«Είπε ο μακαριστός
μεγάλος αγιορείτης Γέρων Γεώργιος Γρηγοριάτης (Καψάνης): “Κριτήριο γνήσιας
χριστιανικής πίστης είναι για εμάς τους ορθοδόξους η στάση απέναντι στην
Υπεραγία Θεοτόκο. Οι ετερόδοξοι είτε την αναβιβάζουν σε επίπεδο θεότητος είτε
την υποβαθμίζουν θεωρώντας την μία απλή γυναίκα όπως όλες τις άλλες”. Σε
ερώτηση δε κάποιου προσκυνητή, έλληνα της διασποράς που βρέθηκε στο Άγιον Όρος,
πώς εξηγεί την κατάνυξη που βλέπει να ζουν στις προσευχές τους πολλοί
ετερόδοξοι, ο μακαριστός Γέρων που είχε ζήσει κι εκείνος τη Διασπορά στην
Αμερική απάντησε: οι προσευχές αυτές με τις εξάρσεις τις ψυχοσωματικές δεν
χαρακτηρίζονται από το βίωμα της κατανύξεως. Η κατάνυξη είναι αγιοπνευματικό
γεγονός που βασίζεται στην ταπείνωση. Αυτό που βλέπει κανείς στους ετεροδόξους
αυτούς είναι απλώς ένα συναίσθημα”».
Για τον μεγάλο μακαριστό Γέροντα Γεώργιο, καθηγούμενο της
Ι. Μονής Γρηγορίου του Αγίου Όρους, δεν χρειάζεται κανείς να πει πολλά. Όσοι
έχουν κάποια σχέση με την εκκλησιαστική ζωή και το Άγιον Όρος γνωρίζουν τη
μεγάλη εμβέλειά του που διαπερνούσε όλους σχεδόν τους χώρους, ακόμη και τους
εκτός της Εκκλησίας. Διότι πέραν της σπουδαίας θεολογικής και λοιπής κατάρτισής
του – πανεπιστημιακός ήταν που τα άφησε όλα για να βρεθεί στο Όρος – διακρινόταν
για την ιεραποστολική δράση του όσο ήταν στον κόσμο, μάλιστα στην περιοχή της
Νέας Σμύρνης, κυρίως όμως για τη βαθιά πνευματική κατά Χριστόν ζωή του, την
οποία αναγνώριζαν μεγάλες μορφές της Ορθοδοξίας σαν τους οσίους Πορφύριο, Παΐσιο,
Εφραίμ τον Κατουνακιώτη.
Και χρειάζεται να υπενθυμίζουμε αδιάκοπα το τελευταίο,
ότι δηλαδή η καλλιέργεια της πνευματικής ζωής ως κατά Χριστόν ζωής είναι το
ζητούμενο και από την όποια θεολογική κατάρτιση και από την οποιαδήποτε
ιεραποστολική και λοιπή δράση, διότι χωρίς τον προσανατολισμό αυτόν όλα μένουν μετέωρα
και άνευ σημασίας. Εννοούμε ότι η θεολογική μόρφωση και η ιεραποστολική
δραστηριότητα δεν καταξιώνονται από μόνες τους στον χώρο της Εκκλησίας˙
καταξιώνονται από τον βαθμό που προάγουν πνευματικά τον θεολόγο και τον
ιεραπόστολο, κατά την προτροπή του αποστόλου Παύλου: «είτε εσθίετε είτε πίνετε
είτε τι άλλο ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε». Οπότε η όποια μελέτη και η
όποια δράση εκεί κατατείνουν: στο να στρέψουν τον άνθρωπο μέσα στην καρδιά του
και με τα όπλα της πίστεως: την προσευχή, την αγάπη, την ταπείνωση, να
καθαρίσει το «έδαφός» της ώστε να βρει τόπο καταπαύσεως ο Τριαδικός Θεός μας. Η
διακράτηση του Θεού στην ύπαρξή μας δεν συνιστά τον σκοπό; Το «μορφωθήναι
Χριστόν εν ημίν»! «Ο Χριστός δεν μακάρισε εκείνον που γνωρίζει κάτι για τον
Θεό, αλλά αυτόν που έχει μέσα του τον Θεό» (άγιος Γρηγόριος Νύσσης).
