Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ: «Ἀρετή καί ὄχι ἀξιώματα»


«Ἡ ἀρετή καί ὂχι τά ἀξιώματα φέρουσιν τήν ἀνισότητα... Τό ἀξίωμα περιποιεῖ τιμήν τῷ ἒχοντι, ἀλλά οὐ διακρίνει τῶν ἀδελφῶν τοῦ Κυρίου αὐτόν. Μεταξύ τῶν ἀδελφῶν τοῦ Κυρίου διακρίνονται ἀσχέτως πρός τά ἀξιώματα οἱ μιμηταί τοῦ Χριστοῦ, διότι οὗτοι φέρουσι τό ἀρχέτυπον τῆς εἰκόνος καί τήν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος τήν ἐγκαλλωπίζουσαν καί ἐξυψοῦσαν αὐτούς εἰς περιωπήν δόξης καί τιμῆς» (Ἐπιστολή πρός Ἰωάσαφ μοναχόν).
Λόγια τοῦ ἁγίου, ἀτόφια εὐαγγελικά, καθαρά καί ξάστερα:
δέν δημιουργοῦν ἀνισότητα στούς ἀνθρώπους τά ἀξιώματα πού ἔχουν, πρωτίστως τά ἐκκλησιαστικά, ἀλλά κατ’ ἐπέκταση καί τά ὅποια ἄλλα κοσμικά – δέν εἶναι ἑπομένως τό ἔχειν τοῦ ἀνθρώπου τό καθοριστικό στοιχεῖο τῆς ποιότητάς του στόν κόσμο·
δέν εἶναι τό ἀξίωμα λόγος διάκρισης ἔναντι τῶν ἄλλων –   αὐτό ἀναφέρεται στά ἐξωτερικά καί συνεπῶς στά φθαρτά καί παρερχόμενα.
 Τό ἀξίωμα τιμᾶ αὐτόν πού τό ἔχει,  γιατί προφανῶς ἔχει ἀναλάβει μία συγκεκριμένη διακονία χάριν τοῦ συνανθρώπου, συνεπῶς ἄν δέν λειτουργήσει μέ αὐτόν τόν διακονικό τρόπο, δέν ἀξίζει καί προκαλεῖ ἀτιμία στόν ἔχοντα. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος  ὡς ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός ἀπεκάλυψε ὅτι «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦναι τήν ψυχήν Αὐτοῦ λύτρον ἀντί πολλῶν» - χωρίς τή διακονική καί θυσιαστική διάσταση ὁ «ἀξιωματοῦχος» γίνεται Χριστομάχος καί Θεομάχος! Καί λέει τόν λόγο αὐτόν ἕνας ἄνθρωπος πού τιμήθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία μέ τό μεγαλύτερο ἀπό τά διακονήματά της, τήν ἴδια τήν ἀρχιερωσύνη.
Τί προσδίδει τιμή στόν ἄνθρωπο, κατά τόν ἅγιο; Ἡ ἀρετή του, μέ τήν ἔννοια τῆς ἀγάπης του πρός τόν Χριστό πού τόν καθιστᾶ μιμητή Χριστοῦ, συνεπῶς ἔδαφος πού καλλιεργεῖται καί ἀναπτύσσεται ἡ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὅπου ὑπάρχει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ καί μόνον ὑπάρχει ἀξία, δόξα καί τιμή, ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος ἔχει γίνει κυριολεκτικά κόσμημα Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Ὁ πλοῦτος τῆς χάρης αὐτῆς δημιουργεῖ τήν ὅποια ἀνισότητα στούς ἀνθρώπους, σάν τό καλό χωράφι τῆς παραβολῆς τοῦ σπορέως, πού ἀλλοῦ καρποφορεῖ τριάντα, ἀλλοῦ ἑξήκοντα, ἀλλοῦ ἑκατό.
Ὁ ἅγιος Νεκτάριος «πλήρωσε» ἀκριβά τήν πιστότητά του στό Εὐαγγέλιο. Διότι προφανῶς κάποιοι στήν Ἐκκλησία, τότε τῆς ἐποχῆς του, (καί μόνον τότε;), τά ἀξιώματα τά ἔβλεπαν μέ τόν τρόπο τοῦ κόσμου, τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία, καί ὄχι μέ τόν τρόπο τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων Πατέρων. Κι ἡ πιστότητά του αὐτή ἀπέδειξε περίτρανα τήν πράγματι χριστοποιημένη ὕπαρξή του: διώχτηκε καί ἀξιώθηκε τῆς ἱερότητας τοῦ μαρτυρίου – τῆς κατασυκοφάντησης, τοῦ ἐξευτελισμοῦ, τῆς ἐξορίας, τῆς πείνας, τῆς ἀπόλυτης κατ’ ἄνθρωπον μοναξιᾶς! Ἀλλά καί γι’ αὐτό ἀπέλαυε ἀπό τόν Κύριο τῆς ἀνάστασης καί τῆς δόξας Ἐκείνου! Ὁ Κύριος τόν κατέστησε στήν Ἐκκλησία ἕνα ἀπό τά ἀκριβά κοσμήματά της!

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2019

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (59)


 Ο ίδιος ο Κύριος μάς λέει έναν συγκλονιστικό λόγο Του, καθώς απευθύνεται στους αμφισβητίες Ιουδαίους, (αλλά και στους πιστούς που Τον άκουγαν): «Όταν θα υψώσετε τον Υιό του Ανθρώπου, τότε θα καταλάβετε πως εγώ είμαι αυτός που πραγματικά είμαι κι ότι δεν κάνω τίποτε από μόνος μου» («Ὅταν ὑψώσητε τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου, τότε γνώσεσθε ὅτι ἐγώ εἰμι, καί ἀπ’ ἐμαυτοῦ ποιῶ οὐδέν»: Ιωάν. 8, 28). Τι αποκαλύπτει ο Κύριος; Πρώτον· ότι είναι απεσταλμένος του Θεού Πατέρα και βρίσκεται πάντοτε στην απόλυτη υπακοή Του – τέτοια που Τον οδήγησε στον Σταυρικό θάνατό Του. Δεύτερον· ότι ο Ίδιος είναι ακριβώς ο Θεός, «ὁμοούσιος τῷ Πατρί», γιατί είναι «Αυτός που είναι», (δηλαδή Αυτός που υπάρχει, Αυτός που είναι η πηγή της ζωής και είναι Αιώνιος),  «ὁ Ὤν», ο «Γιαχβέ» της Παλαιάς Διαθήκης. Πρόκειται για την αποκάλυψη του ονόματός Του στον Πατριάρχη Μωυσή, όταν εκείνος βρέθηκε μπροστά στο συγκλονιστικό γεγονός της καιομένης και μη κατακαιομένης βάτου  - μίας μυστηριακής παρουσίας του Κυρίου - και κλήθηκε από Αυτόν να αναλάβει τη διακονία της αρχηγίας του λαού του Θεού, προκειμένου να φύγουν από τη δουλεία της Αιγύπτου και να οδηγηθούν στη γη της επαγγελίας. Στο ερώτημα του Μωυσή «ποιο είναι το όνομά Σου;», ο Κύριος ακριβώς απαντά με αυτό το θεωρούμενο παράδοξο για απάντηση: «Ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν». Τρίτον (και ίσως συγκλονιστικότερο όλων)· θα Τον καταλάβουν οι άνθρωποι ως τον Όντα και την πηγή της ζωής όταν θα Τον υψώνουν στον Σταυρό – τότε θα υπάρξει η αληθινή γνώση Του, όπως πράγματι αμέσως συνέβη τούτο από τον Ρωμαίο εκατόνταρχο, τον μετέπειτα άγιο Λογγίνο τον επί του Σταυρού, που ομολόγησε ότι «ἀληθῶς ὁ ἄνθρωπος οὗτος Υἱός ἦν τοῦ Θεοῦ»! Και λέμε ότι το τελευταίο τούτο είναι το συγκλονιστικότερο όλων, γιατί ξεκάθαρα ο ίδιος ο Κύριος αποκαλύπτει την παντοδυναμία Του και την θεϊκή «ταυτότητά» Του, την ώρα της θεωρούμενης έσχατης αδυναμίας Του: ο Κύριος πάνω στον Σταυρό και την ατίμωση και την αδυναμία του Σταυρού, εκεί φανερώνει το απόλυτο της δύναμης και της δόξας Του! Όπως το σημειώνει και πάλι ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής: στον Σταυρό «ἐδοξάσθη» ο Κύριος. Κι αυτό γιατί; Διότι εκεί έχουμε το απώγειο της άπειρης αγάπης Του! Τι θα πει όμως αυτό;  Ότι ο Σταυρός και η «αδυναμία» του Σταυρού είναι η διαρκής πρόκληση για τη μετάνοιά μας – μπροστά στον Σταυρό κτυπάμε το στήθος μας με συναίσθηση· ότι τότε η αγία Εκκλησία ως σώμα Χριστού βρίσκεται στο μέγιστο ύψος της δυνάμεώς της, όταν βρίσκεται σταυρωμένη κι αυτή και στην έσχατη «κατάντια» του μαρτυρίου και της αδυναμίας – μία Εκκλησία πλούσια, δοξασμένη ανθρωπίνως και με κοσμικές εξουσίες μάλλον δεν έχει σχέση με τον κεφαλή της τον Κύριο· ότι τότε ο χριστιανός βρίσκεται στη μεγαλύτερη και αυτός δύναμή του, όταν κείται κατάκοιτος στο κρεβάτι ίσως του πόνου, μέσα στους πειρασμούς και τις οδύνες και τις δοκιμασίες αυτής της ζωής, σαν τον απόστολο Παύλο που συνειδητοποιούσε κατά αποκάλυψη Κυρίου ότι «ὅταν ἀσθενεῖ, τότε δυνατός ἐστι».  Παράδοξα πράγματα, που δείχνουν το παράδοξο της πίστης μας, της πίστης μας όμως που είναι η μόνη αλήθεια που ελευθερώνει τον άνθρωπο!

