Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (68)


«Είναι βαρύ να αρπάξεις το ύδωρ από το στόμα του διψασμένου. Βαρύτερο όμως είναι να διακόψεις μία ψυχή που προσεύχεται με κατάνυξη από την πολυπόθητη αυτή προσευχή της πριν την τελειώσει» (λόγ. κη΄ 50).
Ο όσιος Γέρων Πορφύριος, νεαρό παλληκάρι δεκαεπτά ετών, έγινε χωρίς να το θέλει μέτοχος ενός συγκλονιστικού γεγονότος: είδε με αίσθηση ψυχής τη βαθιά προσευχή ενός αγιασμένου ασκητή, Δημά στο όνομα, ο οποίος αξημέρωτα ακόμη και πριν ξεκινήσει η ακολουθία στο Κυριακό της Σκήτης, είχε πάει, μόνος καθώς νόμιζε, ακριβώς για να προσευχηθεί. Η προσευχή του Δημά, κατανυκτική και δακρυρροούσα, συνοδευόμενη και με μεγάλες μετάνοιες, αποτέλεσε για τον νεαρό καλόγερο συγκλονιστική εμπειρία, καθώς του δόθηκε η χάρη να δει τι σημαίνει αληθινή προσευχή, τι σημαίνει ένωση με τον Θεό. Δεν τόλμησε να κουνηθεί από τη σκιασμένη θέση του – θεώρησε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν βλασφημία! Κι ήταν το ιερό τούτο γεγονός η ευλογημένη στιγμή ν’ αποκτήσει κι αυτός, από τη μικρή αυτή ηλικία, το χάρισμα της διόρασης και προόρασης του άγνωστου κατά τα άλλα σπουδαίου αυτού ασκητή. Η ευλαβική στάση του μπροστά στην ψυχή που προσευχόταν έγινε η δίοδος για να ρεύσει και σ’ αυτόν η ίδια χάρη προσευχής του Δημά και των χαρισμάτων που την συνόδευαν.
Και το γεγονός τούτο, καθώς και πάμπολλα άλλα καταγεγραμμένα στην Παράδοση της Εκκλησίας μας, δείχνουν ότι η μόνη στάση μπροστά στην αληθινή εν κατανύξει προσευχή είναι της απόλυτης προσοχής ως συναίσθησης ενός πραγματικού μυστηρίου και μιας πανίερης καταστάσεως. Κι ίσως πρόκειται για μια μικρή χαρισματική συνέχεια του ίδιου συγκλονισμού που βίωσαν και οι μαθητές  του Κυρίου, όταν δόθηκε και σ’ αυτούς να δουν τον Κύριο προσευχόμενο, με αποτέλεσμα να ζητήσουν από Αυτόν να τους διδάξει τελικώς να μπορούν να προσεύχονται: «Κύριε, δίδαξον ημάς προσεύχεσθαι». Μπροστά στην αληθινή προσευχή αισθάνεσαι τη μικρότητά σου, αλλά και το μεγαλείο του Θεού και των χαρισμάτων Του!
Μην επιχειρήσεις λοιπόν να διακόψεις τη δική σου προσευχή πρώτα, όταν μάλιστα αισθάνεσαι κάποια κατάνυξη, έστω κι αν «σκεφτείς σπουδαία και αναγκαία, ακόμη και πνευματικά, θέματα» (58). Είναι παγίδα του πονηρού. Κι έπειτα: μη θελήσεις να γίνεις πρόσκομμα σε αδελφούς που προσεύχονται στην Εκκλησία, είτε με τις κουβέντες σου είτε με το «σουλάτσο» σου είτε με οποιαδήποτε άλλη κίνησή σου. Σκέψου ότι είναι χειρότερο τούτο κι από το να αρπάξεις το νερό από το στόμα του διψασμένου!  Μη τυχόν και γίνεις όργανο του Πονηρού εν αγνοία σου!

 

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Ο χ ο ρ ό ς τ η ς π α π α ρ ο ύ ν α ς


του Στέφανου Δορμπαράκη

 

Ποτίστηκες εκείνη τη στιγμή με το αίμα της θυσίας…

Αίμα ροδοκόκκινο σαν της φωτιάς τη φλόγα.

Σε έκαψε πολύ, δε λέω, μα σ’ «έλουσε» αμέσως

με δάκρυα αγάπης και παρηγοριάς.

Ήταν το αίμα Εκείνου που έτρεχε βγαλμένο απ’ τα καρφιά…

- άλικο, κάτι σαν τον «λευκό χρυσό» των αλυκών -

Πέρασε ο καιρός…

Και να που φύτρωσες δυναμικά ξανά,

σα να ’θελες και τούτη τη φορά να Τον δοξάσεις.

Κανένας άνεμος, καμιά σταγόνα

δεν μπόρεσε ποτέ να σε λυγίσει.

Αγέρωχα καμάρωνες, χορεύοντας χορό μεθυστικό

σ’ ολόκληρη την πλάση.

Κι όμως μεμιάς σταμάτησες,

και τόσο άνευρα, χωρίς πνοή,

 παράτησες τον εαυτό σου, γιατί ένα χέρι θέλησε,

 έτσι απλά, χωρίς εξήγηση καμιά

να σου στερήσει τον ελεύθερο χορό σου…

Ίσως για να μεθύσει απ’ τ’ άρωμα.

Ίσως για να γευθεί τη γλύκα των πορφυρών πετάλων σου.

Παρόλα αυτά με μια σταγόνα ύδατος σηκώθηκες ξανά.

 Ανέστησες τον εαυτό σου

 δείχνοντας πραγματικά πως ποτέ δεν πέθανες,

 αλλ’ αναγέννησες το είναι σου

χαράσσοντας τον δρόμο για μιαν άλλη σωτηρία...

 

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (67)


«Να μη λές ότι αν και προσευχήθηκες πολύ καιρό, δεν κατόρθωσες τίποτε, διότι ήδη κάτι σπουδαίο κατόρθωσες. Τι, αλήθεια, υπάρχει ανώτερο από την προσκόλληση στον Κύριο και από τη συνεχή παραμονή σ’ αυτήν την ένωση;» (λόγ. κη΄ 33).
Αν ως κατόρθωμα της προσευχής θεωρείς την άμεση ικανοποίηση κάποιων επιγείων αιτημάτων σου - την απαλλαγή σου ίσως από κάποια δοκιμασία ή κάποιο πόνο, την επίτευξη από την άλλη κάποιων θεωρουμένων προοπτικών σου, όπως την απόκτηση μιας θέσης για παράδειγμα - ή την απόκτηση κάποιων πνευματικών χαρισμάτων που θα σε κάνουν να νιώσεις ότι έχεις ανεβεί στην κλίμακα των αρετών, τότε μάλλον βρίσκεται σε κατάσταση… πλάνης. Γιατί τα παραπάνω, εφόσον τα ζητείς από τον Κύριο, αποτελούν δώρα Του, τα οποία τα δίνει όταν κρίνει ότι είναι ο κατάλληλος για σένα καιρός. Δηλαδή όταν είναι για το πνευματικό συμφέρον σου. Αν δεν τα λαμβάνεις, σημαίνει ότι πρέπει να κάνεις υπακοή στον Κύριο, με την πίστη ότι Εκείνος γνωρίζει καλύτερα από σένα τα πράγματα και το αληθινό συμφέρον σου. Διαφορετικά, αν απογοητεύεσαι και μελαγχολείς, αποκαλύπτεις την ψυχική γύμνια σου, που δεν είναι άλλο από το έλλειμμα της πίστης σου σ’ Εκείνον – πιστεύεις ότι είσαι… ανώτερος από τον Θεό, ο Οποίος για σένα είναι το «τζίνι» σου!
 Και πέραν τούτου. Αποκαλύπτεις ότι τελικώς η μόνη αγάπη σου είναι ο εαυτός σου και όχι ο Κύριος, αφού εκείνο που σε ενδιαφέρει είναι τα δώρα του Κυρίου και όχι ο ίδιος ο Κύριος - η ενατένιση του αγίου προσώπου Του και η προσκόλλησή σου σε Αυτό! Οπότε η προσευχή σου και το τι περιμένεις από αυτήν γίνεται πράγματι ο… καθρέπτης σου: σου φανερώνει τα μέτρα σου και το αληθινό περιεχόμενο της καρδιάς σου.
Ο όσιος σου επισημαίνει: ο ίδιος ο Θεός είναι το διαρκώς ζητούμενο στη χριστιανική ζωή. Αυτή είναι η φυσιολογία του αληθινού ανθρώπου, κατά την πρώτη και μεγάλη μάλιστα εντολή Του ήδη από την Παλαιά Διαθήκη: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της καρδίας σου, εξ όλης της διανοίας σου, εξ όλης της ισχύος σου». Οπότε σπουδαιότερο κατόρθωμα από το να προσκολλάσαι σ’ Αυτόν και να παραμένεις συνεχώς ενωμένος μαζί Του κατά την προσευχή σου δεν υπάρχει! Γιατί ακριβώς είσαι με Εκείνον που είναι το άπαν της ζωής σου. Αν ένας ερωτευμένος άνδρας θεωρεί ότι το μόνο που του αρκεί είναι να είναι μαζί με την αγαπημένη του, (όπως και το αντίστροφο), ποιο άλλο παράδειγμα μπορεί να φωτίσει περισσότερο τον λόγο του οσίου; Λοιπόν, απολάμβανε τη συντροφιά του Θεού κατά την προσευχή σου και μην… ξεπέφτεις στην εκζήτηση μόνο των δώρων Του! Και τον Θεό «υποβιβάζεις» με τον τρόπο αυτόν, κι εσύ… εξευτελίζεσαι!  

