Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΟΦΟΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΑ


 
«Η αγία Αικατερίνα ήταν από την πόλη της Αλεξάνδρειας, κόρη κάποιου άρχοντα, ονόματι Κώνστα, πάρα πολύ ωραία, αξεπέραστης μάλιστα ομορφιάς, ψηλή και λεπτή κατά το σώμα, ετών δεκαοκτώ. Αυτή λοιπόν αφού σπούδασε, στο ανώτερο δυνατό σημείο, όλη τη ελληνική και ρωμαϊκή παιδεία, δηλαδή τον Όμηρο και τον Βιργίλιο, τον μέγιστο ποιητή των Ρωμαίων, τον Ασκληπιό και τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό από τους ιατρούς, τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, τον Φιλιστίωνα και τον Ευσέβιο από τους φιλοσόφους, τον Ιαννή και τον Ιαμβρή από τους μεγάλους μάγους, τον Διόνυσο και τη Σύβιλλα, όπως και κάθε ρητορική τέχνη που είχε εφευρεθεί στον κόσμο, ακόμη όμως αφού έμαθε  και κάθε λέξη από τις διάφορες γλώσσες, εξέπληξε όχι μόνο αυτούς που την έβλεπαν, αλλά και αυτούς που άκουγαν για τη φήμη, τη σοφία και την παιδεία της. Λόγω της ομολογίας της για τον Χριστό, βασανίστηκε πολύ από τον βασιλιά Μαξέντιο, ενώ στο τέλος της έκοψαν και το κεφάλι, δεχόμενη έτσι και το στεφάνι του μαρτυρίου από τον αθλοθέτη Χριστό, τον αληθινό Θεό μας».
Μας δίνει την ευκαιρία η πάνσοφος αυτή νύμφη του Κυρίου, εν σχέσει και με τη σοφία των ρητόρων που αντιμετώπισε, να σημειώσουμε αυτό που επισημαίνει και ο υμνογράφος και που έχει αξία διαχρονική: η κοσμική σοφία των ρητόρων, επειδή ακριβώς δεν διαπνεόταν από τη χάρη του Θεού και στηριζόταν μόνον στις πλοκές των ανθρωπίνων ματαίων συλλογισμών, τελικώς ήταν «ανάπλεως απαιδευσίας», εντελώς γεμάτη από απαιδευσία. «Χαίροις, (Αικατερίνα), η των φληνάφων ρητόρων την θρασυστομίαν ελέγξασα, ως απαιδευσίας ανάπλεως». (Να χαίρεσαι, Αικατερίνα, σύ που έλεγξες το θρασύ στόμα των ρητόρων σαν κάτι που ήταν γεμάτο από έλλειψη παιδείας). Αληθινά: μία παιδεία χωρίς Χριστό, δηλαδή χωρίς χάρη Θεού, τι μπορεί να είναι; Κατά τη ρήση του οσίου Παϊσίου του αγιορείτου: ένας έξυπνος δαιμονισμός. Πόσο πρέπει να προβληματιστούμε όλοι πάνω σ’  αυτήν την παρατήρηση του αγίου υμνογράφου! Ιδίως σήμερα, που χωρίς αιδώ και σκέψη πολλοί «υπεύθυνοι με θέση και εξουσία» αποδύονται σε αγώνα εξοβελισμού από την ελληνική εκπαίδευση κάθε χρώματος χριστιανικού.
Ο άγιος υμνογράφος μας καθοδηγεί και σε άλλες διαστάσεις της πολυτάλαντης προσωπικότητάς της. Σημειώνει μεταξύ άλλων στο εξαποστειλάριο της ακολουθίας: «Ενεύρωσας το φρόνημα γυναικών, ω παρθένε, Αικατερίνα πάντιμε, αθλοφόρων η δόξα». (Ισχυροποίησες το φρόνημα των γυναικών, παρθένε και πάντιμε Αικατερίνα, συ που είσαι η δοξα των αθλοφόρων μαρτύρων). Η αίσθηση του υμνογράφου, αίσθηση της όλης Εκκλησίας, ότι η αγία Αικατερίνα με ό,τι έζησε και έκανε έδωσε νεύρο στο φρόνημα των γυναικών, τις έκανε πιο ισχυρές, είναι κάτι σημαντικό. Σε εποχή που τονίζονται τα δικαιώματα των γυναικών, που ο λεγόμενος φεμινισμός, ως κίνημα για να αποκτήσουν οι γυναίκες εκείνα που δικαιούνται μέσα σε μία ανδροκρατούμενη κοινωνία,  έρχεται συχνά πυκνά στην επικαιρότητα, η διαπίστωση ότι οι γυναίκες μάρτυρες, σαν την αγία Αικατερίνα, είναι αυτές που ουσιαστικά και δραστικά δυναμώνουν το φρόνημά τους, πρέπει να εξαγγέλλεται. Νομίζουμε ότι εδώ βρισκόμαστε σε ό,τι ανώτερο έχει δοθεί ως ώθηση  για τον φεμινισμό. Διότι αυτός δεν βρίσκεται στα λόγια, αλλά στο παράδειγμα. Και δυναμικότερο παράδειγμα από μία γυναίκα που έδωσε και τη ζωή της για την πίστη στον Θεό και στον άνθρωπο δεν υπάρχει.

 

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΚΛΗΜΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΡΩΜΗΣ


"Ο μακάριος και σοφότατος Κλήμης ήταν Ρωμαίος, καταγόμενος από βασιλική γενιά, υιός του Φαύστου και της Ματθιδίας, και απέκτησε όλη την παιδεία της ελληνικής γνώσεως. Όταν σώθηκε κάποτε με παράδοξο τρόπο από ναυάγιο και έτυχε να συναντήσει τον κορυφαίο των Αποστόλων Πέτρο, κατηχήθηκε από αυτόν στην αληθινή πίστη του Χριστού. Έγινε  κήρυκας του Ευαγγελίου και συνέγραψε τις διατάξεις των Αποστόλων, οπότε και καταστάθηκε επίσκοπος Ρώμης. Συνελήφθη όμως από τον Δομιτιανό και βασανίστηκε. Και επειδή δεν πειθόταν στα προστάγματά του, εξορίστηκε σε έρημη πόλη, κοντά στη Χερσώνα. Από εκεί πάλι, αφού του έδεσαν στον αυχένα σιδερένια άγκυρα, τον έριξαν στον βυθό της θάλασσας και έτσι τελειώθηκε.
Ο των θαυμασίων πραγμάτων όμως Θεός, δοξάζοντας και μετά θάνατον τον δικό Του δούλο, κάνει ένα μεγάλο και τεράστιο υπερφυσικό θαύμα. Από τότε δηλαδή που τον έριξαν στη θάλασσα, το νερό της θάλασσας υποχωρούσε τρία μίλια κάθε φορά στη μνήμη του αγίου και γινόταν ξηρά, που υποδεχόταν επί επτά ημέρες  αυτούς που πήγαιναν εκεί, στο συγκεκριμένο σημείο της ρίψεώς του. Το θαύμα αυτό δημιουργούσε ευφροσύνη σ’ αυτούς που έλπιζαν στον Κύριο. Κάποτε λοιπόν που υποχώρησε πάλι η θάλασσα και εισήλθε στην αποκαλυφθείσα ξηρά ο λαός, έτυχε να εγκαταλειφθεί στον τόπο εκείνο ένα μικρό παιδάκι, καθώς το ξέχασαν οι γονείς του. Μόλις το αντελήφθησαν, τα νερά της θάλασσας είχαν επανέλθει στη θέση τους, οπότε εκείνοι κίνησαν θρήνους και οδυρμούς σε όλη την πόλη. Την επόμενη χρονιά που το κύμα και πάλι υποχώρησε, πήγαν οι γονείς και βρήκαν το παιδί τους υγιές, να παρακάθεται στη λάρνακα του αγίου. Στις ερωτήσεις τους τι και πώς συνέβη, έμαθαν από το παιδί τους ότι τρεφόταν από τον ευρισκόμενο εκεί άγιο, που το προφύλασσε και από τη βλάβη των ψαριών. Γεμάτοι χαρά πήραν το παιδί τους, ευχαρίστησαν με τον δέοντα τρόπο τον άγιο και αναχώρησαν για το σπίτι τους, δοξάζοντας τον Θεό για το θαύμα Του αυτό".
Δεν είναι η γνωριμία του αγίου Κλήμεντα με τον απόστολο Πέτρο το μόνο στοιχείο, κατά τον υμνογράφο άγιο Ιωσήφ, για τη σπουδαία θέση που κατέχει στο εκκλησιαστικό στερέωμα. Κάτι τέτοιο θα μας έβγαζε εκτός της χριστιανικής παραδόσεως. Αν κάποιος θεωρείται γνωστός των αποστόλων και γι’ αυτό σημαντικός, είναι διότι και εκείνος αγωνίστηκε να πολιτευτεί κατά την πίστη και τη ζωή των αποστόλων. Κι αυτό διαπιστώνει και ο άγιος Ιωσήφ: ο Κλήμης καταστάθηκε επίσκοπος Ρώμης, διότι η ζωή του τον έφτασε εκεί. Καθοδηγήθηκε από το άγιο Πνεύμα, εισήλθε στη ζωή του Πνεύματος και έτσι κατανόησε και τον ίδιο τον Κύριο, τον Οποίο κήρυσσε λόγω και έργω διαπαντός, και χάριν του Οποίου έδωσε και την ίδια του τη ζωή. «Έσκυψες μέσα στα βάθη του αγίου Πνεύματος με το πνεύμα σου, όσιε, κατά όσιο τρόπο, και κατανόησες έτσι, όσο μπόρεσες, τον ακατάληπτο στη νόησή Του Κύριο, Μακαριώτατε». Κι εκείνο που επιβεβαίωσε ότι όντως με όσιο τρόπο μυήθηκε στα του Πνεύματος του Θεού, είναι και το μαρτύριό του: να δώσει και τη ζωή του  για την πίστη του Κυρίου. Σαν κλήμα, κυριολεκτικά, (ως Κλήμης στο όνομα), στο αμπέλι του Χριστού, που έχει σταφύλια της γνώσης του Θεού, τα οποία, αφού πατήθηκαν στο ληνάρι του μαρτυρίου, έβγαλαν  καλό κρασί που ευφραίνει τις καρδιές των πιστών. «Το κατάκαρπο αμπέλι, δηλαδή ο Ιησούς, μακάριε Κλήμη,  σε βλαστάνει σαν κλήμα, φέρνοντας σταφύλια της γνώσης του Θεού. Αυτά τα σταφύλια, πατημένα στο πατητήρι του μαρτυρίου σου, ανέβλυσαν οίνο, που ευφραίνει τις καρδιές όλων των πιστών».

