«Μου είπε ο Γέρων
ιερομόναχος π. Ι. Σ., ότι είχε επισκεφτεί τον όσιο Σωφρόνιο τον Αθωνίτη, στο
μοναστήρι του, του Τιμίου Προδρόμου, στο Έσσεξ της Αγγλίας και τον ρώτησε για
διάφορα θέματα της πνευματικής ζωής. Μεταξύ άλλων τον ρώτησε και για τον τρόπο
εκφοράς των ευχών στη Θεία Λειτουργία, αν πρέπει να γίνονται εις επήκοον ή
μυστικώς. Και ο όσιος του απάντησε: “π. Ι., εσύ θα βρίσκεσαι μπροστά στην Αγία
Τράπεζα κι εγώ ευρισκόμενος στη θύρα του Ναού θα πρέπει να σε ακούω”».
Είναι από τα θέματα που επανήλθαν τον τελευταίο καιρό
στην επικαιρότητα, μολονότι ουδέποτε έπαψε να απασχολεί τους κληρικούς αλλά και
τους πιο ενημερωμένους από τους πιστούς της Εκκλησίας, ιδίως από την εποχή που
ετέθη με μεγαλύτερη ένταση από τον μακαριστό αρχιεπίσκοπο κυρό Χριστόδουλο μέσα
στο πλαίσιο της λεγόμενης «λειτουργικής αναγεννήσεως», για την οποία είχε
δείξει ξεχωριστό ενδιαφέρον: «Οι ευχές στη
Θεία Λειτουργία να λέγονται εις επήκοον ή μυστικώς;» Είναι αυτονόητο ότι
επανερχόμενο το θέμα σημαίνει πως δεν λύθηκε, δεν δόθηκε δηλαδή μία οριστική
απάντηση κοινά αποδεκτή από όλους, και μάλλον ουδέποτε θα δούμε κάτι τέτοιο στο
προσεχές ή και στο απώτατο ίσως μέλλον.
Επεχείρησε η Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, εδώ
και αρκετά χρόνια (2004), να δώσει μία απάντηση, να θέσει τις βάσεις μάλλον για
μία κοινή κατεύθυνση, αλλά μάλλον ματαίως, διότι οι ίδιοι οι Επίσκοποι, ή
κάποιοι απ’ αυτούς - οπότε και οι κληρικοί της περιφέρειάς τους σ’ ένα μεγάλο
βαθμό – ακολούθησαν και ακολουθούν διαφορετική τακτική, τόσο που θα μπορούσε να
επαναληφθεί, μ’ έναν τόνο υπερβολής βεβαίως, το λεχθέν ότι «όσοι Έλληνες, τόσες
και οι διαφορετικές γνώμες». Και δεν πρέπει να μας παραξενέψει το γεγονός.
Διότι αφενός στην Παράδοση της Εκκλησίας δεν υπάρχει κάτι ομοιόμορφο στο
συγκεκριμένο θέμα, αφετέρου τούτο δεν συνιστά θέμα για τη σωτηρία του
ανθρώπου.
Προ καιρού έθεσα τον προβληματισμό σε διαπρεπή
καθηγητή της Θεολογικής Σχολής, ειδικό
λειτουργιολόγο, ο οποίος μου διευκρίνισε ότι η Παράδοση έχει καταγράψει πάνω
στον τρόπο αυτόν εκφοράς των ευχών «δεκατέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις». Που
σημαίνει: είτε με τον έναν είτε με τον άλλον τρόπο, η Θεία Λειτουργία ως ο
Χριστός προσφερόμενος και θυσιαζόμενος, ως η συνέχεια του Μυστικού Δείπνου,
πραγματοποιείται χωρίς καμία διακοπή και χωρίς κανέναν ενδοιασμό ότι «κάτι δεν
πάει καλά!» Η πίστη για τον Χριστό ως τον ενανθρωπήσαντα Θεό, η πίστη για την
αγία Τριάδα, η πίστη για την Εκκλησία ως το ζωντανό σώμα του Χριστού, η πίστη
για το Πανάγιον Πνεύμα ως το ενεργούν τη μεταβολή των Τιμίων Δώρων, δεν
αμφισβητείται, δεν αλλοιώνεται, δεν καταργείται, θέλουμε να πούμε ότι ο
προβληματισμός αυτός για τις ευχές, σοβαρότατος και ιερότατος κατά τα άλλα, δεν
αποτελεί θέμα δογματικό, γι’ αυτό και οι όποιες ενστάσεις ή πολύ περισσότερο εντάσεις
και ειρωνείες(!) μπορεί να εγερθούν από ορισμένους εκφεύγουν των ορίων της
Εκκλησίας και της ορθής κατά Χριστόν πνευματικής ζωής.
Είναι κρίμα δηλαδή για ένα τέτοιο θέμα, μη δογματικό
επαναλαμβάνουμε, που ο προβληματισμός του θα σήμαινε κλήση προς αγαπητική ένωση
των πιστών και αλληλοκατανόησή τους λόγω «παροξυσμού αγάπης», να έχουμε το
ακριβώς αντίθετο: κατηγορίες και ερωτηματικά για ελλειμματική θεολογία ή για
ελλειμματική πνευματική ζωή. Σε πολλά τέτοια επιμέρους θέματα θα έπρεπε να
ισχύει το «συμφωνούμε ότι διαφωνούμε». Γιατί δεν θίγεται ακριβώς η ουσία. Τι
βλέπουμε στην πρώτη Εκκλησία για παράδειγμα στο θέμα του εορτασμού του Πάσχα;
Διαφωνεί η Δύση με την Ανατολή και με τον τρόπο της αγάπης συμφωνούν ο καθένας
να συνεχίσει τη δική του παράδοση. Το ζητούμενο ήταν και είναι ένα: «εις
Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα».
