Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (26 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)


 

«Μετά την απόφαση του Ηρώδη να φονευτούν όλα τα παιδιά στη Βηθλεέμ, άγγελος Κυρίου φάνηκε στον ύπνο του Ιωσήφ λέγοντάς του: «Σήκω και πάρε το παιδί και τη Μητέρα Του και φύγε στην Αίγυπτο». Φεύγει λοιπόν για την Αίγυπτο η Θεοτόκος με το βρέφος και τον Ιωσήφ, για τους παρακάτω δύο λόγους: Πρώτον, για να εκπληρωθεί αυτό που είχε λεχθεί από τον προφήτη ότι «Από την Αίγυπτο κάλεσα τον Υιό μου». Δεύτερον, για να κλείσει κάθε στόμα αιρετικών. Διότι αν δεν είχε φύγει, θα συλλαμβανόταν το βρέφος. Κι αν μεν φονευόταν, θα εμποδιζόταν η σωτηρία των ανθρώπων. Αν δε δεν φονευόταν, ή με ξίφος ή με άλλη τιμωρία, προκειμένου να εκπληρωνόταν το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία, θα μπορούσε να θεωρηθεί από πολλούς ότι ήλθε κατά φαντασία και δεν έγινε αληθινά πραγματικός άνθρωπος. Διότι αν ήταν αληθινός άνθρωπος, θα σφαζόταν από το σπαθί του τυράννου, κάτι που και  χωρίς να υπάρχει πρόφαση, τόλμησαν οι άθεοι αιρετικοί να το πουν, ότι δηλαδή γεννήθηκε κατά φαντασία. Γι’ αυτό λοιπόν φεύγει στην Αίγυπτο, και για να συντρίψει τα εκεί είδωλα και για να σώσει όλη την οικουμένη κατά τον καιρό της σωτήριας Σταύρωσης».

Η Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου θα πρέπει καταρχάς να θυμίσουμε ότι στοιχεί στην παράδοση της Εκκλησίας, να εορτάζεται μετά από ένα μεγάλο γεγονός του ερχομού του Θεού στον κόσμο για τη σωτηρία του ανθρώπου, το πρόσωπο που πρωταγωνίστησε σ’ αυτό. Έτσι μετά τη Γέννηση του Κυρίου έχουμε τη Σύναξη της Θεοτόκου, Εκείνης που έγινε η «γέφυρα δι’ ης κατέβη ο Θεός», όπως και μετά τη Βάπτισή Του έχουμε τη Σύναξη του αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού. Είναι περιττό βεβαίως να πούμε ότι το ίδιο το γεγονός, η καθαυτό εορτή, βρίσκεται σε άμεση σχέση με το πρωταγωνιστούν πρόσωπο, με άλλα λόγια η εκάστοτε Σύναξη αποτελεί την προέκταση της εορτής, τονίζοντας και επαναλαμβάνοντας το ίδιο νόημά της, σε μεγάλο βαθμό δε και τους ίδιους τους ύμνους της.

Η Σύναξη της Θεοτόκου λοιπόν τονίζει και πάλι τη Γέννηση του Κυρίου, με ιδιαίτερη επιμονή  στην πραγματικότητα της Σάρκωσής Του. Το στοιχείο αυτό ίσως δεν γίνεται ιδιαίτερα αντιληπτό σήμερα, μετά από τόσους αιώνες εξαγγελίας και βίωσης από την Εκκλησία της θεολογικής σημασίας της. Στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους και αιώνες όμως ήταν ό,τι πιο καίριο και σημαντικό, δεδομένου ότι αμφισβητείτο από αιρετικούς η πραγματικότητα της ενσάρκωσης, οι οποίοι «έφριτταν» στη σκέψη ότι ο Θεός πήρε πραγματική ανθρώπινη σάρκα, προσέλαβε δηλαδή την ύλη του κόσμου τούτου. Τι κρυβόταν πίσω από την άρνησή τους αυτή; Η πεποίθηση ότι ο κόσμος αυτός είναι κόσμος κακός, δημιούργημα άλλου, μη καλού Θεού, συνεπώς φανέρωναν τον μη χριστιανικό προβληματισμό τους, μάλλον την με επίφαση του χριστιανισμού δήλωση των ανατολίτικων δυαλιστικών περί Θεού δοξασιών τους. Θέλουμε να πούμε ότι οι αιρετικοί αυτοί στην πραγματικότητα ήταν οπαδοί του ιρανικού λεγόμενου παρσισμού, κατά τον οποίο υπάρχουν δύο θεοί, ο θεός του καλού και ο θεός του κακού, ο οποίος θεός του κακού είναι και ο δημιουργός του κόσμου. Πώς λοιπόν η κακή ύλη του κακού θεού  μπορούσε να προσληφθεί από τον καλό Θεό, που ερχόταν να σώσει την ψυχή – όχι ασφαλώς και το σώμα – του ανθρώπου;

Η Εκκλησία μας λοιπόν αντέδρασε σθεναρά, διότι τυχόν επικράτηση αυτών των αντιλήψεων (κατά δόκηση ή φαντασία εμφάνιση του Υιού του Θεού) θα σήμαινε πλήρη διαστροφή της αλήθειας της και άρνηση του πραγματικού Χριστού. Με ένταση λοιπόν τόνισε ότι ο Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού, έλαβε πραγματική και όχι κατά φαντασία την ανθρώπινη φύση, το σώμα και την ψυχή, ώστε ενσωματώνοντάς τα στον Εαυτό Του να σώσει τον άνθρωπο και δι’ αυτού και όλη τη δημιουργία. Και αιτία γι’ αυτό βεβαίως ήταν το γεγονός ότι ο κόσμος όλος, η ύλη και το σώμα του ανθρώπου, αποτελούν δημιουργήματα του ενός Θεού, του φύσει αγαθού Θεού, που είναι και ο Δημιουργός βεβαίως του κόσμου. Ήταν τόσο σημαντική η αλήθεια αυτή, ώστε ήδη από την Καινή Διαθήκη ο άγιος Ιωάννης ο θεολόγος να τονίζει ότι από την αποδοχή ή όχι της αληθινότητας της σάρκωσης του Θεού φανερώνεται κανείς ως χριστιανός ή όχι. «Πας ος μη ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα εκ του Θεού ουκ έστι», και «πας ος ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα εκ του Θεού εστι». Πάνω στην αλήθεια αυτή δηλαδή κρινόταν η αλήθεια από την αίρεση. Κι αυτό τονίζει ιδιαιτέρως σήμερα η Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου, που προεκτείνει, όπως είπαμε, τη Γέννηση του Κυρίου. «Ο γαρ ην διέμεινε, Θεός ων αληθινός, και ο ουκ ην προσέλαβεν, άνθρωπος γενόμενος διά φιλανθρωπίαν». (Αυτό που ήταν ο Υιός και Λόγος του Θεού το κράτησε, δηλαδή ότι είναι Θεός αληθινός, και αυτό που δεν ήταν το προσέλαβε κι έγινε άνθρωπος από φιλανθρωπία). Ο προβληματισμός της Υπεραγίας Θεοτόκου στον οίκο του κοντακίου της σημερινής εορτής το διακηρύσσει επίσης έντονα: «Την γαρ σφραγίδα της Παρθενίας μου ορώσα ακατάλυτον, κηρύττω σε άτρεπτον Λόγον, σάρκα γενόμενον» (Βλέποντας τη σφραγίδα της παρθενίας μου να μένει χωρίς να χαλάσει, σε κηρύσσω αληθινό Λόγο του Θεού, που πήρες την ανθρώπινη σάρκα).

Και βεβαίως η σημερινή εορτή της Σύναξης υπενθυμίζει πάλι ότι μπροστά στο πανθαύμαστο γεγονός του ερχομού του Θεού στον κόσμο ως ανθρώπου, όλη η δημιουργία ανταποκρίνεται με ευχαριστία, προσφέροντας τα δώρα της, το καλύτερο όμως όλων των δώρων ήταν του ίδιου του ανθρώπου. Διότι ακριβώς πρόσφερε ό,τι ωραιότερο και ανώτερο μπορούσε ποτέ να φανεί ως κτίση: την Παναγία Παρθένο. «Έκαστον των υπό σου γενομένων κτισμάτων την ευχαριστίαν σοι προσάγει∙ οι άγγελοι τον ύμνον∙ οι ουρανοί τον αστέρα∙ οι μάγοι τα δώρα∙ οι ποιμένες το θαύμα∙ η γη το σπήλαιον∙ η έρημος την φάτνην∙ ημείς δε Μητέρα Παρθένον» (Καθένα από τα δημιουργήματά Σου, Κύριε, σου προσφέρει την ευχαριστία του: οι άγγελοι τον ύμνον, οι ουρανοί το αστέρι, οι μάγοι τα δώρα, οι ποιμένες τον θαυμασμό τους, η γη το σπήλαιο, η έρημος τη φάτνη, εμείς όμως Μητέρα Παρθένο). Μη ξεχνάμε: η Παναγία είναι ο εκπρόσωπός μας στον Ουρανό, Εκείνη που έδωσε το αίμα και τη σάρκα της προκειμένου να γίνει άνθρωπος ο ίδιος ο Θεός, συνιστά την «αξιοπρέπειά» μας, αποτελεί πάντοτε την παρηγοριά και την ελπίδα μας. Προς χάρη Της η όποια προσευχή μας γίνεται εισακουστή από τον Θεό, αφού Εκείνος θέλησε να γίνει σαν κι εμάς μέσα από Εκείνην.

