Παρασκευή, 29 Μαΐου 2020

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΔΟΣΙΑ



«Αυτή η ιερά και αγία κόρη καταγόταν από την Τύρο. Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών συνελήφθη από τούς ειδωλολάτρες και ρίχτηκε στη φυλακή για να δικαστεί, επειδή ομολογούσε την πίστη της στον Θεό. Ενώ λοιπόν είχαν ήδη πάρει θέση οι δικαστές οδηγήθηκε ενώπιον του άρχοντα Ουρβανού, ο οποίος την πρόσταξε νά θυσιάσει στα είδωλα. Όταν αυτή βεβαίως δεν πείστηκε κι αρνήθηκε, έδωσε εντολή νά τη βασανίσουν με σκληρά κτυπήματα στα πλευρά και στα στήθη και να προχωρήσουν μάλιστα μέχρι και τα οστά και τα σπλάχνα, γιατί έβλεπε ότι παρόλα τα επίμονα βασανιστήρια αυτή τα δεχόταν όλα σιωπηλά. Διαπιστώνοντας ότι έχει ακόμη ζωή μέσα της απευθύνθηκε και πάλι σ’  αυτήν, προτρέποντάς την να θυσιάσει. Τότε η αγία τον κοίταξε κατάματα και άνοιξε όσο μπορούσε το στόμα της και του είπε με χαμογελαστό πρόσωπο: «Τι πλανάσαι, άνθρωπε; Δεν ξέρεις ότι τώρα εγώ αξιώθηκα να έχω κοινωνία  με τους μάρτυρες του Θεού;» Ο ηγεμόνας, επειδή συνειδητοποίησε ότι έγινε περίγελως της κοπέλας, οργίστηκε κι έδωσε εντολή να βασανιστεί περισσότερο από ό,τι πρώτα, οπότε στη συνέχεια την έριξε στα θαλάσσια ρεύματα, μέσα στα οποία δέχτηκε το μακάριο τέλος».  

Κατά πάγια συνήθεια των περισσοτέρων υμνογράφων, το όνομα ενός αγίου γίνεται η αφορμή για θεολογικό σχολιασμό του. Θεοδοσία το όνομα της σήμερον εορταζομένης αγίας, συνεπώς «έγινες δόση και δωρεά του Θεού, σοφή μάρτυς Θεοδοσία», σημειώνει ο άγιος υμνογράφος, «γιατί λάμπεις και λόγω της μαρτυρικής άθλησής σου και λόγω των λαμπρών ακτίνων της παρθενίας σου, ανάβοντας φωτιά στη διάνοια όλων αυτών που σε τιμούν με πίστη» («Θεοῦ δόσις πέφυκας, μάρτυς σοφή Θεοδοσία, ἀθλήσει ἐκλάμπουσα καί παρθενίαις φαιδραῖς ἀκτῖσι, πυρσεύουσα πάντων τάς διανοίας τῶν ἀεί σε τιμώνων πίστει») (κάθισμα). Κι αλλού: «Δόθηκες στον Θεό (κι έγινες Εκείνου προσφορά σ’ εμάς), προσφέροντάς μας μεγάλη χαρά και ευφροσύνη» («Δόσις ἐγένου Θεῶ, ἠμᾶς κατευφραίνουσα») (ὠδή δ΄)∙ «Φάνηκες ακριβώς ό,τι λέει το όνομά σου, σεμνή Θεοδοσία. Γιατί έγινες άριστη δόση Θεού σ’ εμάς, πάνσοφε, αναδίδοντας ποταμούς των ουρανίων δωρεών σ’ όσους με πίστη δοξολογούν τον Θεό» («Ὡράθης φερώνυμος σαφώς, Θεοδοσία σεμνή∙ Θεοῦ γάρ δόσις ἡμῖν ἀρίστη δέδοσαι , πάνσοφε, δωρεῶν τῶν ὑπέρ ἔννοιαν ἀναδιδοῦσα ποταμούς τοῖς πίστει μέλπουσι∙ Εὐλογεῖτε πάντα τά ἔργα Κυρίου τόν Κύριον») (ὠδή η΄).

Είναι ιδιαιτέρως σημαντική η παρατήρηση του αγίου υμνογράφου: προσφέρεται κανείς στον Θεό, είτε με την ασκητική πνευματική του διαγωγή είτε και με το μαρτύριο του αίματός του, και γίνεται η προσφορά του αυτή δόση και δωρεά του Θεού σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Σαν να παραλαμβάνει ο Θεός τη θυσία αγάπης προς Αυτόν ενός αγίου, για να τη μεταποιήσει σε ευλογία και χαρά για τους πάντες. Κατά κάποιον τρόπο ο άγιος δηλαδή γίνεται το «πρόσφορο» της Θείας Ευχαριστίας, το οποίο προσφέρεται ως υλικό δικό μας στον Θεό (δικό Του στην πραγματικότητα αφού όλα Τού ανήκουν) για να το κάνει Αυτός εν Πνεύματι Αγίω «σῶμα καί αἷμα Του» και να τραφεί ο κόσμος.  «Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν Σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα». Κι αυτό σημαίνει ότι τίποτε δεν υφίσταται ατομικό στην Εκκλησία∙ ό,τι κάνουμε από πίστη στόν Θεό εκφράζει τον όλο άνθρωπο, ή αλλιώς: ο πιστός περικλείοντας στην ύπαρξή του όλη την ανθρωπότητα προσφέρεται εν αγάπη στον Θεό και δι’ αυτού προσφέρεται σύμπας ο κόσμος. Και ο Θεός μας τι κάνει; Παραλαμβάνει την προσφορά αυτή για να την αντιπροσφέρει χριστοποιημένη σε όλους τους πιστούς και σε όλους τους ανθρώπους ως ευλογία. Από την άποψη αυτή κατανοεί κανείς για μία ακόμη φορά το υπό των Πατέρων μας λεγόμενο ότι «αν υφίσταται ακόμη ο κόσμος είναι γιατί υπάρχουν κάποιοι άγιοι, λίγοι ή πολλοί αυτό το ξέρει ο Θεός, που για χάρη τους ο Θεός κρατάει τον υπόλοιπο κόσμο». Κι αυτό γιατί οι συγκεκριμένοι άγιοι ζουν με το φρόνημα του Χριστού, που θα πει ότι προσεύχονται αενάως υπέρ του σύμπαντος κόσμου ως υπέρ του εαυτού τους. Οι άγιοι δηλαδή, σαν την αγία Θεοδοσία που δίνει και την αφορμή του σχολιασμού, αποτελούν τη μεγαλύτερη ευλογία για τον κόσμο – δεν μας θυμίζει η αλήθεια αυτή το περιστατικό του διαλόγου του Θεού με τον Αβραάμ, όταν Εκείνος πορευόταν για να δώσει τέλος στην αμαρτία των Σοδόμων και των Γομόρρων; «Αν υπήρχαν έστω και δέκα δικοί Μου άνθρωποι στην πολυάριθμη πόλη, προς χάρη τους θα έσωζα και τους υπολοίπους».

Το κρίσιμο σημείο βεβαίως που επισημαίνει ο υμνογράφος μιλώντας για την προσφορά του ανθρώπου στον Θεό που γίνεται «δόσις» δική Του έπειτα στον κόσμο είναι ο θεϊκός έρωτας. Εννοούμε ότι αν κίνητρο της όποιας κίνησης του ανθρώπου προς τον Θεό δεν είναι ο πόθος και η σφοδρή αγάπη του προς Εκείνον, τότε δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η προς Αυτόν στροφή του, υπάρχει «κενό». Η αγία Θεοδοσία διακατεχόταν από τον πόθο αυτόν. Επανειλημμένως ο άγιος υμνογράφος μάς λέει: «Θεοδοσία, πόθησες ολοκληρωτικά τον Χριστό κι έτσι υπέφερες με μεγάλη καρτερία τις πληγές των βασάνων. Πληγωνόσουν για χάρη αυτού που αγάπησες παράφορα» («Θεοδοσία, Χριστόν ὁλοκλήρως ποθήσασα, τῶν βασάνων ἤνεγκας τάς πληγάς καρτερώτατα, αἰκιζομένη διά τόν σόν ἐραστήν») (στιχ. εσπερ.). «Ο πόθος ο θεϊκός, Θεοδοσία, σε ανέδειξε πιστή νύμφη του Χριστού, γιατί αγάπησες τον δικό Του Σταυρό» («Ὁ πόθος ὁ θεϊκός, Θεοδοσία, σέ πιστήν ἔδειξε νύμφην Χριστοῦ, τούτου τόν Σταυρόν ἀγαπήσασα») (ὠδή γ΄).

Και στην πραγματικότητα, καθώς εξηγεί ο εκκλησιαστικός ποιητής, η αγάπη αυτή της μάρτυρος ήταν συμμετοχή στο Πάθος του Κυρίου – κάθε μαρτύριο για χάρη του Χριστού ποτέ δεν αυτονομείται, αλλά θεωρείται προέκταση του Πάθους του Κυρίου∙ γιατί ακριβώς ο κάθε πιστός ως μέλος Χριστού τη Ζωή Εκείνου διαιωνίζει. Μας το λέει ο υμνογράφος και με άλλον τρόπο: «Θεοδοσία, οδός αθλήσεως για σένα έγινε ο Θεός, αφού ανέβηκε εκούσια στον Σταυρό» («Θεός σοι, Θεοδοσία, γέγονεν ὁδός ἀθλήσεως, ἐπί Σταυρόν ἑκούσιον ἐλθών») (ὠδή α΄). Ο χριστιανός δηλαδή, ζώντας την καθημερινότητά του με τον τρόπο του Χριστού, με υπακοή στο θείο θέλημα, αλλά και φθάνοντας χαρισματικά στο «απώγειο» της υπακοής ως προσφοράς και της ίδιας της ζωής, ζει ως ένας άλλος Χριστός μέσα στον κόσμο. Αυτό άλλωστε δεν είναι ο χριστιανός; Ο ακόλουθος του Χριστού που με τη χάρη Εκείνου «απαρνείται τον (πεσμένο στην αμαρτία) εαυτό του και σηκώνει τον σταυρό του», «επακολουθώντας τα ίχνη του αρχηγού Του».   