 

Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΚΟΝΙΟΥ


Ο τονισμός του αγίου Αμφιλοχίου ως «ιερωτάτου οργάνου της θεολογίας» από τον εκκλησιαστικό ποιητή δεν είναι αυθαίρετος. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, όπως παρατηρούν διαπρεπείς Πατρολόγοι,  η ίδια η Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδος (381 μ.Χ.) αναγνώρισε το κύρος του και τον ευρύτερο ρόλο του στην Εκκλησία, ενώ από την άλλη με τη θεολογία που άσκησε, βρισκόμαστε μέσα στο κλίμα και την ατμόσφαιρα της θεολογίας των μεγάλων Καππαδοκών Πατέρων, δηλαδή του Μεγάλου Βασιλείου, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, του αγίου Γρηγορίου Νύσσης. Είναι εξόχως σημαντικό και συγκινητικό να μαθαίνει κανείς ότι ο άγιος Αμφιλόχιος ήταν πνευματικό τέκνο του Μ. Βασιλείου, πρώτος εξάδελφος του Γρηγορίου του Θεολόγου, φίλος του Γρηγορίου Νύσσης. Και ναι  μεν δεν ήταν ο ίδιος παφλασμός θεολογίας, σαν τους τρεις αυτούς μεγίστους Πατέρες, έδρασε όμως ως απαλός φλοίσβος, ως ήρεμη δύναμη, η οποία ερχόταν να εδραιώνει, εκεί που βρέθηκε ως ποιμένας, την ορθόδοξη πίστη και ζωή. Θα έλεγε κανείς ότι λόγω ακριβώς της καλής του προαίρεσης, του έδωσε ο Θεός τη χάρη της πλήρους αφομοίωσης της ορθόδοξης θεολογίας, και μάλιστα της χαρισματικής μεταποίησης αυτής σε ποιητικούς στίχους. Για παράδειγμα, ο άγιος Αμφιλόχιος έγραψε ένα εκτενές συμβουλευτικό ποίημα, το «Ίαμβοι  προς Σέλευκον», που απηύθυνε στον νεαρό Σέλευκο προς κατήχηση και καθοδήγησή του, μέσα στο οποίο ενσωμάτωσε πολλά στοιχεία από το έργο του πνευματικού του πατέρα Μ. Βασιλείου «Προς τους νέους πώς μπορούν να ωφεληθούν από τα ελληνικά-ειδωλολατρικά γράμματα».

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Με τον μακαριστό Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη


Ο νέος ιερέας διάβηκε την κεντρική θύρα του μοναστηριού και προχώρησε προς το εσωτερικό της αυλής. Συνόδευε έναν σεβαστό καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος διατηρούσε ιδιαίτερες σχέσεις με τον άγιο Γέροντα της Μονής. Σεβόταν εξαιρετικά  ο καθηγητής τον Γέροντα κι εκείνος με τη σειρά του ανταπέδιδε τον δικό του σεβασμό, λέγοντας πάντοτε ότι αισθάνεται ανάξιος να έρχονται να τον χαιρετούν, να τον προσκυνούν άνθρωποι ξεχωριστής μόρφωσης, με μεγάλες θέσεις στην κοινωνία, ενώ ο ίδιος είναι ένα «μουρλόπραμα». Ο άγιος Γέροντας της μονής του οσίου Δαβίδ Ευβοίας, ο πατήρ Ιάκωβος Τσαλίκης! Αυτός που και Πατριάρχες και Αρχιεπίσκοποι και Επίσκοποι και ένα σωρό άλλοι κληρικοί, μαζί με τον απλό κόσμο, έπιναν νερό στο όνομά του. Κι όσο τον προσήγγιζαν και τον τιμούσαν, τόσο και αυτός ήθελε να φεύγει, να μην αυξάνει τις αμαρτίες του, να μη σωρεύει οργή κατά την ημέρα της κρίσεως. Γιατί, αν τώρα με τιμούν – τόνιζε - ο Χριστός μας θα μου πει την ημέρα της κρίσεως:  «εσύ απέλαβες τον μισθόν σου».

Ο νέος κληρικός αισθανόταν κατανυγμένος. Είχε προετοιμαστεί για το προσκύνημα στον αγιασμένο τόπο -  είχε προηγηθεί μάλιστα και το άλλο μεγάλο προσκύνημα, στον όσιο Ιωάννη τον Ρώσο, στο Προκόπι Ευβοίας. Και τώρα βρισκόταν εκεί που άγιασε η μεγάλη μορφή του αγίου Δαβίδ του Γέροντος, εκεί που αγιάζει ο σπουδαίος Γέροντας π. Ιάκωβος, εκεί που προκαλούνται σε μετάνοια και αγιασμό χιλιάδες άνθρωποι προσκυνητές από όλα τα πέρατα της οικουμένης. Γιατί ο Γέροντας εδώ και χρόνια, χωρίς να το επιδιώκει καθόλου, είχε γίνει γνωστός στον πολύ κόσμο. Τον έκαναν γνωστό η αγιότητά του και τα θαυμαστά έργα που επιτελούσε δι᾽ αυτού ο Κύριος και ο όσιος Δαβίδ. Όσοι τον είχαν γνωρίσει είχαν και κάτι να διηγηθούν για τη λύση ενός προβλήματός τους, για την υπέρβαση ενός αδιεξόδου στο οποίο είχαν βρεθεί, για το στήριγμά τους στην πίστη και μόνο από τη θέα του ταπεινού προσώπου του.
Θυμόταν ο προσκυνητής παπάς την εντύπωση των νέων παιδιών, που είχαν επισκεφτεί το Μοναστήρι από μια κοντινή Κατασκήνωση που βρίσκονταν: μόλις εμφανίστηκε ο π. Ιάκωβος τα παιδιά σαν να μαγνητίστηκαν. Στράφηκαν όλα προς αυτόν και άρχισαν να φωνάζουν σε κατάσταση σχεδόν έκστασης:  «ο άγιος, ο άγιος!» Κι εκείνος, ενώ πήγε να κρυφτεί στην αρχή, δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει την αγάπη του προς τα παιδιά. Τα πλησίασε, τα ευλόγησε, «χάθηκε» ανάμεσά τους… Ένα παιδί κι αυτός ανάμεσα στα άλλα… Συνέβη εκείνο που συνέβαινε με τον όσιο Σεραφείμ τον Σάρωφ:  απέφευγε τους ανθρώπους, για να μην τον τιμούν. Αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί στην παρουσία των παιδιών. Και το ξέρανε οι μεγάλοι και έπαιρναν παιδιά μαζί τους, τα οποία έβαζαν να τον φωνάζουν, «παγιδεύοντάς» τον με τον τρόπο αυτό…
Ο Γέροντας, ειδοποιημένος από τους καλογέρους του ότι είχε έλθει ο καθηγητής της Θεολογίας, ο σεβαστός του καθηγητής, εμφανίστηκε στην αυλή, μπροστά από το Κυριακό της Μονής. Και μόλις εμφανίστηκε τι έκανε και συγκλόνισε τον κληρικό;  Πριν προλάβει ο κληρικός να προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση, μάλλον την ώρα που ήταν έτοιμος να σκύψει και να φιλήσει το αγιασμένο χέρι, ο Γέροντας με ταχύτητα νεανική έσκυψε πρώτος και προσκύνησε τον παπά. Του άρπαξε το χέρι και το ᾽φερε στα άγια χείλη του. Και για να δικαιολογηθεί, μάλλον για να μην αισθανθεί άβολα ο κληρικός, του είπε:  «Παπάς δεν είστε;»
Θα μπορούσε ο τριανταπεντάρης ιερέας, ο οποίος αριθμούσε στην ιερωσύνη περίπου τρία χρόνια, να τραβήξει το χέρι του από σεβασμό στον Γέροντα. Να μην αφήσει τον ηγούμενο, τον φημισμένο, τον άγιο, να ασπαστεί το δικό του. Μα δεν το έκανε. Με επίγνωση. Γιατί αστραπιαία του ήλθε στο μυαλό ένα παρόμοιο περιστατικό από το Γεροντικό με τον άγιο Πατέρα και Οικουμενικό Δάσκαλο της Εκκλησίας Μέγα Βασίλειο. Βρέθηκε, λέει η ιστορία, σε ένα Μοναστήρι από αυτά που ήταν στη δικαιοδοσία του, της αρχιεπισκοπής της Καισαρείας. Και ζήτησε από τον ηγούμενο να του στείλει, προκειμένου να τον διακονήσει όσο θα έμενε εκεί, έναν καλόγερο με ταπεινό φρόνημα.  Θέλησε να τον δοκιμάσει ο μέγας άγιος. Και τι έκανε;  Αφού τον έβαλε να του χύσει νερό από την κανάτα για να πλυθεί, με πολύ φυσικό τρόπο την πήρε έπειτα ο ίδιος και είπε στον καλόγερο να του ρίξει κι αυτός νερό για να πλυθεί. Κι ο καλόγερος, χωρίς ψευτοταπεινώσεις και ταπεινολογίες, με σιωπή, άπλωσε τα χέρια του και δέχθηκε τη διακονία απέναντί του του αρχιεπισκόπου Καισαρείας, του φωστήρα της Οικουμένης, Μεγάλου Βασιλείου. Τόσο εντυπωσιάστηκε ο άγιος, ώστε την επομένη είπε στον ηγούμενο ότι θα τον χειροτονήσει διάκονό του και θα τον πάρει μαζί του.
Η εικόνα αυτή που ήλθε στο μυαλό του ιερέα συνοδεύτηκε και με έναν λογισμό:  ο Γέροντας είναι ένας άγιος άνθρωπος. Έκρινε ότι έτσι έπρεπε να φερθεί απέναντί μου:  να μου φιλήσει πρώτος το χέρι. Προφανώς το έκανε σε όλους τους κληρικούς, ανεξαρτήτως βαθμού και ηλικίας. Λοιπόν, γιατί να μην υπακούσω στην κρίση του και στην ταπείνωση της πράξης του; Το χέρι του λοιπόν δεν το… τράβηξε. Τα άγια χείλη του π. Ιακώβου ακούμπησαν με ευλάβεια σ᾽ αυτό, κι ένιωσε ο ιερέας σαν να το ασπάστηκαν χιλιάδες άγγελοι του ουρανού.
Με περισσή κατάνυξη, αλλά… δεύτερος, φίλησε κι αυτός με άπειρο σεβασμό το τίμιο μέλος του Χριστού, κι άκουσε την ουράνια φωνή του Γέροντα να τον προσφωνεί με το όνομά του και να του λέει γεμάτος χαρά:  «Ελάτε ένα Σάββατο να μας λειτουργήσετε, σας παρακαλώ». Τον έπιασε ο Γέροντας έπειτα απαλά από το μπράτσο. «Πάτερ», είπε, «πόσοι άλλοι ιερείς είναι στον ναό που υπηρετείτε;» «Πέντε, Γέροντα», απάντησε ο παπάς με συστολή. «Υπομονή, παιδί μου, υπομονή».
Δεν του είπε κάτι άλλο. Οδήγησε τον καθηγητή, τον ιερέα και μια μικρή συνοδεία που είχανε μέσα στο Κυριακό να προσκυνήσουν. Έφεραν  και την αγία κάρα του οσίου Δαβίδ. Προσκύνησαν με συναίσθηση όλοι τους, ενώ ο Γέρων ηγούμενος εξηγούσε το πόσο θαυματουργός είναι ο άγιος και πόσο κοντά τους βρίσκεται. Κι όχι μόνο στους μοναχούς του μοναστηριού, αλλά και σε καθένα που εν πίστει θα τον επικαλεστεί.
Σε λίγη ώρα παρακάθισαν για γεύμα στην Τράπεζα. Ο Γέροντας, ο παπάς, ο καθηγητής, ένας νεαρός θεολόγος από τη συνοδεία του καθηγητή, κάποιοι άλλοι ακόμη προσκυνητές. Ο Γέροντας έκανε τάχα πως έτρωγε. Στην πραγματικότητα «ανακάτευε» το φαγητό, βάζοντας ελάχιστες μπουκιές στο στόμα του. Και μιλούσε, κι εξηγούσε κι αποκάλυπτε τα θαυμάσια του Θεού και του οσίου της Μονής. Με τον δικό του μοναδικό και σεμνό τρόπο. Σε καταιγιστικό ρυθμό. Και με τη βροντώδη φωνή του, που έκανε να σείεται και η πιο κρυμμένη χορδή της καρδιάς του όποιου μακάριου ακροατή του…
Και τι δεν έλεγε;  Αλλά με επίκεντρο πάντοτε την αγάπη του Θεού και των αγίων Του. Στην αγάπη αυτή εστίαζε ο μακαριστός Γέρων, η οποία τον έκανε να δακρυρροεί και να προσπαθεί απεγνωσμένα να κρύψει τα δάκρυά του… Κι εκεί που έλεγε και τα χείλη του έσταζαν το μέλι της ορθόδοξης πίστης, διέκοπτε, για να στραφεί, όχι μια, αλλά δυο και τρεις φορές,  στον νεαρό θεολόγο της συντροφιάς. «Ποιος είναι ο νεαρός;» ρωτούσε τον καθηγητή, κι ένιωθες τη ματιά του να αστράφτει  από χαρά όταν άκουγε την απάντηση:  «Είναι γνωστός μου, συγγενής μου, καθηγητής θεολόγος».  «Πολύ καθαρή καρδιά», σαν να μονολογούσε ο Γέροντας. Για να συνεχίσει τις ουράνιες διηγήσεις του, και να επανέλθει και πάλι στον θεολόγο. Στο τέλος είπε:  «Δεν ξέρω πώς τον βλέπετε εσείς, εγώ τον βλέπω διαφορετικά!» Μυστήριο ο λόγος που εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε κανείς να αποκρυπτογραφήσει. Μόνο μετά από κάποια χρόνια το κατάλαβαν οι μέτοχοι τότε της πνευματικής αλλά και υλικής εκείνης πανδαισίας. Ο νεαρός θεολόγος εισήλθε στον κλήρο. Έγινε ιερέας, κι αυτό ήταν εκείνο που «έβλεπε» διορατικά ο αγιασμένος Γέρων:  «εγώ τον βλέπω διαφορετικά…!»

