Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΔΕΥΤΕΡΑΣ


«Τῷ τὴν ἄβατον, κυμαινομένην θάλασσαν, θείῳ αὐτοῦ προστάγματι, ἀναξηράναντι, καὶ πεζεῦσαι δι' αὐτῆς, τὸν Ἰσραηλίτην λαὸν καθοδηγήσαντι, Κυρίῳ ᾄσωμεν· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται».
Ἡ ἀπόρρητος, Λόγου Θεοῦ κατάβασις, ὅπερ Χριστὸς αὐτός ἐστι, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, τὸ Θεὸς οὐχ ἁρπαγμόν, εἶναι ἡγησάμενος, ἐν τῷ μορφοῦσθαι δοῦλον, δεικνύει τοῖς Μαθηταῖς· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται.
Διακονῆσαι, αὐτὸς ἐλήλυθα, οὗ τὴν μορφὴν ὁ Πλαστουργός, ἑκὼν περίκειμαι, τῷ πτωχεύσαντι Ἀδάμ, ὁ πλουτῶν Θεότητι, θεῖναι ἐμήν τε αὐτοῦ, ψυχὴν ἀντίλυτρον, ὁ ἀπαθὴς Θεότητι».
(Ἄς ὑμνολογήσουμε τόν Κύριο, γιατί εἶναι ὁ μεγαλοπρεπής δοξασμένος Θεός. Εἶναι Αὐτός πού μέ τό θεϊκό πρόσταγμά Του τήν ἀδιάβατη ταραγμένη ἀπό κύματα θάλασσα τήν ἔκανε ξηρά καί καθοδήγησε τόν Ἰσραηλιτικό λαό ὥστε νά τήν διαβεῖ.
Ἡ μυστική κάθοδος στόν κόσμο τοῦ Θεοῦ Λόγου, δηλαδή ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, δείχνει στούς μαθητές Του ὅτι εἶναι Θεός καί ἄνθρωπος, ἐξηγώντας ὅτι ἡ θεότητά Του μέ τό νά γίνει πραγματικός ἄνθρωπος δέν εἶναι καρπός βίαιης ἁρπαγῆς.
Ἐγώ ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργός, μέ τόν πλοῦτο τῆς θεότητός Μου, ἦλθα στόν κόσμο προκειμένου νά ὑπηρετήσω τόν Ἀδάμ πού πτώχευσε ἀπό τήν ἁμαρτία του καί τοῦ ὁποίου τήν ἀνθρώπινη φύση μέ τή θέλησή Μου περιβλήθηκα· κι ἀκόμη νά θυσιάσω σά νά δίνω λύτρα γιά χάρη του, τή ζωή μου, ἐγώ πού εἶμαι ἀπαθής ὡς πρός τή θεότητά Μου).
Ἡ πρώτη ὠδή τοῦ τριωδίου κανόνα τοῦ ὄρθρου τῆς Μ. Δευτέρας, ποίημα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ ὑμνογράφου, δοσμένο στόν γλυκύ καί ταπεινό δεύτερο ἦχο, ἀποτελεῖ ἐν σμικρῷ μία σύνοψη ὅλης τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γίνεται ἀληθινός καί πραγματικός ἄνθρωπος χωρίς νά σταματᾶ ποτέ βεβαίως νά εἶναι καί ὁ Παντοδύναμος Θεός. Κι αὐτό μέ σκοπό νά σώσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν πτώση του στήν ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία εἶχε τραυματίσει τόσο τήν ἀνθρώπινη φύση, ὥστε δέν ἀρκοῦσε ἡ ἀποστολή τῶν προφητῶν - ἐκεῖνοι ἦρθαν γιά νά προετοιμάσουν ἁπλῶς τό ἔδαφος· ἀπαιτεῖτο ἡ κάθοδος τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου. Καί πῶς μᾶς σώζει Αὐτός ὁ ἐν σαρκί Θεός; Μ’ ἕναν τρόπο πού οὐδέποτε μποροῦσε νά διανοηθεῖ ὁ ἄνθρωπος: καί γενόμενος τέλειος ἄνθρωπος ὡς πρός ὅλα, (πλήν φυσικά τῆς ἁμαρτίας ἡ ὁποία δέν ἀποτελεῖ κανονικό στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου), ἀλλά ἐπιλέγοντας ὅ,τι πιό «ἀναξιοπρεπές» γιά ἕναν Θεό· νά ὑπηρετήσει ὁ Δημιουργός τό ἁμαρτωλό δημιούργημά Του, κι ἀκόμη· νά πεθάνει μέ τόν πιό ἀτιμωτικό τρόπο, πάνω στόν Σταυρό, γιά χάρη του, παίρνοντας πάνω Του ὅλες τίς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ἀλλά μέ τόν τρόπο αὐτόν ὁ ἄνθρωπος σώθηκε καί ἀναστήθηκε, δηλαδή πέρασε στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, κάτι πού προτυπώθηκε καί προεικονίστηκε ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη μέ τό γεγονός τῆς θαυμαστῆς διάβασης τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας ἀπό τούς Ἰσραηλίτες μέ ἡγέτη τόν Μωυσῆ. Δοξολογοῦμε τόν Θεό γιά τήν ἄπειρη συγκατάβαση καί ἀγάπη Του.