Κατά την Αγία Γραφή και την Πατερική παράδοση ο νους του
ανθρώπου θεωρείται ότι συνιστά το κέντρο της ύπαρξής του. Αυτός είναι ο
οφθαλμός που θεάται την πραγματικότητα, όχι μόνο την αισθητή αλλά και την
υπεραισθητή, οπότε και η κατάσταση της υγείας του καθορίζει την ποιότητα της
ορθής ή μη λειτουργίας του – «εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος
πόσον;» κατά τον λόγο του
Κυρίου (Ματθ. 6, 24). Και όσο βεβαίως ο άνθρωπος βρισκόταν στην ομαλή κατάσταση
της υπακοής του προς τον Θεό, τόσο και ο νους του, αναπαυόμενος στον «τόπο»
του, την καρδιά, και φωτιζόμενος από το φως του Θεού έβλεπε τα πάντα, με
προοπτική μάλιστα βαθύτερης και διεισδυτικότερης λειτουργίας του. Από τη στιγμή
όμως που διέσπασε τη σχέση με τον Δημιουργό του, το σκοτάδι έγινε πια η
«κανονικότητά» του, περιήλθε στην κατάσταση της ζόφωσης που σημειώνουν οι άγιοί
μας, ή με διαφορετική διατύπωση, το «κατ’ εικόνα Θεού» της δημιουργίας του
βουτήχτηκε μέσα στις φλόγες των παθών
του, ενώ χάθηκε κατ’ ανάγκην και η φυσιολογική εξέλιξή του, η πορεία προς το
«καθ’ ομοίωσιν».
Επήλθε διάσπαση του ανθρώπου μετά την αμαρτία του, δηλαδή
ο άνθρωπος όχι μόνο «έχασε» τον Πατέρα του Θεό, αλλά έχασε και τον εαυτό του, όπως και τον συνάνθρωπό του και την όποια
σχέση του με την αδελφή του φύση. «Χαμένος και νεκρός» είναι η αποτίμηση που
κάνει ο Δημιουργός- Χριστός μιλώντας για τον απομακρυσμένο από τον Θεό άσωτο
υιό της γνωστής παραβολής του ασώτου (πρβλ. Λουκ. 15, 11-32). Ο άνθρωπος χωρίς
Θεό είναι ο εν σκότει ευρισκόμενος άνθρωπος, χωρίς ταυτότητα και προοπτική, και
με μοναδικό ουσιαστικό προσόν του τη δίψα του για τον απολεσθέντα Παράδεισο.
Ζει μεν, αλλά χωρίς σύνδεση με την πηγή της Ζωής, μία επιφάνεια ζωής που τον
καθιστά έρμαιο των παθών του και δούλο του φόβου του μπροστά στην όποια απειλή
του δημιουργεί ο περίγυρός του αλλά και ο άγνωστος πια βαθύς και ζοφερός εαυτός
του. «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος» διεκτραγωδεί την κατάσταση ο απόστολος Παύλος.
«Ποιος θα με σώσει από το σώμα του θανάτου αυτού;» (Ρωμ. 7, 24).
Η μυστήρια και υπέρλογη κίνηση του Θεού μέσα στο πλαίσιο
της άπειρης αγάπης Του για τον κόσμο να γίνει άνθρωπος αποκαθιστά τον άνθρωπο.
Η ανθρώπινη φύση ενταγμένη πια στον Θεάνθρωπο Χριστό, συνεπώς δεχόμενη τις
θεοποιές ενέργειες της θεότητάς Του –
διότι ο Χριστός είναι «διπλούς την φύσιν
αλλ’ ου την υπόστασιν» - αποκτά και πάλι την ολοκληρία και την αρτιότητά
της, «ο άρτιος του Θεού άνθρωπος» θα
πει ο απόστολος Παύλος. Ό,τι πληγή και τραύμα είχε δεχτεί με την αμαρτία
θεραπεύτηκε, με αποτέλεσμα η ζόφωση του κατ’ εικόνα να εξαφανιστεί μέσα στο φως
Εκείνου και το καθ’ ομοίωσιν να ανοίξει εκ νέου τις πύλες του με άπειρη
επέκταση και προοπτική. Ο άνθρωπος μετά Χριστόν είναι πια ο αληθινός και
γνήσιος άνθρωπος, αυτός που βγήκε από τα χέρια του Δημιουργού του και έτι
πλέον, με το φως του Χριστού να φωτίζει και πάλι το κέντρο του, την καρδιά, και
να καθιστά την ενέργεια (του φωτισμένου και αναπαυόμενου στην καρδιά αυτή νου
του) κίνηση απλανή στον χώρο της διάνοιάς του.