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ, Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ (4 Νοεμβρίου)


 
«Ὁ Γεώργιος, ὁ γεωργός τῆς ἀρετῆς καί σύνοικος τῆς σοφίας, τό εὔχρηστο σκεῦος τοῦ παντοδύναμου Παρακλήτου Πνεύματος καί ἡ ἀκένωτη βρύση  τῶν ἰαμάτων, ἀφοῦ ἀκολούθησε κατά τά νεώτερα χρόνια τά βήματα τῶν παλαιῶν λαμπρῶν ὁσίων πατέρων, ἔγινε στύλος καί εἰκόνα γι’ αὐτούς πού θέλουν νά ζοῦν μέ εὐσέβεια».
Ὁ καλός καί γνωστός ὑμνογράφος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας, καί κατά ἀκρίβεια τυπική «Μέγας ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας», δρ. Χαράλαμπος Μπούσιας, ὁ ὁποῖος συνέγραψε καί τήν ἀκολουθία τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἡμῶν Γεωργίου Καρσλίδου τοῦ ὁμολογητοῦ, μέ τά παραπάνω σύντομα λόγια στό συναξάρι τῆς ἀκολουθίας του συνοψίζει τά κύρια στοιχεῖα τῆς κατά Χριστόν πολιτείας τοῦ ὁσίου: ὁ ὅσιος ὑπῆρξε ἄνθρωπος τῆς ἀρετῆς καί τῆς σοφίας, ὑπῆρξε κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέ ἀποτέλεσμα νά γίνει ὁ ἴδιος ὅπως ἀσφαλῶς καί τά χαριτόβρυτα λείψανά του βρύση τῶν ἰαμάτων γιά κάθε ἀσθένεια τῶν πιστῶν ἀνθρώπων πού πρόστρεχαν καί προστρέχουν σ’ αὐτόν. Αἰτία τῶν ὑπερφυῶν αὐτῶν καταστάσεων ἦταν τό γεγονός ὅτι προσπάθησε στή ζωή του νά ἀκολουθήσει τά χνάρια τῶν παλαιῶν μεγάλων ὁσίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτό κι ἐκεῖνος μαζί μέ τούς μεγάλους ὁσίους ἔγινε στήριγμα καί πρότυπο γιά ὅλους τούς πιστούς χριστιανούς.
Μέ ἔμπνευση, γνώση κι ἐπιστήμη ὁ ὑμνογράφος μας ἀναπτύσσει μέ τή δοσμένη ἀπό τόν Θεό χάρη πού ἔχει ὅλες τίς διαστάσεις αὐτές τῆς ζωῆς τοῦ ὁσίου Γεωργίου. Ἐπανειλημμένως ἐπισημαίνει καταρχάς ὅτι ὁ ὅσιος ὑπῆρξε ἄνθρωπος στόν ὁποῖο εἶχαν κατοικήσει ὅλες οἱ ἀρετές τοῦ Θεοῦ: ἤδη γιά παράδειγμα στό ἀπολυτίκιό του μᾶς ἀναφέρει ὅτι ἦταν «τοῦ χαροποιοῦ πένθους μύστης καί καθρέπτης τῆς καρδιακῆς προσευχῆς, τῆς ταπείνωσης καί τῆς πνευματικῆς ἐγρήγορσης»· ἦταν «αὐτός πού ἀναλώθηκε μέ τήν ἀγάπη καί τή συμπάθειά του πρός κάθε συνάνθρωπο, καθοδηγώντας ἀπλανῶς τόν λαό τοῦ Θεοῦ» (ἰδιόμελο τοῦ ὄρθρου)· ἦταν ὁ ἐγκρατέστατος ἄνθρωπος πού «ζοῦσε μέ σκληραγωγία τῆς σάρκας του καί μέ ἀσιτία» (ὠδή γ΄)· αὐτός πού «ἔτρεχε πρῶτος στήν ἐλεημοσύνη, δείχνοντας ὅτι εἶναι τό φῶς τῆς ἀγάπης» (ὠδή δ΄)· αὐτός πού ὑπῆρξε «ἡ βάση τῆς σωφροσύνης καί ἡ λάμψη τῆς ἀγαθωσύνης» (οἶκος κοντακίου). Μ’ ἕνα λόγο ὑπῆρξε ἄνθρωπος πού «στό πρόσωπό του οἱ χριστιανοί τῶν νεώτερων χρόνων ἔβλεπαν τά κατορθώματα τῶν ὁσιώτατων ἀσκητῶν τῆς ἐρήμου τῆς Παλαιστίνης καί τῆς Αἰγύπτου» (στιχηρό προσόμοιο ἑσπερινοῦ), έβλεπαν δηλαδή ἕναν  ἄλλον Ἀντώνιο, ἄλλον Εὐθύμιο, ἄλλον Μακάριο, καί πού τελικῶς «μέ τήν ἄσκησή του ἔφθασε ὡς ἄσαρκος μέχρι τούς ἀγγέλους καθώς ἀνέβηκε τήν κλίμακα ὅλων τῶν ἀρετῶν» (ὠδή ε΄).
Κι ἐπισημαίνει βεβαίως ὁ καλός καί πιστός ὑμνογράφος ὅτι ὅλες αὐτές οἱ ἀρετές δέν ὑπῆρξαν ἕνα κατόρθωμα τοῦ ἁγίου, βασισμένου στίς δικές του δυνάμεις, ὥστε ἡ καύχηση νά εἶναι γι’ αὐτόν.  Ἦταν ἡ παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος μέσα στήν ὕπαρξή του, πού ἔκανε τόν ἅγιο, «καθώς ἀγάπησε ἀπό μικρό παιδί τόν Χριστό καί κατηύθυνε πρός Αὐτόν ὅλη τήν ἔφεση τῆς ψυχῆς του» (αἶνοι),  νά φανερώνεται ἀπό ὅπου πέρασε – εἴτε τήν Ἀργυρούπολη τοῦ Πόντου εἴτε τή χώρα τῆς Γεωργίας εἴτε τήν πόλη τῆς Δράμας καί τό ἱδρυθέν ἀπό αὐτόν μοναστήρι τῆς Ἀναλήψεως - μέ τόσο θεοχαρίτωτο τρόπο. Γι’ αὐτό καί ἡ ὅποια ἀρετή του ἦταν στερεωμένη στό θεμέλιο ὅλων τῶν ἀρετῶν πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν ταπείνωση, γιατί εἶναι ἡ μόνη πού ἑλκύει ὡς μαγνήτης κυριολεκτικά τή χάρη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. «Ταπεινοῖς ὁ Θεός δίδωσι χάριν». Καί παίρνει ἀφορμή ὁ ἐνημερωμένος ὑμνογράφος μας ἀπό «τόν ταπεινόν ἀσκητήν» (στιχηρό ἑσπερινοῦ), γιά νά διεισδύσει λίγο στήν ψυχή του πάνω στήν ὑψοποιό αὐτήν ἀρετή. Καί μᾶς καθοδηγεῖ καί μᾶς συγκινεῖ, λέγοντάς μας ὅτι ἡ ταπείνωσή του αὐτή ἦταν ὁ καρπός μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τῆς ἀσκητικῆς του προσπάθειας «νά κρατάει τόν νοῦ του στόν Ἅδη, χωρίς ὅμως νά ὁδηγεῖται σέ ἀπόγνωση, γι’ αὐτό καί νά ἀξιώνεται τῆς ἀπόλαυσης τοῦ Θαβωρίου φωτός» (λιτή). Τί κάνει ὁ ὑμνογράφος; Μέ φωτισμό προφανῶς Θεοῦ, «δανείζεται» τήν ἐκφρασμένη διά γραφίδος ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἄθω καί ὁσίου Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ ἐμπειρία τοῦ ἰδίου ἁγίου Σιλουανοῦ, γιά νά πεῖ ὅ,τι ἐκεῖνος εἶχε δεῖ ὡς ἐνέργεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ στόν ἑαυτό του. Αὐτό δηλαδή πού ἀποκαλύφθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο στόν ἅγιο Σιλουανό, σύγχρονο σχεδόν τοῦ τιμωμένου ἁγίου μας,  προκειμένου νά μένει στήν ταπείνωση, συνεπῶς καί στή χάρη τοῦ Θεοῦ, «κράτει τόν νοῦν σου εἰς τόν ἅδη καί μή ἀπελπίζου», τό ἴδιο ἀποδίδει ὁ ὑμνογράφος καί στόν ἅγιο Γεώργιο Καρσλίδη. Κι ἔχει δίκιο: γιατί ὁ πνευματικός ἀγώνας, παρ’ ὅλες ἴσως τίς διακλαδώσεις του, εἶναι κοινός σέ ὅλους τούς ἁγίους.
Ὁ ἅγιος Γεώργιος ὑψώνεται λοιπόν κι αὐτός σέ οἰκουμενικό πρότυπο γιά ὅλους τούς πιστούς, προσφέροντας σ’ αὐτούς τή χάρη τῶν ἰάσεων καί τή λύση τῶν ποικίλων προβλημάτων τοῦ βίου τους. Γιατί ἀκριβῶς ἔγινε κι αὐτός «σκεῦος ἐκλογῆς», σάν ὅλους τούς Πατέρες καί ὁσίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Καί μέσα ἀπό αὐτόν διακρίνουμε καθαρά τήν παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, τήν παρουσία τῆς χάρης Του. Κι ἕνα στοιχεῖο πού ἐπιβεβαιώνει μέ περίτρανο τρόπο τήν ἀλήθεια αὐτή εἶναι καί τό ὅτι ὁ ἅγιος Γεώργιος πέρασε ἀπό πολύ μικρός πάρα πολλούς κόπους, κινδύνους, φυλακίσεις, μέ ἀποτέλεσμα τήν σχεδόν ὁλοκληρωτική του ἐξάντληση. Μέχρι θανάτου κινδύνεψε ὁ ὅσιος, χωρίς ὅμως οὐδ’ ἐπί στιγμήν νά καμφθεῖ τό ἀνδρειότατο φρόνημά του. Σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο, οἱ πόνοι τοῦ σώματός του καί τό εὔθραστο τῆς ὑγείας του συνοδεύονταν ἀπό μία καρδιά γεμάτη ἀπό χάρη Θεοῦ, συνεπῶς ἀπό πνευματική ὑγεία. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν ἦταν αὐτός πού ὅταν παρεκάλεσε τόν Κύριο νά ἄρει ἀπό αὐτόν τόν «σκόλοπα τῆ σαρκί», Ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε ὅτι «σοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρη Μου», ὁπότε κατάλαβε ὁ ἀπόστολος ὅτι «ὅταν ἀσθενῇ τότε δυνατός ἐστι»; Τό ἴδιο συμβαίνει, κατά τόν ὑμνογράφο, καί μέ τόν ἅγιο Γεώργιο. «Τό ἀσθενικό του σῶμα ἔκρυβε μία ὑγιέστατη καρδιά… κι ἦταν στήν πραγματικότητα ἡ ἀγόγγυστη ἀπό αὐτόν ἀνάληψη τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου πάνω του» (δοξαστικό τῶν ἀποστίχων).
Γι’ αὐτό καί ἄφοβος καί ἀνδρεῖος ὁ ὅσιος μετάγγιζε καί συνεχίζει νά μεταγγίζει ἀφοβία καί ἀνδρειότητα σέ κάθε πιστό πού ἀναφέρεται σέ αὐτόν, ὅπως πολύ ὡραῖα ἐπίσης τό ἐπισημαίνει ὁ σεμνός ὑμνογράφος. «Θάρρος καί ἰσχύ καί δύναμη δίνεις ὡς βραβεῖο, ὅσιε Γεώργιε, σέ ὅλους τούς πιστούς πού σέ μακαρίζουν μέ ἄξιο τρόπο» (ὠδή θ΄). Ἕνας ἄνθρωπος πού ἔχει ἀντιμετωπίσει τόν θάνατο μέ πίστη Χριστοῦ, ἕνας κυριολεκτικά ὁμολογητής τῆς πίστεως, αὐτός νιώθει τή δύναμη τοῦ Χριστοῦ μέσα του καί μπορεῖ ὡς ὑγιές μέλος Ἐκείνου νά τήν προσφέρει καί στά ἄλλη τοῦ σώματος.  Κι ἄς ἐπιτραπεῖ νά τονίσουμε ἐδῶ μία λεπτή  ἐπισήμανση τοῦ ὑμνογράφου ὡς πρός τήν ὁμολογιακή διάσταση τῆς πίστεως τοῦ ὁσίου. Πολλοί στήν ἐποχή μας καυχῶνται γιά τό γεγονός ὅτι εἶναι ὁμολογητές τῆς πίστεως. Διατείνονται ὅτι ἡ ἐποχή μας εἶναι καί πρέπει νά εἶναι ἐποχή ὁμολογίας. Καί κανείς δέν ἀντιλέγει ὡς πρός αὐτό. Εἶναι κάτι ἄλλωστε πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τό ἐζήτησε. Μέ μία προϋπόθεση: ἡ ὁμολογία συνοδεύεται πάντοτε ἀπό τά παθήματα, τήν ἄσκηση, τό μαρτυρικό φρόνημα. Γιατί μία ὁμολογία πού μένει μόνο σέ φωνασκίες καί σέ συνθήματα δέν ξέρουμε κατά πόσον συνάδει μέ τό φρόνημα τοῦ Κυρίου, τῆς Ἐκκλησίας Του, τῶν ἁγίων Του. Ποιά ἐπισήμανση κάνει λοιπόν ὁ ὑμνογράφος; Προσπαθώντας νά κατανοήσει τόν χαρακτηρισμό τοῦ ἁγίου Γεωργίου ὡς ὁμολογητοῦ, γράφει μεταξύ ἄλλων: «Φυλακήν καθυπέμεινας καί διεσώθης ἐκ θανάτου, πανόλβιε, ἵνα στέφανον λάβῃς ὁμολογίας σου». Ὑπέμεινες δηλαδή τή φυλάκιση καί διασώθηκες ἀπό τόν θάνατο, παμμακάριστε, προκειμένου νά λάβεις τό στεφάνι τῆς ὁμολογίας σου (στιχηρό ἑσπερινοῦ). Ὁμολογητής δηλαδή εἶναι καί χαρακτηρίζεται ἐκεῖνος πού ἔχει πάθει γιά τόν Κύριο καί τήν πίστη Του, πού σημαίνει ὅπως εἴπαμε ὅτι δέν ἐξαντλεῖται τό ὁμολογιακό στοιχεῖο μόνο σέ λόγια καί φωνές. Γι’ αὐτό καί μακαριστός ἁγιορείτης ασκητής, ὁ Γερο-Δαμασκηνός ἀπό τον ἅγιο Βασίλειο στα Κατουνάκια, πού ἔζησε ὅλη τή ζωή του στην ἐρημική αὐτή περιοχή, σημείωνε ὅτι ναί μέν στήν ἐποχή μας κάποιοι χωρίζουν τούς συγχρόνους χριστιανούς σέ ὁμολογητές καί μή, ἀλλά ἡ πραγματικότητα αὐτή θά φανεῖ τότε πού θά προκύψουν τά ἀληθινά προβλήματα καί θά χρειαστεῖ έμπρακτα νά φανερώσει ὁ πιστός ἄν πράγματι εἶναι πιστός ἤ ὄχι.  Καί μέ τά ἴδια τά λόγια του πού εἶπε σέ κάποιον θεωρούμενο ὁμολογητή, ἐκδότη μάλιστα ζηλωτικοῦ περιοδικοῦ: "Πάτερ Ἰ..., στά τελευταῖα χρόνια θά ἄρει ὁ Θεός τήν εὐλογία τῆς ὁμολογίας ἀπό πολλούς ὑποκριτάς ζηλωτάς καί θά τή δώσει σέ ανθρώπους μέ ἀγαθή προαίρεση καί καλή διάθεση" (Ἱερομ. Φιλίππου, Ἡ σοφία τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐκδ. Φερενίκη, σελ. 34).  
Ἡ ἐπισήμανση τῶν χαρίτων τοῦ ἁγίου, ἡ μεγάλη παρρησία του ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ὥστε νά διενεργοῦνται καθημερινῶς καί ὅσο ζοῦσε ἀλλά καί μετέπειτα πάμπολλα θαύματα, ἡ βεβαιωμένη ἐπίκλησή του πού ὁδηγεῖ σέ μετάνοια τούς ἀνθρώπους, δέν θά εἶχε τέλος. Θά ἦταν εὐχῆς ἔργον νά ἀναζητήσουμε καί νά πάρουμε στά χέρια μας τό βιβλίο πού ἔγραψε γι’ αὐτόν, (κατόπιν παρακλήσεως τό 1979 τῆς ὁσιώτατης μακαριστῆς ἡγουμένης στό μοναστήρι τοῦ ὁσίου Ἀκυλίνας μοναχῆς), ὁ μακαριστός κι αὐτός πιά Γέροντας Μωϋσής μοναχός. Κι ἐκεῖ θά δοῦμε καί θά θαυμάσουμε τήν ἐπακριβή πορεία, ἐπίγεια καί πνευματική, τοῦ ὁσίου Γεωργίου. Καί μακάρι νά κατανυχθοῦμε, ὥστε μέσα στά πλαίσια καί τῆς δικῆς μας ζωῆς νά μεταφέρουμε κάτι ἀπό τήν ἁγιασμένη ζωή του. Καί νομίζουμε ὅτι ἀξίζει νά ἀναφέρουμε ὅτι ὁ ἅγιος Γεώργιος, ἀρκετά μετά ἀπό τή βιογράφησή του ἀπό τόν μακαριστό Μωϋσή, τότε πού βρισκόταν ὁ λόγιος αὐτός Γέροντας στά τέλη τῆς ζωῆς του μέσα ἀπό πολλούς κόπους καί ἀσθένειες καί πειρασμούς, τοῦ φανερώθηκε, μαζί μέ τόν ἅγιο Ἱερώνυμο τόν Σιμωνοπετρίτη καί τήν ὁσία Σοφία τῆς Κλεισούρας, γιά νά τοῦ δώσει δύναμη καί κουράγιο στή δυσκολεμένη του κατάσταση καί νά ἐκφράσει τήν εὐαρέσκειά του γιά τήν ἐνασχόλησή του μέ αὐτόν.
Ταῖς πρεσβείας τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἡμῶν Γεωργίου Καρσλίδη, ὁ Κύριος νά σώσει καί νά ἁγιάσει ὅλους μας.

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (58)



Υπάρχει περίπτωση να είναι κανείς χριστιανός, είτε καλόγερος είτε έγγαμος, και να θεωρεί ότι η μονολιθικότητα του χαρακτήρα του είναι το θεμέλιο της ζωής του; Μονολιθικός είναι μόνον ο εγωιστής άνθρωπος, που νομίζει πως ό,τι έχει ως δική του συνήθεια, ως δική του ανάγκη και αδυναμία, αυτό και θα συνεχίζει εσαεί, έχοντας τον υπηρέτη του, δηλαδή τον σύντροφό του. Καταλαβαίνουμε όμως ότι αυτό είναι δαιμονικό. Χριστιανός σημαίνει διαρκής κίνηση αλλαγής, πορεία εν Χριστώ, προκειμένου να βρίσκεται πάντοτε και αδιάκοπα στον δρόμο του Χριστού, δηλαδή στον δρόμο της αγάπης και της ταπείνωσης, που θα πει στον δρόμο της υπομονής. Υπομονή και ετοιμότητα αλλαγής του εαυτού μας είναι έννοιες παράλληλες και αιτιωδώς συσχετισμένες. Η μία παραπέμπει στην άλλη. Πώς το λέει ένα παλιό όμορφο τραγούδι; «Ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουνε γίνει ροζ». Είναι τυχαίο που οι Γεροντάδες στο Άγιον Όρος, όταν ερωτώνται συνήθως από εγγάμους τι να κάνουν για την πνευματική τους προκοπή, εισπράττουν ως απάντηση: «εσείς οι έγγαμοι έχετε τους δικούς σας Γέροντες. Κι αυτοί κυρίως είναι οι γυναίκες σας και τα παιδιά σας». Ό,τι υπακοή καλείται να κάνει ένας υποτακτικός στον Γέροντά του στο μοναστήρι, την ίδια – τηρουμένων των αναλογιών – καλείται να κάνει και ένας έγγαμος έναντι του ή της συντρόφου και συζύγου. «Ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Χριστοῦ», σημειώνει ο απόστολος. Υπακοή σημαίνει όμως ξεκούνημα, αλλαγή, πέρασμα σε κάτι άλλο που ζητά ο/η σύζυγος, το οποίο με φέρνει στην κατεξοχήν αλλαγή, που είναι το κράτημα στον δρόμο του Χριστού, τον δρόμο της αγάπης.


 

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019

Διάκριση καί φιλαδελφία ὡς τρόπος ζωῆς μέσα στήν ἐκκλησιαστική κοινότητα (Ρωμ. 14)


(Εἰσήγηση σέ ἱερατική σύναξη τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Δημητριάδος καί Ἁλμυροῦ την 22α Ὀκτωβρίου 2019)


