Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

ΓΕΡΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΤΟΥ ΕΣΣΕΞ: «Ἡ διαθήκη μου»


Γιά τόν μεγάλο Γέροντα Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ, τόν τόσο ἀγαπητό καί στόν ἅγιο Πορφύριο τόν Καυσοκαλυβίτη, μέ τόν ὁποῖο διατηροῦσε μία ἰδιαίτερη πνευματική καί στενή σχέση, ἔστω κι ἄν δέν εἶχαν ποτέ συναντηθεῖ προσωπικά, ἔχουν γράψει, γράφουν καί θά συνεχίσουν πολλοί νά γράφουν πολλά. Κι ὄχι μόνο κείμενα ἁπλά ἐμπνεόμενα ἀπό τήν κατά Χριστόν βιωτή του καί τά πολλά συγγράμματά του, ἀλλά καί ἐπιστημονικά καί βαθιά θεολογικά, ἀκόμη καί διδακτορικές διατριβές, διότι ὑπῆρξε, ἴσως κατά τρόπο μοναδικό αὐτός, πέραν ἀπό Γέροντας φωτισμένος καί ἔνθεος, καί λόγιος μέ ξεχωριστή μόρφωση, ὅπως καί μέ μεγάλο χάρισμα ἔκφρασης τῶν πνευματικῶν καί θεοπτικῶν του ἀκόμη ἐμπειριῶν. Ἡ πνευματική του πορεία δέν ἦταν καθόλου εὔκολη: πέρασε μέσα ἀπό τίς συμπληγάδες τῆς ἀμφισβήτησης, τῆς ἀναζήτησης σέ ἐξωχριστιανικά θρησκεύματα, τῆς φιλοσοφικῆς καί θεοσοφικῆς περιπέτειας, γιά νά καταλήξει ἐκεῖ πού πράγματι ἀναπαύτηκε ἡ ψυχή του: στήν εὕρεση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μέσα στόν εὐλογημένο λειμώνα τῶν μονῶν τοῦ ἁγίου Ἄθωνα.
Ἕνα μικρό βιογραφικό του, πρίν καταγράψουμε αὐτό πού θεωροῦσε πνευματική του διαθήκη καί ἐπικεντρώσουμε σ’ αὐτήν, εἶναι ἀπαραίτητο προκειμένου νά κατανοήσουμε ὅσο εἶναι δυνατό τή μεγάλη καί σπουδαία προσωπικότητά του.
«Ὁ ἀρχιμανδρίτης Σωφρόνιος (Σαχάρωφ) γεννήθηκε τό 1896 στή Μόσχα. Σπούδασε στήν Κρατική Σχολή Καλῶν Τεχνῶν τῆς γενέτειράς του καί ἐπιδόθηκε στή ζωγραφική. Μετά μικρή περίοδο σπουδῶν στό Θεολογικό Ἰνστιτοῦτο τοῦ Ἁγίου Σεργίου στό Παρίσι, ἀναχώρησε τό 1925 γιά τό Ἅγιον Ὄρος καί ἐγκαταβίωσε στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Ἐκεῖ γνώρισε καί συνδέθηκε στενά μέ τόν Ἅγιο Σιλουανό. Ἡ συνάντηση τοῦ Γέροντος Σωφρονίου μέ τον Ἅγιο ἀποτέλεσε βασικό σταθμό στήν πνευματική του πορεία. Παρέμεινε κοντά στόν Ἅγιο μέχρι τήν κοίμησή του καί ἔπειτα, μέ τήν εὐλογία τοῦ Ἡγουμένου καί τῶν Γερόντων τῆς Ἱ. Μονῆς ἀποσύρθηκε στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἀπό ἐκεῖ διακόνησε ὡς πνευματικός στίς Ἱερές Μονές τοῦ Ἁγίου Παύλου, τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου, τοῦ ὁσίου Σίμωνος Πέτρας, τοῦ Ὁσίου Ξενοφῶντος, καθώς καί σέ πολλά ἄλλα Κελλιά καί Σκῆτες. Τό 1948 ἐξέδωσε στή Γαλλία τό χειρόγραφο, πού τοῦ παρέδωσε ὁ ἅγιος Σιλουανός, ἐπισυνάπτοντας ἐκτενῆ ἀνάλυση τῆς διδασκαλίας του καθώς και μερικά βιογραφικά στοιχεῖα. Ἀπό τό ἔτος 1959 ἐγκαταβίωσε στήν Ἱερά Πατριαρχική καί Σταυροπηγιακή Μονή τοῦ Τιμίου Προδρόμου στό Ἔσσεξ τῆς Ἀγγλίας, τῆς ὁποίας ὑπῆρξε ἱδρυτής, κτίτορας καί πνευματικός πατέρας. Κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ στίς 11 Ἰουλίου 1993. Τά συγγράμματά του τά ὁποῖα ἔγραψε πρωτοτύπως στή ρωσική, μεταφράστηκαν στήν ἀγγλική, ἀραβική, γαλλική, γερμανική, ἱσπανική, ἰταλική, ρουμανική, σερβική, σουηδική, φλαμανδική, καί ἀποσπασματικά σέ πολλές ἄλλες γλῶσσες. Στήν ἑλληνική κυκλοφοροῦν ἤδη πλέον τῶν δέκα βιβλίων του».
«Στή μοναχική κοινωνία καί στήν ἰδεώδη τάξη, τίθεται σκοπός ἡ ἀπόκτηση ἐκείνης τῆς ἑνότητος, γιά τήν ὁποία προσευχήθηκε ὁ Χριστός, «ἵνα πάντες ἕν ὦσι, καθώς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καί αὐτοί ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν», δηλαδή, τῆς ἑνότητος κατ’ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Θεός εἶναι ἕνας, ἀλλά σέ τρεῖς ὑποστάσεις. Καί κατά τούς ἀποκαλυπτικούς λόγους τῆς ἁγίας Γραφῆς «ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ’ ὁμοίωσιν», πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι στόν ἄναρχο νοῦ τοῦ Δημιουργοῦ μας, ὁ Ἄνθρωπος συνελήφθη ὡς ἕνας, μοναδικός, ἀλλά σέ πολλές ὑποστάσεις. Στή θαυμαστή αὐτή ἑνότητα, ὁ καθένας, κατά κάποιον τρόπο, στήν ὑπόστασή του, ἀποτελεῖ κέντρο τοῦ παντός: οἱ πάντες καί τά πάντα δι’ αὐτόν. Αὐτός δέ πᾶν τό ἑαυτοῦ καί ὅλο τόν ἑαυτό του τόν προσφέρει γιά ὅλους καί γιά τόν καθένα. Δέν ὑπάρχει οὔτε μεῖζον οὔτε ἔλαττον. Ὁ καθένας, φέροντας στήν προσευχή του ὅλα τά μέλη τῆς κοινότητος, ὁρμᾶ νά ἀποκτήσει ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἐτέθη μπροστά μας ὡς ἐντολή: «Ἀγαπήσεις τόν πλησίον ὡς σεαυτόν», δηλαδή, ὡς τήν «ἰδίαν» ζωή σου. Ἄν πράγματι τά μέλη τῆς μοναχικῆς κοινωνίας συνετά φέρουν μέσα τους τόν σκοπό αὐτό, τότε τό ἕνα ἐπηρεάζει εὐεργετικά τό ἄλλο στόν κοινό ἀγώνα τῆς ἀπόκτησης τῆς ἐν Θεῶ ἑνότητος. Συντελεῖται ἐν τούτῳ συντονισμός προσπαθειῶν, στενή συνεργασία, σύγκλιση στόν ἐνθουσιασμό γιά τό σωτήριο ἔργο πού ἐξασφαλίζει τήν ἀνάβαση στήν πνευματική σφαίρα τῆς βασιλείας τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ἡ μοναχική κοινωνία δημιουργεῖ τίς πλέον εὐνοϊκές συνθῆκες γιά τή διεύρυνση τῆς συνειδήσεώς μας ὡς ἐκεῖνα τά ὅρια, τά ὁποῖα ἔχουν τεθεῖ μπροστά μας ὡς τελικός σκοπός, ὡς πραγμάτωση τῆς Θείας εἰκόνας καί ὁμοιώσεως πρός τόν Θεό στό Ἀνθρώπινο Εἶναι: «ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς». Ἡ ἄσκηση αὐτή εἶναι ἐκείνη ἡ «στενή ὁδός» πού εἶναι γεμάτη ἀπό βαθιά παθήματα, γιά τά ὁποῖα ὁμιλεῖ ὁ Χριστός. Κατά τή διάρκεια ὅλης τῆς ζωῆς μας μπορεῖ νά αὐξάνουμε, κινούμενοι ἀπό τόν λόγο καί τό ὑπόδειγμα τοῦ Ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, μέχρις ὅτου φθάσουμε «εἰς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ»…
… Δέν εἶναι ἀνώφελο νά ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι ἡ ἀγάπη μεταθέτει τή ζωή τοῦ ἀγαπῶντος στό πρόσωπο τοῦ ἀγαπώμενου. Ἡ ὕπαρξη τῶν ἀγαπημένων ἀπό ἐμένα προσώπων ἀποβαίνει τό περιεχόμενο τῆς ζωῆς «μου». Ἐάν ἀγαπῶ τόν Θεό δι’ ὅλου τοῦ εἶναι μου, κατά τό νόημα τῆς πρώτης ἐντολῆς: «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καί ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καί ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου», τότε ἐγώ ὅλος, ἐξ ὁλοκλήρου, διαμένω ἐν Αὐτῷ. Καί μόνο ἔτσι τό εἶναι Αὐτοῦ ἀποβαίνει «ἰδικόν μου». Ἐάν ἐγώ, ὅπως ὁ Χριστός, «ἕως τέλους», ἀγαπῶ τούς πάντας, τότε, τό εἶναι ὅλων, δυνάμει τῆς ἀγάπης, γίνεται τό δικό μου εἶναι. Κι αὐτό, ὄχι μόνο ὑπό τήν ἔννοιαν τοῦ ὄγκου τοῦ περιεχομένου, ἀλλά καί τῆς ποιότητος, διά τῆς μεταμορφώσεως τῆς δικῆς μου ἀνθρωπότητος, χάριτι Θεοῦ. Καί ἔτσι, αὐτό θά ἀποβεῖ ὁ ἰδιαίτερος τρόπος τῆς διαμονῆς μας ἐν τῷ Θεῷ, καί τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Καί αὐτό εἶναι ἡ ζῶσα αἰωνιότης, δηλαδή, ἡ ὑποστατική» («Ἡ διαθήκη μου»: Οἰκοδομώντας τόν Ναό τοῦ Θεοῦ μέσα μας καί στούς ἀδελφούς μας, τόμ. Β΄, σελ. 166-169).
1. «Σκοπός… “ἵνα πάντες ἕν ὦσι…”».
Ὁ Γέρων Σωφρόνιος τήν ἑνότητα τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους τήν θεωρεῖ ὡς τόν σκοπό πού ὁ Θεός ἔχει θέσει στόν ἄνθρωπο, ἕναν σκοπό πού ὑπερβαίνει κατά πολύ ἀσφαλῶς ὅ,τι θεωρεῖ ὡς σκοπό τῆς ζωῆς του ὁ συνήθης ἄνθρωπος, ἀκόμη καί ὁ ἐντός(;) τῆς Ἐκκλησίας. Τί θέτει ὡς σκοπό ὁ περισσότερος κόσμος; Τήν ἀπόκτηση θέσεως, χρήματος, δόξας, τή δημιουργία ἴσως μιᾶς καλῆς οἰκογένειας, μπορεῖ σέ λίγες περιπτώσεις καί τήν καλλιέργεια ἑνός καλοῦ καί ἠθικοῦ χαρακτήρα, πάντως ὁ σκοπός δέν ἐκφεύγει τῶν ὁρίων τοῦ παρόντος κόσμου, ὡς ἐάν ὁ κόσμος  νά ἐξαντλεῖ καί τό νόημα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ἐνῶ τελικῶς ὁ σκοπός αὐτός χαρακτηρίζεται ἔντονα ἀπό μία ἀτομιστική διάθεση, ἡ ὁποία ἀκυρώνει αὐτονόητα καί ὁποιαδήποτε ἔννοια ἑνότητας - ὁ ἀτομιστής καί στήν ἑνότητα μέ τούς ἄλλους κοιτάει μόνο τόν ἑαυτό του κι ὅ,τι τόν ἐξυπηρετεῖ! Ὁ Γέροντας ὑπενθυμίζει ὅμως ὅτι ἐφόσον μιλᾶμε γιά τόν ἄνθρωπο πού θέλει νά εἶναι χριστιανός, ὅπως καί γιά τόν ἄνθρωπο πού θέλει τελικῶς νά εἶναι ἀληθινός ἄνθρωπος, ὁ σκοπός δέν μπορεῖ νά εἶναι διαφορετικός ἀπό ἐκεῖνον πού ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργός τοῦ ἔχει θέσει ἤδη ἀπαρχῆς τῆς Δημιουργίας του, τοῦ πρόβαλε μέσα ἀπό τήν προφητική παράδοση τῆς πρώτης ἀποκάλυψης στήν Παλαιά Διαθήκη, κατεξοχήν δέ τοῦ ἀπεκάλυψε ὅταν ὁ Ἴδιος ἐνσαρκώθηκε καί ἔγινε ἄνθρωπος. Ἔτσι ὁ σκοπός αὐτός κατανοούμενος μέσα στό πλαίσιο τῆς ἀνθρωπολογίας τῆς Βίβλου