάτη αγκάθια και πλάνη γη των ψυχών των ανθρώπων, φυτεύοντας σ᾽αυτές το κλήμα της ορθόδοξης πίστης, και ότι ο Θεός υπήρξε ο γεωργός στο χωράφι της ψυχής του ίδιου, κάνοντάς το να καρποφορήσει όλες τις αρετές. ῾Άξια προς το όνομά σου πολιτεύτηκες, στρατιώτη Γεώργιε. Διότι σηκώνοντας τον σταυρό του Χριστού στους ώμους σου καλλιέργησες τη γη που είχε χερσωθεί από τη διαβολική πλάνη. Κι αφού ξερίζωσες τη γεμάτη αγκάθια θρησκεία των ειδώλων, φύτεψες βαθιά το κλήμα της ορθόδοξης πίστης...Γι᾽αυτό και αναδείχτηκες δίκαιος γεωργός της αγίας Τριάδος᾽ (῾Αξίως του ονόματος επολιτεύσω, στρατιώτα Γεώργιε. Τον σταυρόν γαρ του Χριστού επ᾽ώμων αράμενος, την εκ διαβολικής πλάνης χερσωθείσαν γην εκαλλιέργησας, και την ακανθώδη θρησκείαν των ειδώλων εκριζώσας, της ορθοδόξου πίστεως κλήμα κατεφύτευσας...Και Τριάδος γεωργός δίκαιος ανεδείχθης᾽) (δοξαστικό εσπερινού). ῾Έγινες γεωργός στα ανώτερα με τα ανδραγαθήματα των άθλων σου, παμμακάριστε μάρτυρα Γεώργιε, και πρόσφερες στον Χριστό έτσι τους κόπους των καρπών σου᾽(῾Αριστείαις άθλων γεωργών τα κρείττονα, τους πόνους των καρπών σου τω Χριστώ προσήνεγκας, παμμακάρστε Μάρτυς Γεώργιε᾽) (λιτή). ῾Έγινες ευγενικό χωράφι του Θεού, Γεώργιε, που καλλιεργήθηκε από τις πράξεις του μαρτυρίου᾽ (῾Ευγενές γεώργιον Θεού γέγονας, Γεώργιε, μαρτυρικαίς γεωργούμενον πράξεσι῾) (ωδή α´). ῾Καλλιεργήθηκες από τον Θεό και αναδείχθηκες τιμιώτατος γεωργός της ευσέβειας, καθώς συνέλεξες για τον εαυτό σου τα δράγματα των αρετών᾽(῾Γεωργηθείς υπό Θεού ανεδείχθης της ευσεβείας γεωργός τιμιώτατος, των αρετών τα δράγματα συλλέξας σεαυτώ᾽) (κοντάκιο).

Είναι ευνόητο μετά τα παραπάνω ότι ο άγιος τροπαιοφόρος ῾εκμιμούμενος τον Δεσπότην Χριστόν᾽ (ωδή ζ´) απέκτησε και τη δύναμή Του, τόσο ώστε να συμβασιλεύει μαζί Του (῾συμβασιλεύεις τω βασιλεί των Δυνάμεων᾽) (ωδή η´), και να γίνεται εύκαιρος προστάτης και βοηθός για κάθε πιστό που τον επικαλείται, οπουδήποτε στη γη. Όλοι οι πιστοί έχουν νιώσει την αγάπη του, γι᾽αυτό και το όνομά του ψέλνεται παντού. ῾Δεν υπάρχει ούτε γη ούτε θάλασσα, ούτε πόλη ούτε έρημος, όπου αληθινά δεν ξεχυλίζουν οι κρουνοί των θαυμάτων σου σαν πέλαγος. Διότι το θαυμαστό όνομά σου άδεται σε όλη τη γη᾽(῾Ουκ έστιν ουδέ γη ουδέ θάλασσα, ου πόλις ουκ έρημος, ένθα αληθώς των σων θαυμάτων οι κρουνοί, πελαγίζοντες, Μάρτυς, ουχ υπερβλύζουσι. Το σον γαρ θαυμαστόν εν πάση τη γη άδεται όνομα᾽) (ωδή ζ´). Λοιπόν: ῾Αυτώ βοήσωμεν: Αθλοφόρε, ικέτευε, εις το σωθήναι τας ψυχάς ημών᾽ (δοξαστικό αίνων). 

Σάββατο, 27 Απριλίου 2019

Π Α Σ Χ Α!


«Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».
(Ὁ Χριστός ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς, ἀφοῦ πάτησε τόν θάνατο μέ τόν θάνατό του καί χάρισε ζωή στούς νεκρούς πού ἦταν στά μνήματα).
Χαρακτηρίστηκε καί χαρακτηρίζεται ὁ παιάνας τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὕμνος (στόν πανηγυρικό πλάγιο τοῦ α΄) πού συνεγείρει τούς πιστούς καί τούς καλεῖ νά διατρανώσουν τή χαρά τους, εἰ δυνατόν καί χορεύοντας. Γιατί διασαλπίζει τή μεγαλύτερη νίκη πάνω στόν μεγαλύτερο ἐχθρό τοῦ ἀνθρώπου, τόν θάνατο, καί βεβαίως πάνω σέ ὅ,τι ὁδήγησε καί συνήργησε γιά τήν εἰσβολή τοῦ θανάτου: τήν ἁμαρτία καί τόν Πονηρό διάβολο. Καί πῶς συνέβη αὐτό; Μά ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, ὁ Ὁποῖος ἐρχόμενος στόν κόσμο προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση, συνεπῶς μέ τήν ἀνάστασή Του ἀνέστησε κι αὐτήν. Ὁ θάνατος «οὐκέτι κυριεύει», δέν λειτουργεῖ πιά ὡς ὁ μόνιμος καί ἀπάνθρωπος τύραννος – μετράει πιά τίς τελευταῖες του ὧρες, κι αὐτό ἀπό πλευρᾶς μόνο βιολογικῆς, μέχρι νά ξανάλθει ὁ Κύριος στή Δευτέρα Του Παρουσία, κι αὐτό γιά λόγους παιδαγωγικούς: «ἵνα μή τό κακόν ἀθάνατον γένηται». Ὁ θάνατος λοιπόν θανατώθηκε – «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τήν καθαίρεσιν» - πού σημαίνει περαιτέρω ὅτι ὁ φόβος ὡς τό καθοριστικό στοιχεῖο τῆς ζωῆς στόν κόσμο τοῦτο ἐξαφανίστηκε, ἀφοῦ πίσω ἀπό κάθε φόβο ὑφίσταται στήν πραγματικότητα ὁ φόβος τοῦ θανάτου, συνεπῶς ὁ ἄνθρωπος ἀναπνέει πραγματικά τόν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας. Τί ἐλευθερία μπορεῖ νά ἔχει ἐκεῖνος πού βρίσκεται κάτω ἀπό τήν πιό σκληρή κατοχή, τοῦ θανάτου, τοῦ Διαβόλου, τῆς ἁμαρτίας; Ὁ Ἅδης, ὡς ὅρος δηλωτικός τοῦ ὅποιου χώρου τῶν ψυχῶν γιά τούς ἀνθρώπους πού πέθαναν, διαλύθηκε, σάν μιά φυλακή πού γκρεμίστηκε ὁλοσχερῶς. Τό μόνο πού ὑφίσταται εἶναι ἡ ζωή καί τό φῶς, γιατί ὁ Χριστός, ὡς ὁ Κύριος τῆς ζωῆς τοῦ θανάτου, δίνει ἀκριβῶς αὐτό πού εἶναι καί ἔχει: φῶς καί ζωή. «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή». «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου».
Γιατί τότε ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού βρίσκονται μέσα στά δίχτυα τοῦ φόβου, τῆς θλίψης καί τῆς δουλείας τῆς ἁμαρτίας; Καί μιλᾶμε καί γιά χριστιανούς! Διότι ναί μέν ὁ Χριστός προσέφερε ὅλη αὐτή τή χάρη καί τή χαρά στούς ἀνθρώπους, ἀλλά ζητάει τήν ἀνταπόκρισή τους. Καί γιά μέν τούς μή χριστιανούς, ὑπάρχει ἡ προσμονή γιά τήν ἐνεργοποίηση τῆς δοσμένης χάρης – περιμένουν, ἀνεπίγνωστα ἴσως, τήν ὥρα πού θά κληθοῦν νά μετάσχουν στό ζωντανό σῶμα Του, τήν Ἐκκλησία· γιά τούς ἤδη χριστιανούς ὅμως, τούς βαπτισμένους στό ἅγιο ὄνομά Του, χρειάζεται ἡ ἀπόφαση τῆς στροφῆς τῆς θέλησής τους πρός Αὐτόν. Γιατί μπορεῖ νά ἔχει κανείς γίνει μέλος Χριστοῦ ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας, μά νά μή τό ἔχει λάβει αὐτό στά σοβαρά. Κι εἶναι ἡ τραγική περίπτωση ἐκείνων πού ντύθηκαν τόν Χριστό, ἀλλά τό ἔνδυμα αὐτό μένει σάν ἀδειανό πουκάμισο, σάν «ἄδειο σακκί» - ὁ Χριστός περιμένει τήν ἀνταπόκριση τῆς βαθιᾶς τους καρδιᾶς. Τί ἀπαιτεῖται γιά νά «σωματωθεῖ» τό ἔνδυμα; Ἡ μετοχή στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἡ μετοχή δηλαδή στή ζωή τοῦ Χριστοῦ, καί ὁ πνευματικός ἀγώνας γιά τήρηση τῶν ἁγίων ἐντολῶν Αὐτοῦ, πού κι αὐτό μετοχή στή δική Του ζωή εἶναι. Κι ὁ Χριστός μᾶς θέτει τήν ἀλήθεια αὐτή ἐνώπιόν μας ὡς πρόκληση γιά πειραματισμό: «τηρῆστε τίς ἐντολές μου καί θά μέ δεῖτε μέσα σας. Ὅλος ὁ Θεός θά βρεῖ τόπο καταπαύσεως στήν ὕπαρξή σας καί θά γίνετε μοναστήρι τῆς ἁγίας Τριάδος». Τυχαῖα λέει ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ὅτι τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὡς βίωμα τῆς αἰώνιας ζωῆς, τή νιώθουμε ἐνεργά καί αἰσθητά στήν καρδιά μας, ὅταν ἀρχίζουμε καί συγχωροῦμε τούς συνανθρώπους μας, ὅταν δηλαδή ἀρχίζουμε νά θέτουμε σέ ἐνέργεια τή σύνοψη ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου, τήν ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπό μας;  «Συγχωρήσωμεν πάντα  τῇ  Ἀναστάσει καί οὕτω βοήσωμεν: Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν».

ΤΟ ΨΩΜΙ...


 
Του Στέφανου Δορμπαράκη

Έχωσα τα δόντια μου βαθιά

στο ψωμί της μετάνοιας

και δεν χρειάστηκε να φάω

τις σάρκες του αδελφού μου.

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2019

ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ


«Σέ τόν ἀναβαλλόμενον τό φῶς ὥσπερ ἱμάτιον καθελών Ἰωσήφ ἀπό τοῦ ξύλου σύν Νικοδήμῳ καί θεωρήσας νεκρόν, γυμνόν, ἄταφον, εὐσυμπάθητον θρῆνον ἀναλαβών, ὀδυρόμενος ἔλεγεν∙ Οἴμοι, γλυκύτατε Ἰησοῦ! ὅν πρό μικροῦ ὁ ἥλιος ἐν σταυρῷ κρεμάμενον θεασάμενος ζόφον περιεβάλλετο καί ἡ γῆ τῷ φόβῳ ἐκυμαίνετο καί διεῤῥήγνυτο ναοῦ τό καταπέτασμα· ἀλλ᾽ ἰδού νῦν βλέπω σε δι᾽ ἐμέ ἑκουσίως ὑπελθόντα θάνατον. Πῶς σε κηδεύσω, Θεέ μου; ἤ πῶς σινδόσιν εἱλήσω; Ποίαις χερσί δέ προσψαύσω τό σόν ἀκήρατον σῶμα; ἤ ποῖα ᾄσματα μέλψω τῇ σῇ ἐξόδῳ οἰκτίρμον; Μεγαλύνω τά πάθη σου, ὑμνολογῶ καί τήν ταφήν σου σύν τῇ ἀναστάσει, κραυγάζων· Κύριε, δόξα σοι».
(Ὅταν ὁ Ἰωσήφ μαζί μέ τόν Νικόδημο, κατέβασε ἀπό τό ξύλο ἐσένα, πού φορᾶς σάν ἱμάτιο τό φῶς, καί σέ εἶδε νεκρό, γυμνό καί ἄταφο, ἀναλαβών θρῆνο γεμάτο συμπάθεια καί κλαίοντας ἔλεγε: Ἀλίμονο σ᾽ ἐμένα, γλυκύτατε Ἰησοῦ! Πρίν ἀπό λίγο ὁ ἥλιος, βλέποντάς σε νά κρέμεσαι στό σταυρό, ντύθηκε στό σκοτάδι καί ἡ γῆ ἀπό τό φόβο της κλονιζόταν καί σχίστηκε σέ δύο τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ. Ἀλλ᾽ ὅμως τώρα κατανοῶ ὅτι γιά μένα ὑπέστης θάνατο. Πῶς νά σέ κηδεύσω, Θεέ μου; Ἤ πῶς νά σέ τυλίξω σέ σεντόνια; Μέ ποιά τραγούδια θά ψάλλω κατά τήν ἐκφορά σου, εὐσπλαχνικέ Κύριε; Δοξολογῶ τά πάθη σου, ἀπευθύνω ὕμνους στήν ταφή σου μαζί μέ τήν Ἀνάστασή σου, κραυγάζοντας: Κύριε, δόξα σοι).
Στό κλίμα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου μᾶς μεταφέρει τό δοξαστικό ἰδιόμελο τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς Μ. Παρασκευῆς, στόν ρυθμικό ἀλλά καί θρηνητικό ταυτόχρονα ἦχο πλάγιο τοῦ πρώτου. Ὁ Κύριος ἔχει ἐκπνεύσει καί ὁ Ἰωσήφ, ζητώντας μέ τόλμη τήν ἄδεια ἀπό τόν Ρωμαῖο ἡγεμόνα Πιλᾶτο, κατεβάζει μαζί μέ τόν Νικόδημο τό ἄψυχο σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ λυρισμός εἶναι εὐνόητο ὅτι φτάνει σέ δυσθεώρητα ὕψη: οἱ δύο αὐτοί πιστοί καί γενναῖοι ἄνδρες κρατοῦν στά χέρια τους ὄχι ἕνα ἁπλό νεκρό σῶμα – κάτι πού ἔτσι κι ἀλλιῶς προκαλεῖ πάντοτε ἕναν ἱερό σεβασμό - ἀλλά τό σῶμα Ἐκείνου πού πίστεψαν ὡς τόν Θεό τους! Ἔχουν ἐπίγνωση ὅτι πρόκειται γιά τόν Θεό πού ἀφέθηκε νά σταυρωθεῖ γιά χάρη τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Γιατί εἶναι αὐτός πού φορᾶ σάν ἱμάτιο τό φῶς, γιατί εἶναι αὐτός γιά τόν Ὁποῖο ἡ φύση λίγη ὥρα πρίν ἀντέδρασε μέ συγκλονιστικό τρόπο, γιατί εἶναι αὐτός, πρό πάντων, πού «δι’ ἐμέ ἑκουσίως ὑπῆλθε θάνατον». Ναί, κρατώντας στά χέρια τους νεκρό τήν πηγή τῆς ζωῆς! – τί ἀκατανόητο μυστήριο περιγράφεται! – δέν ξέρουν τί νά κάνουν. Ἀπό τή μιά ὁ θρῆνος τους καί τά δάκρυά τους δέν μποροῦν νά κρυφτοῦν· ἀπό τήν ἄλλη ἡ ἀδυναμία τους νά ἐπιτελέσουν ὁτιδήποτε νεκρικό ὡς ἔθιμο. Ὅλα τελικῶς ὅμως φωτίζονται ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Δημιουργοῦ: τά Πάθη τοῦ Χριστοῦ καλοῦν σέ δοξολογία, γιατί προσανατολίζουν στούς ὕμνους τῆς ταφῆς καί τῆς μέ αὐτήν συνδεδεμένης Ἀνάστασης. Οἱ ἅγιοι Ἰωσήφ καί Νικόδημος μᾶς ἔμαθαν καί ἔγιναν τά πρότυπά μας μέ τίς ἱερές ἐνέργειες καί κινήσεις τους: Δοξολογοῦμε τά Πάθη τοῦ Χριστοῦ, ὑμνολογοῦμε τήν ἅγια ταφή Του, κραυγάζουμε δοξολογικά καί πάλι τήν τελική νίκη Του: ἀνέστη ὁ Κύριος! 

