Σάββατο, 22 Μαΐου 2021

ΣΑΒΒΑΤΟΝ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

«Ἰουδαίων ὁ λαός τῷ Πιλάτῳ ἐκβοᾷ∙ Ἀπόλυσόν μοι τόν κακοῦργον λῃστήν∙ ἆρον, ἆρον, σταύρωσον τόν ἀναμάρτητον» (ωδή γ΄ κανόνος Μυροφόρων).

(Ο λαός των Ιουδαίων κραυγάζει προς τον Πιλάτο: Άφησέ μου ελεύθερο τον κακούργο ληστή. Θάνατος, θάνατος! Σταύρωσε τον αναμάρτητο).

Στα γεγονότα λίγο προ της Σταυρικής θυσίας του Κυρίου Ιησού Χριστού μάς παραπέμπει ο άγιος υμνογράφος Ανδρέας ο Κρήτης, τότε που ο Κύριος βρίσκεται υπόδικος ενώπιον του Πιλάτου, για να ακούσει από το συγκεντρωμένο πλήθος το «άρον, άρον, σταύρωσον Αυτόν!» - με την παραδοξότητα του υμνογράφου να βάζει στο στόμα του λαού και τη θεολογική αποτίμηση: «τόν ἀναμάρτητον!» Κι αυτό γιατί το ίδιο αυτό πλήθος, προ ολίγων μόλις ημερών κραύγαζε κατά την είσοδο του Κυρίου καθημένου επί πώλον όνου το «Ὠσαννά τῷ Υἱῷ Δαυίδ∙ Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου», κραδαίνοντας τα κλαδιά από τους φοίνικες. Αλλά είναι τελικώς ένα άκριτο πλήθος, ο λαός που άγεται και φέρεται δυστυχώς από τους λαοπλάνους και τους δημαγωγούς – εν προκειμένω τους θρησκευτικούς άρχοντες των Ιουδαίων – οι οποίοι έπεισαν τον λαό αυτόν που λειτουργούσε πια ως όχλος να ζητήσουν από τον Πιλάτο χάρη για τον κακούργο και όχι για τον ευεργέτη τους Ιησού Χριστό.

Λογικά, αντικειμενικά, ηθικά, θεολογικά, κοινωνιολογικά η επιλογή του λαού δεν μπορεί να σταθεί σε οποιαδήποτε βάσανο – επιλέγει τον κακούργο, τον ληστή, εκείνον που αποτελούσε μάστιγα για τη ζωή του και απορρίπτει έως θανάτου Εκείνον που μέχρι τη συγκεκριμένη ώρα τού είχε φερθεί μόνον ως ευεργέτης. «Λαός μου τί ἐποίησάς μοι καί τί μοι ἀνταπέδωκας;» - ο ύμνος από τη Μεγάλη Εβδομάδα εκφράζει το παράπονο του ενανθρωπήσαντος Θεού, το ίδιο παράπονο των προφητών του Θεού που δέχτηκαν την κακότητα και την επίθεση και τον θάνατο από τον λαό στον οποίο κήρυξαν τη μετάνοια και στάθηκαν απέναντί του ως ευεργέτες! Ό,τι ο Κύριος είχε προείπει καθαρά ως λόγο ή μέσω των παραβολών, ότι δηλαδή θα υποστεί την ίδια απόρριψη ως Υιός με τους απεσταλμένους δούλους του Θεού Πατέρα, τώρα επιβεβαιώνεται και γίνεται πραγματικότητα.

Πρόκειται κυριολεκτικά για τύφλωση: όχι των υλικών οφθαλμών αλλά του κύριου οφθαλμού της ψυχής, του νου που φωτίζει την πορεία ενός ανθρώπου. Και τι γίνεται λοιπόν καθοδηγητικό στοιχείο της πορείας του; Τα πάθη και οι αλλοιωμένες και διαστρεβλωμένες δυνάμεις της ψυχής του, οι οποίες μη έχοντας φωτισμό από τον Θεό άγονται και φέρονται από τον Πονηρό διάβολο! Τεράστια η ευθύνη των λαοπλάνων και των δημαγωγών, και τότε και πάντοτε, που τεχνηέντως γιατί γνωρίζουν την ψυχολογία της μάζας και του όχλου καθοδηγούν προς ό,τι συνιστά απολύτως δικό τους συμφέρον – συνήθως την εξουσία και τη σαρκολατρεία τους! Αλλά μεγάλη και η ευθύνη του ίδιου του λαού που αφήνεται στα χέρια των επιτηδείων αυτών, όταν μάλιστα έχει γευτεί και τις συνέπειες της δημαγωγίας αλλά και τις ευεργεσίες των αγίων του: κατά τρόπο αδιανόητο όπως είπαμε επιλέγει την καταστροφή του!

Πώς μπορεί να εξηγηθεί βαθύτερα η διαστροφή και ο παραλογισμός αυτός, όταν μάλιστα, το ξανατονίζουμε, έχει γευτεί κανείς την ευεργεσία και έχει ακούσει την αλήθεια; Η μόνη εξήγηση είναι η άλωση της ψυχής από την αμαρτία, η ροπή προς ό,τι αποτελεί ψέμα, μία παραλυσία του πνεύματος, το οποίο έτσι επιθυμεί μόνο τα της σαρκός και βάλλει προς κάθε τι ανώτερο και υγιές. Η αμαρτία που λειτουργεί στην ύπαρξη του ανθρώπου, ακόμη και του βαπτισμένου όταν βρίσκεται χαλαρωμένος και όχι στην ένταση που απαιτεί ο λόγος του Θεού, αυτό έχει καταφέρει και καταφέρνει: να αλλοιώνει τα πάντα και να μας κάνει να θεωρούμε ως κανονική και υγιή τροφή το δηλητήριο! Το είδαμε με τον πιο απόλυτο τρόπο στα μοναδικά και συγκλονιστικά γεγονότα του Πάθους του Κυρίου, το είδαμε στη ζωή των περισσοτέρων αγίων της Εκκλησίας – πάντοτε ήταν διωκόμενοι κατά το πρότυπο του Κυρίου: «εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσι» - το βλέπουμε δυστυχώς και σήμερα που ο λόγος του Θεού ερμηνεύεται και κατανοείται κατά το δοκούν: ό,τι νομίζει ο καθένας αυτό και θεωρεί ως σωστό, αδιαφορώντας τελικώς για την αλήθεια, γιατί δεν «ταιριάζει» στο δικό του θέλημα!

Δεν το βλέπουμε εξίσου και σε άλλες διαστάσεις της προσωπικής και της κοινωνικής μας ζωής; Πώς μπορεί για παράδειγμα να εξηγηθεί η ευκολία αποδοχής των λεγομένων «fake news» και όχι των πραγματικών γεγονότων; Πώς κάθε τι, και το πιο παράλογο: όπως ότι η γη είναι... επίπεδη, βρίσκει και πάλι γρήγορους αποδέκτες;  Πώς... πώς...πώς; Λογική εξήγηση δεν υφίσταται. Είναι είπαμε η λειτουργία της αμαρτίας, η ευπιστία προς το περίεργο, το αληθοφανές, το μυστικοπαθές, που μας κάνει να φαινόμαστε οι πιο... έξυπνοι, οι πιο... σοφοί, οι πιο... ενημερωμένοι, ακόμη και οι πιο... πιστοί! Γι’ αυτό και στην περίπτωση αυτή ακούμε δυστυχώς το συχνά επαναλαμβανόμενο με δημώδη τρόπο: «Και πάλι την... πατήσαμε, μεγάλε!»