Α.  Ἡ ἐκκλησιαστική κοινότητα, νοούμενη εἴτε ὡς ἐπισκοπή εἴτε ὡς ἐνορία, συνιστᾶ μία χαρισματική κατάσταση, διότι συμπλέκεται σ’ αὐτήν τό θεῖο καί τό ἀνθρώπινο στοιχεῖο. Ὅπως πολύ σωστά ἔχει εἰπωθεῖ, ἰδίως γιά τήν Ἐνορία, ἀποτελεῖ αὐτή «τόν Χριστόν ἐν μέσῳ ἡμῶν». Ὁ Χριστός, κατά τόν λόγο τῆς Γραφῆς, εἶναι ἡ κεφαλή τοῦ σώματος καί οἱ πιστοί εἶναι τά μέλη τοῦ Χριστοῦ, τά ὁποῖα ἀρθρώνονται καί δομοῦνται ἀπό τή χάρη Ἐκείνου, χάρη καλύτερα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, συνεπῶς ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ μία θεανθρώπινη κοινωνία, ἤ ἀλλιῶς, κατά Πατερική ἔκφραση, «εἶναι ὁ Χριστός παρατεινόμενος εἰς τούς αἰῶνας». Ἡ δοσμένη ὅμως αὐτή χάρη τοῦ Θεοῦ στά μέλη τοῦ Χριστοῦ ἀπαιτεῖ, πρός ἐνεργοποίησή της, καί τή διαρκή ἐπιβεβαίωση ἀπό πλευρᾶς τῶν μελῶν. Τά μέλη καλοῦνται νά συνεργάζονται ἀδιάκοπα μέ τόν Χριστό, ὡς «συνεργοί Θεοῦ», γιατί διαφορετικά ἡ παροχή τῆς χάρης ἀρχίζει νά λειτουργεῖ κατά τρόπο ἀρνητικό, μέ τήν ἔννοια ὅτι μεταποιεῖται αὐτή στόν ἄνθρωπο ἀνάλογα μέ τό τί βρίσκει μέσα στήν καρδιά του. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ὁ πιστός ποτέ δέν μπορεῖ νά «ἡσυχάσει»: ἡ νήψη καί ἡ ἐγρήγορση εἶναι ὅ,τι ζητάει ὁ Κύριος στή σχέση Του μέ αὐτόν. Δυστυχῶς ὅμως συχνά ἡ νήψη αὐτή ἐλλείπει, ὁπότε ἀναφύονται τά διάφορα προβλήματα τῆς πνευματικῆς καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἡ κεφαλή παραμένει πάντοτε ἡ Ἴδια· τά μέλη παρουσιάζουν διακυμάνσεις, διαβαθμιζόμενα στήν καλύτερη περίπτωση στά τρία ἐπίπεδα πού συχνά οἱ ἅγιοί μας τά παρουσιάζουν· τούς δούλους, τούς μισθωτούς, τούς υἱούς. Καί τά προβλήματα δυστυχῶς ἀναφύονται ὄχι μόνο στούς ἁπλούς πιστούς, ἀλλά συχνά, γιά νά μήν ποῦμε τίς περισσότερες φορές, στούς θεωρουμένους «προχωρημένους», τούς ἴδιους τούς κληρικούς τῆς ὅποιας βαθμίδας. Εἶναι τραγικό καί πολύ θλιβερό νά ἀκούει κανείς αὐτό πού ἔλεγε ὁ μεγάλος σύγχρονος Γέροντας τοῦ Ἁγίου Ὄρους π. Ἐφραίμ Κατουνακιώτης, γιά τούς ἴδιους τούς ἁγιορεῖτες, ἑπομένως γιά ἀνθρώπους πλήρως ἀφιερωμένους στόν Θεό: «Ἄν δέν ὑπῆρχε τό τυπικό καί ἡ τάξη στό Ἅγιον Ὄρος, θά εἴχαμε φαγωθεῖ οἱ καλόγεροι μεταξύ μας σάν τά σκυλιά!» Κι ἀλλοῦ ὁ ἴδιος: «Στίς οἰκογένειες στόν κόσμο, μπορεῖς νά βρεῖς εἰρήνη καί συνεννόηση· σέ δύο καλογέρους, σχεδόν ποτέ!»

Γιατί τά λέμε αὐτά; Ἀκριβῶς γιά νά τονίσουμε τή σημασία τοῦ θέματος: ὅτι ἡ διάκριση καί ἡ φιλαδελφία μέσα στήν ἐκκλησιαστική κοινότητα δέν θεωροῦνται δυστυχῶς, ὡς ὤφειλε, δεδομένες καταστάσεις· ἀποτελοῦν διαρκῶς ζητούμενα, ὅπως τοῦτο καταφαίνεται ἤδη ἀπό τά σπάργανα τῆς Ἐκκλησίας, στίς πρῶτες ἐκκλησιαστικές κοινότητες πού ἵδρυσαν οἱ μαθητές τοῦ Κυρίου, καί ἐν προκειμένῳ στή Ρώμη πού τό πρόβλημα ἀποκαλύπτεται ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο στή ἐπιστολή του πρός τούς ἐκεῖ πιστούς. Ἰδίως στό δέκατο τέταρτο κεφάλαιο, διεκτραγωδεῖται ἡ «διαμάχη» μεταξύ τῶν ἀσθενῶν ἀδελφῶν καί τῶν θεωρουμένων «προχωρημένων» καί δυνατῶν. Τί συνέβαινε; Σ’ ἕνα λιγότερο ἤ περισσότερο ἁπλό ἀντικειμενικά θέμα, τό θέμα τοῦ φαγητοῦ τῶν εἰδωλοθύτων, δηλαδή τῶν κρεάτων ἀπό τίς εἰδωλολατρικές θυσίες, οἱ μέν ἀσθενεῖς στήν πίστη ἀπέφευγαν τά εἰδωλόθυτα, γιατί θεωροῦσαν ὅτι μολύνονται ἀπό τήν ἐνέργεια τῶν δαιμόνων, μέ ἀποτέλεσμα νά κατηγοροῦν τούς ἄλλους πιστούς πού δέν εἶχαν πρόβλημα νά τά φᾶνε· οἱ δέ «δυνατοί» στήν πίστη τά ἔτρωγαν χωρίς κανένα πρόβλημα, γιατί γνώριζαν ἀπό τό φῶς τῆς πίστης τους ὅτι δέν ὑπάρχουν ἄλλοι θεοί πλήν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας καί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, συνεπῶς τά φαγητά ὡς κτίση Θεοῦ τρώγονται μέ εὐχαριστία πρός Αὐτόν, μέ ἀποτέλεσμα οἱ δυνατοί αὐτοί νά κατηγοροῦν τούς ἀσθενεῖς, γιατί δέν εἶχαν τήν πίστη πού πρέπει. Καί τί ἔλεγε ὁ ἀπόστολος; Ὅτι πρέπει νά διέπονται ἀπό ἀγάπη μεταξύ τους, ὅτι πρέπει νά μποροῦν νά κινοῦνται μέ διάκριση, ὥστε οὔτε οἱ μέν οὔτε οἱ δέ νά κατακρίνουν καί νά ἀλληλοσπαράσσονται, ἀλλά νά ζοῦν μέ ἑνότητα καί ὁμόνοια, γιατί τό ζητούμενο πάντοτε εἶναι ἡ ἀγάπη, εἶναι ἡ φιλαδελφία, εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ συνοχή τους. Μέ ἄλλα λόγια, αὐτό πού σημείωνε στό ὄγδοο κεφάλαιο τῆς ἴδιας ἐπιστολῆς (35ἑξ), ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνιστᾶ τήν κινητήρια δύναμη τῶν πάντων καί τίποτε δέν μπορεῖ νά χωρίσει τόν πιστό ἀπό αὐτήν, αὐτό σημείωνε καί στό συγκεκριμένο πρόβλημα τῶν εἰδωλοθύτων. «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; …Πέπεισμαι γάρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωή οὔτε ἄγγελος οὔτε ἀρχαί οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν».
Διάκριση καί φιλαδελφία λοιπόν τά ζητούμενα.

Β. 1. Ποιά ἡ ἔννοια συγκεκριμένα τῆς διάκρισης καί τῆς φιλαδελφίας;

α. Καί γιά μέν τή φιλαδελφία δέν ὑπάρχει πρόβλημα ἐννοιολογικό· πρόκειται, ὅπως δηλώνει ἡ λέξη, γιά τήν ἀγάπη πρός τούς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς, συνεπῶς γιά τήν ἐκπλήρωση τῆς βασικῆς καί κεντρικῆς ἐντολῆς τοῦ Χριστοῦ «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους». Ὁπότε ἡ φιλαδελφία δέν κατανοεῖται ἁπλῶς ὡς μία καλή διάθεση ἤ ἕνα τυπικό καθῆκον, ἀλλ’ ἐκεῖνο πού καθορίζει τήν ποιότητα τῆς χριστιανικῆς συνειδήσεως. Ὁ χριστιανός δηλαδή δέν μπορεῖ νά μήν εἶναι φιλάδελφος. Ἡ φιλαδελφία του ἀποτελεῖ ὀφειλή ὡς ἐφαρμογή ἐντολῆς τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως τό λέει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀλλοῦ: «μηδενί μηδέν ὀφείλετε εἰ μή τό ἀγαπᾶν ἀλλήλους» (Ρωμ. 13,8). Καί ἐπίσης: «ὀφείλομεν ἡμεῖς οἱ δυνατοί τά ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν καί μή ἑαυτοῖς ἀρέσκειν» (Ρωμ. 15,1). Εἶναι ἡ καθ’ ὑπερβολήν ὁδός πού λέει ὁ ἴδιος στήν Α΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολή του (12,31-13), ὅπως καί γιά τό ἀπόλυτο τῆς ἀγάπης πού μόλις προηγουμένως ἀναφέραμε ἀπό τό ὄγδοο κεφάλαιο τῆς πρός Ρωμαίους.

Κι εἶναι ἡ φιλαδελφία ἡ χαρισματική ἐκείνη κατάσταση, ἡ ὁποία μᾶς ἀνάγει στό ἐπίπεδο τῆς υἱότητας πρός τόν Θεό, τῆς ἀλληλοπεριχώρησής μας μέ τόν ἴδιο τόν Κύριο, ὅπως τό ἀψευδές στόμα Του τό ὑποσχέθηκε: «ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου καί τηρῶν αὐτάς ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με. Ὁ δέ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπό τοῦ Πατρός μου καί ἐγώ ἀγαπήσω αὐτόν καί ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν» (Ἰωάν. 14,21).

Κύριο γνώρισμα τῆς φιλαδελφίας ἀπό τήν ἄποψη αὐτή εἶναι τό στοιχεῖο τῆς θυσίας. Ἀφήνει ὁ ἀγαπῶν κατά μέρος τό δικό του θέλημα, προκειμένου νά ἐπιτελέσει τό θέλημα τοῦ ἄλλου: «ἵνα τις τήν ψυχήν αὐτοῦ θῇ ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ» (Ἰωάν.15,13). «Ἕκαστος ἡμῶν τῷ πλησίον ἀρεσκέτω εἰς τό ἀγαθόν πρός οἰκοδομήν» (Ρωμ. 15,2).

β. Τά πράγματα λίγο περιπλέκονται στό θέμα τῆς διάκρισης. Ἐνῶ ἡ διάκριση θεωρεῖται ὡς μία ἀπό τίς κρισιμότερες ἀρετές – γιά ὁρισμένους πατέρες θεωρεῖται ἡ σημαντικότερη, ὡς ἐκείνη πού δίνει τόν τόνο καί σέ ὅλες τίς ἄλλες – στό συγκεκριμένο κεφάλαιο τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ἀπ. Παύλου κατανοεῖται ἔτσι ἀπό τά συμφραζόμενα καί τήν ὅλη ἀτμόσφαιρα, γιατί τήν ἀναφέρει ὀνομαστικά μέ ἀρνητικό περιεχόμενο: ὡς σύγχυση πού δημιουργεῖται στίς ψυχές ἀπό τούς λογισμούς. «Τόν δέ ἀσθενοῦντα ἀδελφόν προσλαμβάνεσθε μή εἰς διακρίσεις διαλογισμῶν» (Ρωμ. 14, 1).

Εἶναι εὐνόητο ὅμως ὅτι στήν εἰσήγησή μας τήν κατανοοῦμε πρωτίστως μέ τή θετική της διάσταση, ἔστω κι ἄν δέν ὀνοματίζεται: ὡς χάρη τοῦ Θεοῦ πού γεννᾶται στήν καρδιά τοῦ πιστοῦ μετά τόν ἔντονο ἀγώνα του κατά τῆς ἁμαρτίας. Καί μέ τήν ἔννοια αὐτή λειτουργεῖ ὡς ὁ ρυθμιστικός παράγων πού συντονίζει τίς διάφορες ἐνέργειες τῆς ψυχῆς, προκειμένου νά διακρατεῖται αὐτή σ’ ἐκεῖνο τό ἐπίπεδο πού μπορεῖ νά δέχεται ἀπρόσκοπτα τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Διότι ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε ἐκεῖνο πού εἶναι τό μόνιμο σημεῖο ἀναφορᾶς μας, ἐκεῖνο στό ὁποῖο κατατείνουμε καί πάντοτε ζητοῦμε εἶναι ἡ ζωντανή παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα μας.