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ



῾Η προσέλευση τῶν Χριστιανῶν στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας συνιστᾶ τή μεγαλύτερη κατάφαση καί ἀποδοχή τοῦ γεγονότος τῆς ᾽Ενανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ. Διότι ὁ Θεός μας ἦλθε μέν στόν κόσμο ὡς ἄνθρωπος ῾ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου᾽, κατά τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου, θέλησε ὅμως νά διαιωνίσει τή σάρκωσή Του αὐτή μέ τήν ἵδρυση τῆς ᾽Εκκλησίας Του. ῾Η ᾽Εκκλησία, κατά τήν αὐγουστίνεια ἔκφραση, εἶναι ῾ὁ Χριστός παρατεινόμενος εἰς τούς αἰῶνας᾽, ὁ ῾Οποῖος θέλησε νά ὑπάρχει στόν κόσμο καί μετά τήν ᾽Ανάληψή Του στούς οὐρανούς μέ ἄλλον τρόπο ἀπό ὅ,τι ἦταν στήν πρώτη Του παρουσία: ἐν Πνεύματι καί μάλιστα ὑπό τά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου. Στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας  βλέπουμε αὐτό πού εἶναι ἡ ᾽Εκκλησία: ὁ ἴδιος ὁ Χριστός πού βρίσκεται μαζί μέ τούς πιστούς, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νά Τόν φᾶνε καί νά Τόν πιοῦνε, προκειμένου νά γίνουν ῞Ενα μ᾽ ᾽Εκεῖνον. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή καταλαβαίνει κανείς τήν ἐπιμονή τῆς ᾽Εκκλησίας γιά τή συμμετοχή τοῦ πιστοῦ στή Θεία Λειτουργία. Χωρίς τή συμμετοχή αὐτή ὁ χριστιανός ἀκυρώνει τήν πίστη του καί δέν ἐνεργοποιεῖ τό βάπτισμά του. Χριστιανός λοιπόν χωρίς ἑτοιμασία γιά Θεία Κοινωνία ἰδιαιτέρως τά Χριστούγεννα, ὅπως καί τίς ἄλλες μεγάλες ἑορτές τῆς Χριστιανοσύνης, δέν μπορεῖ νά ὑπάρχει.

Ἡ παραπάνω ἀλήθεια καθιστᾶ φανερή τή σημασία τελικῶς τῶν Χριστουγέννων. ῎Αν ἡ σάρκωση τοῦ Χριστοῦ ἐκτείνεται μέσα στόν χρόνο εἶναι γιατί Αὐτός πού σαρκώθηκε δέν ἦταν ἕνα τυχαῖο ὄν, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Θεός πού ῾ἔκλινε οὐρανούς καί κατέβη᾽. Κατά τή μαρτυρία τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ ἤδη στήν ἀρχή τοῦ Εὐαγγελίου του ῾ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν καί Θεός ἦν ὁ Λόγος...Καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν᾽. Καί γιά ποιο σκοπό πραγματοποιήθηκε ἡ κάθοδος αὐτή; Κατέβηκε ὁ Θεός γιά νά ἀνέβη ὁ ἄνθρωπος. Σκοπός τῆς ᾽Ενανθρωπήσεως ἦταν ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἐπανασύνδεσή του δηλαδή μέ τόν Δημιουργό του, ἀπό τόν ῾Οποῖο εἶχε ξεπέσει λόγω τῆς ἁμαρτίας του. ῾Ο Χριστός ἔρχεται στόν κόσμο γιά νά καθαρίσει τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα στόν ἄνθρωπο καί νά τοῦ ἀνοίξει καί πάλι τή χαμένη του προοπτική, νά μοιάσει στόν Θεό.

Σέ ὅλο αὐτό τό μεγαλειῶδες σχέδιο τοῦ Θεοῦ πού ἡ ἀνθρώπινη λογική ἀδυνατεῖ νά κατανοήσει ἐπισημαίνουμε μεταξύ τῶν ἄλλων δύο καίριες ἀλήθειες: τό μέγεθος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρῶτον, τήν ἄπειρη ταπείνωσή Του δεύτερον.
Καί ὡς πρός τό πρῶτο. ῾Ο πιστός ἄνθρωπος στό γεγονός τῶν Χριστουγέννων ἀναγνωρίζει ὡς γενεσιουργό αἰτία τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Κανένας καί τίποτε δέν κίνησε τόν Θεό, παρά μόνον ἡ ἐλεύθερη ἀγάπη Του. ῾Οὔτω γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον – σημειώνει ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ὁ Εὐαγγελιστής - ὥστε τόν Υἱόν Αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον᾽. Κι αὐτή ἡ ἀγάπη Του διαπιστώνεται ὄχι μόνο κατά τή συγκεκριμένη στιγμή τῆς ᾽Ενανθρωπήσεώς Του, ἀλλά καί κατά τήν προετοιμασία τοῦ ἐρχομοῦ Του, ὅπως καί στή συνέχεια μετά από αὐτήν. Τί ἐννοοῦμε;
῾Η προετοιμασία τοῦ ἐρχομοῦ Του γίνεται μέ τήν ἀποστολή τῶν προφητῶν τοῦ Θεοῦ τήν ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. ῾Η Π. Διαθήκη συνιστᾶ ἀκριβῶς τήν προετοιμασία, τήν ὑπόσχεση τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Θεοῦ. Αὐτό πού ὁ Θεός εἶχε ὑποσχεθῆ ἤδη ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἱστορίας τῶν Πρωτοπλάστων – τό λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο: θά ἔρθει στόν κόσμο ὁ ἀπόγονος τῆς γυναίκας πού θά συντρίψει τόν διάβολο καί θά ἀποκαταστήσει τή χαλασμένη λόγω τῆς ἁμαρτίας σχέση τῶν ἀνθρώπων μέ τόν Θεό – αὐτό διαρκῶς ἀνανεωνόταν μέ τήν ἀποστολή τῶν διαφόρων προφητῶν. Οἱ προφῆτες τῆς Π. Διαθήκης ὡς ἔργο εἶχαν ἀκριβῶς νά κηρύσσουν τή μετάνοια στόν λαό τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐκεῖνος ἀπομακρυνόταν ἀπό τήν ὀρθή πορεία του, καί νά ἀνανεώνουν τήν ἀρχική ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ. ῎Ετσι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν ἄφηνε τόν κόσμο, κάτι πού ἰδιαιτέρως φάνηκε, ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα γιά νά ἔλθει ὄχι κάποιος ἁπλός ἀπεσταλμένος Του ἀλλά ὁ ῎Ιδιος ὁ Υἱός Του.
Ἡ γέννηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου λοιπόν ἀποτελεῖ κορυφαία ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο, ἀγάπης ὅμως πού συνεχίστηκε καί μετέπειτα, μέ ἀποκορύφωση τή σταυρική Του θυσία. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ θεολογία τῆς ᾽Εκκλησίας μας ἀπαρχῆς συνέδεσε τά δύο αὐτά γεγονότα, διότι ἀκριβῶς τά εἶδε κάτω ἀπό τήν ἴδια προοπτική τῆς ἀγάπης. Γέννηση καί Σταυρός συνυπάρχουν, γι᾽ αὐτό καί ὁ χρωστήρας τῶν θεολόγων ζωγράφων τῆς ᾽Εκκλησίας ἀποτύπωσε τή συνύπαρξη αὐτή  κ α ί  στήν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ - ὅταν στό σπήλαιο ὁ μικρός Χριστός κείτεται σπαργανωμένος πάνω σέ μία λάρνακα – κ α ί  στή γνωστή εἰκόνα τῆς Παναγιᾶς τοῦ χάρου, καθώς λέγεται, στήν ὁποία ἡ Παναγία κρατᾶ τόν μικρό Χριστό ὄχι στή συνηθισμένη Του μορφή, ἀλλ᾽ ὡς μικρό ἐσταυρωμένο. Τό ῾ἔδει παθεῖν τόν Χριστόν᾽ καί τό γεγονός ὅτι εἶναι ῾τό ἀρνίον τό ἐσφαγμένον ἀπό καταβολῆς κόσμου᾽ βρίσκουν στό σημεῖο αὐτό τήν ἀκριβή τους ἐκπλήρωση.

῾Ως πρός τό δεύτερο σημεῖο τῆς ταπείνωσης τοῦ Θεοῦ. ῾Ο Θεός μας δέν διστάζει, κινούμενος ἀπό τήν ἀπειρία τῆς ἀγάπης Του, νά ἔλθει ὡς ἄνθρωπος, νά προσλάβει δηλαδή τήν ἀνθρώπινη φύση, σῶμα καί ψυχή, χωρίς νά ἀποστρέφεται τήν ῾ἀνοστιά᾽ αὐτῆς (ἱ. Χρυσόστομος). Δέν θεώρησε ὅτι ἦταν κάτι ὑποτιμητικό γιά τή μεγαλοσύνη Του τό γεγονός τοῦτο. Δέν θεώρησε ὅτι ὑποβαθμίστηκε. Κι αὐτό συμβαίνει γιατί ὁ Θεός μας - ἄς ἐπιτραπῆ ἡ προκλητική ἔκφραση – δέν εἶναι ῾κομπλεξικός᾽. ᾽Εμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε κομπλεξικοί, γι᾽ αὐτό καί πιστεύουμε ὅτι δέν ἀξίζει νά ῾ρίχνουμε᾽ τόν ἑαυτό μας καί θά πρέπει νά τόν κρατᾶμε στό ῾ὕψος᾽ του. ῾Ο Θεός μας ὅμως εἶναι τέλειος καί δέν περιμένει ἀναγνώριση ἀπό κανέναν. Ἡ αὐτοσυνειδησία Του εἶναι ἀπόλυτη καί ὁ ῎Ιδιος εἶναι ὁ μόνος κριτής τοῦ ῾Εαυτοῦ Του. ῾Η μόνη ἀναγνώριση πού θέλει ὁ Θεός εἶναι ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου σέ Αὐτόν, διότι ἀπό αὐτήν ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία του. ῎Ετσι ὁ Θεός μας ἐπιλέγει νά ἔλθει ὡς ἄνθρωπος, ἀλλά καί πάλι μέ τρόπο πού προκαλεῖ τήν ἀνθρώπινη ῾χαλασμένη᾽ λογική: νά περικλεισθεῖ μέσα σέ ἕνα ῾μικρό κομμάτι κρέας καί ὑποκάτω εἰς τήν μωρίαν ἑνός ἀγνώστου καί ἀφώνου νηπίου᾽ ( ἅγιος Νικόδημος ἁγιορείτης), καί μάλιστα σέ μία περιοχή ἀπό τίς πιό ἄγνωστες τῆς γῆς: σ᾽ ἕνα χωριό τῆς ᾽Ιουδαίας! Τά χτυπήματα στή λογική τοῦ ἀνθρώπου εἶναι συνεχῆ καί ἀπανωτά! Δέν φτάνει δηλαδή τό γεγονός ὅτι γίνεται ἄνθρωπος, πράξη δηλαδή ἐντελῶς ὑποτιμητική γι᾽ Αὐτόν, ἔρχεται καί ὡς βρέφος καί μάλιστα ἄσημα καί ἄδοξα! Τουλάχιστον, θά σκεφτόταν κάποιος μέ ῾τετράγωνη᾽ λογική, ἄς ἐρχόταν ὡς πριγκηπόλουλο. Θεός εἶναι! Κι ὅμως! Δέν ἐπιλέγει οὔτε αὐτό, τό ἐντελῶς ἁπλό καί λογικό. Γιατί; Διότι θέλει νά μᾶς σώσει, δηλαδή νά κερδίσει ὄχι τόν θαυμασμό μας, ὄχι τήν ὑποταγή μας, ἀλλά τήν καρδιά μας. Γιά νά μήν ἀφήσει περιθώριο σέ κανέναν, ἀκόμη καί σ᾽ ἐκεῖνον πού θά ἔλεγε ὅτι ἔρχεται ῾ταξικά᾽, γι᾽ αὐτό καί ἐπιλέγει καί τήν πιό ταπεινή θέση. ῾Μυστήριον ξένον ὁρῶ καί παράδοξον, οὐρανόν τό σπήλαιον, θρόνον χερουβικόν τήν Παρθένον, τήν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλίθη ὁ ἀχώρητος, Χριστός ὁ Θεός, ὅν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνωμεν᾽! ῾Οὐ φέρει τό μυστήριον ἔρευναν. Πίστει μόνῃ τοῦτο πάντες δοξάζομεν᾽.