Η ΟΣΙΑ ΜΗΤΗΡ ΗΜΩΝ ΥΠΟΜΟΝΗ




«Η Αγία Υπομονή ήταν η βασίλισσα του Βυζαντίου Αυγούστα Ελένη – Δραγάση Παλαιολόγου. Ήταν κόρη του αυτοκράτορα των Σλάβων Κωνσταντίνου Δραγάση. Έγινε αυτοκράτειρα του Βυζαντίου ως σύζυγος του Εμμανουήλ Β’ του Παλαιολόγου. Είχε 6 παιδιά και ως αυτοκράτειρα, κατά τον φιλόσοφο Γεώργιο Πλήθων Γεμιστό, διακρινόταν για τη σωφροσύνη της και την δικαιοσύνη της. Ήταν η μητέρα του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Ο αυτοκράτορας σύζυγός της έγινε αργότερα μοναχός με το όνομα Ματθαίος και μετά το θάνατό του έγινε και η ίδια μοναχή στο μοναστήρι της Κυρά - Μάρθας. Ήταν μια μοναχή σαν όλες τις άλλες και, ακόμη και αν ήταν αυτοκράτειρα, έκανε όλα τα διακονήματα στο μοναστήρι.
Η Αγία Υπομονή βοήθησε να ιδρυθεί ένας οίκος ευγηρίας, με το όνομα ‘Η ελπίδα των απελπισμένων’, στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη (του τιμίου Προδρόμου) της Πέτρας όπου φυλασσόταν το σκήνωμά του Αγίου Παταπίου.
Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης συνέβη κατά τη στιγμή που εκείνη και ο σύζυγός της είχαν εξοριστεί (1390 – 1392). Η Αγία Υπομονή πέθανε στις 13 Μαρτίου του 1450 (σημ.: γι’ αυτό και εορτάζει και την ημέρα εκείνη αλλά και κατά την 29η Μαῒου), 3 χρόνια πριν η Κωνσταντινούπολη, πρωτεύουσα του Βυζαντίου, πέσει στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων, έπειτα από μακρά πολιορκία. Στην πτώση της Κωνσταντινούπολης ο αυτοκράτορας υιός της, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, πέθανε στη μάχη. Η Αγία Υπομονή ετάφη στη μονή του Παντοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ετάφησαν ο αυτοκράτορας σύζυγός της και 3 από τα παιδιά τους (εκ των οποίων τα 2 ήταν μοναχοί).
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453, ο Αγγελής Νοταράς, συγγενής του αυτοκράτορα (ανιψιός της Αγίας Υπομονής) μετέφερε στο βουνό Γεράνεια στη Νότια Ελλάδα (κοντά στην Αθήνα) και έκρυψε το λείψανο του Αγίου Παταπίου σε μια σπηλιά, κοντά στην πόλη Θέρμαι (το σημερινό Λουτράκι) που ήταν ήδη ασκητήριο μοναχών από τον 11ο αιώνα μ.Χ. Στο σπήλαιο αυτό βρέθηκε Βυζαντινή αγιογραφία της Αγίας Υπομονής και η αγία κάρα της. Στο σπήλαιο αυτό χτίστηκε το 1952 από τον μακαριστό γέροντα Νεκτάριο Μαρμαρινό το μοναστήρι του Αγίου Παταπίου, όπου και φυλάσσεται η σεπτή κάρα της Αγίας Υπομονής».    (Πηγή: Βικιπαίδεια)

Είναι αξιοθαύμαστη η περίπτωση της πριγκιποπούλας, μετέπειτα  αυτοκράτειρας κι ύστερα μητέρας αυτοκράτορα, που έγινε μοναχή, της Ελένης Δραγάση και μετέπειτα Υπομονής. Διότι ασφαλώς δεν είναι εύκολο να αφήσει κανείς τις τιμές και τις δόξες, έστω και σε περίοδο παρακμής, για να εγκλειστεί σε μοναστήρι, ζώντας ως «κοινός» θνητός, με επιτέλεση και των πιο δύσκολων και «χαμηλών» διακονημάτων. Αυτό δείχνει μία ιδιαίτερη ταπείνωση, που αποτελεί την προϋπόθεση για να δεχτεί κανείς πλούσια τη χάρη του Θεού.  Το ακόμη θαυμαστότερο όμως  είναι ότι όχι μόνον έγινε μοναχή, αλλά έφτασε και σε μέτρα αγιότητας τέτοια, που η Εκκλησία μας τα διαπίστωσε, ώστε να διακηρύξει και  την οσιότητά της. Τα θαύματα για παράδειγμα που έχουν καταγραφεί από τις επεμβάσεις της, παλαιότερα και νεώτερα, είναι πολλά, σαν την περίπτωση εκείνου του οδηγού ταξί, που σαν σήμερα πριν λίγα μόλις χρόνια, μεταφέροντας στο Λουτράκι από την Αθήνα μία απλή καλόγρια και αποκαλύπτοντας το πρόβλημά του – καρκίνο στο δέρμα – δέχτηκε την ευλογία της που λειτούργησε άμεσα ως θεραπεία από το νόσημά του. Κι όταν μετά από μία μικρή στάση την αναζήτησε, αυτή είχε εξαφανιστεί, δεν την είχε δει κανείς, όπου ρώτησε εκεί γύρω που σταμάτησε, την αναγνώρισε δε λίγο αργότερα στο ιατρείο που προσήλθε, γιατί ο ιατρός είχε αναρτημένη την αγία εικόνα της.

Το παράδοξο όμως της ζωής της: από αυτοκράτειρα να γίνει απλή και ταπεινή καλόγρια και μάλιστα να αγιάσει, αίρεται και κατανοείται, όταν δει κανείς την όλη πορεία της απαρχής. Η Ελένη οσία Υπομονή ζούσε με αίσθηση της παρουσίας του Θεού, με φροντίδα επιτέλεσης των αγίων εντολών Του, με ταπείνωση και κυρίως με αγάπη προς τους συνανθρώπους της, θα έλεγε κανείς, από γεννησιμιού της. Είτε στα ανάκτορα είτε στο μοναστήρι, είτε μικρή κοπέλα είτε σύζυγος αυτοκράτορα, την ίδια ζωή στην ουσία ζούσε, κάτι που περίτρανα αποδεικνύει ότι ο καλοπροαίρετος άνθρωπος, ο άνθρωπος που αγαπά αληθινά τον Χριστό δεν επηρεάζεται από τις εξωτερικές συνθήκες της ζωής, αλλά από αυτό που έχει θέσει ως στέρεο στόχο της ζωής του. Με άλλα λόγια η οσία Υπομονή είναι μία επιπλέον περίπτωση πραγματικού αγίου ανθρώπου, που μπορούσε να λέει ό,τι και ο απόστολος Παύλος: «ηγούμαι πάντα σκύβαλα είναι, ίνα Χριστόν κερδήσω», όλα τα θεωρώ σκουπίδια, προκειμένου να είμαι με τον Χριστό. Κι ίσως εκείνο που μας κάνει να μένουμε περισσότερο έκθαμβοι στην περίπτωσή της είναι το γεγονός ότι ζούσε οσίως και σωφρόνως κι όσο ακόμη ήταν στις μεγάλες θέσεις και δεν είχε κλειστεί στο μοναστήρι. Σαν να μην την ακουμπούσε τίποτε επίγειο, σαν να ήταν ένα είδος περιστεριού που περιίπτατο υπεράνω της συγχύσεως του κόσμου τούτου. Και πράγματι μεταξύ των άλλων έτσι την αντιμετωπίζει ο υμνογράφος της. Μας καλεί «να την εγκωμιάσουμε, αυτήν που ήταν ένδοξη βασίλισσα, γιατί σαν περιστέρι ευλαβικό πέταξε πάνω από τον κόσμο της σύγχυσης προς τις σκηνές του ουρανού κι έζησε με αληθινή αγάπη, με άσκηση, με ταπείνωση» («Την κλεινήν βασιλίδα εγκωμιάσωμεν, Υπομονήν την οσίαν, περιστεράν ευλαβή εκ του κόσμου πετασθείσαν της συγχύσεως προς τας σκηνάς του ουρανού, εν αγάπη ακλινεί, ασκήσει και ταπεινώσει») (απολυτίκιο της οσίας).

Έχουμε σημειώσει και πάλι ότι τη χάρη ενός αγίου και γενικώς ενός ανθρώπου απλού την βλέπουμε φανερά από το τι μας προκαλεί στην προσέγγισή του. Ένας άγιος πάντοτε μας ανεβάζει πνευματικά, μας κάνει να βλέπουμε τον αληθινό σκοπό της ζωής, μας δίνει ώθηση να αποκαλυφθεί ο καλύτερος εαυτός μας. Με τον άγιο δηλαδή βγαίνει το γέλιο της ψυχής μας, γινόμαστε όντως άνθρωποι. Αυτό με ένα λόγο που έχει ο άγιος, τη χάρη του Θεού, αυτό και μεταγγίζει. Πώς το λέει ο ίδιος ο Κύριος; «Το δένδρον εκ του καρπού γινώσκεται». Αυτό ακριβώς συνέβαινε και με την οσία Υπομονή. Η προσέγγισή της από κάθε άνθρωπο οδηγούσε στην εν Θεώ αύξηση του ανθρώπου, στη φανέρωση του χαρισματικού εαυτού του. Και δεν είναι λόγια που τα λέμε εμείς σήμερα εγκωμιαστικά. Είναι η εμπειρία της εποχής, καταγεγραμμένη από ανθρώπους που την ήξεραν και μάλιστα αγίους. Ας ακούσουμε για παράδειγμα τι λέει ο πρώτος Οικουμενικός Πατριάρχης μετά την άλωση της Πόλης, Γεννάδιος ο Σχολάριος, σε συγκεκριμένο λόγο του «Επί τη κοιμήσει της μητρός του Βασιλέως Κωνσταντίνου ΙΑ΄ αγίας Υπομονής» :
 «Την μακαρίαν εκείνην Βασίλισσαν όταν την επεσκέπτετο κάποιος σοφός, έφευγεν κατάπληκτος από την ιδικήν της σοφίαν. Όταν την συναντούσε κάποιος ασκητής, αποχωρούσε, μετά την συνάντηση, ντροπιασμένος δια την πτωχείαν της ιδικής του αρετής, συγκρινομένης προς την αρετήν εκείνης. Όταν την συναντούσε κάποιος συνετός, προσέθετεν εις την ιδικήν του περισσοτέραν σύνεσιν. Όταν την συναντούσε κάποιος νομοθέτης, εγινόταν προσεκτικώτερος. Όταν συνομιλούσε μαζί της κάποιος δικαστής, διεπίστωνε ότι έχει ενώπιόν του έμπρακτον Κανόνα Δικαίου. Όταν κάποιος θαρραλέος (τη συναντούσε), ένοιωθε νικημένος, αισθανόμενος έκπληξιν από την υπομονήν, την σύνεσιν και την ισχυρότητα του χαρακτήρος της. Όταν την επλησίαζε κάποιος φιλάνθρωπος, αποκτούσε εντονώτερο το αίσθημα της φιλανθρωπίας. Όταν την συναντούσε κάποιος φίλος των διασκεδάσεων, αποκτούσε σύνεσιν, και, γνωρίζοντας την ταπείνωσιν εις το πρόσωπόν της, μετανοούσε. Όταν την εγνώριζε κάποιος ζηλωτής της ευσεβείας, αποκτούσε μεγαλύτερον ζήλον. Κάθε πονεμένος με τη συνάντηση μαζί της, καταλάγιαζε τον πόνο του. Κάθε αλαζόνας αυτοτιμωρούσε την υπερβολικήν του φιλαυτίαν. Και γενικά κανένας δεν υπήρξε, που να ήλθεν εις επικοινωνίαν μαζί της και να μην έγινε καλύτερος».