Ο μακαριστός καθηγούμενος Γεώργιος λοιπόν αυτό είχε ως
προτεραιότητα της ζωής του, γι’ αυτό και θεωρείτο άνθρωπος φωτισμένος και
χαριτωμένος από τον Θεό, του οποίου τη γνώμη σέβονταν οι πάντες. Κι έχουμε την
εντύπωση ότι τον φωτισμό και τη χάρη αυτή τα απέκτησε γιατί είχε φρόνημα
ταπεινό, που θα πει φρόνημα υπακοής. Κατανύσσεται κανείς και ισορροπεί
πνευματικά όταν τον ακούει ή τον διαβάζει για παράδειγμα στις υποθήκες του προς
τους μοναχούς και υποτακτικούς του. «Δεν ήρθαμε στο Άγιον Όρος – συνήθιζε να
τους λέγει – για να πάρουμε την «εξουσία» από τους παλαιοτέρους καλογέρους που
βρήκαμε στο μοναστήρι. Το αντίθετο: ήρθαμε να κάνουμε υπακοή, έστω κι αν είμαστε
τώρα εμείς στα πράγματα. Κι έγνοια μας πρέπει να έχουμε πάντοτε να αναπαύουμε
τα γεροντάκια». Τον είχα ακούσει δε και προσωπικά να τονίζει ότι «μπορεί να
βρήκαμε από τους παλαιοτέρους κάτι ως παράδοση ακατανόητη για τα δικά μας
δεδομένα, όμως δεν το αλλάξαμε, γιατί με την πάροδο του χρόνου ίσως μας
αποκαλυφθεί η σημασία του».
Ένας τέτοιος άνθρωπος με τέτοιο φρόνημα υπακοής, δηλαδή
με τέτοια ταπείνωση είναι επόμενο να ελκύει τη χάρη του Θεού και μάλιστα
πλούσια. Διότι «ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν». Γι’ αυτό και τα πνευματικοπαίδια
του, έστω και οι πιο «δύσκολοι» χαρακτήρες, κάμπτονταν μπροστά στη χάρη αυτή
και «σιγά σιγά», όπως έλεγε, «η δυσκολία γινόταν ευκολία. Γιατί αδειάζουμε από
τον εγωισμό μας, για να γεμίσουμε με Θεό. Όταν ο Θεός βρίσκει εγωισμό μέσα μας
δεν έχει χώρο να σταθεί. Λοιπόν παλεύουμε τον εγωισμό να τον μεταποιήσουμε σε
φιλοθεΐα και φιλανθρωπία». Και στο σημείο αυτό, του αγώνα μεταστροφής μας, θέση
έχουν τα παραπάνω στοιχεία του αποσπάσματος. Διότι χωρίς τη βοήθεια του Κυρίου,
συνεπώς χωρίς και τη μεσιτεία των αγίων μελών του σώματός Του, της Εκκλησίας,
τίποτε απολύτως δεν μπορούμε να καταφέρουμε. «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν
ουδέν» απεκάλυψε το αψευδές στόμα Του, όπως και «ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου,
Σώτερ, σώσον ημάς».
Για την Εκκλησία μας, η παρουσία της Θεοτόκου στον
πνευματικό αγώνα του πιστού είναι μοναδική. Ό,τι εμείς δεν καταφέρνουμε λόγω
αδυναμίας, το καταφέρνει Εκείνη που μας βλέπει και μας παρακολουθεί γεμάτη
στοργή και αγάπη – οι Παρακλητικοί Κανόνες της αποτελούν επιβεβαίωση απόλυτη
της αλήθειας αυτής. Ας θυμηθούμε μεταξύ άπειρων άλλων παρομοίων γεγονότων την
επέμβαση της Παναγίας για τη διόρθωση της ζωής του νεαρού Συμεών, μετέπειτα
οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου. Εκείνη επέβλεψε πάνω του και συνετίστηκε. Κι
αργότερα, μέσω Εκείνης του δόθηκε το χάρισμα της αδιάκοπης καρδιακής προσευχής.
Τι προϋποθέτει όμως τούτο; Την ορθή θέση και πίστη προς την Παναγία Μητέρα του
Κυρίου. Χωρίς η Παναγία να είναι «θεά», όμως λόγω της προσφερθείσας και
προσφερομένης σ’ αυτήν αέναα χάρης του Υιού και Θεού της, καθίσταται κατά την
υμνολογία της Εκκλησίας μας «θεός μετά Θεόν». Με την έννοια ότι υπήρξε η
Θεοτόκος. Η Μοναδική που γέννησε ως άνθρωπο τον Υιό του Θεού. Κι αυτό είναι
αναντικατάστατο και κατοχυρωμένο και δογματικά (Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος). Η
συμβολή επ’ αυτού του μεγάλου Πατέρα και Οικουμενικού Διδασκάλου αγίου Κυρίλλου
αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας είναι πολύ σημαντική. Οπότε, η ορθή θεώρηση της
Παναγίας φανερώνει και την ορθή πίστη προς τον Κύριο Ιησού Χριστό. Αν η πίστη
προς την Παναγία χωλαίνει, χωλαίνει ταυτοχρόνως και η πίστη προς τον Κύριό μας.
Χριστός και Παναγία «συνθεωρούνται». Κριτήριο λοιπόν κατά τον σοφό Γέροντα
Γεώργιο ορθοδοξίας η στάση έναντι της
Παναγίας.
Αλλά τούτο, όπως και τα άλλα σημεία της χριστιανικής
πίστεως, έχουν νόημα, όπως είπαμε, για εκείνον που αγωνίζεται τον καλόν αγώνα
της κατά Χριστόν ζωής˙ που η ορθοδοξία γίνεται ορθοπραξία. Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος το λέει με τρόπο αναμφισβήτητο. «Πας
ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού, Θεόν ουκ έχει. Ο μένων εν
τη διδαχή του Χριστού ούτος και τον Πατέρα και τον Υιόν έχει» (Β΄ Καθ. επ.).
Ποιος μπορεί μετά από τέτοιον λόγο «καταπέλτη» να πει ότι είναι χριστιανός
χωρίς να καταβάλλει το μέγιστο των δυνάμεών του; Χωρίς να ζει με την «ένταση»
που ζητάει και ο άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ; Η ένταση όμως αυτή που συνιστά τη
στροφή του ανθρώπου μέσα στην καρδιά του για να την καθαρίσει το Πνεύμα του
Θεού ονομάζεται αλλιώς μετάνοια, με τα συνοδευτικά στοιχεία της που είναι η
αδιάλειπτη προσευχή, τα δάκρυα, η αυτομεμψία, η έλλειψη της κατάκρισης, η
συγχωρητικότητα, η ταπείνωση – ό,τι φανερώνει την ατμόσφαιρα και το βίωμα της
κατανύξεως, η οποία δεν έχει καμία σχέση όντως με καταστάσεις που προκαλούν
απλώς το συναίσθημα του ανθρώπου. Με το συναίσθημα βρισκόμαστε σε ανθρώπινο
απλώς επίπεδο, αποδεκτό ασφαλώς και ίσως χαλαρωτικό, αλλ’ όχι σωτήριο – ο
άνθρωπος περιδινίζεται τελικώς μέσα στα πάθη του. Με την κατάνυξη βρισκόμαστε
σε χαρισματικό επίπεδο – η χάρη του Θεού είναι αυτή που έχει την πρωτοβουλία
και βαθαίνει το πνεύμα του ανθρώπου, οδηγώντας τον σε άμεση και προσωπική
κοινωνία με τον Χριστό. Η διαφορά καταλαβαίνουμε είναι τεράστια.