῾Η ἱστορία τῆς Θείας Οἰκονομία, ἤδη ἀπό τήν πρώτη φάση της μέ τήν Παλαιά Διαθήκη, μᾶς ἔχει προσανατολίσει στόν τρόπο αὐτῆς τῆς ταπεινῆς ἐμφάνισης τοῦ Θεοῦ. ᾽Ενδεικτικά καί μόνον νά μνημονεύσουμε τό γνωστό καί πάντα συγκινητικό περιστατικό τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στόν προφήτη ᾽Ηλία. ῾Ο προφήτης διωγμένος καί ἐξόριστος βρίσκεται μόνος καί ἀπελπισμένος. Κατά τή γνώμη του ὅλοι εἶχαν ἀλλαξοπιστήσει στόν ᾽Ισραήλ. Καί προσφεύγει στόν Θεό, ὁ ῾Οποῖος τοῦ ὑπόσχεται ὅτι τήν ἑπομένη τῆς προσευχῆς του θά τοῦ φανερωθεῖ. ῾Ετοιμάζεται ὁ προφήτης καί τήν ἑπομένη πράγματι βγαίνει ἀπό τό σπήλαιό του γιά νά ὑποδεχθεῖ τόν Δημιουργό του. Τά γεγονότα εἶναι ὄντως συγκλονιστικά: βίαιος ἄνεμος ἀρχίζει καί σαρώνει τά πάντα στό πέρασμά του. ῾῾Ο Θεός!᾽, σκέφτεται ὁ προφήτης κι ἑτοιμάζεται νά προσκυνήσει. ᾽Αλλά ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ μέσα του εἶναι σαφής: δέν εἶναι ὁ Θεός στόν δυνατό καί βίαιο ἄνεμο! ῞Υστερα μέγας σεισμός συγκλονίζει τόν τόπο πού βρίσκεται ὁ προφήτης. Καί στή σκέψη του πάλι ὅτι ἦλθε ὁ Θεός παίρνει τήν ἀπάντηση: δέν εἶναι στόν σεισμό ὁ Θεός! ῎Επειτα δυνατή φλόγα ἀρχίζει καί καίει τόν ὅλο χῶρο. ᾽Αλλά γι᾽ ἀκόμη μία φορά ἀκούει ὁ προφήτης: δέν εἶναι στή φλόγα ὁ Θεός. Καί τέλος, ἕνα ἁπλό καί δροσερό ἀεράκι ἀρχίζει νά φυσάει, μία αὔρα πού ἔνιωθε ὁ προφήτης ὅτι τόν ἀναζωογονεῖ καί τόν παρηγορεῖ. Κι ἀκούει πιά τή φωνή: ἐδῶ εἶναι ὁ Θεός! Στό περιστατικό μαθαίνει ὁ προφήτης τόν τρόπο ἐμφάνισης τοῦ Θεοῦ. ῞Οσο ὁ κόσμος αὐτός βρίσκεται στήν κατάσταση πού εἶναι, ὅσο ἀκόμη δέν ἔρχεται ἡ γενική κρίση τῶν ἀνθρώπων καί τοῦ κόσμου, ὁ Θεός μας θά ἐπιλέγει τήν ἁπαλή παρουσία, τήν ταπεινή ἐμφάνεια, αὐτό πού κατεξοχήν εἴδαμε μέ τήν ᾽Ενανθρώπή Του ἐν Βηθλεέμ τῆς ᾽Ιουδαίας.

Κι αὐτό τό γεγονός βεβαίως καθορίζει καί τήν πορεία ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων: ὄχι μόνο καλούμαστε νά ζοῦμε τήν ᾽Ενανθρώπηση μέ τήν κοινωνία τοῦ σώματος και τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ στή Θεία Κοινωνία, ἀλλά καί μέ τήν ἀγάπη καί τήν ταπείνωση πού πρέπει νά ἔχουμε στή ζωή μας. Οἱ ἅγιοί μας ἄν ἔχουν τή μεγάλη σημασία πού ἔχουν στήν ᾽Εκκλησία μας εἶναι διότι καί μετεῖχαν πάντα στά μυστήρια τῆς ᾽Εκκλησίας καί μάλιστα στή Θεία Εὐχαριστία, ἀλλά καί ἐπέλεγαν διαρκῶς στήν ὅλη συμπεριφορά τους τήν ἀγάπη καί τήν ταπείνωση τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ μας! ῾Η διπλή αὐτή ἐπιλογή – συμμετοχή στά μυστήρια καί ζωή ταπείνωσης καί ἀγάπης – κάνει τελικῶς τόν ἄνθρωπο νά μορφώνει μέσα του τόν Χριστό, νά παίρνει δηλαδή ᾽Εκεῖνος μορφή μέσα μας. ᾽Αλλά αὐτό συνιστᾶ καί τόν σκοπό μας ὡς ἀνθρώπων πάνω σ᾽ αὐτή τή γῆ πού βρεθήκαμε: νά γίνουμε Χριστός. Καί γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς ἦλθε ὁ Χριστός στόν κόσμο.





Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΓΕΝΙΑ (24 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)




       «Ως ευσεβής κλάδος ευγενούς ρίζας βγήκε η Ευγενία, η δόξα του γένους της. Γεννήθηκε στην παλαιά πόλη της Ρώμης και ο πατέρας της έλαβε την τιμή από τον βασιλιά να γίνει έπαρχος της Αλεξανδρείας, οπότε πήγε εκεί μαζί με την Ευγενία και τη σύζυγό του. Η Ευγενία κάποια στιγμή έφυγε κρυφά νύκτα μαζί με δύο υπηρέτες και πήγε σε κάποιον από τους επισκόπους, με εμφάνιση άνδρα, κι αφού βαπτίστηκε και έγινε χριστιανή, κάρηκε μοναχή, παίρνοντας το όνομα Ευγένιος. Πήγε λοιπόν γρήγορα το πρωί σε μοναστήρι και εξάσκησε εκεί κάθε αρετή με ασκητικούς κόπους και αγώνες και με αγρυπνίες. Τόσο πολύ έλαμψε στη Μονή, σαν μεγάλος ήλιος, ώστε όταν ο προεστώς της Μονής έφυγε από τη ζωή αυτή, οι αδελφοί τον παρακαλούσαν να αναλάβει αυτός την ευθύνη και την προστασία της. Η αγία, που φαινόταν ως μοναχός Ευγένιος, συμφώνησε, χωρίς να το θέλει, από τη βία του πόθου και των παρακλήσεων των μοναχών, και έτσι ο Ευγένιος αναδείχτηκε σε όλους λαμπρότατος και μέγας στην πράξη και όχι στα λόγια. Η ασκητική αυτή πράξη του, που είναι ο δρόμος για τη μοναδική θεωρία του Θεού, τράβηξε όλους κατά παράδοξο τρόπο, όπως τραβάει ο μαγνήτης το σίδερο, ώστε όλοι να απολαμβάνουν στο πρόσωπό του την ιδέα του καλού. Μία μοναχή όμως, Μελανθία στο όνομα και στην ψυχή, που ζούσε με κοσμικό φρόνημα – αλλοίμονο για την ακαθαρσία της ψυχής – καθώς είδε τον Ευγένιο όμορφο από φυσικού του, καταλήφθηκε από φοβερό σαρκικό έρωτα γι’ αυτόν, και τον πίεζε, με πονηρή πρόφαση μία τάχα ανίατη αρρώστια που είχε, να του μιλήσει κρυφά και κατά μόνας, διότι διαφορετικά δεν είναι δυνατόν να απαλλαγεί από την αρρώστια. Ο Ευγένιος, με συντριμμένη την καρδιά και απονήρευτη διάθεση, υποχώρησε, όπως αγαπά ο Θεός, στα απατηλά λόγια της Μελανθίας, αγνοώντας τον δόλο της. Όταν λοιπόν ο ακόλαστος οίστρος της Μελανθίας της άναψε σαν φωτιά τον έρωτα της καρδιάς, τυφλωμένη και καιομένη από το πάθος της, επεχείρησε να του επιτεθεί αμαρτωλά. Ο Ευγένιος αμέσως αντέδρασε και την έκανε πέρα, χωρίς έτσι αυτή να πετύχει τους σκοπούς της. Οπότε αυτή συκοφάντησε τον θεωρούμενο Ευγένιο. Ότι δηλαδή ο θείος προστάτης της τάδε Μονής, θρασύς πόρνος στην πραγματικότητα, απατώντας με δόλια λόγια αγνές γυναίκες, ήλθε και σε εμένα. Ο έπαρχος λοιπόν και πατέρας της κόρης Ευγενίας, όταν άκουσε τις κατηγορίες, εξοργίστηκε και κάλεσε, ως κατηγορούμενους και δέσμιους, τον ηγούμενο Ευγένιο και τους μοναχούς της Μονής – ψευδολάτρες ή καλύτερα κακεργάτες κατ’ αυτόν – να παρουσιαστούν  γρήγορα ενώπιόν του και να απολογηθούν. Καθώς λοιπόν παρέστησαν τα δύο μέρη στη δίκη, άρχισε αμέσως να ομιλεί η Μελανθία, υβρίζοντας τον θείο προστάτη της Μονής, κοροϊδεύοντας και διακωμωδώντας τον Ευγένιο και τους μοναχούς του με σκληρά λόγια, δείχνοντας και στους φίλους ότι είναι εργάτης της αμαρτίας. Με μεγάλη φωνή μάλιστα έλεγε περίπου τα εξής: Ακούστε με όλοι, λέω την αλήθεια – ω, για την ανοχή σου, Δέσποτα παντοκράτορ! Τότε ο Ευγένιος σηκώθηκε και έσκισε τον χιτώνα του και αμέσως έδειξε ότι ήταν γυναίκα – θαύμα φρικτό και παράξενο! Και μίλησε με θάρρος στους παρευρισκομένους: «Έπρεπε να ευχαριστούμε τον Θεό και να υποφέρουμε τις ύβρεις, τις κοροϊδίες και τα κτυπήματα των σωμάτων. Αλλά για να μη γίνεται αντικείμενο γέλωτος το σχήμα του μοναχού, εγώ είμαι γυναίκα κατά τη φύση, είμαι θυγατέρα του δικαστή πατέρα μου και κριτή δικού μου. Έχω δε μητέρα τη σύζυγό του που με γέννησε. Όλοι αυτοί δε που κατηγορούνται είναι αδελφοί και δεν τους ονομάζω δούλους». Ενώ έλεγε αυτά η καλή Ευγενία, όλοι έπεσαν σε έκπληξη, ενώ η θεία δίκη τιμώρησε  τη Μελανθία, με  τρόπο που αν το ακούσει κανείς, θα θαυμάσει.  Ο πατέρας της λοιπόν, που ήταν ειδωλολάτρης, αμέσως δέχεται τη χάρη του Θεού και αναγεννάται πνευματικά, εγκαταλείποντας την ανθρώπινη δόξα, τον πλούτο και τον φαντασμένο τρόπο ζωής. Γίνεται δε πιστός ποιμένας των ανθρώπων της πόλεως, γεγονός που έκανε τους ειδωλολάτρες να αντιδράσουν και να τον οδηγήσουν σε μαρτύριο, οπότε από τα σκληρά κτυπήματά τους απήλθε στις ουράνιες μονές. Η μητέρα όμως της Ευγενίας, μαζί με αυτήν, εγκατέλειψαν γρήγορα την Αλεξάνδρεια και κατέφυγαν πάλι στην αγαπημένη τους πόλη, τη Ρώμη. Κι όταν βγήκε διαταγή  του βασιλιά οι χριστιανοί να θυσιάζουν στα είδωλα, διαφορετικά θα πεθαίνουν με πολύ κακό τρόπο, έλαμψε σε όλους η πίστη της Ευγενίας. Διότι από τον πόθο του Χριστού ομολόγησε την πίστη της, γι’ αυτό και προσδέθηκε σε πολύ βαρύ λίθο και ρίχτηκε στο νερό. Κι επειδή κατά παράδοξο τρόπο δεν έπαθε τίποτε, της απέκοψαν το κεφάλι, οπότε με χαρά πορεύτηκε στον αγαπημένο της Νυμφίο Χριστό».