Ἔτσι δέν ζητᾶμε ἤ τή διάκριση ἤ τή φιλαδελφία, ἀλλά τή φιλάδελφη διάκριση καί τή διακριτική φιλαδελφία - ὅ,τι νομίζουμε πώς εἶναι τό πνεῦμα τοῦ ἀποστόλου. Γιατί μεμονωμένες οἱ ἀρετές αὐτές χάνουν τήν ὅποια χριστιανική ἀξία τους καί μπορεῖ νά ἐκτραποῦν ἀκόμη καί σέ μή χριστιανικές καταστάσεις. Καί δέν πρέπει νά παραξενευόμαστε· γιατί ἡ διάκριση πολλές φορές μόνη της ὁδηγεῖ στήν πονηρία καί τήν καχυποψία – τό λέει καί ὁ ἀπόστολος -, ἐνῶ ἡ φιλαδελφία χωρίς τή διάκριση μπορεῖ νά καταντήσει σέ τυραννία πρός τούς ἄλλους ὡς διαρκή ἐπέμβαση στή ζωή τους, ἤ στήν καλύτερη(;) περίπτωση σέ ἕναν διαλυτικό ὑπερπροστατευτισμό - ἄς δοῦμε τέτοιες περιπτώσεις στήν ἀγάπη(;) γονιῶν πρός τά παιδιά τους! 

2. Ἡ διάκριση καί ἡ φιλαδελφία ὡς τρόπος ζωῆς.

Εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ διάκριση καί ἡ φιλαδελφία δέν μποροῦν νά κατανοηθοῦν σέ θεωρητικό ἐπίπεδο. Μόνον ὡς τρόπος ζωῆς, συνεπῶς στό ἐπίπεδο τῶν σχέσεων, φανερώνουν τή χαρισματική τους ἐνέργεια, καί μάλιστα ὡς ἀδιάκοπο κίνητρο κάθε ἐνεργείας. Κι αὐτό τό ἀδιάκοπο τό ἐννοοῦμε κυριολεκτικά: ὁ χριστιανός δέν εἶναι χριστιανός μέ διακοπές καί περιστασιακά, a la carte πού λέμε. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ἠχεῖ μέ ἀπόλυτο τρόπο: «ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι∙ καί ὁ μή συνάγων μετ’ ἐμοῦ σκορπίζει» (Ματθ. 12,30). Λοιπόν, ὁ χριστιανός, καί μάλιστα ὁ κληρικός, προσπαθεῖ νά ἔχει ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τῆς πνευματικῆς του ζωῆς τό δίπολο αὐτό τῶν συγκεκριμένων ἀρετῶν, πού ἀνοίγουν τόν δρόμο γιά νά σκηνώσουν μέσα του βεβαίως καί ὅλες οἱ ἄλλες ἀρετές – συνεπῶς νά ἐπαναπαύεται μέσα του ὁ Κύριος. Σέ ποιές λοιπόν ἐπιμέρους σχέσεις καλεῖται ὁ κληρικός νά φανερώνει τή διάκριση καί τή φιλαδελφία του;

- Στή σχέση του πρωτίστως μέ τούς ἄλλους συναδέλφους του κληρικούς.

- Στή σχέση του μέ τούς λαϊκούς ἀδελφούς του, εἴτε τούς συνεργάτες του στόν Ναό (ἐπιτρόπους, νεωκόρους, φιλόπτωχο κλπ.) εἴτε τούς ἐνορίτες του μέ τή στενή καί τήν εὐρεῖα ἔννοια.

- Στή σχέση του μέ τήν κατ’ οἶκον λεγόμενη ἐκκλησία, τήν οἰκογένειά του.

- Στή ὅποια κοινωνική σχέση πού ἀναπτύσσει ὡς ἄνθρωπος εὑρισκόμενος στόν κόσμο.

- Άλλά καί στή σχέση του μέ τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό. Ἡ σχέση αὐτή μάλιστα εἶναι ἐκείνη πού ἀποτελεῖ τό κριτήριο τοῦ ἄν καί οἱ ὑπόλοιπες σχέσεις του ἔχουν τήν ἐν Κυρίῳ γνησιότητα ἤ ὄχι. Διότι ὁ πρῶτος πλησίον, ἀπέναντι στόν ὁποῖο πρέπει νά λειτουργοῦμε μέ διάκριση καί ἀγάπη εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἴδιος ὁ ἐαυτός μας.  Τό πῶς στεκόμαστε ἀπέναντι σέ μᾶς τούς ἴδιους δείχνει καί τή στάση ἀπέναντι σέ ὁποιονδήποτε ἄλλον. Κι ἐννοοῦμε βεβαίως ἀπέναντι στόν χαρισματικό ἑαυτό μας, τόν ἐν Χριστῷ κτισμένο, αὐτόν πού μᾶς δωρήθηκε ἀπό Ἐκεῖνον τήν ὥρα τοῦ βαπτίσματός μας. «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. 3, 27). Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ἄν δέν μποροῦμε νά δοῦμε τόν Χριστό σέ μᾶς τούς ἴδιους, τότε εἶναι ἀδύνατο νά Τόν δοῦμε καί στά πρόσωπα τῶν ἀδελφῶν μας καί τῶν λοιπῶν συνανθρώπων μας. Διάκριση καί ἀγάπη λοιπόν ἀπέναντι καί σέ μᾶς τούς ἴδιους. Πόσες φορές οἱ ἄγιοι Πατέρες μας δέν καταδικάζουν τήν ἀδιάκριτη γιά παράδειγμα ἄσκηση, ἡ ὁποία ὅταν ἀκριβῶς εἶναι ἀδιάκριτη, χωρίς μέτρο δηλαδή, ἀποβαίνει εἰς βάρος τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς; Γι’ αὐτό καί ἀδιάκοπα τονίζουν τήν ἀνάγκη πνευματικῆς καθοδήγησής μας καί ὑπακοῆς μας στόν Πνευματικό καί Γέροντά μας. Κληρικός πού δέν ἔχει τήν ἀναφορά του στόν Πνευματικό του, δύσκολα ἄν ὄχι ἀδύνατα θά πορευτεῖ μέ διάκριση καί φιλαδελφία, μέ ἀποτέλεσμα νά προκαλεῖ σκανδαλισμό καί τραύματα στούς ἐνορίτες του, πότε κινούμενος μέ ὑπερβολική αὐστηρότητα καί πότε κινούμενος μέ ὑπερβολική ἐπιείκεια. 

Θά θέλαμε νά κάνουμε τρεῖς παρατηρήσεις στό σημεῖο αὐτό:

1) Τό πολύ σημαντικό καί καταλυτικό θά λέγαμε στίς παραπάνω ἐπιμέρους σχέσεις, πέραν τῆς σχέσης ὅπως εἴπαμε μέ τόν ἑαυτό μας, εἶναι τό πρῶτο: ἡ σχέση τῶν κληρικῶν μεταξύ τους. Διότι ἀνάλογα μέ τήν ποιότητα τῆς σχέσης αὐτῆς  καθορίζεται ἐν πολλοῖς καί ἡ ποιότητα τῆς σχέσης καί μέ τούς λαϊκούς. Ὁ λαϊκός δηλαδή συνήθως παραδειγματίζεται ἀπό τόν κληρικό του. Κι ὅ,τι βλέπει σ’ αὐτόν εἴτε τόν βοηθάει στή σωτηρία του εἴτε τόν ἀποπροσανατολίζει. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ ἅγιος Πορφύριος τόνιζε ὅτι ὁ κληρικός δέν χρειάζεται στήν οὐσία νά κάνει πολλά πράγματα. Ἄν προτεραιότητά του εἶναι ὁ ἁγιασμός του - καί ἁγιάζεται βεβαίως ὅταν βρίσκεται στόν ἀγώνα τῆς φιλαδελφίας καί τῆς φωτισμένης διάκρισης -, τότε κατά φυσικό τρόπο οἱ καλοπροαίρετοι τουλάχιστον χριστιανοί του θά ἁγιασθοῦν καί αὐτοί εὔκολα. Ἄν μέ ἄλλα λόγια ἰσχύει ἡ παροιμία ὅτι «τό ψάρι βρωμάει ἀπό τό κεφάλι», πολύ περισσότερο τοῦτο ἰσχύει μέσα στήν ἐκκλησιαστική κοινότητα μέ τούς ποιμένες ὡς κεφαλή τοῦ ποιμνίου.

2) Κριτήριο γνησιότητας αὐτῆς τῆς παραπάνω σχέσης ἀποτελεῖ ἡ σχέση τοῦ ποιμένα μέ τήν ἴδια του τήν οἰκογένεια. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι δέν εἶναι δυνατόν ἕνας κληρικός νά λειτουργεῖ ἰσορροπημένα στήν ἐνορία του, δηλαδή κατά τό θέμα μας: φιλάδελφα καί διακριτικά, ἄν πρώτιστα δέν λειτουργεῖ ἔτσι μέσα στό ἄμεσα οἰκεῖο του προσωπικό περιβάλλον. Πρῶτα τό διακριτικό καί τό φιλάδελφο βιώνεται μέσα στήν κατ’ οἶκον ἐκκλησία καί ἔπειτα στή μεγαλύτερη οἰκογένεια τῆς ἐνορίας. Διότι ἐκεῖ, στό σπίτι του, φανερώνεται συνήθως ὁ ἀληθινός χαρακτήρας τοῦ ἀνθρώπου. Στό σπίτι του δέν μπορεῖ κανείς νά κρυφτεῖ: αὐτό πού εἶναι αὐτό καί φανερώνει στήν καθημερινότητά του. Τό σπιτικό τοῦ καθενός ἀποτελεῖ τό ξεγύμνωμα τοῦ βάθους του. Ὁπότε, ὅσο καλή εἰκόνα κι ἄν παρουσιάζει ἕνας ἱερέας στό ποίμνιό του, αὐτή ἡ εἰκόνα εἶναι ὑποκριτική καί συνιστᾶ ἕνα προσωπεῖο, ἄν δέν εἶναι ἡ ἴδια καλή εἰκόνα του καί στήν οἰκογένειά του. Σ’ αὐτήν τήν περίπτωση πολύ γρήγορα θά πέσει ἡ μάσκα καί θά ἀποκαλυφθεῖ ἡ ψυχική γύμνια του. Καί τότε ἡ πτώση δυστυχῶς θά εἶναι μεγάλη· κι ὄχι μόνο γιά τόν ἴδιο, ἀλλά δυστυχῶς, πολύ χειρότερα, καί γιά πολλούς ἤ λίγους ἀπό τό ποίμνιό του. Δέν εἶναι τυχαῖο, νομίζουμε, πού ὁ ἀπόστολος Παῦλος θεωρεῖ ὅτι ὁ πιστός πού ἐνδιαφέρεται γιά τούς ἄλλους ἀλλά παραμελεῖ τούς δικούς του «γέγονε ἀπίστου χείρων» (πρβλ. Α΄Τιμ.5,8). Καί παρομοίως δέν εἶναι ἄνευ σημασίας πού ἡ Ἐκκλησία μας ὡς καίριο κριτήριο γιά τήν εἴσοδο κάποιου στήν ἱερωσύνη ἤ καί φανέρωση τῆς καλῆς του ἱερατικῆς πορείας εἶναι τό πῶς λειτουργεῖ ἡ οἰκογένειά του (πρβλ. π.χ. Α΄ Τιμ. 3, 1ἑξ.).