Μετά το γεύμα ο ιερέας έκανε ένα γύρο την αυλή του μοναστηριού. Ρουφούσε την όλη ατμόσφαιρα. Τα μάτια του αναπαύονταν εκεί που και οι πέτρες ανέβλυζαν το μύρο του ουρανού. Στ᾽ αυτιά του ηχούσαν ακόμη τα λόγια του Γέροντα. Θαρρούσε πως από κάποια γωνιά θα ξεπροβάλλει και ο όσιος Δαβίδ.
«Πάτερ, πάτερ», μια φωνή τον επανέφερε στην πραγματικότητα! «Πάτερ, εδώ». Πλησίασε. Ένας μεσήλικας με πυτζάμες και με πατερίτσες ήταν στο κιόσκι της αυλής  και τον φώναζε.
«Χαίρετε», είπε ο παπάς και χαμογέλασε στον άνθρωπο. Είδε ότι δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του. «Μπορώ να σας βοηθήσω σε κάτι;» είπε λίγο αναστατωμένος, βλέποντας τον δακρυσμένο άνθρωπο. «Σας συμβαίνει τίποτε;»  
«Πάτερ, ο Θεός μού έκανε μέσα από τον άγιο Γέροντα και τον όσιο Δαβίδ ένα μεγάλο θαύμα. Τα δάκρυά μου είναι δάκρυα χαράς και αγαλλίασης».
Ο ιερέας πλησίασε περισσότερο. «Τι έγινε;» ρώτησε κι η προσοχή του εντάθηκε για να ακούσει το θαύμα.
 «Βλέπετε, πάτερ, το πόδι μου; Είναι κομμένο, γι᾽ αυτό και είμαι με τις πατερίτσες. Ένα ατύχημα δυστυχώς στη δουλειά μου, με έφερε σ᾽ αυτήν την κατάσταση. Το πρόβλημα όμως δεν είναι τόσο αυτό. Το πρόβλημα είναι ότι η πληγή δεν έκλεινε. Παρ᾽ όλα τα φάρμακα που έπαιρνα και τις ιατρικές φροντίδες, παρέμενε ανοικτή. Ο γιατρός στο νοσοκομείο που πήγαινα μου είπε ότι δεν θα αποφύγω την εγχείρηση, αλλά και πάλι με αμφίβολα αποτελέσματα. Απογοητεύτηκα. Όχι μόνο δεν είχα ολόκληρο το πόδι μου, αλλά επιπλέον είχα και την πυορροούσα πληγή. Μου είπαν για τον όσιο Δαβίδ και τον άγιο Γέροντα Ιάκωβο. Τους  θεώρησα ως την τελευταία ελπίδα μου. Ήλθα στον Γέροντα, του είπα το πρόβλημα, μου έδωσε θάρρος, με σταύρωσε με την κάρα του οσίου Δαβίδ. Πήγα την προγραμματισμένη ημέρα για την εγχείρηση. Καθώς με ετοιμάσανε κι ήλθε ο γιατρός για να επιχειρήσει το κλείσιμο της πληγής, τον είδα να ασπρίζει. Ταραγμένος με ρώτησε, πού πήγα και έκανα την επέμβαση, και γιατί τότε ήλθα και σ᾽ αυτόν. «Μα τι λέτε, γιατρέ;» του απάντησα. «Τώρα ήλθα στο νοσοκομείο, χωρίς να έχω πάει πουθενά αλλού».
 »Πάτερ, τα λόγια του τα θυμάμαι ακριβώς όπως μου τα είπε: «Εδώ  έχει γίνει εγχείρηση, και μάλιστα με τέλειο τρόπο. Ούτε ο Κούλεϊ στην Αμερική δεν θα έκανε τόσο τέλεια τομή! Το πόδι είναι… εγχειρισμένο. Δεν χρειάζεται απολύτως τίποτε άλλο».
…Εγώ έπεσα από τα σύννεφα. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Ή μάλλον άρχισα κάτι να υποψιάζομαι. «Γιατρέ», του είπα επιφυλακτικά. «Πριν έλθω εδώ, είχα πάει σ᾽ ένα μοναστήρι και μου σταύρωσε το πόδι ένας άγιος Γέροντας, εκεί στην Εύβοια. Στο μοναστήρι του οσίου Δαβίδ». Ο γιατρός άκουγε εκστατικός. «Επιστημονικά δεν μπορώ να  εξηγήσω αυτό που βλέπω», μουρμούρισε. «Την πληγή την θυμάμαι, έχουμε άλλωστε και τα ιατρικά αποδεικτικά, και λογικά δεν μπορεί να συμβεί ό,τι συνέβη».
«Προφανώς, πάτερ», κατέληξε ο μεσήλικας με τις πατερίτσες και το κομμένο πόδι, «ο γιατρός κάτι θα πίστευε σε Θεό, γιατί με τον συγκλονισμό ακόμη στα μάτια του, πρόσθεσε: - Το μόνο που πρέπει λοιπόν να κάνεις είναι να πας στο μοναστήρι αυτό και πάλι, και να ανάψεις ένα κερί σαν το μπόι σου. Γιατί μάλλον βρισκόμαστε μπροστά σ᾽ ένα θαύμα». Κι έτσι, πάτερ, βρέθηκα εδώ. Πήρα ταξί μαζί με τη γυναίκα μου κι ήρθαμε να ευχαριστήσουμε από την καρδιά μας τον όσιο και τον άγιο Γέροντα».
Ο ιερέας δεν μιλούσε. «Ο Θεός σάς ευλόγησε πράγματι», βρήκε μόνο να πει, «μέσα από τον όσιό του Δαβίδ, αλλά και μέσα όντως από τον άγιο ηγούμενο. Γιατί για να ενεργήσει μ᾽ έναν τέτοιο άμεσο τρόπο ο όσιος, έπρεπε κάποιος με μεγάλη παρρησία προς αυτόν και τον Θεό να τον παρακινήσει. Κι αυτός είναι ο καλός υπηρέτης του, ο π. Ιάκωβος. Ευλογημένο το όνομα του Κυρίου».
Ο ιερέας χαιρέτισε και απομακρύνθηκε. Ο Γέρων Ιάκωβος ήταν και πάλι έξω με τον καθηγητή και τη λοιπή συνοδεία του. Συζητούσαν και τα πρόσωπα όλων έλαμπαν. Ο ιερέας πλησίασε. Ο άγιος Γέροντας τον είδε να πλησιάζει και να κρατάει μάλιστα στα χέρια του μία φωτογραφική μηχανή. «Γέροντα», είπε με μεγάλη συστολή ο ιερέας, «μπορούμε να βγάλουμε κάποια φωτογραφία εδώ μαζί σας;» Δέχτηκε. Οι φωτογραφίες βγήκαν. Μαζί με τους άλλους, μαζί και με τον ίδιο τον ιερέα. Αλλά, η αγάπη του π. Ιακώβου ήταν ανεξάντλητη. Βλέποντας ότι η φωτογράφιση μαζί του προκαλεί χαρά σε όλους, πήρε τον ιερέα από το χέρι και τον προέτρεψε να βγάλει κι άλλες φωτογραφίες:  στο ένα σημείο της αυλής, στο άλλο πιο κάτω, ακόμη πιο πέρα… «Γέροντα, φτάνει, δεν πειράζει. Βγάλαμε πια αρκετές. Σας ευχαριστούμε πολύ», είπε και πάλι ο κληρικός, ξέροντας ότι ο άγιος ηγούμενος κινείται στον θυσιαστικό ρυθμό αγάπης του Κυρίου Ιησού.
Βάλανε όλοι μετάνοια, ασπάστηκαν τη δεξιά του Γέροντα, δέχτηκαν τους ασπασμούς του καθώς τους ξεπροβόδιζε, έφυγαν.
Μπήκαν στο αυτοκίνητο και γύρισαν «πετώντας». Η αίσθηση της συνάντησης και της επικοινωνίας μ᾽ έναν σύγχρονο άγιο τούς συνείχε και τους έκανε να μη θέλουν να πούνε πολλά κατά την επιστροφή. Η εικόνα του αγίου Γέροντα γέμιζε τον νου και την καρδιά τους. Το προσκύνημα χαράχθηκε βαθιά μέσα τους.
Ένα μόνο δεν μπόρεσαν τότε να δουν και να καταλάβουν:  ότι ο άγιος ηγούμενος θα κρατούσε κι αυτός τη συγκεκριμένη συντροφιά στη μνήμη και την καρδιά του. Και δεν θα έπαυε να τους μνημονεύει και να τους «παρακολουθεί» με τους νοερούς οφθαλμούς του, ερχόμενος αρωγός τους κάθε φορά που θα είχαν κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα να αντιμετωπίσουν στη ζωή τους…