      
Η αγία Ευγενία υπήρξε όχι μόνον ευγενής ως προς την καταγωγή της, αλλά ευγενής και από χαρακτήρος. Αυτήν τη φυσική της ευγένεια προβάλλει καταρχάς μεταξύ άλλων και ο υμνογράφος της, άγιος Θεοφάνης, ο οποίος όμως σχετίζει αυτήν με τον πόθο και την αγάπη του Χριστού, προκειμένου να παραμείνει η ευγένειά της σταθερή και ολόκληρη. «Την του κόσμου πρόσκαιρον φυγούσα δόξαν, τον Χριστόν επόθησας, το ευγενές σου της ψυχής αδιαλώβητον σώζουσα, μάρτυς θεόφρον, Ευγενία πανεύφημε». (Απέφυγες την πρόσκαιρη κοσμική δόξα, Ευγενία πανεύφημε, γι’ αυτό και πόθησες τον Χριστό, κρατώντας έτσι χωρίς πληγές την ευγένεια της ψυχής σου). Κι ακόμη: όχι μόνο να παραμείνει η ευγένεια αυτή σταθερή, αλλά να προχωρήσει στην υψηλή της κατάσταση. «Υμνωδίας, Νύμφη του Χριστού, θείας επακούσασα, προς υψηλήν επτερώθης ευγένειαν» (Άκουσες θεϊκή υμνωδία, νύμφη του Χριστού, κι απέκτησες φτερά για την υψηλή ευγένεια).  Ο υμνογράφος με απέριττο και σαφή λόγο εκφράζει στα τροπάρια αυτά μία από τις μεγαλύτερες αλήθειες: η πίστη και η αγάπη του Χριστού, η στροφή προς Εκείνον κάνει τον άνθρωπο να οδηγείται στην αληθινή ευγένεια, δηλαδή να ζει με υγεία ψυχής. Και αντιθέτως: όταν ο άνθρωπος στρέφεται εμπαθώς προς τον κόσμο, εκζητώντας τη δόξα του κόσμου, τότε δυστυχώς πληγώνεται στην ψυχή, χάνεται η ομορφιά αυτής και ο άνθρωπος γίνεται δύσμορφος. Αιτία γι’ αυτό βεβαίως είναι ότι η σχέση με τον Θεό, τον αληθινό εν Χριστώ Θεό, συνιστά τη φυσιολογία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό για να ζει με τον Θεό και να κατατείνει προς Εκείνον. «Ότι εξ Αυτού και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα», που σημειώνει και ο απόστολος Παύλος. Η ευγενής αγία Ευγενία λοιπόν προβάλλεται καταρχάς ως τύπος του αληθινού και φυσιολογικού ανθρώπου.

       
Η διαφύλαξη της ευγένειάς της με τον θερμό πόθο που είχε για τον Χριστό ήταν ευνόητο ότι πέρασε και από πειρασμούς. Δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος του Θεού να πορεύεται κατά το θέλημα του Θεού χωρίς να υφίσταται δαιμονικές επιθέσεις. Αν ο ίδιος ο Κύριος δέχτηκε την επήρεια των πειρασμών, πολύ περισσότερο ο κάθε άνθρωπος, μάλιστα ο πιστός. Κι ένας από τους πειρασμούς της αγίας ήταν βεβαίως ο αναφερόμενος στο συναξάρι με την ταλαίπωρη Μελανθία. Ο άγιος υμνογράφος μάλιστα θεωρεί τη Μελανθία ως όργανο του διαβόλου. Εκείνος ως ο αρχαίος όφις κρυβόταν πίσω από τις κακές ενέργειές της. «Δρόμον τον σον ευθυνούμενον βλέπων προς σωτηρίαν όφις ο ψυχόλεθρος, αθληφόρε, αναρριπίζει πειρασμούς σοι ποικίλους, τον σον τόνον λύειν πειρώμενος, τούτον δε, θεόφρον αγνή, κατεπάτησας» (Ο καταστροφέας των ψυχών, ο όφις διάβολος, βλέποντας τον δρόμο της ζωής σου να βρίσκεται στην κατεύθυνση της σωτηρίας, σου δημιουργεί ποικίλους πειρασμούς, προσπαθώντας να χαλαρώσει τη δύναμη της ψυχής σου. Αυτόν όμως, θεόφρον αγνή, τον κατεπάτησες). Ο διάβολος λοιπόν κάνει τη «δουλειά» του: να γίνεται εμπόδιο στην πορεία μας προς τον Θεό. Μπορούμε όμως και τον καταπατάμε, σαν την αγία, αν μένουμε σταθεροί στο θέλημα Εκείνου. Στη σταθερότητα αυτή διαπιστώνουμε την αδυναμία τελικώς του διαβόλου.

       
Ο άγιος Θεοφάνης επιμένει πολύ βεβαίως στην ομορφιά και την ωραιότητα του βίου της αγίας, καθώς διαπιστώνει τη σκληρή πνευματική της άσκηση, η οποία επιστεγάστηκε και με τη δοξασμένη άθλησή της («Κοσμίως σου και ωραίως τον βίον εφαίδρυνας, ασκήσει το πρότερον σαρκός τα πάθη μαράνασα∙ ύστερον αθλήσει δε περιφανώς, Ευγενία, διαλάμψασα» (Λάμπρυνες τον βίο σου με κόσμιο και ωραίο τρόπο, αφού μάρανες τα αμαρτωλά πάθη προηγουμένως με την άσκησή σου, κι ύστερα έλαμψες  με τη δοξασμένη άθλησή σου, Ευγενία). Αναφέρεται όμως και στην αρχή της μεταστροφής της στον Θεό, τότε που κινούμενη από τη χάρη του Θεού εγκατέλειψε τα εγκόσμια, για να αφιερωθεί ολοκληρωτικά σ’ Εκείνον. Και κάνει εντύπωση η επισήμανσή του ότι η μεταστροφή της αυτή – πέραν της μελέτης των θεοπνεύστων επιστολών του αποστόλου Παύλου, οι οποίες την σαγήνευσαν – σχετίστηκε με την υμνολογία της Εκκλησίας μας, το θεολογικό περιεχόμενό της. «Υμνωδίας, Νύμφη του Χριστού, θείας επακούσασα, προς υψηλήν επτερώθης ευγένειαν∙ ως γαρ φως ενήστραψε τη καρδία σου των ασμάτων του Πνεύματος η θεολογία, πάσαν αθεότητα διώκουσα» (Η θεϊκή υμνωδία που άκουσες, νύμφη του Χριστού, σου έδωσε φτερά για να ανέβεις στην υψηλή ευγένεια. Διότι σαν φως άστραψε στην καρδιά σου η θεολογία των ασμάτων του Πνεύματος, διώχνοντας έτσι κάθε αθεότητα).