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2019

Ο ΕΥΓΝΩΜΩΝ ΛΗΣΤΗΣ…


Δέν ἔφευγε ἀπό τόν νοῦ καί τήν καρδιά του αὐτό πού εἶχε ἀκούσει -  στήν πραγματικότητα «κρυφακούσει» - καθισμένος σέ μιά γωνιά τοῦ δωματίου,  μικρό παιδί σάν ἤτανε, ἀπό ἕναν Γέροντα σοφό πού εἶχε καταλύσει ἕνα βράδυ στό σπίτι τῶν γονιῶν του.
«Ὑπάρχει ἕνα μυστικό βασίλειο, ἀδέλφια μου», εἶχε πεῖ ὁ Γέροντας,  «τό μεγαλύτερο στόν κόσμο, πού ἔχει μέσα ὅλα τά καλά τοῦ Θεοῦ. Καί δέν μιλᾶμε γιά τά μικρά, τά ὑλικά καί τά ἐπίγεια, ἀλλά γιά ὅλες τίς σοφίες καί τούς πνευματικούς θησαυρούς πού μπορεῖ κανείς νά ποθήσει καί νά ὀνειρευτεῖ… Δέν θά ὑπάρχει μάλιστα μακαριότερος ἄνθρωπος, ἀπ’ ὅσους ἔχουν γεννηθεῖ μέχρι τώρα, ἀλλά καί ἀπ’ ὅσους πρόκειται νά ἔλθουν, ἀπό ἐκεῖνον πού θά μπορέσει νά ἀνακαλύψει τό βασίλειο αὐτό, νά τό βρεῖ καί νά περάσει τήν κλεισμένη θύρα του... Γιατί ἔχει μία τεράστια θύρα, βαριά κι ἀσήκωτη, πού ὅσο καί νά ἐπιχειρήσει κανείς νά τήν ἀνοίξει, δέν πρόκειται ποτέ νά καταφέρει τίποτε. Τό μόνο πού τήν ἀνοίγει καί σέ πηγαίνει σέ ὅλους τούς θησαυρούς εἶναι ἕνα κλειδί. Ἕνα κλειδί πού ὅποιος τό βρεῖ γίνεται θά λέγαμε ὁ κατακτητής τοῦ βασιλείου αὐτοῦ. Ναί, μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού θά πατήσει τό ποδάρι του στόν εὐλογημένο αὐτόν τόπο…». 
Εἶχε κουνήσει τό κεφάλι του ὁ Γέροντας στοχαστικά, λέγοντας τά τελευταῖα λόγια του, ἐνῶ τά μάτια του, ἀστραπόμορφα, χάνονταν στό βάθος ἑνός ὁρίζοντα πού μόνον ἐκεῖνος ἔβλεπε…
Εἶδε τά κατάπληκτα μάτια τῶν γονιῶν του, εἶδε τή λαχτάρα τοῦ ἴδιου τοῦ Γέροντα, καί τόσο καρφώθηκε ἡ εἰκόνα τοῦ κλειδιοῦ αὐτοῦ καί τοῦ κρυμμένου βασιλείου στή σκέψη του, ὥστε δέν ἄκουσε πιά τίποτε ἄλλο ἀπό τά λεγόμενα τοῦ ἀνθρώπου. Ἀποκοιμήθηκε μάλιστα ἐκεῖ, στή γωνιά πού καθότανε, βλέποντας στόν ὕπνο του ὅτι βρίσκεται σ’ ἕνα μεγάλο καί πυκνό δάσος κι ὅτι μαζί μέ τούς γονεῖς του ψάχνουν γιά τό μυστικό πέρασμα, γιά τό θαυμαστό μονοπάτι πού θά τούς πάει στή βαριά καί ἐξωτική θύρα τοῦ βασιλείου…
Ἀπό τότε δέν ξανάδε τόν Γέροντα οὔτε κι ἄκουσε ποτέ νά μιλάει κανείς γι’ αὐτόν. Ἀλλά καί οἱ γονεῖς του, σάν νά θεώρησαν ἀλαφροΐσκιωτο τόν Γέροντα, δέν ξαναμίλησαν γιά τό βασίλειο καί τό μυστήριο κλειδί του, ἐνῶ ὅσες φορές ἔφερε ὁ ἴδιος τήν κουβέντα στό θέμα  αὐτό, ἐκεῖνοι τόν ἀποπῆραν, λέγοντάς του ὅτι αὐτά εἶναι λόγια τῆς φαντασίας ἑνός ἀλλοπαρμένου γέρου, πού ἁπλῶς ἔτυχε νά τόν φιλοξενήσουν μιά κρύα βραδιά τοῦ χεμώνα…
«Μήν ἀσχολεῖσαι μ’ αὐτά πού εἶναι ὄνειρα», τοῦ εἶπε ὁ πατέρας του. «Πάτα γερά στή γῆ καί κοίτα αὐτήν νά κατακτήσεις. Ὅ,τι εἶναι στά μάτια σου μπροστά, αὐτό ν’ ἀναζητεῖς».
Αὐτό τελικά ἀναζήτησε στή ζωή του. Τόν λόγο τοῦ πατέρα του τόν ἄκουσε, ἁπλά σκέφτηκε ὅτι θά ’ταν προτιμότερο νά κατακτήσει τή γῆ μ’ ἕναν εὔκολο καί ἄκοπο γι’ αὐτόν τρόπο: κλέβοντας τό βιός τοῦ συνανθρώπου του, ἁρπάζοντας ὅ,τι εὕρισκε μπροστά του. Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι τά κατάφερνε καλά. Δέν χρειαζότανε νά πολυδουλέψει. Τά μάτια του ἤτανε πάντα ἀνοιχτά σ’ ὅ,τι τοῦ φάνταζε ὡραῖο κι ἐπιθυμητό, κι ἔβρισκε τρόπους, χωρίς νά τόν πάρει κανείς εἴδηση, τελικά νά τό κάνει δικό του. Τί ’ταν ὅμως τοῦτο πού τοῦ συνέβαινε κατά καιρούς καί τόν ἔκανε τότε νά βλέπει ἐφιάλτες στόν ὕπνο του; Μιά θλίψη βάραινε τήν καρδιά του, μιά πέτρα ἀσήκωτη τοῦ πλάκωνε τά σωθικά, κι ἔπαιρνε ἡ πέτρα τή μορφή μιᾶς θύρας πού ὑψωνότανε ὁλόρθη καί θεόρατη μπροστά του. «Νά ‘βρω τό κλειδί… τό κλειδί…», σαν νά ‘κουγε τότε τά χείλη του νά σιγοψιθυρίζουν… Καί ξυπνοῦσε μούσκεμα στόν ἱδρώτα, κοιτώντας τά χέρια του μήπως κρατοῦσε κάνα κλειδί… Μέχρι νά ξημερώσει παρέμενε ξάγρυπνος, φέρνοντας στή μνήμη του τήν ἀχνή μορφή τοῦ περίεργου Γέροντα στό πατρικό του σπίτι καί φτιάχνοντας εἰκόνες γιά τό κρυφό βασίλειο καί τό κλειδί πού θά ‘νοιγε τή βαριά κλεισμένη θύρα του…