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΔΕΚΑΠΟΛΙΤΗΣ


«Ο όσιος Γρηγόριος ήταν από τη Δεκάπολη της Ισαυρίας, υιός του Σεργίου και της Μακαρίας, κατά τους χρόνους των δυσσεβών εικονομάχων. Στα οκτώ του χρόνια αρχίζει την εκπαίδευση στα ιερά γράμματα. Κι όταν τελείωσε αυτές τις σπουδές, περνούσε όλον τον καιρό του στις Εκκλησίες. Στην κορύφωση της εφηβείας του οι γονείς του άρχισαν να τον ετοιμάζουν για γάμο. Αυτός όμως έφυγε κρυφά, και μάλιστα λόγω της επικρατούσας τότε αίρεσης των εικονομάχων, περιερχόταν από τόπου σε τόπο, κατασπαζόμενος τους μάρτυρες και θησαυρίζοντας για τον εαυτό του την ωφέλεια που προέκυπτε από τη συνάντησή του με αυτούς. Ζώντας με μεγάλη εγκράτεια  και σκληραγωγία, πάλεψε με πολλές επιθέσεις και μάλιστα των δαιμόνων, γι’  αυτό και αναδείχτηκε σε μεγάλο θαυματουργό. Ο Γρηγόριος πήγε και στην Ασία και έφθασε και στο Βυζάντιο, έχοντας την επιθυμία να πετύχει τη μαρτυρική ομολογία του για τον Χριστό. Από εκεί απέπλευσε προς τη Ρώμη, κι αφού γύρισε όλη τη Δύση και κατέπληξε πολλούς με τα θαύματα και τα σημεία  που επιτελούσε, ξαναγύρισε στο Βυζάντιο. Έπειτα προχώρησε προς το μέρος του Ολύμπου και ανέβηκε πάνω στο όρος. Και τόσο αποξηράθηκε το σώμα του εκεί από την άσκηση, ώστε αυτοί που τον γνώριζαν, τον αναγνώριζαν μόνον από τη φωνή. Πάλι λοιπόν κατέβηκε από το όρος και ήλθε στη Θεσσαλονίκη. Κι από εκεί πήγε στο Βυζάντιο, οπότε αφού βρήκε φυλακισμένο για χάρη των αγίων εικόνων τον Συμεών τον ομολογητή και θεοφόρο και τον ικέτεψε επί πολύ και τον προσκύνησε, εκοιμήθη εν ειρήνη, θεραπεύοντας προηγουμένως πολλά και διάφορα νοσήματα των ανθρώπων».

Ο όσιος Γρηγόριος αφιερώθηκε από νεαρή ηλικία στον Θεό. Στράφηκε ολοκληρωτικά σ’ Εκείνον και με αυτή τη στροφή του, με τον έρωτά του για τον Θεό,  μπόρεσε με τη βοήθειά Του να ξεπεράσει τη νεανική πύρωση της σάρκας. «Έρωτι θείω της σαρκός τους έρωτας εναπεμάρανας». Γι’  αυτό και στην εποχή μας θεωρείται κατεξοχήν επίκαιρη η προβολή του. Σε μια εποχή δηλαδή σαν τη δική μας, που οι σαρκικοί έρωτες και οι προκλήσεις των επιγείων ηδονών είναι στην καθημερινή διάταξη, το παράδειγμα του οσίου Γρηγορίου είναι πολύ βοηθητικό. Κι αυτός υπήρξε νέος. Κι αυτός δέχτηκε ποικίλους πειρασμούς, πάνω μάλιστα στα θέματα των ηδονών του σώματος. Μπόρεσε όμως να αναδειχτεί νικητής, γιατί κατάλαβε αυτό που ως μέθοδος ήταν γνωστό ήδη από την αρχαιότητα: «ήλω ήλον εκκρούειν». Το καρφί το κτυπά κανείς με το καρφί. Δηλαδή, η σαρκική ηδονή αντιμετωπίζεται όταν στη θέση της βάλλει κανείς την πνευματική ηδονή. Ο μη έννομος, ο εκτός του θελήματος του Θεού σαρκικός έρωτας, αντιμετωπίζεται, όταν μπει στη θέση του ο θεϊκός έρωτας. Αυτό απαιτεί βεβαίως γενναιότητα ψυχής, αλλά είναι ο μόνος δρόμος που οδηγεί, ειδικά τον νέο, στη λήψη του αγίου Πνεύματος. «Κατακρατήσας ηδονών του σώματος, νου γενναιότητι, εκ νεαράς, πάτερ, ηλικίας, όργανον του Πνεύματος γεγένησαι, τας αυτού ενεργείας περιφανώς εισδεχόμενος και θεοειδής γνωριζόμενος». (Κυριάρχησες στις ηδονές του σώματος, με γενναιότητα νου, από νεαρή, πάτερ, ηλικία, κι έγινες όργανο του αγίου Πνεύματος, δεχόμενος στην καρδιά σου με λαμπρό τρόπο τις ενέργειές Του και γινόμενος γι’  αυτό θεοειδής).

 

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΠΛΑΤΩΝ


«Ο άγιος Πλάτων ήταν από τη χώρα των Γαλατών, από την πόλη της Αγκύρας, αδελφός του αγίου μάρτυρα Αντιόχου. Επειδή ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό, νεαρός ακόμη, οδηγήθηκε στον ηγεμόνα Αγριππίνο. Και κτυπιέται από δώδεκα στρατιώτες και απλώνεται πάνω σε χάλκινο πυρωμένο κρεβάτι, ενώ από πάνω τον ράβδιζαν. Και καίγεται στις μασχάλες και στα πλευρά από πυρωμένες σφαίρες, ενώ από την πλάτη του έβγαλαν μία λουρίδα δέρματος, ενώ στη συνέχεια του έξυσαν τις σάρκες και τις πλευρές τόσο πολύ, ώστε αλλοιώθηκε η όψη του. Και τότε δέχεται το τέλος με το ξίφος». 
Ένα τροπάριο από την τρίτη ωδή του κανόνα του αγίου έχει ιδιαίτερη σημασία για τα σημερινά δεδομένα.  Σημειώνει ο υμνογράφος: «Επί του ξύλου σου ταθέν το καρτερώτατον σώμα κατεξαίνετο  δεινώς ταις αικίαις∙ αλλ’  αντείχε της ψυχής ο τόνος δυναμούμενος τω του Δεσπότου φίλτρω και βασιλείας τω έρωτι». Δηλαδή: Το καρτερικότατο σώμα σου, που απλώθηκε πάνω στο ξύλο, υφίστατο φοβερές και βαθιές  χαρακιές και ξεσμούς από τα κτυπήματα. Αλλά άντεχε η δύναμη της ψυχής σου, η οποία δυναμωνόταν από την αγάπη του Κυρίου και τον έρωτα της βασιλείας του Θεού. Τι επισημαίνει ο εκκλησιαστικός ποιητής; Μπορεί ο άγιος Πλάτων να υφίστατο φοβερά βασανιστήρια στο σώμα του, αλλά έμενε όρθια η ψυχή του, που ενισχυόταν από τη χάρη και την αγάπη του Θεού. Στον άγιο δηλαδή βλέπουμε να εφαρμόζεται η προτροπή του Κυρίου, που λέει «να μη φοβόμαστε εκείνον που μπορεί να σκοτώνει το σώμα μας, αλλά δεν έχει ισχύ πάνω στην ψυχή μας». Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος δεν ηττάται, όσο η ψυχή του παραμένει δυνατή. Ηττάται, όταν η ψυχή καμφθεί και σταματήσει επομένως να προσβλέπει στον Θεό που την ενισχύει.

 

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

ΕΚΕΙ...


