Πέμπτη, 25 Απριλίου 2019

ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

 
Ἀντίφωνον α΄
«Ἄρχοντες Λαῶν συνήχθησαν, κατὰ τοῦ Κυρίου, καὶ κατὰ τοῦ Χριστοῦ αὐτοῦ.
Λόγον παράνομον, κατέθεντο κατ' ἐμοῦ, Κύριε, Κύριε, μὴ ἐγκαταλίπης με.
Τὰς αἰσθήσεις ἡμῶν, καθαρὰς τῷ Χριστῷ παραστήσωμεν, καὶ ὡς φίλοι αὐτοῦ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν θύσωμεν δι' αὐτόν, καὶ μὴ ταῖς μερίμναις τοῦ βίου, συμπνιγῶμεν ὡς ὁ Ἰούδας, ἀλλ' ἐν τοῖς ταμείοις ἡμῶν κράξωμεν. Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοίς, ἀπὸ τοῦ πονηροῦ ῥύσαι ἡμᾶς».
(Οἱ ἄρχοντες τῶν λαῶν μαζεύτηκαν κατά τοῦ Κυρίου καί κατά τοῦ ἐκλεκτοῦ Του Χριστοῦ.
Κατέθεσαν παράνομο λόγο ἐναντίον μου. Κύριε, Κύριε, μή μέ ἐγκαταλείπεις.
Ἄς προσφέρουμε τίς αἰσθήσεις μας καθαρές στόν Χριστό, καί σάν φίλοι Του, ἄς θυσιάσουμε τή ζωή μας γιά χάρη Του. Μή πνιγοῦμε ἀπό τίς ἀγωνιώδεις μέριμνες τοῦ βίου σάν τόν Ἰούδα, ἀλλά στό ταμεῖο μας, στόν δικό μας προσωπικό χῶρο τῆς καρδιᾶς μας, ἄς φωνάξουμε δυνατά: Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, σῶσε μας ἀπό τόν Πονηρό).
Στό πρῶτο ἀντίφωνο τῆς ἀκολουθίας τῶν ἁγίων Παθῶν τοῦ Κυρίου, παρακολουθοῦμε τίς ἐχθρικές ἐνέργειες τῶν ἀρχόντων τῶν Ἰουδαίων κατά τοῦ Κυρίου: οἱ ἄρχοντες, κατά παραχώρηση βεβαίως Θεοῦ, συγκεντρώθηκαν κατά τοῦ ἴδιου τοῦ Μεσσία, τόν Ὁποῖο ἐνῶ Τόν περίμεναν αἰῶνες, δέν μπόρεσαν λόγω πονηρίας νά Τόν ἀναγνωρίσουν. Ἡ ἐχθρότητα τῶν ἀρχόντων ὁδηγεῖ τόν Μεσσία στόν Σταυρό, ὁ Ὁποῖος (Σταυρός) ἐπειδή σηματοδοτεῖ τό μυστήριο τῆς ἄρσης τῆς ἁμαρτίας σύμπαντος τοῦ κόσμου, προκαλεῖ τήν ὀδύνη Ἐκείνου καί τήν ἀνάγκη ἐνισχύσεώς Του ἀπό τόν Θεό Πατέρα Του. «Ἠλί, Ἠλί, λαμά σαβαχθανί;, τοὐτέστιν, Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μέ ἐγκατέλιπες;»
Ὁ ὑμνογράφος ὅμως εἶναι πιστός καί γνωρίζει ἐπακριβῶς τή λύτρωση πού ἀπέρρευσε ἀπό τόν Σταυρό - ὁ Σταυρός ἔγινε ἡ πύλη τῆς σωτηρίας καί τοῦ Παραδείσου. Ὁπότε μᾶς προτρέπει νά βαδίσουμε κι ἐμεῖς ἀντίστοιχο μέ τόν Χριστό τρόπο ζωῆς: νά σταυρωθοῦμε μαζί Του, θυσιαζόμενοι γιά τόν συνάνθρωπό μας. Ἡ προσευχή μας πρός τόν Πατέρα Θεό εἶναι τό ὅπλο μας γιά τήν πορεία μας, ἐνῶ τό ἀρνητικό παράδειγμα τοῦ Ἰούδα μᾶς προφυλάσσει ἀπό τήν ἐκτροπή τοῦ ἄγχους καί τῆς ἁμαρτίας.