       
Το τροπάριο  αυτό του αγίου Θεοφάνους συνιστά ύμνο κυριολεκτικά στην υμνολογία. Διότι αφενός τονίζει ότι οι ύμνοι της Εκκλησίας περιέχουν όλη τη θεολογία της, κατ’  έμπνευση του αγίου Πνεύματος, αφετέρου η ίδια η υμνωδία, ως τρόπος ασματικός, γίνεται όργανο αναγωγής προς τον Θεό, κατανύξεως της καρδίας. Πόση μεγάλη είναι η ευθύνη των ψαλτών της Εκκλησίας μας, οι οποίοι έχουν τον κλήρο και το χάρισμα να μεταφέρουν με ασματικό τρόπο την πίστη της Εκκλησίας. Γίνονται πραγματικά τα όργανα του Θεού για να ανεβάζουν τις ανθρώπινες ψυχές, να δημιουργούν κατάνυξη με τη σωστή εκφορά των ύμνων και με την προσευχητική διάθεσή τους. Μακάρι όλοι οι ψάλτες μας να είχαν την επίγνωση και τη συναίσθηση αυτή.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΔΕΚΑ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΟΙ ΕΝ ΚΡΗΤῌ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΕΣ (23 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)



«Οι άγιοι αυτοί άθλησαν επί Δεκίου βασιλέως, στη νήσο Κρήτη, προερχόμενοι από διαφορετικά μέρη αυτής και όχι από μία μόνο πόλη της. Πέντε ήταν από τη μητρόπολη Γορτύνης, ο Θεόδουλος, ο Σατορνίνος, ο Εύπορος, ο Γελάσιος και ο Ευνικιανός. Από την Κνωσό ήταν ο Ζωτικός. Από το Επίνειο Πανόρμου ο Αγαθόπους. Από την Κυδωνία ο Βασιλείδης και από το Ηράκλειο ο Ευάρεστος και ο Πόμπιος. Αυτοί παραδόθηκαν από τους απίστους στον άρχοντα της νήσου, ο οποίος επέτρεψε στον δήμιο να τους περιφέρει στους βωμούς των ειδώλων, κι αν δεν θυσιάζουν, να τους βασανίζει με παντός είδους βασανιστήρια. Τριάντα ημέρες λοιπόν γύριζαν συρόμενοι από τους άτακτες υβριστές, οι οποίοι τους κορόιδευαν  και τους έσερναν  κατά γης μέσα στις κοπριές, κι ύστερα, επειδή είδε ο δικαστής ότι είχαν αμετακίνητο και στέρεο  το φρόνημά τους, παρ’ όλα τα κτυπήματα και τους λιθοβολισμούς, τους στρέβλωσαν τα μέλη του σώματος, τους υπέβαλαν σε άλλα φοβερά μαρτύρια και τέλος τους έκοψαν το κεφάλι. Τελείται δε η σύναξή τους στο ναό του αγίου Στεφάνου, πλησίον των Πλακιδίων».  

Η αγαπημένη σκέψη του Ιωσήφ του υμνογράφου, να συνδέει τις εορτές των αγίων με τα προεόρτια των Χριστουγέννων, συνεχίζεται. Ό,τι είδαμε και με την αγία Αναστασία την φαρμακολύτρια, να προβάλλεται δηλαδή από τον υμνογράφο ως φως που φωτίζει την Γέννηση του Κυρίου, το ίδιο βλέπουμε και εδώ με τους αγίους δέκα μάρτυρες τους εν Κρήτη: «εφέστηκεν η μνήμη – τονίζει – των Μαρτύρων, κηρύττουσα την Γενέθλιον ημέραν του Σωτήρος∙ και τη τούτων αθλήσει προοιμιάζεται ημίν Δεσποτική εορτή» (έφτασε η μνήμη των Μαρτύρων, που κηρύσσει τη Γέννηση του Σωτήρος. Και η Δεσποτική εορτή κάνει την εμφάνισή της σε εμάς  με την άθλησή τους). Με ποιον τρόπο οι άγιοι μας παραπέμπουν στα Χριστούγεννα; Μα με την προσφορά των δώρων τους στον εκ Παρθένου γεννηθέντα: τη θυσία του εαυτού τους. «Μάγοι τα δώρά σοι προσήγον, οι δε Μάρτυρες τα αίματα τω γεννηθέντι επί γης εκ Παρθένου εν τη πόλει Δαυίδ» (Οι μάγοι σου πρόσφεραν τα δώρα, οι δε μάρτυρες τα αίματα του μαρτυρίου τους, σε Σένα που γεννήθηκες επί γης από Παρθένο κόρη στην πόλη του Δαυίδ). Κατά τον άγιο Ιωσήφ το μαρτύριο των δέκα μαρτύρων λειτουργεί ως τύπος της Γέννησης του Κυρίου: είναι το νέο αστέρι, που κηρύσσει στους πιστούς Αυτόν που η Παρθένος εκύησε. «Αστήρ μεν το πριν τοις μάγοις επέστη, οδηγών εν Βηθλεέμ, πόλει Ιούδα∙ ούτοι δε ημίν κηρύττουσιν εν βασάνοις, ον η Παρθένος ασπόρως εκύησεν» (Ο αστέρας παλαιά φανερώθηκε στους μάγους, οδηγώντας τους στη Βηθλεέμ, την πόλη Ιούδα. Αυτοί δε κηρύσσουν σε εμάς με τα βάσανά τους Αυτόν που η Παρθένος εκύησε χωρίς συνάφεια ανδρός).

Η καταγωγή των δέκα μαρτύρων από την Κρήτη δεν μένει αναξιοποίητη από τον άγιο υμνογράφο. Παίρνει αφορμή να θυμηθεί τον μεγάλο απόστολο Παύλο και τους μαθητές του, οι οποίοι πέρασαν από την Κρήτη και ίδρυσαν την τοπική Εκκλησία. Στο πρόσωπο των δέκα αυτών ο Ιωσήφ βλέπει την προέκταση  του αποστόλου των εθνών, τα κλήματα που ανήκουν στη φυτεία εκείνου. «Τίτου και Κάρπου κλήματα ώφθητε, μάρτυρες, ως εκ της Παύλου φυτείας αναθάλλοντες, καρπούς ομολογίας εκ χειλέων τω Χριστώ προσενέγκαντες» (Φανήκατε κλήματα του Τίτου και του Κάρπου, μάρτυρες, σαν να βλαστήσατε από τη φυτεία του Παύλου, αφού προσφέρατε από τα χείλη σας στον Χριστό τους καρπούς της ομολογίας σας). Η επισήμανση του αγίου υμνογράφου είναι ιδιαιτέρως σημαντική: εκείνος θεωρείται γνήσιος συνεχιστής της παράδοσης των αποστόλων, όταν έμπρακτα, και μάλιστα με τη θυσία της ζωής του, φανερώνει την πίστη που αυτοί παρέδωσαν. Μία αλήθεια που πρέπει πάντοτε να έχουμε κατά νου, δεδομένου ότι συχνά οι νεώτεροι  καυχόμαστε για τους πατέρες μας, χωρίς καμία προσπάθεια συντονισμού μας με τη ζωή εκείνων.


Η αποστολικής καταγωγής πίστη στον Χριστό των αγίων μαρτύρων προβάλλεται από τους ύμνους της ακολουθίας τους και με μία εξαίσια εικόνα: μοιάζει η πίστη τους με πλοίο ευρισκόμενο σε απάνεμο λιμάνι, και γι’ αυτό προφυλαγμένο από τα άγρια κύματα της θάλασσας. Η πίστη στον Χριστό δηλαδή ήταν εκείνη που έδινε τη δύναμη στους μάρτυρες να ξεπερνούν όλα τα κτυπήματα των αθέων, που σαν κύματα έρχονταν εναντίον τους. «Κυμαινομένης ως θαλάσσης κατά της ομολογίας Χριστού της τυραννίδος του εχθρού, ως φιλεύδιοι λιμένες αυτή, επέστησαν αθρόως οι αθληταί, ως ναυν την πίστιν αυτών συναιρούντες» (Σαν κύμα της θάλασσας ήταν η τυραννίδα του εχθρού που κτυπούσε την ομολογία του Χριστού. Οι αθλητές όμως φάνηκαν  όλοι  σαν απάνεμα λιμάνια, κρατώντας την πίστη τους σαν πλοίο). Όλη η ιστορία της Εκκλησίας και της ανθρωπότητας αδιάκοπα επιβεβαιώνει ότι πράγματι η μεγαλύτερη δύναμη στον κόσμο, αυτή που έκαμψε σιδηρόφρακτες αυτοκρατορίες και υπερίσχυσε θεωρουμένων πανίσχυρων αυτοκρατόρων και βασιλέων, είναι η πίστη στον Χριστό. Όταν βεβαίως αυτή δεν εξαντλείται στα λόγια – τούτο συνιστά βλασφημία – αλλά φανερώνεται ως ζωή. Και δικαίως: είναι η πίστη που συνιστά τη δίοδο της παρουσίας του ίδιου του Θεού μέσα στον κόσμο.

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Η ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑ (22 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)




«Η αγία και γενναιότατη μάρτυς  Αναστασία έζησε επί Διοκλητιανού του βασιλέως, στην πόλη των Ρωμαίων. Ήταν κόρη κάποιου ειδωλολάτρη ονόματι Πρεπέξαστου, ενώ η μητέρα της λεγόταν Φαύστα. Η μητέρα της την οδήγησε στον Χρυσόγονο, θεόπνευστο και ευσεβή άνδρα, από τον οποίο εκπαιδεύθηκε τα ιερά γράμματα, ενώ την πίστη στον Χριστό την έμαθε από την μητέρα της. Συζεύχθηκε με έναν ειδωλολάτρη, τον Πούπλιο, με τον οποίο όμως δεν ήθελε να έχει συζυγικές σχέσεις, προφασιζομένη πάντοτε κάποια αρρώστια της, λόγω της απιστίας του. Ντυνόταν όμως φτωχά και απέριττα και, με τη βοήθεια μιας μόνο υπηρέτριας που την ακολουθούσε, επισκεπτόταν  τις γυναίκες που βρίσκονταν σε ένδεια, ενώ κρυφά υπηρετούσε και τους μάρτυρες του Χριστού, εισερχομένη στις φυλακές που τους κρατούσαν, με το να τους λύνει τα δεσμά, να τους αλείφει με λάδι και να τους καθαρίζει τις πληγές, φέρνοντάς τους και τις κατάλληλες τροφές που χρειάζονταν. Ο σύζυγός της που έμαθε τι έκανε, καταρχάς την έβαλε υπό επιτήρηση. Όταν όμως εκείνος σε κάποιο ταξίδι του με τρικυμιώδη θάλασσα πνίγηκε, βρήκε την ευκαιρία, ελεύθερη πια, να μοιράσει όλη την περιουσία της στους πτωχούς, ενώ χωρίς καμιά πίεση συνέχισε να υπηρετεί τους αθλητές του Χριστού, να μαζεύει τα λείψανά τους μετά το μαρτύριό τους και να τα ενταφιάζει οσίως. Καθοδήγησε και ενίσχυσε  πολλούς  προς το μαρτύριο του Χριστού, κι όταν ήλθε η ώρα και η ίδια να εξετασθεί από διαφόρους ηγεμόνες, ομολόγησε την πίστη της, οπότε την έριξαν στη θάλασσα μαζί με άλλες γυναίκες,  ενώ τέλος αφού την έδεσαν σε πασσάλους και την έβαλαν σε φωτιά, δέχτηκε το στεφάνι του μαρτυρίου. Τελείται δε η σύναξή της στον ναό που οικοδομήθηκε στον τόπο του μαρτυρίου της, που βρίσκεται κοντά στα έμβολα του Δομνίνου».