Δέν μπόρεσε νά κρύβεται γιά πάντα ἀπό τήν ἐξουσία τῆς ἐποχῆς. Τοῦ ’στησαν καρτέρι μιά βραδιά μετά ἀπό ληστρική καί πάλι ἐπίθεσή του – κι ἔμαθαν τά ὄργανα τῆς ἐξουσίας τό σχέδιό του, γιατί ἕνας συνεργός του ἄρχισε τίς ἀποκαλύψεις,  μετά τό πιοτό σ’ ἕνα καπηλειό – τόν συνέλαβαν καί τόν καταδίκασαν στόν πιό ἀτιμωτικό θάνατο τῆς ἐποχῆς: νά πεθάνει πάνω σέ σταυρό. Ὅπως ἔκαναν γιά τούς μεγαλύτερους κακούργους…πού ἔπρεπε ὄχι μόνο νά φύγουν ἀπό τή ζωή αὐτή, ἀλλά καί μέ τή μεγαλύτερη ταπείνωση!
Τοῦ εἶπαν ὅτι δέν θά εἶναι μόνος! «Θά εἶναι καί ἄλλοι δυό σάν τά δικά σου μοῦτρα», τοῦ σφύριξε χασκογελώντας μέ μίσος ἕνας ρωμαῖος στρατιώτης. «Αὐτή θά εἶναι ἡ… παρηγοριά σου. Ὁ ἕνας μάλιστα εἶναι καί… βασιλιάς! Βασιλιάς, ἀκοῦς;» Τό συρτό κοροϊδευτικό γέλιο παρέμεινε γιά ὥρα στ’ αὐτιά του.
Τόν εἶδε! Ἦταν δίπλα του καρφωμένος κι Αὐτός στόν σταυρό! Μιά  ἐπιγραφή στήν κορυφή ἔλεγε περιπαικτικά ὅτι ἦταν ὁ βασιλιάς τῶν Ἰουδαίων… Ἡ ὀδύνη ἦταν ζωγραφισμένη στά μάτια Του. Μιά ὀδύνη ὅμως - ἔτσι τοῦ φάνηκε - πού δέν ἦταν ἴδια μέ τή δική του ἤ τοῦ ἄλλου συσταυρωμένου κι αὐτοῦ ληστῆ. Διαισθανόταν, παρ’ ὅλο τόν πόνο καί τή δυσκολία πού εἶχε στήν ἀναπνοή του, μιά ἱερότητα πού τόν «μπέρδευε». Τόν ἄκουσε κάποια στιγμή νά μιλάει σέ κάποιους κάτω ἀπό τόν Σταυρό: μιά  γυναίκα μέ δάκρυα στά μάτια καί ἕναν νεαρό ἄνδρα. Κάτι ἄκουσε νά λέει ὅτι εἶναι μάνα Του. Τόν ἄκουσε ἐπίσης νά λέει ὅτι διψάει… καί νά φωνάζει τόν Ἠλία… Δέν δέχθηκε τό ξίδι πού Τοῦ πρόσφεραν κάποιοι στρατιῶτες. 
Κάποια στιγμή Ἐκεῖνος γύρισε καί τόν κοίταξε. Τά μάτια τους διασταυρώθηκαν. Τέτοιο βλέμμα ἀγάπης καί εἰρήνης δέν εἶχε δεχτεῖ ποτέ ἐπάνω του. Ἔνιωσε σάν νά ἔχει στραφεῖ ὁ Ἥλιος μόνον πρός αὐτόν καί νά τόν χαϊδεύει μέ τίς ἀκτίνες του. Μιά ἀπροσδιόριστη δροσιά ἄρχισε νά ἁπλώνεται στό κορμί του· δροσιά πού ἀνακούφιζε μ’ ἕναν μυστήριο τρόπο τούς ἄφατους πόνους του· δροσιά πού ἁπάλυνε τά τραύματα τῆς ψυχῆς του. Χωρίς νά καταλαβαίνει τό γιατί, αἰσθάνθηκε τά μάτια του νά πλημμυρίζουν ἀπό δάκρυα. Κι ἦταν τόσο παράδοξο αὐτό πού ζοῦσε: ἔβλεπε ὅλες τίς ἁμαρτίες πού εἶχε διαπράξει, ἔβλεπε τή σκιά στήν ὁποία βρισκόταν ὅλα τά χρόνια τῆς ζωῆς του, ζοῦσε τήν ἁμαρτωλότητά του, ἀλλά…χωρίς ἀπόγνωση καί ἀπελπισμό!
Τό φῶς πού ἐξέπεμπαν τά μάτια τοῦ συσταυρωμένου βασιλιᾶ λειτουργοῦσε μέσα του σάν χάδι μητρικό - λές πράγματι κι ἦταν βρέφος στήν ἀγκαλιά τῆς μάνας του! Ὅλα τότε γύρω του πῆραν ν’ ἀλλάζουν: ὁ βασιλιάς στόν Σταυρό πῆρε τή μορφή τοῦ Γέροντα τῶν παιδικῶν του χρόνων πού φιλοξενήθηκε στό σπίτι τους·  ὁ Σταυρός Του, ἐπίσης, ἔγινε μιά πελώρια θύρα γεμάτη ἀπό ἐξαίσια εὐωδιά. Σάν νά βρέθηκε σέ ἕναν ἄγνωστο καί ὑπερφυσικό χῶρο, ὁ ὁποῖος ὅμως δέν τόν φόβιζε καί δέν τόν τρόμαζε καθόλου. Τά λόγια πού ἄκουσε νά ψιθυρίζει τό δικό του στόμα βγῆκαν μ’ ἕναν ἐντελῶς αὐθόρμητο τρόπο: «μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου». Ναί, ὁ συσταυρωμένος μ’ αὐτόν ἦταν πραγματικός καί ἀληθινός βασιλιάς. Δέν εἶχε τήν παραμικρή  ἀμφιβολία. Ἡ ἀπάντηση μάλιστα πού τοῦ  ’δωσε στό δικό του «μνήσθητι» ἀκούστηκε σάν μουσική στ’ αὐτιά του: «Ἀμήν, λέγω σοι, σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ Παραδείσῳ». 
Τό ὄνειρο τῶν παιδικῶν του χρόνων ἔγινε πραγματικότητα. Ὅ,τι εἶχε καρφωθεῖ μέσα του γιά τό κρυμμένο βασίλειο καί τό περίεργο κλειδί πού ἀνοίγει τή μεγάλη θύρα του, τό εἶχε ἐκεῖ μπροστά του. Τό μυστήριο εἶχε βρεῖ τή λύση του· τό κλειδί τελικά τό ‘χε πάντοτε μέσα στά δικά του χέρια! Ἦταν τό ξέσπασμα τῆς καρδιᾶς του μπροστά σ’ Αὐτόν τόν ἄγνωστο, μά καί τόσο πολύ δικό του καί γνωστό του πού ἔλεγαν Χριστό·  ἦταν τά δάκρυα τῆς μετάνοιάς του καί τό «μνήσθητι» πού ψέλλισε· αὐτά   πού μ’ ἕναν θαυμαστό τρόπο τόν ἔφεραν στόν χῶρο τοῦ κρυμμένου βασιλείου κι ἄνοιξαν τή βαριά πύλη του…
Ἀπό τότε καί μετά θά μάθαινε ὅτι ὁ βασιλιάς, ὁ Κύριος καί Θεός του, θά τόν κατέβαζε συχνά ἀπ’ τόν σταυρό - σάν τότε πού τόν πρόσταξε νά θεραπεύσει ἐκεῖνον τόν ἅγιο ἐπίσκοπο Πορφύριο τῆς Γάζας - γιά νά ἐπουλώνει τά τραύματα τῶν ἀνθρώπων, ψυχικά καί σωματικά, ὅπως, ἀκόμη πιό θαυμαστά, τό δικό του «μνήσθητι» θά γινόταν ὁ μυστικός λυγμός τῆς καρδιᾶς τῶν ἀληθινά πιστῶν τῆς κάθε ἐποχῆς· τό «μνήσθητι» πού ἔχει τή δύναμη νά μεταθέτει τόν ἄνθρωπο ἀπό τό σκοτάδι στό φῶς τοῦ Σωτῆρα Θεοῦ!