Του Στέφανου Δορμπαράκη

Κει που το μαύρο λευκαίνει απ’ το άσπρο
Κεί που η πένα χαϊδεύει τη χορδή
Κει που το κύμα μεριάζει και τον βράχο
και στην Επίδαυρο λαλεί και το σκαλί
Κει που τ’ αντρόγυνου η σάρκα γίνεται ένα
και το Ποτήρι τ’ άγιο θα ’χει πια σώμα κι αίμα…
Εκεί… Εκεί… κι ακόμα τόσα εκεί…
 - ανταμωμένα ριζικά δίχως γιατί…
Κάνε, Θεέ μου, κι η δική μου προσευχή
στην πατρική Σου την καρδιά να βρει καταφυγή
Γιατί ορφάνεψα, Πατέρα,  δίχως Σένα…
Αυτό να’ ναι για μένα το μόνιμο Εκεί…

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΝΕΟΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ


«Ο άγιος Γρηγόριος ήταν επί της βασιλείας του Αυρηλιανού, από Έλληνες γονείς. Επειδή ζητούσε ό,τι καλύτερο για τον εαυτό του, γνώρισε την αληθινή κατά Χριστό πίστη. Κι όσο μεγάλωνε, τόσο αύξανε σ’ αυτόν η ευσέβεια. Από το μέγεθος και το πλήθος των θαυμάτων που έκανε, πήρε την επωνυμία του: θαυματουργός. Όταν λοιπόν φοιτούσε ακόμη στη σχολή της Αλεξάνδρειας και σπούδαζε θεολογία, κάποια πόρνη, παρακινημένη από συμφοιτητές του,  με σκοπό να τον συκοφαντήσουν, τον πλησίασε. Καταλήφθηκε όμως από δαιμόνιο, λόγω της συκοφαντίας, και έπεσε στη γη σπαράσσοντας. Ο άγιος τότε προσευχήθηκε και την έκανε καλά. Αυτός κάποτε είδε στον ύπνο του την Υπεραγία Θεοτόκο με τον Ιωάννη τον Θεολόγο να τον μυούν στο μυστήριο της αγίας Τριάδος. Και μετά τη χειροτονία του σε επίσκοπο από τον Φαίδιμο, τον Μητροπολίτη Αμασίας, και με το που πήγε στην Εκκλησία που του έλαχε, και μετά την κοίμησή του, λέγεται ότι έκανε θαύματα τέτοια, που και δεν είναι εύκολο  να τα ακούσει κανείς και είναι μεγαλύτερα και από το να τα πιστέψει.
Για παράδειγμα: Μετακίνησε σε άλλο μέρος μία τεράστια πέτρα, ίση σχεδόν με βουνό, μόνο με την προσευχή του. Και κάποτε περνώντας από ένα ναό ειδώλων, εισήλθε μέσα και έβγαλε από εκεί τα δαιμόνια. Όταν έφυγε δε, δεν μπορούσαν τα δαιμόνια να ξαναμπούν στον ναό. Το έμαθε αυτό ο νεωκόρος και οργίσθηκε κατά του αγίου. Τότε ο άγιος έγραψε σ’ ένα χαρτί: «ο Γρηγόριος προς τον σατανά: Να μπεις μέσα». Ο νεωκόρος έβαλε μέσα στον ναό το χαρτί, οπότε μπόρεσαν να μπουν και τα δαιμόνια. Μόλις είδε ο νεωκόρος το θαύμα αυτό, έμεινε έκπληκτος, και αντί να λατρεύει πια τους δαίμονες, αναδείχθηκε αμέσως μαθητής του Χριστού, προσερχόμενος στον μεγάλο Γρηγόριο. Άλλοτε, έμεινε ξάγρυπνος μία νύκτα στην προσευχή, για να κάνει ήσυχη και χέρσα μία λίμνη, η οποία είχε κύματα σαν της θάλασσας και την οποία διεκδικούσαν δύο αδέλφια. Ο άγιος λοιπόν «αποξήρανε», μαζί με τη λίμνη,  και τη μεταξύ τους έχθρα. Ακόμη: σταμάτησε την προς τα εμπρός φορά ενός ποταμού, επειδή τον παρεκάλεσαν οι κάτοικοι της περιοχής, βάζοντας τη ράβδο του στη λασπωμένη και ανακατωμένη γη. Και πρόσθεσε θαύμα πάνω στο θαύμα. Γιατί τότε το ρείθρο του ποταμού φάνηκε να αναχαιτίζεται, σαν να φοβόταν να αγγίξει τη ράβδο, ενώ η ράβδος που ήταν ξερή και χωρίς φυσική υγρασία, έγινε ευθαλές δέντρο. Κι ούτε ο χρόνος μπόρεσε να σβήσει το θαύμα, γιατί και τώρα, όπως λένε, κηρύσσεται η δύναμη του Χριστού διά του μεγάλου Γρηγορίου, αφού ο ποταμός δεν προχωρεί προς τα εμπρός και το δέντρο εξακολουθεί να είναι στη θέση του. Κι εκτός από τα παραπάνω, ένας Εβραίος που υποκρίθηκε τον νεκρό, σε σχήμα ύπτιο και απλωμένο, πράγματι έπαθε αυτό που υποκρινόταν, με την προσευχή του. Κάποτε, οι διώκτες του τον νόμισαν ότι ήταν δέντρο, όταν αυτός στεκόταν στο όρος και προσευχόταν. Άλλοτε, έφερε πείνα στους απίστους, τους οποίους έσωσε από τον θάνατο, μόλις πίστεψαν στον Χριστό. Όταν δε ήλθε η ώρα να φύγει από τον κόσμο αυτό και να εκδημήσει  προς τον Κύριο, έκανε ευχαριστήριες προσευχές, διότι την πόλη του που ήταν πολυάνθρωπη και γεμάτη από μεγάλη ασέβεια και απιστία, την άφησε ακριβώς αντίθετα. Όσους πιστούς δηλαδή βρήκε εκεί, όταν πήγε ως επίσκοπος, τόσους άπιστους και άφησε, που επέμεναν στην απιστία».
Δεν είναι τυχαίο ότι τον βίο του αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας  τον έγραψε ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου, ο οποίος καταγράφει γι’ αυτόν συγκεκριμένα περιστατικά της ζωής του, όπως και διδασκαλίες του, τα οποία άκουσε, όταν ήταν ακόμη μικρό παιδάκι, από τη γιαγιά του αγία Μακρίνα, μαθήτρια και πνευματικοπαίδι του ίδιου του αγίου Νεοκαισαρείας του θαυματουργού. Το ίδιο κάνει σε λόγους του και ο άγιος Βασίλειος. Και αυτός μνημονεύει με μεγάλο θαυμασμό τον σήμερα εορταζόμενο, καθώς και ο ίδιος υπήρξε αυτήκοος παρομοίων περιστατικών από τη γιαγιά του. Και ας επιτραπεί, εν παρενθέσει, να τονίσουμε την αξία των γιαγιάδων και των παππούδων, διαχρονικά, οι οποίοι μυούν στα νάματα της αγιασμένης μας χριστιανικής παραδόσεως τα εγγόνια τους. Ας φανταστούμε το σκηνικό: η γιαγιά Μακρίνα, αναπνέοντας την παράδοση του αγίου Γρηγορίου του θαυματουργού, δηλαδή την παράδοση του Χριστού και της Εκκλησίας μας, να έχει στην αγκαλιά της τα θαυμαστά, όπως θα αποδειχτεί αργότερα, εγγόνια της, και να  μεταγγίζει σ’  αυτά τη ζωντανή αυτή παράδοση. Πόσο συνήργησε η αγιασμένη αυτή γιαγιά στο να αναδειχτούν τέτοια αναστήματα για την Εκκλησία τα εγγόνια της, μόνον ο Θεός μπορεί να το ξέρει. Σίγουρα πάντως δεν ήταν άμοιρη σ’ αυτό και εκείνη.

 

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ


Δεν υπάρχει περίπτωση να μελετήσει κανείς το ευαγγέλιο του αγίου Ματθαίου και να μην αιχμαλωτιστεί από τα θεόπλοκα δίχτυα του. Αρκεί να το μελετήσει με καλή διάθεση και με πίστη. Θα διαπιστώσει ότι το Πνεύμα του Θεού που τον φώτισε, θα φωτίσει και εκείνον. Συνεπώς θα οδηγηθεί στην επίγνωση του ίδιου του Θεού, του μεγαλύτερου θησαυρού στον κόσμο τούτο. Όπως το λέει και ο υμνογράφος: «Ματθαίου ζωγρείται θεοπλόκοις του Μαθητού δικτύοις, τα συστήματα των πιστευόντων, διά παντός προς την σην επίγνωσιν, ευεργέτα, ποδηγούμενα». (Οι πιστοί αιχμαλωτίζονται από τα θεόπλοκα δίχτυα του μαθητή Ματθαίου, και καθοδηγούνται πάντοτε προς τη δική Σου επίγνωση, ευεργέτα Κύριε). Κι ακόμη: είναι το ευαγγέλιο του Ματθαίου που τονίζει κατεξοχήν και την ημέρα της Κρίσεως, της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου. Μια καταγραφή που όταν λαμβάνεται υπόψη σοβαρά, κάνει τον άνθρωπο να ξυπνάει από τη ραθυμία και να πορεύεται κατά το θέλημα του Θεού. Διότι με όριο την Κρίση του Θεού επιλέγει να σκέπτεται και να πράττει εκείνα που θα αντέξουν την ώρα αυτή: ό,τι αποτελεί πλουτισμό της ψυχής. «Και των ραθύμων ήγειρας ψυχάς…πρώτος γεγονώς ευαγγελιστής εν τω κόσμω, καθυπογράψας την ώραν της κρίσεως».

 

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


Δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για τον άγιο Ιωάννη - που έρρεε χρυσάφι από την ψυχή και το σώμα του και χρύσωνε τα πάντα με τα λόγια του, κατά τον άγιο υμνογράφο του - χωρίς όχι απλώς να σημειώσει, αλλά να κραυγάσει το πάθος και την αγάπη που είχε για τις άγιες Γραφές της Εκκλησίας μας. Ήταν εκείνος ο άγιος, που κυριολεκτικά νυχθημερόν ανέπνεε με τον λόγο του Θεού, τον οποίο ερμήνευσε καθ’  ολοκληρίαν και κατά μοναδικό πράγματι τρόπο, ώστε να μπορεί να χαρακτηρίζεται και ως «ο ερμηνευτής» της Εκκλησίας, ως «ο λειμών των λόγων των θεοπνεύστων Γραφών», του οποίου «οι σιαγόνες είναι γεμάτες, σαν φιάλες ενθέων αρωμάτων». Κατεξοχήν αγάπησε τον άγιο απόστολο Παύλο, στου οποίου τις επιστολές εμβάθυνε τόσο, ώστε θεωρείται ότι ο ίδιος ο απόστολος τον καθοδηγούσε στην ερμηνεία τους, κάτι που καταφαίνεται και από την ωραιότατη εικόνα του, που τον απεικονίζει γράφοντα, ενώ έχει δίπλα από το αυτί του τον άγιο Παύλο να του υπαγορεύει τις ορθές σημασίες των λόγων του. Κι όμωςΟ άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος του κανόνα του αγίου Χρυσοστόμου,  δεν επικεντρώνει σ’ αυτό. Υμνολογεί τον έρωτα του αγίου προς τις άγιες Γραφές, δεν αναφέρεται όμως στην ιδιαίτερη σχέση του με τον απόστολο Παύλο, πλην ενός στίχου του, που παραπέμπει στον μεγάλο απόστολο: «Νουν συ Χριστού πεπλουτηκώς» καταγράφει. Ο άγιος Χρυσόστομος απέκτησε πλούσια τον νου του Χριστού, όπως ο απόστολος Παύλος ομολογεί ότι και εκείνος έχει «νουν Χριστού».

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΕΛΕΗΜΟΝΟΣ)


σπείρων φειδομένως φειδομένως καί θερίσει, καί σπείρων πελογίαις πελογίαις καί θερίσει᾽(Β´ Κορ. 9, 6)

 Ἡ ἁπλή αὐτή ἀλήθεια - ἀπόρροια τῆς πείρας τῆς ζωῆς: «Ατός πού σπείρει μέ φειδώ, θά χει λίγη σοδειά. Κι ατός πού σπείρει πλόχερα, θά θερίσει πλουσιοπάροχα» - ἰσχύει ἀπολύτως καί στά πνευματικά θέματα. ῾Υπάρχει ὁ λεγόμενος πνευματικός νόμος, κατά τόν ὁποῖο τό τί θά γευτοῦμε πνευματικά, τό τί εἴδους σχέση θά ἀναπτύξουμε μέ τόν Θεό, καθορίζεται καί πάλι ἀπό τίς δικές μας καθημερινές ἐπιλογές. ᾽Επιλέγουμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Θά νιώσουμε τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Εἴμαστε ἀμελεῖς καί ἁμαρτάνουμε; Θά εἰσπράξουμε τά ἀντίστοιχα, δηλαδή τήν ἄρση τῆς χάρης Του. Δυστυχῶς, καί πάλι τήν ἁπλή αὐτή ἀλήθεια ἀδυνατοῦμε νά τήν καταλάβουμε. Ζοῦμε πολλές φορές ὡς ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ, ἔχοντας διαγράψει τόν Θεό ἀπό τήν καθημερινότητά μας,  κι ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα νά θερίσουμε τούς καρπούς τῶν κακῶν ἐπιλογῶν μας – τό ἄγχος, τή στενοχώρια, τή μελαγχολία, τόν ψυχικό πνιγμό – ρίχνουμε τά βάρη στόν Θεό, σάν νά εἶναι ᾽Εκεῖνος ὁ ὑπεύθυνος. ᾽Αλλά ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἤδη μᾶς προειδοποιεῖ: ῾Θλίψις καί στενοχωρία ἐπί πᾶσαν ψυχήν ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τό κακόν᾽, ὅπως καί ἀντιστρόφως: ῾Δόξα καί τιμή παντί τῷ ἐργαζομένῳ τό ἀγαθόν᾽ (Ρωμ. 2, 9-10).
 ῎Ετσι τό καλό ἤ τό κακό πού ζοῦμε δέν εἶναι μία τιμωρία ἤ μία ἀνταμοιβή τοῦ Θεοῦ. Μία τέτοια κατανόηση τοῦ Θεοῦ θά σήμαινε διαστροφή τῆς ἀποκάλυψής Του, διότι θά πρόσφερε τήν εἰκόνα ἑνός ῎Οντος πού περιμένει νά βραβεύσει τό ῾καλό παιδί᾽ καί νά τιμωρήσει ῾τό θεωρούμενο κακό᾽. ῾Ο Θεός ὅμως πού μᾶς φανέρωσε ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Πατέρας πού ἀγαπᾶ ἐξίσου ὅλα τά παιδιά Του, εἴτε Τόν θέλουν αὐτά εἴτε ὄχι. Δέν διαβαθμίζεται ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀνάλογα πρός τά συναισθήματα τά δικά μας καί τίς συμπεριφορές μας. ᾽Εκεῖνος ῾ἀγάπη ἐστί᾽ μονίμως καί ἀδιάκοπα καί χωρίς ἀγάπη δέν θά ἦταν ὁ Θεός πού ξέρουμε. ᾽Επειδή ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ παραμένει πάντοτε ἡ ἴδια χωρίς ταλαντεύσεις, γι᾽αὐτό καί δέν καταστρατηγεῖ τήν ἐλευθερία μας καί δέν μᾶς ἐκβιάζει. Κι αὐτό σημαίνει: ἡ μία ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καθώς συναντᾶ τή δική μας ψυχική κατάσταση τήν ὁποία  διαμορφώνουμε ἐλεύθερα, μεταποιεῖ αὐτήν ἀνάλογα πρός τό περιεχόμενό της. Κι ἄν τό περιεχόμενο τῆς ψυχῆς μας εἶναι καλό, δηλαδή συντονισμένο πρός τό ἅγιο θέλημά Του, τότε ἡ ἀγάπη Του λειτουργεῖ ὡς εὐλογία. ῎Αν ὅμως τό περιεχόμενο τῆς ψυχῆς μας εἶναι πονηρό, δηλαδή δέν θέλει νά ὑπακούει τόν Θεό, τότε ἡ ἀγάπη Του λειτουργεῖ ὡς κατάρα καί τιμωρία.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ (ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΣΑΜΑΡΕΙΤΟΥ)


«Επεν ον ατῷ ὁ ᾽Ιησος· πορεύου και συ ποίει ομοίως» (Λουκ. 10, 37)

 Ο Κύριος καλεί σε κινητοποίηση τον νομοδιδάσκαλο, συνεπώς και κάθε άνθρωπο, προκειμένου να πορεύεται στη ζωή του κατά το πρότυπο του καλού Σαμαρείτη. Η προτροπή Του δηλαδή δεν αφήνει υποψία εφησυχασμού του ανθρώπου, αδράνειας ή περιδίνησης μέσα στα δικά του πάθη. Ο εφησυχασμός και  η αδράνεια δεν σχετίζονται με αυτό που συνιστά θέλημα του Θεού, διότι φανερώνουν καταστάσεις που αλλοιώνουν τη φυσιολογία του ανθρώπου, την κατ’  εικόνα Θεού δηλαδή δημιουργία του. Ο άνθρωπος είναι κίνηση, ενέργεια, πορεία προς τα εμπρός, δημιουργία. «Των όπισθεν επιλανθανόμενος, τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενος» (απ. Παύλος). Αν υπάρχουν τόσοι συνάνθρωποί μας που δυστυχώς ταλαιπωρούνται από ψυχολογικά κυρίως προβλήματα, είναι ίσως γιατί έπεσαν στην παγίδα της στασιμότητάς τους και της ανακύκλωσης των ίδιων πάντοτε παθών τους, κυρίως δε των λογισμών τους. Σαν να λειτουργούν, με άλλα λόγια, μ’ έναν τρόπο «αυτιστικό», περιφερόμενοι αδιάκοπα γύρω από το κέντρο του εαυτού τους. Ο Κύριος λοιπόν στο πρόσωπο του νομοδιδασκάλου καλεί όλους τους ανθρώπους σε πορεία προς τα εμπρός, χωρίς να στρέφονται προς τα οπίσω.
 Η πορεία αυτή δεν είναι ανεξέλεγκτη και άσκοπη. Δεν καταξιώνεται ο άνθρωπος απλώς με το να πορεύεται, αλλά να πορεύεται σωστά. Και το σωστά σημαίνει: κατά το πρότυπο που προβάλλει η παραβολή ως δικαιωμένο από τον Θεό τρόπο ζωής, δηλαδή του καλού Σαμαρείτη. «Πορεύου και συ ποίει ομοίως». Ομοίως λοιπόν όχι με τον τρόπο  του ιερέα ή του λευίτη, των ιερωμένων του Ιουδαϊσμού - διότι ο τρόπος αυτός καταδικάστηκε και από τον ίδιο τον νομοδιδάσκαλο ως τρόπος του εγωισμού – αλλά με τον τρόπο ζωής του Σαμαρείτη. Αυτός είναι που επαινείται  και θεωρείται ότι βρήκε την οδό της αιώνιας ζωής. Και ποιο είναι το γνώρισμα της οδού αυτής; Όπως αναγκάζεται να το ομολογήσει και ο νομοδιδάσκαλος: «ο ποιήσας το έλεος μετ’  αυτού». Σωστός δηλαδή τρόπος που δικαιώνεται από τον Θεό είναι η αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Όπως τίθεται στην παραβολή, η αγάπη αυτή συνιστά μονόδρομο: έξω από την αγάπη ο άνθρωπος χάνεται σε δρόμους που τον απομακρύνουν από τη σχέση του με τον Θεό. Κι αυτό θα πει: για να βρω τον Θεό: «την αιώνιον ζωήν», πρέπει να βρω τον συνάνθρωπό μου: να ποιώ «έλεος μετ’  αυτού».

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΜΗΝΑΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ


«Ο άγιος Μηνάς ήταν επί της βασιλείας του Μαξιμιανού, και ως στρατιωτικός ανήκε στο τάγμα των Νουμέρων, που λέγονταν  Ρουταλικοί, υπό τον ηγεμόνα Αργυρίσκο, στο Κοτυάειο της Φρυγίας. Επειδή δεν άντεχε να βλέπει την πλάνη των ειδώλων να κυριαρχεί, ανέβηκε σε όρος, αγωνιζόμενος να καθαρίσει την καρδιά του με νηστείες και προσευχές. Αφού ενίσχυσε αρκετά τον εαυτό του και ανέφλεξε την ψυχή του από τον θείο πόθο του Χριστού, κατέβηκε από το όρος. Πήγε λοιπόν και στάθηκε εν μέσω των ειδωλολατρών και ομολόγησε με δύναμη την πίστη του στον Χριστό. Γι’  αυτόν τον λόγο και τον κτύπησαν, του έξυσαν πάρα πολύ τις σάρκες με τρίχινα υφάσματα και τον έβαλαν σε καυστήρα φωτιάς. Τέλος, αφού του καταπλήγωσαν όλο το σώμα με το διαρκές σύρσιμό του πάνω σε αγκάθια, τον θανάτωσαν με ξίφος». 
Εκείνο που έδινε στον άγιο Μηνά, όπως και σε όλους τους αγίους, τη δύναμη να υπερβαίνουν και την ίδια τη φύση, ήταν η υπέρ φύσιν αγάπη προς τον Χριστό. Ο έρωτάς τους προς Εκείνον τους έκανε να κυριαρχούν πάνω στην θεωρούμενη αξεπέραστη βία της φύσεως, διότι τους έστρεφε ολοκληρωτικά προς Αυτόν. «Ο γαρ θείος έρως σου κατακρατήσας της φύσεως, λήθην, Μηνά, ενεποίει». Το έχουμε τονίσει επανειλημμένως: χωρίς την χάρη του Θεού, απόρροια της αγάπης προς Εκείνον, δεν μπορεί κανείς να υπομείνει τα μαρτύρια. «Η γαρ θεία χάρις συμπαρούσα, Μηνά, σε ενίσχυσε». Κι είναι επόμενο η χάρη αυτή βρίσκοντας δίοδο για τον κόσμο την διαφανή ύπαρξη του αγίου, να τον κάνει να προσφέρει θαυματουργίες. Κι ένα από τα «άπειρα» θαύματά του παραθέτουμε και στη συνέχεια: «Ένας πιστός προσήλθε κάποια φορά στον ναό του αγίου Μηνά να προσευχηθεί, οπότε πήγε σε ένα πανδοχείο να καταλύσει. Όταν όμως ο πανδοχέας αντιλήφθηκε ότι αυτός που προσήλθε έφερε χρυσό εγκόλπιο, σηκώθηκε στο μέσο της νύκτας και φόνευσε τον άνθρωπο. Τον κατέκοψε σε κομμάτια και τον έβαλε μέσα σε καλάθι, τον κρέμασε κάπου, και περίμενε να ξημερώσει. Βρισκόταν σε αγωνία πώς και πού να τον πάει, θέλοντας να τον κρύψει σε μέρος αφανές. Καθώς λοιπόν σκεφτόταν αυτά, ο άγιος του Χριστού μάρτυς φάνηκε έφιππος σαν στρατιώτης, και ρωτούσε για τον ξένο που κατέλυσε εκεί. Ο φονιάς έκανε βεβαίως τον ανήξερο, οπότε ο άγιος κατέβηκε από το άλογο και εισήλθε στα ενδότερα. Κι αφού κατέβασε το καλάθι, λέγει: - τι είναι αυτό; Ο δε πανδοχέας, γεμάτος έκπληξη, έπεσε από το φόβο του μπροστά στα πόδια του αγίου σαν άψυχο πτώμα. Τότε συνέβη το εξής καταπληκτικό: ο άγιος συναρμολόγησε το κομματιασμένο σώμα του ανθρώπου, προσευχήθηκε γι’  αυτόν και τον ανέστησε, λέγοντάς του: «Δος δόξαν τω Θεώ». Αυτός δε, σαν να σηκώθηκε από ύπνο, κι αφού κατάλαβε πόσα και τι είχε πάθει από τον πανδοχέα, δόξασε τον Θεό. Κι αφού ευχαρίστησε τον φαινόμενο σαν στρατιώτη, τον προσκυνούσε. Ο άγιος τον σήκωσε, πήρε από τον φονιά το κλεμμένο χρυσάφι, του το έδωσε και είπε: - Πήγαινε τώρα στον δρόμο σου. Στον δε φονιά, αφού τον έλεγξε αυστηρά και τον κατήχησε, κι αφού βλέποντας τη μετάνοιά του τού χάρισε την άφεση του εγκλήματός του, προσευχήθηκε γι’  αυτόν, οπότε ανέβηκε και πάλι στον επιφαινόμενο ίππο του και χάθηκε από τα μάτια του πανδοχέα».