3) Κι ἐκεῖνο πού ἐπίσης χρειάζεται νά τονιστεῖ ἰδιαίτερα εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ πιό προχωρημένος χριστιανός, ὁ «δυνατός» πού τόν χαρακτηρίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, εἶναι ἐκεῖνος πού λειτουργεῖ πάντοτε, χωρίς ἐκπτώσεις, μέ τή διακριτική φιλαδελφία καί τή φιλάδελφη διάκριση. Καί ἀντικειμενικά «δυνατοί» πρέπει νά θεωροῦνται ἀκριβῶς οἱ κληρικοί, ὡς τύποι τοῦ ποιμνίου τους. Ἐννοοῦμε ὅτι εἶναι πολύ ὀδυνηρό γιά τούς ποιμένες νά παρουσιάζονται κατώτεροι ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς τῶν λαϊκῶν ἐνοριτῶν τους. Γιά παράδειγμα: ἐνῶ οἱ ποιμένες εἶναι ἐκεῖνοι πού θά πρέπει νά βαστάζουν τά ἀσθενήματα καί τίς ἀδυναμίες τῶν λαϊκῶν, ὄχι σπάνια λαϊκοί σπεύδουν νά «καλμάρουν» κατά τό κοινῶς λεγόμενο τούς ἔξαλλους κληρικούς, γιατί παρουσιάστηκε ἕνα πρόβλημα: κάποιο παιδί πού κλαίει ἤ κάποια «ἀταξία» πού συνέβη ἀπό κάποιον γέροντα ἤ γερόντισσα. Μέ πολλή θλίψη ὁμολογῶ ὅτι κάποτε παραβρέθηκα σέ ἐκδήλωση ἐνορίας καί ἄκουσα μέ τά αὐτιά μου κάποιες κυρίες πού βοηθοῦσαν στό ὅλο ἔργο νά συζητοῦν μεταξύ τους μέ ἔκδηλη τήν ἀγωνία ὄχι ἄν εἶναι εὐχαριστημένοι οἱ ἄνθρωποι πού βρίσκονταν ἐκεῖ, ἀλλά ἄν ὁ «παππούλης» εἶναι εὐχαριστημένος καί ἄν χαμογελᾶ. Προφανῶς, ὁ παππούλης τους ἦταν ὁ νευρικός καί ἀδύναμος «κρίκος» στή συγκεκριμένη ἐκκλησιαστική κοινότητα.

Πόσο θυμᾶται κανείς τά λόγια τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, πού σέ κάποιον ἀπό τούς λόγους του ἐπισημαίνει ὅτι ὑπάρχουν ἀδελφοί, καί μιλάει γιά καλογέρους, πού γέρασαν στό μοναστήρι καί στή θεωρούμενη πνευματική ζωή, καί ὅμως ἀκόμη δέν ἔχουν πάει στό Δημοτικό Σχολεῖο! (βλ. λόγ. 26, 14). Κι αἰτία γιά τήν ἀρνητική καί ὀδυνηρή, ὅπως χαρακτηρίσαμε, αὐτήν κατάσταση εἶναι ἡ ἔλλειψη προτεραιότητας σ’ αὐτό πού πράγματι εἶναι πρῶτο: τήν καλλιέργεια τῆς ἀγάπης καί τῆς διάκρισης. Ποῦ εἶναι αὐτό πού φωνάζουν καί πάλι οἱ ἅγιοι Πατέρες μας περί τῶν κληρικῶν, ὅτι δηλαδή ὁ μέν διάκονος πρέπει νά βρίσκεται στό ἐπίπεδο τῆς καθάρσεως, ὁ πρεσβύτερος στό ἐπίπεδο τοῦ φωτισμοῦ, ὁ δέ ἐπίσκοπος στό ἐπίπεδο τῆς θέωσης;

Χωρίς τόν ἀγώνα λοιπόν γιά διάκριση καί ἀγάπη καί φιλαδελφία, πού φανερώνεται στήν καθημερινότητα τοῦ χριστιανοῦ, καί κυρίως τοῦ κληρικοῦ, Πνεῦμα Θεοῦ δέν ὑφίσταται∙ μέ τήν ἔννοια βεβαίως ὅτι δέν ἐγγίζει τήν καρδιά τοῦ ἱερέα. Καί τότε τί μένει; Ἕνας ἐπαγγελματισμός πού ἴσως καλύτερα νά μήν ὑφίστατο, γιατί τό μόνο πού πετυχαίνει εἶναι νά ἀπομακρύνει τόν κόσμο ἀπό τήν Ἐκκλησία. «Δι’ ὑμᾶς βλασφημεῖται τό ὄνομά μου ἐν τοῖς ἔθνεσι» (πρβλ. Ρωμ. 2, 24), ἀκούγεται δραματικά ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Κυριολεκτικά παγώνει κανείς ὅταν ἀκούει τή γνώμη τῶν ἁγίων μας γι’ αὐτές τίς περιπτώσεις. Σάν τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος διαπιστώνει ὅτι «πάντας μέν ὁ Θεός οὐ χειροτονεῖ, διά πάντων δέ Αὐτός ἐνεργεῖ»∙ ἤ σάν τοῦ ὁσίου Παϊσίου τοῦ ἁγιορείτου, ὁ ὁποῖος ἔλεγε ὅτι κατ’ αὐτόν, καί μιλᾶμε γιά ἕναν διορατικό καί προορατικό ἄνθρωπο τοῦ καιροῦ μας, τό εἴκοσι τοῖς ἑκατό τῶν κληρικῶν εἶναι ἀληθινοί κληρικοί. Ὁ ἴδιος μάλιστα ἔλεγε ὅτι εἶναι πολύ καλύτερο ἕνα χωριό νά μήν ἔχει παπά καί τό χωριό νά λειτουργεῖται μία φορά τόν μήνα, παρά νά ἔχει παπά, ὁ ὁποῖος ὅμως νά μήν ἔχει τήν ὀρθόδοξη εὐσέβεια. Μέ τά ἴδια τά λόγια του μάλιστα, ὅπως τά διέσωσε ὁ τότε ἀρχιμανδρίτης, νῦν δέ Μητροπολίτης Ἀργολίδος Νεκτάριος Ἀντωνόπουλος στό ἐξαιρετικό πόνημά του «Ἁγίων Ὄρος, τό Ὄρος πού λίγο γνώρισα καί πολύ ἀγάπησα»: «Ἄν ἕνα χωριό δέν ἔχει παπά, τότε τό χωριό, (ἐννοεῖται μέ τούς ὑπάρχοντες πιστούς καί εὐσεβεῖς λαϊκούς ἀνθρώπους του), τό κατευθύνει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός∙ ἄν ἔχει παπά, κι ὁ παπάς δέν εἶναι ὅπως πρέπει, τότε τό χωριό τό κατευθύνει ὁ διάβολος».

3. Συγκεκριμένες περιπτώσεις ἀρνητικές καί θετικές στό θέμα μας.

Θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά ἀναφέρω ἐλάχιστα παραδείγματα πού δείχνουν πρῶτα τήν ἔλλειψη τῆς διάκρισης καί τῆς φιλαδελφίας, κι ἔπειτα τήν ὕπαρξη τοῦ ἀρώματός τους.

(1) Παραλείποντας περιπτώσεις σύγχρονες πού μᾶς στενοχωροῦν, ὅπως γιά παράδειγμα τήν περίπτωση κληρικοῦ πού «περιέπαιζε» ἐνώπιον τῶν ἐνοριτῶν(!) τόν συμπρεσβύτερό του, τήν ὥρα πού ἐκεῖνος ἔκανε διάφορες ἀνακοινώσεις στό ἐκκλησίασμα, ἤ τήν περίπτωση νεαροῦ κληρικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐν ὥρᾳ ἐξομολόγησης μιᾶς γερόντισσας, ἄρχισε νά ὠρύεται ἐναντίον της, γιατί πίστευε πώς τόν κορόϊδευε, ἄς θυμηθοῦμε παλαιότερο παράδειγμα ἀπό τό Γεροντικό, κατά τό ὁποῖο νεαρός καλόγερος ἐξομολογήθηκε τούς σαρκικούς πειρασμούς του σέ ἀδιάκριτο Γέροντα. Καί τί ἔκανε ἐκεῖνος; Ἀντί νά στηρίξει τόν νεαρό, ἄρχισε νά τόν κατακρίνει, λέγοντας ὅτι εἶναι ἀνάξιος νά φέρει τό μοναχικό σχῆμα· μέ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνος νά ἀπελπιστεῖ καί νά θέλει νά ἀρνηθεῖ τήν κλήση του, μέχρις ὅτου ὁ Θεός εὐδόκησε νά συναντήσει ἕναν ὅσιο διακριτικό Γέροντα, πού τόν στήριξε καί τόν ἔστειλε μετανοημένο καί παρηγορημένο στόν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του. Κι ἔλεγε ὁ ὅσιος αὐτός ὅτι τέτοιες ἀδιάκριτες συμπεριφορές σάν τοῦ πρώτου Γέροντα, ὄχι μόνον δέν βοηθοῦν τούς ἀνθρώπους, ἀλλά τούς δίνουν στό πρόβλημά τους ἕνα ἐπιπλέον κτύπημα γιά νά βουλιάξουν περισσότερο.