καί τῆς Ἐκκλησίας κινεῖται σέ ὑπέρ φύσιν χαρισματικό ἐπίπεδο, συνεπῶς σέ καταστάσεις πού ὁποιαδήποτε φιλοσοφία, θεοσοφία ἤ καί θρησκεία ἀδυνατοῦν ἔστω καί νά ὑποψιαστοῦν. Κι αὐτό περαιτέρω σημαίνει ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἑνότητας δέν εἶναι αὐτό πού ἔχουν στόν νοῦ τους οἱ πολλοί, οἱ ὁποῖοι τήν ἀναφέρουν καί τήν περιγράφουν ὡς μία ἐξωτερικοῦ τύπου συνύπαρξη τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά ἐκείνη ἡ ἑνότητα πού κατανοεῖται κατά τό πρότυπο τῆς ἁγίας Τριάδος, δεδομένου ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ». Ὅ,τι ὁ Θεός μας, ὁ Τριαδικός Θεός πού ἀποκαλύπτει ὁ Κύριος καί ἐν σπέρματι ἀναφέρεται  στήν Παλαιά Διαθήκη, εἶναι, αὐτό καλεῖται νά γίνεται καί ὁ ἄνθρωπος, συνεπῶς ἡ ἑνότητα τῶν τριῶν ὑποστάσεων τοῦ Θεοῦ γίνεται τό θεμέλιο καί γιά τήν ἑνότητα τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους.  «Τίθεται σκοπός ἡ ἀπόκτηση ἐκείνης τῆς ἑνότητος, γιά τήν ὁποία προσευχήθηκε ὁ Χριστός, “ἵνα πάντες ἕν ὦσι, καθώς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καί αὐτοί ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν”, δηλαδή, τῆς ἑνότητος κατ’ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος».
Ἡ ἀλληλοπεριχώρηση αὐτή τῶν προσώπων-ὑποστάσεων τῆς ἁγίας Τριάδος, κατά τήν ὁποία τό κάθε θεῖο πρόσωπο ζεῖ ὅλη τήν οὐσία τῆς θεότητος – δέν ὑπάρχει ἀπρόσωπη οὐσία Θεοῦ -, ἡ ἀλληλοπεριχώρηση τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀνθρώπων, κατά τήν ὁποία ὁ Κύριος προσλαμβάνει ὅλη τήν ἀνθρώπινη φύση καί συνεπῶς καί ὅλους τούς ἀνθρώπους ὥστε νά ζεῖ μέσα σ’ αὐτούς καί αὐτοί νά ζοῦν μέσα σ’ Αὐτόν, προκαλεῖ (δοσμένη καί ὡς ἐντολή) τή χαρισματική κίνηση τοῦ χριστιανοῦ ἀνθρώπου ὡς μέλους καί ἄρα ὡς συνέχειας τοῦ Χριστοῦ, ὥστε νά περιλάβει καί αὐτός τόν κάθε ἄνθρωπο, ὅπου γῆς καί κάθε χρόνου, καί νά τόν ἐντάξει στή δική του ὑπόσταση, δηλαδή ὁ κάθε ἄνθρωπος, χάριτι Θεοῦ: δηλαδή ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας καί μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ, νά μπορεῖ νά ζεῖ ὡς παγκόσμιος ἄνθρωπος, πραγματώνοντας διαρκῶς τήν κεντρική ἐντολή τοῦ Θεοῦ «ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». «Στή θαυμαστή αὐτή ἑνότητα, ὁ καθένας, κατά κάποιον τρόπο, στήν ὑπόστασή του, ἀποτελεῖ κέντρο τοῦ παντός: οἱ πάντες καί τά πάντα δι’ αὐτόν… Ἐάν ἐγώ, ὅπως ὁ Χριστός, «ἕως τέλους», ἀγαπῶ τούς πάντας, τότε, τό εἶναι ὅλων, δυνάμει τῆς ἀγάπης, γίνεται τό δικό μου εἶναι».