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (66)


«Εμείς σαν ατελείς, εκτός από την ποιότητα, έχουμε ανάγκη και από την ποσότητα της προσευχής. Το δεύτερο άλλωστε είναι πρόξενος του πρώτου. «Ο Θεός – λέγει η Γραφή – δίνει προσευχή καθαρή σ’ εκείνον που προσεύχεται, έστω και ρυπαρά, αλλά χωρίς να υπολογίζει κόπο και πόνο (πρβλ. Α΄ Βασ. β΄9)» (λόγ. κη΄ 23).
Δεν αναιρεί τον εαυτό του ο όσιος. Γιατί ο ίδιος λέει κάπου αλλού «μη ζητάς να λες πολλά στην προσευχή σου, για να μη διασκορπισθεί ο νους σου, αναζητώντας λόγια…. Η πολυλογία στην προσευχή πολλές φορές δημιούργησε στον νου φαντασίες και διάχυση, ενώ αντιθέτως η μονολογία συγκεντρώνει τον νου» (9). Και δεν τον αναιρεί, γιατί κάνει τη διάκριση μεταξύ των αρχαρίων, όλων ημών δηλαδή που είμαστε στις απαρχές της πνευματικής ζωής, και των προχωρημένων και τελείων. Για τους τελείους, για εκείνους που πράγματι έχουν αφιερώσει πλήρως και ολοκληρωτικώς τον εαυτό τους στον Θεό, τα πολλά λόγια… βλάπτουν: τους φέρνουν φαντασίες και διάχυση· εκείνο που έχουν ανάγκη είναι η μονολόγιστη κυρίως ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», γιατί έχουν ουσιαστικά ανακραθεί με τον Θεό, έχουν γίνει ένα μαζί Του, συνεπώς ολόκληρη η ζωή τους είναι μία προσευχή. Δηλαδή έχουν φτάσει στο σημείο να μη λένε προσευχές, αλλά να έχουν γίνει οι ίδιοι προσευχή – και η αναπνοή τους και το βλέμμα τους και η στάση τους όλη φανερώνουν Ουρανό…
Για εμάς όμως τους αρχαρίους και ατελείς ισχύουν άλλα μέτρα και άλλα σταθμά: είμαστε προσανατολισμένοι προς την κορυφή, αλλά βλέπουμε ότι πατάμε ακόμη πολλή… γη κι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας! Σαν την καλόγρια εκείνη που μνημόνευε ο άγιος Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, η οποία σαν σε όραμα έβλεπε μεν τους αγίους στην κορυφή ενός βουνού, αλλά όταν θέλησε να τους φτάσει, πιστεύοντας ότι είναι σχεδόν δίπλα της, είδε ότι ο δρόμος της είναι μέσα σε αγκάθια και τριβόλια! Κι έπρεπε να «φτύσει αίμα» κατά τη λαϊκή έκφραση, για να μπορέσει λίγο να προχωρήσει και να ανέβει. Λοιπόν, λέει ο όσιος ότι για εμάς είναι απαραίτητη και η ποσότητα: να επιμένουμε σε πολλές προσευχές και να κοπιάζουμε σ’ αυτές, ξέροντας ότι πολύ συχνά το μυαλό μας θα ξεφύγει. Κι όταν θα έχουμε προχωρήσει με τον τρόπο αυτόν, τότε θα δούμε ότι η ποιότητα θα γίνει και η δική μας αναζήτηση: τα πέντε λόγια που λέει και ο απόστολος (Α΄ Κορ. 14, 19), που θα’ ναι όμως ικανά να ανάψουν το πυρ του Θεού στην ψυχή μας.
Είναι λοιπόν μονόδρομος η ορθή ένταξή μας στην εκκλησιαστική ζωή. Το να προσεύχεσαι κατά τον τρόπο της Εκκλησίας σημαίνει ότι προσεύχεσαι με εκείνην την ποσότητα που σε εκβάλλει στην ποιότητα!

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (65)


«Όταν αισθάνεσαι γλυκύτητα ή κατάνυξη σε κάποιο λόγο της προσευχής σου, σταμάτησε σ’ αυτόν, διότι τότε συμπροσεύχεται μαζί μας ο φύλαξ άγγελός μας» (λόγ. κη΄ 10).
Δεν έχεις φτάσει στα υψηλά επίπεδα της πνευματικής ζωής, στη θεωρητική ζωή που λένε οι άγιοι δάσκαλοι του χριστιανισμού – εκεί που μετά από πολλούς ασκητικούς αγώνες ο νους του πιστού με τον πρώτο λόγο της προσευχής αρπάζεται και ζει σπουδαίες και θείες θεωρίες. Και δεν ξέρεις βέβαια αν ποτέ αγγίξεις έστω και τα κράσπεδα της καταστάσεως αυτής – μακάρι ο Θεός να δώσει να τα φτάσεις, που σημαίνει ότι και εσύ θα ανήκεις στους λίγους και εκλεκτούς χαρισματούχους της πνευματικής αυτής ζωής, που η γλυκύτητα και η κατάνυξη αποτελούν μόνιμα σχεδόν στοιχεία της προσευχής και της αναφοράς τους στον Θεό.
Είσαι όμως μέσα στους πολλούς, οι οποίοι αγωνίζονται και κοπιάζουν, ιδίως στο μεγάλο θέμα της προσευχής, ασκείς δηλαδή βία στον εαυτό σου, που λέει ο Κύριος, για να στέκεσαι ενώπιόν Του είτε «με την ειλικρινή σου ευχαριστία είτε με την εξομολόγηση των αμαρτιών σου και τη συντριβή της ψυχής σου είτε με την ταπεινή κατάθεση των αιτημάτων σου» (6). Και βλέπεις ότι πολύ συχνά, παρόλο τον αγώνα σου,  αυτό που σε διακατέχει είναι μία πνευματική ξηρασία – δεν νιώθεις πάντοτε την κατάνυξη και τον γλυκασμό της καρδιάς που σε κάνει να αναλύεσαι και στα ευλογημένα δάκρυα.
Μην καταβάλλεσαι. Είσαι μέσα στη φυσιολογική πορεία της πνευματικής χριστιανικής ζωής. Κάποιοι δάσκαλοι μάλιστα αυτής της ζωής λένε ότι η πνευματική αυτή ξηρασία είναι η πιο κατάλληλη ατμόσφαιρα για την πνευματική προκοπή του πιστού, γιατί τότε φανερώνεται η πραγματική διάθεσή του: να είναι ή όχι με τον Κύριο – η κατάνυξη και ο γλυκασμός στην προσευχή αποτελούν χάρη του Θεού, συνεπώς τότε δεν κοπιάζει ιδιαιτέρως ο άνθρωπος. Και τι λέει όμως ο όσιος; Στις στιγμές που νιώθεις τη χάρη αυτή της κατάνυξης και της γλυκύτητας της ψυχής, να μένεις στον συγκεκριμένο λόγο που σου προκάλεσε τα ευλογημένα αυτά συναισθήματα. Γιατί τότε  προσεύχεται μαζί σου ο φύλακας άγγελός σου.
Όχι ότι δεν προσεύχεται τις άλλες φορές βέβαια. Εκείνος μας δόθηκε από την ώρα του αγίου βαπτίσματός μας για να μένει κοντά μας και να μας ενισχύει ποικιλοτρόπως στον δρόμο μας για τη βασιλεία του Θεού. Αλλά κάποιες φορές που βλέπει ίσως την ψυχική ανάγκη μας για κάτι, τότε πολλαπλασιάζει κι αυτός τις δεήσεις του. Κι είναι οι φορές που η καρδιά μας κατανύσσεται και ηρεμεί και γεύεται λίγο Παράδεισο. Πρέπει λοιπόν τότε να επιμένουμε και να εκμεταλλευόμαστε τις στιγμές. Γιατί αφενός δεν ξέρουμε πότε θα ξανάλθουν, αφετέρου αναπληρώνουν πολλά ελλείμματα είτε από το παρελθόν μας είτε και από το… μέλλον μας! Μην ξεχνάμε γι’ αυτό να επικαλούμαστε τον άγιο αυτόν βοηθό μας όσο πιο συχνά μπορούμε. Και πάντα βέβαια κατά τη βραδινή προσευχή μας, το άγιο απόδειπνο της Εκκλησίας μας!

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ;


Ίσως δεν πρέπει να σπεύδουμε να διαλαλούμε εύκολα τη χαρά και τη δοξολογική διάθεσή μας για την Ανάσταση του Χριστού! Όχι γιατί βεβαίως δεν της πρέπει «πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις», αφού με την Ανάσταση του Κυρίου πατήθηκε ο μεγαλύτερος και έσχατος εχθρός του ανθρώπου, ο θάνατος - το «Χριστός ανέστη» συνιστά δικαίως τον νικητήριο παιάνα της Εκκλησίας, τόσο που χωρίς την Ανάσταση «ματαία η πίστις ημών» κατά τον απόστολο.
Αλλά για την προϋπόθεση που θέτει η ίδια η Εκκλησία, προκειμένου να ψάλλουμε το «Χριστός Ανέστη». Κι η προϋπόθεση αυτή είναι η εκ καρδίας συγχώρηση των πάντων, έστω και των θεωρουμένων εχθρών μας. Ο εκκλησιαστικός υμνογράφος δεν θα μπορούσε να είναι πιο σαφής στο δοξαστικό των Αίνων της Πασχαλινής ακολουθίας: «Συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει, και ούτω βοήσωμεν: Χριστός Ανέστη εκ νεκρών». Για να φωνάξουμε δυνατά ότι αναστήθηκε ο Χριστός, πρέπει να συγχωρήσουμε τους πάντες και τα πάντα, ακριβώς λόγω της Αναστάσεως. Κι η αιτία; «Συγγνώμη εκ του τάφου ανέτειλε»! Που σημαίνει: αν δεν έχουμε αναστηθεί πνευματικά με την αγάπη που δίνει στον βαπτισμένο χριστιανό ο ίδιος ο Κύριος, αν δεν βρισκόμαστε δηλαδή στην ίδια φορά αγάπης και συγγνώμης με τον Ίδιο, δεν μπορούμε να νιώσουμε τη χαρά της Αναστάσεως, συνεπώς και να Την δοξολογήσουμε αληθινά.
Μήπως λοιπόν, αν κρατάμε οποιαδήποτε κακία στον συνάνθρωπό μας ή αν έχουμε βαριά καρδιά απέναντί του, είμαστε υποκριτές λέγοντας «Χριστός Ανέστη»; Η Ανάσταση του Χριστού δεν είναι ιδεολογική πρόταση, αλλά βίωμα της Εκκλησίας.