Δεν διαφεύγει της προσοχής του αγίου υμνογράφου Ιωσήφ ότι η μνήμη της αγίας μεγαλομάρτυρος βρίσκεται λίγες μόνον ημέρες προ της μητροπόλεως των εορτών, της Γεννήσεως του Κυρίου μας («Προεόρτιος ημέρα σήμερον της ενανθρωπήσεως Χριστού του Θεού τη της πανευφήμου και μάρτυρος εορτή συνεξέλαμψεν Αναστασίας», δηλαδή: η προεόρτια εορτή της ενανθρωπήσεως του Χριστού του Θεού έλαμψε μαζί με την εορτή της μάρτυρος Αναστασίας). Και μολονότι δεν υπάρχει καμία ιστορική και πραγματιστική σχέση μεταξύ των δύο αυτών εορτών, έχει την διαρκή έγνοια να τις συνδέσει μεταξύ τους, γι’ αυτό και οι πρώτοι ύμνοι της κάθε ωδής για την αγία είναι προς τιμήν του ερχομού του Κυρίου. Στο εξαποστειλάριο όμως της ακολουθίας, προς το τέλος πια του όρθρου, στην προεόρτια αναφορά του για τα Χριστούγεννα, προβαίνει στη σύνδεση από πλευράς συμβολικής και νοηματικής: η μνήμη της αγίας Αναστασίας λειτουργεί ως προκήρυξη της Γεννήσεως, ως καθοδηγητικό αστέρι για τους εκ Περσίδος μάγους και τους απλούς βοσκούς, δεδομένου ότι εκείνη πρόσφερε αντί χρυσάφι και λιβάνι και σμύρνα τον ίδιο της τον εαυτό στον Δεσπότη Χριστό. «Την εκ Παρθένου Γέννησιν του Χριστού προκηρύττει η φωτοφόρος μνήμη σου, μάρτυς Αναστασία, εν Βηθλεέμ συγκαλούσα Μάγους μεν εκ Περσίδος, συν δώροις∙ τους Ποιμένας δε, μετ’  αγγέλων προς ύμνον∙ συ γαρ σαυτήν, ως χρυσόν και λίβανον και ως σμύρναν, προσήξας τω Δεσπότη σου, εναθλούσα, θεόφρον» (Η φωτοφόρα μνήμη σου, μάρτυς Αναστασία, προκηρύσσει την εκ Παρθένου Γέννηση του Χριστού, καθώς συγκαλεί στη Βηθλεέμ τους εκ Περσίας μάγους, μαζί με τα δώρα, και τους Ποιμένες μαζί με τους αγγέλους για υμνολογία. Διότι εσύ με το μαρτύριό σου, θεόφρον, πρόσφερες στον Δεσπότη σου, σαν χρυσάφι και λιβάνι και σαν σμύρνα, τον ίδιο τον εαυτό σου).

Η ολοκληρωτική προσφορά της αγίας στον Χριστό, απόδειξη της αγάπης της προς Εκείνον, την έκανε να αποκτήσει και τη δύναμη Εκείνου. Ο υμνογράφος της την παρομοιάζει με ξίφος που έκανε κομμάτια όλη τη δύναμη των δαιμόνων. «Στομώσασα το φρόνημα αγάπη θεϊκή, μάρτυς αληθώς μεγαλώνυμε, ξίφος ωράθης, πάσας φάλαγγας συγκόπτον των δαιμόνων, ενθέω πεποιθήσει» (Ατσάλωσες το φρόνημά σου από την αγάπη του Θεού, αληθινά μεγαλώνυμη μάρτυς, και φάνηκες έτσι σαν ξίφος, που κατακόβει τις φάλαγγες των δαιμόνων, με πίστη στον Θεό). Την παντοδυναμία αυτή εξάλλου, λόγω της παρουσίας του Χριστού στην ύπαρξή της, προβάλλει ο άγιος Ιωσήφ και μέσω του ονόματός της: εικονίζει η αγία την Ανάσταση του Χριστού, γιατί όπως η Ανάσταση Εκείνου συνέτριψε τον διάβολο, έτσι και η αγία συνέτριψε με δύναμη τους εχθρούς δαίμονες. «Ανάστασιν Χριστού εικονίζεις, επωνυμία, εχθρούς καταράσσουσα τους αοράτους, πανεύφημε» (Εικονίζεις με το όνομά σου την Ανάσταση του Χριστού, πανεύφημε, καθώς σύντριψες τους αόρατους εχθρούς).

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που την εκ Χριστού δύναμή της η αγία την προσφέρει σε κάθε πιστό που προσέρχεται εν πίστει σε αυτήν και την επικαλείται («Και νυν θεία χάριτι, κουφίζεις πάντα πόνον, πανεύφημε, εκ των ψυχών ημών, και σωμάτων των τιμώντων σου τους αγώνας και τα προτερήματα», δηλαδή: Και τώρα με τη χάρη του Θεού, ανακουφίζεις κάθε πόνο, πανεύφημε, από τις ψυχές και τα σώματά μας, εμάς που τιμούμε τους αγώνες και τα προτερήματά σου). Το όνομά της μάλιστα ο άγιος υμνογράφος το χρησιμοποιεί και με αυτήν την έννοια: ως ανάσταση μέσω των προσευχών της και για τις πτώσεις στις αμαρτίες μας («Της Αναστάσεως του Κυρίου συνεπώνυμος ούσα, πεπτωκότα με νυν ανάστησον ταις πρεσβείαις σου», δηλαδή: έχοντας το ίδιο όνομα με την Ανάσταση του Κυρίου, ανάστησε και εμένα τώρα που είμαι πεσμένο στην αμαρτία, με τις πρεσβείες σου), αφού βεβαίως προηγουμένως το ίδιο, το όνομά της, λειτούργησε αναγεννητικά και για την ίδια («Της ζωηφόρου αναστάσεως Χριστού επώνυμος γενομένη, σεμνή, πολιτεία τη κλήσει προσφόρως εξηκολούθησας», δηλαδή: Απέκτησες την επωνυμία της αναστάσεως του Χριστού και γι’ αυτό ακολούθησες τρόπο ζωής σύμφωνο με το όνομά σου).  

Η ετοιμότητα της αγίας Αναστασίας να απαλαίνει τις πληγές που υφιστάμεθα από την αμαρτία και τον διάβολο δικαιολογείται από το ιδιαίτερο χάρισμα που της είχε δώσει ο Θεός: να υπηρετεί τους μάρτυρες και μάλιστα να περιποιείται τις πληγές τους. Είμαστε βέβαιοι: όπως τότε έτρεχε στην περιποίηση αυτών των πληγών, το ίδιο – κι ίσως περισσότερο – τρέχει και σε εμάς. Το χάρισμά της αυτό λειτουργεί τώρα απείρως αυξημένο και άκρως πιο αποτελεσματικό. Αρκεί να αναγνωρίζουμε βεβαίως ότι η αμαρτία αποτελεί τραύμα στην ψυχή μας και να προσερχόμαστε εν μετανοία στον Κύριο.

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

῾ΚΕΡΑΜΙΟΝ ΥΔΑΤΟΣ' ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΡΟΙΚΟΝΝΗΣΟΥ κ.κ. ΙΩΣΗΦ (ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ 8 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2014)



Παναγιώτατε Δέσποτα,
᾽Εξοχώτατε κύριε Πρέσβυ-Γενικέ Πρόξενε τῆς ῾Ελλάδος στήν Πόλη,
Σεβασμιώτατοι ἅγιοι ᾽Αρχιερεῖς,
Κυρίες καί Κύριοι.

Θεωρῶ ἐξαιρετική τιμή καί εὐλογία γιά μένα τό γεγονός ὅτι κλήθηκα νά παρουσιάσω δι᾽ ὀλίγων τό τελευταῖο βιβλίο ὑπό τόν τίτλο ῾Κεράμιον ὕδατος᾽ τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Προικοννήσου κ. ᾽Ιωσήφ, ἐκκλησιαστικοῦ ἀνδρός οὐ τυχόντος, ἀφοῦ εἶναι γνωστός ἀνά τά πέρατα τῆς Οἰκουμένης καί ἀπό τά κείμενά του, ἔμπλεα χάριτος καί σοφίας, καί ἀπό τά ποιητικά δημιουργήματά του, τά ὁποῖα ἐκεῖνος λόγω σεμνότητος καί ταπείνωσης τά θεωρεῖ ἁπλῶς ῾τολμήματα ποιητικά᾽, ἀλλά καί ἀπό τά κηρύγματα καί τίς ὁμιλίες του, εἴτε στόν Πειραιᾶ πού κατεξοχήν δραστηριοποιεῖται εἴτε σέ ὅλη τήν ῾Ελλάδα καί σέ πολλές χῶρες τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἐκτός τούτων δέ καί ἀπό τά ἐρτζιανά κύματα μέσω τοῦ ραδιοφωνικοῦ σταθμοῦ τῆς Πειραϊκῆς ᾽Εκκλησίας. Καί ἡ τιμή καί ἡ εὐλογία προσλαμβάνει διαστάσεις ὑπερβολῆς, ὅταν ἡ παρουσίαση αὐτή γίνεται ὄχι σέ ἕνα ἁπλό τόπο καί χῶρο, ἀλλά ἐκεῖ πού κτυπᾶ ἡ καρδιά τῆς Ρωμηοσύνης, στό πάνσεπτο κέντρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου, τῆς ῾Μεγάλης Μάνας᾽ μας, ἐκεῖ πού ὅπως ἔχει λεχθῆ ῾δέν πηγαίνεις, ἀλλά πάντοτε ἐπιστρέφεις᾽. Γιατί ἐδῶ εἶναι οἱ πνευματικές μας ρίζες, ἐδῶ καί ἡ σύνολη ἀναφορά μας, ὅταν προσβλέπουμε ἰδίως στόν χαρισματικό καί γνήσιο ἑαυτό μας, τόν ἀναγεννημένο ἐν Χριστῷ διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος, πού θά πεῖ ὅτι ἐδῶ κάθε ὀρθόδοξος χριστιανός (πρέπει νά) νιώθει πολύ ἄνετα ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς, νιώθει κυριολεκτικά ὅτι βρίσκεται σπίτι του. Καί μάλιστα ἐνώπιον τῆς σεπτῆς Κορυφῆς τῆς ᾽Ορθοδοξίας, τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου μας κ.κ. Βαρθολομαίου!