Και λοιπόν; Δεν πρέπει να ερευνούμε για το πιο σωστό
ίσως, με την έννοια του πιο κοντινού προς το αρχικό καθεστώς της πρώτης
Εκκλησίας και τι εξυπηρετεί τη σύγχρονη ποιμαντική πραγματικότητα; Ασφαλώς και
πρέπει. Κι είναι ανάγκη να είμαστε όλοι ανοικτοί προς αυτό που η επιστημονική
έρευνα των κειμένων των Πατέρων μας υποδεικνύει. «Πάντα ευσχημόνως και κατά
τάξιν γινέσθω». Που θα πει: έστω κι αν ένας άγιος λειτουργούσε με τον άλφα ή
βήτα τρόπο, δεν αποκλείει την αποδοχή αυτού που η έρευνα δείχνει ως το καλύτερο
– δεν έχουμε εδώ «μετάθεσιν όρων αιωνίων». Ο άγιος είναι άγιος, μα υπεράνω
αυτού είναι η ίδια η Εκκλησία, η οποία καταθέτει τη μαρτυρία της μέσα από τη
φωνή της, την Ιερά Σύνοδο: απολύτως όταν τίθεται θέμα δογματικό, ως πρόταση
προς αποδοχή όταν είναι θέμα λειτουργικής ευταξίας. Ποιος μάλιστα πιστεύει ότι
αν μία τοπική Εκκλησία στην οποία ζει ένας μεγάλος άγιος πρότεινε μία «ρύθμιση»
ενός πρακτικού θέματος, δεν θα έσπευδε να την υιοθετήσει ο μεγάλος άγιος; Γιατί
ακριβώς θα ήταν μεγάλος και άγιος λόγω της ταπεινώσεώς του και της υπακοής του
προς την ποιμαίνουσα Εκκλησία του.
Αξίζει να θυμίσουμε εδώ κάτι που μνημονεύει ο άγιος
Ιωάννης Μόσχος στο γνωστό «Λειμωνάριόν» του. Κάποιος άγιος ιερέας όταν
λειτουργούσε στο μοναστηράκι του, πάντοτε έβλεπε να συλλειτουργούν μαζί του δύο
άγγελοι. Κι ήρθε η στιγμή που κάποιος διάκονος, ερχόμενος στον άγιο Γέροντα
λόγω της φήμης του ως αγίου, είδε ότι την Πρόθεση για τη Θεία Λειτουργία την
τελεί ο Γέροντας με λανθασμένο τρόπο, με τρόπο δηλαδή κάποιας αιρετικής
απόκλισης εν αγνοία βεβαίως του ίδιου. Υπέδειξε την πλάνη ο διάκονος, αντέδρασε
προς στιγμήν ο άγιος Γέρων, μα στράφηκε προς τους αγγέλους που μόνον αυτός τους έβλεπε, να τους ρωτήσει
για την παρατήρηση του διακόνου. Κι οι άγγελοι αμέσως του είπαν ότι έχει δίκιο
ο κληρικός. «Να συμμορφωθείς, Γέροντα». Και στην απορία του, γιατί τόσο καιρό
που λειτουργεί δεν του υπέδειξαν την πλάνη εκείνοι, απάντησαν: «Διότι ο Κύριος
θέλει ο άνθρωπος να διδάσκεται μόνον από τον συνάνθρωπό του» - μία εφαρμογή
θαυμάσια εν προκειμένω του χριστολογικού δόγματος!
Συμπέρασμα; Αν υπάρχει! Ο άγιος Σωφρόνιος, ως ο βαθύνους και σοφός λειτουργικός άγιος, ως εκείνος που τόνιζε ότι η Θεία Λειτουργία, και μάλιστα του Μεγάλου Βασιλείου, είναι ό,τι σημαντικότερο έχουμε για την προσευχή που περιεχόμενό της έχει τη θεολογία – «μόνον το Ευαγγέλιο του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου υπέρκειται της Θείας αυτής Λειτουργίας» έλεγε – μας προσανατολίζει προς την κατεύθυνση της εις επήκοον εκφοράς των ευχών της Θείας Λειτουργίας. Γιατί όλοι οι πιστοί είμαστε μέλη Χριστού με πνευματική ιερωσύνη ο καθένας λόγω του αγίου βαπτίσματός μας, οπότε όλοι, ο καθένας με τον τρόπο του και από τη θέση του, πρωτίστως ο κληρικός, «τελούμε» τη Θεία Λειτουργία, ή καλύτερα ο καθένας μετέχει στον μόνο Τελετάρχη, τον Ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό που τελεί τα Μυστήρια εν Πνεύματι Αγίω, συνεπώς όλοι πρέπει να ακούμε το τι προσφέρεται στον Κύριο εν προσευχή. Κι ασφαλώς υπάρχει πάντοτε η απορία: γιατί επιτρέπεται να έχει και ο λαϊκός πιστός «βιβλιαράκι» ή πια και το «κινητό» για να βλέπει τα της Θείας Λειτουργίας και να προσεύχεται έτσι, αλλά τούτο δεν επιτρέπεται να γίνεται με τη φωνή του ιερέα;