Κεκλεισμένας ἤνοιξε τὰς πύλας, βαλών ὁ Λῃστὴς κλεῖδα τὸ μνήσθητί μου». (Ἄνοιξε τίς κλεισμένες πύλες τοῦ Παραδείσου ὁ ληστής, ἀφοῦ ἔβαλε σάν κλειδί τό μνήσθητί μου) (στίχοι γιά τόν εὐγνώμονα ληστή στό συναξάρι τῶν Ἁγίων Παθῶν).

https://www.youtube.com/watch?v=9hrYyc3ZCjA

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΘΩΝ


«Δύο καὶ πονηρὰ ἐποίησεν, ὁ πρωτότοκος υἱός μου Ἰσραήλ· ἐμὲ ἐγκατέλιπε, πηγὴν ὕδατος ζωῆς, καὶ ὤρυξεν ἑαυτῷ φρέαρ συντετριμμένον· ἐμὲ ἐπὶ ξύλου ἐσταύρωσε, τὸν δὲ Βαραββᾶν ᾐτήσατο, καὶ ἀπέλυσεν. Ἐξέστη ὁ οὐρανὸς ἐπὶ τούτῳ, καὶ ὁ ἥλιος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε. Σὺ δὲ Ἰσραὴλ οὐκ ἐνετράπης, ἀλλὰ θανάτῳ με παρέδωκας. Ἄφες αὐτοῖς, Πάτερ ἅγιε, οὐ γὰρ οἴδασι τὶ ἐποίησαν».
Στόν ἀνδροπρεπή καί ἔνθερμο τρίτο ἦχο ψέλνει ἡ Ἐκκλησία μας τό γνωστό τροπάριο, ὑψηλότατης πράγματι ποιητικῆς πνοῆς, ἀπό τούς αἴνους τοῦ ὄρθρου τῆς Μ. Παρασκευῆς, «δύο καί πονηρά ἐποίησεν ὁ πρωτότοκος υἱός μου Ἰσραήλ». Μιλάει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, εὑρισκόμενος πάνω στόν Σταυρό καί λίγο πρίν ἐκπνεύσει, κάνοντας τήν ἀποτίμηση αὐτῶν πού ἔπραξε ἀπέναντί Του ὁ ἐκλεκτός λαός Του Ἰσραήλ. Κι ἐνῶ βρίσκεται ἀδύναμος καί «ἡττημένος» ὡς ἄνθρωπος - ἔχει προσφερθεῖ ἑκούσια γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου - ἐντούτοις ἀκοῦμε, μέ φόβο πράγματι, τό παράπονό Του, παράπονο ὅμως τοῦ Παντοδύναμου Θεοῦ. Ὁ Ἐσταυρωμένος εἶναι ὁ Θεός πού πάσχει κατά τό ἀνθρώπινο! Τά λόγια Του εἶναι συγκλονιστικά καί προκαλοῦν σέ ἀλλοίωση τή φύση, ἡ ὁποία  προσωποποιεῖται καί ἀντιδρᾶ ὡς ἔννους ἄνθρωπος: χάνει τά μυαλά του ὁ οὐρανός καί ὁ ἥλιος κρύβει τίς ἀκτίνες του. (Σέ ἄλλα παρόμοια τροπάρια, ἐξαίσιας καί πάλι δραματικῆς ἔντασης, ὁ ὑμνογράφος ἑστιάζει στήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου: σκίζει τά ἐνδύματά της, τραβάει τά μαλλιά της, γδέρνει τό πρόσωπό της - ἀδυνατεῖ νά κατανοήσει κι αὐτή τό μυστήριο τοῦ Πάθους τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της!) Τί λέει λοιπόν ὁ Ἐσταυρωμένος Δημιουργός; Παραπονεῖται γιά δύο πράγματα πού Τοῦ ἔκανε ὁ λαός Του: ἐγκατέλειψαν Ἐκεῖνον πού ἦταν ἡ πηγή τῆς ζωῆς τους· ἔσκαψαν γιά τούς ἑαυτούς τους τόν λάκκο τους, δηλαδή Σταύρωσαν Ἐκεῖνον καί ζήτησαν νά ἐλευθερωθεῖ ὁ Βαραββᾶς!  Ἡ ἀνθρώπινη λογική ἀδυνατεῖ νά παρακολουθήσει τή θεϊκή δικαιοσύνη. Τό παράπονο τοῦ Θεοῦ πού πάσχει δέν ἔχει ἴχνος ἐκδικητικότητας ἤ ἔστω καί ἀκροθιγῶς πειραγμένου ἐγωϊσμοῦ. Εἶναι πλῆρες ἀγάπης, γιατί βλέπει ὁ Θεός τά πλάσματά Του νά πονᾶνε καί νά καταστρέφονται, ἐπειδή Τόν ἀρνήθηκαν καί Τόν σκότωσαν! Τό πιό τραγικό; Συνεχίζουν νά μήν καταλαβαίνουν, ὁπότε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεανθρώπου παίρνει τή μορφή τῆς ἔμπονης προσευχῆς πρός τόν Θεό Πατέρα γιά χάρη τῶν δημιουργημάτων Του: «Πατέρα, συγχώρησέ τους· δέν ξέρουν τί ἔκαναν!»

 
 
«Κύριε, ἀναβαίνοντός σου ἐν τῷ σταυρῶ, φόβος, καὶ τρόμος ἐπέπεσε τῇ κτίσει· καὶ τὴν γῆν μὲν ἐκώλυες καταπιεῖν τοὺς σταυροῦντάς σε, τῷ δὲ ᾍδῃ ἐπέτρεπες ἀναπέμπειν τοὺς δεσμίους εἰς ἀναγέννησιν βροτῶν. Κριτὰ ζώντων καὶ νεκρῶν, ζωὴν ἦλθες παρασχεῖν καὶ οὐ θάνατον. Φιλάνθρωπε δόξα σοι». 
(Κύριε, καθώς ἀνέβαινες πάνω στόν Σταυρό, κυριάρχησε στήν κτίση φόβος καί τρόμος. Κι ἀπό τή μιά ἐμπόδιζες τή γῆ νά καταπιεῖ τούς σταυρωτές Σου, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη ἔδινες τήν ἄδεια στόν Ἅδη νά στείλει πίσω τούς δέσμιους σ’ αὐτόν, μέ σκοπό (βλέποντάς τους) τήν ἀναγέννηση τῶν θνητῶν. Κριτή τῶν ζωντανῶν καί τῶν νεκρῶν, ἦλθες νά προσφέρεις ζωή καί ὄχι θάνατο. Φιλάνθρωπε, δόξα σ’ Ἐσένα).

            Τό δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τῆς ἀκολουθίας τῶν ἁγίων Παθῶν καταγράφει τή στάση τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου, πού ἔχει πλήρη ἐπίγνωση τοῦ πνευματικοῦ βάθους τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου: στέκεται μέ δέος  μπροστά στόν Κύριο τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου· στέκεται δοξολογικά  πρός Αὐτόν πού εἶναι ὁ γεμάτος ἀγάπη Θεός, πού ἦλθε γιά νά ζήσει ὁ κόσμος καί ὄχι νά τιμωρηθεῖ μέ τόν θάνατο τῆς παρακοῆς του. Πιό συγκεκριμένα: Ὁ Χριστός πού σταυρώνεται εἶναι ὁ Κύριος τῆς δοξης πού ἀνέρχεται στόν σταυρό, πού ἐπιτρέπει στήν κτίση νά ἐκφράσει τόν φόβο καί τόν τρόμο της, ὄχι ὅμως καί τόν καταστροφικό γιά τούς σταυρωτές ἀποτροπιασμό της – δέν τῆς ἐπιτρέπεται νά τούς καταπιεῖ· καί ταυτόχρονα ὁ Ἐσταυρωμένος εἶναι ὁ Κύριος πού ὁ Ἴδιος ἑκούσια ἀποδέχτηκε νά σταυρωθεῖ λόγω τῆς ἄπειρης ἀγάπης Του, πού φροντίζει καί γιά τούς σταυρωτές Του, πού ἐπιτρέπει στόν Ἅδη νά στείλει πίσω τούς νεκρούς. Στόν Σταυρό τοῦ Κυρίου ψαύουμε ἀνάγλυφα τό τί σημαίνει χριστιανικά δύναμη καί παντοδυναμία: σημαίνει παραιτοῦμαι ἀπό δικαιώματα γιά χάρη τοῦ ἄλλου· σημαίνει θυσιάζομαι ἐγώ γιά νά ζήσει ὁ ἄλλος, ἀκόμη καί ὁ ἐχθρός μου. Ὁ Σταυρός ἐξαγγέλλει μέ σαφήνεια τήν ἀνατροπή ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων δεδομένων καί «ἀξιῶν». 

ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

 
Ἀντίφωνον α΄
«Ἄρχοντες Λαῶν συνήχθησαν, κατὰ τοῦ Κυρίου, καὶ κατὰ τοῦ Χριστοῦ αὐτοῦ.
Λόγον παράνομον, κατέθεντο κατ' ἐμοῦ, Κύριε, Κύριε, μὴ ἐγκαταλίπης με.
Τὰς αἰσθήσεις ἡμῶν, καθαρὰς τῷ Χριστῷ παραστήσωμεν, καὶ ὡς φίλοι αὐτοῦ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν θύσωμεν δι' αὐτόν, καὶ μὴ ταῖς μερίμναις τοῦ βίου, συμπνιγῶμεν ὡς ὁ Ἰούδας, ἀλλ' ἐν τοῖς ταμείοις ἡμῶν κράξωμεν. Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοίς, ἀπὸ τοῦ πονηροῦ ῥύσαι ἡμᾶς».
(Οἱ ἄρχοντες τῶν λαῶν μαζεύτηκαν κατά τοῦ Κυρίου καί κατά τοῦ ἐκλεκτοῦ Του Χριστοῦ.
Κατέθεσαν παράνομο λόγο ἐναντίον μου. Κύριε, Κύριε, μή μέ ἐγκαταλείπεις.
Ἄς προσφέρουμε τίς αἰσθήσεις μας καθαρές στόν Χριστό, καί σάν φίλοι Του, ἄς θυσιάσουμε τή ζωή μας γιά χάρη Του. Μή πνιγοῦμε ἀπό τίς ἀγωνιώδεις μέριμνες τοῦ βίου σάν τόν Ἰούδα, ἀλλά στό ταμεῖο μας, στόν δικό μας προσωπικό χῶρο τῆς καρδιᾶς μας, ἄς φωνάξουμε δυνατά: Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, σῶσε μας ἀπό τόν Πονηρό).
Στό πρῶτο ἀντίφωνο τῆς ἀκολουθίας τῶν ἁγίων Παθῶν τοῦ Κυρίου, παρακολουθοῦμε τίς ἐχθρικές ἐνέργειες τῶν ἀρχόντων τῶν Ἰουδαίων κατά τοῦ Κυρίου: οἱ ἄρχοντες, κατά παραχώρηση βεβαίως Θεοῦ, συγκεντρώθηκαν κατά τοῦ ἴδιου τοῦ Μεσσία, τόν Ὁποῖο ἐνῶ Τόν περίμεναν αἰῶνες, δέν μπόρεσαν λόγω πονηρίας νά Τόν ἀναγνωρίσουν. Ἡ ἐχθρότητα τῶν ἀρχόντων ὁδηγεῖ τόν Μεσσία στόν Σταυρό, ὁ Ὁποῖος (Σταυρός) ἐπειδή σηματοδοτεῖ τό μυστήριο τῆς ἄρσης τῆς ἁμαρτίας σύμπαντος τοῦ κόσμου, προκαλεῖ τήν ὀδύνη Ἐκείνου καί τήν ἀνάγκη ἐνισχύσεώς Του ἀπό τόν Θεό Πατέρα Του. «Ἠλί, Ἠλί, λαμά σαβαχθανί;, τοὐτέστιν, Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μέ ἐγκατέλιπες;»
Ὁ ὑμνογράφος ὅμως εἶναι πιστός καί γνωρίζει ἐπακριβῶς τή λύτρωση πού ἀπέρρευσε ἀπό τόν Σταυρό - ὁ Σταυρός ἔγινε ἡ πύλη τῆς σωτηρίας καί τοῦ Παραδείσου. Ὁπότε μᾶς προτρέπει νά βαδίσουμε κι ἐμεῖς ἀντίστοιχο μέ τόν Χριστό τρόπο ζωῆς: νά σταυρωθοῦμε μαζί Του, θυσιαζόμενοι γιά τόν συνάνθρωπό μας. Ἡ προσευχή μας πρός τόν Πατέρα Θεό εἶναι τό ὅπλο μας γιά τήν πορεία μας, ἐνῶ τό ἀρνητικό παράδειγμα τοῦ Ἰούδα μᾶς προφυλάσσει ἀπό τήν ἐκτροπή τοῦ ἄγχους καί τῆς ἁμαρτίας.


Ἀντίφωνον δ΄
«Σήμερον ὁ Ἰούδας καταλιμπάνει τόν Διδάσκαλον καί παραλαμβάνει τόν διάβολον· τυφλοῦται τῷ πάθει τῆς φιλαργυρίας, ἐκπίπτει τοῦ φωτός ὁ ἐσκοτισμένος∙ πῶς γάρ ἠδύνατο βλέπειν ὁ τόν φωστῆρα πωλήσας τριάκοντα ἀργυρίων; ἀλλ᾽ ἡμῖν ἀνέτειλεν ὁ παθών ὑπέρ τοῦ κόσμου∙ πρός ὅν βοήσωμεν∙ Ὁ παθών καί συμπαθῶν ἀνθρώποις, δόξα σοι». 
(Σήμερα ὁ Ἰούδας ἐγκαταλείπει τόν Διδάσκαλο καί παίρνει σάν φίλο τόν διάβολο· τυφλώνεται (ἡ ψυχή του) ἀπό τό πάθος τῆς φιλαργυρίας, ξεπέφτει ἀπό τό φῶς ὁ σκοτισμένος νοῦς του· διότι, πῶς μποροῦσε νά βλέπει αὐτός, πού πούλησε τόν Ἥλιο (τό Χριστό) ἀντί τριάκοντα ἀργυρίων; Γιά μᾶς ὅμως ἀνέτειλε αὐτός πού ἔπαθε ὑπέρ τοῦ κόσμου, πρός τόν ὁποῖο ἄς φωνάξουμε δυνατά: Δόξα ἀνήκει σ᾽ ἐσένα, Κύριε, πού ἔπαθες καί τρέφεις συμπάθεια στούς ἀνθρώπους).

     Ὁ Χριστός, κατά τή δήλωση τοῦ Ἴδιου, εἶναι τό φῶς καί ἡ ζωή τοῦ κόσμου. «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσει ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς». Φωτίζονται λοιπόν καί ἀποκτοῦν μία ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό, ὅσοι ἀκριβῶς Τόν ἀκολουθοῦν, πατώντας πάνω στά ἅγια χνάρια τῆς ζωῆς Του καί δοξολογώντας τό ἅγιο Ὄνομά Του. Ἀλλοίμονο ὅμως! Ὑπάρχουν κι ἐκεῖνοι πού τό φῶς τοῦ Χριστοῦ λειτουργεῖ γι’ αὐτούς ὡς σκοτάδι. Γιατί τυφλώνονται ἀπό αὐτό λόγω τῶν πονηρῶν παθῶν τους. Τό ἴδιο φῶς δηλαδή γιά μέν τούς καλοπροαίρετους πιστούς εἶναι ζωηφόρο φῶς, γιά δέ τούς ἐμπαθεῖς καί ἀμετανόητους εἶναι καταστροφή. Σάν νά ἔχουμε μέσα στίς ψυχές μας ἕναν «μετασχηματιστή» πού εἴτε τό φῶς τοῦ Θεοῦ τό κρατάει ὡς φῶς εἴτε τό μετατρέπει σέ σκοτάδι. Τό πῶς λειτουργεῖ ὁ μετασχηματιστής αὐτός πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν νοῦ μας, ἐξαρτᾶται ἀπό τό ποῦ κλίνει ἡ ψυχή μας: κλίση πρός τόν Χριστό σημαίνει ἄνοιγμα πρός τήν ἀνατολή τοῦ φωτός Του· κλίση πρός τά πάθη μας σημαίνει ἄρνηση τοῦ φωτός καί πρόκληση σκότους. Καί νά τό ζωντανό τραγικό παράδειγμα: ὁ προδότης μαθητής Ἰούδας. Ἀρνήθηκε τόν Διδάσκαλο, τό Φῶς τοῦ κόσμου, γιατί τόν κέρδισε ἡ φιλαργυρία του καί ὁ διάβολος. Τό σκοτάδι πού βρέθηκε ἦταν ἀπόλυτα καθοριστικό γιά τή ζωή του: τόν ὁδήγησε στήν αὐτοκτονία!

