«Ἡ γῆ τό σῶμά σου
τό μακάριον κρύπτει σαφῶς, ἰάσεις ἀναβλύζον καί χάριτας˙ οὐρανός δέ τό πνεῦμα
σύν τοῖς ἐκλεκτοῖς φέρει τοῖς ἀπ’ αἰῶνος θείαις λαμπρότησι κατηγλαϊσμένον ἀληθῶς,
Βουκόλε ἔνδοξε» (ωδή θ΄ κανόνος οσίου Βουκόλου Σμύρνης).
(Η γη κρύβει καθαρά το μακάριο σώμα σου, το οποίο
αναβλύζει θεραπείες και χάριτες. Κι ο ουρανός, μαζί με τους εκλεκτούς του Θεού,
φέρει το πνεύμα σου, το λαμπροφορεμένο με τις αιώνιες θείες λαμπρότητες
πράγματι, ένδοξε Βουκόλε).
Στον μεγάλο αποστολικό Πατέρα Βουκόλο (αρχές του 2ου
αι.), τον πρώτο χειροτονημένο επίσκοπο Σμύρνης από τον αγαπημένο μαθητή του
Κυρίου Ιωάννη τον θεολόγο, επιφυλάχθηκε από τον Κύριο η φυσική πορεία των
πραγμάτων: να ζήσει αγιασμένα στον κόσμο τούτο μέχρι της ώρας που τον κάλεσε
κοντά Του, οπότε το μεν σώμα του ετάφη κατά τα συνηθισμένα, η δε ψυχή του
μεταστάθηκε στους ουρανούς, προκειμένου εκεί να αγαλλιάται μαζί με όλους τους αγίους,
προσδοκώντας κι αυτός τη Δευτέρα Παρουσία του Δημιουργού του και την τελική
όλων κρίση. Ό,τι ο ίδιος ο Ποιητής του παντός καθόρισε μετά την πτώση των
πρωτοπλάστων, ότι ο άνθρωπος είναι γη και σ’ αυτήν τη γη θα καταλήξει – «γη ει
και εις γην απελεύσει» -, το βλέπουμε και στον άγιο αυτόν με μία σημαντική όμως
διαφορά: ο Κύριος θέλησε να καταστήσει εμφανή την αγιότητά του και την παρρησία
που απόκτησε ενώπιόν Του κάνοντας να φυτρώσει, ευθύς μετά τον ενταφιασμό του,
ένα φυτό-δέντρο (λέγεται ότι ήταν μυρσίνη), το οποίο παρείχε ιάσεις και λοιπές
θαυματουργίες σε κάθε πονεμένο και σε ανάγκη ευρισκόμενο άνθρωπο.
Κι είναι ευνόητο βεβαίως ότι τα θαυμαστά σημεία πάνω στον
τάφο δεν τα παρείχε το φυτό από μόνο του(!), αλλ’ η χάρη όπως είπαμε του Θεού
που αναπαυόμενη στο άγιο σώμα του πιστού δούλου Του προεκτεινόταν με αισθητό
τρόπο μέσα από το φυτό. Γι’ αυτό και συνέρρεε πλήθος ανθρώπων καθημερινά στον
τάφο του αγίου, απ’ όπου ο καθένας κατά την αναλογία της πίστεώς του δεχόταν
περισσότερη ή λιγότερη χάρη. Μπορούμε να φανταστούμε το τι συνέβαινε βλέποντας
και στην εποχή μας αντίστοιχα φαινόμενα, όπως για παράδειγμα αυτό που
καθημερινά συμβαίνει στον τάφο του αγίου Παϊσίου του αγιορείτου στο Ιερό
Ησυχαστήριο του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Κι η χάρη
αυτή της οιονεί προέκτασης διά του φυτού του λειψάνου του αγίου Βουκόλου
συνεχίστηκε μέχρι τον 17ο αι, οπότε, καθώς διαβάζουμε, κάποιος
αποπειράθηκε ανίερα να κόψει το φυτό, κόβοντας ταυτόχρονα και το δικό του πόδι
με αποτέλεσμα τον θάνατό του, γι’ αυτό και τελικώς λίγα χρόνια αργότερα
ανοίχτηκε ο τάφος και συλλέχτηκαν τα ιερά λείψανα προς ευλογία και αγιασμό των
πιστών. Εκεί βεβαίως που ήταν ο τάφος του αποστολικού ανδρός κτίστηκε επ’
ονόματί του μεγαλοπρεπής ναός, ο οποίος υφίσταται μέχρι και σήμερα λειτουργώντας
όμως ως αρχαιολογικό μνημείο και όχι ως τόπος λατρείας.
Και το συμπέρασμα είναι σαφές: εφόσον ο Κύριος δεν θέλησε
να χαθεί ή να καταστραφεί με οποιονδήποτε τρόπο το σώμα του αγίου του, το οποίο
ήταν, όσο ζούσε στον κόσμο τούτο, «ναός» του εν αυτώ οικούντος αγίου Πνεύματος
λόγω της μυστηριακής αδιαίρετης σχέσης ψυχής και σώματος, το σώμα αυτό κατανοείται
ως ιερό λείψανο που εξακολουθεί και σχετίζεται με την αγιασμένη ψυχή του αγίου
παρέχοντας τη χάρη του Κτίστου του και προσφέροντας την παρηγοριά της έντονης
παρουσίας Εκείνου. Η απώλεια του σώματος ενός αγίου, όπως για παράδειγμα η
καύση του από τους εχθρούς της πίστεως (π.χ. η περίπτωση του διαδόχου του αγίου Βουκόλου αγίου Πολυκάρπου), εντάσσεται μέσα στα ανεξερεύνητα σχέδια
του Κυρίου, που μάλλον επιφυλάσσει στον άγιό Του άλλον τρόπο δράσεως και
προσφοράς στην Εκκλησία Του.
Ότι ασφαλώς η απώλεια αυτή όπως η καύση που είπαμε, δεν
έχει καμία σχέση με την επιλογή κάποιων θεωρουμένων «χριστιανών» να καεί το
σώμα τους μετά την εκπνοή τους είναι εντελώς περιττό και να πούμε. Στην πρώτη
περίπτωση έχουμε μία επίταση του μαρτυρικού τέλους ενός αγίου που φέρνει ίσως
μείζονα αγιασμό του˙ στη δεύτερη περίπτωση έχουμε μία επιβεβαίωση ότι ο «χριστιανός»
που επιζητεί την καύση του δεν είναι χριστιανός, για τον κύριο λόγο ότι είναι «τυφλός»
ως προς την αξία και το μεγαλείο του ίδιου του σώματός του – δεν υπάρχει ο
σεβασμός προς αυτό που η χριστιανική πίστη καθορίζει ως ναό του Αγίου Πνεύματος.
Κι επιπρόσθετα για τον λόγο ότι, κι αλλιώς να ήταν τα πράγματα, δείχνει «ωμή»
ανυπακοή προς ό,τι καθορίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία στην οποία ανήκει. Και ξέρουμε
ότι εκείνο που ευλογεί ο Κύριος είναι όχι το ατομικό και μεμονωμένο που
στηρίζεται στη «δική μου λογική» αλλά σε εκείνο που εκφράζει συνοδικά η
Εκκλησία μας. Στο ένα λειτουργεί ο εγωισμός, στο άλλο η αγία ταπείνωση που
φέρνει τη χάρη του Θεού.

.jpg)