Θέλουμε να πούμε ότι ο άνθρωπος εν Χριστώ ενοποιήθηκε και
πάλι, γι’ αυτό και χαίρεται την παρουσία του Θεού στην ύπαρξή του, χαίρεται που
η ψυχή και το σώμα του λειτουργούν σε συνεργασία μέσα στο φως του Δημιουργού,
χαίρεται που ο συνάνθρωπος ανακαλύπτεται ως ο άγνωστος εαυτός του, χαίρεται που
το όλο φυσικό περιβάλλον του κατανοείται ως το σπίτι ακριβώς του Πατέρα του. Ο
εν Χριστώ άνθρωπος έγινε έ ν α δηλαδή με
τον Θεάνθρωπο Χριστό, ή αλλιώς: ο Χριστός επεκτείνεται μέσα από τον κάθε
άνθρωπο που θα τον αποδεχτεί εννοείται και θα τον πιστέψει στη ζωή του. Γιατί
αυτό είναι το κρίσιμο σημείο που αναδεικνύεται η τεράστια σημασία της
ελευθερίας για τον άνθρωπο.
Ο Δημιουργός δηλαδή μας αποκατέστησε, μα απαιτείται προς
ενεργοποίηση της άπειρης αυτής δωρεάς η
θέληση και η διάθεση του ανθρώπου, που κι αυτή ακόμα υποκινείται από τη δύναμη
Εκείνου. Διότι «ου του θέλοντος ουδέ του
τρέχοντος αλλά του ελεούντος Θεού» (Ρωμ. 9, 16). Το «ναι» του ανθρώπου,
έστω και το μηδαμινό για μια τέτοια δωρεά, είναι καθοριστικό. Αν ο άνθρωπος
σταθεί αρνητικά απέναντι στον πλούτο προσφοράς του Θεού του, τότε ο πλούτος
αυτός παραμένει στα «αζήτητα» για τον ίδιο – να είσαι πάμπλουτος και να
σέρνεσαι στα λασπονέρια της έσχατης πενίας και ένδειας! Αλλά χρειάζεται
προσοχή! Και «ναι» να υφίσταται από τον άνθρωπο, το οποίο θα τον εντάξει μέσα
στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, οπότε θα αναδυθεί εκεί ο χαρισματικός
εαυτός ως συνέχεια του Χριστού – όλες οι δωρεές για τις οποίες μιλήσαμε
ακροθιγώς παραπάνω – το «ναι» αυτό θα πρέπει να βρίσκεται εσαεί «υπ’ ατμόν»!
Εννοούμε ότι η θετική στάση μας απέναντι στον Κύριο και Θεό μας δεν εξαντλείται
σε μία ή δύο ή μερικές έστω στιγμές της ζωής μας. Η κάθε στιγμή και ώρα, η κάθε
ημέρα της όλης ζωής μας, αποκαλύπτει το ποιόν μας και την αγάπη μας προς τον
Κύριο. Αν με άλλα λόγια η κάθε στιγμή δεν μας βρίσκει σε ετοιμότητα αποδοχής
και εφαρμογής του αγίου θελήματός Του, η ίδια αυτή στιγμή μας κρίνει ως μη
αξίους Εκείνου! Η κάθε στιγμή αποτελεί δηλαδή το πεδίο όπου μας παραχωρείται
από τη χάρη Του για να δείξουμε αν υφίσταται και η δική μας αγάπη προς Αυτόν. «Γίνεσθε έτοιμοι ότι η ώρα ου δοκείτε ο Υιός
του ανθρώπου» (Ματθ. 24, 44). «Ιδού ο
νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός και μακάριος ο δούλος ον ευρήσει γρηγορούντα,
ανάξιος δε πάλιν ον ευρήσει ραθυμούντα».
Ακριβώς για τον λόγο αυτό το πιο ανώτερο και σημαντικό
στη ζωή του ανθρώπου είναι το εκάστοτε «τώρα». Δεν είναι τα σχέδια που πλάθουμε
στο μυαλό μας για μία μεγάλη προσφορά μας και δράση μας στο έργο του Κυρίου!
Ούτε ασφαλώς τα όσα σπουδαία και «φοβερά» επιτελέσαμε στη μέχρι τώρα ζωή μας.
Το «τώρα» είναι το «σημείο» που ή θα συντονιστούμε με τον Κύριο και θα Τον
κοινωνήσουμε ή θα βρεθούμε εκτός της παρουσίας Του «άθεοι». Οπότε κατανοεί
κανείς ότι δεν μπορεί να επαναπαυτεί ούτε για λίγο. Η όποια χαλάρωση και
«ανάπαυση» αποτελεί την ίδια στιγμή οπισθοχώρηση και πτώση. «Ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι» (Ματθ.