Ἀντίφωνον θ΄
«Ἔστησαν τά τριάκοντα ἀργύρια τήν τιμήν τοῦ τετιμημένου, ὅν ἐτιμήσαντο ἀπό υἱῶν Ἰσραήλ. Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε, ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν· τό μέν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δέ σάρξ ἀσθενής· διά τοῦτο γρηγορεῖτε».
(Τοποθέτησαν τά τριάκοντα ἀργύρια σάν ἀντίτιμο τοῦ ἀνεκτίμητου (Κυρίου), τοῦ ὁποίου τήν τιμή καθώρισαν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραήλ. Ἐσεῖς νά μένετε ἄγρυπνοι καί νά προσεύχεσθε, γιά νά μήν μπεῖτε σέ πειρασμό· διότι ἡ μέν ψυχή εἶναι πρόθυμη, ἡ σάρκα ὅμως εἶναι ἀδύνατη καί εὔκολα μπορεῖ νά ὑποκύψει. Γιά τοῦτο νά ἐπαγρυπνεῖτε).
Ὁ ὑμνογράφος μας στό ἔνατο ἀντίφωνο τῆς ἀκολουθίας τῶν ἁγίων Παθῶν, σέ ἦχο γ΄, τονίζει τό εὐμετάβλητο τοῦ ἀνθρώπου, ἀκόμη καί τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου. Ὁ καθένας εἶναι ἕτοιμος νά προδώσει τόν Κύριο, ἐπισημαίνει στήν οὐσία, γιατί ὁ καθένας στή ζωή αὐτή εὔκολα μπορεῖ νά συρθεῖ σέ πειρασμό. Κι ὁ λόγος εἶναι ὅτι φέρουμε σάρκα ἀσθενική, ἡ ὁποία παρασύρει καί τήν ψυχή στήν ἀδυναμία καί τίς ἁμαρτωλές ὀρέξεις της. «Πειρατήριον» ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου διακηρύσσει ὁ αἰώνιος λόγος τοῦ Θεοῦ, ὄχι βεβαίως γιατί ἔτσι τόν δημιούργησε ὁ Δημιουργός, ἀλλά γιατί ἔτσι τόν κατάντησε ἡ κακή ἐπιλογή τοῦ ἀνθρώπου. Τό παράδειγμα πού φέρνει ὁ ἅγιος ποιητής εἶναι πράγματι συντριπτικό: φτάσαμε οἱ ἄνθρωποι, στό πρόσωπο τῶν υἱῶν Ἰσραήλ τῆς ἐποχῆς τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί στό πρόσωπο τοῦ μαθητῆ Ἰούδα, νά ἐκτιμήσουμε ὅτι ὁ Θεός μας, ὁ ἀναμενόμενος καί ἀπό αὐτούς Μεσσίας, ἔχει τήν τιμή τῶν τριάντα ἀργυρίων. Ἡ ἀποθέωση τοῦ καταντήματος! Λοιπόν, ἡ προτροπή τοῦ Κυρίου εἶναι μονόδρομος κι αὐτόν τόν μονόδρομο προβάλλει καί ὁ ὕμνος: «γρηγορεῖτε». «Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε, ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν».
 

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2019

ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΠΕΜΠΤΗΣ


«Μυσταγωγῶν σου, Κύριε, τοὺς μαθητάς, ἐδίδασκες λέγων· Ὦ φίλοι, ὁρᾶτε, μηδεὶς ὑμᾶς χωρίσει μου φόβος· εἰ γὰρ πάσχω, ἀλλ' ὑπὲρ τοῦ κόσμου· Μὴ οὖν σκανδαλίζεσθε ἐν ἐμοί· οὐ γὰρ ἦλθον διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχήν μου λύτρον ὑπὲρ τοῦ κόσμου. Εἰ οὖν ὑμεῖς φίλοι μου ἐστέ, ἐμὲ μιμεῖσθε· ὁ θέλων πρῶτος εἶναι ἔστω ἒσχατος· ὁ δεσπότης ὡς ὁ διάκονος· μείνατε ἐν ἐμοί, ἵνα βότρυν φέρητε· ἐγὼ γάρ εἰμι τῆς ζωῆς ἡ ἄμπελος».
 (Κύριε, θέλοντας νὰ μυήσεις τοὺς μαθητὲς στὸ θεῖο σου μυστήριο, τοὺς δίδασκες, λέγοντας: Ὢ φίλοι μου, προσέχετε κανένας φόβος νὰ μή σᾶς χωρίσει ἀπὸ ἐμένα· γιατί ἂν πάσχω, τὸ κάνω γιὰ τὸν κόσμο· νὰ μὴ σκανδαλίζεστε μὲ τὴ διαγωγή μου, ἐπειδὴ δὲν ἦλθα νὰ ἐξυπηρετηθῶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ νὰ τοὺς ὑπηρετήσω καὶ νὰ δώσω τὴ ζωή μου λύτρο ἐξαγορᾶς τοῦ κόσμου ἀπὸ τὴν ἁμαρτία (καὶ τὸ διάβολο). Ἐάν, λοιπόν, εἶστε φίλοι μου, νὰ μιμεῖσθε τὸ παράδειγμά μου· ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ εἶναι πρῶτος, ἂς εἶναι ὁ τελευταῖος· ὁ δεσπότης, ἂς εἶναι ὅπως ὁ διάκονος (ὄχι βέβαια μὲ λειτουργικὴ ἔννοια). Μείνετε, λοιπόν, μαζί μου, γιὰ νὰ καρποφορήσετε βότρυ (σταφύλι)· διότι ἐγὼ εἶμαι ἡ ἄμπελος τῆς πνευματικῆς ζωῆς) (Μετάφραση Ἀνδρέα Θεοδώρου).
Ἄν ἀναφερόμαστε συχνά  στό μυστήριο τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, στό δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ ὄρθρου τῆς Μ. Πέμπτης πού ακούγεται σέ ἦχο πλ. τοῦ α΄, βρισκόμαστε στό ὑπέρτατο μυστήριο τῆς Σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου. Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι πολλοί ἐπεχείρησαν νά δώσουν ἀπάντηση γιά τό Πάθος αὐτό τοῦ Κυρίου – τήν ἀποκορύφωση καλύτερα τοῦ Πάθους Του, γιατί ὁλόκληρη ἡ ζωή Του ὑπῆρξε ἕνα Πάθος. Καί τί εἶπαν, ὅπως γιά παράδειγμα ὁ γνωστός θεολόγος τῆς Δύσεως Ἄνσελμος Κανταουρίας; Ὅτι πρόκειται γιά ἱκανοποίηση τῆς θείας δικαιοσύνης. Τόσο πολύ δηλαδή εἶχε προσβληθεῖ ὁ Θεός ἀπό τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων, ὥστε ἔπρεπε νά πάθει ἕνας Θεός γιά νά ἐξαλείψει τό κατάντημα αὐτό. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπέφυγε τόν πειρασμό. Δέν θέλησε νά διεισδύσει λογικά στό μυστήριο, γι’ αὐτό καί ἀρκέστηκε σ’ αὐτό πού ἀπεκάλυπτε ἡ ἴδια ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ: ὅτι πάνω στόν Σταυρό φανερώνεται μέν τό ἀσύλληπτο μέγεθος τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ταυτοχρόνως ἀποκαλύπτεται τό ἄπειρο μέγεθος τῆς ἀγάπης τοῦ Δημιουργοῦ. Αὐτό σημειώνει καί ὁ ὑμνογράφος ἐν προκειμένῳ: ὁ Κύριος μυεῖ στό μυστήριο τῆς ἀγάπης Του τούς μαθητές Του, τό ὁποῖο ὑπέρκειται ὁποιασδήποτε λογικῆς - ἡ λογική πάντοτε σκανδαλίζεται μπροστά σέ ἕναν Θεό πού πάσχει! Καί «σκληραίνει» τόν λόγο Του: ὄχι μόνον ἐγώ, ἀλλά καί σεῖς πρέπει νά περπατήσετε μέ ἀντίστοιχο θυσιαστικό γιά τούς ἄλλους τρόπο: εἶναι τό τίμημα τῆς φιλίας σας, λέει, πρός Ἐμένα. Ἀλλά εἶναι καί ὁ μοναδικός δρόμος πού γίνεστε σάν κι Ἐμένα. Γιατί εἶστε σταφύλι στό δικό Μου ἀμπέλι.

Τρίτη, 23 Απριλίου 2019

ΑΝΑΤΡΟΠΗ


 
Μεγάλη η ανατροπή!
 
Ο μαθητής Ιούδας
με σφράγισμα του γένους του
ολούθε κτυπημένος,
τον θησαυρό του τον κρυφό
τον έβγαλε στη φόρα.
Αρνήθηκε τον αρχηγό
τον Κύριο της δόξας
και τον επούλησε φτηνά
για μερικούς παράδες.
Είπανε για τα μάτια του
πώς λάμψανε δαιμονικά
για  ‘να σακούλι μαύρο.
 
Κι από την άλλη η μακρινή,
 του δρόμου μια γυναίκα,
 φτύσμα μονάχο ηθικών
«θεοσεβών» Εβραίων
που τις πετριές επάνω της
μ’ άγρια χαρά της ρίχνουν,
τον χτύπο άκουσε βαθιά
αγάπης του Κυρίου, και ξέσπασε
σε δάκρυα που καίγανε
μες σε δροσιά τον νου της.
Στου μυρεψού το άρωμα κρουνό της
δίχως αίσθηση στάλαξε των δακρύων.

Άπλωσε χέρια ο μαθητής
τ’ αργύρια να πάρει
χώματα που γινήκανε
άνθρακες και τον κάψαν.
Άπλωσε χέρια η ποταπή
το μύρο να προσφέρει
κι είδε τον ίδιο τον Χριστό
να την κερνά τη χάρη.

Η λογική απόγινε
αργή μέσα στο νου μας
κι οι «ασφαλείς» σβηστήκανε
αισθήσεις απ’ τον χάρτη. 
 




ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΤΕΤΑΡΤΗΣ


«Πόρνη προσῆλθέ σοι, μύρα σὺν δάκρυσι, κατακενοῦσά σου ποσὶ Φιλάνθρωπε, καὶ δυσωδίας τῶν κακῶν, λυτροῦται τῇ κελεύσει σου, πνέων δὲ τὴν χάριν σου, μαθητής ὁ ἀχάριστος, ταύτην ἀποβάλλεται, καὶ βορβόρῳ συμφύρεται, φιλαργυρίᾳ ἀπεμπολῶν σε. Δόξα Χριστὲ τῇ εὐσπλαγχνίᾳ σου».
(Ἡ πόρνη γυναίκα ἦλθε κοντά Σου, χύνοντας στά πόδια Σου, φιλάνθρωπε, μύρα μαζί μέ δάκρυα. Καί μέ τήν ἐντολή Σου λυτρώνεται ἀπό τή δυσωδία τῶν κακῶν, τήν ἴδια στιγμή πού ὁ ἀχάριστος μαθητής, ἀναπνέοντας ἀκόμη τή χάρη Σου (ἀπό τή συμμετοχή του στόν Μυστικό Δεῖπνο) τήν ἀποδιώχνει ἀπό τόν ἑαυτό του, μέ ἀποτέλεσμα, χάνοντάς Σε λόγω τῆς φιλαργυρίας του, νά κυλιστεῖ μέσα στή βρωμιά τῆς προδοσίας. Δόξα Χριστέ στήν εὐσπλαγχνία Σου).
Πρόκειται γιά τό μυστήριο τῆς συνάντησης τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Χριστό. Μπορεῖ νά εἶσαι κοντά Του χρόνια καί χρόνια καί τελικῶς νά μήν ἔχεις πάρει ὅπως λέμε «μυρωδιά» γιά τό τί συμβαίνει. Καί μπορεῖ νά Τόν συναντήσεις μία φορά στή ζωή σου, ἀκόμη καί στά τελευταῖα σου, καί τόσο νά Τόν καταλάβεις, τόσο νά συγκλονιστεῖς, ὥστε αὐτό νά εἶναι τό πιό καθοριστικό στοιχεῖο τῆς ζωῆς σου. Εἶναι αὐτό πού σημειώνει, μεταξύ  ἄλλων, καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, ὁ ὅσιος τῆς Σαρακοστῆς: «Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού γέρασαν στήν ὑπηρεσία τοῦ Κυρίου, κι ὅμως βρίσκονται ἀκόμη στό Δημοτικό Σχολεῖο». Κι ἄς κοιτάξουμε συγκεκριμένα παραδείγματα: ὁ Ἰούδας ἦταν μαθητής τοῦ Κυρίου - ὁ Χριστός τόν ἐπέλεξε. Τοῦ ἔδωσε τά πάντα, ὅπως καί στούς ἄλλους μαθητές Του· ἐκεῖνος στό τέλος Τόν ἀρνήθηκε καί Τόν πρόδωσε· ἔμεινε στούς αἰῶνες μέ τό στίγμα τοῦ προδότη μαθητή. Ἡ μεγάλη θητεία του κοντά στόν Κύριο ὄχι μόνον δέν τόν ὠφέλησε, ἀλλά μᾶλλον τόν ἔβλαψε. Ὁ Κύριος εἶπε γι’ αὐτόν ἕναν ἀπό τούς σκληρότερους θεωρούμενους λόγους Του: «Καλύτερα νά μήν εἶχε γεννηθεῖ ὁ ἄνθρωπος αὐτός»! Κι ἀπό τήν ἄλλη: ὁ ληστής πού σταυρώθηκε δίπλα Του στόν Γολγοθᾶ· φωτίζεται στίς τελευταῖες του στιγμές, μετανοεῖ, κερδίζει πρῶτος τόν Παράδεισο. «Ἀμήν, λέγω σοι, σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῶ Παραδείσῳ». Τό ἴδιο καί ἡ περίπτωση τῆς μοιχαλίδος γυναίκας. Μπροστά στόν Χριστό συνειδοτοποιεῖ τήν ἁμαρτωλή ζωή της καί μετανοεῖ. Βίοι παράλληλοι, μά καί τόσο ξένοι: ὁ μαθητής πού γίνεται προδότης· ἡ ἁμαρτωλή γυναίκα πού δικαιώνεται καί καθίσταται πρότυπο μετανοίας σέ ὅλους τούς αἰῶνες. Κι αὐτό γιατί; Πῶς ἐξηγεῖται τό μυστήριο αὐτό; Δέν ξέρουμε ἄν ἐξηγεῖται. Τό μόνο πού μποροῦμε νά ποῦμε εἶναι ὅτι βρισκόμαστε μᾶλλον μπροστά στό μυστήριο τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου· τέτοιας πού στρέφεται κανείς καί ἐνάντια στόν ἴδιο του τόν ἑαυτό.  Ὁ μαθητής λοιπόν δέν πρόσεξε, γιατί τόν κέρδισε τελικά τό πάθος του, ἐν προκειμένῳ ἡ φιλαργυρία του. Ἡ ἁμαρτωλή στράφηκε ἐν ἀγάπῃ πρός τόν Χριστό - ἡ ἀγάπη της πρός Ἐκεῖνον τῆς ἔδωσε τή δύναμη νά ἀπεμπλακεῖ ἀπό τό πάθος της.