Δέν θέλω νά παρασυρθῶ ὅμως ἀπό τά δοξολογικά καί εὐχαριστιακά αἰσθήματά μου, γιατί στόν τόπο τοῦτο βρισκόμαστε, ὅπως εἴπαμε, γιά τόν Σεβασμιώτατο Προικοννήσου καί τήν παρουσίαση τοῦ τελευταίου βιβλίου του. ῾Ενός βιβλίου ὀγκώδους ἐκ πρώτης ὄψεως, τόμου στήν πραγματικότητα, (τό ὀνομάζουμε βιβλίο μέ τήν τρέχουσα πιά ἔννοια τοῦ ὅρου, ἀφοῦ κυριολεκτικῶς βιβλίο θεωρεῖται κάτι ὀλιγοσέλιδο, ὅπως μία ἐπιστολή), πού ἀριθμεῖ 540 σελίδες καί πού ἀκριβῶς γι᾽ αὐτό μπορεῖ νά ἀνακαλέσει στή μνήμη κάποιων τή γνωστή βυζαντινή ρήση: ῾μέγα βιβλίον, μέγα κακόν᾽. ᾽Αλλ᾽ ἡ ρήση αὐτή ἐξαρχῆς λέμε ὅτι καθόλου δέν ἰσχύει γιά τό ὑπ᾽ ὄψιν βιβλίο, τό ἀντίθετο μάλιστα, δεδομένου ὅτι σ᾽ αὐτό ὁ Σεβασμιώτατος ᾽Ιωσήφ δέν ἀργολογεῖ, ὅπως ἀφήνει νά ἐννοηθεῖ ἡ καυστική βυζαντινή διατύπωση: λέγονται πολλά δηλαδή, συνεπῶς καί κάποια περιττά γιά ἕνα θέμα, ἀλλά μαρτυρεῖ μέ δύναμη τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως καί δοξολογεῖ τή σώζουσα παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας μέ τόν πολλαπλό τρόπο πού ἀντανακλῶνται οἱ ἀκτίνες τοῦ ἥλιου ὅταν πέφτουν πάνω σέ ἕνα πολυεδρικό διαμάντι. Πρόκειται κατά τό προλογικό κείμενο τοῦ ἴδιου τοῦ συγγραφέως ῾γιά ἕνα corpus δημοσιευμάτων του, πού εἶδαν τό φῶς τῆς δημοσιότητος τά τελευταῖα χρόνια, τά περισσότερα στήν ῾Ελλάδα...ἐλάχιστα παλαιότερα στά ἔντυπα τῆς ῾Ι. ᾽Αρχιεπισκοπῆς Αὐστραλίας, ἐνῶ κάποια γράφτηκαν γιά ἱστοσελίδες ἐκκλησιαστικῶν εἰδήσεων καί πρωτοδημοσιεύθηκαν στό διαδίκτυο᾽. Τά ἀπό δῶ καί ἀπό κεῖ λοιπόν ἐρριμένα κείμενα, παλαιότερα καί νεώτερα, μέ ὑπομονή καί προσοχή συγκεντρώθηκαν ἀπό τόν συγγραφέα σέ ἕναν τόμο, ὥστε νά βρίσκονται πρόχειρα στά χέρια κάθε φιλαναγνώστη, φιλάγιου καί φιλόχριστου ἀνθρώπου.

῾Η ἴδια ἡ αὐτοσυνειδησία τοῦ συγγραφέως, ἀλλά καί ἡ διαπίστωση τοῦ διεξερχομένου τά κείμενα ἐπιβεβαιώνουν τούς παραπάνω χαρακτηρισμούς περί μαρτυρίας τῆς ἀλήθειας καί τῆς παραδόσεως τῆς ᾽Εκκλησίας. ῾Καί στόν τόμο αὐτόν, ὅπως καί στόν ἀνάλογο προηγούμενο ῾᾽Οσμή ζωῆς᾽ (᾽Αθήνα 2009) – σημειώνει ὁ Σεβασμιώτατος – παρά τήν ποικιλία τῶν θεμάτων, ὑπάρχει ἕνας κεντρικός ἄξονας, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τό εὐσεβές βίωμα τῆς Ρωμηοσύνης᾽. Γιά νά συνεχίσει: ῾Μέ στημόνι τόν ἐκλαϊκευμένο ὀρθόδοξο θεολογικό λόγο καί μέ ὑφάδι τόν προσφιλῆ μου λυρισμό προσπαθῶ νά ἐξυφάνω στόν ἀργαλειό τῆς παραδόσεως ἕνα κάπως σουλουπωμένο ὑφαντό, πού ἐλπίζω μερικοί νά τό καταδεχτοῦν γιά κάποια γωνιά τῆς καρδιᾶς τους, καί ὄχι μόνο τῆς βιβλιοθήκης τους᾽.

Στρωσίδι τῆς καρδιᾶς λοιπόν ἀπό τόν ἀργαλειό τῆς παραδόσεως  ὁ τόμος τοῦ Σεβασμιωτάτου, πού σημαίνει ὅτι ἡ ἐνσυνείδητη προσπάθειά του κατά τή γραφή τῶν κειμένων του ἦταν ὄχι ἁπλῶς νά πληροφορήσει τόν νοῦ ἀλλά νά θρέψει τόν ἔσω ἄνθρωπο, ῾τόν κρυπτόν τῆς καρδίας᾽, κατά τόν ἀπόστολο, γι᾽ αὐτό καί μιλᾶμε γιά βιβλίο πού μέ ἱερό δέος πρέπει νά τό κρατάει κανείς στά χέρια του. Καί πράγματι: ὁ ἴδιος ὁ τίτλος καταρχάς πέραν τοῦ ἴδιου τοῦ περιεχομένου παραπέμπει στήν ἀλήθεια αὐτή. ῾Κεράμιον ὕδατος᾽, μέ ὑπότιτλο: Δροσισμός ἀπό τήν Πηγήν τήν ἀείζωον. ῾Αγιογραφική ἡ πηγή τῆς ἐμπνεύσεως. Εἶναι ἀπό τά ἴδια τά λόγια τοῦ Κυρίου σέ μαθητές Του λίγο πρίν ἀπό τό Πάθος Του: ῾Λέγει αὐτοῖς: ὑπάγετε εἰς τήν πόλιν, καί ἀπαντήσει ὑμῖν ἄνθρωπος  κ ε ρ ά μ ι ο ν   ὕ δ α τ ο ς  βαστάζων. ᾽Ακολουθήσατε αὐτῷ...᾽(Μάρκ. 14, 12-13). ῾Αγιοπατερική ἡ ἐξήγηση καί ἄμεσα ἀνθρωπολογικός ὁ συμβολισμός τοῦ κεραμίου κατά ἅγιο Μάξιμο τόν ῾Ομολογητή: ῾Αὐτός πού βαστάζει τό κεράμιον τοῦ ὕδατος εἶναι αὐτός πού κρατάει στούς ὤμους τῆς ἐγκράτειας σταθερή καί ὄρθια τή χάρη τῆς πίστεως πού μᾶς δόθηκε κατά τό βάπτισμα᾽. ῾Κεράμιον λοιπόν εἶναι ἡ ὑλική μας ὑπόστασι, τό σαρκίον μας, - σχολιάζει ὁ συγγραφέας -  καί ὕδωρ εἶναι ἡ χάρις τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καί ἡ Πίστις πού μᾶς δωρήθηκε, ἤγουν ἡ ἀληθινά ἀείζωος πηγή. ᾽Οφείλουμε κατά ταῦτα οἱ θέλοντες ῾φαγεῖν τό Πάσχα᾽ νά ῾βάλουμε πλάτη᾽ καί νά νεκρώνουμε καθημερινῶς τό φρόνημα τῆς σαρκός μέ ἐγκράτεια, μέ θεοφιλῆ ἄσκησι καί μέ πρακτική ἐφαρμογή τοῦ θείου θελήματος...προκειμένου νά μπορέσωμε νά κρατήσωμε τό ὕδωρ τό ῾ἁλλόμενον εἰς ζωήν αἰώνιον᾽ καί νά τύχωμε τοῦ αιώνιου δροσισμοῦ τῆς Χάριτος᾽.

῎Οχι μόνον ὅμως ὁ τίτλος, ἀλλά καί τά περιεχόμενα ἔρχονται εἰς ἀκριβή ἐπίρρωση ὅσων αὐτός (ὁ τίτλος) ἐπαγγέλλεται. Διαρθρωμένη ἡ ὕλη  σέ ἕξι ἑνότητες -  ἔχοντας ἡ κάθε μία ἑνότητα ὡς κεφαλίδα εὔστοχη ἐπιλογή φράσης, εὐθείας συνάρτησης πρός τό περιεχόμενο τῆς ἑνότητας,  ἀπό τήν ῾Αγία Γραφή, καί δή τήν Παλαιά Διαθήκη, πλήν τῆς τελευταίας πού εἶναι ἀπό τό κατά Μάρκον εὐαγγέλιο καί πού δίνει καί τόν τίτλο τοῦ βιβλίου – προβάλλει τήν ἀνάγκη τῆς ζωντανῆς σχέσεώς μας μέ τόν Θεό, τή διακράτηση τῆς Χάρης Του, τόν δροσισμό πού αὐτή φέρει στόν ἄνθρωπο προκειμένου νά εἶναι καί νά παραμένει ζωντανός. Κι αὐτό γίνεται μέ τίς ἐκκλησιαστικές ἑορτές τοῦ Χριστοῦ μας πρῶτον  καί τῆς  Παναγίας μας (α´ καί β´ ἑνότητα),  τῶν ἁγίων μας ἔπειτα (γ´ ἑνότητα), ἀλλά καί τήν προβολή μεγάλων μορφῶν τοῦ Γένους καί τῆς ᾽Εκκλησίας (δ´ ἑνότητα), ὅπως τοῦ Γενναδίου Β´ τοῦ Σχολαρίου (τοῦ πρώτου μετά τήν ῞Αλωση Πατριάρχη), τοῦ Κυρίλλου Λουκάρεως, τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, τοῦ ᾽Ιωάννου Καποδίστρια κ.ἄ. Κι ἀκόμη μέ τήν ἀναφορά σέ τόπους ἁγιασμένους, σάν τήν Πόλι τήν  ἑπτάλοφο...τήν Πόλι τήν αἰωνία, τή Ρώμη, τό Κολοσσαῖο, τόν ῞Αγιο Πέτρο, τίς Κατακόμβες, τήν ῎Ιμβρο, τά Μύρα Λυκίας,  ὅπου τό περπάτημα ἁγίων μορφῶν καί τό χυμένο αἷμα τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως καθιστᾶ τή χάρη τοῦ Θεοῦ διαρκή καί ζωντανή πραγματικότητα (ε´ ἑνότητα). Καί τέλος (στ´ ἑνότητα) μέ τήν ἀναμέτρηση τοῦ συγγραφέα ἀπέναντι σέ σύγχρονα ἐκκλησιαστικά καί κοινωνικά  θέματα, ὅπως τῆς ἐπ᾽ ἐκκλησίας ἀναγνώσεως μεταφρασμένων ἱερῶν κειμένων, τῶν εὐτρεπιζομένων εἰς γάμου κοινωνίαν, τῆς ἀνεξιθρησκείας καί τῆς Δημοκρατίας, τῶν Δημοτικῶν τραγουδιῶν, ἀλλά καί μέ τήν παρουσίαση τῆς λεπτομεροῦς διαδικασίας ἑτοιμασίας τοῦ ἁγίου Μύρου, κάτι πού ἀποκαλύπτει πτυχές τῶν κεκρυμμένων κτύπων τῆς καρδιᾶς τοῦ Σεβασμιωτάτου.