Κι ακόμη: «Ο σύγχρονός της διάκονος Ιωάννης Ευγενικός, αδελφός του Μάρκου του Ευγενικού, αρχιεπισκόπου Εφέσου, στον Παραμυθητικό του Λόγο προς τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο επί τη κοιμήσει της Μητρός του αγίας Υπομονής συνοψίζει:  «Ως προς δε την αοίδιμον εκείνην Δέσποιναν Μητέρα σου, τα πάντα εν όσω ζούσε, ήσαν εξαίρετα, η πίστις, τα έργα, το γένος, ο τρόπος, ο βίος, ο λόγος και όλα μαζί ήσαν σεμνά και επάξια της θείας τιμής και, όπως έζησε μέτοχος της θείας Προνοίας, έτσι και ετελεύτησεν».
Η «Αγία Δέσποινα»,όπως την ονομάζει ο Γεώργιος Φραντζής, συνέδεσε την έννοια του μοναχικού της ονόματος (Υπομονή) με τον τρόπον αντιμετωπίσεως και των ευτυχών στιγμών και των απείρων δυσκολιών της όλης ζωής της. Υπομονή κατά βίον, πράξιν και μοναχικό όνομα. «Τη υπομονή αυτής εκτήσατο την ψυχήν αυτής» (Ι. Μητρόπολις Μονεμβασίας και Σπάρτης).

Το μόνο που ίσως αυθόρμητα έρχεται και σε εμάς να κάνουμε μπροστά στην οσία Υπομονή είναι να τη μεγαλύνουμε όπως και η Εκκλησία μας: «Είθε να χαίρεις, Υπομονή, συ που αναδείχτηκες πρότυπο υπομονής, στήλη της σωφροσύνης, στέρεο τείχος των αρετών και ταμείο της αγάπης, συ που είσαι η ένδοξη κορυφή των ένθεων βασιλισσών» («Χαίροις εκμαγείον υπομονής, στήλη σωφροσύνης, αδιάσειστον αρετών τείχος και ταμείον, Υπομονή, αγάπης, ενθέων βασιλίδων κέρας περίδοξον»).

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2020

ΠΩΣ ΕΟΡΤΑΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ;



 «Φωτισθέντες, ἀδελφοί, τῇ Ἀναστάσει τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ... γνησίως φυλάξωμεν τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ∙ ἵνα ἄξιοι γενώμεθα καί τήν Ἀνάληψιν ἑορτάσαι καί τῆς παρουσίας τυχεῖν τοῦ ἀγίου Πνεύματος» (Αφού φωτιστήκαμε, αδέλφια, από την Ανάσταση του Σωτήρος Χριστού... ας φυλάξουμε αληθινά τις εντολές του Θεού∙ κι αυτό για να γίνουμε άξιοι να εορτάσουμε και την Ανάληψη και να δεχτούμε την παρουσία του Αγίου Πνεύματος).

Η Ανάσταση του Κυρίου αποτελεί το γεγονός που έφερε το φως του Θεού στην ύπαρξη του ανθρώπου. Ο άνθρωπος λόγω της πτώσεώς του στην αμαρτία έχασε την κοινωνία του με τον Θεό, οπότε το φως του από τη σχέση του με Εκείνον χάθηκε – η σκοτεινιά των παθών του τον περιέβαλε με τρόπο τραγικό. Ο ερχομός του Υιού του Θεού ως ανθρώπου  στον κόσμο ανακεφαλαίωσε τα πάντα – όλα μπήκαν στη θέση τους: ο Κύριος ήρε την αμαρτία του κόσμου, την κατήργησε επί του Σταυρού, θανάτωσε τον θάνατο και με την Ανάστασή Του έδειξε με περίτρανο τρόπο ότι έκτοτε «ἡ ζωή κυριεύει» και το φως του Θεού είναι αυτό που πλημμυρίζει και πάλι τα σύμπαντα. Με μία βεβαίως προϋπόθεση: ο άνθρωπος να  θ έ λ ε ι  τον Χριστό στη ζωή του, να πιστέψει δηλαδή σ’  Αυτόν. Αυτή είναι η μεγαλωσύνη του Θεού μας: ενώ είναι παντοδύναμος περιορίζεται, ζητώντας την ελεύθερη υπακοή του κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Αυτού πλάσματός Του.

Ο άνθρωπος πιστεύει στον Χριστό, όταν αποδέχεται τον λόγο Του και «σταυρώνει» τον εαυτό του για να τηρεί τις άγιες εντολές Του: δηλαδή δεν έχει τη λογική του ως το απόλυτο κριτήριό του, δεν υπακούει στα ψεκτά πάθη του, κυρίως τον εγωισμό και την υπερηφάνεια που τον έλκουν γοητευτικά στον πεσμένο κόσμο της αμαρτίας, κατεξοχήν είναι πάντα προσανατολισμένος στην αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, ιδίως τον θεωρούμενο εχθρό, γιατί αυτό είναι το γνησιότερο κριτήριο ότι ανήκει κανείς στον Χριστό.

Για τον άγιο υμνογράφο λοιπόν του παραπάνω ύμνου, ο αναστάσιμος φωτισμός έρχεται στον βαθμό που ο πιστός τηρεί τις εντολές του Κυρίου. Για να συνεχίσει αξιωματικά: η γνήσια τήρηση αυτών των εντολών μάς καθιστά αξίους να εορτάσουμε την Ανάληψη και την Πεντηκοστή.  Είναι εξαιρετικά σημαντικός ο λόγος του: η συμμετοχή σε μία εορτή, και μάλιστα Δεσποτική, απαιτεί αυξημένες προϋποθέσεις∙ απαιτεί την ένταση της εξόδου από τον παλαιό εαυτό και την «εγκατοίκηση» στην καινότητα της αιώνιας ζωής του λόγου του Θεού. Με άλλα λόγια χωρίς τον έρωτα για τον Χριστό (που φανερώνεται από την εφαρμογή των εντολών Του) η παρουσία ενός χριστιανού στην Εκκλησία έχει τυπικό χαρακτήρα, γίνεται ένα καθήκον που δεν επισύρει τη χάρη του Θεού. Μήπως γι’  αυτό και πολλοί από εμάς τους θεωρουμένους πιστούς ξένοι μπαίνουμε στην Εκκλησία και ξένοι βγαίνουμε από αυτήν;  

Η Ανάληψη και η Πεντηκοστή ζητάει ανθρώπους αξίους να τις εορτάσουν, που θα πει συγγενείς προς το πνεύμα που φέρνουν.  Κι ένας είναι ο τρόπος που συγγενεύει κανείς με τις εορτές: όταν κάνει πράξη το θέλημα του Θεού, γεγονός που ενεργοποιεί το ένδυμα του αγίου βαπτίσματός του. Και ένδυμα είναι ο ίδιος ο Χριστός! Αμέσως καταλαβαίνουμε έτσι ότι η κάθε εορτή, ιδίως η μεγάλη, λαμπρύνει στο ανώτερο δυνατό την εν Χριστώ ύπαρξή μας. Ο Χριστός λάμπει μέσω ημών! 


Η ΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


1.  Μέ τήν ᾽Ανάληψή Του ὁ Κύριος ὁλοκλήρωσε τό ἀπολυτρωτικό ἔργο Του στή γῆ. Ὅ,τι ξεκίνησε με τον ερχομό Του στόν κόσμο ἔφτασε στό πέρας του μέ τήν Θεία Του ᾽Ανάληψη: ἕνωσε τούς ἀνθρώπους μέ τόν Τριαδικό Θεό. Κατά τό κοντάκιο τῆς ἑορτῆς ὁ Κύριος ἀνελήφθη ἐν δόξῃ «τήν ὑπέρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν καί τά ἐπί γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις».
Ἡ ἐν δόξῃ αὐτή ᾽Ανάληψη δέν ἀποτελεῖ ἀπόρριψη ἀπό τόν Κύριο τοῦ σώματός Του καί ἐπάνοδό Του ὡς Θεοῦ μόνου στά δεξιά τοῦ Πατέρα. Ὁ Κύριος ἀναλαμβάνεται στούς Οὐρανούς, «ὅπου ἦν τό πρότερον», μέ τό ἅγιο σῶμα Του, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ἡ ἐνσάρκωσή Του δέν ἦταν παρένθεση στή ζωή Του. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν κράτησε διαπαντός. Ἐν Χριστῷ δηλαδή ὁ ἄνθρωπος «κατέκτησε» τούς οὐρανούς. 
 ἀλήθεια αὐτή ἀποκαλύπτει ἀσφαλῶς τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀλλά  καί τήν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου. ᾽Αξία ὅμως πού δέν ἀποκτᾶ ἀπό μόνος του, ἀλλά ἀπό τή σχέση του μέ τό Δημιουργό Του.  Εἶναι στήν πραγματικότητα τό «κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ» σ’ αὐτόν, τό ὁποῖο καθάρισε ὁ Χριστός ἐρχόμενος στόν κόσμο καί τό ἔφτασε στό ἀπώγειό του ὡς «καθ᾽ ὁμοίωσιν» μέ τήν ἔνδοξη ᾽Ανάληψή Του. Γι’ αὐτό καί ἡ δοσμένη ἀπό τόν Θεό ἀξία τοῦ ἀνθρώπου ὁδηγεῖ στήν καταδίκη κάθε ρατσιστικῆς ἀντίληψης καί κάθε ἀριστοκρατικῆς θεώρησης ὁμάδας ἀνθρώπων. Κανείς δέν εἶναι ἀνώτερος ἀπό κάποιον ἄλλον. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι (ἄνδρες καί γυναῖκες, λευκοί καί μαῦροι, πλούσιοι καί φτωχοί) ἔχουμε τήν ἴδια ἀξία πού μᾶς δίνει ὁ Θεός μας.

 2. Ναί μέν ὁ Κύριος μέ τήν ᾽Ανάληψή Του ὁλοκλήρωσε τό ἔργο Του ἐπί τῆς γῆς, ἀλλά καί δέν σώθηκε ὁ κόσμος ἀκόμη. Αὐτό πού ἔφερε ἔπρεπε νά γίνει προσωπικό κτῆμα τοῦ καθενός. Κι αὐτό ἔγινε μέ τήν κάθοδο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Κατά τήν Πεντηκοστή, τό τρίτο πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τό ῞Αγιον Πνεῦμα, ἀναλαμβάνει τό ἔργο τῆς φανέρωσης τοῦ Χριστοῦ στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, νά πραγματοποιεῖ τόν ἁγιασμό τους. Ἔτσι ἡ ᾽Ανάληψη παραπέμπει στήν Πεντηκοστή. Χωρίς τήν Πεντηκοστή – τήν ἐπιφοίτηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος - ἡ ᾽Ανάληψη, ὅπως καί ὅλη ἡ ἐπί γῆς ζωή τοῦ Κυρίου, θά παρέμενε παντελῶς ἀνενέργητη - ὁ Χριστός θά παρέμενε ἕνας ξένος γιά μᾶς. Ἡ ὑμνολογία τῆς ᾽Εκκλησίας τονίζει: «ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς τούς οὐρανούς, ἵνα πέμψῃ τόν Παράκλητον τῷ κόσμῳ». Ὁ Κύριος δηλαδή φεύγει ἀπό τόν κόσμο γιά νά ξανάρθει μέ ἄλλον τρόπο: μέσω τοῦ Πνεύματός Του.

3. Ἡ ᾽Ανάληψη δέν παραπέμπει μόνο στήν Πεντηκοστή. Παραπέμπει καί στή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Τά λόγια τῶν ᾽Αγγέλων στούς  μαθητές τή στιγμή τῆς ᾽Αναλήψεως εἶναι ἐνδεικτικά: «ὁ ἀναληφθείς ἀφ᾽ ὑμῶν εἰς τόν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὅν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτόν πορευόμενον εἰς τόν οὐρανόν» (Πρ. ᾽Απ. 1,11). Ὁ ἐν δόξῃ ἐρχομός τοῦ Κυρίου γιά δεύτερη φορά ἀποτελεῖ συνέχεια τῆς πρώτης παρουσίας Του, τέλος τῆς ὁποίας ἦταν ἡ ᾽Ανάληψη, ἀλλά καί τῆς  παρουσίας Του ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι στήν ᾽Εκκλησία. Ἡ Δευτέρα Παρουσία ἀποτελεῖ τήν προοπτική καί τήν προσμονή τῶν Χριστιανῶν. Τό «ἔρχου, Κύριε ᾽Ιησοῦ» (᾽Απ. ᾽Ιωάν. 22,20) εἶναι ἡ κραυγή τοῦ πιστοῦ πού ἀγαπᾶ ἀληθινά τόν Χριστό.


Τρίτη, 26 Μαΐου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΚ ΤΩΝ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ ΚΑΡΠΟΣ





«Αὐτός ὁ μέγας ἀπόστολος τοῦ Κυρίου πού συναριθμήθηκε ἀπό τόν Ἴδιο στούς ἑβδομήντα μαθητές καί ἀποστόλους καί διακονοῦσε τόν μεγάλο Παῦλο στό κήρυγμα, ὅπως καί μετέφερε τίς θεῖες του ἐπιστολές σ’ αὐτούς πρός τούς ὁποίους τίς ἔστελνε, δίδαξε πολλούς ἀπό τούς εἰδωλολάτρες νά σέβονται τήν ἁγία Τριάδα. Γι’ αὐτό κι ὅταν καταυγάσθηκε ἡ διάνοιά του ἀπό τή θεία ἔλλαμψη τοῦ Παρακλήτου (τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς) καί ξεκίνησε σάν ἄδυτος ἥλιος ἀπ’ τήν Ἀνατολή, καταφώτισε ὅλη τήν οἰκουμένη μέ τίς θεϊκές του διδασκαλίες, ἐπιτελώντας μέγιστα θαυμαστά πράγματα καθημερινά καί σώζοντας πολλούς ἀπό τά πονηρά πνεύματα.
Τράβηξε πολλές πόλεις καί λαούς πρός τή χριστιανική πίστη καί διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος χωρίστηκαν ἔτσι οἱ πιστοί ἀπό τούς ἀπίστους, μέ ἀποτέλεσμα νά ὑποστεῖ πολλούς διωγμούς καί θλίψεις ἀπό τούς ἀπίστους. Κι αὐτό γιατί προχωρώντας μέ ἐντελῶς σταθερό τρόπο πρός τά πιό σκληρά καί ἐπίπονα μαρτύρια δέν δείλιασε καθόλου μπροστά στήν ὀργή τῶν ἀρχόντων. Γι’ αὐτό, ἐπειδή δόξασε τόν Θεό καί μέ τόν ἴδιο του τό σῶμα, δοξάσθηκε ἀπό Αὐτόν μέ λαμπρό τρόπο. Ἀναπαύτηκε ἐν Κυρίῳ, ὁπότε θαυματουργεῖ καθημερινά μέσω τῶν λειψάνων του, θεραπεύοντας ὅλων τῶν εἰδῶν τά πάθη καί ἀποδιώκοντας τά ἀκάθαρτα πνεύματα». 


Ὁ ἅγιος ὑμνογράφος Ἰωσήφ δέν προσθέτει ἰδιαίτερα ἐπιπλέον στοιχεῖα στόν κανόνα του γιά τόν ἀπόστολο Κάρπο ἀπό αὐτά πού καταγράφονται στό σύντομο συναξάρι του. Ἡ προσοχή του εἶναι στραμμένη στό πιό θαυμαστό γεγονός στό ὁποῖο μετεῖχε ὁ ἀπόστολος, δηλαδή στή λήψη τοῦ ἁγίου Πνεύματος τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, λήψη πού ἐξηγεῖ καί τήν ὅλη πορεία του, τό οἰκουμενικό ἄνοιγμά του στά ἔθνη, τό ἀποστολικό κήρυγμά του, τό μαρτυρικό τέλος του, τά θαύματα πού ἐπιτελοῦσε καί ὅσο ζοῦσε ἀλλά καί μετά τήν ἐν Κυρίῳ ἀνάπαυσή του. «Κάνοντας τόν νοῦ σου δεκτικό τῶν θείων ἐλλάμψεων, φωτίστηκες ἐντελῶς, παμμακάριστε, καί βγῆκες στό κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ» («Δεκτικόν ἐλλάμψεων τόν νοῦν θεϊκῶν ποιούμενος, κατεφωτίσθης πανόλβιε, καί εἰς τό κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ ἐξῆλθες») (στιχ. ἑσπ.). «Δέχτηκες στήν ὕπαρξή σου τή θεία ἔλλαμψη τοῦ Παρακλήτου, Κάρπε πάνσοφε, κι ἔτσι φώτισες αὐτούς πού ἦταν στό σκοτάδι λόγω τῆς ἄγνοιας τοῦ Θεοῦ» («Θείαν ἔλλαμψιν τοῦ Παρακλήτου, Κάρπε πάνσοφε, εἰσδεδεγμένος, τούς σκοτισθέντας ἀγνωσίᾳ ἐφώτισας») (κάθισμα).

Ὁ ἅγιος Ἰωσήφ, πέραν τοῦ γεγονότος τῆς ἐπιφοιτήσεως σ’ αὐτόν τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί συνεπῶς τῆς καθοδήγησεως καί ἐνισχύσεώς του ἀπό τόν Ἴδιο τόν Κύριο (ὠδή γ΄), τονίζει τή συνύπαρξή του μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο καί τή διακονία πού τοῦ πρόσφερε στό οἰκουμενικῶν διαστάσεων ἔργο του – σ’ αὐτόν ἐμπιστευόταν ὁ Παῦλος τίς ἐπιστολές του γιά τή μεταφορά τους στούς πιστούς. «Ὁδοιπορώνας πολλές φορές μαζί μέ τόν Παῦλο τόν φωστήρα τῆς οἰκουμένης...» («Μετά Παύλου τοῦ φωστῆρος τῆς οἰκουμένης ὁδοιπορῶν πολλάκις...») (ὠδή δ΄)∙ «Διακονοῦσες τόν σοφό ἡγέτη Παῦλο, Ἱεράρχα, μεταφέροντας στούς πιστούς τίς σωτήριες διδαχές του μέσα ἀπό τίς ἔνθεες ἐπιστολές του» («Παύλῳ τῷ σοφῷ καθηγεμόνι διακονῶν ἐπιστολαῖς ἐνθέοις, Ἱεράρχα, τάς σωτηριώδεις διδαχάς διεπόρθμευσας τοῖς σῳζομένοις») (ὠδή η΄). Γι’ αὐτό καί δέν διστάζει ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής νά χαρακτηρίσει καί τόν ἴδιο ὡς κήρυκα τῶν ἐθνῶν, σάν τόν Παῦλο, ὡς σεπτό δάσκαλο, ὡς ἱερομύστη καί ἱερολόγο, πού παρίσταται μέ χαρά ἐνώπιον τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ («Κήρυξ ἐθνῶν ἀπόστολος, διδάσκαλος σεπτός, ἱερομύστης καί ἱερολόγος, Κάρπε, γεγονώς ἐν εὐφροσύνῃ τῷ Δεσπότῃ παρίστασαι») (ὠδή ε΄). Μέ ἕναν πολύ δυνατό στίχο μάλιστα ὁ ἅγιος Ἰωσήφ μᾶς παρουσιάζει τόν Κάρπο νά περπατᾶ στό ἱεραποστολικό ἔργο του καί τό κάθε βῆμα του νά γίνεται ἀναβαθμός τῆς ἀνόδου του στήν ἁγιωσύνη. «Ἅγιασες, Κάρπε, καθώς βημάτιζες πάνω στή γῆ καί κήρυττες τό ἅγιο Εὐαγγέλιο» («Ἡγίασας, Κάρπε, βηματίζων τήν γῆν καί τό ἅγιον κηρύττων Εὐαγγέλιον») (ὠδή θ΄).

Τί ἦταν ἐκεῖνο πού ἔκανε καί τόν Κάρπο, ὅπως καί τούς λοιπούς βεβαίως ἀποστόλους καί μαθητές τοῦ Κυρίου, νά ἔχουν αὐτήν τήν ἔνθεη πορεία στόν κόσμο; Μά τό γεγονός ὅτι πορευόταν κι αὐτός, ἔστω καί λίγο πιό ἀπόμακρα, μαζί μέ τόν Κύριο ἕως τό τέλος τῆς ἐπί γῆς πορείας Του, τήν ἁγία Ἀνάληψή Του (βλ. ὠδή θ΄), κινούμενος ἀπό τή μεγάλη ἀγάπη του πρός Αὐτόν. Κι εἶναι γνωστό ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά σταθεῖ δίπλα στόν Κύριο καί νά Τόν ἀκολουθήσει, ἄν δέν διέπεται ἀπό σφοδρή ἀγάπη πρός τό πάντιμο πρόσωπό Του καί ἀπόφαση μέχρι θανάτου νά τηρεῖ τίς ἅγιες ἐντολές Ἐκείνου. «Ἐπειδή ἤσουν ὁλοκληρωτικά στραμμένος πρός τόν Δεσπότη Χριστό, γι’ αὐτό καί τήρησες ἐντελῶς τίς σεπτές ἐντολές Του» («Ὅλος ἀνακείμενος τῷ Δεσπότῃ τούτου τούς νόμους τούς σεπτούς ἀτρώτους ἐτήρησας») (ὠδή α΄). «Ἀγάπησες μέ μυστική θεωρία τόν Θεό πού εἶναι ὁ Νοῦς πέρα ἀπό κάθε ἔννοια ἀνθρώπινη, γι’ αὐτό καί καταφωτίστηκε ὁ νοῦς σου» («Νοῦν τόν ὑπέρ ἔννοιαν ἀγαπήσας ἐν θεωρίᾳ μυστικῇ, τόν νοῦν κατηυγάσθης») (ὠδή α΄).

Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή κατανοεῖ κανείς γιατί ἀφενός δέχτηκε τόσες διώξεις καί θλίψεις ἀπό τούς ἀπίστους ὁ Κάρπος - ἦταν μία συνέχεια τοῦ Κυρίου (βλ. ὠδή γ΄, ζ΄κ.ἀ.), ἀφετέρου γίνονταν δι’ αὐτοῦ τόσα θαύματα καί σημεῖα, τά ὁποῖα σφράγιζαν τό ἀποστολικό του κήρυγμα. «Ὁ λόγος σου ἔσωσε ἀπό τήν ἀλογία τούς ἀνθρώπους καί ἡ μέγιστη ἐπίδειξη τῶν θαυμάτων σου ὁδήγησε τούς πλανημένους στήν πίστη, ἔνδοξε Κάρπε» («Ὁ λόγος σου, ἀλογίας ἀνθρώπους ἐρρύσατο, καί θαυμάτων ἡ μεγίστη ἐπίδειξις ἔνδοξε, τούς πεπλανημένους πρός εὐσέβειαν, Κάρπε, ὡδήγησε») (ὠδή ς΄). Ἕνα τροπάριο μάλιστα τοῦ ὑμνογράφου ἔρχεται νά θέσει τόν ἅγιο Κάρπο στό ἴδιο ὕψος μέ τούς δώδεκα ἀποστόλους καί μάλιστα μέ τόν πρωτόθρονο ἀπόστολο Πέτρο. Ὅπως δηλαδή καί μόνη ἡ σκιά τοῦ Πέτρου, καθώς μᾶς ἱστορεῖ ὁ ἅγιος Λουκᾶς στίς Πράξεις τῶν ἀποστόλων, θεράπευε τούς ἀρρώστους, ἔτσι καί μόνη ἡ φωνή τοῦ Κάρπου καί μόνη ἡ κίνησή του νά σφραγίζει μέ τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ ἔφερναν στούς ἐν σκότει εὑρισκομένους τή χάρη τοῦ Θεοῦ. «Διώχνοντας τίς ἀρρώστιες μέ μόνη τή φωνή σου καί θεραπεύοντας τά πάθη μέ μόνο τό σφράγισμα τῶν χεριῶν σου, ἔκανες κήρυγμα σωτηρίας, ἱερομύστη Κάρπε, καί φώτιζες αὐτούς πού ἦταν στό σκοτάδι» («Νόσους διώκων φθογγῇ καί θεραπεύων πάθη σφραγῖδι μόνῃ τό σωτήριον διήγγειλας κήρυγμα, ἱερομύστα Κάρπε, φωτίζων τούς ἐν σκότει») (ὠδή ζ΄).


Δευτέρα, 25 Μαΐου 2020

ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΕΝΔΟΞΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ, ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ




Η τιμία και αγία κεφαλή του Ιωάννου Προδρόμου που ήταν κρυμμένη προ πολλού, τώρα βγήκε από τους κόλπους της γης, σαν χρυσός από τα μέταλλα, κλεισμένη όχι σε στάμνα, όπως παλαιότερα, αλλά σε αργυρό σκεύος, ευρισκόμενη σε ιερό τόπο και γενόμενη φανερή από ιερέα. Αυτήν την κεφαλή, την οποία έφερε από τα Κόμανα η ένδοξη των Πόλεων, η Κωνσταντινούπολη, μαζί με τον πιστό βασιλιά και τον ποιμενάρχη της και τον πιστό λαό, την δέχεται με μεγάλη ευφροσύνη, κι αφού την προσκύνησαν όλοι με μεγάλη πίστη την εναπέθεσαν σε ιερό τόπο”.

Μία πολύ ὄμορφη εἰκόνα τῆς σχέσης τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη Προδρόμου μέ τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, πού μᾶς προβάλλει ἡ ὑμνολογία τῆς σημερινῆς ἑορτῆς, εἶναι αὐτή τῆς φωνῆς πρός τόν Λόγο. ῾῎Εγινες φωνή του Λόγου, Πρόδρομε οὐράνιε ἄνθρωπε᾽(῾Φωνήν του Λόγου γεγονώς…Πρόδρομε οὐράνιε ἄνθρωπε᾽) (ωδή α´). Ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης δηλαδή προβάλλεται, μέ βάση τά πραγματικά περιστατικά τῆς ζωῆς του, ὡς ἐκεῖνος πού φανερώνει τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, πού ἐξαγγέλλει μέ δυνατή φωνή, ὥστε νά γίνει ἀκουστός, τόν ἐρχομό τοῦ Μεσσία. Καί βεβαίως δέν εἶναι ὁ μόνος πού ἔχει αὐτό τό χαρακτηριστικό. Ὅλοι οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀποτελοῦν κατ᾽ ἀκρίβεια τέτοιες φωνές γιά τόν ἐρχομό Αὐτοῦ, μέ τή διαφορά ὅτι ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης, ὡς ὁ τελευταῖος προφήτης καί τό πλήρωμα γι᾽ αὐτό τῆς προφητείας, εἶναι ἡ πιό δυνατή φωνή, κυριολεκτικά, ὅπως ὀνομάζεται, ῾ὁ μεγαλοφωνότατος πάντων τῶν προφητῶν᾽ καί ῾προφητών ὑπέρτερος᾽(ωδή δ´).


Ἡ σχέση τῆς φωνῆς πρός τόν Λόγο βρίσκεται σέ εὐθεῖα γραμμή, ἡ φωνή δηλαδή ἀκούγεται γιά νά φανερώνει ἀποκλειστικά καί μόνο τόν Λόγο, γεγονός πού σημαίνει  ὅτι ὁ ᾽Ιωάννης στάλθηκε ἀπό τόν Θεό ὡς ἄγγελος τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ: νά εἶναι ὁ Πρόδρομος ᾽Εκείνου, ἄρα μέ τόν τρόπο αὐτό νά κατανοεῖ κανείς καί τήν ὕπαρξη καί τό ἔργο του. ῎Ετσι ἡ φωνή τοῦ Προδρόμου δέν μποροῦσε νά μηνύσει κάτι ἄλλο, πέραν αὐτοῦ γιά τό ὁποῖο ἦλθε καί ὁ Χριστός, δηλαδή τή μετάνοια. Ὁ Χριστός, ὡς ὁ ἐνσαρκωθείς Θεός μας, ἦλθε ἀκριβῶς γιά νά ἑνώσει ῾εἰς ἕν᾽, πού θά πεῖ στόν ἑαυτό Του καί διά τοῦ ἑαυτοῦ Του στόν Θεό Πατέρα, ῾πάντα τά διεσκορπισμένα τέκνα Αὐτοῦ᾽, συνεπῶς νά καλέσει τόν κόσμο ὅλο σέ μετάνοια. Γι᾽ αὐτό καί τό κήρυγμα τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη καί τό κήρυγμα τοῦ ᾽Ι. Χριστοῦ εἶναι ἀκριβῶς τό ἴδιο: ῾μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν᾽. ῾Σέ ὅλους βεβαίωσε ἡ κάρα τοῦ Προδρόμου τούς σωτήριους δρόμους τῆς μετανοίας,  μέ τίς θεῖες συμβουλές᾽(῾Κάρα…πᾶσι τῆς μετανοίας τάς σωτηρίους ὁδούς θείαις ὑποθήκαις βεβαιώσασα᾽) (αίνοι). 

Ὑπενθύμιση αὐτονοήτων, θά πεῖ κάποιος. Ναί, ἀλλά μέ προέκταση καί στά καθ᾽ ἡμᾶς. Δηλαδή: δέν μπορεῖ κάποιος πού θέλει νά ἀνήκει στόν Χριστό καί στήν ἁγία Του ᾽Εκκλησία, νά ἔχει διαφορετική φωνή ἀπό ὅ,τι ᾽Εκεῖνος. Τί θέλουμε νά ποῦμε; Ὁ χριστιανός ῾βοᾶ᾽ μέ τά λόγια του, κυρίως ὅμως μέ τή ζωή του, τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ. ῾Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη᾽ (ὁ Κύριος). Δέν εἶναι δυνατόν νά εἴμαστε χριστιανοί καί ἀπό τήν ἄλλη ἡ ζωή καί οἱ λόγοι μας νά μή βρίσκονται σέ εὐθεῖα γραμμή καί ἀναλογία πρός τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων φίλων Του. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι βάση τῆς ᾽Εκκλησίας ἀποτελεῖ ἡ πεποίθηση καί τό βίωμα ὅτι οἱ χριστιανοί συνιστοῦμε μέλη Χριστοῦ καί συνεπῶς προεκτείνουμε ᾽Εκείνου τήν παρουσία στόν κόσμο. Κι ἐπειδή ὁ Λόγος Χριστός ἔζησε καί δίδαξε τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη – αὐτό ἄλλωστε εἶναι καί τό κύριο γνώρισμα αὐτοῦ πού μετανοεῖ - ἄρα καί ὁ χριστιανός εἶναι πράγματι χριστιανός, ὅταν ζεῖ ταπεινά καί μέ ἀγάπη. Ὁποιαδήποτε ἄλλη ῾φωνή᾽, ἔστω καί στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ παραχάραξη ᾽Εκείνου καί βεβαίως παραφωνία Του.

Σάββατο, 23 Μαΐου 2020

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ ΤΥΦΛΟΥ


῾Ποῦ ἐστιν ᾽Εκεῖνος;᾽ (᾽Ιωάν. 9, 12)

Μπροστά στό μεγάλο θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ ἀπό τόν ᾽Ιησοῦ οἱ ᾽Ιουδαῖοι τά χάνουν καί ἀναζητοῦν τόν αἴτιο: ῾Ποῦ ἐστιν ᾽Εκεῖνος;᾽ Κι ὁ πρώην τυφλός πού δέχεται τήν ἐρώτηση, δέν μπορεῖ νά δώσει ἀπάντηση, πέρα ἀπό τό ὄνομα τοῦ ᾽Ιησοῦ καί τό γεγονός τῆς θεραπείας του. Διότι ὁ Κύριος, τόν ῾Οποῖο ὁ τυφλός ἀγνοεῖ, τόν ἔστειλε πρός νίψη στήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ, ὁπότε ἐκεῖνος πιστεύοντας στόν λόγο καί ἀνταποκρινόμενος ὄντως θεραπεύεται. ᾽Αναζητοῦν λοιπόν οἱ ᾽Ιουδαῖοι τόν Χριστό.

᾽Αλλ᾽ ἡ ἀναζήτηση τοῦ ᾽Ιησοῦ εἶναι φαινόμενο πού ἐπισημαίνουμε σέ πολλά ἐπίπεδα μέσα στό Εὐαγγέλιο:
- ἀναζητεῖ τόν ᾽Ιησοῦ ὡς νήπιο ὁ ῾Ηρώδης, γιατί Τόν βλέπει ὡς ἀπειλή, ἀφοῦ εἶναι κατά τούς μάγους ῾ὁ τεχθείς βασιλεύς τῶν ᾽Ιουδαίων᾽,
 - ἀναζητοῦν τόν ᾽Ιησοῦ πολλές φορές οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ θρησκευτικοί ἄρχοντες τοῦ ᾽Ισραήλ, γιατί εἶναι ῾ἐπικίνδυνος᾽, ἀφοῦ καταλύει τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου καί καταργεῖ τίς παραδόσεις τους,
- ἀναζητεῖ ὁ ἁπλός λαός τόν ᾽Ιησοῦ, γιατί τούς ἔδωσε νά φάει,
 - ἀναζητεῖ τόν ᾽Ιησοῦ ὁ ῾Ηρώδης ᾽Αντίπας, γιατί θέλει νά ῾διασκεδάσει᾽, ἀφοῦ ἔχει ἀκούσει γιά τήν ἱκανότητά Του νά κάνει θαύματα.
 ᾽Αλλά καί: - ἀναζητοῦν οἱ μαθητές τοῦ ᾽Ιωάννη Προδρόμου τόν ᾽Ιησοῦ, γιατί Αὐτόν ὑποδείκνυε ὡς Μεσσία ὁ δάσκαλός τους,
- ἔρχεται πρός ἀναζήτησή Του ὁ Ναθαναήλ πού ἄκουσε θαυμαστά γι᾽ Αὐτόν ἀπό τόν φίλο του Φίλιππο,
- ἔρχονται πρός ἀναζήτησή Του οἱ Σαμαρεῖτες, γιατί προκλήθηκαν ἀπό τή μαρτυρία τῆς συμπατριώτισσάς τους, πού εἶπε ὅτι ὁ ᾽Ιησοῦς τῆς ἀπεκάλυψε ὅλη της τή ζωή.
 Κι ὄχι μόνο τότε στά χρόνια τοῦ ᾽Ιησοῦ. Σέ κάθε ἐποχή, κι ὅσο θά ὑπάρχει κόσμος, θά ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ἀναζητοῦν τόν ᾽Ιησοῦ. Δέν θά Τόν ἀναζητοῦν ὅμως ὅλοι γιά τούς ἴδιους λόγους καί γιά τόν ἴδιο σκοπό. ῞Οπως τότε, ἔτσι καί πάντα: ἄλλος ἀναζητεῖ τόν Χριστό κινούμενος ἀπό μίσος καί ἔχθρα πρός Αὐτόν, ἄλλος ἀπό περιέργεια, ἄλλος ἀπό γνήσια ἀναζήτηση τῆς καρδιᾶς του, ψάχνοντας ῾τό ὕδωρ τό ζῶν᾽ κι ἄλλος ἀπό ἀγάπη πρός Αὐτόν, βλέποντας ὅτι ἡ φλόγα πού ἔχει ἀναφθεῖ μέσα του γιά τόν Χριστό διαρκῶς καί φουντώνει.

 ῎Ετσι τό ῾ποῦ ἐστιν ᾽Εκεῖνος;᾽ ἀποτελεῖ αἴτημα καί τῶν ἐγγύς καί τῶν μακράν τοῦ Χριστοῦ, πού ἐπιβεβαιώνει τήν εὐαγγελική καί διαχρονική ἀλήθεια ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά σταθεῖ ἀδιάφορος μπροστά Του. Πάντοτε δηλαδή μπροστά στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὑποχρεωμένος κάποιος νά πάρει μιά ἀπόφαση εἴτε θετική εἴτε ἀρνητική. ῞Οπως ὁ ῎Ιδιος ὁ Κύριος τό ἔχει ἀποκαλύψει: ῾ὁ μή ὤν μετ᾽ ἐμοῦ κατ᾽ ἐμοῦ ἐστι καί ὁ μή συνάγων μετ᾽ ἐμοῦ σκορπίζει᾽. Κι ἄν ἤθελε κανείς νά κρίνει τήν ποικιλία τῶν ἀρνητῶν τοῦ Χριστοῦ, εἴτε δηλαδή τῶν καθαρά ἐχθρῶν καί πολεμίων Του εἴτε τῶν ἀδιάφορων ἀπέναντί Του, θά ἔλεγε ὅτι οἱ ἀδιάφοροι εἶναι καί οἱ χειρότεροι ἐχθροί Του, γιατί σ᾽ αὐτούς πού φανερά Τόν ἐχθρεύονται καί Τόν πολεμοῦν ὑπάρχει ἐλπίδα ἀκόμη καί σύντομης μεταστροφῆς τους - ἀσχολοῦνται μέ ᾽Εκεῖνον ἔστω καί ἀρνητικά - ἐνῶ στούς ἀδιάφορους πού μπορεῖ νά μήν ἀρνοῦνται κἄν τόν Χριστό, δέν ὑπάρχει προβληματισμός καί ἐνδιαφέρον. ῾῎Οφειλες νά εἶσαι ἤ ψυχρός ἤ θερμός. ᾽Επειδή ὅμως εἶσαι χλιαρός (καί στούς χλιαρούς βεβαίως ἀνήκουν καί οἱ ἀδιάφοροι μέ τήν πίστη) θά σέ ἐμέσω ἀπό τό στόμα μου᾽ (᾽Αποκ. ᾽Ιωάννη).