Ἀντίφωνον δ΄
«Σήμερον ὁ Ἰούδας καταλιμπάνει τόν Διδάσκαλον καί παραλαμβάνει τόν διάβολον· τυφλοῦται τῷ πάθει τῆς φιλαργυρίας, ἐκπίπτει τοῦ φωτός ὁ ἐσκοτισμένος∙ πῶς γάρ ἠδύνατο βλέπειν ὁ τόν φωστῆρα πωλήσας τριάκοντα ἀργυρίων; ἀλλ᾽ ἡμῖν ἀνέτειλεν ὁ παθών ὑπέρ τοῦ κόσμου∙ πρός ὅν βοήσωμεν∙ Ὁ παθών καί συμπαθῶν ἀνθρώποις, δόξα σοι». 
(Σήμερα ὁ Ἰούδας ἐγκαταλείπει τόν Διδάσκαλο καί παίρνει σάν φίλο τόν διάβολο· τυφλώνεται (ἡ ψυχή του) ἀπό τό πάθος τῆς φιλαργυρίας, ξεπέφτει ἀπό τό φῶς ὁ σκοτισμένος νοῦς του· διότι, πῶς μποροῦσε νά βλέπει αὐτός, πού πούλησε τόν Ἥλιο (τό Χριστό) ἀντί τριάκοντα ἀργυρίων; Γιά μᾶς ὅμως ἀνέτειλε αὐτός πού ἔπαθε ὑπέρ τοῦ κόσμου, πρός τόν ὁποῖο ἄς φωνάξουμε δυνατά: Δόξα ἀνήκει σ᾽ ἐσένα, Κύριε, πού ἔπαθες καί τρέφεις συμπάθεια στούς ἀνθρώπους).

     Ὁ Χριστός, κατά τή δήλωση τοῦ Ἴδιου, εἶναι τό φῶς καί ἡ ζωή τοῦ κόσμου. «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσει ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς». Φωτίζονται λοιπόν καί ἀποκτοῦν μία ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό, ὅσοι ἀκριβῶς Τόν ἀκολουθοῦν, πατώντας πάνω στά ἅγια χνάρια τῆς ζωῆς Του καί δοξολογώντας τό ἅγιο Ὄνομά Του. Ἀλλοίμονο ὅμως! Ὑπάρχουν κι ἐκεῖνοι πού τό φῶς τοῦ Χριστοῦ λειτουργεῖ γι’ αὐτούς ὡς σκοτάδι. Γιατί τυφλώνονται ἀπό αὐτό λόγω τῶν πονηρῶν παθῶν τους. Τό ἴδιο φῶς δηλαδή γιά μέν τούς καλοπροαίρετους πιστούς εἶναι ζωηφόρο φῶς, γιά δέ τούς ἐμπαθεῖς καί ἀμετανόητους εἶναι καταστροφή. Σάν νά ἔχουμε μέσα στίς ψυχές μας ἕναν «μετασχηματιστή» πού εἴτε τό φῶς τοῦ Θεοῦ τό κρατάει ὡς φῶς εἴτε τό μετατρέπει σέ σκοτάδι. Τό πῶς λειτουργεῖ ὁ μετασχηματιστής αὐτός πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν νοῦ μας, ἐξαρτᾶται ἀπό τό ποῦ κλίνει ἡ ψυχή μας: κλίση πρός τόν Χριστό σημαίνει ἄνοιγμα πρός τήν ἀνατολή τοῦ φωτός Του· κλίση πρός τά πάθη μας σημαίνει ἄρνηση τοῦ φωτός καί πρόκληση σκότους. Καί νά τό ζωντανό τραγικό παράδειγμα: ὁ προδότης μαθητής Ἰούδας. Ἀρνήθηκε τόν Διδάσκαλο, τό Φῶς τοῦ κόσμου, γιατί τόν κέρδισε ἡ φιλαργυρία του καί ὁ διάβολος. Τό σκοτάδι πού βρέθηκε ἦταν ἀπόλυτα καθοριστικό γιά τή ζωή του: τόν ὁδήγησε στήν αὐτοκτονία!