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (64)


«Η πίστη είναι το φτερό της προσευχής… Η πίστη είναι η αδίστακτη στάση της ψυχής, που δεν κλονίζεται από καμία εναντιότητα. Πιστός είναι, όχι εκείνος που έχει τη γνώση ότι όλα είναι δυνατά στον Θεό, αλλά εκείνος που πιστεύει ότι θα τα επιτύχει όλα (όσα ζητεί από τον Θεό)» (λόγ. κζ΄ 33).
Ξέρεις την αξία της προσευχής: είναι αυτή που σε ενώνει με τον Θεό και σε ανεβάζει στα ουράνια. Είναι η κατεξοχήν πνευματική θεία κοινωνία πέρα από τη μυστηριακή κοινωνία: τη συμμετοχή στο σώμα και στο αίμα του Κυρίου. Χωρίς προσευχή δεν μπορεί να νοηθεί χριστιανός, όπως και γενικά κάθε άνθρωπος. Δεν είναι τυχαίο ότι όπου γης οι άνθρωποι και σε κάθε θρησκεία έχουν την προσευχή ως βασικό συστατικό της πίστης τους. Πολύ περισσότερο για τον χριστιανό, που είναι μέλος Χριστού και οργανικό κομμάτι συνεπώς Αυτού! Βγάλε την προσευχή  λοιπόν και ούτε χριστιανισμός υπάρχει αλλ’ ούτε καν η ίδια η ζωή. Γιατί, όπως έχει τονίσει κι αλλού ο όσιος, δεν υπάρχει η πηγή της, η Ζωή που είναι ο Χριστός.
Ο όσιος όμως σου ανοίγει τα μάτια σ’ ένα θεωρούμενο αυτονόητο: «το φτερό της προσευχής είναι η πίστη». Κι είναι τόσο σημαντικό τούτο γι’ αυτόν που το επισημαίνει και λίγο παρακάτω: «Η πίστη έδωσε φτερά στην προσευχή. Χωρίς αυτήν η προσευχή δεν μπορεί να πετάξει στον ουρανό» (κη΄ 29). Πράγματι! Αν δεν πιστεύεις στον Θεό σε ποιον απευθύνεσαι με την προσευχή σου; Μονάχα ίσως σε μια «καρικατούρα» θεότητας που είναι ο ίδιος ο εαυτός σου!  Δες εν προκειμένω τον Φαρισαίο της γνωστής παραβολής: προσευχόταν, αλλά έχοντας ως «θεό» του το είδωλο του εαυτό του. «Σταθείς εις εαυτόν»! Γι’ αυτό και η «προσευχή» του αυτή όχι μόνο δεν τον δικαίωσε, αλλά τον καταδίκασε: τον έκανε χειρότερο με την έννοια ότι και τον συνάνθρωπό του εξουδένωσε και τον Θεό τον έβαλε απέναντί του ως «εχθρό»!
Καταλαβαίνεις όμως ότι μιλάμε για την πίστη την αληθινή: όχι μία ιδεολογικού τύπου πίστη – αποδέχομαι τον Θεό αλλά δεν με επηρεάζει στη ζωή μου – αλλ’ ούτε κι εκείνη που την αντιμετωπίζω επιλεκτικά – αποδέχομαι ό,τι μου ταιριάζει και απορρίπτω ό,τι προσκρούει στα πάθη μου! Και η πρώτη και η δεύτερη είναι πολύ εύθραυστες, γιατί κριτήριο έχουν όχι την αποκάλυψη του Κυρίου, συνεπώς ό,τι ζει και διδάσκει και η Εκκλησία Του, αλλά το αλλοιωμένο και σαπισμένο από την αμαρτία εγώ μου. Πίστη αληθινή είναι να ‘σαι αταλάντευτα και αδίστακτα και ακλόνητα τοποθετημένος ενώπιον του Τριαδικού Θεού, τότε μάλιστα που λειτουργεί ο κατεξοχήν πειρασμός της απιστίας: στην ώρα της δοκιμασίας και της όποιας εναντιότητας στην πορεία της ζωής σου – εκεί δηλαδή που κατεργάζεται κανείς την υπομονή και οδηγείται ανθρωπίνως και σ’ αυτήν την τελειότητα! (πρβλ. Ιακ. 1, 2-3).
Στη χαρισματική αυτή στιγμή, ο πιστός ενισχυόμενος από τον Κύριο βλέπει δύο πράγματα στη ζωή του: πρώτον, ότι η πίστη του αυτή, «της ευθείας καρδίας» (34), παίρνει πάντοτε τη μορφή της αληθινής θυσιαστικής αγάπης, κατά τον λόγο του αποστόλου «πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη»· δεύτερον, ότι όσα ζητεί με την αγάπη αυτή  και προς το πνευματικό του συμφέρον από τον Κύριο, τα προσδοκά ότι θα γίνουν όλα πραγματικότητα στη ζωή του – ό,τι συνέβη  και με το όριο της αληθινής πίστης και του αληθινού ανθρώπου: την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία κατεξοχήν αυτή «επίστευσε ότι έσται τελείωσις τοις λελαλημένοις αυτή παρά Κυρίου»!

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (63)

«Να κλείνεις τη θύρα του κελλιού σου (γράφε: του σπιτιού σου) για να μην εξέρχεται το σώμα σου, τη θύρα της γλώσσας σου για να μην εξέρχονται λόγια, και την εσωτερική πύλη της ψυχής σου για να μην εισέρχονται τα πονηρά πνεύματα» (λόγ. κζ΄ 17).
Δηλαδή να είσαι ο κύριος, ο αφέντης του σπιτιού και του εαυτού σου. Το σπίτι σου να σε ξέρει, η γλώσσα σου να είναι υπό τον έλεγχό σου, η ψυχή σου να παραμένει μ’ εκείνον που είναι ο νυμφίος της. Που σημαίνει: να ξέρεις γιατί ζεις και ποιος είναι ο καθημερινός σκοπός  σου, ώστε να χαίρεσαι την παρουσία Κυρίου του Θεού σου. Γιατί μόνον ένας που είναι απολύτως συνειδητοποιημένος ως προς τη χριστιανική του ζωή και έχει ενεργή τη χάρη του Θεού στην ύπαρξή του μπορεί να υπομένει το σπίτι του και να δαμάζει τη γλώσσα του και να στέκεται άγρυπνος φρουρός στην πύλη της ψυχής του.
Μήπως είναι υπερβολές αυτά; Μα το βλέπεις καθημερινά, σε σένα και στους άλλους: πολύ συχνά «σκάμε» με το να είμαστε στο σπίτι μας· τις περισσότερες δυστυχώς φορές μιλάμε ακατάσχετα, έχοντας ένα απύλωτο στόμα· ο νους, το κέντρο της ψυχής μας, άπειρες φορές γίνεται «μπάτε σκύλοι αλέστε»! Και το αποτέλεσμα; Να μην είμαστε ο εαυτός μας, να είμαστε σαν κυνηγημένοι, να μας αποφεύγουν ακόμη κι οι φίλοι μας. Κι αυτό γιατί τελικώς δεν έχουμε τον… Θεό μας!
Και δεν εννοεί ο όσιος βεβαίως ότι δεν πρέπει να βγαίνουμε από το σπίτι μας! Αυτό είναι δεδομένο, εφόσον είμαστε στον κόσμο τούτο, με τις υποχρεώσεις των εργασιών μας και με τις ανάγκες της ψυχαγωγίας μας. Κι ασφαλώς θα βγαίνουμε λοιπόν, όταν μάλιστα ο ίδιος ο Κύριος μάς έχει δώσει και μας δίνει συνεχώς τόσες ευκαιρίες με την ομορφιά της φύσης Του και τη συναναστροφή των καλών φίλων και την κοινωνία και επικοινωνία με τους άλλους εν Χριστώ αδελφούς μας, ιδίως στα θαυμαστά σκηνώματά Του, τους άγιους Ναούς Του! Εννοεί ότι κάποια στιγμή, όταν πια δεν συντρέχουν οι παραπάνω συνθήκες, να μπορούμε να βρίσκουμε καταφύγιο στο σπίτι μας: να μένουμε με χαρά σ’ αυτό, αξιοποιώντας την παρουσία μας εκεί για να συνομιλήσουμε με τον σύντροφό μας, με τα παιδιά μας, με τους λοιπούς συγγενείς μας, με τον ίδιο τον Κύριό μας εν προσευχή. Η χωρίς λόγο και αιτία απομάκρυνσή μας είναι εκείνο που… καταδικάζεται· αυτό δηλαδή για το οποίο έχει γραφεί, ότι ο σημερινός άνθρωπος έχει χάσει τη δυνατότητα να είναι… βοσκός! Να μπορεί να μείνει μόνος του, για να βρει περισσότερο τον εαυτό του, ενώπιον του Θεού του!
Για να γίνει όμως αυτό χρειάζονται τα δύο επόμενα που σημειώνει ο όσιος: να ελέγχεις τη γλώσσα σου – ό,τι πιο δύσκολο, αφού ο έλεγχος αυτός θεωρείται χαρακτηριστικό του τελείου ανθρώπου! – και να ‘σαι φρουρός στην πύλη της ψυχής σου: με τη διαρκή επαγρύπνησή σου κι έχοντας στα χείλη σου πάντοτε το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!»
Τόσο θεωρούμενα απλά, μα και τόσο… τρομακτικά δύσκολα!

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ (ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΠΕΜΠΤΗΣ)

 


«Ει ουν υμείς φίλοι μού εστε, εμέ μιμείσθε…» (Απόστιχα)
Μεγάλη Πέμπτη: η παράδοση των μυστηρίων της Εκκλησίας, της Θείας Ευχαριστίας. Και μαζί μ’ αυτήν: το νίψιμο των ποδιών των μαθητών, η υπερφυής προσευχή μετά τον Μυστικό Δείπνο, η προδοσία του Ιούδα. Συγκλονιστικά γεγονότα που τα παρακολουθεί κανείς σιωπηλός, με μαζεμένο τον νου, με φρίκη μπροστά στην άπειρη αγάπη του Κυρίου, με δάκρυα στα μάτια και την καρδιά. Κι εκείνος ο λόγος του Κυρίου, που τον απηύθυνε πρώτα στους δώδεκα μαθητές Του, όταν τους έπλυνε τα πόδια, κι έκτοτε ισχύει ως προτροπή για κάθε πιστό κάθε εποχής: «Αν είστε φίλοι μου, να μιμείσθε εμένα», ακούγεται αξιωματικά.
Μπορούμε καταρχάς να είμαστε φίλοι Του; Πώς να είσαι φίλος μ’ Εκείνον που είναι ο παντοδύναμος και Δημιουργός Θεός; Η ανθρώπινη λογική ιλιγγιά και τρέμει, γιατί νιώθει ενώπιον του άπειρου μεγαλείου του Θεού τη δική της άπειρη μικρότητα. Αλλά η στάση αυτή της λογικής είναι το σύμπτωμα του πεσμένου στην αμαρτία κόσμου μας. Γιατί ο Θεός  ήλθε στον κόσμο στο πρόσωπο του Χριστού μας, και έδειξε ότι εμείς οι μικροί και αδύναμοι άνθρωποι είμαστε γι’ Αυτόν κάτι πολύτιμο. Τόσο πολύτιμο μάλιστα που πρόσφερε και προσφέρει τον εαυτό Του για χάρη μας.
Φίλοι λοιπόν του Θεού μας. Εκείνος μας έδωσε τη δυνατότητα και τη χάρη αυτή. Μας το είπε καθαρά: «Υμείς φίλοι μου εστέ. Ουκέτι υμάς λέγω δούλους». Δεν σας ονομάζω δούλους. Είστε φίλοι μου. Υπάρχει μεγαλύτερη τιμή; Η λαϊκή παροιμία το επιβεβαιώνει: Δείξε μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι. Αν είμαστε φίλοι με τον Χριστό, σημαίνει ότι κι εμείς είμαστε ίδιοι με Αυτόν. Στο πρόσωπό μας, στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου μας, μπορούμε να βλέπουμε πια την παρουσία Εκείνου. Και πλησιάζοντας Εκείνον, μας σπρώχνει αμέσως προς τον πλησίον μας.
Έτσι; Χωρίς προϋποθέσεις; Τέτοιο μεγαλείο χωρίς όρους; Χωρίς όρους, ναι, πλην ενός. Να θέλουμε κι εμείς τη φιλία Του. Και γι’ αυτό να Τον ακολουθούμε στον τρόπο της ζωής Του. Αφού σας έκανα ένα μ’ Εμένα, μας λέει, να μιμείσθε τον τρόπο της ζωής μου. Όχι με μία μίμηση ασφαλώς εξωτερική, αλλά με μία διάθεση να αφήνουμε Εκείνον να δρα μέσα από εμάς. Είμαι λοιπόν φίλος Του σημαίνει ότι Τον μιμούμαι: στη θυσιαστική αγάπη Του, στην αγία ταπείνωσή Του, στην απόλυτη υπακοή στον Θεό Πατέρα Του – είναι η δοσμένη σ’ εμένα δυνατότητα.
 Η Μεγάλη Πέμπτη μας θυμίζει τη συγκλονιστική μυστική αυτή πραγματικότητα που διαιωνίζεται αδιάκοπα στην Εκκλησία: η ζωή μας να φανερώνει τη φιλία μας σ’ Εκείνον. Οι φίλοι του Χριστού είναι οι συνεχιστές της δικής Του ζωής μέσα στον κόσμο. Πόσο άραγε φίλοι Του είμαστε  εμείς;

ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ (ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΤΕΤΑΡΤΗΣ)


«Άπλωσε η πόρνη τις τρίχες της κεφαλής της σε Σένα τον Δεσπότη. Άπλωσε ο Ιούδας τα χέρια στους παράνομους. Η πρώτη, για να λάβει την άφεση των αμαρτιών της, ο δεύτερος, για να πάρει χρήματα» (απόστιχα)
Δύο παραδείγματα μας προβάλλει απόψε η Εκκλησία μας. Ένα θετικό και ένα αρνητικό. Το ένα για να το μιμηθούμε. Το άλλο για να το αποστραφούμε. Μία πόρνη γυναίκα και ένα μαθητή του Κυρίου. Και προφανώς θα έλεγε κανείς ότι το θετικό και καλό παράδειγμα είναι ο μαθητής του Χριστού, ενώ το αρνητικό η πόρνη γυναίκα. Αλλά τα πράγματα, όπως όλοι ασφαλώς γνωρίζουμε, κινούνται ανατρεπτικά: η πόρνη προβάλλεται ως εκείνη που πρέπει να μιμούμαστε, και μάλιστα σε όλη τη ζωή μας· ο μαθητής προβάλλεται ως εκείνος που πρέπει να αποστρεφόμαστε, για να μην οδηγηθούμε σαν κι εκείνον στην καταστροφή!
Κι είναι ευνόητο: η πόρνη είναι εκείνη που έγινε το διαχρονικό πρότυπο όχι βεβαίως για την πορνεία της, αλλά για τη μετάνοια την οποία επέδειξε, καθώς ένιωσε τη χάρη και την αγάπη του Κυρίου. Ο μαθητής Ιούδας είναι εκείνος που οι αιώνες αποστρέφονται, όχι ασφαλώς για την επίζηλη θέση του: να είναι δίπλα στον Κύριο ως μαθητής Του, αλλά για την προδοτική στάση του την οποία κράτησε τελικώς απέναντι στον Διδάσκαλό του!
Που θα πει: εκείνο που μετράει πάντοτε ενώπιον του Θεού μας, ανεξάρτητα από το τι κάναμε ή κάνουμε, σπουδαίο και σημαντικό ίσως, είναι τελικώς ό,τι υπερτερεί στην καρδιά μας. Όχι τι φαινόμαστε, αλλά τι είμαστε είναι εκείνο που στέκει αδιάκοπα ενώπιον του Θεού μας, δηλαδή το περιεχόμενο της καρδιάς μας που είναι και ο αληθινός θησαυρός μας. Πρόκειται για τη συγκλονιστική αλήθεια που είπε ο Κύριος και δεν της δίνουμε συνήθως και μεγάλη σημασία: «όπου ο θησαυρός υμών, εκεί και η καρδία υμών έσται». Με άλλα λόγια, για να δω τον θησαυρό μου, τον ίδιο τον Θεό μου, πρέπει να κοιτάξω μέσα μου και να δω τι κυριαρχεί εκεί. Στον Ιούδα, τον μαθητή του Χριστού, κυριάρχησε αντί του Χριστού το χρήμα: τον κέρδισε το πάθος της φιλαργυρίας, οπότε ακολουθούσε τον Κύριο όντας ειδωλολάτρης· στην πόρνη γυναίκα κυριάρχησε αντί της φιληδονίας και της πορνείας της η αγάπη του Χριστού που την οδήγησε στη συγκλονιστική μετάνοιά της.
Εντελώς ανατρεπτικό πράγματι το σκηνικό: μας εμβάλλει κυριολεκτικά σε φόβο, γιατί μας κάνει να σκεφτούμε ότι τίποτε το εξωτερικό, το μετρήσιμο με τις αισθήσεις μας και τη λογική μας, δεν μπορεί να είναι το σταθερό έδαφος που μπορούμε να πατήσουμε. Το μόνο σωτήριο για μας είναι η αγάπη του Θεού μας. Αυτή που έκανε και την άσωτη γυναίκα να μεταστραφεί και να γίνει υπόδειγμα αγιότητας! 

ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΣΠΕΡΑΣ (ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΤΡΙΤΗΣ)


«Ταλαίπωρη ψυχή μου, κατάλαβε καλά την ώρα του τέλους σου και δείλιασε από το κόψιμο που προτείνει ο Κύριος για την ξεραμένη συκιά. Οπότε το τάλαντο που σου ‘δωσε ο Θεός εργάσου το με φιλοπονία, φωνάζοντας δυνατά και με εγρήγορση: Μη μείνουμε έξω από τον νυμφώνα του Χριστού» (Κοντάκιο).  
Πρέπει να μπούμε στην αγωνία του αγίου υμνογράφου. Έχει την επίγνωση ότι δεν βρίσκεται στην κανονική θέση που θα έπρεπε: του παιδιού που ό,τι κάνει το κάνει από αγάπη προς τον Θεό Πατέρα του. Αλλ’ ούτε πάλι κινητοποιείται στο άγιο θέλημα Αυτού προσδοκώντας ίσως τις δωρεές της Βασιλείας Του. Νιώθει πολύ μικρός και πολύ κάτω: η αίσθηση του φόβου μπορεί να τον κρατήσει σε ό,τι ο Κύριος έφερε με τη Βασιλεία Του. Αισθάνεται δηλαδή σαν τον δούλο που λόγω του φόβου μίας τιμωρίας κρατάει τις εντολές του κυρίου του.
Ποιος είναι ο φόβος του πιστού υμνογράφου; Μπροστά στο επερχόμενο γεγονός του τέλους, του θανάτου, και μπροστά σ’ αυτό που είπε ο Κύριος, ότι δηλαδή «κάθε δένδρο που δεν κάνει καλό καρπό κόβεται και πετιέται στη φωτιά», μη τυχόν και μείνει αμετανόητος, σαν το άκαρπο δένδρο της συκιάς. Καλεί λοιπόν την ψυχή του, τον εαυτό του, όσο καιρό έχει, δηλαδή το σήμερα, να εργαστεί πάνω στην ψυχή του και  να καλλιεργήσει ό,τι δώρο του έδωσε ο Θεός, είτε φυσικό είτε πνευματικό. Και κυρίως το πνευματικό: τη χάρη του αγίου βαπτίσματος. Πώς; Προσπαθώντας με τη δύναμη Εκείνου να τηρεί τις άγιες εντολές Του.  Έτσι θα βρίσκεται ενωμένος με τον Χριστό ως άγιο μέλος Του. Έτσι θα βρίσκεται μέσα στον νυμφώνα Αυτού! Αυτός δεν είναι και όλος ο σκοπός της πνευματικής ζωής;
Ο φόβος του αγίου ποιητή πρέπει να γίνει και φόβος δικός μας. Διότι κι εμείς γνωρίζουμε ότι θα φύγουμε από τη ζωή αυτή, και μάλιστα σε ώρα που δεν προσδοκούμε. Η κάθε ώρα δυνητικά μπορεί να είναι και το  τέλος μας! Συνεπώς, δεν μπορούμε να παίζουμε με την πίστη μας. Κι ακόμη· ο λόγος του Κυρίου είναι αψευδής: ό,τι έχει πει είναι στην πραγματικότητα ήδη γεγονός. Είναι λοιπόν πνευματικός νόμος: δεν παρουσιάζουμε στη ζωή μας καλούς καρπούς; Δηλαδή επιλέγουμε τη διαγραφή του Θεού από τη ζωή μας; Θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να υποστούμε τις συνέπειες της ελεύθερης επιλογής μας: την αποκοπή μας από Εκείνον!
Μα εμείς θέλουμε τον Κύριο. Ζητάμε να Τον αγαπάμε. Εκείνος είναι ο νυμφίος και ο Ίδιος είναι και ο νυμφώνας. «Μη μείνωμεν λοιπόν έξω του νυμφώνος Αυτού»! Οπότε ο  φόβος μας αλλάζει: δεν είναι φόβος ενόψει μίας τιμωρίας. Είναι φόβος ενόψει της απώλειας του Ίδιου από τη ζωή μας! Με φιλοπονία λοιπόν ας εργαζόμαστε τις εντολές του αγαπημένου μας!