 ῾Ποῦ ἐστιν ᾽Εκεῖνος;᾽ Στήν ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ καί μάλιστα ὡς Σωτήρα τῆς ζωῆς μας δέν ὑπάρχει ἕνας δρόμος. Κι ἀπό τήν ἄλλη κανείς δέν μπορεῖ νά ἐξασφαλίσει τή συγκεκριμένη ἀπάντησή Του. ᾽Εμεῖς (πρέπει νά) Τόν ἀναζητοῦμε κι ᾽Εκεῖνος θά κρίνει τό ποῦ καί τό πῶς τῆς ἐμφάνισής Του. Αὐτό πού γνωρίζουμε εἶναι ὅτι ἡ ἐμφάνισή Του αὐτή ἔχει πάντα τό στοιχεῖο τῆς ἔκπληξης:
῎Ερχεται ἐκεῖ πού δέν τό περιμένεις καί πού ῾φαίνεται᾽ ὅτι δέν συντρέχουν οἱ συνθῆκες τῆς παρουσίας Του.
῎Ερχεται ῾κεκλεισμένων τῶν θυρῶν᾽ ἤ ἐκεῖ πού παλεύεις μέ τά κύματα τῆς ζωῆς, ἕτοιμος νά καταποντιστεῖς – κι ᾽Εκεῖνος εἶναι πάνω στά κύματα δίπλα σου.
Πλησιάζεις κάποιον πού πιστεύεις ὅτι μπορεῖ νά σέ βοηθήσει γιά νά Τόν βρεῖς καί ἀκοῦς ᾽Εκεῖνον νά σέ προσφωνεῖ μέ τ᾽ ὄνομά σου.
Συνοδοιπορεῖς μέ ἄγνωστο καί σοῦ ῾βγαίνει᾽ ὁ ῎Ιδιος ῾ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ᾽.
῎Ερχεται κυρίως στήν ῾κλᾶσιν τοῦ ἄρτου᾽, στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, καί μόλις Τόν αἰσθανθεῖς καί πᾶς νά Τόν ῾πιάσεις᾽, ῾ἄφαντος γίνεται ἀπό Σοῦ᾽.
Μά ἐκεῖ πού μᾶς εἶπε ὅτι θά Τόν βρίσκουμε πάντα στήν ὅποια ἀναζήτησή μας εἶναι στό πρόσωπο τοῦ κάθε ἀδελφοῦ, καί μάλιστα τοῦ ἐλαχίστου. ῾᾽Εφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε᾽!

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ



«Και σχίσμα ην εν αυτοίς…» (Ιωάν. 9, 16)

 Μία οξεία αντιπαράθεση μεταξύ ιδεολογίας και εμπειρίας παρακολουθούμε στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα. Από τη μία οι θρησκευτικοί άρχοντες των Ιουδαίων, οι οποίοι αρνούνται να πιστέψουν στα μάτια τους και στη μαρτυρία των υπολοίπων συμπατριωτών τους. Από την άλλη ο εκ γενετής τυφλός, ο οποίος δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μαρτυρεί ό,τι του συνέβη: την εμπειρία του από τη συνάντησή του με τον Χριστό. Κι αξίζει να σταθούμε στην αντιπαράθεση αυτή, γιατί μπορεί να θεωρηθεί τύπος για ό,τι συμβαίνει σε κάθε εποχή. Πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που αρνούνται τον Χριστό για λόγους θεωρητικούς, και πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που Τον ομολογούν γιατί Τον ένιωσαν με όλη τους την ύπαρξη. 

 1. Ξενίζει σε πρώτη ανάγνωση η αντίδραση των θρησκευτικών αρχόντων να δεχτούν το θαύμα του Κυρίου Ιησού Χριστού. Κι αυτό γιατί βλέπουν την ορατή απόδειξη μπροστά τους: τον θεραπευμένο πια τυφλό, ο οποίος όχι μόνο απέκτησε την όρασή του αλλά και τους  οφθαλμούς που δεν είχε – ο Κύριος λειτουργεί όπως απαρχής  ως ο Δημιουργός Θεός –, τη στιγμή μάλιστα που το γεγονός  βεβαιώνει πλήθος  ανθρώπων, αλλά και οι ίδιοι οι γονείς του τυφλού χωρίς να είναι ακόλουθοι του Χριστού. Η πνευματική τύφλωση που επιδεικνύουν  - να αρνούνται το προφανές – είναι κυριολεκτικά ασύλληπτη, η οποία  επιτείνεται ακόμη περισσότερο όταν γνωρίζει κανείς την αδιάκοπη απαίτησή τους να «δουν» ένα θαύμα προκειμένου να πιστέψουν.

Ό,τι φαίνεται παράδοξο όμως, στην πραγματικότητα είναι απόλυτα φυσικό και κατανοητό για τους θρησκευτικούς άρχοντες. Διότι η άρνησή τους υποκρύπτει τελικώς την έλλειψη διάθεσης να πιστέψουν στον Χριστό. Όταν είσαι βολεμένος στον κόσμο τούτο κι όταν ικανοποιούνται τα πάθη σου, γιατί να θέλεις αλλαγή; Αν οι άρχοντες δέχονταν το θαύμα θα σήμαινε ότι δέχονται τον Χριστό ως εκ Θεού προερχόμενο, ως τον Μεσσία που είχαν προαναγγείλει οι προφήτες, συνεπώς θα έπρεπε να μετανοήσουν και να αλλάξουν τρόπο ζωής. Κι αυτοί δεν είχαν καμία τέτοια διάθεση. 

2. Η στάση αυτή των Ιουδαίων υπάρχει διαχρονικά. Η όποια αμφισβήτηση δηλαδή του Χριστού σε κάθε εποχή δεν στηρίζεται σε άλλους λόγους πέρα από την αμαρτία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος που έχει επιλέξει να ζει με εγωισμό και με χάιδεμα των παθών του, αδυνατεί να είναι με τον Χριστό. Χριστός και αμαρτία δεν συμβιβάζονται. Η ακολουθία του Χριστού σημαίνει συντονισμό με τη ζωή του ίδιου του Χριστού, κατά τον σαφή λόγο Του: «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον Σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι». Γι’ αυτό και η πίστη σ’ Αυτόν δεν είναι εύκολη υπόθεση. Την ασπάζονται μόνον εκείνοι που η γενναιότητα και η ανδρεία χαρακτηρίζουν τη ζωή τους· που η θυσία γίνεται πια η επιλογή τους. Κι αυτό γιατί ο Χριστός ανατρέπει τα πάντα: όλες τις επίγειες αγάπες και δεσμεύσεις του ανθρώπου, προκειμένου να βάλει στην πρώτη θέση την αγάπη στον Θεό, την αγάπη σ’ Εκείνον. «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της καρδίας σου, εξ όλης της διανοίας σου, εξ όλης της ισχύος σου». Και «ο φιλών πατέρα ή μητέρα ή τέκνα ή αγρούς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος». Και ποιο το αποτέλεσμα για τον πιστό; Να γεύεται πάντοτε τον Θεό μέσα του και να γίνεται και ο ίδιος ένας μικρός Θεός – ό,τι συνιστά τον σκοπό και την υγεία του ανθρώπου. 

3. Από την άλλη υπάρχουν εκτός από τους αμφισβητίες οι πιστοί. Όχι βεβαίως οι ψεύτικοι και κάλπικοι – όσοι έχουν κάνει ιδεολογία και θεωρητική γνώση κι ίσως και μόδα τη χριστιανική πίστη – αλλά οι αληθινοί και γνήσιοι, που έχουν προσωπική εμπειρία της σχέσης τους με τον Χριστό. Στην άρνηση των αμφισβητιών προβάλλουν τη μαρτυρία της εν Χριστώ ζωής τους, σαν τον θεραπευμένο πρώην τυφλό που λέει στους απίστους Ιουδαίους: «δεν ξέρω τι λέτε εσείς, εγώ ένα ξέρω: ήμουν τυφλός και τώρα βλέπω», γεγονός που σημαίνει πως όσα επιχειρήματα μπορεί να φέρει η ανθρώπινη συλλογιστική κατά του Χριστού ως Υιού του Θεού καταπίπτουν μπροστά στην ίδια την πραγματικότητα της ζωντανής παρουσίας Του στη ζωή ενός ανθρώπου. Η εμπειρία έτσι που απέκτησε ο πρώην τυφλός τον έφερε στη σωτηρία: την ορθή πίστη στον Χριστό και την αληθινή γνώση Του. 

4. Η περίπτωσή του θυμίζει από μία άποψη τους αποστόλους μετά την Ανάσταση και την Πεντηκοστή. Στους αρνητές και πάλι Ιουδαίους, οι οποίοι μάλιστα τους απειλούν, τους κλείνουν στη φυλακή, τους βασανίζουν με κίνδυνο να χάσουν την ίδια τη ζωή τους, εκείνοι προβάλλουν την προσωπική τους εμπειρία: «ου δυνάμεθα α είδαμεν και ηκούσαμεν μη λαλείν», ό,τι σημειώνει δηλαδή και στην Α΄ Καθολική επιστολή του ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «Ο ακηκόαμεν, ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν,…απαγγέλλομεν υμίν». Γι’ αυτό και είναι έτοιμοι όχι μόνο να συνεχίσουν να εξαγγέλλουν την πίστη τους, αλλά και μύριες φορές να πάθουν προς χάρη της. Και την ίδια στάση διαπιστώνουμε έπειτα και σε όλη την εκκλησιαστική ιστορία. Ουδέποτε παρουσιάστηκε περίπτωση χριστιανός εν επιγνώσει και με εμπειρία της χάρης του Θεού στη ζωή του να αρνηθεί τον Κύριο. Όσοι τυχόν Τον αρνήθηκαν ήταν γιατί δεν Τον είχαν πραγματικά πιστέψει, που θα πει δεν είχαν νιώσει τη χάρη Του ενεργούσα μέσα στην καρδιά τους. Αιώνια θα ισχύει ο συγκλονιστικός λόγος του Κυρίου, που ο ίδιος είχε πει στους Ιουδαίους, γιατί δηλαδή δεν κατανοούν τον λόγο Του. Διότι δεν είχαν τη δύναμη εκείνη μέσα τους, τη χάρη του Θεού, που θα τους άνοιγε τα πνευματικά ώτα για να τον ακούνε. «Διατί την λαλιάν την εμήν ου γινώσκετε; Ότι ου δύνασθε ακούειν τον λόγον τον εμόν». Για να ερμηνεύσει ακόμη συγκλονιστικότερα: Δεν έχουν τη δύναμη αυτή, γιατί είναι προσκολλημένοι στον πατέρα τους διάβολο και επιτελούν τις επιθυμίες εκείνου. «Υμείς εκ του πατρός του διαβόλου εστέ, και τας επιθυμίας του πατρός υμών θέλετε ποιείν».