Ἡ ἀποκάλυψη αὐτή τοῦ Κυρίου γιά τό τί συμβαίνει στή ζωή Του, συνεπῶς καί στή ζωή μας, τί σημαίνει δηλαδή νά εἶναι κανείς μέλος Χριστοῦ, ἐπεξηγεῖται, νομίζουμε, καί ἀπό τίς χαρισματικές καταστάσεις πού περιγράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν λέει «ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». Ζώντας ὁ ἀπόστολος, ὅπως καί οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι βεβαίως, τή σχέση ταύτισης σέ ὀντολογικό ἐπίπεδο μέ τόν Χριστό, μποροῦσε νά λέει ὅτι «ὀφειλέτης εἰμί Ἰουδαίοις τε καί Ἕλλησι», νά ἔχει «τήν μέριμναν πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν», νά ὁμολογεῖ «τίς ἀσθενεῖ καί οὐκ ἀσθενῶ;» καί «κλαίειν μετά κλαιόντων καί χαίρειν μετά χαιρόντων». Κι ἀκόμη· νά καλεῖ τούς πιστούς νά βλέπουν τόν ἑαυτό τους μέ τήν ὀρθή ἱεράρχηση τῶν πραγμάτων, τήν ἱεράρχηση πού δίνει ἡ σχέση μέ τόν Χριστό καί τῆς ἀγάπης πού «πάντα στέγει». Τά λόγια του στήν κατακλείδα τοῦ 3ου κεφ. τῆς Α΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολῆς του εἶναι συγκλονιστικά: «Πάντα ὑμῶν ἐστι, ὑμεῖς δέ Χριστοῦ, Χριστός δέ Θεοῦ».  Ἡ παγκοσμιότητα τοῦ Χριστοῦ ἦταν χάριτι Θεοῦ καί παγκοσμιότητα δική του, ἡ προσευχή του ἐκτεινόταν πρός τούς πάντες, γιατί οἱ πάντες ἦταν τό περιεχόμενο τῆς δικῆς του ὕπαρξης. Σχεδόν ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν μαρτυρήσει θεολογικά καί ἐμπειρικά γι’ αὐτήν τήν πραγματικότητα, ἀλλά θά μεταφέρουμε τή μαρτυρία τοῦ ἁγίου τῆς ἐποχῆς μας, ὁσίου Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, ὁ ὁποῖος καί αὐτός  σάν τόν Γέροντα Σωφρόνιο θεωροῦσε ὅτι στήν ἑνότητα αὐτή βρίσκεται τό μεγαλεῖο τῆς πίστης μας, τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἐν Χριστῶ ὑπάρξεως.
«Νά τούς ἀγαπᾶτε καί νά τούς συμπονᾶτε ὅλους. “Καί εἴτε πάσχει ἕν μέλος, συμπάσχει πάντα τά μέλη· ὑμεῖς δέ ἐστε μέλη Χριστοῦ καί μέλη ἐκ μέρους”. Αὐτό εἶναι Ἐκκλησία· ἐγώ, ἐσύ, αὐτός, ὁ ἄλλος νά αἰσθανόμαστε ὅτι εἴμαστε μέλη Χριστοῦ, ὅτι εἴμαστε ἕνα. Ἡ φιλαυτία εἶναι ἐγωισμός. Νά μή ζητᾶμε, “ἐγώ νά σταθῶ, ἐγώ νά πάω στόν Παράδεισο”, ἀλλά νά νιώθομε γιά ὅλους αὐτή τήν ἀγάπη. Καταλάβατε; Αὐτό εἶναι ταπείνωση. Ἔτσι, ἄν ζοῦμε ἑνωμένοι, θά εἴμαστε μακάριοι, θά ζοῦμε στόν Παράδεισο. Ὁ κάθε διπλανός μας, ὁ κάθε πλησίον μας εἶναι “σάρξ ἐκ τῆς σαρκός μας”. Μπορῶ ν’ ἀδιαφορήσω γι’ αὐτόν, μπορῶ νά τόν πικράνω, μπορῶ νά τόν μισήσω; Αὐτό εἶναι τό μεγαλύτερο μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Νά γίνομε ὅλοι ἕνα ἐν Θεῶ. Ἄν αὐτό κάνομε, γινόμαστε δικοί Του. Τίποτα καλύτερο δέν ὑπάρχει ἀπ’ αὐτή τήν ἑνότητα. Αὐτό εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Αὐτό εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Αὐτό εἶναι ὁ Παράδεισος. Ἄς διαβάσομε ἀπ’ τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη τήν Ἀρχιερατική Προσευχή. Προσέξτε τούς στίχους: “ἵνα ὦσιν ἕν, καθώς ἡμεῖς… ἵνα πάντες ἕν ὦσι, καθώς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί… ἵνα ὦσιν ἕν, καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμέν… ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν… ἵνα ὅπου εἰμί ἐγώ κἀκεῖνοι ὦσι μετ’ ἐμοῦ”. Βλέπετε; Τό λέει καί τό ξαναλέει. Τονίζει τήν ἑνότητα. Νά εἴμαστε ὅλοι ἕνα, ἕνα μέ κεφαλή τόν Χριστό! Ὅπως ἕνα εἶναι ὁ Χριστός μέ τόν Πατέρα. Ἐδῶ κρύβεται τό μεγαλύτερο βάθος τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας μας. Καμία θρησκεία δέν λέγει κάτι τέτοιο. Κανείς δέν ζητάει αὐτή τή λεπτότητα πού ζητάει ὁ Χριστός, νά γίνομε ὅλοι ἕνα σύν Χριστῷ. Ἐκεῖ βρίσκεται τό πλήρωμα. Σ’ αὐτήν τήν ἑνότητα, σ’ αὐτήν τήν ἀγάπη, τήν ἐν Χριστῷ. Καμία διάσπαση ἐκεῖ δέν χωράει, κανείς φόβος. Οὔτε θάνατος, οὔτε διάβολος, οὔτε κόλαση. Μόνο ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, λατρεία Θεοῦ. Μπορεῖς νά φθάσεις νά λέεις τότε μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο: “Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός”».