ΚΥΡΙΑΚΗ ΒΑΪΩΝ ΕΣΠΕΡΑΣ


Από σήμερα το βράδυ, εισερχόμαστε στο αποκορύφωμα της περιόδου του Τριωδίου. Μία περίοδος σαράντα ημερών πέρασε, ακριβώς για να μας προετοιμάσει για τη Μεγάλη Εβδομάδα που ακολουθεί -  Μεγάλη ως γνωστόν λόγω της πνευματικής  σπουδαιότητας  των ημερών  της. Όπως εισέρχεται κανείς σ’ έναν ιερό ναό και προχωρεί από τον πρόναο στον κυρίως ναό, κι έπειτα φθάνει στο ιερό, το ίδιο και τώρα: από τα εισαγωγικά του Τριωδίου, περάσαμε στη Σαρακοστή, για να φθάσουμε ακριβώς  στο άγιο βήμα, τη Μεγάλη Εβδομάδα.
Καταλαβαίνουμε λοιπόν την ιερότητα των στιγμών που ζούμε, την πρόκληση που μας δίνει η Εκκλησία μας για να μετάσχουμε στο κατεξοχήν μυστήριο: το μυστήριο του Πάθους του Κυρίου και της με Αυτό συνδεδεμένης Ανάστασής Του. Με λιτό τρόπο μάλιστα ο εκκλησιαστικός ποιητής μάς καθοδηγεί, μ’ ένα τροπάριο των αίνων, να κατανοήσουμε την ουσία των γεγονότων αυτών: «Καθώς φτάσαμε, πιστοί, το σωτήριο Πάθος Χριστού του Θεού, ας δοξάσουμε την άφατη μακροθυμία Του. Ώστε, με την ευσπλαχνία Του, σαν αγαθός και φιλάνθρωπος που είναι, να ξυπνήσει και να αναστήσει κι εμάς, που νεκρωθήκαμε από την αμαρτία».
Τι μας λέει ο υμνογράφος; Το Πάθος του Κυρίου μας αποτελεί τη σωτηρία μας. Γιατί με αυτό που συνέβη στον Σταυρό Του καταργήθηκε η αμαρτία, και συνεπώς και ο έσχατος εχθρός του ανθρώπου θάνατος, και φάνηκε η δικαιοσύνη κι η αγάπη Του, τα οποία μας έφεραν στην αγκαλιά και πάλι του Θεού. Ό,τι ο άνθρωπος έχασε λόγω της πτώσης του στην αμαρτία, το βρήκε και πάλι, απείρως πολλαπλασιασμένο όμως, με την ενανθρώπηση του Θεού μας και τη Σταυρική θυσία που Αυτός υπέστη. Κι ακόμη: το Πάθος Του αυτό ήταν καρπός όχι μίας πίεσης που ενδεχομένως ασκήθηκε στον Θεό μας – αυτό θα ήταν βλασφημία! – αλλά καρπός της ελεύθερης αγάπης Του. Πίσω από τον Σταυρό και μέσα σ’ Αυτόν κρύβεται πάντοτε «η άφατος μακροθυμία» του Θεού μας. Κι είναι τούτο η κατεξοχήν παρηγοριά μας:  πιστεύουμε σε Θεό, ο Οποίος δεν είναι δυνάστης των ανθρώπων ή ένα απρόσωπο ον, μπροστά στο οποίο το μόνο που δημιουργείται είναι ο φόβος. Στον Σταυρό και το Πάθος Του αναγνωρίζουμε την πατρική καρδιά Του και την τεράστια γεμάτη στοργή αγκάλη Του!
Οπότε, τι μας προτρέπει ο εκκλησιαστικός ποιητής; Μπροστά στην άπειρη αγάπη του δι’ ημάς παθόντος Δημιουργού μας, δύο πράγματα πρέπει να κάνουμε: Πρώτον, να Τον δοξολογήσουμε. Και δεύτερον, η δοξολογία μας να πάρει τη μορφή της μετανοίας μας: να Τον παρακαλέσουμε να μας ξυπνήσει και να μας σηκώσει από τη θανατερή αμαρτία μας. Κι αυτό θα πει: μετέχουμε στα γεγονότα του Πάθους κι ασφαλώς και της Ανάστασης, στον βαθμό που γονατιστοί στην καρδιά κραυγάζουμε εν μετανοία: «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ»!

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (62)


«Είναι επικίνδυνο να κολυμβά κανείς με τα ρούχα του· ομοίως και το να εγγίζει τη θεολογία, ενώ έχει πάθη» (λόγ. κζ΄, 9).
Το καταλαβαίνουμε αμέσως όλοι: το κολύμπι με τα ρούχα είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, γιατί πέρα από το ότι δεν υπάρχει η ελευθερία κινήσεων, τα ρούχα καθώς διαποτίζονται από το νερό σε σπρώχνουν προς τον βυθό. Το ίδιο όμως λέει ο όσιος συμβαίνει και μ’ εκείνον που εγγίζει τη θεολογία, δηλαδή ασχολείται και μιλάει για θεολογικά θέματα, ενώ ακόμη βρίσκεται σε κατάσταση εμπαθή. Γιατί αυτό; Διότι όπως εξηγεί «ο βυθός των δογμάτων είναι βαθύς» (9) - τα δόγματα (αυτά κυρίως είναι η θεολογία) αναφέρονται στον ίδιο τον Τριαδικό Θεό και στον Κύριό μας Ιησού Χριστό: τη διπλή Του φύση, αλλ’ όχι την υπόστασή Του. Και πώς τα ξέρουμε; Μα από την αποκάλυψη του Ίδιου του Κυρίου: Εκείνος ήλθε, μας τα φανέρωσε και μας τα εξήγησε. «Εκείνος εξηγήσατο». Χωρίς την αποκάλυψη του Υιού και Λόγου του Θεού περί του Ιδίου του Θεού – και τα πρώτα σπέρματα αυτής στην Παλαιά Διαθήκη - με ποια δύναμη θα μπορούσαμε οι άνθρωποι, και μάλιστα ευρισκόμενοι στην κατάσταση της πτώσης στην αμαρτία, να κατανοήσουμε τη θεότητα; Στην κατάσταση αυτή ο άνθρωπος το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να δημιουργεί είδωλα, πλάσματα δηλαδή της πλανεμένης φαντασίας του! Και αυτό έχει δείξει μέχρι τώρα η ανθρώπινη ιστορία.
Τα δόγματα λοιπόν είναι αποκαλυμμένες αλήθειες, οι οποίες μας βγάζουν από την άγνοια και μας προσανατολίζουν στην αλήθεια. Κι αυτά συνιστούν τον πλούτο και τον θησαυρό της Εκκλησίας μας. Με βάση αυτά μάλιστα μπορούμε να έχουμε την ορθή πνευματική ζωή: η πνευματική ζωή αποτελεί επακολούθημα της ορθής πίστης προς τον Θεό, ώστε η ορθοδοξία να γίνεται και ορθοπραξία. Γι’ αυτό και τονίζουν όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας ότι χωρίς τη σύνδεση και των δύο αυτών πάσχει και το ένα και το άλλο. Με διαφορετική διατύπωση, «ο βίος πρέπει να είναι  έλλογος και ο λόγος να είναι έμπρακτος».
Οπότε, όσο κανείς βρίσκεται υπό την επήρεια των παθών του δεν μπορεί και δεν πρέπει να ασχολείται με τα θεολογικά θέματα. Τα πιστεύει, τα αποδέχεται, αλλά επικεντρώνει την προσοχή του στα πρακτικά θέματα, την τήρηση δηλαδή των αγίων εντολών του Χριστού, ώστε να μπορεί να καθαρίζει την ψυχή του. Και κατά την αναλογία της καθάρσεως αυτής αρχίζει να κατανοεί κάπως βαθύτερα και τα δόγματα της πίστεως. Θυμήσου τι έλεγε και ο νεώτερος πατέρας και δάσκαλος άγιος πατρο-Κοσμάς ο Αιτωλός. Πασχίζοντας να εξηγήσει όσο μπορούσε το Τριαδικό του Θεού στους απλοϊκούς υπόδουλους χριστιανούς της εποχής της Τουρκοκρατίας, έβλεπε το αδιέξοδο και κατέληγε: «Εξομολογηθείτε στον Κύριο παστρικά, και θα φωτιστείτε από Εκείνον να κατανοήσετε την αποκάλυψη του Χριστού μας»! Διαφορετικά, μία εμπαθής ενασχόληση με τα δόγματα θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια σε αίρεση, γιατί τα πάθη επηρεάζουν αμεσότατα το λογιστικό του ανθρώπου, συνεπώς η κρίση του λειτουργεί υπό καθεστώς πλάνης. Όλοι οι αιρετικοί της Εκκλησίας δυστυχώς έτσι έγιναν αιρετικοί: χωρίς ακόμη να καθαρίσουν το οπτικό της ψυχής, θέλησαν με δαιμονική υπερηφάνεια  να «εξερευνήσουν» τα της θεότητας! Και βεβαίως πλανήθηκαν!

 

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ... (31)


Με τον μακαριστό Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη
Ο νέος ιερέας διάβηκε την κεντρική θύρα του μοναστηριού και προχώρησε προς το εσωτερικό της αυλής. Συνόδευε έναν σεβαστό καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος διατηρούσε ιδιαίτερες σχέσεις με τον άγιο Γέροντα της Μονής. Σεβόταν εξαιρετικά  ο καθηγητής τον Γέροντα κι εκείνος με τη σειρά του ανταπέδιδε τον δικό του σεβασμό, λέγοντας πάντοτε ότι αισθάνεται ανάξιος να έρχονται να τον χαιρετούν, να τον προσκυνούν άνθρωποι ξεχωριστής μόρφωσης, με μεγάλες θέσεις στην κοινωνία, ενώ ο ίδιος είναι ένα «μουρλόπραμα». Ο άγιος Γέροντας της μονής του οσίου Δαβίδ Ευβοίας, ο πατήρ Ιάκωβος Τσαλίκης! Αυτός που και Πατριάρχες και Αρχιεπίσκοποι και Επίσκοποι και ένα σωρό άλλοι κληρικοί, μαζί με τον απλό κόσμο, έπιναν νερό στο όνομά του. Κι όσο τον προσήγγιζαν και τον τιμούσαν, τόσο και αυτός ήθελε να φεύγει, να μην αυξάνει τις αμαρτίες του, να μη σωρεύει οργή κατά την ημέρα της κρίσεως. Γιατί, αν τώρα με τιμούν – τόνιζε - ο Χριστός μας θα μου πει την ημέρα της κρίσεως:  «εσύ απέλαβες τον μισθόν σου».
Ο νέος κληρικός αισθανόταν κατανυγμένος. Είχε προετοιμαστεί για το προσκύνημα στον αγιασμένο τόπο -  είχε προηγηθεί μάλιστα και το άλλο μεγάλο προσκύνημα, στον όσιο Ιωάννη τον Ρώσο, στο Προκόπι Ευβοίας. Και τώρα βρισκόταν εκεί που άγιασε η μεγάλη μορφή του αγίου Δαβίδ του Γέροντος, εκεί που αγιάζει ο σπουδαίος Γέροντας π. Ιάκωβος, εκεί που προκαλούνται σε μετάνοια και αγιασμό χιλιάδες άνθρωποι προσκυνητές από όλα τα πέρατα της οικουμένης. Γιατί ο Γέροντας εδώ και χρόνια, χωρίς να το επιδιώκει καθόλου, είχε γίνει γνωστός στον πολύ κόσμο. Τον έκαναν γνωστό η αγιότητά του και τα θαυμαστά έργα που επιτελούσε δι᾽ αυτού ο Κύριος και ο όσιος Δαβίδ. Όσοι τον είχαν γνωρίσει είχαν και κάτι να διηγηθούν για τη λύση ενός προβλήματός τους, για την υπέρβαση ενός αδιεξόδου στο οποίο είχαν βρεθεί, για το στήριγμά τους στην πίστη και μόνο από τη θέα του ταπεινού προσώπου του.
Θυμόταν ο προσκυνητής παπάς την εντύπωση των νέων παιδιών, που είχαν επισκεφτεί το Μοναστήρι από μια κοντινή Κατασκήνωση που βρίσκονταν: μόλις εμφανίστηκε ο π. Ιάκωβος τα παιδιά σαν να μαγνητίστηκαν. Στράφηκαν όλα προς αυτόν και άρχισαν να φωνάζουν σε κατάσταση σχεδόν έκστασης:  «ο άγιος, ο άγιος!» Κι εκείνος, ενώ πήγε να κρυφτεί στην αρχή, δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει την αγάπη του προς τα παιδιά. Τα πλησίασε, τα ευλόγησε, «χάθηκε» ανάμεσά τους… Ένα παιδί κι αυτός ανάμεσα στα άλλα… Συνέβη εκείνο που συνέβαινε με τον όσιο Σεραφείμ τον Σάρωφ:  απέφευγε τους ανθρώπους, για να μην τον τιμούν. Αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί στην παρουσία των παιδιών. Και το ξέρανε οι μεγάλοι και έπαιρναν παιδιά μαζί τους, τα οποία έβαζαν να τον φωνάζουν, «παγιδεύοντάς» τον με τον τρόπο αυτό…
Ο Γέροντας, ειδοποιημένος από τους καλογέρους του ότι είχε έλθει ο καθηγητής της Θεολογίας, ο σεβαστός του καθηγητής, εμφανίστηκε στην αυλή, μπροστά από το Κυριακό της Μονής. Και μόλις εμφανίστηκε τι έκανε και συγκλόνισε τον κληρικό;  Πριν προλάβει ο κληρικός να προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση, μάλλον την ώρα που ήταν έτοιμος να σκύψει και να φιλήσει το αγιασμένο χέρι, ο Γέροντας με ταχύτητα νεανική έσκυψε πρώτος και προσκύνησε τον παπά. Του άρπαξε το χέρι και το ᾽φερε στα άγια χείλη του. Και για να δικαιολογηθεί, μάλλον για να μην αισθανθεί άβολα ο κληρικός, του είπε:  «Παπάς δεν είστε;»
Θα μπορούσε ο τριανταπεντάρης ιερέας, ο οποίος αριθμούσε στην ιερωσύνη περίπου τρία χρόνια, να τραβήξει το χέρι του από σεβασμό στον Γέροντα. Να μην αφήσει τον ηγούμενο, τον φημισμένο, τον άγιο, να ασπαστεί το δικό του. Μα δεν το έκανε. Με επίγνωση. Γιατί αστραπιαία του ήλθε στο μυαλό ένα παρόμοιο περιστατικό από το Γεροντικό με τον άγιο Πατέρα και Οικουμενικό Δάσκαλο της Εκκλησίας Μέγα Βασίλειο. Βρέθηκε, λέει η ιστορία, σε ένα Μοναστήρι από αυτά που ήταν στη δικαιοδοσία του, της αρχιεπισκοπής της Καισαρείας. Και ζήτησε από τον ηγούμενο να του στείλει, προκειμένου να τον διακονήσει όσο θα έμενε εκεί, έναν καλόγερο με ταπεινό φρόνημα.  Θέλησε να τον δοκιμάσει ο μέγας άγιος. Και τι έκανε;  Αφού τον έβαλε να του χύσει νερό από την κανάτα για να πλυθεί, με πολύ φυσικό τρόπο την πήρε έπειτα ο ίδιος και είπε στον καλόγερο να του ρίξει κι αυτός νερό για να πλυθεί. Κι ο καλόγερος, χωρίς ψευτοταπεινώσεις και ταπεινολογίες, με σιωπή, άπλωσε τα χέρια του και δέχθηκε τη διακονία απέναντί του του αρχιεπισκόπου Καισαρείας, του φωστήρα της Οικουμένης, Μεγάλου Βασιλείου. Τόσο εντυπωσιάστηκε ο άγιος, ώστε την επομένη είπε στον ηγούμενο ότι θα τον χειροτονήσει διάκονό του και θα τον πάρει μαζί του.
Η εικόνα αυτή που ήλθε στο μυαλό του ιερέα συνοδεύτηκε και με έναν λογισμό:  ο Γέροντας είναι ένας άγιος άνθρωπος. Έκρινε ότι έτσι έπρεπε να φερθεί απέναντί μου:  να μου φιλήσει πρώτος το χέρι. Προφανώς το έκανε σε όλους τους κληρικούς, ανεξαρτήτως βαθμού και ηλικίας. Λοιπόν, γιατί να μην υπακούσω στην κρίση του και στην ταπείνωση της πράξης του; Το χέρι του λοιπόν δεν το… τράβηξε. Τα άγια χείλη του π. Ιακώβου ακούμπησαν με ευλάβεια σ᾽ αυτό, κι ένιωσε ο ιερέας σαν να το ασπάστηκαν χιλιάδες άγγελοι του ουρανού.
Με περισσή κατάνυξη, αλλά… δεύτερος, φίλησε κι αυτός με άπειρο σεβασμό το τίμιο μέλος του Χριστού, κι άκουσε την ουράνια φωνή του Γέροντα να τον προσφωνεί με το όνομά του και να του λέει γεμάτος χαρά:  «Ελάτε ένα Σάββατο να μας λειτουργήσετε, σας παρακαλώ». Τον έπιασε ο Γέροντας έπειτα απαλά από το μπράτσο. «Πάτερ», είπε, «πόσοι άλλοι ιερείς είναι στον ναό που υπηρετείτε;» «Πέντε, Γέροντα», απάντησε ο παπάς με συστολή. «Υπομονή, παιδί μου, υπομονή».
Δεν του είπε κάτι άλλο. Οδήγησε τον καθηγητή, τον ιερέα και μια μικρή συνοδεία που είχανε μέσα στο Κυριακό να προσκυνήσουν. Έφεραν  και την αγία κάρα του οσίου Δαβίδ. Προσκύνησαν με συναίσθηση όλοι τους, ενώ ο Γέρων ηγούμενος εξηγούσε το πόσο θαυματουργός είναι ο άγιος και πόσο κοντά τους βρίσκεται. Κι όχι μόνο στους μοναχούς του μοναστηριού, αλλά και σε καθένα που εν πίστει θα τον επικαλεστεί.
Σε λίγη ώρα παρακάθισαν για γεύμα στην Τράπεζα. Ο Γέροντας, ο παπάς, ο καθηγητής, ένας νεαρός θεολόγος από τη συνοδεία του καθηγητή, κάποιοι άλλοι ακόμη προσκυνητές. Ο Γέροντας έκανε τάχα πως έτρωγε. Στην πραγματικότητα «ανακάτευε» το φαγητό, βάζοντας ελάχιστες μπουκιές στο στόμα του. Και μιλούσε, κι εξηγούσε κι αποκάλυπτε τα θαυμάσια του Θεού και του οσίου της Μονής. Με τον δικό του μοναδικό και σεμνό τρόπο. Σε καταιγιστικό ρυθμό. Και με τη βροντώδη φωνή του, που έκανε να σείεται και η πιο κρυμμένη χορδή της καρδιάς του όποιου μακάριου ακροατή του…
Και τι δεν έλεγε;  Αλλά με επίκεντρο πάντοτε την αγάπη του Θεού και των αγίων Του. Στην αγάπη αυτή εστίαζε ο μακαριστός Γέρων, η οποία τον έκανε να δακρυρροεί και να προσπαθεί απεγνωσμένα να κρύψει τα δάκρυά του… Κι εκεί που έλεγε και τα χείλη του έσταζαν το μέλι της ορθόδοξης πίστης, διέκοπτε, για να στραφεί, όχι μια, αλλά δυο και τρεις φορές,  στον νεαρό θεολόγο της συντροφιάς. «Ποιος είναι ο νεαρός;» ρωτούσε τον καθηγητή, κι ένιωθες τη ματιά του να αστράφτει  από χαρά όταν άκουγε την απάντηση:  «Είναι γνωστός μου, συγγενής μου, καθηγητής θεολόγος».  «Πολύ καθαρή καρδιά», σαν να μονολογούσε ο Γέροντας. Για να συνεχίσει τις ουράνιες διηγήσεις του, και να επανέλθει και πάλι στον θεολόγο. Στο τέλος είπε:  «Δεν ξέρω πώς τον βλέπετε εσείς, εγώ τον βλέπω διαφορετικά!» Μυστήριο ο λόγος που εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε κανείς να αποκρυπτογραφήσει. Μόνο μετά από κάποια χρόνια το κατάλαβαν οι μέτοχοι τότε της πνευματικής αλλά και υλικής εκείνης πανδαισίας. Ο νεαρός θεολόγος εισήλθε στον κλήρο. Έγινε ιερέας, κι αυτό ήταν εκείνο που «έβλεπε» διορατικά ο αγιασμένος Γέρων:  «εγώ τον βλέπω διαφορετικά…!»
Μετά το γεύμα ο ιερέας έκανε ένα γύρο την αυλή του μοναστηριού. Ρουφούσε την όλη ατμόσφαιρα. Τα μάτια του αναπαύονταν εκεί που και οι πέτρες ανέβλυζαν το μύρο του ουρανού. Στ᾽ αυτιά του ηχούσαν ακόμη τα λόγια του Γέροντα. Θαρρούσε πως από κάποια γωνιά θα ξεπροβάλλει και ο όσιος Δαβίδ.
«Πάτερ, πάτερ», μια φωνή τον επανέφερε στην πραγματικότητα! «Πάτερ, εδώ». Πλησίασε. Ένας μεσήλικας με πυτζάμες και με πατερίτσες ήταν στο κιόσκι της αυλής  και τον φώναζε.
«Χαίρετε», είπε ο παπάς και χαμογέλασε στον άνθρωπο. Είδε ότι δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του. «Μπορώ να σας βοηθήσω σε κάτι;» είπε λίγο αναστατωμένος, βλέποντας τον δακρυσμένο άνθρωπο. «Σας συμβαίνει τίποτε;»  
«Πάτερ, ο Θεός μού έκανε μέσα από τον άγιο Γέροντα και τον όσιο Δαβίδ ένα μεγάλο θαύμα. Τα δάκρυά μου είναι δάκρυα χαράς και αγαλλίασης».
Ο ιερέας πλησίασε περισσότερο. «Τι έγινε;» ρώτησε κι η προσοχή του εντάθηκε για να ακούσει το θαύμα.
 «Βλέπετε, πάτερ, το πόδι μου; Είναι κομμένο, γι᾽ αυτό και είμαι με τις πατερίτσες. Ένα ατύχημα δυστυχώς στη δουλειά μου, με έφερε σ᾽ αυτήν την κατάσταση. Το πρόβλημα όμως δεν είναι τόσο αυτό. Το πρόβλημα είναι ότι η πληγή δεν έκλεινε. Παρ᾽ όλα τα φάρμακα που έπαιρνα και τις ιατρικές φροντίδες, παρέμενε ανοικτή. Ο γιατρός στο νοσοκομείο που πήγαινα μου είπε ότι δεν θα αποφύγω την εγχείρηση, αλλά και πάλι με αμφίβολα αποτελέσματα. Απογοητεύτηκα. Όχι μόνο δεν είχα ολόκληρο το πόδι μου, αλλά επιπλέον είχα και την πυορροούσα πληγή. Μου είπαν για τον όσιο Δαβίδ και τον άγιο Γέροντα Ιάκωβο. Τους  θεώρησα ως την τελευταία ελπίδα μου. Ήλθα στον Γέροντα, του είπα το πρόβλημα, μου έδωσε θάρρος, με σταύρωσε με την κάρα του οσίου Δαβίδ. Πήγα την προγραμματισμένη ημέρα για την εγχείρηση. Καθώς με ετοιμάσανε κι ήλθε ο γιατρός για να επιχειρήσει το κλείσιμο της πληγής, τον είδα να ασπρίζει. Ταραγμένος με ρώτησε, πού πήγα και έκανα την επέμβαση, και γιατί τότε ήλθα και σ᾽ αυτόν. «Μα τι λέτε, γιατρέ;» του απάντησα. «Τώρα ήλθα στο νοσοκομείο, χωρίς να έχω πάει πουθενά αλλού».
 »Πάτερ, τα λόγια του τα θυμάμαι ακριβώς όπως μου τα είπε: «Εδώ  έχει γίνει εγχείρηση, και μάλιστα με τέλειο τρόπο. Ούτε ο Κούλεϊ στην Αμερική δεν θα έκανε τόσο τέλεια τομή! Το πόδι είναι… εγχειρισμένο. Δεν χρειάζεται απολύτως τίποτε άλλο».
…Εγώ έπεσα από τα σύννεφα. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Ή μάλλον άρχισα κάτι να υποψιάζομαι. «Γιατρέ», του είπα επιφυλακτικά. «Πριν έλθω εδώ, είχα πάει σ᾽ ένα μοναστήρι και μου σταύρωσε το πόδι ένας άγιος Γέροντας, εκεί στην Εύβοια. Στο μοναστήρι του οσίου Δαβίδ». Ο γιατρός άκουγε εκστατικός. «Επιστημονικά δεν μπορώ να  εξηγήσω αυτό που βλέπω», μουρμούρισε. «Την πληγή την θυμάμαι, έχουμε άλλωστε και τα ιατρικά αποδεικτικά, και λογικά δεν μπορεί να συμβεί ό,τι συνέβη».
«Προφανώς, πάτερ», κατέληξε ο μεσήλικας με τις πατερίτσες και το κομμένο πόδι, «ο γιατρός κάτι θα πίστευε σε Θεό, γιατί με τον συγκλονισμό ακόμη στα μάτια του, πρόσθεσε: - Το μόνο που πρέπει λοιπόν να κάνεις είναι να πας στο μοναστήρι αυτό και πάλι, και να ανάψεις ένα κερί σαν το μπόι σου. Γιατί μάλλον βρισκόμαστε μπροστά σ᾽ ένα θαύμα». Κι έτσι, πάτερ, βρέθηκα εδώ. Πήρα ταξί μαζί με τη γυναίκα μου κι ήρθαμε να ευχαριστήσουμε από την καρδιά μας τον όσιο και τον άγιο Γέροντα».
Ο ιερέας δεν μιλούσε. «Ο Θεός σάς ευλόγησε πράγματι», βρήκε μόνο να πει, «μέσα από τον όσιό του Δαβίδ, αλλά και μέσα όντως από τον άγιο ηγούμενο. Γιατί για να ενεργήσει μ᾽ έναν τέτοιο άμεσο τρόπο ο όσιος, έπρεπε κάποιος με μεγάλη παρρησία προς αυτόν και τον Θεό να τον παρακινήσει. Κι αυτός είναι ο καλός υπηρέτης του, ο π. Ιάκωβος. Ευλογημένο το όνομα του Κυρίου».
Ο ιερέας χαιρέτισε και απομακρύνθηκε. Ο Γέρων Ιάκωβος ήταν και πάλι έξω με τον καθηγητή και τη λοιπή συνοδεία του. Συζητούσαν και τα πρόσωπα όλων έλαμπαν. Ο ιερέας πλησίασε. Ο άγιος Γέροντας τον είδε να πλησιάζει και να κρατάει μάλιστα στα χέρια του μία φωτογραφική μηχανή. «Γέροντα», είπε με μεγάλη συστολή ο ιερέας, «μπορούμε να βγάλουμε κάποια φωτογραφία εδώ μαζί σας;» Δέχτηκε. Οι φωτογραφίες βγήκαν. Μαζί με τους άλλους, μαζί και με τον ίδιο τον ιερέα. Αλλά, η αγάπη του π. Ιακώβου ήταν ανεξάντλητη. Βλέποντας ότι η φωτογράφιση μαζί του προκαλεί χαρά σε όλους, πήρε τον ιερέα από το χέρι και τον προέτρεψε να βγάλει κι άλλες φωτογραφίες:  στο ένα σημείο της αυλής, στο άλλο πιο κάτω, ακόμη πιο πέρα… «Γέροντα, φτάνει, δεν πειράζει. Βγάλαμε πια αρκετές. Σας ευχαριστούμε πολύ», είπε και πάλι ο κληρικός, ξέροντας ότι ο άγιος ηγούμενος κινείται στον θυσιαστικό ρυθμό αγάπης του Κυρίου Ιησού.
Βάλανε όλοι μετάνοια, ασπάστηκαν τη δεξιά του Γέροντα, δέχτηκαν τους ασπασμούς του καθώς τους ξεπροβόδιζε, έφυγαν.
Μπήκαν στο αυτοκίνητο και γύρισαν «πετώντας». Η αίσθηση της συνάντησης και της επικοινωνίας μ᾽ έναν σύγχρονο άγιο τούς συνείχε και τους έκανε να μη θέλουν να πούνε πολλά κατά την επιστροφή. Η εικόνα του αγίου Γέροντα γέμιζε τον νου και την καρδιά τους. Το προσκύνημα χαράχθηκε βαθιά μέσα τους.
Ένα μόνο δεν μπόρεσαν τότε να δουν και να καταλάβουν:  ότι ο άγιος ηγούμενος θα κρατούσε κι αυτός τη συγκεκριμένη συντροφιά στη μνήμη και την καρδιά του. Και δεν θα έπαυε να τους μνημονεύει και να τους «παρακολουθεί» με τους νοερούς οφθαλμούς του, ερχόμενος αρωγός τους κάθε φορά που θα είχαν κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα να αντιμετωπίσουν στη ζωή τους…

