Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2019

Η ΕΝ Τῼ ΝΑῼ ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


Εἶναι ἀριστουργηματική ἡ ἐκκλησιαστική ποίηση γιά τό γεγονός τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στόν Ναό τοῦ Σολομῶντος, μολονότι δέν καταγράφεται τό περιστατικό στά Εὐαγγέλια. Ἡ Ἐκκλησία μας θεωρεῖ ὡς ἀληθές τό περιστατικό τῆς προσφορᾶς καί ἀφιέρωσης τῆς μικρῆς Μαριάμ ἀπό τούς γονεῖς της Ἰωακείμ καί Ἄννας στόν Κύριο, μέσα στόν Ναό, ὅταν ἐκείνη ἦταν ἀκόμη παιδούλα τριῶν ἐτῶν, μέ τήν προοπτική τῆς ἑτοιμασίας της γιά νά γίνει ἡ μητέρα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου.  Καί μέ τό δεδομένο αὐτό κατέγραψε διά τῶν ὑμνογράφων της ὅλες τίς διαστάσεις καί τοῦ συγκεκριμένου περιστατικοῦ, ἀλλά καί τῆς βαθειᾶς θεολογίας πού τό συνοδεύει.
 Ἀπό τούς ὡραιότερους λοιπόν στίχους τῆς ἑορτῆς θεωροῦμε ἐκείνους πού ἀναφέρονται στήν ἁγία Ἄννα, ὅταν κατευοδώνει τήν κόρη της Μαριάμ μέ τά λόγια πού δείχνουν τό νόημα τῆς ἐκεῖ πιά ζωῆς καί παρουσίας της. «Ἄπιθι, τέκνον, - λέει ἡ μάνα στήν κόρη -, τῷ Δοτῆρι γενήθητι καί ἀνάθημα καί εὐῶδες θυμίαμα. Εἴσελθε εἰς τά ἄδυτα καί γνῶθι μυστήρια, καί ἑτοιμάζου γενέσθαι τοῦ Ἰησοῦ οἰκητήριον τερπνόν καί ὡραῖον, τοῦ παρέχοντος τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος» (ἀπόστιχα τοῦ ἑσπερινοῦ). Δηλαδή: Πήγαινε, παιδί μου, γίνε γιά τόν Δοτήρα Θεό καί προσφορά κι ἀφιέρωμα, ἀλλά καί εὐωδιαστό θυμίαμα. Μπές μέσα στ’ ἄδυτα τῶν Ἁγίων τοῦ Ναοῦ καί γνώρισε τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ, κι ἑτοιμάσου νά γίνεις κατοικητήριο τοῦ Ἰησοῦ, τερπνό καί ὡραῖο, τοῦ Ἰησοῦ πού παρέχει ὡς Θεός στόν κόσμο τό μέγα ἔλεος.
 