2. «Δέν ὑπάρχει οὔτε μεῖζον οὔτε ἔλαττον».
Ἡ ἀγκαλιά τοῦ χριστιανοῦ γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, συνέχεια ὅπως εἴπαμε τῆς ἀγκαλιᾶς τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, ὑπερβαίνει κατά τρόπο φυσικό ὁποιαδήποτε ἐπιλεκτική, ἐλιτίστικη καί ρατσιστική ἀντιμετώπιση τοῦ κόσμου. Οἱ πάντες, ὅ,τι καί νά εἶναι, περιέχονται μέσα στή χαρισματική ὕπαρξη τοῦ ἐν ἐπιγνώσει χριστιανοῦ καί ἀγαπῶνται ἀπό αὐτόν, διότι «οὐκ ἔστιν προσωποληψία ἐν τῷ Θεῷ», συνεπῶς καί γιά τόν πιστό χριστιανό. Ἡ στάση τοῦ χριστιανοῦ δέν ἀκολουθεῖ τό γνωστό ἀνθρώπινο σχῆμα «δράση - ἀντίδραση». Δέν δρᾶ δηλαδή ὁ πιστός ἀνάλογα μέ τό τί στάση κρατάει ὁ ἄλλος ἀπέναντί του. Μία δράση πού εἶναι ἀντίδραση, πέραν τῆς ὑπάρχουσας ἀνωριμότητας, παραπέμπει στήν ἰουδαϊκή ἠθική, παραπέμπει στήν κοσμική ἠθική, δέν εἶναι ὅμως χριστιανική. Τό «ὀφθαλμόν ἀντί ὀφθαλμοῦ» ξεπερνιέται, γιατί ὁ ἄλλος εἶναι ὁ Χριστός, εἶναι ὁ «ἄγνωστος» ἑαυτός. Ὁπότε, «ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς, εὐλογεῖτε τούς καταρωμένους ὑμᾶς, προσεύχεσθε ὑπέρ τῶν ἐπηρεαζόντων καί διωκόντων ὑμᾶς». Πρόκειται γιά τήν ἄλλη λογική τῆς «καινῆς κτίσεως» πού ἔφερε ὁ Χριστός. Μέ τά λόγια καί πάλι τοῦ Γέροντος Σωφρονίου: «Δέν εἶναι ἀνώφελο νά ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι ἡ ἀγάπη μεταθέτει τή ζωή τοῦ ἀγαπῶντος στό πρόσωπο τοῦ ἀγαπώμενου. Ἡ ὕπαρξη τῶν ἀγαπημένων ἀπό ἐμένα προσώπων ἀποβαίνει τό περιεχόμενο τῆς ζωῆς “μου”». Γι’ αὐτό καί δέν ὑπάρχει «οὔτε μεῖζον οὔτε ἔλαττον». Διότι ὁ πιστός  «πᾶν τό ἑαυτοῦ καί ὅλο τόν ἑαυτό του τόν προσφέρει γιά ὅλους καί γιά τόν καθένα». Εἶναι, γίνεται διαρκῶς, «ἐν σαρκί περιπολῶν Θεός». Γίνεται «ἐν ἐτέρᾳ μορφῆ Χριστός».
3. «Τό ἕνα μέλος ἐπηρεάζει εὐεργετικά τό ἄλλο· ἀνάβαση στήν πνευματική σφαίρα τῆς βασιλείας τῆς Ἁγίας Τριάδος».
Ὁ Γέρων Σωφρόνιος στό βάθος αὐτό τῆς θεολογίας καί τῆς ἐν Χριστῷ ἐμπειρίας στό ὁποῖο βρίσκεται καί τό ὁποῖο περιγράφει – πού  σημειωτέον ὡς γνωστόν ἦταν καί ἡ θαυμαστή ἐμπειρία τοῦ ἁγίου Γέροντός του ὁσίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου - ἐπισημαίνει κι αὐτά πού ἐπίσης δέν πρέπει νά μᾶς διαφεύγουν. Πρῶτον· ὁ πιστός πού ζεῖ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἐπιτελεῖ καί τό σπουδαιότερο κοινωνικό ἔργο. Γιατί «τό ἕνα μέλος ἐπηρεάζει εὐεργετικά τό ἄλλο». Ὅπως ὁ Κύριος κατά τήν ἐπίγεια πορεία Του «διῆλθεν εὐεργετῶν καί ἰώμενος τούς πάντας», κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ χριστιανός ὡς μέλος Χριστοῦ διοχετεύει κατά τρόπο «ὑπόγειο» καί μυστικό, ἀφανῶς γιά τά δεδομένα τῶν ἀνθρώπων, τήν ἀγάπη του αὐτή, τήν ἀληθινή καί γνήσια, πρός ὅλους ἀνεξαιρέτως, πού σημαίνει ὅτι μεταφέρει τή χάρη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ ὄχι μόνο στούς ἐν Χριστῷ ἀγωνιζομένους ἀδελφούς του, ἀλλά ἀκόμη καί σ’ αὐτούς πού λόγω ἁμαρτίας καί ἀνταρσίας τους πρός τόν Θεό «κανονικά» δέν ἔπρεπε νά τήν εἰσπράττουν. Ὁπότε ὁ πιστός γίνεται εὐεργέτης τῶν πάντων, καθιστώντας ἔτσι κατανοητό καί τόν λόγο ὅτι «πρός χάριν τέτοιων πιστῶν ὁ Θεός κρατάει ἀκόμη τόν κόσμο Του». Μέ ἄλλα λόγια ἡ σπουδαιότερη συμβολή στόν κόσμο ἑνός πιστοῦ εἶναι ὄχι τόσο ἕνα κοινωνικό ἔργο πού πιθανόν ἐπιτελεῖ, ὅσο τό νά ζεῖ μέ συνέπεια τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου, τήν ἐν Χριστῷ ἀγάπη πρωτίστως, γιατί αὐτή εἶναι πού κινητοποιεῖ τήν παντοδυναμία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Δέν μᾶς παραξενεύουν ἔτσι τά λόγια διαφόρων ἁγίων μας, ὅπως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ἤ τοῦ ὁσίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου γιά παράδειγμα, οἱ ὁποῖοι σημειώνουν ὅτι ὑπεράνω τοῦ θεολογεῖν, ὑπεράνω τῆς ὅποιας κοινωνικῆς θαυμαστῆς προσφορᾶς, ὑπεράνω καί τοῦ ἐπιτελεῖν θαύματα καί ἀναστάσεις νεκρῶν, εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση γιά νά βλαστήσει ἡ καθαρή ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Δεύτερον· τήν ὥρα πού ἀρχίζει ὁ πιστός νά ἐνεργοποιεῖ τή δωρεά τοῦ ἁγίου βαπτίσματός του μέ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἐκείνη τήν ὥρα μετατίθεται στή βασιλεία τῆς Ἁγίας Τριάδος. «Ἐάν ἀγαπῶ τόν Θεό δι’ ὅλου τοῦ εἶναι μου, κατά τό νόημα τῆς πρώτης ἐντολῆς: «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καί ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καί ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου», τότε ἐγώ ὅλος, ἐξ ὁλοκλήρου, διαμένω ἐν Αὐτῷ… (Ἀπό τήν ἄλλη), αὐτό, (δηλαδή ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο), θά ἀποβεῖ ὁ ἰδιαίτερος τρόπος τῆς διαμονῆς μας ἐν τῷ Θεῷ, καί τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Καί αὐτό εἶναι ἡ ζῶσα αἰωνιότης, δηλαδή, ἡ ὑποστατική». Τί τονίζει ὁ ἅγιος Γέροντας; Αὐτό πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἔχει ἀποκαλύψει: τήν ὥρα πού τηρεῖ κανείς τίς ἅγιες ἐντολές Του, ἐκείνη τήν ὥρα ἀνοίγεται ἡ ὕπαρξή του καί γίνεται δεκτικός τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, κυριολεκτικά κατοικητήριο τῆς ἁγίας Τριάδος. «Ἐάν ἀγαπᾶτέ με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε. Ὁ δέ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπό τοῦ Πατρός μου καί ἐγώ ἀγαπήσω αὐτόν καί ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν». «Ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν». Ἡ ἀγάπη τοῦ χριστιανοῦ πρός κάθε συνάνθρωπό του λειτουργεῖ δηλαδή ἀναγωγικά: γίνεται ἡ σκάλα πού στήνει μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ ἴδιος, προκειμένου νά «κατέβει» ὁ Θεός σέ αὐτόν. Ἡ θεοκοινωνία αὐτή εἶναι μία ἄλλη μορφή θείας κοινωνίας μέ τόν Χριστό. Ὅπως ὑπάρχει ἡ μυστηριακή κοινωνία  - νά τρώει κανείς τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί νά πίνει τό αἷμα Του - ἔτσι ὑπάρχει καί ἡ θεία κοινωνία μέσω τῶν ἐντολῶν Αὐτοῦ. Κι αὐτή μάλιστα ἡ κοινωνία δέν ἔχει χρονικούς προσδιορισμούς· γίνεται πραγματικότητα κάθε στιγμή καί ὥρα τῆς ἡμέρας. «Ὁ τηρῶν τάς ἐντολάς Αὐτοῦ, ἐν Αὐτῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν Αὐτῷ». «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ».
