Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Ο «ΕΝΟΧΛΗΤΙΚΟΣ» ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΑΣ!

Προσπαθούμε συχνά να απαλλαγούμε από την παρουσία ανθρώπων που μας φαίνονται ενοχλητικοί. Διότι ίσως μας έχουν αδικήσει, μας έχουν υβρίσει, μας έχουν κατακρίνει, μας έχουν ελέγξει είτε με τον λόγο τους είτε με τη συμπεριφορά τους. Κι ακόμη διότι, χωρίς προφανή λόγο, η παρουσία τους μας απωθεί. «Δεν μ’ αρέσουν τα μούτρα του» ακούγεται πολλές φορές ως αιτιολογία της ενόχλησής μας για κάποιους συνανθρώπους μας. Υπάρχει, πέραν αυτών,  και η αντιπάθεια προς συνανθρώπους μας, για τον λόγο ότι δεν εκδηλώνονται θετικά απέναντί μας, κρατούν μία στάση λίγο απόμακρη, δεν μας «επαινούν» ή δεν μας «γλύφουν», όταν μάλιστα τους θεωρούμε «υποκάτω» μας. Και γι’ αυτό λοιπόν χαιρόμαστε όταν έρχεται κάποια στιγμή που απαλλασσόμαστε από την παρουσία τους. Αναπνέουμε ελεύθερα, γιατί γλιτώσαμε.

Κι είναι τούτο βεβαίως η πιο τρανή φανέρωση της αθεΐας μας. Της απουσίας του Θεού στη ζωή μας. Της κυριαρχίας του εγωισμού μας, δηλαδή της αμαρτίας μας που μας «παίζει» χωρίς καμία αντίσταση. Στην ουσία μάς «παίζει» ο πονηρός διάβολος που ήδη μας έχει υποτάξει στη δική του δυστυχία, τη δική του ταραχή, τη δική του σκοτεινιά. «Σε ό,τι κανείς έχει ηττηθεί, σ’ αυτό έχει υποδουλωθεί» (απ. Πέτρος). Διότι ποια μεγαλύτερη απόδειξη της δουλείας στον πονηρό υπάρχει από την απουσία της αγάπης; Περίτρανο έλλειμμα αγάπης δεν είναι η εχθρότητα και η αντιπάθεια προς όποιον συνάνθρωπό μας, τον οποίο θεωρούμε ενοχλητικό για τα δεδομένα μας; Ποια η βασική, και η μόνη θα έλεγε κανείς, εντολή του Θεού μας; «Αγαπάτε αλλήλους». Κατά τον τρόπο βεβαίως που έχει καθορίσει ο ερχομός Του στη γη: «Καθώς ηγάπησα υμάς. Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού». Να αγαπάς τον άλλον, αν θέλεις να είσαι χριστιανός, με τη θυσιαστική αγάπη του Ίδιου του Χριστού.

Και ποιος είναι ο άλλος; Ο κάθε συνάνθρωπος, ακόμη και ο εχθρός. Διότι «αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, προσεύχεσθε υπέρ των διωκόντων και επηρεαζόντων υμάς». Κάθε άλλη αγάπη δεν είναι σωτήρια, γιατί συναντάται και στους απίστους και τους αθέους. Οπότε το κρίσιμο σημείο πάνω στο οποίο κρινόμαστε είναι ακριβώς αυτή η αγάπη: προς τον θεωρούμενο εχθρό, προς αυτόν που αποστρεφόμαστε, προς αυτόν που δεν τον χωνεύουμε και η «φάτσα» του δεν μας αρέσει. Εκεί μετράμε τον εαυτό μας. Εκεί βλέπουμε τα πνευματικά μέτρα μας. Κι αν δεν υφίσταται η αγάπη αυτή ή δεν υπάρχει αγώνας αποκτήσεώς της, τότε το έλλειμμα είπαμε είναι τεράστιο. Και καλύπτεται από το σκοτεινό πνεύμα του πονηρού, την ίδια την κόλαση. Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος μας το λέει και με άλλον απόλυτο τρόπο: «Πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού, Θεόν ουκ έχει» - δεν κρατάς την αγάπη, είσαι άθεος.

Αλλά υπάρχει και άλλη συνέπεια της απαλλαγής από τον «ενοχλητικό» άλλον – τι χειρότερη άραγε από τη δαιμονική παρουσία; Υπάρχει αυτό που φαίνεται να λειτουργεί ως πνευματικός ψυχολογικός νόμος. Τότε δηλαδή που λες ότι απαλλάχτηκα από τον «αντιπαθητικό» πλησίον μου, γιατί «χάθηκε» από το οπτικό μου πεδίο είτε το επαγγελματικό είτε ακόμη και το οικογενειακό είτε το οποιοδήποτε άλλο, ακριβώς τότε κάνει την εμφάνισή του αυτός υπόγεια και «ύπουλα»! Έρχεται η παρουσία του ως λογισμός που σε κυνηγάει, μπορεί να έρχεται και στα όνειρά σου ως εφιάλτης, έρχεται οπωσδήποτε «επιθετικά» την ώρα που πας να σταθείς στην προσευχή – δεν ησυχάζεις με τίποτε. Διότι εν τέλει αυτός ο άλλος που θέλεις να τον πετάξεις από πάνω σου, είναι ο κρυμμένος Χριστός, είναι ο… άγνωστος εαυτός σου! «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Ο Κάιν θέλησε να απαλλαγεί διαμιάς και ακραία από τον «ενοχλητικό» αδελφό του Άβελ, λόγω ζήλειας, και από κει και πέρα δεν μπορούσε ούτε στιγμή να ησυχάσει. Η «παρουσία» του ήταν πολύ πιο έντονη που κινδύνευε να χάσει τα μυαλά του. «Το αίμα του που τον σκότωσες φωνάζει μέσα από τη γη» του αποκαλύπτει Κύριος ο Θεός του.

Η θεραπεία είναι μονόδρομος και αναφέρθηκε παραπάνω. Η μετάνοιά μας ως επιστροφή προς τον Θεό, δηλαδή ο αγώνας εφαρμογής του αγίου Του θελήματος, της αγάπης. Την ώρα που θα ξεκινήσουμε να βλέπουμε τον συνάνθρωπό μας, και μάλιστα τον «ενοχλητικό και αντιπαθητικό», στο βάθος του, ως τον κρυμμένο Χριστό και τον άγνωστο εαυτό μας, την ώρα συνεπώς που θα κάνουμε χώρο μέσα μας για να τον «χωρέσουμε» ως κάτι δικό μας - συγχώρηση το λέμε – εκείνη την ώρα εξορίζουμε τον πονηρό και πράγματι ελευθερωνόμαστε. Γιατί γινόμαστε άρτιοι και ολόκληροι, καθώς αναδύεται ο εν χάριτι εαυτός μας που μας δόθηκε ως απαρχή στο άγιο βάπτισμά μας. Αυτό είπε και ο Δημιουργός στον Κάιν: «μετανόησε και ξεκίνα να κάνεις το καλό, οπότε θα βρεις και πάλι τη χαμένη χαρά σου»!