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (61)


«Να επιζητείς να φωτίζεσαι πάνω στους λόγους της Γραφής, που είναι λόγοι πνευματικής υγείας, με τους κόπους κυρίως παρά με τα βιβλία» (λόγ. κζ΄ 48).
Είναι από τους πιο βαθείς και καίριους λόγους του οσίου: προϋποθέτουν ότι αφενός δεν βρίσκεσαι στην κατάσταση που θα έπρεπε – το σκότος είναι εγγενής πια κατάστασή σου, λόγω της πτώσης στην αμαρτία ή στη διαρκή επιρροή της και μετά το βάπτισμά σου – αφετέρου ο λόγος του Θεού, η Αγία Γραφή, περιέχει το φως του Θεού το οποίο οδηγεί τον άνθρωπο στην πνευματική του υγεία, δηλαδή στην κατάσταση που ο άνθρωπος ζει ορθά την παρουσία του Θεού ως μέλος Χριστού. Γι’ αυτό και ο όσιος θεωρεί τη μελέτη της Γραφής ως φάρμακο για τον πιστό, χωρίς το οποίο κινδυνεύει η πνευματική αρτιότητα και ακεραιότητά του. Κι ακόμη περισσότερο: πέραν του φωτισμού που προσφέρει η μελέτη αυτή, κάνει τον πιστό να συγκεντρώνει τον νου του, ώστε να μην οδηγείται αυτός (ο νους) στην καταστροφική διάσπαση και διάχυσή του στα αισθητά και ορατά. «Δεν είναι λίγος ο φωτισμός και η συγκέντρωση του νου που χαρίζει η ανάγνωση, εφόσον πρόκειται για λόγια του Αγίου Πνεύματος, τα οποία οπωσδήποτε καθοδηγούν και διορθώνουν όσους τα μελετούν» (47).
Δεν είναι θέμα λοιπόν πολυτέλειας η μελέτη των λογίων του Αγίου Πνεύματος. Πρόκειται για καθημερινή και αναγκαία τροφοδοσία της ψυχής για να μπορείς να ζεις ως άνθρωπος, ενόψει μάλιστα των παθών που σε ταλαιπωρούν και του Πονηρού που αδιάκοπα «ζητεί να σε καταπιεί»! Και μέσα στα αγιοπνευματικά αυτά λόγια πρέπει να εντάξεις όχι μόνο βεβαίως τη βάση όλων, την Αγία Γραφή, αλλά και την Πατερική εκφορά της, είτε με τα ίδια τα κείμενα των Πατέρων είτε με την υμνογραφική διάστασή της είτε με τη συναξαριακή μορφή διά των βίων των αγίων. Όσο με άλλα λόγια μελετάς τα πνευματικά κείμενα της Εκκλησίας μας και εμβαπτίζεσαι σ’ αυτά, πορεύεσαι πάνω στον δρόμο του Θεού και έχεις τον Ίδιο λαλούντα και ενεργούντα στην καρδιά σου.
Υπάρχει όμως ένα «αλλά». Κι αυτό είναι η άλλη πλευρά της προτροπής του οσίου: «να φωτίζεσαι από τη Γραφή, αλλά με τους κόπους κυρίως παρά με τα βιβλία»! Είναι η ίδια προτροπή του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο οποίος μιλώντας για το ίδιο θέμα: της ωφέλειας από τη μελέτη της αγίας Γραφής, έλεγε: «Μην προχωρείς τη μελέτη αυτή πριν εφαρμόσεις τον προηγούμενο λόγο που διάβασες». Η μελέτη δηλαδή της Γραφής – και σ’ αυτό συμφωνούν όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας – γίνεται διά της πράξεως πρωτίστως και όχι τόσο διά της απλής αναγνώσεως. Η ανάγνωση έχει τεράστια σημασία στον βαθμό που ο πιστός έχει την αποφασιστική βούληση να εφαρμόζει αυτά που διαβάζει, στην καθημερινότητά του. Διαφορετικά τα ίδια τα λόγια της Γραφής γίνονται όπλα που στρέφονται κατά του ίδιου του εαυτού του (όσιος Μάρκος). Και τούτο γιατί το ζητούμενο είναι όχι το πώς θα πάρει ο άνθρωπος κάποιες πληροφορίες για τον Θεό, αλλά το πώς θα κάνει τον Θεό ένοικο της ψυχής του. «Ο Κύριος μακάρισε όχι αυτόν που έμαθε κάτι για τον Θεό, αλλά αυτόν που απέκτησε τον Θεό στην ύπαρξή του – το εν εαυτώ σχειν τον Θεόν» (άγιος Γρηγόριος Νύσσης).