4. «Ἡ στενή ὁδός».
Ὁ ἅγιος Γέρων Σωφρόνιος βεβαίως τονίζοντας ὅλα τά παραπάνω περί τῆς ἑνότητας ὡς τοῦ σκοποῦ τῶν χριστιανῶν, ἀφοῦ ἡ ἑνότητα αὐτή τούς συνδέει μέ τόν Θεό καί τούς φτάνει «ἀτέλεστα» στό ὅριο τῆς τελειότητας καί «τοῦ μέτρου τῆς ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ», εἶναι ἀπολύτως προσγειωμένος. Ἡ προσωπική του ἐμπειρία, ὅπως καί ἡ γνώση τῆς ἐμπειρίας τῶν ἄλλων ἀσκητῶν χριστιανῶν, ἔχει δείξει ὅτι πρέπει κανείς νά «ματώσει» προκειμένου νά φτάσει σ’ αὐτό τό χαρισματικό πνευματικό μέγεθος· «νά δώσει αἷμα καί νά λάβει Πνεῦμα»! Γι’ αὐτό καί τήν ἄσκηση τοῦ πιστοῦ γιά τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, καί δή τῆς ἀγάπης, τήν χαρακτηρίζει ὡς «τή στενή ὁδό». Πρόκειται γιά τόν χαρακτηρισμό τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος κάλεσε τούς μαθητές Του νά ἐπιλέγουν πάντοτε τή στενή ὁδό τῶν ὀλίγων, ἡ ὁποία ὅμως ὁδηγεῖ στή ζωή, καί ὄχι τήν πλατειά καί εὐρύχωρη ὁδό τῶν πολλῶν, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στήν ἀπώλεια. «Τί στενή ἡ ὁδός, ἡ ἀπάγουσα εἰς τήν Ζωήν. Καί πλατεῖα ἡ ὁδός ἡ ἀπάγουσα εἰς τήν ἀπώλειαν». Καί δέν ἦταν τά μόνα λόγια τοῦ Κυρίου πάνω στήν πραγματικότητα αὐτή.
Λοιπόν, ὁ Γέρων Σωφρόνιος καί ἐκ πείρας βεβαιώνει ὅτι τό νά θέτει ὁ πιστός τόν ἑαυτό του πάνω στήν ὁδό τοῦ Κυρίου, πάνω δηλαδή στήν ἄσκηση τῆς ἀγάπης, τῆς ἀγάπης πού ἑνώνει τούς ἀνθρώπους μεταξύ τους ἀλλά καί μέ τόν Κύριο, εἶναι δύσκολο πράγμα, γιατί ὑπάρχουν τά ἐμπόδια πού δέν εἶναι ἄλλα ἀπό τά πάθη τοῦ ἀνθρώπου, κυρίως τό κεντρικό πάθος τῆς φιλαυτίας καί τοῦ ἐγωισμοῦ, τά στοιχεῖα τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία κόσμου, ὅπως καί ὁ ἴδιος ὁ Πονηρός διάβολος. «Ἡ ἄσκηση αὐτή εἶναι ἐκείνη ἡ «στενή ὁδός» πού εἶναι γεμάτη ἀπό βαθιά παθήματα, γιά τά ὁποῖα ὁμιλεῖ ὁ Χριστός». Πάνω στήν ἄσκηση αὐτή ὅμως καταλαβαίνει ὁ πιστός καί τή δυσκολία τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἀλλά καί τό μεγαλεῖο τῆς πίστεως, τή δωρεά τοῦ Θεοῦ,  τήν ἐγκατοίκησή Του στήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι ὁ Γέροντας, κάτι πού ἔχει κάνει ἐκτενῶς καί σέ ὅλα τά ἔργα του βεβαίως, μαρτυρεῖ ὅτι τελικῶς ἡ θεολογία δέν εἶναι λόγια καί θεωρίες, ἀλλά πράξη καί ἔργο. Τήν ὥρα πού θά «πειραματιστεῖ» κανείς στίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἐκείνη καί μόνο τήν ὥρα θά δεῖ τόν Θεό παρόντα στή ζωή του. Καί μάλιστα μέ πολλές διακυμάνσεις καί ἐναλλαγές.