12, 30). Η νήψη και η εγρήγορση λοιπόν για τον πιστό χριστιανό είναι το
«δεδομένο» της ζωής του. Δεν τόνιζε τυχαία ο μεγάλος σύγχρονος όσιος Σωφρόνιος
ο Αθωνίτης (του Έσσεξ) ότι ο χριστιανός, πολύ περισσότερο ο μοναχός, πρέπει να
βρίσκεται αδιάκοπα στη μεγαλύτερη δυνατή πνευματική ένταση.
Κι από την άποψη αυτή ο πιστός βρίσκεται εσωτερικά, μέσα
στην καρδιά του, στη συνεχή διαδικασία ρυθμίσεως του νου του – να βρίσκεται
πάντοτε στη φορά της υπακοής προς τις εντολές του Κυρίου του. Γιατί ο Κύριος
τον αποκατέστησε, αλλά υφίσταται όσο ζει στον κόσμο τούτο το στοιχείο της «τρεπτότητος» του νου του, να ξεφύγει
δηλαδή από τις εντολές και τον λόγο Του,
λόγω των παθών που ακόμη υφίστανται στην ύπαρξή του, λόγω της
περιρρέουσας ατμόσφαιρας του κόσμου που «κείται
εν τω πονηρώ», λόγω της κατά παραχώρηση Κυρίου ενέργειας του πονηρού
διαβόλου, που «ως λέων ωρυόμενος
περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α΄ Πέτρ. 5, 8). «Ουκ έδωκα τοις βλεφάροις μου νυσταγμόν» (Ψαλμ. 131, 4) σημειώνει ο
προφητάναξ Δαβίδ αποκαλύπτοντας τον πνευματικό του αγώνα, κάτι που
επαναλαμβάνεται και σε όλα τα συναξάρια των αγίων της Εκκλησίας. Και η λέξη
«ρύθμιση» του νου εξίσου βλέπουμε πως έρχεται και επανέρχεται στις εκκλησιαστικές
ακολουθίες, αποδίδοντας και με τη διατύπωση αυτή την κεντρική εργασία του
ανθρώπου, την εργασία κατά τον Κύριο «την
μένουσαν εις ζωήν αιώνιον» (Ιω. 6, 27), δηλαδή την επιμονή μέχρι θανάτου
πάνω στην πίστη στον αληθινό Θεό.
«Ρυθμιζόμενος τον
νουν επί ταις εντολαίς του Κυρίου», «ρυθμιζόμενος
ταις Παύλου διδαχαίς», «ρυθμίζων
εαυτόν και τους παίδας αυτού επί ταις εντολαίς του Δεσπότου», είναι μερικές
από τις φράσεις που αποδίδουν για πολλούς αγίους, στην ουσία για όλους, την παραπάνω αλήθεια. Αλλά και ποιος δεν έχει
διαβάσει και δεν έχει προσευχηθεί, από την τόσο ψυχωφελή ακολουθία της θείας
μεταλήψεως, με τα λόγια του αγίου Συμεών του Μεταφραστού, ο οποίος απευθύνεται
προς τον Κύριο για να τον παρακαλέσει με αίσθηση ψυχής μετά τη θεία κοινωνία,
«να τον κρατάει αγνό και καθαρό και ρυθμισμένο στον λόγο Του;» «Άγνιζε και κάθαρε και ῥ ύ θ μ ι ζ έ με» - η αγνότητα και η κάθαρση ως αποτέλεσμα
διαρκούς ρύθμισης του νου, από τον Κύριο αλλά και από τη βούληση του καθενός.
Ίσως να θυμηθούμε εν τέλει και αυτό που έλεγε με τον δικό
του χαριτωμένο τρόπο και ο μεγάλος όσιος Παΐσιος ο αγιορείτης σε ταλαιπωρημένους γονείς που θλίβονταν και
απελπίζονταν από κάποιες συμπεριφορές των επαναστατημένων παιδιών τους, ιδίως
των εφήβων: «μα, αφήστε και κανένα
κατσαβίδι για τον Χριστό. Όλα εσείς θα τα κάνετε;» Το «κατσαβίδι» του
Χριστού για όλους μας και όχι μόνο τα παιδιά μας. Απλώς να θυμόμαστε ότι
μερικές φορές – ή μήπως πάντα; - το «ρύθμισμα» από το «κατσαβίδι» αυτό περνάει από
την παραχώρηση πειρασμών που κρίνει Εκείνος μέσα στην αγάπη και την πρόνοιά Του
ότι θα μας φέρουν στα «ίσα» μας!