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΟΡΕΣΤΗΣ


«Αυτός ο άγιος ήταν από την πόλη των Τυάνων της Καππαδοκίας. Επειδή ομολογούσε την πίστη του στον Χριστό, συνελήφθη από τον ηγεμόνα Μαξιμίνο, επί της βασιλείας του Διοκλητιανού. Επειδή δεν πείσθηκε να θυσιάσει στα είδωλα, αλλά με παρρησία ομολογούσε τον Χριστό ως Θεό, κτυπιέται με ράβδους τόσο δυνατά, ώστε τα έγκατα των σπλάγχνων του να αποσπασθούν και να φαίνονται από έξω. Μετά από αυτό οδηγήθηκε στον ναό των ειδώλων. Αυτός τότε με ένα απλό φύσημά του στα είδωλα τα έκανε να γίνουν αμέσως σαν σκόνη. Έπειτα παραδόθηκε στη φυλακή και μετά από επτά ημέρες παραστάθηκε στο βήμα του Μαξιμίνου. Και πάλι, επειδή αναγκάστηκε να θυσιάσει και δεν πείστηκε, του τρυπήσανε τους αστραγάλους με μεγάλα καρφιά και τον πρόσδεσαν με αλυσίδες σε άγριο άλογο, που έτρεχε με πολλή βία, κι αφού τον έσυρε εικοσιτέσσερα μίλια από την πόλη των Τυάνων, παρέδωσε το πνεύμα».

Ένας ύμνος του κανόνα του αγίου δίνει την εξήγηση του παράδοξου φαινομένου, πώς δηλαδή ο «αδύναμος» άγιος τελικώς κατισχύει των «δυνατών». «Ο του Χριστού θείος σε πόθος – λέει – εξέκαυσε, και δυνατόν ειργάσατο, την ευκατάπρηστον καταφλέγοντα ύλην της ειδωλομανίας, Μάρτυς πανάριστε». Δηλαδή: Ο θεϊκός πόθος για τον Χριστό σε κατάκαψε, μάρτυς πανάριστε, και σε έκανε δυνατό, έτσι ώστε να καταφλέγεις την εύκολη να καεί ύλη της μανίας των ειδώλων. Σαν φωτιά  ο άγιος κατέκαψε το ξερόχορτο της ειδωλολατρίας. Η συγκεκριμένη εικόνα του αγίου υμνογράφου δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη. Διότι πέραν του γεγονότος ότι προβάλλει τη δύναμη πράγματι ενός μάρτυρα, δύναμη στην ουσία του ίδιου του Χριστού, επισημαίνει την παντελή αδυναμία της κοσμικής δύναμης. Η ειδωλομανία εν προκειμένω είναι η όποια κυριαρχική δύναμη στον κόσμο, που δεν λαμβάνει υπόψη της τον αληθινό Θεό. Συνεπώς δεν αναφέρεται μόνον στην εποχή εποχή, αλλά και σε κάθε εποχή, και στη δική μας. Όπου υπάρχουν δυνάμεις που φαίνονται ισχυρές και τεράστιες, αλλά δρουν χωρίς αγάπη, χωρίς δηλαδή την παρουσία του Θεού, η όποια θεωρούμενη δύναμή τους είναι μία σκιά, ένα κυριολεκτικά ξερόχορτο. Είναι αυτό που μαρτυρεί ο λόγος του Θεού, ότι δηλαδή ο κοσμοκράτορας διάβολος είναι ένας ηττημένος άρχοντας, ένας ήδη «τελειωμένος», που απλώς είναι θέμα ολίγου χρόνου μπροστά στον Χριστό να χαθεί με ένα απλό φύσημά Του, όπως ένας ιστός αράχνης.
 

 

Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ


Εκείνο που πράγματι ευχαριστεί τον άγιο Νεκτάριο είναι όχι μόνον η επίκλησή του για τις ιάσεις που ο Θεός του δίνει, αλλά κυρίως η επίκλησή του να πρεσβεύει υπέρ ημών, προκειμένου να ακολουθούμε τον τρόπο της ζωής του. Διότι αυτό συνιστά πάντοτε την σωστή εορτή ενός αγίου: να τον μιμούμαστε. Όπως το λέει ο ιερός Χρυσόστομος«τιμή μάρτυρος, μίμησις μάρτυρος», συνεπώς «τιμή αγίου, μίμησις αγίου». Κι ένας ύμνος έρχεται να μας υπενθυμίσει ποιο ήταν το «μυστικό» της αγιότητας του αγίου Νεκταρίου. «Έγινες ισότιμος των παλαιών Πατέρων, διότι μιμήθηκες τον τρόπο της ζωής τους, τον θεϊκό ζήλο τους και τις υπόλοιπες αρετές τους, Νεκτάριε, και διέπρεψες στην αληθινή ταπεινοφροσύνη και στα απλά και απονήρευτα ήθη». Αν ο άγιος Νεκτάριος έφτασε σε τόσο μεγάλο ύψος αγιότητας, το κατόρθωσε  όχι διότι υπήρξε σπουδαίος ιεροκήρυκας, σπουδαίος δάσκαλος, σοφός συγγραφέας, αλλά διότι υπήρξε ταπεινός. Η οδός της ταπεινοφροσύνης ήταν γι’ αυτόν η οδός που τον έφτασε πολύ γρήγορα στη δόξα του Ουρανού, η οδός της ταπεινοφροσύνης είναι πάντοτε αυτή, μαζί με την απονήρευτη διάθεση, που ανοίγει τις πύλες του Ουρανού και για κάθε χριστιανό.

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΩΝ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΙ ΓΑΒΡΙΗΛ ΚΑΙ ΠΑΣΩΝ ΤΩΝ ΕΠΟΥΡΑΝΙΩΝ ΑΣΩΜΑΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ


Ο σκοπός της εορτής της συνάξεως των αγγελικών δυνάμεων, κατά τον άγιο υμνογράφο, δεν είναι μόνον η γνώση του πνευματικού αυτού κόσμου και η έκφραση ευγνωμοσύνης μας για τις πολλές και ποικίλες ευεργεσίες τους απέναντι στο ανθρώπινο γένος. Το προέχον γι’  αυτόν είναι εκείνη η δική μας πρακτική, η οποία όντως τους ευχαριστεί και η οποία δεν είναι άλλη από τη μετάνοιά μας: να φύγουμε από την αμαρτία και να ζήσουμε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Διότι «την ημών σωτηρίαν αδιαλείπτως πρεσβεύουσιν και τη μετανοία συγχαίρουσι». Για τη σωτηρία μας πρεσβεύουν πάντοτε στον Θεό και χαίρονται για τη μετάνοιά μας. Από την άποψη αυτή, ο κύριος σκοπός της εορτής τους είναι η πρόκληση της βουλήσεώς μας να τους μιμηθούμε: να ζούμε και εμείς, όσο είναι δυνατόν,  ως άγιοι στον κόσμο, νεκρώνοντας μέσα μας κάθε αμαρτωλή κίνηση. «Οι επί γης μιμησώμεθα ως εφικτόν τούτων την αγιότητα, νεκρούντες πάντα τα μέλη τα της σαρκός». Κι όπως το λέει κι αλλιώς ο ποιητής: «Των αγγέλων ζηλώσωμεν τον βίον, και τας φρένας πτερώσωμεν εις ύψος, και συν αυτοίς αϋλως αναμέλψωμεν, Κύριον υμνούντες και υπερυψούντες εις πάντας τους αιώνας». Δηλαδή: Ας ζηλέψουμε τον βίο των αγγέλων, και ας δώσουμε φτερά στο νου μας να φτάσουμε ψηλά, ώστε μαζί με αυτούς να υμνήσουμε με άυλο τρόπο τον Κύριο, υμνολογώντας Τον και υπερυψώνοντάς Τον εις πάντας τους αιώνας.