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (60)


«Οι δαίμονες θα απομακρυνθούν από κοντά σου σύντομα, επειδή δεν θέλουν οι ανόσιοι να σε βλέπουν να στεφανώνεσαι πολεμώντας εναντίον τους με την προσευχή. Επί πλέον, θα φύγουν και επειδή τους μαστιγώνει η προσευχή σαν φωτιά» (λόγ. κη΄, 61).  
Η προσευχή θεωρείται ότι είναι το σπουδαιότερο όπλο του πιστού  κατά του Πονηρού Διαβόλου, αφού αποτελεί την καταφυγή σ’ Εκείνον που η χάρη Του τον κατανικά και τον διαλύει: Τον Κύριο Ιησού Χριστό. Δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξει πνευματική ζωή, δεν μπορεί να ορθοποδήσει κανείς σ’ αυτήν και να προκόψει, αν η προσευχή δεν έχει σφραγίσει την ύπαρξή του κι αν η προσευχή δεν έχει γίνει συστατικό της ζωής του, πραγματικά θέμα ζωής ή θανάτου γι’ αυτόν. Δεν είναι τυχαίο ότι ο μέγας Πατέρας Γρηγόριος ο Θεολόγος επισημαίνει ότι «μνημονευτέον του Θεού μάλλον ή αναπνευστέον» - πρέπει να μνημονεύει κανείς τον Θεό περισσότερο και απ’ όσο αναπνέει. Βγάλε δηλαδή την προσευχή από τη ζωή σου, και τότε θα πεθάνεις. Θα πεθάνεις πνευματικά, γιατί θα αποκοπείς από Εκείνον που είναι η Ζωή.
Ο όσιος Ιωάννης κινείται σ’ αυτό το μήκος κύματος: «Προσευχή είναι συνουσία και ένωση του ανθρώπου με τον Θεό», σημειώνει. Κι είναι αυτή που «διατηρεί τον κόσμο, συμφιλιώνει με τον Θεό, γεννά τα δάκρυα, συγχωρεί τα αμαρτήματα, σώζει από τους πειρασμούς, προστατεύει από τις θλίψεις… τρέφει την ψυχή, φωτίζει τον νου…» (1).  Αρκεί να είναι αληθινή προσευχή. Γιατί προσευχή για παράδειγμα έκανε και ο Φαρισαίος της γνωστής παραβολής, αλλά κατακρίθηκε μέσω αυτής. Κι αληθινή είναι όταν βεβαίως αναφέρεται κανείς στον αληθινό Θεό, Αυτόν που φανέρωσε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, αλλά και την επιτελεί με την πρέπουσα στάση: «με υφασμένο τον χιτώνα της ψυχής με το νήμα της αμνησικακίας. Ειδεμή τίποτε δεν πρόκειται να ωφεληθείς από την προσευχή» (4).
Οι δαίμονες, λέει ο όσιος, ξέρουν τη δύναμη του όπλου αυτού στα χέρια του πιστού χριστιανού, γι’ αυτό και την τρέμουν.  Και την ξέρουν, αφενός γιατί βλέπουν τα στεφάνια που αποκτούν οι χριστιανοί από τον πόλεμο που κάνουν εναντίον τους – μαθαίνει τελικώς να προσεύχεται ο χριστιανός από την εναντίωση των δαιμόνων – αφετέρου γιατί υφίστανται την οδύνη που προκαλεί το όπλο της προσευχής πάνω «στο πετσί τους»! Η προσευχή μαστιγώνει και καίει τον διάβολο! Μαστίγιο και φωτιά: η τεράστια δύναμη κατά των δαιμόνων στα χέρια των πιστών, που οι πολλοί δυστυχώς την αγνοούν, γιατί βαριούνται και παρασύρονται από τις παγίδες του Πονηρού. Ο άγιος το έχει ξαναπεί με ιδιαίτερη ένταση: «Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους» - με το όνομα του Ιησού να μαστιγώνεις τους εχθρούς δαίμονες! «Διότι δεν υπάρχει ούτε στον ουρανό ούτε στη γη ισχυρότερο όπλο» (λόγ. κ΄ 6). Αρκεί να νιώθεις την ενότητά σου μ’ Εκείνον, αφού είσαι μέλος Του, που θα πει «η μνήμη Του να έχει κολλήσει με την αναπνοή σου» (λόγ. κζ΄ 26).

Η ΕΓΕΡΣΙΣ ΤΟΥ ΕΝ ΤΑΦΩ ΤΕΤΡΑΗΜΕΡΟΥ, ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΥ ΦΙΛΟΥ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ


      "Ο Λάζαρος ήταν Εβραίος κατά το γένος, Φαρισαίος κατά την αίρεση, και υιός, όπως έχει βρεθεί, του Φαρισαίου Σίμωνα, καταγώμενος από την κώμη της Βηθανίας. Ενώθηκε με δεσμά φιλίας με τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, ο Οποίος ήλθε στον κόσμο για τη σωτηρία μας. Επειδή λοιπόν ο Χριστός συνεχώς διαλεγόταν με τον Σίμωνα, διότι και αυτός πίστευε πολύ στην ανάσταση από τους νεκρούς, και πήγαινε στο σπίτι του, κατά φυσικό τρόπο ο Λάζαρος, όπως και οι δύο του αδελφές, η Μάρθα και η Μαρία, αγάπησαν γνήσια τον Κύριο. Καθώς πλησίαζε το σωτήριο Πάθος, επειδή έπρεπε να θεωρηθεί αξιόπιστο το μυστήριο της Αναστάσεως του Κυρίου, ο μεν Ιησούς έμενε πέραν του Ιορδάνου, αφού προηγουμένως είχε αναστήσει από τους νεκρούς την κόρη του Ιαείρου και τον υιό της Χήρας. Ο δε φίλος του Λάζαρος αρρώστησε βαριά και πέθανε. Ο Ιησούς λοιπόν, ενώ δεν ήταν στη Βηθανία, λέγει στους μαθητές: Ο Λάζαρος κοιμήθηκε, και μετά από λίγο πάλι: Ο Λάζαρος, λέγει, πέθανε. Έρχεται λοιπόν στη Βηθανία, αφήνοντας τον Ιορδάνη, καθώς Του έστειλαν μήνυμα οι αδελφές του Λαζάρου. Απέχει δε η Βηθανία περίπου δεκαπέντε στάδια από τα Ιεροσόλυμα. Τον προϋπάντησαν οι αδελφές του Λαζάρου που του είπαν: Κύριε, αν ήσουν εδώ, δεν θα πέθαινε ο αδελφός μας. Αλλά και τώρα, αν θελήσεις, θα τον αναστήσεις, γιατί μπορείς. Ερωτά τον όχλο ο Ιησούς. Πού τον βάλατε; Και αμέσως όλοι πήγαν προς το μνήμα. Κι αφού σήκωσαν τον λίθο, η Μάρθα λέγει: Κύριε, μυρίζει πια, γιατί είναι τέσσερις ημέρες μέσα. Ο Ιησούς προσευχήθηκε και έκλαψε για τον Λάζαρο, οπότε με μεγάλη φωνή κραύγασε: Λάζαρε, έλα έξω. Κι αμέσως ο πεθαμένος βγήκε, κι αφού λύθηκε αναχώρησε για το σπίτι του. Αυτό το τεράστιο παράδοξο ξεσήκωσε τον φθόνο του Εβραϊκού λαού, που εξοργίστηκε κατά του Χριστού. Ο δε Ιησούς πάλι έφυγε γρήγορα. Οι δε αρχιερείς σκέφτηκαν και τον Λάζαρο να σκοτώσουν, διότι πολλοί βλέποντάς τον πίστευαν στον Χριστό. Ο Λάζαρος τότε που κατάλαβε τις σκέψεις τους διαφεύγει προς τη νήσο Κύπρο, όπου και έμενε, μέχρις ότου αργότερα αναδείχτηκε αρχιερέας της πόλης του Κυτίου από τους Αποστόλους. Κι αφού έζησε καλώς και θεοφιλώς, τριάντα χρόνια μετά από την ανάστασή του πέθανε και πάλι. Ετάφη εκεί και έκανε πολλά θαύματα.
      Λέγεται δε ότι μετά την ανάστασή του δεν έφαγε τίποτε χωρίς να βάλει και κάτι πικρό στο φαγητό και ότι το ωμοφόριό του το έφτιαξε η πάναγνη του Θεού Μητέρα με τα χέρια της και του το χάρισε. Το τίμιο και άγιο λείψανό του ο σοφότατος βασιλιάς Λέων, από κάποια θεία όραση κινούμενος έστειλε και το πήρε από εκεί και το κατέθεσε με σεμνότητα και με πολυτέλεια στον Ναό που έκτισε στην Κωνταντινούπολη προς τιμή του. Και τώρα ακόμη παραμένει το τίμιο λείψανό του, που βγάζει κάποια άρρητη ευωδία. Τάχθηκε δε να εορτάζεται η έγερσή του κατά τη σημερινή ημέρα, διότι οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες μας, μάλλον δε οι άγιοι Απόστολοι, μετά την κάθαρση της σαρανταήμερης νηστείας, ενόψει των αγίων Παθών του Κυρίου μας, επειδή βρήκαν αυτό το θαύμα ότι ήταν η αρχή και μάλιστα η αιτία της μανίας των Ιουδαίων κατά του Χριστού, γι' αυτό λοιπόν έθεσαν εδώ το υπερφυσικό αυτό τεράστιο θαύμα. Αυτό λοιπόν το θαύμα μόνος ο ευαγγελιστής Ιωάννης το έγραψε, διότι οι άλλοι ευαγγελιστές το παρέλειψαν. Ίσως γιατί ήταν ζωντανός ο Λάζαρος και τον έβλεπαν. Λέγεται μάλιστα ότι και γι' αυτό ακριβώς συνέγραψε και το υπόλοιπο Ευαγγέλιο και ότι οι άλλοι δεν αναφέρθηκαν καθόλου στην άναρχη Γέννηση του Χριστού. Διότι αυτό ήταν το ζητούμενο να πιστευθεί, δηλαδή ότι ο Χριστός ήταν ο Υιός του Θεού και Θεός. Και ότι αναστήθηκε και θα γίνει ανάσταση των νεκρών, πράγμα το οποίο με την ανάσταση του Λαζάρου γίνεται περισσότερο πιστευτό. Ο Λάζαρος δε δεν είπε τίποτε για τα εν Άδη ή διότι δεν του επέτρεψε ο Θεός να δει τελείως τα εκεί ή διότι τα είδε μεν, αλλά πήρε εντολή να κρατήσει σιωπή γι' αυτά. Από τότε και μετά, κάθε άνθρωπος που μόλις έχει πεθάνει λέγεται Λάζαρος, ενώ το εντάφιο ένδυμα ονομάζεται Λαζάρωμα, καθώς τον παρακινεί ο λόγος να θυμηθεί τον πρώτο Λάζαρο. Διότι αν εκείνος με τον λόγο του Χριστού αναστήθηκε και ξανάζησε πάλι, έτσι κι αυτός: μολονότι πέθανε, όμως θα αναστηθεί με την τελευταία σάλπιγγα και θα ζήσει αιώνια".