Γιατί στεκόμαστε ἰδιαιτέρως στούς συγκεκριμένους στίχους; Διότι·
1. τονίζουν τόν σκοπό τῶν Εἰσοδίων τῆς μικρῆς Μαριάμ στόν Ναό: εἰσέρχεται ὄχι ἁπλῶς γιατί ἔπρεπε νά ἐκπληρωθεῖ κάποιο τάμα τῶν γονιῶν της ἤ γιά νά προφυλαχτεῖ ἀπό τήν κακότητα τοῦ κόσμου λόγω τῆς ἀδυναμίας τῶν γονιῶν αὐτῶν ἀπό τά γηρατειά τους, ἀλλά γιά νά περάσει τό προβλεπόμενο διάστημα τῆς ζωῆς της μέσα στόν οἶκο Κυρίου, προκειμένου νά ἑτοιμαστεῖ γιά τό συγκλονιστικότερο καί πέραν κάθε ἀνθρωπίνης ἀντίληψης καί σύλληψης μυστήριο: νά γίνει ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου - ὁ Εὐαγγελισμός της ἔχει ἀκριβῶς τήν ἀρχή της, πέραν βεβαίως τῆς Γεννήσεώς της, στό συγκεκριμένο γεγονός: ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ πού θά εὐαγγελιστεῖ ἀργότερα τή σάρκωση τοῦ Θεοῦ, ὁ ἴδιος τήν τρέφει μέσα στά ἅγια τῶν ἁγίων.
Καί 2. Καθορίζεται ἀπό τά λόγια τῆς ἁγίας   Ἄννας ἡ μέθοδος καί ὁ τρόπος τῆς ἑτοιμασίας τῆς Μαριάμ: θά γίνεις ἡ Παναγία ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ, ὅταν θά γίνεις ὄχι μόνο τό ἀφιέρωμα καί ἡ προσφορά γιά Ἐκεῖνον, ἀλλά καί τό εὐωδιαστό λιβάνι. Κι ἔχουν ἰδιαίτερη σημασία τά λόγια αὐτά τῆς μητέρας Ἄννας, γιατί καί στήν Παλαιά Διαθήκη βεβαίως, ἀλλά καί μετέπειτα σ’ ὅλη τή χριστιανική ἱστορία, μπορεῖ κάποιος νά προσφέρει πράγματα ἤ καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του στόν Θεό, ἀλλ’ ὄχι μέ τόν σωστό τρόπο. Πόσες φορές δέν ἀκοῦμε τόν αὐστηρό λόγο τῶν Προφητῶν, οἱ ὁποῖοι στηλίτευαν τίς προσφορές καί τά ἀφιερώματα τῶν Ἰουδαίων, γιατί προσφέρονταν ὄχι μέ καθαρή καρδιά; «Ἀποστρέφω τό πρόσωπό μου ἀπό τίς προσφορές σας – λέει αἴφνης Κύριος ὁ Θεός στούς Ἰουδαίους διά τοῦ προφήτου Ἡσαΐου - γιατί τά χέρια σας στάζουν ἀπό τό αἷμα τῶν ἀδικιῶν σας κατά τῶν συνανθρώπων σας». Καί πιό πίσω βεβαίως θυμᾶται κανείς τό τραγικό λόγω τῆς συνέχειάς του περιστατικό τῶν προσφορῶν καί ἀναθημάτων στόν Θεό τῶν ἀδελφῶν Κάιν καί Ἄβελ: πρόσφεραν καί οἱ δύο  προσφορές, μά εὐλογήθηκε ἀπό τόν Κύριο μόνον ὁ Ἄβελ· γιατί τοῦ Κάιν οἱ προσφορές ἦταν τά περισσεύματα τῶν καρπῶν του καί ὄχι οἱ ἀπαρχές. Κι ἀπό τή μετέπειτα χριστιανική ἱστορία εἶναι ἀρκετή ἡ μνημόνευση τῶν λόγων τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, ὅταν ἐπισημαίνει ὅτι τό δίλεπτο τῆς χήρας συνιστᾶ τή μεγαλύτερη προσφορά, γιατί προέρχεται ἀπό τό ὑστέρημα καί ὄχι ἀπό τό περίσσευμά της· ἤ ἀκόμη τραγικότερα τό «παράδοξο» ὅπως ἀκούγεται λόγιο τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος στόν ὕμνο τῆς ἀγάπης του ἀποκαλύπτει: «καί ἐάν παραδῶ τό σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δέ μή ἔχω, οὐδέν ὠφελοῦμαι». Μαρτύριο (!) χωρίς ἀντίκρυσμα κι ὠφέλεια!
Λοιπόν ἡ κάθε προσφορά στόν Θεό εἶναι ὄντως προσφορά ἀποδεκτή ἀπό Αὐτόν, ὅταν γίνεται μέ τόν σωστό τρόπο, δηλαδή προσφέρεται ἀπό καρδιά πού ἀγαπᾶ τόν Θεό, κάτι πού συνιστᾶ ὄντως λιβάνι εὐωδιαστό γιά τόν Κύριο.

Κι εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο πού ἀποτελεῖ καί τό νόημα τῆς συγκεκριμένης ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων καί γιά ἐμᾶς τούς πιστούς: Μέ τό δεδομένο ὅτι σκοπό ἔχουμε νά σαρκώνουμε τόν Κύριο στήν ὕπαρξή μας, νά γινόμαστε δηλαδή Παναγίες, ἀπαιτεῖται ὄχι μόνο ἡ προσφορά τοῦ ἑαυτοῦ μας διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τῶν λοιπῶν «ἀγωνισμάτων» καί ἀσκήσεών μας, ἀλλά καί ἡ σωστή καί ὀρθή προσφορά αὐτή. Εἴμαστε δηλαδή χριστιανοί ὄχι γιατί ἁπλῶς βρεθήκαμε βαπτισμένοι στήν Ἐκκλησία κι οὔτε γιατί ἐπιτελοῦμε ὁρισμένα τυπικά καθήκοντα, ὅπως τοῦ ἐκκλησιασμοῦ μας, τῆς νηστείας μας, κάποιων ἐλεημοσύνων μας – τό στοιχεῖο τοῦ «ἀναθήματός» μας - ἀλλά γιατί ἡ ὅλη βιοτή μας εἶναι τέτοια πού ὁ Κύριος τήν αἰσθάνεται ὡς εὐωδιαστό λιβάνι ἐνώπιόν Του. Κι αὐτό σημαίνει, ὅπως ἀναφέραμε, καθαρή καρδιά καί ἀδιάκοπη ἐπαγρύπνηση νά βρισκόμαστε πάνω στίς ἅγιες ἐντολές Του. Τότε τό χαρμόσυνο στοιχεῖο πού περικλείει ἡ ἑορτή, γίνεται χαρμοσύνη κι εὐφροσύνη καί γιά ἐμᾶς.