(2) Καί ἐκτός ἀπό τή φιλάδελφη διάκριση τοῦ ὁσίου πού ἔσωσε τόν νεαρό καλόγερο, ἔχουμε ἄπειρες καταγραφές παρομοίων διακριτικῶν στάσεων στήν ἀσκητική καί ὄχι μόνο παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως γιά παράδειγμα μέ τόν ἡγούμενο ἐκεῖνο πού θέλησε διακριτικά νά καλύψει τά πορνικά ἀτοπήματα ἑνός καλογέρου του, ὁ ὁποῖος ἀντιμετώπιζε τή μήνη τῶν συνασκητῶν του. Καί θυμόμαστε ὅτι μπαίνοντας στό κελί του κάθισε πάνω σ’ ἕνα πιθάρι πού ἦταν κρυμμένη ἡ γυναίκα πού εἶχε φέρει ὁ καλόγερος, ὁπότε δέν ἐπέτρεψε νά ρεζιλευτεῖ καί νά κακοποιηθεῖ ἴσως ὁ καλόγερος αὐτός ἀπό τούς ἄλλους, τόν ὁποῖο ὅμως ὁδήγησε ἔπειτα σέ συναίσθηση καί σέ μετάνοια, ὅταν βρέθηκαν κατ’ ἰδίαν οἱ δυό τους. Θά μοῦ ἐπιτρέψετε ὅμως νά ἀναφέρω συγκινητικό περιστατικό, πού φανερώνει τή φιλάδελφη διάκριση ἤ τή διακριτική φιλαδελφία ἑνός σύγχρονου Μητροπολίτου τῶν τελευταίων ἐτῶν ἀπέναντι σέ κάποιον κληρικό τῆς Μητροπόλεώς του. Σᾶς τό μεταφέρω, ὅπως τό ἄκουσα κι ἐγώ νά μοῦ τό διηγεῖται γνωστός ἡγούμενος κυκλαδίτικου νησιοῦ μας γιά τόν Μητροπολίτη αὐτόν, τόν ὁποῖο ἔζησε ἀπό κοντά πολλά χρόνια. Ὁ Μητροπολίτης, ὁ ὁποῖος ἐκοιμήθη σχετικά λίγα χρόνια πρίν, ἀποφάσισε νά ἐπισκεφτεῖ, χωρίς νά εἰδοποιήσει, ἕνα ἀπό τά νησιά πού ἀνῆκαν στήν περιφέρειά του. Ἔφτασε πολύ πρωί τῆς Κυριακῆς καί πῆγε στόν συγκεκριμένο μοναδικό Ναό τοῦ μεγάλου χωριοῦ. Μέ ἔκπληξη διαπίστωσε ὅτι ὁ Ναός ἦταν κλειστός, γιατί ὅπως τοῦ εἶπαν οἱ κάτοικοι, ὁ ἱερέας, χωρίς νά ἔχει πάρει ὁποιαδήποτε ἄδεια, ἔλειπε στήν Ἀθήνα. Βρῆκαν βεβαίως τήν εὐκαιρία ὁρισμένοι νά ἀρχίσουν νά καταφέρονται ἐναντίον του, φέρνοντας ἀκριβῶς καί τό ἐπιχείρημα ὅτι «νά, εἶστε κι ἐσεῖς μάρτυρας, Σεβασμιώτατε, τῆς ἀπουσίας του». Τί ἔκανε λοιπόν ὁ πλήρης ἀγάπης καί διάκρισης Ἐπίσκοπος; Ἀρνήθηκε τίς κατηγορίες γιά τόν κληρικό του, λέγοντας ὅτι ἐκεῖνος τοῦ εἶχε δώσει ἄδεια νά λείψει καί ὅτι γιά τόν σκοπό αὐτόν εἶχε μεταβεῖ στό νησί του. «Ἦρθα στή θέση του, γιά νά μή σᾶς λείψει ἡ Λειτουργία», τούς εἶπε καί ὅλων τά ἐπικριτικά στόματα ἔκλεισαν.

Γ.  Τό θέμα εἶναι πολύ μεγάλο, ἀλλά δέν θέλουμε νά τελειώσουμε χωρίς νά τονίσουμε τήν ἀνάγκη ὕπαρξης μιᾶς ἀρετῆς, τῆς ἀρετῆς τῆς ὑπομονῆς, πού χωρίς αὐτήν εἶναι ἀδύνατο νά βρεθοῦν καί οἱ ἄλλες ἀρετές τῆς διάκρισης καί τῆς φιλαδελφίας. Γιατί γιά νά ἀποκτήσει κανείς τήν ἀγάπη καί τή διάκριση, ἀπαιτεῖται συστηματικός καί ἀδιάκοπος πνευματικός ἀγώνας, ἀπαιτεῖται ὀδυνηρή ὑπομονή, ἡ ὁποία, κατά τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἐκείνη πού μᾶς ὁδηγεῖ στήν τελειότητα καί μᾶς φέρνει τήν παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ μέσα στήν ὕπαρξή μας. Ἡ ὑπομονή, μή ξεχνᾶμε, εἶναι ἐκείνη ἡ ἀρετή μέ τήν ὁποία κτίζεται κάθε ἄλλη καλή κατάσταση στήν ψυχή μας, εἶναι τό ὑλικό τό ὁποῖο συνοδεύει τά πάντα στόν πνευματικό καταρτισμό μας. «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τάς ψυχάς ὑμῶν», πού εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος (Λουκ. 21,19). Δέν θά ξεχάσω τήν πρώτη μου συνάντηση μέ τόν ἅγιο Ἰάκωβο Τσαλίκη στό μοναστήρι του στήν Εὔβοια, τό 1989. Μέ εἶδε, πρόσπεσε ἀμέσως γιά νά μοῦ φιλήσει τό χέρι, ὀνοματίζοντάς με, καί κρατώντας μου τό μπράτσο μέ ρώτησε γιά τό πόσοι ἱερεῖς εἴμαστε στόν Ναό πού ὑπηρετοῦσα. «Ἕξι, Γέροντα», τοῦ ἀπάντησα. Κι ἡ διακριτική προτροπή τοῦ ὁσίου πού ἀκούω ἀκόμη στά αὐτιά μου ἦταν: «Ὑπομονή, παιδάκι μου, ὑπομονή».

"ΩΣ ΕΛΑΦΟΣ ΔΙΨΩΣΑ": Ν Ε Α ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ...

 
Κυκλοφόρησε ήδη το νέο βιβλίο των εκδόσεων "ἀκολουθεῖν" "Ὡς ἔλαφος διψῶσα", με υπότιτλο: Ἀσκητικές ἱστορίες.. παντός καιροῦ.
Παραθέτουμε τον Πρόλογο και τα Περιεχόμενα του βιβλίου.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Μία εἰκόνα παρμένη ἀπό τήν Ἁγία Γραφή δίνει τό στίγμα, νομίζουμε, τῶν κειμένων τοῦ ἀνά χεῖρας βιβλίου. Μία εἰκόνα πολύ εἰδυλλιακή, τῆς φύσης εἰκόνα, πού ἀναφέρεται στό ἐντυπωσιακό ἐλάφι, τό ὁποῖο ψάχνει ἐναγωνίως νά βρεῖ τήν πηγή τοῦ νεροῦ πού θά ξεδιψάσει τό καῦμα πού συχνά νιώθει. Γιατί τό ἐλάφι τρώγοντας τήν τροφή του, τό χορτάρι καί τά μικρά κλαδιά, κάποιες φορές μπορεῖ νά φάει καί κάτι δηλητηριῶδες, τό ὁποῖο τοῦ δημιουργεῖ τήν αἴσθηση τοῦ καψίματος, ὁπότε καί ἡ ἀναζήτηση τοῦ δροσεροῦ νεροῦ καθίσταται γι’ αὐτό παραπάνω ἀπό ἀναγκαία. 
Οἱ πρωταγωνιστές τῶν ἱστοριῶν, πραγματικοί ὡς ἐπί τό πλεῖστον, καθώς περιγράφονται εἴτε στό «Λειμωνάριον» τοῦ Ἰωάννου Μόσχου, μοναχοῦ τοῦ 6ου αἰ., εἴτε σέ βίους τῶν ἁγίων μας, ἔχουν αὐτό ἀκριβῶς τό χαρακτηριστικό: ἀναζητοῦν νά ξεδιψάσουν ἀπό τή μόνη πηγή πού πραγματικά ξεδιψάει τόν ἄνθρωπο καί πού εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦ Χριστός. Εἶναι αὐτό πού ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ἐπανειλημμένως τόνισε καί βεβαίωσε, ὅτι δηλαδή «μᾶς δίνει τό ἀληθινό ζωντανό νερό, τό ὁποῖο ἄν τό πιεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὄχι μόνο ξεδιψάει, ἀλλά γίνεται μέσα του πηγή πού ἀναβλύζει τήν αἰώνια ζωή». Λοιπόν, «ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω». Καί γίνεται τόσο πιό ἔντονη αὐτή ἡ ἀναζήτηση τοῦ νεροῦ τοῦ Χριστοῦ, ὅσο διαπιστώνει κανείς ὅτι στή ζωή αὐτή ὄχι μόνο δέν ὑπάρχει κάτι πού πράγματι, ἀληθινά καί βαθιά, νά γεμίσει τό κενό τῆς καρδιᾶς, ἀλλά ἐπιτείνεται αὐτό ἀπό τά δηλητηριώδη τσιμπήματα τῆς ἁμαρτίας.
Νομίζουμε ὅτι στά «ἐλάφια» αὐτά τῆς ἐρήμου, ἀλλά καί τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, μποροῦμε νά βροῦμε τόν τρόπο καί τόν δικό μας – νά ἀναζητοῦμε πάντοτε τόν Χριστό καί τήν αἴσθηση τῆς παρουσίας Του στήν ὕπαρξή μας, κάτι βεβαίως πού αὐτονοήτως προϋποθέτει τήν ἔνταξη στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Κι ἴσως ἡ μεγαλύτερη σημασία τοῦ βιβλίου αὐτοῦ ἔγκειται στό ὅτι μπορεῖ νά μᾶς παρακινήσει νά ἐγκύψουμε στά πατερικά μας κείμενα, στούς βίους τῶν ἁγίων μας, σ’ αὐτά πού ἀποτελοῦν τόν θησαυρό τῆς πίστεώς μας, γιατί τότε θά σημαίνει ὅτι βρήκαμε καί μεῖς τήν ἴδια τήν πηγή κι ὄχι μόνο κάποια ρυάκια της…
Θά πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι τό βιβλίο αὐτό συμπληρώνει δύο ἄλλα παρόμοιου χαρακτήρα πού ἔχουν προηγηθεῖ: τό «Σέ λευκό καί μαῦρο» (ἐκδ. Ἀρχονταρίκι), καί τό «δι’ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ» (ἐκδ. Ἀκολουθεῖν). Κατά κάποιο τρόπο δημιουργεῖται μία τριλογία, ἡ ὁποία εἴτε μπορεῖ νά σταματήσει ἐδῶ ἀκριβῶς εἴτε νά δώσει τό ἔναυσμα γιά περαιτέρω καταγραφές. Ὁ χρόνος θά δείξει…
π. Γ. Δ.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Πρόλογος
1. ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΦΑΚΕΣ
2. Η ΑΣΒΕΣΤΗ ΚΑΝΔΗΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ
3. ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΣΗΚΩΘΩ
4. Η… ΜΕΙΩΜΕΝΗ ΑΙΣΘΗΣΗ ΕΥΘΥΝΗΣ ΤΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ
5. Η… ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΕΠΕΜΒΑΣΗΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
6. Η ΠΛΟΥΣΙΟΦΑΝΤΑΣΜΕΝΗ…
7. ΚΑΡΔΙΑΝ ΚΑΘΑΡΑΝ…
8. Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΣΠΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΑΓΙΟΔΟΥΛΟΥ
9. ΠΥΡΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
10. ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΟΥ ΓΟΥΔΑ
11. ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ… ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΑΣ ΑΡΡΩΣΤΙΑΣ
12. ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΟΥ
13. ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΠΟΥ ΑΝΕΒΛΥΣΕ
14. ΧΟΡΟΣ ΔΑΙΜΟΝΙΚΟΣ
15. Ο ΦΟΝΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ… ΕΓΙΝΕ
16. ΑΠΑΝΩΤΑ… ΘΑΥΜΑΤΑ!
17. ΤΑ ΧΑΣΤΟΥΚΙΑ ΤΩΝ… ΚΟΡΑΚΩΝ
18. ΟΙ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΕΑΡΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
19. ΣΤΗΝ ΚΑΦΕΤΕΡΙΑ…
20. ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ
21. ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΛΑΓΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑ
22. ΣΗΜΑΔΙΑ… ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΠΡΟΚΟΠΗΣ
23. Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ
24. Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΡΕΤΗ
25. Ο ΕΥΓΝΩΜΩΝ ΛΗΣΤΗΣ
26. Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
 
Το βιβλίο μπορεί κανείς να το προμηθευτεί από όλα τα κεντρικά βιβλιοπωλεία. (Σελ. 320, τιμή 10 ευρώ).


Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΣ



«Ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος έγινε πρώτος επίσκοπος Ιεροσολύμων. Πρώτος έγραψε και τη θεία Λειτουργία, καθώς τη διδάχθηκε από τον ίδιο τον Κύριο. Αυτήν τη λειτουργία έπειτα την έκανε  συντομότερη ο Μέγας Βασίλειος, και μετά από αυτόν ο θείος Χρυσόστομος, λόγω της αδυναμίας των ανθρώπων. Επειδή εποίμενε την Εκκλησία των Ιεροσολύμων και με τη διδασκαλία του έκανε πολλούς από τους Ιουδαίους και τους ειδωλολάτρες να πιστεύουν στον Κύριο, εκίνησε σε οργή του Ιουδαίους. Τον συνέλαβαν λοιπόν και τον έριξαν από το άκρο του Ιερού και έτσι τον σκότωσαν. Περί του ότι λέγεται αδελφόθεος, υπάρχει αυτός ο λόγος από την παράδοση. Όταν ο μνήστωρ Ιωσήφ μοίραζε τη γη που είχε στα παιδιά από την πρώτη του γυναίκα και ήθελε να δώσει μερίδιο και στον Υιό και Θεό εκ της αγίας Παρθένου, οι μεν άλλοι από τα θεωρούμενα αδέλφια του δεν δέχτηκαν, ο δε Ιάκωβος τον έλαβε στη μερίδα του συγκληρονόμο. Γι’  αυτό κλήθηκε όχι μόνον αδελφόθεος, αλλά και Δίκαιος».

Ως γνωστόν η μνήμη ενός αγίου αποστόλου, μαθητή του Κυρίου, αποτελεί ένα ξεχωριστό γεγονός στην Εκκλησία, διότι οι απόστολοι υπήρξαν οι αυτόπτες μάρτυρες Εκείνου, εκείνοι που Τον άκουσαν από πολύ κοντά, Τον είδαν, Τον παρατήρησαν προσεκτικά, Τον ψηλάφησαν, ανέπνευσαν την παρουσία Του. Σ’  αυτούς ο Κύριος ανέθεσε το έργο του κηρύγματος του ευαγγελίου Του σ’ όλον τον κόσμο, σ’  αυτούς έδωσε την εξουσία «του αφιέναι τας αμαρτίας των ανθρώπων», σ’ αυτούς έδωσε το δώρο της Πεντηκοστής: τη φλόγα του αγίου Πνεύματος. Γι’  αυτό και οι απόστολοι αποτελούν τα θεμέλια της Εκκλησίας, η οποία ευλόγως χαρακτηρίζεται αποστολική. Αν λοιπόν ένας απόστολος είναι τόσο ξεχωριστός, το ίδιο και περισσότερο είναι ο απόστολος Ιάκωβος, ο αδελφόθεος επονομαζόμενος, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι υπήρξε ένας από τα θεωρούμενα αδέλφια του Κυρίου, άρα από εκείνους που όχι απλώς Τον συναναστράφηκαν για τρία χρόνια, αλλά για τριάντα και περισσότερο χρόνια: μεγάλωσαν μαζί στην ίδια οικογένεια, προσφωνούσαν «πατέρα» όλοι μαζί τον Ιωσήφ, έτρωγαν στο ίδιο τραπέζι, κοιμούνταν στον ίδιο χώρο, εργάζονταν μαζί στο εργαστήριο του Ιωσήφ, ζούσαν τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα της όλης οικογένειας, όπως για παράδειγμα το φοβερό γεγονός της φυγής τους στην Αίγυπτο. Η ζωή του αγίου Ιακώβου ήταν ζυμωμένη με τη ζωή του Κυρίου ως ανθρώπου. Εκτός από την Παναγία και τον θεωρούμενο πατέρα Του Ιωσήφ, ποιος άλλος θα μπορούσε να θεωρηθεί κοντινότερός Του;

Και ναι μεν στην αρχή της δημόσιας δράσης του Κυρίου υπήρξε αμφισβήτησή Του από τους δικούς Του, συνεπώς και από τον Ιάκωβο,  στη συνέχεια όμως μπροστά στο θάμβος της θεϊκής Του υποστάσεως, της διδασκαλίας και των θαυμάτων Του, Τον πίστεψαν, Τον αποδέχτηκαν, Τον ακολούθησαν, μέχρι σημείου ο άγιος Ιάκωβος μάλιστα να δώσει και τη ζωή του υπέρ Αυτού. Έτσι ο αδελφόθεος Ιάκωβος υπήρξε και ο αδελφός που είχε ζήσει τον Ιησού από πλευράς ανθρώπινης  κατά πάντα, αλλά και ο  μαθητής, που μυήθηκε από Εκείνον σε όλα τα μυστήρια, απολαμβάνοντας γι’ αυτό την τιμή και τον σεβασμό και των ίδιων των μαθητών του Κυρίου, πράγματα που επισημαίνει και ο υμνογράφος της ακολουθίας του, όχι μία φορά: «Της κατά σάρκα Κυρίου επιδημίας, Σοφέ, αδελφός ανεδείχθης, μαθητής και αυτόπτης των θείων μυστηρίων, φυγάς συν αυτώ εν Αιγύπτω γενόμενος, συν Ιωσήφ τη Μητρί τε του Ιησού». «Των αποστόλων ο δήμος σε εξελέξατο ιερατεύειν πρώτον εν Σιών τη αγία, Χριστώ τω ευεργέτη, ως όντα αυτού της κατά σάρκα γεννήσεως και αδελφόν, συνοδίτην και οπαδόν των ιχνών αυτού,  Ιάκωβε». (Η ομάδα των αποστόλων  εξέλεξε εσένα να είσαι ο πρώτος ιεράρχης του Χριστού στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων, διότι ήσουν και αδελφός της κατά σάρκα γεννήσεώς Του, συνοδίτης και οπαδός των ιχνών Του).

Ο πλούτος αυτός του αγίου Ιακώβου, παραπάνω από όλους τους αποστόλους, να έχει δηλαδή το αξίωμα του κατά σάρκα αδελφού του Κυρίου, πέραν της αδελφοσύνης του κατά πίστη – «παρά πάντας πλουτήσας, εξαίρετον αξίωμα, αδελφός του Κυρίου» - δεν ήταν γι’ αυτόν κάτι το ανώδυνο. Ο άγιος είχε επίγνωση της δωρεάς του Κυρίου, γι’  αυτό και καθημερινώς αγωνιζόταν να επιβεβαιώνει τη δοσμένη σ’ αυτόν χάρη, με την κατά Θεόν ζωή του. «…κληρωθέντα αδελφόν και πολιτείαν επαληθεύουσαν προσηγορία δείξαντα, σε μεγαλύνομεν, Ιάκωβε». (Ιάκωβε, σε δοξολογούμε, γιατί σου δόθηκε η δωρεά να είσαι ο αδελφός του Κυρίου και έζησες με τρόπο, που επαλήθευε τη δωρεά αυτή). Αιτία γι’ αυτό ήταν ασφαλώς το γεγονός ότι  είχε πλήρως κατανοήσει πως η χάρη του Θεού είναι μεν δωρεά Του, αλλά εάν δεν ενεργοποιηθεί ως ζωή κατά το θέλημα Εκείνου, τότε χάνεται, πάει στο κενό. Με άλλα λόγια, αυτό που δίνει στον άνθρωπο ο Θεός το δίνει με την προοπτική αναλήψεως από τον άνθρωπο ευθύνης και αποστολής, προς χάριν του συνανθρώπου. Και επάνω σ’ αυτήν την αποστολή, που επιβεβαιώνει και αυξάνει τη χάρη του Θεού, ο άνθρωπος μπορεί να δώσει και τη ζωή του.

Η μύηση του αγίου Ιακώβου σε όλα τα μυστήρια από τον Κύριο συνιστά, κατά τους ύμνους της Εκκλησίας μας, την απόκτηση της αληθινής Σοφίας από αυτόν. Ο άγιος Ιάκωβος υπήρξε ο αληθινά σοφός, γιατί διδάχθηκε από  «την ενυπόστατον σοφίαν», δηλαδή τον ίδιο τον Ιησού Χριστό. Αυτός είναι η Σοφία του Θεού, που προσφέρεται σε κάθε άνθρωπο που θα πιστέψει στον Ίδιο και θα θελήσει έμπρακτα να ακολουθήσει τις άγιες εντολές Του. Μιλάμε λοιπόν για μία σοφία «άνωθεν προερχομένην, ειρηνικήν, επιεική, ευπειθή, μεστήν ελέους και καρπών αγαθών, αδιάκριτον και  ανυπόκριτον» (Ιακ. 3, 17). Αυτήν τη σοφία ακριβώς κατέγραψε ο άγιος Ιάκωβος και στην καταπληκτική καθολική επιστολή του, η οποία αποτελεί εκλεκτό βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Δεν υπάρχει περίπτωση κάποιος πιστός να εγκύψει στην επιστολή αυτή και να μην κατανυχθεί, να μην ελεγχθεί, να μην κινητοποιηθεί σε μετάνοια, να μην παρηγορηθεί, να μη νιώσει πράγματι τη χάρη του Θεού να εκχύνεται ως ακτίνα φωτός μέσα στην καρδιά του. «Της θεωρίας της πρακτικής συ εκτιθέμενος, δέλτον εκ πυξίδος ώσπερ πνευματικής, τους ανθρώπους εβελτίωσας», θα πει ο υμνογράφος. Δηλαδή: Γράφοντας εσύ βιβλίο που εκθέτει την πρακτική θεωρία σαν πνευματική πυξίδα, έκανες καλύτερους τους ανθρώπους.  Το λιγότερο λοιπόν που θα μπορούσαμε να κάνουμε  σήμερα επί τη μνήμη του αγίου Ιακώβου, είναι να αναγνώσουμε με προσοχή την επιστολή του. Και μακάρι να οδηγηθούμε σε μεγαλύτερη μετάνοια.  Θα είναι τούτο το καλύτερο μνημόσυνό του και η επιβεβαίωση της όλης αποστολής του.