«Έλεγε ο μακαριστός
άγιος Γέρων π. Γεώργιος Κρητικός: - Όλα
τα αιτήματα της Εκκλησίας είναι εμπνευσμένα από τον Κύριο προς ευεργεσία και
αποκατάσταση ημών των ανθρώπων, που αγωνιζόμαστε στον κόσμο τούτο με όλα τα
προβλήματά μας. Εκείνο όμως που κάνει συχνά τη δική μου καρδιά να συγκινείται
και να δακρύζει είναι το αίτημα «υπέρ των καμνόντων». Γιατί είναι εκείνοι που
νιώθουν κουρασμένοι και αποκαμωμένοι, ηττημένοι θα έλεγε κανείς από τις μάχες
της ζωής, σαν να έχουν χάσει τη μόνη δύναμη του ανθρώπου, την ελπίδα».
Το ακούμε αδιάκοπα στα ειρηνικά που εκφωνεί ο ιερέας σε
κάθε ακολουθία κι ίσως το έχουμε συνηθίσει. «Ὑπέρ… καμνόντων… καί τῆς σωτηρίας αὐτῶν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν». Γι’
αυτό μπορεί και να μην του δίδουμε και την πρέπουσα σημασία – σαν το νερό που
ρέει σ’ ένα ήσυχο ποταμάκι. Όμως πόση ενέργεια κρύβουν οι αιτήσεις του πιστού
λαού διά στόματος του ιερέα, όπως η συγκεκριμένη για την οποία μιλούσε ο άγιος
Γέροντας. Διότι πρόκειται για ενέργεια του ίδιου του Πνεύματος του Θεού που
περικλείεται μέσα στα λόγια της προσευχόμενης Εκκλησίας. Αδιάκοπα η Εκκλησία μάς
υπενθυμίζει τη βαθιά αυτήν πραγματικότητα: οι προσευχές της αποτελούν χάρισμα
του Κυρίου, «του διδόντος ευχήν τω
ευχομένω», ιδίως σε κάθε Θεία Λειτουργία: «Συ που χάρισες τις κοινές αυτές και σύμφωνες με τη φύση μας προσευχές, συ
που υποσχέθηκες να εκπληρώνεις τα αιτήματα και των δύο και των τριών που
συμφωνούν στο όνομά σου».
Ένα τέτοιο λοιπόν αίτημα προς τον Κύριο, χάρισμα πράγματι
του Ίδιου προς τα μέλη Του, είναι κι αυτό που έκανε τον μακαριστό άγιο Γέροντα
π. Γεώργιο να δακρύζει: «Υπέρ…καμνόντων».
Γιατί, όπως εξηγούσε˙ «οι κάμνοντες είναι οι κουρασμένοι και αποκαμωμένοι, οι «ηττημένοι»,
αυτοί που έχουν χάσει τη μεγαλύτερη δύναμη, την ελπίδα». Και δεν είναι τυχαίο, ας
προσθέσουμε, ότι «κεκμηκότες» κατά την αρχαία εποχή χαρακτηρίζονταν οι νεκροί.
Σαν να μας λέει δηλαδή η λέξη ότι εκείνος που νιώθει αποκαμωμένος ψυχικά βιώνει
ένας είδος θανάτου ευρισκόμενος ακόμη εν ζωή. Κι ο μακαριστός Γέροντας «σπαρταρούσε»
εσωτερικά, γιατί μιλώντας για τους «κάμνοντας» είχε νοερώς ενώπιόν του πλήθος
από πιστούς που στο εξομολογητάριο είχαν καταθέσει τον πόνο τους, το αποκάμωμά τους,
την κούρασή τους είτε λόγω αμαρτημάτων είτε λόγω δοκιμασιών ποικίλων,
εσωτερικών και εξωτερικών, δικών τους ή του περιβάλλοντός τους. Κι ίσως να
εξέφραζε ο άγιος Γέρων, με τη μεγάλη και ευαίσθητη καρδιά, και τη δική του
ψυχική κατάσταση κάποιες φορές, αφού πάντοτε μετείχε εν αισθήσει στα προβλήματα
και τις δοκιμασίες των πνευματικών του τέκνων, κατά τον λόγο του αποστόλου
Παύλου: «κλαίειν μετά κλαιόντων» ή «τις ασθενεί και ουκ ασθενώ; Τις σκανδαλίζεται
και ουκ εγώ πυρούμαι;»
Ένδακρυς λοιπόν μιλούσε για τους «κάμνοντας» αυτούς, με τους οποίους ταυτίζονταν ουκ ολίγοι, αλλά για
να γίνει η διαπίστωση της πεσμένης καταστάσεώς τους αφορμή για υπόδειξη του
δρόμου προς υπέρβαση. Δεν έμενε δηλαδή ο μακαριστός διαπρύσιος κήρυκας του
Ευαγγελίου σε μία «ανακύκλωση» των προβλημάτων, σε μία συναισθηματική «αγγύλωση»,
κατά την οποία τελικώς «ευχαριστείται» κανείς να θρηνεί τον εαυτό του «θυματοποιώντας»
τον – τούτο συνιστά μάλλον ψυχική αρρώστια – αλλά αναγνωρίζοντας το πρόβλημα
και τις πολυποίκιλες δυσκολίες της ζωής «ήρε»,
σήκωνε το πρόβλημα ως μέτοχος του Σταυρού του Κυρίου και άνοιγε τις προοπτικές της
Αναστάσεως για όλους. Και δεν μπορεί να είναι αλλιώς για τους πιστούς τελικώς της
Εκκλησίας, διότι ο Χριστός ζώντας το Πάθος του Σταυρού αναστήθηκε τριήμερος,
που θα πει ότι έκτοτε κάθε πιστό μέλος Του, βαπτισμένο και χρισμένο στο όνομά
Του, ακολουθεί μαζί Του την ίδια διαδικασία.