 Το σχίσμα του λαού για τον Χριστό υφίσταται πάντοτε. Ήδη άλλωστε το είχε προφητέψει ο γέρων Συμεών κατά την υπαπαντή του με τον Κύριο. «Σημείον αντιλεγόμενον» χαρακτήρισε τον Κύριο, όπως και ότι «Ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ». Το ίδιο ισχύει και στην εποχή μας. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην υφίστανται οι αρνητές του Χριστού και του ζωντανού σώματός Του της Εκκλησίας. Αλλ’ εκείνοι ήδη έχουν κριθεί λόγω της άρνησής τους. Το θέμα τι κάνουμε εμείς; Ο Χριστός έχει αγγίξει τους πνευματικούς μας οφθαλμούς, ώστε ορώντες να βεβαιώνουμε με την εμπειρία μας την αλήθεια Του;


Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΥΝΑΔΩΝ




Αυτός ο αγγελώνυμος Μιχαήλ, αφού καθάρισε με τέλειο βίο τον εαυτό του κι αφιερώθηκε ήδη από τις μητρικές αγκάλες στον Θεό, έγινε ιερέας του Θεού του Υψίστου. Με τη δύναμη Αυτού κατάσβεσε όλη την ανοησία των θεομάχων, φιμώνοντας τα άθεα στόματα των αιρετικών, που τολμούσαν να μιλήσουν κατά του εξεικονισμού του Χριστού. Επειδή δε δεν υπέφερε το δυσώνυμο θηρίο τον θείο λόγο της γλώσσας του (διότι δεν φοβήθηκε ούτε τρόμαξε από τις απειλές του, αλλά με ελεύθερη φωνή φώναξε δυνατά ῾Την μεν άχραντη και θεία εικόνα του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού και της αγίας Του μητέρας σέβομαι και προσκυνώ, ενώ το δικό σου δόγμα το καταφτύνω και δεν το λογαριάζω καθόλου᾽), επειδή λοιπόν με όλα αυτά ντροπιάστηκε ο τύραννος και ξεχείλισε από θυμό, γι᾽ αυτό τον καταδικάζει σε μακρινή εξορία. Αυτός δε τηρώντας καθαρό και ακηλίδωτο το κατ᾽ εικόνα, και ενώ διωκόταν από τόπο σε τόπο, έφτασε στο ευρύχωρο πλάτος του παραδείσου. Και έτσι ολοκλήρωσε τον καλό δρόμο και κοσμήθηκε από διπλά στεφάνια: προστέθηκε στους αρχιερείς ως αρχιερέας και στους μάρτυρες ως μάρτυρας”.

Σε δύο σημεία κυρίως επικεντρώνει ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος από τον βίο του οσίου Μιχαήλ: στον αγώνα του κατά των εικονομάχων και στην ασκητική βιοτή του, διά της οποίας καθάρισε την εικόνα του Θεού μέσα του και γεύτηκε τις λαμπηδόνες του αγίου Πνεύματος. Απαρχής ήδη της ακολουθίας που συνέγραψε γι᾽ αυτόν τονίζει: ῾Προσκυνούσες πάντοτε με τιμητικό τρόπο το ιερό εικόνισμα του Θεού και της Θεομήτορος, Μιχαήλ πανίερε, και διάλυσες τη βλάσφημη ανοησία των αιρετικών, κατατροπώνοντάς τους με τους λόγους και τα παθήματά σου᾽(῾Ιερόν εικόνισμα Θεού και της Θεομήτορος τιμητικώς προσκυνών διετέλεσας, Μιχαήλ πανίερε, και την βλάσφημον γλωσσαλγίαν διέλυσας των αιρετιζόντων, λόγοις και παθήμασι τροπούμενος᾽) (ωδή α´). ῾Έγινες, μακάριε, κατοικητήριο θείων χαρισμάτων, και προφανώς τα μετέδωσες σε όλους με πιστότητα, Μιχαήλ πανεύφημε, αφού απέκτησες θεομίμητο τρόπο ζωής και περιβλήθηκες τη δικαιοσύνη ως ιμάτιο᾽(῾Χαρισμάτων θείων γεγονώς, μάκαρ, ενδιαίτημα, πάσι πιστώς προφανώς μεταδέδωκας, Μιχαήλ πανεύφημε, θεομίμητον πολιτείαν κτησάμενος και δικαιοσύνην περιβεβλημένος ως ιμάτιον᾽) (ωδή α´).

Τα παραπάνω σημεία ο υμνογράφος τα αναπτύσσει εκτενέστερα. Ο άγιος Μιχαήλ αποτελεί διδάσκαλο των θείων δογμάτων (βλ. ωδή α´), και μάλιστα της ενανθρώπησης του Θεού, η οποία αποτελεί και το θεμέλιο της δυνατότητας εξεικονισμού Του. Αν ο Θεός μπορεί να εξεικονιστεί, είναι διότι έγινε αληθινός άνθρωπος και την ανθρώπινη φύση Του περιγράφει η εικόνα. ῾Η γλώσσα σου αναδείχθηκε κάλαμος του αγίου Πνεύματος, Μιχαήλ πανένδοξε, αφού μελέτησε στις Γραφές την ένσαρκη οικονομία του παντοκράτορα Λόγου᾽(῾Η γλώσσα σου ανεδείχθη του Πνεύματος κάλαμος, Μιχαήλ πανένδοξε, οικονομίαν την ένσαρκον Γραφαίς μελετήσασα του παντοκράτορος Λόγου᾽) (ωδή δ´). Εκεί, στις θεόπνευστες Γραφές, είδε μάλιστα ότι ο σεβασμός στην εικόνα δεν είναι για την ίδια την εικόνα ως ύλη και χρώμα, αλλά για το εικονιζόμενο πρόσωπο. Όπως από παλιά ήδη ο Μέγας Βασίλειος είχε επισημάνει: ῾Η τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει᾽. ῾Γνώρισες ότι η τιμή της εικόνας διαβαίνει στο πρωτότυπο, ιεροφάντορα Πατέρα Μιχαήλ, και ακολουθώντας τις θεόπνευστες Γραφές δίδαξες τους πάντες να σέβονται την εικόνα του Χριστού και των Αγίων᾽(῾Εις το πρωτότυπον ειδώς της εικόνος την τιμήν, ιεροφάντορ, διαβαίνουσαν, Πάτερ, ταις θεοπνεύστοις Γραφαίς συνάδων, τους πάντας εδίδαξας σέβειν την εικόνα Χριστού και των Αγίων᾽) (ωδή η´). Η πίστη του αγίου για τη διδασκαλία αυτή της Εκκλησίας περί των εικόνων – διδασκαλία στην πραγματικότητα για την αλήθεια περί του ίδιου του Χριστού ως Θεού και ανθρώπου – ήταν τόσο απόλυτη και στέρεα, ώστε υπέμεινε διωγμούς και εξορίες τέτοιες που θυσίασε και την ίδια τη ζωή του. ῾Υπέμεινες πικρές εξορίες, σοφέ, και έφτασες τελικά στο ευρυχωρότατο πλάτος του παραδείσου, ευρισκόμενος με τον χορό των μαρτύρων, θεόφρον πανόλβιε᾽(῾Υπομείνας πικράς εξορίας, σοφέ, εις ευρυχωρότατον πλάτος κατήντησας του Παραδείσου, Μάρτυσι συγχορεύων, θεόφρον πανόλβιε᾽) (ωδή ς´).

Ο υμνογράφος βεβαίως επιμένει και στο δεύτερο σημείο. Ο άγιος Μιχαήλ αν είχε τόσο φωτισμό και έγινε τόσο δυνατός κήρυκας της αλήθειας, ήταν διότι την ψυχή του την είχε καθαρίσει με τον νόμιμο αγώνα κατά των παθών του. Καθαρή η καρδιά του φωτιζόταν από το Πνεύμα του Θεού και έτσι γινόταν ο οδοδείκτης των πιστών, πολύ περισσότερο μάλιστα που κατείχε την υψηλή και υπεύθυνη θέση του επισκόπου. ῾Υπέταξες τα πάθη σου με την εγκράτεια, φώτισες τον νου σου με τη θεωρία, έγινες πρακτικότατος οδηγός᾽(῾Υπέταξας τα πάθη δι᾽ εγκρατείας, εφώτισας τον νουν σου τη θεωρία, εγένου πρακτικώτατος᾽) (ωδή γ´). Κι αυτόν τον αγώνα τον εσωτερικό τον ξεκίνησε ήδη από την αγκαλιά της μητέρας του. ῾Από την αγκαλιά της μάνας σου αφιερώθηκες στον Λόγο, ιεροφάντορα. Διότι καθώς αναδείχτηκες θείο αφιέρωμα και ασχολήθηκες επιμελώς με την πρακτική θεωρία και έδρεψες τον καρπό της σοφίας, έγινες πράγματι άξιος ποιμένας᾽(῾Εξ αγκαλών ανετέθης τω Λόγω, ιεροφάντορ. Θείον γαρ ανάθημα δεδειγμένος, ενδιαπρέψας πρακτική θεωρία και σοφίας καρπόν δρεψάμενος, γέγονας ποιμήν αληθώς αξιόληπτος᾽) (ωδή ε´). Από την άποψη αυτή ο άγιος Μιχαήλ δεν έκανε τίποτε άλλο από το να ακολουθεί με συνέπεια τα ίχνη του Κυρίου Ιησού Χριστού. Επειδή πίστεψε στον Χριστό, έγινε μαθητής Αυτού κι επιβεβαίωσε τη μαθητεία αυτή με τα παθήματα της ζωής του. ῾Χρημάτισες μαθητής του Χριστού του Θεού και ζήλεψες τα παθήματά Του, μακάριε, κινδυνεύοντας βεβαίως πάρα πολύ για την Εκκλησία Του, θεόπνευστε᾽(῾Μαθητής χρηματίσας Χριστού του Θεού, τούτου τα παθήματα, μάκαρ, εζήλωσας, προκινδυνεύων άριστα της αυτού Εκκλησίας, θεόπνευστε᾽) (ωδή ς´).