Ἀντίφωνον θ΄
«Ἔστησαν τά τριάκοντα ἀργύρια τήν τιμήν τοῦ τετιμημένου, ὅν ἐτιμήσαντο ἀπό υἱῶν Ἰσραήλ. Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε, ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν· τό μέν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δέ σάρξ ἀσθενής· διά τοῦτο γρηγορεῖτε».
(Τοποθέτησαν τά τριάκοντα ἀργύρια σάν ἀντίτιμο τοῦ ἀνεκτίμητου (Κυρίου), τοῦ ὁποίου τήν τιμή καθώρισαν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραήλ. Ἐσεῖς νά μένετε ἄγρυπνοι καί νά προσεύχεσθε, γιά νά μήν μπεῖτε σέ πειρασμό· διότι ἡ μέν ψυχή εἶναι πρόθυμη, ἡ σάρκα ὅμως εἶναι ἀδύνατη καί εὔκολα μπορεῖ νά ὑποκύψει. Γιά τοῦτο νά ἐπαγρυπνεῖτε).
Ὁ ὑμνογράφος μας στό ἔνατο ἀντίφωνο τῆς ἀκολουθίας τῶν ἁγίων Παθῶν, σέ ἦχο γ΄, τονίζει τό εὐμετάβλητο τοῦ ἀνθρώπου, ἀκόμη καί τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου. Ὁ καθένας εἶναι ἕτοιμος νά προδώσει τόν Κύριο, ἐπισημαίνει στήν οὐσία, γιατί ὁ καθένας στή ζωή αὐτή εὔκολα μπορεῖ νά συρθεῖ σέ πειρασμό. Κι ὁ λόγος εἶναι ὅτι φέρουμε σάρκα ἀσθενική, ἡ ὁποία παρασύρει καί τήν ψυχή στήν ἀδυναμία καί τίς ἁμαρτωλές ὀρέξεις της. «Πειρατήριον» ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου διακηρύσσει ὁ αἰώνιος λόγος τοῦ Θεοῦ, ὄχι βεβαίως γιατί ἔτσι τόν δημιούργησε ὁ Δημιουργός, ἀλλά γιατί ἔτσι τόν κατάντησε ἡ κακή ἐπιλογή τοῦ ἀνθρώπου. Τό παράδειγμα πού φέρνει ὁ ἅγιος ποιητής εἶναι πράγματι συντριπτικό: φτάσαμε οἱ ἄνθρωποι, στό πρόσωπο τῶν υἱῶν Ἰσραήλ τῆς ἐποχῆς τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί στό πρόσωπο τοῦ μαθητῆ Ἰούδα, νά ἐκτιμήσουμε ὅτι ὁ Θεός μας, ὁ ἀναμενόμενος καί ἀπό αὐτούς Μεσσίας, ἔχει τήν τιμή τῶν τριάντα ἀργυρίων. Ἡ ἀποθέωση τοῦ καταντήματος! Λοιπόν, ἡ προτροπή τοῦ Κυρίου εἶναι μονόδρομος κι αὐτόν τόν μονόδρομο προβάλλει καί ὁ ὕμνος: «γρηγορεῖτε». «Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε, ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν».