Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2019

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΦΙΛΟΘΕΗ Η ΑΘΗΝΑΙΑ

  
 
«Ἡ Ὁσία Φιλοθέη γεννήθηκε τὸ ἔτος 1522 μ.Χ. στὴν τουρκοκρατούμενη τότε Ἀθήνα. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς της ὀνομάζονταν Ἄγγελος καὶ Συρίγα Μπενιζέλου. Ἡ μητέρα της ἦταν στείρα καὶ ἀπέκτησε τὴν Ἁγία μετὰ ἀπὸ θερμὴ καὶ συνεχὴ προσευχή. Ὁ Κύριος ποὺ ἱκανοποιεῖ τὸ θέλημα ἐκείνων ποὺ Τὸν σέβονται καὶ Τὸν ἀγαποῦν, ἄκουσε τὴν δέησή της. Καὶ πράγματι, μία ἡμέρα ἡ Συρίγα μπῆκε κατὰ τὴν συνήθειά της στὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ ἀπὸ τὸν κόπο τῆς ἔντονης και ἐπίμονης προσευχῆς τὴν πῆρε γιὰ λίγο ὁ ὕπνος. Τότε ἀκριβῶς εἶδε ἕνα θαυμαστὸ ὅραμα. Ἕνα φῶς ἰσχυρὸ καὶ λαμπρὸ βγῆκε ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος καὶ εἰσῆλθε στὴν κοιλιά της. Ἔτσι ξύπνησε ἀμέσως καὶ ἔκρινε ὅτι τὸ ὅραμα αὐτὸ σήμαινε στὴν ἱκανοποίηση τοῦ αἰτήματός της. Ἔτσι κι ἔγινε. Ὕστερα ἀπὸ λίγο καιρὸ ἡ Συρίγα ἔμεινε ἔγκυος καὶ ἔφερε στὸν κόσμο τὴ μονάκριβη θυγατέρα της. Μαζὶ μὲ τὴν Χριστιανικὴ ἀνατροφή, ἔδωσαν στὴν μοναχοκόρη τους καὶ κάθε δυνατή, γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, μόρφωση. Ἔτσι ἡ Ρηγούλα, αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνομά της προτοῦ γίνει μοναχή, ὅσο αὔξανε κατὰ τὴν σωματικὴ ἡλικία, τόσο προέκοπτε καὶ κατὰ τὴν ψυχή, ὅπως λέει τὸ συναξάρι της.

Σὲ ἡλικία 14 χρονῶν, οἱ γονεῖς της τὴν πάντρεψαν μὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες τῆς Ἀθήνας. Ἀργότερα, ἀφοῦ πέθαναν οἱ γονεῖς καὶ ὁ σύζυγός της, ήρθε ἡ ὥρα νὰ πραγματοποιήσει ἕνα μεγάλο πόθο της. Ἀφιερώνεται ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Χριστό, γίνεται μοναχὴ καὶ παίρνει τὸ ὄνομα Φιλοθέη. Κατ’ ἀρχήν, ὕστερα ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα τοῦ Πρωτόκλητου, τὸν ὁποῖο εἶδε σὲ ὅραμα, οἰκοδόμησε ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι μὲ ἀρκετὰ κελιά, στὸ ὁποῖο καὶ ἔδωσε τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου γιὰ νὰ τὸν τιμήσει. Στὸ μοναστήρι πρόσθεσε καὶ ἄλλα ἀναγκαῖα οἰκοδομήματα καὶ ἐκτάσεις καὶ τὸ προικοδότησε μὲ μετόχια καὶ ὑποστατικά, ποὺ ὑπερεπαρκοῦσαν γιὰ τὴ διατροφὴ καὶ συντήρηση τῶν μοναζουσῶν. Τὸ μοναστήρι αὐτὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα σῳζόταν στὴν Ἀθήνα, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐπὶ πολλὰ ἔτη μετὰ τὴν κοίμηση τῆς Ἁγίας καὶ ἦταν πλουτισμένο, ὄχι μόνο μὲ ὑποστατικὰ καὶ διάφορα μετόχια, ἀλλὰ καὶ μὲ πολυειδὴ χρυσοΰφαντα ἱερατικὰ ἄμφια καὶ σκεύη, ἀπαραίτητα γιὰ τὶς ἐτήσιες ἱερὲς τελετὲς καὶ ἀγρυπνίες. Προπαντὸς ὅμως τὸ μοναστήρι σεμνυνόταν καὶ ἐγκαλλωπιζόταν μὲ τὸ θησαυρὸ τοῦ τιμίου καὶ ἁγίου λειψάνου τῆς Ἁγίας, τὸ ὁποῖο ἦταν ἀποθησαυρισμένο καὶ ἀποτεθειμένο στὸ δεξιὸ μέρος τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ὅπου καὶ τὸ ἀσπάζονταν μὲ εὐλάβεια ὅλοι οἱ Χριστιανοί. Τὸ τίμιο λείψανο τῆς Ἁγίας σκορποῦσε εὐωδία, γεγονὸς ποὺ ἀποτελοῦσε ἐμφανὴ μαρτυρία καὶ ἀπόδειξη τῆς ἁγιότητας αὐτῆς. Τὸ παράδειγμά της, λοιπόν, νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Χριστό, τὸ ἀκολουθοῦν καὶ ἄλλες νέες. Σὲ λίγο διάστημα, ἡ μονὴ ἔφθασε νὰ ἔχει διακόσιες ἀδελφές. Ἡ μονὴ τῆς Ὁσίας Φιλοθέης γίνεται πραγματικὸ λιμάνι. Ἐκεῖ βρίσκουν προστασία ὅλοι οἱ ταλαιπωρημένοι ἀπὸ τὴν σκλαβιά. Ἐκεῖ οἱ ἄρρωστοι βρίσκουν θεραπεία, οἱ πεινασμένοι τροφή, οἱ γέροντες στήριγμα καὶ τὰ ὀρφανὰ στοργή. Ἡ Ὁσία, παρὰ τὶς ἀντιδράσεις τῶν Τούρκων, οἰκοδομεῖ διάφορα φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα, νοσηλευτήρια, ὀρφανοτροφεῖα, «σχολεῖα διὰ τοὺς παῖδας τῶν Ἀθηναίων, διὰ ν’ ἀνοίξῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν πρὸς τὴν παράδοσιν καὶ τὴν δόξαν τῶν προγόνων των». Πρωτοστατεῖ σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔργα ἡ ἡγουμένη Φιλοθέη. Διδάσκει μὲ τὰ λόγια καὶ μὲ τὴ ζωή της. Στηρίζει τοὺς πονεμένους σκλάβους μὲ τὴν προσευχή της. Ἰδιαίτερες εἶναι οἱ φροντίδες της γιὰ νὰ σώσει ἀπὸ τὸν ἐξισλαμισμὸ ἢ τὴν ἁρπαγὴ τῶν Τούρκων τὶς νέες Ἑλληνίδες.

Ἡ ὅλη ὅμως δράση τῆς Ἁγίας Φιλοθέης ἐξαγρίωσε κάποτε τοὺς Τούρκους. Κάποια στιγμὴ τὴν συλλαμβάνουν καὶ ἐκείνη μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ὁμολογεῖ: «Ἐγὼ διψῶ νὰ ὑπομείνω διάφορα εἴδη βασανιστηρίων γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖο λατρεύω καὶ προσκυνῶ μὲ ὅλη μου τὴν ψυχὴ καὶ τὴν καρδιά, ὡς Θεὸ ἀληθινὸ καὶ ἄνθρωπο τέλειο καὶ θὰ σᾶς χρωστάω μεγάλη εὐγνωμοσύνη ἂν μπορεῖτε μία ὥρα πρωτύτερα νὰ μὲ στείλετε πρὸς Αὐτὸν μὲ τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου». Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἡρωικὴ αὐτὴ ἀπάντηση πρὸς τοὺς κατακτητές, ὅλοι πίστευαν ὅτι ἡ πανευτυχὴς καὶ φερώνυμη Φιλοθέη ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἐτελειοῦτο διὰ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Ὅμως, κατὰ θεία βούληση, τὴν τελευταία σχεδὸν στιγμὴ πρόφθασαν κάποιοι Χριστιανοὶ καὶ καταπράϋναν τὸν ἡγεμόνα μὲ διάφορους τρόπους. Ἔτσι πέτυχαν νὰ ἐλευθερώσουν τὴν Ἁγία. Ἀφεθεῖσα πλέον ἐλεύθερη, ἡ Ἁγία Φιλοθέη, ἐπέστρεψε ἀναίμακτη στὸ μοναστήρι της, ὅπως ἐπὶ Μεγάλου Κωνσταντίνου ὁ μυροβλύτης Νικόλαος καὶ πολλοὺς αἰῶνες ἀργότερα ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Φρόντιζε δέ, ὄχι μόνο γιὰ τὴ σωτηρία τῆς δικῆς της ψυχῆς ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων, ἀφοῦ τοὺς μὲν ἐνάρετους τοὺς στερέωνε στὴν ἀρετή, τοὺς δὲ ἁμαρτωλοὺς τοὺς βελτίωνε ἠθικὰ καὶ τοὺς ὁδηγοῦσε στὴ μετάνοια. Καὶ ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ πέρασε στὴ νῆσο Τζιὰ (Κέα), ὅπου πρὸ πολλοῦ εἶχε οἰκοδομήσει μετόχι, γιὰ νά ἀποστέλλει ἐκεῖ τὶς μοναχὲς ἐκεῖνες ποὺ φοβοῦνταν γιὰ διαφόρους λόγους νὰ διαμένουν στὴν Ἀθήνα. Στὴν Τζιὰ ἔμεινε ἀρκετὸ χρόνο καὶ κατήχησε θεαρέστως τὶς ἀσκούμενες ἀδελφὲς στὴν ἀκριβὴ τήρηση τῶν κανόνων τῆς μοναστικῆς ζωῆς. Μόλις τελείωσε τὸ ἔργο της ἐκεῖ, ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὴν Ἀθήνα.

Ἔτσι λοιπόν, ἡ Ἁγία Φιλοθέη, ἀφοῦ ἔφθασε στὴν τελειότητα καὶ στὴν πράξη καὶ στὴν θεωρία, ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἐπιτελεῖ θαύματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα, πρὸς ἀπόδειξη τοῦ θαυματουργικοῦ της χαρίσματος, θὰ μνημονεύσουμε ἕνα μόνο, τὸ ἀκόλουθο: Ζοῦσε στὴν ἐποχή της ἕνας νέος, ποιμένας προβάτων, ὁ ὁποῖος ἀπὸ πολὺ μικρὸς εἶχε συνηθίσει στὶς κλεψιὲς καὶ στὶς ρᾳδιουργίες. Ὁ νέος αὐτός, κατὰ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, κυριεύθηκε ἀπὸ τὸν Σατανᾶ. Ἐξ αἰτίας τούτου περιφερόταν στὰ βουνὰ καὶ στὶς σπηλιὲς γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος , θέαμα ὄντως ἐλεεινό. Πολλὲς φορές, ὅταν συνερχόταν ἀπὸ τὴν τρέλα, στὴν ὁποία τὸν εἶχε ὁδηγήσει ὁ Σατανᾶς, σύχναζε στὰ γύρω μοναστήρια γιὰ νὰ βρεῖ θεραπεία στὴν ἀσθένειά του. Δὲν μποροῦσε ὅμως νὰ πετύχει τίποτε. Κάποιοι, ποὺ τὸν εὐσπλαγχνίστηκαν, τὸν ὁδήγησαν στὴν Ἁγία Φιλοθέη ἡ ὁποία, ὕστερα ἀπὸ πολὺ καὶ ἐκτενὴ προσευχὴ τὸν λύτρωσε ἀπὸ ἐκείνη τὴ διαβολικὴ μάστιγα. Ἔπειτα, ἀφοῦ τὸ νουθέτησε ἀρκετά, τὸν εἰσήγαγε καὶ στὴν τάξη τῶν μοναχῶν. Καὶ ἔτσι ὁ νέος ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἐκάρη μοναχός, πέρασε τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του μὲ μετάνοια καὶ ἄσκηση, θαυμαζόμενος ἀπ’ ὅλους.

Μάταια οἱ Τοῦρκοι προσπαθοῦν νὰ ἀνακόψουν τὴν δράση της. Ὥσπου μία νύχτα, στὶς 2 Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1588, πῆγαν στὸ μονύδριο ποὺ εἶχαν οἰκοδομήσει στὰ Πατήσια (ἔτυχε τότε νὰ ἑορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ ἡ Ἁγία μαζὶ μέ τὶς ἄλλες ἀδελφὲς βρίσκονταν στὸν ἱερὸ ναὸ ἐπιτελώντας ὁλονύκτια ἀγρυπνία) καὶ πέντε ἀπὸ αὐτοὺς ἀνέβηκαν στὸν ἐξωτερικὸ τοῖχο καὶ πήδησαν μέσα στὴν αὐλή. Στὴν συνέχεια εἰσέβαλαν στὸ ναό, ὅπου ἅρπαξαν τὴν Ἁγία καὶ τὴν μαστίγωσαν μὲ μανία καὶ βαναυσότητα. Τὸ ἀσκητικό της σῶμα δὲν ἄντεξε πολύ. Ἡ Δορκὰς τῶν Ἀθηνῶν ὑπέκυψε. Εἴκοσι ἡμέρες μετὰ ἀπὸ τὴν κοίμηση τῆς Ἁγίας, ὁ τάφος της εὐωδίαζε. Ἀκόμη, ὅταν μετὰ ἀπὸ ἕνα ἔτος ἔγινε ἡ ἀνακομιδή, τὸ τίμιο λείψανό της βρέθηκε σῶο καὶ ἀκέραιο. Ἐπιπλέον ἦταν γεμάτο μὲ εὐωδιαστὸ μύρο, τρανὴ καὶ λαμπρὴ ἀπόδειξη τῆς θεάρεστης καὶ ἐνάρετης πολιτείας της, πρὸς δόξα καὶ αἶνο τοῦ Θεοῦ καὶ καύχημα τῆς πίστεώς μας. Τὸ ἱερὸ λείψανό της βρίσκεται σήμερα στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῶν Αθηνών».
(Πηγή: ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ: ᾽Ηλεκτρ. διεύθ. synaxarion. gr)

Ημέρα ξεχωριστής χαράς η σημερινή, και μάλιστα για την Αθήνα, η οποία τιμά ιδιαιτέρως την οσιομάρτυρα Φιλοθέη. Και δικαίως: στην Αθήνα έζησε και αγίασε και μαρτύρησε η αγία. Κι ακόμη περισσότερο: εκεί βρίσκονται και τα τίμια λείψανά της. Τα λείψανα των αγίων, ως γνωστόν, αποτελούν το μεγαλύτερο θησαυρό για έναν τόπο, με το δεδομένο βεβαίως ότι υπάρχουν πιστοί ορθόδοξοι χριστιανοί. Διότι οι ορθόδοξοι έχουμε τα «μάτια»   να μπορούμε να βλέπουμε τη χάρη του Θεού σ’ αυτό που για τους απίστους είναι ένα νεκρό σώμα, ένα πτώμα. Για εμάς, το «πτώμα» είναι η ζωντανή παρουσία του αγίου και η απτή απόδειξη ότι ο Χριστός αγιάζει τον άνθρωπο ολοτελή: και στην ψυχή και στο σώμα. Πού σημαίνει: η ψυχή ζει την ενέργεια του Θεού, καθώς είναι στραμμένη σ’ Εκείνον, κι αυτή η ενέργεια μεταγγίζεται και στο συνδεδεμένο με αυτήν σώμα. Κανείς υλισμός δεν είναι ανώτερος και δραστικότερος από αυτόν της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τα καθημερινά θαύματα που επιτελούνται από τον άγιο, μέσω των λειψάνων του, είναι η επιβεβαίωση της παραπάνω αλήθειας. Κι ακόμη: τα λείψανα, ευωδιάζοντα και μυροβολούντα, δείχνουν σε πόση πλάνη βρίσκονται όλοι εκείνοι που πρεσβεύουν την καύση των νεκρών. Πόσος πνευματικός μυωπασμός και έλλειμμα πίστεως κρύβεται πίσω από την πεποίθηση αυτή. Η ακολουθία της ημέρας έρχεται να εξαγγείλει αυτήν τη χαρά. «Σήμερα η ένδοξη Αθήνα χαίρεται, γιατί τίθενται σε προσκύνηση τα θεία λείψανα της Φιλοθέης, κι όλος ο λαός κατασπάζεται αυτά με πόθο» («Σήμερον χαίρουσιν αι κλειναί Αθήναι, ότι εις προσκύνησιν τα θεία λείψανα της Φιλοθέης προτίθεται και μετά πόθου πας ο λαός ταύτα κατασπάζεται»).

Η χαρά όμως, κατά τον υμνογράφο, δεν είναι μόνον για την ύπαρξη των λειψάνων της αγίας. Η πόλη χαίρεται – και μαζί της κάθε πόλη και χώρα -  και για το γεγονός ότι η αγία υπήρξε μία ζωντανή και αληθινή φανέρωση, όσο ζούσε, του ίδιου του Θεού. Διότι φανέρωνε την αγάπη Εκείνου – «ο Θεός αγάπη εστί» - σε βαθμό που υπήρξε μία δεύτερη ακένωτη πηγή της κεφαλαιώδους αυτής αρετής. Η οσιομάρτυς δηλαδή όχι μόνον είχε συμπάθεια προς τον συνάνθρωπο, αλλά είχε την αγάπη του Χριστού, η οποία φθάνει σε σημείο θυσίας για χάρη του συνανθρώπου, ακόμη και του θεωρούμενου εχθρού. Κι αυτή η αγάπη του Χριστού, επειδή ακριβώς λειτουργεί στην καρδιά του αληθινού πιστού, δεν τελειώνει ποτέ. Όπως το λέει και ο απόστολος Παύλος: «τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις, στενοχωρία, κίνδυνος, μάχαιρα; Ουδέν δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού». Το ίδιο λοιπόν επισημαίνουμε και στην αγία Φιλοθέη. «Φάνηκες ατέλειωτη πηγή αγάπης» («αγάπης ώφθης πηγή ακένωτος»). Κι είναι ευνόητο βεβαίως ότι μία τέτοια αγάπη δεν μπορεί να έχει χαρακτήρα θεωρητικό. Εκφράζεται πάντοτε έμπρακτα, ως προσφορά στον συνάνθρωπο. «Πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και με ποτίσατε, ξένος ήμουν και με περιμαζέψατε», λέει ο ίδιος ο Κύριος. Άλλωστε μία αγάπη που δεν παίρνει συγκεκριμένη μορφή, σταματά να είναι αγάπη. Γίνεται ένα ιδεολόγημα, που εξυπηρετεί μάλλον άλλες σκοπιμότητες. Η αγία Φιλοθέη λοιπόν υπήρξε ένα υπόμνημα αυτής της έμπρακτης αγάπης. Κατά το συναξάρι και κατά τον υμνογράφο συνεπώς, «πρέπει να χαίρεται, γιατί σκόρπισε όλον τον επίγειο πλούτο της για να περιθάλψει τον κάθε αναγκεμένο, κατεξοχήν δε των νέων γυναικών». «Χαίρε, πανέντιμε. Συ γαρ τον επίγειον πλούτον σκορπίσασα, περί σαυτήν δε συνάξασα παρθένων πλήθη, αγάπης ώφθης πηγή ακένωτος». «Συ, οσία, μοίρασες τον ρευστό πλούτο σου στους αναγκεμένους» («Συ τον πλούτον ένειμας, οσία, τον σον δεομένοις, τον ρευστόν»).

Η προσφορά της αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις, εγγίζει κορυφές πνευματικού όρους,  διότι ακριβώς υπήρξε σε πολύ δύσκολη εποχή. Δεν έκανε ελεημοσύνες σε εποχή ελευθερίας, που έχει κανείς ίσως την άνεση για κάτι τέτοιο. Η ζωή της όλη, ζωή ελεημοσυνών, βρισκόταν υπό συνεχή παρακολούθηση από τους Τούρκους και απειλείτο διαρκώς. Και στο τέλος δεν απέφυγε πράγματι τον μαρτυρικό θάνατο. Θα έλεγε κανείς ότι υπήρξε στο σκοτάδι το έντονο φως και στον χειμώνα ένα μοσχομύριστο λουλούδι και στη στυγνή δουλεία της Τουρκοκρατίας ένας ζεστός ήλιος. Και όντως έτσι την παρουσιάζει μεταξύ άλλων ο υμνογράφος: «Σαν ολόλαμπρος αστέρας έλαμψες στο σκοτάδι, και σαν ευωδιαστό και μυρόπνοο άνθος άνθησες τον χειμώνα. Σαν φως και σαν ήλιος ανέτειλες χαμογελαστά στην Αθήνα, θερμαίνοντας και φωτίζοντας τους σκοτεινιασμένους από τη στυγνή δουλεία» («ως αστήρ φαεινότατος εν τω σκότει επάλαμψας και ως άνθος εύοσμον και μυρόπνοον εν τω χειμώνι εξήνθησας∙ ως φως και ως ήλιος εξανέτειλας φαιδρώς εν Αθήναις, θερμαίνουσα και φωτίζουσα τους δουλεία στυγνή εζοφωμένους»).

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας καταλήγουν στο αυτονόητο: να πρεσβεύει η αγία για όλους μας, κυρίως όμως για την αγαπημένη της πόλη. «Πρέσβευε για την πόλη, στην οποία έζησες τη ζωή σου με οσιότητα» («υπέρ του άστεως πρέσβευε, εν ω τον βίον εν οσιότητι διετέλεσας»). Και θα ‘λεγε κανείς ότι είναι το πιο επίκαιρο και κρίσιμο αίτημα αυτό για την Αθήνα, όταν βλέπει το πώς την έχουν καταντήσει και οι κάτοικοί της, οι οποίοι σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό σηκώθηκαν και έφυγαν για «καλύτερες» περιοχές, και οι διάφοροι εχθροί της, οι οποίοι κάθε λίγο και λιγάκι, χωρίς κανένα ίχνος σεβασμού στις ομορφιές και τις παραδόσεις της, στα μνημεία και τα προσκυνήματά της, την καταστρέφουν και την διασύρουν παγκοσμίως. Πρέπει να θλίβεται πάρα πολύ η αγιασμένη ψυχή της, βλέποντας αυτά που κάθε φορά διαδραματίζονται «εις τας κλεινάς Αθήνας». Ίσως την προφυλάσσει και ο Κύριος, καλύπτοντας τους οφθαλμούς της, για να μη βλέπει τι ασχήμια υπάρχει, εκεί που υμνήθηκε ο αττικός ουρανός και αναπέμφθηκαν ολόθερμες δεήσεις προς τον Κύριο της δόξης. Η Εκκλησία μας όμως, θέλοντας να βλέπει με αισιοδοξία τα πράγματα και γνωρίζοντας ότι τελικώς το καλό κυριαρχεί επί του κακού,  επιμένει και θα επιμένει: ««Περίσωζε την πόλη σου με τις προσευχές σου προς τον Δεσπότη Χριστό» («Σαις προσευχαίς προς τον Δεσπότην την πόλιν περίσωζε την σην»). Γένοιτο.

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019

ΤΑ ΛΑΒΑΡΑ

 
Τα λάβαρα που υψώνεις συνήθως, αδελφέ μου,
με τρόπο παθιασμένο και μ’ εξογκωμένες φλέβες
μού δείχνουνε τα τείχη που ’χεις βάλει για να
σκεπάζεις τον φοβισμένο σου εαυτό, αυτόν που
σαν παιδάκι τρέχει να κρυφτεί κάτω απ’ τις καρέκλες.
Τα λάβαρα δεν είναι όμως για να κρύβεσαι·
είναι η ίδια σου η ψυχή καθώς ξανοίγεται σ’ αγώνες
άγιους κι ιερούς, είναι η απλωμένη σου αγκαλιά
που κυματίζει περήφανα κι αγνά σε άνεμο αγάπης,
είναι τ’ αντάμωμα με τις ψυχές π’ αγαλλιούνε
σύγκορμα στο ίδιο ρίπισμα τ’ αγέρα, για να γενούνε
δύναμη κι αναπαμός σ’ αποσταμένους άλλους.
Όχι· τα λάβαρα δεν φτιάχνονται για φυλακή ανθρώπων.
Είναι των δυνατών το πρόσωπο, αγίων και ηρώων, που
στέργουν μες στην αγκαλιά ολάκερο τον κόσμο.

 

ΕΠΙ Τῌ ΜΝΗΜῌ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΛΕΟΝΤΟΣ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ





ΟΙ ΑΣΥΓΧΩΡΗΤΕΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΛΕΟΝΤΟΣ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ
 
῾Ο ἅγιος πάπας Λέων ἔγειρε κι ἀγκάλιασε κάθιδρος τόν τάφο τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. Καί σήμερα, ὅπως ἐπί σαράντα μέρες τώρα ἔκανε, εἶχε ξεκινήσει ἀξημέρωτα τήν προσευχή του μέ τό μοναδικό αἴτημα πού διακατεῖχε τήν καρδιά του: τήν πληφορία ἀπό τόν μεγάλο ἀπόστολο τῆς ἄφεσης τῶν ἁμαρτιῶν του.
 
 ῎Ενιωθε ὅτι βρισκόταν στό δεῖλι τῆς ζωῆς του. Τά χρόνια εἶχαν προχωρήσει καί τά σημάδια τους πάνω του εἶχαν ἀρχίσει νά γίνονται ἐμφανῆ. ᾽Αλλά δέν ἦταν μόνον τό πέρασμα τοῦ χρόνου καί τό γῆρας πού τόν εἶχε ἐπισκεφτεῖ. Περισσότερο ἀπό ὅλα ἔνιωθε ὅτι καταβαλλόταν ἀπό τίς μέριμνες τῆς ἐπισκοπικῆς του θέσης. ῎Ω, ἡ Ρώμη ἦταν μεγάλη πόλη καί πολύ δύσκολο νά διαποιμανθεῖ.
 
Κι ἦταν καί τά προβλήματα μέ τούς ῾λύκους᾽ τῆς ᾽Εκκλησίας, τούς αἱρετικούς.  ῾Η ᾽Εκκλησία μόλις εἶχε ξεπεράσει τόν κίνδυνο τοῦ αἱρεσιάρχη Νεστόριου, δυστυχῶς ἀρχιεπισκόπου τῆς Κωνσταντινούπολης, γιατί διεῖδε ὅτι τά λεγόμενά του ἦταν βλασφημίες πού ἀλλοίωναν τήν πίστη καί γιά τόν Χριστό καί γιά τήν Παναγία Μητέρα Του. ῾Η Σύνοδος πού συγκλήθηκε, ἡ Γ´ Οἰκουμενική, καταδίκασε καί καθαίρεσε τόν βλάσφημο Νεστόριο καί διατύπωσε τήν ἀλήθεια: ὁ Κύριος εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος χωρίς ἁμαρτία, ἐνῶ ἡ Παναγία εἶναι ὄχι ῾Χριστοτόκος᾽ ἀλλά ῾Θεοτόκος᾽.
 
Νά, ὅμως, πού τά προβλήματα δέν τελείωσαν. Στόν ἀντίποδα τοῦ  Νεστόριου, ἀλλά μέ τίς ἴδιες τελικῶς προϋποθέσεις βρέθηκε ὁ Εὐτυχής. Καλός κληρικός τῆς ᾽Εκκλησίας τῆς ᾽Αλεξάνδρειας, εἶδε κι αὐτός τό ἀδιέξοδο τῶν θέσεων τοῦ Νεστορίου, ἀλλά ἔφτασε στό ἄλλο ἄκρο: νά παρουσιάσει τόν Κύριο μόνον ὡς Θεό. Ἡ ἴδια βλασφημία κι ἐδῶ μέ ἐκείνην τοῦ Νεστορίου: ἡ διαγραφή τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί πῶς νά πεῖ κανείς ὅτι σώζεται ὁ ἄνθρωπος, ὅταν κατά τόν Εὐτυχή ὁ ἄνθρωπος ἀπορροφᾶται ἀπό τόν Θεό, ὅπως ἀπορροφήθηκε κι ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν θεότητά Του;
 
῾Ο Λέων βρέθηκε στό ἐπίκεντρο τῶν συζητήσεων καί τῶν ταραχῶν πού προκαλοῦσαν οἱ τελευταῖες αἱρετικές θέσεις τοῦ Εὐτυχῆ. Πολλοί ἀπευθύνθηκαν σ᾽ αὐτόν νά καταδείξει τήν αἵρεση, νά φανερώσει τήν ἀλήθεια. Κι ὁ ἅγιος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἀνταποκρίθηκε. Καταλάβαινε ὅτι ἔχει εὐθύνη ἔναντι ὅλης τῆς ᾽Εκκλησίας, ὅπως καί οἱ ἄλλοι ἐπίσκοποι. Κι ὁ νέος κίνδυνος ἦταν ἐξίσου μεγάλος μέ τόν προηγούμενο. Ζήτησε τήν βοήθεια καί τόν φωτισμό τοῦ Θεοῦ κι ἔγραψε γράμμα στόν ἀρχιεπίσκοπο τῆς Κωνσταντινούπολης, τόν Φλαβιανό, ἄνθρωπο πράγματι τοῦ Θεοῦ, μέ μεγάλη εὐαισθησία στά θέματα τῆς πίστης καί ὀξυμμένα κριτήρια ὀρθοδοξίας. ῎Εδειξε μέ ἐπάρκεια καί τό ἀδιέξοδο τῶν ἤδη καταδικασμένων θέσεων τοῦ Νεστορίου, ἀλλά πολύ περισσότερο καί τοῦ Εὐτυχῆ.
 
῾Η σύνταξη τοῦ γράμματος κυριολεκτικά τόν συνέτριψε. ῎Εβλεπε ὅτι ὄντως ἀπαντοῦσε μέ βάση τήν ὀρθόδοξη πίστη στίς αὐθαιρεσίες καί τά φληναφήματα τοῦ Εὐτυχῆ. ᾽Αλλά ἡ εὐθύνη γι᾽ αὐτά πού ἔγραφε τόν ἔκανε ἐπιφυλακτικό. ῎Ηθελε νά εἶναι ἀπόλυτα βέβαιος ὄχι μόνο ἀπό πλευρᾶς περιεχομένου ἀλλά καί μορφῆς. Οἱ ἐχθροί καιροφυλακτοῦσαν νά πιαστοῦν κατά τήν προσφιλή συνήθειά τους ἀπό τίς λέξεις. ῎Ετσι δέν ἔκαναν ἄλλωστε ὅλοι οἱ ἀνά τούς αἰῶνες αἱρετικοί; ῎Εμεναν στό γράμμα κι ἀδυνατοῦσαν νά διεισδύσουν λίγο στό ῾ἀπόθετον κάλλος᾽ πού ἔλεγε ὁ μέγας Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, στήν κρυμμένη ὀμορφιά πέρα ἀπό τίς λέξεις. ᾽Αλλ᾽ αὐτό προϋπέθετε βίωμα σωστό πού δυστυχῶς δέν τό ἔβλεπες στούς αἱρετικούς. Δίσταζε λοιπόν ὁ πάπας, ὁ Λέων, ὁ πρόεδρος τῆς ᾽Εκκλησίας τῶν Ρωμαίων.
 
Δέν δίστασε ὅμως γιά τήν ἀπόφαση πού πῆρε. ᾽Αναγάλλιασε ὅταν τό σκέφτηκε καί τό ἔθεσε ἀμέσως σέ ἐφαρμογή. Θά ἀπευθυνόταν στόν προκάτοχό του, τόν ἀπόστολο Πέτρο. Οἱ ἅγιοί μας δέν εἶναι ζωντανοί; Δέν μᾶς ἀκοῦνε καί δέν συμμετέχουν στόν πόνο καί στίς ἀγωνίες μας; Λοιπόν, νά ἡ εὐκαιρία! Πῆρε τό γράμμα ὁ πάπας, πῆρε μαζί του καί τόν διάκονό του, ἔδωσε ἐξηγήσεις γιά τό ποῦ θά βρίσκεται, κι ἐγκαταστάθηκε στόν τάφο τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. Ναί, ὁ ἅγιος αὐτός ἄνθρωπος δέν θά ἔφευγε ἀπό ἐκεῖ, ἄν ὁ ἀπόστολος δέν ἔδειχνε μέ τρόπο ἄμεσο καί φανερό ὅτι δέν ἔχει πέσει ἔξω κάπου στά γραφόμενα τῆς ἐπιστολῆς του. Γιά τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ πάλευσε καί ἀγωνιοῦσε. Δέν μπορεῖ. ῾Ο ἅγιος ἀπόστολος θά ἔστελνε κάποιο μήνυμα.
 
Τήν ἐπιστολή τήν τοποθέτησε πάνω στόν τάφο τοῦ πρώτου τῶν ἀποστόλων, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἀποδύθηκε στόν ἀγώνα τῆς προσευχῆς καί τῆς νηστείας. ῞Ολη μέρα καί ὅλη νύκτα δέν ἔπαψε νά δέεται καί νά παρακαλεῖ: ῾῞Αγιε ἀπόστολε, σύ ὁ ἴδιος στόν ὁποῖο ὁ Κύριος καί Θεός καί Σωτήρας μας ᾽Ιησοῦς Χριστός ἔχει ἐμπιστευτεῖ τήν ᾽Εκκλησία καί τόν θρόνο, διόρθωσε ἀπό τήν ἐπιστολή ὅ,τι παράλειψα σάν ἄνθρωπος᾽. Γονάτιζε ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ Λέων, ἔχυνε πύρινα δάκρυα, παρακαλοῦσε. Κι ὅταν ἀποκαμωμένος δέν μποροῦσε νά σταθεῖ καθόλου στά πόδια του, ἔπεφτε κεῖ μπροστά στόν τάφο καί λίγο ξεκουραζόταν γιά νά συνεχίσει τά ἴδια λόγια τῆς προσευχῆς ἀργότερα.
 
Μαζί του ἀγωνιζόταν καί ὁ διάκος του. Δέν μποροῦσε βεβαίως ὁ νέος αὐτός ἄνθρωπος νά διεισδύσει στά μύχια τῆς καρδιᾶς τοῦ ἐπισκόπου του καί νά νιώσει τήν ἀγωνία του γιά τήν φανέρωση τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ. Δάκρυζε ὅμως γιατί ἔβλεπε τόν γέροντα αὐτόν νά δέεται στόν Κύριο καί τόν ἀπόστολό Του μέ τέτοιον συγκλονιστικό τρόπο. Καί κατέγραφε τήν στάση τοῦ ἁγίου μέσα του καί ἔβλεπε ὁρατά μπροστά του τό τί σημαίνει ἁγιότητα. Τόν εἶχε ζήσει βεβαίως τόν ἅγιο πάπα ὁ διάκος, τόν ἔβλεπε πῶς λειτουργεῖ, μέ τί ταπείνωση καί ἀγάπη  συμπεριφέρεται στούς κληρικούς καί τούς πιστούς καί παρακαλοῦσε τόν Θεό λίγο νά τοῦ μοιάσει. ᾽Αλλά αὐτό πού συνέβαινε τώρα στόν τάφο τοῦ ἀποστόλου ἦταν κάτι ἄλλο. Τήν ἤδη μεγάλη κορμοστασιά τοῦ πάπα Λέοντα τήν ἔβλεπε θεόρατη, σχεδόν νά ἀγγίζει τόν οὐρανό. Γι᾽ αὐτό καί τά δικά του δάκρυα δέν σταματοῦσαν, γιατί δέν σταματοῦσαν καί τά δάκρυα τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου.
 
Σαράντα μέρες πέρασαν μέ τόν ἴδιο τρόπο. Εἶχε λιώσει ὁ Λέων ἀπό τήν ἄσκηση καί τήν προσευχή. Κι ὅταν γιά πολλοστή φορά τά χείλη του συνέχιζαν νά λένε ῾ὅ,τι παράλειψα στήν ἐπιστολή σάν ἄνθρωπος διόρθωσε σύ ὁ ἴδιος᾽, κι ἔνιωσε ὅτι δέν ἀντέχει ἄλλο, τότε φῶς ἔλαμψε ἀπό τόν τάφο, ἄρρητη εὐωδία ξεχύθηκε καί πλημμύρισε τόν τόπο καί εἶδε τόν ἀπόστολο τοῦ Χριστοῦ. ῾Ο ἀπόστολος Πέτρος βρισκόταν ἐκεῖ μπροστά του μέσα σέ θεϊκό φῶς, νά τόν βλέπει γεμάτος ἀγάπη καί μέ μιά ἀπόκοσμη φωνή νά τοῦ λέει: ῾Διάβασα καί διόρθωσα᾽. Τό ἀποκαμωμένο του κορμί γέμισε δύναμη. ῾Η ψυχή του ἔνιωσε νά πλημμυρίζει ἀπέραντη εὐτυχία κι ὁ νοῦς του σάν νά ἄνοιξε ἐντελῶς κι εἶδε πλήρως τήν ἀλήθεια. ῎Επεσε νά προσκυνήσει μά ὁ ἀπόστολος δέν τόν ἄφησε. Τοῦ εἶπε κι ἄλλα γιά τόν Κύριο, τοῦ ἀποκάλυψε κινδύνους καί διωγμούς πού ἡ ᾽Εκκλησία ἔπρεπε ἀκόμη νά περάσει, τοῦ εἶπε ἀκόμη καί γιά τόν ἴδιο. Κι ἐκεῖ πού ἡ καρδιά του κόντευε νά σπάσει ἀπό τό μέγεθος τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ τό ὅραμα χάθηκε. ῾Απαλά τό φῶς σβήστηκε κι ἀπόμεινε μόνος αὐτός μπροστά καί πάλι στόν τάφο, ὅπως σαράντα μέρες τώρα.
 
Σηκώθηκε καί φώναξε τόν διάκονο πού βρισκόταν ἐκείνη τήν ὥρα ἔξω. ᾽Εκεῖνος σάν κάτι νά κατάλαβε βλέποντας τήν λάμψη τοῦ προσώπου τοῦ ἁγίου πάπα. Δέν τόλμησε νά ρωτήσει. ῾Ο Λέων μέ ἁπλότητα τοῦ εἶπε τί συνέβη. Ἡ ἀποστολή τους ἐκεῖ ἔλαβε τέλος. ῾Ο πάπας προσκύνησε καί μέ τρεμάμενα χέρια ἔσκυψε καί πῆρε τήν ἐπιστολή. Τήν ἄνοιξε καί - ὤ τοῦ θαύματος! – τήν βρῆκε διορθωμένη ἀπό τό χέρι τοῦ ἀποστόλου. Ὁ ἀπόστολος κράτησε τόν λόγο του. ῾Ο Κύριος μίλησε. Ἡ ἐπιστολή θά ἀποτελοῦσε τήν βάση γιά τήν ἀπάντηση τῆς ᾽Εκκλησίας πιά ἀπέναντι στόν αἱρεσιάρχη Εὐτυχή. Ὁ ἅγιος Λέων καί ὁ διάκος πῆραν τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς.
 
⧫
 
Αὐτά σκεφτόταν ὁ ἅγιος Λέων, ὅταν ἔγειρε καί κάθιδρος ἀγκάλιασε τόν τάφο τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. Γιά δεύτερη φορά μετά ἀπό μερικά χρόνια ἀφότου εἶχε πάρει τήν πληροφορία ἀπό τόν ἅγιο Πέτρο σχετικά μέ τό θέμα τῆς αἵρεσης τοῦ μονοφυσιτισμοῦ εἶχε θελήσει νά ἐπαναλάβει τό ἐγχείρημα. Αὐτήν τήν φορά ὅμως ὄχι γιά κάποιο ἐπεῖγον θέμα τῆς ᾽Εκκλησίας, ἀλλά γιά τόν ἴδιο  καί τά χρωστούμενά του στόν Κύριο. Τά χρόνια ἔγερναν στήν πλάτη του κι ἤθελε νά ᾽ναι βέβαιος ὅτι ἡ ψυχή του θά᾽ ναι ἀπόλυτα καθαρή στήν κρίση πού τόν περίμενε. ῎Εβλεπε ὅτι ἡ συνείδησή του δέν τόν βάραινε γιά κάτι ἰδιαίτερο, ἀλλά ἄλλο ἡ συνείδησή του κι ἄλλο ὁ ἴδιος ὁ Κριτής. Καί νά λοιπόν πού βρέθηκε στόν τάφο τοῦ ἀγαπημένου του ἀποστόλου. ῞Οπως τήν πρώτη φορά, ἔτσι καί τώρα ἀποδύθηκε στόν ἀγώνα τῆς προσευχῆς καί τῆς νηστείας. Τό αἴτημά του βγαλμένο ἀπό τό βάθος τῆς καρδιᾶς του ἦταν γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του.
 
 ῾Κύριε᾽, ἔλεγε καί ξανάλεγε μέ δάκρυα στά μάτια, ῾στεῖλε τόν μαθητή σου νά μέ πληροφορήσει ἄν συγχωρήθηκαν οἱ ἁμαρτίες μου. Νιώθω ὅτι δέν ἔχω βάλει ἀκόμη ἀρχή μετανοίας. ῞Οσο περνάει ὁ καιρός τόσο νιώθω καί μεγαλύτερο τό βάρος τῶν ἀνομημάτων μου. Σύ βέβαια, Κύριε, λόγω τῆς ἄπειρης ἀγάπης Σου ἀπέναντι στά πλάσματά Σου, ἤδη μᾶς ἔχεις συγχωρήσει. Τό αἷμα Σου πάνω στόν Σταυρό σήκωσε τίς ἁμαρτίες μας. ᾽Αλλά τό πρόβλημα, Κύριε, εἶμαι ἐγώ. Δέν ξέρω ἄν σωστά σέ προσεγγίζω. Δέν ξέρω ἄν πράγματι ζῶ μετανοημένα. Συγκρίνω τόν ἑαυτό μου μέ τούς ἁγίους μαθητές Σου καί τούς ἄλλους φίλους Σου καί βλέπω τά τεράστια ἐλλείμματα τοῦ ἑαυτοῦ μου. Κύριε, δέν θέλω νά Σέ χάσω. Δέν ἀντέχω νά βρίσκομαι μακριά Σου. Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν. Κύριε, συγχώρησε τίς ἁμαρτίες μου᾽.
 
Σαράντα μέρες καί πάλι πέρασαν μέσα στήν ὀδύνη καί τήν ἄσκηση τῆς νηστείας καί τῆς προσευχῆς. Κι ὅλες αὐτές τίς ἡμέρες ὁ οὐρανός φαινόταν κλειστός. Καμμία ἀπάντηση. Καμμία πληροφορία. Δέν ἔχανε ὅμως τίς ἐλπίδες του ὁ ἅγιος πάπας. Τοῦ ᾽δινε μεγάλο θάρρος καί τό γεγονός ὅτι καί τήν πρώτη φορά τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα δόθηκε ἡ ἀπάντηση τοῦ οὐρανοῦ μέ τόν ἅγιο ἀπόστολο. ᾽Εκεῖ εἶχε προσανατολιστεῖ καί πάλι ὁ Λέων. Καί δέν ἔπεσε ἔξω. ῞Οταν ἡ ἀγωνία του καί ἡ ἔντασή του ἔφτασαν σέ σημεῖο πού δέν ἄντεχε ἄλλο, τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα, τοῦ φανερώθηκε καί πάλι ὁ ἀπόστολος Πέτρος. Τά σημάδια τῆς παρουσίας του τά ἴδια: ἔντονο φῶς καί εὐωδία ἐξαίσια. Γεμᾶτος στοργή καί εἰρήνη ὁ ἀπόστολος γιά τόν ἀγαπημένο του φίλο καί διάδοχο τοῦ θρόνου του τοῦ μίλησε ἔτσι, ὥστε τά λόγια του ἔπεσαν σάν βάλσαμο στήν πληγωμένη του καρδιά.
῾Προσευχήθηκα γιά σένα κι ὁ Κύριος μοῦ ἀποκάλυψε ὅτι σοῦ συγχωρήθηκαν ὅλες οἱ ἁμαρτίες, ἐκτός ἀπό τίς χειροτονίες πού ἔκανες.  Οἱ χειροτονίες σου θά ᾽ναι ἐκεῖνες γιά τίς ὁποῖες θά σοῦ ζητηθεῖ λόγος, ἄν εἴτε καλά εἴτε κάπως ἀλλιῶς χειροτόνησες ὅσους χειροτόνησες᾽.
 
῾Ο ἅγιος τοῦ Θεοῦ ἐπέστρεψε στήν ἕδρα του. Τώρα ἤξερε ὅτι μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του τά δάκρυα τῆς μετανοίας του δέν θά εἶχαν τελειωμό. ᾽Αφέθηκε ὁλοκληρωτικά στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. 

(᾽Από  τό  ῾Λειμωνάριον᾽  τοῦ ᾽Ι. Μόσχου)

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (50)


 Συχνά ακούει κανείς το παράπονο από συζύγους, άνδρες ή γυναίκες, ότι ενώ γενικώς δεν έχουν κανένα πρόβλημα με τον ή την σύντροφό τους, εκείνο που τους ενοχλεί ιδιαίτερα είναι η… γκρίνια του/της. «Καλός ή καλή είναι, αλλά μόνο που γκρινιάζει». Κι είναι κάτι που πρέπει να προσεχτεί ιδιαίτερα από όλους, όχι μόνο στις σχέσεις μεταξύ συζύγων, αλλά μεταξύ όλων μας. Μοιάζει η γκρίνια με την περίπτωση της αγελάδας, που μπορεί να γεμίσει την καρδάρα, όπως λέμε, στο τέλος όμως να δώσει μία με το πόδι της και να… χύσει όλο το γάλα. Που σημαίνει ότι η γκρίνια μπορεί να μη φαίνεται για κάποιους ότι είναι κάτι σημαντικό, όμως τελικώς μάλλον δηλητηριάζει τις ανθρώπινες σχέσεις. Γιατί; Όπως μπορεί εύκολα να υπονοήσει κανείς η γκρίνια τελικώς κρύβει μία μεμψίμοιρη ψυχή, μία έλλειψη δηλαδή μεγαλοκαρδίας και αγαθής διάθεσης - μπορεί μερικές φορές βεβαίως να οφείλεται σε κάποιο πρόβλημα υγείας -  που κάνει τον γκρινιάρη να ψάχνει να βρίσκει ακόμη και σε κάτι… τέλειο την ατέλεια. Κι αυτό θα πει ότι βαθύτερα υφίσταται κάποια επιθετικότητα του γκρινιάρη απέναντι στον… ίδιο του τον εαυτό, ο ίδιος δεν τα έχει βρει, όπως πρέπει, με τον εαυτό του, κι αυτήν τη δυσαρμονία του την προβάλλει και στις σχέσεις του, τις οικογενειακές, τις επαγγελματικές, σχεδόν όλες. Η υπέρβαση του προβλήματος φαίνεται να είναι μονόδρομος. Ως σύμπτωμα εγωισμού η γκρίνια θεραπεύεται με την άσκηση της αγάπης, της μόνης πραγματικότητας που καταργεί τον εγωισμό. Όσο κανείς συνειδητοποιεί ότι η γκρίνια είναι πράγματι πρόβλημα και μάλιστα πνευματικό, όσο ο πιστός αποζητά να στέκεται πάντοτε εκεί που είναι το θέλημα του Θεού, τόσο θα βλέπει να μειώνεται η κακή διάθεση, γιατί θα υπερισχύει η χάρη του Θεού, η οποία αμβλύνει τις εντάσεις και βλέπει κυρίως τα θετικά και όχι τα αρνητικά των ανθρωπίνων καταστάσεων. Ο καλός λόγος μας, έστω και με το «ζόρι» μερικές φορές, το χαμόγελό μας, η αγκαλιά μας παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην υπέρβαση αυτού του ψυχικού τελικά προβλήματος.

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2019

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΠΟΥ ΑΝΕΒΛΥΣΕ…


Η Άννα κάθισε κουρασμένη και κατάκοπη, σχεδόν ξεψυχισμένη, στον πάγκο της μικρής κουζίνας της. Έπιασε το κεφάλι της και με τα δυο χέρια και… αναλύθηκε σε δάκρυα. Αναφιλητά τράνταζαν το κορμί της, ενώ λογισμοί περίεργοι, απόγνωσης και απελπισίας, άρχισαν να τριβελίζουν τον νου και την καρδιά της.  «Χριστέ μου, Χριστέ μου, γιατί; Πού είσαι; Ξέρεις το πρόβλημα που έχουμε, γιατί δεν επεμβαίνεις;», μουρμούριζε ξέπνοα μες στ’ αναφιλητά της, αλλά απάντηση δεν έπαιρνε.
Πιστή γυναίκα η Άννα, μ’ αγάπη αληθινή στον Χριστό και στους αγίους της Εκκλησίας, ήξερε πως η απελπισία που πάει να την καταβάλει δεν είναι εκ Θεού. Αλλά, από την άλλη ζούσε το καθημερινό πρόβλημα που ταλάνιζε όχι μόνον αυτή – αν ήταν μόνη της δεν θα την ενδιέφερε και τόσο, θα έκανε υπομονή – μα και τα μικρά παιδιά της. Χήρα γυναίκα η Άννα εδώ και τρία χρόνια, πάλευε να αναστήσει τα δύο κορίτσια της και το μικρό αγόρι της, δέκα, οκτώ και πέντε χρονών αντίστοιχα. Ο μακαρίτης τους άφησε χρόνους, καθώς καταπλακώθηκε από ένα δοκάρι σε μία οικοδομή που δούλευε, κι έκτοτε, με τη βοήθεια κάποιων συγγενών της, αγωνιζόταν να τα βγάλει πέρα. Και τα κατάφερνε, ήταν αλήθεια, γιατί ήταν δυναμική και άξια γυναίκα, καθώς της έδινε κουράγιο και φτερά η μεγάλη πίστη της στον Χριστό και την Παναγία. Από την Εκκλησία δεν έλειπε, όσο μπορούσε, και πάσχιζε την πίστη της τη ζωντανή να τη μεταλαμπαδεύσει και στα μικρά παιδιά της. Μα, το πρόβλημα τελικά που αντιμετώπιζε η οικογένεια δεν λυνόταν εύκολα. Κι ήταν πρόβλημα άμεσο, καθημερινό, θέμα ζωής και θανάτου: η ύπαρξη του νερού. Δεν είχαν νερό να πιούν, να καθαρίσουν, να ζήσουν… Αναγκάζονταν, κι αυτή και οι άλλοι βεβαίως της ευρύτερης περιοχής, να καταφεύγουν σε μακρινό μέρος, εκεί που δημιουργούσε μία μικρή πηγή ο χείμαρρος του τόπου, στο οροπέδιο της Απάμειας της Συρίας. Σπουδαία πόλη, με ιστορία ξεχωριστή και ιδιαίτερη, μα και με το πρόβλημα της ύδρευσης.
Επιχείρησε η Άννα να κάνει το ίδιο που προσπάθησαν κι άλλοι: να ανοίξει πηγάδι στο χωράφι που περιέβαλε το σπιτικό τους. Είχε μάθει ότι υπάρχουν δυσκολίες, ότι δεν βρίσκει κανείς εύκολα νερό, κι άλλοι το επιχείρησαν και τα παράτησαν. Μα ήταν τόσο πιεστικό το πρόβλημα, που τ’ αποφάσισε, στηριζόμενη στην πίστη και στις προσευχές της. «Θα επέμβει ο Κύριος και θα κάνει το αίτημα της καρδιάς των δούλων Του», μονολογούσε ή τόνωνε με τα λόγια της τα παιδάκια της που στύλωναν πάνω της με αγωνία το βλέμμα τους. «Κάντε προσευχή κι εσείς, παιδιά μου, παρακαλέστε τον Χριστό και την Παναγία μας, να βρούμε νερό… να ζήσουμε. Ο Θεός ακούει την προσευχή ιδίως των παιδιών». Και γονάτιζαν όλοι μαζί στο εικονοστάσι του σπιτιού τους κι η προσευχή τους γεμάτη δάκρυα ανέβαινε θυμίαμα ευωδιαστό στα πόδια του Δημιουργού τους.
Δούλεψε, δανείστηκε, έδωσε ό,τι τους είχε αφήσει ο μακαρίτης ο άντρας της, προκειμένου να βρει τα χρήματα που έπρεπε – κι ήταν πολλά αλήθεια – για να ανοιχτεί το πηγάδι. Κι οι εργάτες με πολλή ευσυνειδησία και με όρεξη, βλέποντας κι εκείνοι την ανάγκη, έσκαβαν κι έσκαβαν… και προχωρούσαν σε βάθος, μα του κάκου! Ίχνος νερού δεν έβρισκαν, μολονότι κάποιοι, που λέγανε πως ήξεραν, τους καθοδήγησαν στο θεωρούμενο σωστό σημείο. Είδε η Άννα να εξανεμίζονται τα χρήματα κι ο κόπος να πηγαίνει χαμένος. Στην αρχή δεν το έβαλε κάτω, είπε να συνεχίσουν το σκάψιμο, δεν μπορεί κάτι θα εύρισκαν, η πίστη της ήταν μεγάλη. Το βάθεμα του λάκκου και πάλι όμως κατέληξε σε αποτυχία. Ξερός τόπος, άνυδρος, πέτρες και χώματα…
Έδωσε εντολή να σταματήσουν, γιατί είδε πια το αδιέξοδο. Φύγανε οι εργάτες, τους πλήρωσε, με κατεβασμένα μάτια είναι αλήθεια πήρανε ό,τι τους αναλογούσε, κι έπεσε ξέπνοη και με απόγνωση στον πάγκο της κουζίνας… Και ξέσπασε σε δάκρυα και σε αναφιλητά. Ευτυχώς τα παιδιά της δεν βρίσκονταν εκείνη την ώρα μαζί της και ήταν πιο εύκολο να αφεθεί ελεύθερη στα συναισθήματά της. Τα λόγια της προσευχής της μπερδεύονταν με τις σκέψεις της απελπισίας που πήγαιναν σαν δόλιοι κλέφτες να σκαρφαλώσουν στην καρδιά της. Έκανε προσπάθεια και σηκώθηκε. Βαριά τα βήματά της σύρθηκαν και πάλι στο μόνο μέρος που έβρισκε παρηγοριά και ανάπαψη: στο προσευχητάρι της. Έπεσε στα γόνατα, έκλαψε, δεν έλεγε πια τίποτε, σταμάτησαν και τα δάκρυά της… Μόνο ένα βλέμμα ικεσίας έριχνε κατά καιρούς στον Κύριο και στην Παναγία Μητέρα Του, και κάποια στιγμή της φάνηκε σαν να δάκρυσε κι Εκείνη…
Άκουσε ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα, δεύτερο κι ύστερα τρίτο. Σηκώθηκε με δυσκολία, φτιάχτηκε λίγο, σκούπισε τα δάκρυά της κι άνοιξε. Στο κατώφλι στεκόταν ένας γέροντας, σαν καλόγερος της φάνηκε, που δεν τον είχε ξαναδεί. «Την ευχή σας», ψέλλισαν τα χείλη της και το βλέμμα της ερωτηματικό έψαξε το βλέμμα του άγνωστου ρασοφορεμένου. «Την ευχή του Χριστού και της Παναγίας, κόρη μου», είπε εκείνος. «Μπορώ να περάσω; Δεν θα σε καθυστερήσω». Του έκανε χώρο και πέρασε ο γέροντας. Τον έβαλε να καθίσει στο μικρό καθιστικό τους κι έσπευσε να τον τρατάρει κάποιο γλύκισμα. Έφερε κι ένα ποτήρι από το λιγοστό νερό που ‘χε για τα παιδιά της και τ’ απόθεσε στο τραπεζάκι.
«Ποιος είστε, Γέροντα;» είπε αναθαρρημένη τώρα η Άννα, παίρνοντας κουράγιο απ’ το γαλήνιο και ήρεμο βλέμμα του. «Πώς από εδώ; Δεν σας έχω ξαναδεί». Ο Γέροντας δεν απάντησε αμέσως. Έκανε το σημείο του σταυρού και πήρε το ποτήρι με το νερό. Το ήπιε και παρακάλεσε και για ένα δεύτερο. «Να με συμπαθάς, κόρη μου, μα είμαι πολύ διψασμένος και κουρασμένος… Έρχομαι από μακριά, είδα πρώτο το σπίτι σου στην είσοδο της πόλης και είπα να σου κτυπήσω την πόρτα. Να είσαι καλά και ο Κύριος να σου δίνει όλες τις ευλογίες του Ουρανού».
Σαν αγκάθι ακούστηκε το τελευταίο από την Άννα. «Τις ευλογίες του Ουρανού…», σκέφτηκε. «Από το στόμα σας και στου Θεού τ’ αυτί», απάντησε, και πήγε να γεμίσει και πάλι το ποτήρι. «Γέροντα, δεν έχουμε περισσότερο από το μισό αυτό», είπε και το πρόσφερε. «Δυστυχώς, υπάρχει μεγάλη έλλειψη νερού στην περιοχή, προσπαθήσαμε να βρούμε νερό μ’ ένα πηγάδι που σκάψαμε – θα είδατε ίσως τα χώματα και τον λάκκο – μα δυστυχώς δεν έγινε τίποτε… Μόλις φύγανε οι εργάτες και είμαστε λίγο σε απορία…» - σκοτείνιασαν τα μάτια της Άννας και χωρίς να θέλει γέμισαν και πάλι δάκρυα.
«Γιατί δεν επικαλείστε τον άγιο Θεοδόσιο;» ρώτησε ο άγνωστος καλόγερος. «Ο άγιος που είναι από τα μέρη αυτά, που ‘φτιαξε ένα μικρό μοναστήρι όχι πολύ μακριά από εδώ… έχω ακούσει πολλά θαυμαστά να γίνονται με την επίκλησή του». Η γυναίκα λίγο σαν να τα ‘χασε. «Πώς… πώς…τον ξέρω, έχω ακούσει γι’ αυτόν, μα… Γέροντα, διαρκώς επικαλούμαστε τον Χριστό και την Παναγία μας. Είπαμε ότι είναι αρκετό τούτο, δεν νομίζετε;» Δεν απάντησε αμέσως ο καλόγερος. Πήρε το γλυκό και το ‘φερε στο στόμα του. Και πάλι ευχαρίστησε κι απόσωσε το λιγοστό νερό της δεύτερης φορά που του ‘φερε η Άννα.
Σκούπισε τα χείλη του και είπε: «Ο Χριστός και η Παναγία μας είναι η διαρκής αναφορά μας, παιδί μου, έχεις δίκιο. Μα, συχνά ο Κύριός μας θέλει να επεμβαίνει στους πιστούς Του μέσω αγίων Του, για να τους δοξάζει στην Εκκλησία, για να τους κάνει γνωστούς στους υπόλοιπους ανθρώπους του. Μη ξεχνάτε ότι όλοι είμαστε μέλη του ενός σώματος του Χριστού που είναι η κεφαλή. Εκείνος λοιπόν ενεργεί μέσω των μελών Του, που θα πει ότι ίσως ο Κύριος να θέλει να δώσει τη χάρη και την ευλογία Του χρησιμοποιώντας στην περιοχή αυτή της Συρίας τον νέο αυτόν άγιό Του, τον Θεοδόσιο του Σκοπέλου. Και μάλλον… υπάρχει και συγκεκριμένος λόγος για να χρησιμοποιήσει τον συγκεκριμένο αυτόν άγιο…». Ανοίξανε με απορία τα μάτια της Άννας. «Συγκεκριμένος λόγος;… Ποιος είναι αυτός;» είπε και κρεμάστηκε με καινούργια ελπίδα απ’ το στόμα του Γέροντα.
«Δεν έχεις ακούσει, κόρη μου, για την πηγή που έδωσε ο Κύριος ως ευλογία στο μικρό μοναστηράκι του αγίου; Κι εκείνος αντιμετώπισε το ίδιο πρόβλημα με σένα: δεν είχανε νερό. Και παρακάλεσε τον Κύριο και νήστεψε κι έκανε του κόσμου τις ασκήσεις, για να ελεήσει  κι εκείνον και τους καλογέρους του. Κι ο Κύριος ευδόκησε κι έδωσε πηγή ωραία και μεγάλη, με περίσσια απ’ ό,τι είχε ζητήσει. Αλλά συνέβη και τούτο: μετά από κάποιο καιρό ορισμένοι νέοι καλόγεροι, βλέποντας το πλούσιο νερό που είχαν, απαίτησαν από τον ηγούμενο Θεοδόσιο να φτιάξουνε και λουτρό: να πλένονται με άνεση, να καθαρίζουν το σώμα τους. Κι ο Γέροντας τα έχασε στην αρχή. Τους είπε ότι δεν είναι κοσμικοί να έχουν τέτοιες ανέσεις, ότι το νερό το έδωσε ο Κύριος για τις άμεσες ανάγκες τους, ότι αυτό που ζητάνε αποτελεί προσβολή για την καλογεροσύνη τους. Εκείνοι όμως επέμεναν πολύ, οπότε ο όσιος κάμφθηκε και φτιάξανε λουτρό, συγκαταβαίνοντας στην αδυναμία τους…». Σταμάτησε ο καλόγερος κι ένα δάκρυ βρήκε δίοδο να κυλίσει μέσα στη μακριά γενειάδα του. Έκανε και πάλι το σημείο του σταυρού και αναστέναξε βαθιά.
«Ώστε οι καλόγεροι του μοναστηριού είχανε και λουτρό, πέρα από το να πίνουνε;» είπε η Άννα, η οποία άκουγε σαν μαγεμένη την ιστορία. «Ναι, κόρη μου. Αλλά για μία μόνο φορά. Γιατί μόλις χρησιμοποίησαν οι συγκεκριμένοι καλόγεροι το λουτρό, αμέσως η πηγή… ξεράθηκε!» «Ξεράθηκε;» έκανε εμβρόντητη η νέα γυναίκα. «Ναι, ξεράθηκε. Τι κι αν ξεκίνησαν νέες προσευχές και μακριές νηστείες ο Γέροντας και οι καλόγεροι αυτήν τη φορά, ο Κύριος… κώφευε. Σταγόνα δεν έπεφτε… Μέχρις ότου ο Θεοδόσιος κατάλαβε. Έδωσε εντολή και γκρέμισαν το λουτρό. Και μόλις το γκρέμισαν, αμέσως η πηγή και πάλι γέμισε. Το μάθημα που πήραν όλοι οι καλόγεροι ήταν μεγάλο: κατάλαβαν ότι δεν μπορούν να αλλοιθωρίζουν στα πνευματικά, να είναι και κοσμικοί και καλόγεροι. Μετανιωμένοι αύξησαν τους ασκητικούς αγώνες τους και ευλογήθηκαν πολύ από τον Κύριο… Γι’ αυτό σου λέω, κόρη μου, παρακάλεσε τον άγιο Θεοδόσιο, της περιοχής αυτής είναι άγιος, ξέρει από προβλήματα νερού, κι εκείνος θα… κινητοποιηθεί. Είμαι βέβαιος ότι ο Κύριος θα τον ακούσει».
«Αρκεί να τον παρακαλέσουμε, Γέροντα;» είπε η Άννα με ψιθυριστή φωνή. «Μήπως χρειάζεται να κάνουμε και κάτι άλλο;». «Ναι… Τώρα που μου το λες, σκέφτομαι ότι μαζί με τις παρακλήσεις σας θα ήταν καλό να βρεις μία  εικόνα του και να την ρίξεις μέσα στο πηγάδι. Θα ‘ναι σαν να βρίσκεται ο ίδιος. Και άσε τα υπόλοιπα στον Θεό και στον άγιο…». Σηκώθηκε ο Γέροντας, χωρίς να δώσει κάποιες τελικά διευκρινίσεις για τον εαυτό του, ευχαρίστησε πολύ, ευλόγησε το σπιτικό και όπως ήρθε ξαφνικά, έτσι και χάθηκε.
Η Άννα στάθηκε για αρκετή ώρα απορημένη, φέρνοντας στον νου της ό,τι είχε διαμειφθεί. Βαθιά μέσα της σαν να έβλεπε μία απάντηση του Θεού. Θυμήθηκε κι αυτό που θεώρησε ως δάκρυ της Παναγίας. «Ποιος να είναι αυτός ο καλόγερος άραγε;» διερωτήθηκε, μα άφησε το ερώτημα μπροστά σ’ αυτό που έβλεπε ότι έπρεπε να κάνει. Απευθύνθηκε σε δύο γείτονές της. Τους είπε για την παράξενη επίσκεψη του καλόγερου, τους είπε για την πρότασή του. Της απάντησαν ότι ξέρανε τον άγιο κι είχαν ακούσει όντως για την πηγή. Δεν άργησαν να έρθουνε με μία εικόνα του αγίου. Τρέμοντας η Άννα, κρατώντας την εικόνα του Θεοδοσίου που την ασπάστηκε πολλές φορές, κι αυτή και τα παιδιά της που είχαν εντωμεταξύ έρθει κι άκουσαν από τη μητέρα τους τα καθέκαστα, παρακάλεσε τον άγιο να κάνει και σ’ αυτούς το θαύμα του – πώς της θύμιζε ο άγιος τον καλόγερο που την επισκέφτηκε! Μαζί με τα παιδιά της, μαζί και οι δύο γείτονες, προχώρησαν όλοι προς τον λάκκο, προς το ξερό πηγάδι. Γονάτισαν για τελευταία φορά, ύψωσε η Άννα ψηλά στον Ουρανό την εικόνα του αγίου, και την έριξε μέσα στον βαθύ ξερόλακκο.
Αυτό που ακολούθησε ήταν πέρα από κάθε φαντασία. Πίστευαν στα θαύματα του Θεού, είχαν ακούσει πάμπολλα σημεία και παράδοξα που γίνονταν από τους αγίους, μα τούτο που έζησαν προσωπικά εκείνη την ώρα όλοι τους τούς συγκλόνισε: Την ίδια στιγμή, μόλις η εικόνα έφτασε στον πάτο του λάκκου, ανέβλυσε νερό που έφτασε μέχρι σχεδόν επάνω. Νερό ζωντανό, πλούσιο, εύγεστο, από τα καλύτερα που είχαν δοκιμάσει.
Ξέσπασαν σε φωνές, σε ύμνους, αγκαλιάστηκαν όλοι, άρχισαν να χορεύουν. Έπιαναν με τις χούφτες τους νερό και πιτσιλιούνταν…, δεν χόρταιναν. Όταν πέρασε η πρώτη αντίδραση και ησύχασαν, με δάκρυα στα μάτια τους όλοι γονάτισαν και πάλι και ευχαρίστησαν από τα βάθη της καρδιά τους τον άγιο Θεοδόσιο του Σκοπέλου, τον Σύριο, κυρίως όμως τον ίδιο τον Κύριο και την Υπεραγία Θεοτόκο, που έδωσε την ευλογία να δοξαστεί ο δούλος Του μέσα από το θαυμαστό αυτό γεγονός. Πολλοί γεύτηκαν έκτοτε το καθάριο αυτό νερό, κι ακόμη περισσότεροι κατανύχτηκαν από τη θαυμαστή παρουσία του αγίου τους, τον οποίο άρχισαν με μεγάλη θέρμη να τον επικαλούνται με πίστη και αγάπη.
                 (Από "Λειμωνάριον" του Ι. Μόσχου, κεφ. 80-81)

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2019

Πέτρες…


Πήρε να πετροβολεί τον Άγιο με πέτρες
που ‘βγαζε μέσα απ’ της καρδιάς του το νταμάρι.
Κι έγραφε πάνω τους ρητά απ’ τη Γραφή και
τους Πατέρες, νομίζοντας πως έτσι θα καλύψει
του σκότους και του μίσους του την άβυσσο.
Και φυσικά δεν έβλεπε, γιατί ‘τανε τυφλός,
πως όσες πέτρες έριχνε κι ακόμη άλλες τόσες
πάνω του γύρναγαν δαιμονική μ’ ορμή.
Το τρισχειρότερο γι’ αυτόν, αδυνατούσε
να ιδεί πως με τις πέτρες του ο Χριστός
του Άγιου φιλοτεχνούσε το στεφάνι.

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (49)


 Διαρκώς επαναλαμβάνουμε αυτό που αποτελεί την κεντρική εντολή του Κυρίου, το «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους». Και δικαιολογημένα: από την τήρηση της εντολής αυτής – που συνιστά τη φυσιολογία του ανθρώπου βεβαίως ως δημιουργημένου «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ» που είναι Αγάπη – εξαρτάται η πνευματική καλή πορεία του πιστού, αυτή αποδεικνύει την υπάρχουσα ή μη πίστη στον Χριστό, αυτή θα είναι το «εισιτήριο» για την είσοδο του ανθρώπου στον Παράδεισο ως καλή σχέση με τον Κύριο. Κι είναι καλό επίσης να υπενθυμίζουμε ότι ένα βασικό στοιχείο της αληθινής εν Χριστώ αγάπης είναι και ο καλός λόγος μας προς τον συνάνθρωπό μας. Προκειμένου ορισμένοι άγιοι Πατέρες μας μάλιστα, σαν τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος για παράδειγμα, να μας πουν τη σημασία του καλού λόγου, φτάνουν στην «υπερβολή» της καλής υποκρισίας, δηλαδή να είμαστε ευγενείς και με καλό λόγο ακόμη και μ’ εκείνον που η καρδιά μας δεν τα ‘χει και τόσο καλά. Ίσως έτσι, σημειώνει, μπορεί να ντραπούμε τα λόγια μας και προσπαθήσουμε και για την καρδιακή αποκατάσταση της αρνητικής σχέσης μας. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, μέγας κι αυτός ασκητικός διδάσκαλος, εν προκειμένω σημειώνει ότι αν έχει κανείς στο στόμα του ζάχαρη για τους συνανθρώπους του, θα εισπράττει συνήθως από αυτούς μέλι. Ένα σύντομο παράδειγμα: Πριν λίγα χρόνια, μου έλεγε αδελφός κληρικός, συνάντησε ένα νεαρό παιδί, δεκαπεντάχρονο, που ταλαιπωρείτο πολύ από τη σκληρότητα του πατέρα του. Ρώτησε το όνομά του, τον άκουσε με προσοχή, τον κτύπησε φιλόστοργα στην πλάτη. Αποτέλεσμα: το παιδί τόσο συγκινήθηκε από τον καλό και στοργικό λόγο του ιερέα, ώστε έκτοτε παρέμεινε κοντά του, έγινε παιδί της Εκκλησίας που λέμε, ανδρώθηκε με εκκλησιαστικό φρόνημα. Ο καλός λόγος λοιπόν μεταστρέφει και τον κακό ακόμη, όπως λέει και η παροιμία, ενώ ο κακός και τον καλό τον κάνει κακό. Μην τσιγκουνευόμαστε τα καλά λόγια μας προς τον συνάνθρωπό μας, και μάλιστα έναντι των παιδιών μας. Χωρίς να φτάνουμε βεβαίως στο επίπεδο της υπερβολής – κάτι που εύκολα επισημαίνεται και λειτουργεί αρνητικά – θα βλέπουμε τα θετικά αποτελέσματα για όλους: και για τους άλλους, αλλά και για εμάς τους ίδιους.