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΜΑΥΡΟΛΕΟΝΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΔΙ' ΕΜΟΥ ΤΟΥ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ"

 
Το τελευταίο βιβλίο του π. Γεωργίου Δορμπαράκη "Δι' ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ", με υπότιτλο "Ἱστορίες καινές και παλαιές με φόντο το πετραχήλι",  το οποίο φαίνεται να μας ψυχαγωγεί με τις ιστορίες, τελικώς αποτελεί μία οδυνηρή ίσως κραυγή του συγγραφέα, που μας καλεί να προβληματιστούμε πάνω στο σημαντικότερο γεγονός της ζωής μας, την ίδια τη μετάνοια. Αν σκεφτούμε ότι ο Κύριος ξεκινά τη δράση Του στον κόσμο με αυτήν την κλήση: «μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των Ουρανών», αν σκεφτούμε ότι και ο ίδιος ο χρόνος δίνεται από τον Δημιουργό μας προκειμένου να μετανοούμε, («έδωκα χρόνον ίνα μετανοήση» λέει κάπου η Αποκάλυψη), τότε δεν μπορούμε παρά να σταθούμε με δέος πάνω στο περιεχόμενο των ιστοριών του βιβλίου. Γιατί τη μετάνοια ως αλλαγή εσωτερική του ανθρώπου μάς προβάλλει ο συγγραφέας με τις περισσότερες ιστορίες, την οποία μάλιστα διακρίνει από την απλή εξομολόγηση. Και τον ευχαριστούμε γι’ αυτό: άλλο η απλή εξομολόγηση, σημειώνει ο π. Γεώργιος, και άλλο η κανονική εξομολόγηση που αποτελεί καρπό της συντριβής της καρδιάς του ανθρώπου και της ευλαβούς στροφής του προς τον Κύριο. Είναι εξόχως σημαντική η επισήμανσή του, επισήμανση των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας βεβαίως, ότι πριν κανείς οδηγηθεί στο εξομολογητάρι, πρέπει να έχει οδηγήσει τα βήματά του μόνος μόνω Θεώ στο εξομολογητάρι του ταμείου του σπιτιού και της καρδιάς του. Εκεί πρέπει εν αληθινή μετανοία να εξομολογηθεί τις αμαρτίες του, εκεί να πάρει με τη χάρη του Κυρίου την απόφαση για αλλαγή της ζωής του, κι έπειτα να προσέλθει στον ιερέα, όπου θα καταθέσει τις αμαρτίες του αλλά και τη διάθεσή του για επιστροφή του στον Κύριο. Οπότε από την άποψη αυτή ο ιερέας θα γίνει ο μάρτυρας του ανοίγματος της καρδιάς του πιστού στον Κύριο - Σ' Αυτόν άλλωστε απευθύνεται η εξομολόγηση - με αποτέλεσμα και ο πιστός να λάβει διά της συγχωρητικής ευχής την άφεση των αμαρτιών του, αλλά και ο ιερέας να μετάσχει κι αυτός της χάρης της μετανοίας του εξομολογουμένου.
Και πρέπει να επιμείνουμε στο σημείο αυτό: πολλοί ιερείς πνευματικοί θεωρούν ότι η εξομολόγηση συνιστά ίσως τη δυσκολότερη διάσταση της ιερατικής διακονίας τους, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο: ότι οι άνθρωποι τελικώς που καταφεύγουν στην εξομολόγηση, έρχονται σε ένα μεγάλο ποσοστό ανέτοιμοι, με την έννοια της αμετανοησίας τους. Θέλουμε να πούμε ότι ενώ εξομολογούνται οι άνθρωποι, δεν φαίνεται να έχουν συναίσθηση της αμαρτίας τους, δεν έχουν σταθεί έμπονα ενώπιον του Κυρίου, δεν έχουν ζητήσει τη χάρη της εσωτερικής αλλαγής τους. Λοιπόν, αντιμετωπίζουν την εξομολόγηση ως μία απλή συζήτηση με έναν καλό ίσως άνθρωπο, - για να μην πούμε τη χειρότερη εκδοχή: την «καφενειακού» τύπου συζήτηση -, συνεπώς κλείνουν οι ίδιοι τη θύρα της ψυχής τους για να λάβουν τη μεγάλη χάρη που ο Κύριος υπόσχεται σε καθένα που όντως μετανοεί: «χαρά γίνεται εν ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι».
(Ἀρχιμ. Καλλίνικος Μαυρολέων, Καθηγούμενος Ἱ. Μονής Ἁγίου Γεωργίου Βασσών Καρπάθου, από την παρουσίαση του βιβλίου "...δι' ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ...", στο πλαίσιο της "Ενορίας εν δράσει", στο Πνευμ. Κέντρο Ευαγγελιστρίας Πειραιώς, τη Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2017).
 

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΠΑΥΛΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ


“῾Ο Παῦλος ὁ μέγας ὁμολογητής καταγόταν ἀπό τή Θεσσαλονίκη κι ἔγινε νοτάριος καί γραμματέας τοῦ ᾽Αλεξάνδρου, τοῦ ἁγιωτάτου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, καί διάκονος τῆς ῾Αγίας αὐτῆς ᾽Εκκλησίας. Αὐτόν λοιπόν οἱ ὀρθόδοξοι, μετά τήν τελευτή τοῦ ᾽Αλεξάνδρου, τόν προχείρισαν σέ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. ῾Ο Κωνστάντιος ὅμως ὁ βασιλιάς, ἐπειδή ἦταν ὀπαδός τῆς αἵρεσης τοῦ ᾽Αρείου, ὅταν ἐπέστρεψε ἀπό τήν ᾽Αντιόχεια, τόν ἔβγαλε ἀπό τόν θρόνο καί στή θέση του ἔβαλε τόν Εὐσέβιο, ἐπίσκοπο τῆς Νικομηδείας. ῾Ο Παῦλος τότε πῆγε στή Ρώμη, ὅπου βρῆκε τόν μέγα ᾽Αθανάσιο καταβιβασμένο καί αὐτόν ἀπό τόν θρόνο του ἀπό τόν Κωνστάντιο. Μέ γράμματα λοιπόν τοῦ βασιλιά Κώνσταντος ἐπανέρχονται καί οἱ δύο στούς θρόνους τους, ἀλλά καί πάλι ἐκβάλλονται ἀπό τόν Κωνστάντιο μέ τή συμβουλή τῶν ᾽Αρειανῶν. Τότε ὁ Κώνστας γράφει πρός τόν ἀδελφό του Κωνστάντιο ὅτι ῾ἄν τυχόν δέν ξαναπάρουν τούς θρόνους τους, θά ἔλθω μέ στρατιωτική δύναμη ἐναντίον σου᾽. Πῆρε λοιπόν τόν θρόνο ὁ θεϊκός Παῦλος γιά λίγο, ἀλλά μετά τόν θάνατο τοῦ Κώνσταντος ἐξορίζεται στήν Κουκουσό τῆς ᾽Αρμενίας κι ἐκεῖ ἀφοῦ κλείστηκε σέ ἕνα μικρό οἴκημα ὅπου καί λειτουργοῦσε, ἀποπνίγηκε ἀπό τούς ᾽Αρειανούς μαζί μέ τό ὠμοφόρι του, κι ἔτσι παρέδωσε τήν ψυχή του στόν Κύριο”.
 
Πῶς δικαιολογεῖται ὁ μεγάλος ἀγώνας του αγίου Παύλου κατά τῶν αἱρετικῶν καί ὑπέρ τῆς πίστεως; ῎Οχι μία φορά ὁ ὑμνογράφος μας σημειώνει: ῾Η αἵρεση ἀποτελεῖ ἀθεΐα καί βλασφημία κατά τοῦ Θεοῦ, ἄνοια καί ἀφροσύνη, κι ἀκόμη: σαπίλα πού μπορεῖ νά μολύνει τόν κόσμο ὅλο. Συνεπῶς ὁ ἀγώνας του εἶναι ὑπέρ τῆς ἀληθείας τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Χριστοῦ, σάν τόν ἀγώνα νά μή χάσουμε τό φάρμακο, προκειμένου νά διακρατηθεῖ ἡ ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου. «῾Ο ἀνόητος καί ἄθεος καί ἄφρων Μακεδόνιος, πού ἀθέτησε τό θεῖο Πνεῦμα, Πάτερ θεοφάντορ, κατέπεσε μέ τή δική σου δυνατή ἀντιλογία» (ωδή ς´). «Σταμάτησες, θεόφρον Πάτερ, τό ἅπλωμα καί τή σαπίλα τῆς αἵρεσης, καθώς ἔβαλες σάν δραστικότατο φάρμακο τήν δική σου ὁμολογία πίστεως καί τή λαμπρότητα τῶν δογμάτων σου, ἀλλά καί τήν καθαρότητα τοῦ νοῦ σου καί τόν ἔνθεο ζῆλο σου» (ωδή ε´). ῎Ετσι ἡ αἵρεση δέν εἶναι ἁπλῶς μία ἄλλη γνώμη πού μποροῦμε ἀπροβλημάτιστα νά τήν ἐντάξουμε στήν ᾽Εκκλησία, ἀλλά συνιστᾶ τήν πλήρη ἀλλοίωση τῆς ᾽Εκκλησίας, τή διαστροφή τῆς πίστεως στόν Χριστό, συνεπῶς τήν ἀπώλεια τῆς ἴδιας τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.
 ῎Εχει πολύ μεγάλη σημασία ὅμως αὐτό πού σημειώνει ὁ ὑμνογράφος Θεοφάνης: ὁ ἅγιος Παῦλος – καί μαζί μέ αὐτόν βεβαίως ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες - πολέμησε τήν αἵρεση ὄχι μέ τρόπο ἀρνητικό, ἀλλά μέ τρόπο θετικό. Πῶς; ᾽Εκθέτοντας τά ὀρθά δόγματα καί φανερώνοντας ἔτσι τήν πλάνη τῶν αἱρετικῶν διδασκαλιῶν. Μέ ἄλλα λόγια μπροστά στό φῶς τῆς ἀλήθειας  ἀποκαλύπτεται καί ἐξαφανίζεται τό σκοτάδι τῆς πλάνης. Κι αὐτή ἡ φανέρωση τῆς ἀλήθειας βλέπουμε ὅτι δέν γίνεται μόνον μέ τό στόμα καί τά χείλη, ἀλλά πρῶτα καί κύρια μέ τήν καθαρότητα τοῦ νοῦ και τόν ἔνθεο ζῆλο. «Μέ τό στόμα καί μέ τή γλώσσα καί μέ τήν καρδιά κήρυξες τόν Χριστόν, Παῦλε» (ωδή γ´). Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως μέ τό στόμα προϋποθέτει τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπό τά πάθη, ὥστε αὐτό πού ὁμολογεῖται νά ἀποτελεῖ τελικῶς καρπό τοῦ φωτός τοῦ ἁγίου Πνεύματος. «Χύθηκε πλούσια ἡ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος στά χείλη σου, παμμακάριστε, καθώς σέ βρῆκε ἡ χάρη αὐτή νά εἶσαι πράγματι δυνατός πρόμαχος καί προασπιστής τῆς ὀρθοδοξίας. Γι᾽αὐτό καί καταφώτισες τά πλήθη τῶν ὀρθοδόξων» (ωδή ε´).