Κι είναι ευνόητο: πώς μπορεί κανείς να είναι χριστιανός
χωρίς να αγωνίζεται αδιάκοπα να μένει στις άγιες εντολές του Χριστού; Δηλαδή πώς
ο χριστιανός μπορεί να κρατάει την ταυτότητά του χωρίς να βρίσκεται εσαεί σε
μία κίνηση υπέρβασης και «μετανάστευσης»; Διότι κίνηση και υπέρβαση της όποιας
καταστάσεώς του είναι η ακολουθία του Χριστού. «Απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι».
Χριστιανός με άλλα λόγια που καθηλώνεται από τις δοκιμασίες και τους πειρασμούς
της εδώ ζωής, πεσμένος και ηττημένος και αποκαμωμένος, δεν μπορεί να υπάρχει.
Καμία δοκιμασία δεν υπέρκειται του χριστιανού. Διότι δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο
η Πρόνοια του Πανάγαθου Θεού μας. Δεν το λέει απόλυτα ο απόστολος Παύλος; «Δεν
θα μας αφήσει ο Θεός να δοκιμαστούμε παραπάνω από όσο αντέχουμε, αλλά θα δώσει
μαζί με τον πειρασμό και τη διέξοδο για να αντέξουμε». Κάθε δηλαδή πειρασμός
είναι «κάτω» από εμάς, το σημειώνει και πάλι ο απόστολος, όταν δέχεται τα
παράπονα πιστών που διεκτραγωδούσαν τη ζωή τους. Ο πειρασμός που μου γράφετε,
λέει, είναι απλώς «ανθρώπινος». Διότι
για τον απόστολο ο μόνος που βρίσκεται υπεράνω του πιστού και τον έχει στην
αγκαλιά Του και τον ενισχύει με επίγνωσή του ή όχι είναι ο Κύριος Ιησούς.
Οπότε ο μακαριστός Γέροντας κηρύσσοντας την πνευματική
αυτήν πραγματικότητα επεσήμαινε και το αίτιο του αποκαμώματος: την απώλεια της ελπίδας,
πάει να πει την απώλεια της πίστης. Το να αποκάμει κάποιος και να παραμένει
στην κατάσταση αυτή χωρίς αντίδρασή του δηλώνει ότι μάλλον δεν έχει πίστη, αφού
το χαρακτηριστικό της αληθινής πίστης πέραν της αγάπης είναι η ελπίδα. «Πίστις εστίν ελπιζομένων υπόστασις» -
ζεις με ελπίδα όταν πιστεύεις. Κι ερχόταν λοιπόν ως συν-κυρηναίος του
αποκαμωμένου ο Γέροντας Γεώργιος για να του κάνει «ένεση» ζωής, στρέφοντάς τον
σ’ Εκείνον που ακριβώς ήλθε στον κόσμο για να θεραπεύσει τα πάθη των ανθρώπων: «ιώμενος τα πάθη των ανθρώπων». «Σε
καταλαβαίνω, παιδί μου» ήταν σαν να έλεγε ο μακαριστός, «αλλά ενεργοποίησε την
πίστη σου. Ζήτησε από τον Κύριο την ενίσχυσή Του, γιατί Εκείνος είναι έτοιμος
για κάτι τέτοιο» - το πρόβλημα δηλαδή ήταν η πνευματική χαλάρωση ως αλλοίωση της
προτεραιότητας του χριστιανού: «ζητείτε
πρώτον την βασιλείαν του Θεού».
Η Εκκλησία μας γνωρίζει την ανθρώπινη αδυναμία, γνωρίζει
δηλαδή ότι συχνά τα προβλήματα της ζωής μας καταβάλλουν και μας «ρίχνουν» και
σωματικά αλλά και ψυχικά. Η λύση όμως είναι να καταθέτουμε την αδυναμία αυτή
στον παντοδύναμο Κύριο, του Οποίου η χαρά είναι ακριβώς η ενίσχυσή μας και η
σωτηρία μας. Αυτό ακριβώς με μεγάλη ενσυναίσθηση επιτελούσε αδιάκοπα ο
μακαριστός άγιος Γέροντας. Δάκρυζε για την ανθρώπινη αδυναμία, χαιρόταν όμως προσβλέποντας
στη θεϊκή παντοδυναμία. Και ο πιστός λαός που έβλεπε την αλήθεια αυτή της καρδιάς
του πράγματι παρηγοριόταν και αναθαρρούσε.