Πλοῦτος, πλοῦτος πολύς πού σέ ὑποβάλλει καί σέ κινεῖ σέ δοξολογία ἀφενός τοῦ Θεοῦ, σέ στροφή εἰς ἑαυτόν ἀφετέρου, γιατί σέ κάνει νά καταλάβεις ὅτι μόνον ἐν μετανοίᾳ μπορεῖς σωστά νά δοξολογήσεις τόν Θεό. Ἡ αἴσθηση πού ἀποκομίζεις ἀπό τή μελέτη τῶν κειμένων τοῦ Σεβασμιωτάτου εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ εἰσερχομένου σέ πανώριο δάσος. Τό κάθε μονοπάτι εἶναι καί μία ἔκπληξη ἀπό τήν ἔκπαγλη ὀμορφιά πού ἀντικρίζει ὁ περιπατητής. Τό κάθε κείμενο εἶναι ἀντιστοίχως καί μία ἔκπληξη γιά τόν ἀναγνώστη, γιατί προβάλλεται  τό ἴδιο πάντα γεγονός  – Χριστός ἐσταυρωμένος καί ἀναστάς – μέσα ὅμως ἀπό διαφορετική ὀπτική.

Θά ἀδικούσαμε ὅμως τόν συγγραφέα καί τό βιβλίο του ἄν σταματούσαμε ἐδῶ. Μπορεῖ ὄντως ἡ προτεραιότητά του σέ κάθε σελίδα του νά εἶναι ἡ κατάθεση τῆς μαρτυρίας γιά τήν ἀλήθεια τῆς ὀρθοδόξου  πίστεως, γεγονός πού φανερώνεται ἔντονα ἀπό πολλές πλευρές μέ τήν στέρεα θεολογική κατάρτισή του καθώς διατυπώνει πότε τό Τριαδολογικό δόγμα τῆς ᾽Εκκλησίας μας (῾Μονάς ἐν Τριάδι καί Τριάς ἐν Μονάδι᾽) καί πότε τό Χριστολογικό (῾διπλοῦς τήν φύσιν, ἀλλ᾽ οὐ τήν ὑπόστασιν᾽), μπορεῖ τό Σύμβολο τῆς Πίστεως ὡς ἀπαύγασμα τῆς βαθειᾶς ἐκκλησιαστικῆς του συνειδήσεως νά θεωρεῖται τό βασικό κριτήριο πάνω στό ὁποῖο ἀναμετρᾶται ὁ κάθε πιστός πρός ἔλεγχο τῆς ὀρθῆς ἤ ὄχι πίστεώς του, ἀλλ᾽ ὑπάρχουν καί ἄλλα στοιχεῖα πού χαρακτηρίζουν τά κείμενά του καί πού δι᾽ ὀλίγων ἐλλείψει χρόνου, ἔστω καί μέ κίνδυνο νά παραλείψουμε πολλά οὐσιώδη,  ἄς ἐπιτραπεῖ νά κάνουμε λόγο καί γι᾽ αὐτά.

1. Λέμε γιά τό πόσο στέρεα καί βαθειά εἶναι ἡ γνώση τοῦ Σεβασμιωτάτου στά θέματα τῆς δογματικῆς πίστεως. Δέν εἶναι μικρότερη ὅμως ἡ γνώση του στά θέματα καί τῆς ἱστορίας. Κάθε κείμενο τοῦ ἁγίου Προικοννήσου φανερώνει ὄχι ἁπλῶς τό ἐνδιαφέρον του, ἀλλά τό πάθος του γιά τήν ἱστορική ἐξακρίβωση τῶν γεγονότων. ᾽Αρέσκεται στήν προβολή τῶν θεμάτων του νά ἀναδιφεῖ στήν ἱστορία, νά κάνει ἀναδρομή στίς ρίζες, νά βρίσκει τήν αἰτιώδη σχέση τῶν γεγονότων, νά συσχετίζει τό ἕνα μέ τό παρεμφερές γεγονός. Λειτουργεῖ δηλαδή ὡς ἄριστος ἱστορικός κι αὐτό προκαλεῖ ἱκανοποίηση στόν ἀναγνώστη, γιατί τόν ῾κυκλώνει᾽ ἀπό παντοῦ, χωρίς νά τοῦ ἀφήνει ἀναπάντητα ἐρωτήματα.

2. ῾Η στέρεα καί βαθειά δογματική καί ἱστορική γνώση του τόν κάνει νά ἔχει ἐπίγνωση τῶν ὀρθῶν διαστάσεων τῆς Μητέρας ᾽Εκκλησίας, τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου. Κατανοεῖ, νομίζουμε, ὅσο ἐλάχιστοι, ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο δέν στέκει στή θέση του γιά λόγους μόνο ἱστορικούς ἤ καί ἁπλῶς παραδοσιακούς. ῾Η θέση του σχετίζεται μέ ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων, μέ κανόνες θεοπνεύστων ἀνθρώπων, Πατέρων τῆς ᾽Εκκλησίας, πού γνώριζαν ὅτι ἡ κανονικότητα τῆς πρωτόθρονης ᾽Εκκλησίας ἐξασφάλιζε καί τήν ὁμαλή πορεία τῆς ὅλης ᾽Εκκλησίας καί διασφάλιζε τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως ἀπέναντι στίς διάφορες παραχαράξεις τῶν αἱρετικῶν. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ ἀγώνας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὡς ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως καί Προέδρου τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, νά τονιστεῖ ἡ σημασία τῶν δικαίων τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ῾διά τό εἶναι αὐτήν νέαν Ρώμην᾽, σχετιζόταν μέ τόν ἀγώνα νά διασφαλιστεῖ ἡ ὀρθή ἑρμηνεία τοῦ Συμβόλου Πίστεως τῆς Α´ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καί γνωρίζουμε ὅτι δόγματα καί κανόνες συνυπάρχουν ἔτσι ὥστε παραθεώρηση τῶν κανόνων καί ὑποβάθμισή τους νά ὁδηγεῖ τελικῶς σταδιακά καί σέ παραθεώρηση καί ὑποβάθμιση καί τῶν ὅρων – δογμάτων.

῾Η ἐπίγνωση αὐτή πού ὁδηγεῖ τόν Σεβασμιώτατο Προικοννήσου σέ βαθειά πίστη καί προσήλωση στόν θεσμό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, γι᾽ αὐτό καί σέ ὑγιᾶ ἀντίδρασή του ἀπέναντι σ᾽ ἐκείνους πού μέ διαφόρους τρόπους προσπαθοῦν νά τό ὑποσκάψουν,   ἀντανακλᾶ καί στό πρόσωπο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. ῎Ας ἐπιτραπεῖ νά βεβαιώσουμε λόγω καί τῆς προσωπικῆς σχέσεώς μας μαζί του ὅτι ἡ ἀγάπη του πρός τόν Παναγιώτατο δέν εἶναι μία ἀγάπη συναισθηματικῆς μόνο φύσεως καί μία ἁπλή φιλία. ῾Η ἀγάπη του ἀνάγεται σέ θεσμικό ὅπως εἴπαμε ἐπίπεδο: θεωρεῖ τόν προκαθήμενο, ἐν προκειμένῳ τόν κ. Βαρθολομαῖο, ὡς ἐκεῖνον πού ῾ὁλοξάγρυπνος, λόγω πολλῶν ᾽Ολίγων, Φανάρι ἀνάβει νά᾽ χει φῶς ἡ Μαρία πού θηλάζει τό Παιδί᾽, γιά νά θυμηθοῦμε τό γνωστό ποιητή κληρικό π. Παναγιώτη Καποδίστρια, δίνοντας τόν τόνο ταυτοχρόνως στόν συνοδικό θεσμό  καί διασφαλίζοντάς τον ὅσο τοῦτο εἶναι δυνατόν. Γι᾽ αὐτό καί ὅταν βρίσκει εὐκαιρία καταθέτει τόν σεβασμό καί τή γνήσια υἱϊκή ἀγάπη του ἀπέναντί του. ᾽Ιδιαιτέρως τό ἄρθρο του ῾῞Αγιον μύρον᾽ ἀπό τήν ἕκτη ἑνότητα ἀποτελεῖ τή συμπύκνωση τῶν συναισθημάτων του καί γιά τούς θεσμούς τοῦ Πατριαρχείου καί γιά τόν ἴδιο τόν Πατριάρχη. Μέ αἴσθηση ψυχῆς, μέ κατάνυξη, συνοδοιπόρος τῶν τιμίων καί τῶν ἱερῶν, καταγράφει βῆμα βῆμα, λεπτό πρός λεπτό τά διαδραματιζόμενα γιά τήν παρασκευή τοῦ ἁγίου μύρου. Κι εἶναι σάν νά μετέχουμε κι ἐμεῖς σ᾽ αὐτήν τήν ἱερή πανδαισία.
῎Ας ἀφήσουμε τόν ἴδιο τόν ἅγιο Προικοννήσου νά καταθέσει ἀπό τά ῾ποιητικά του τολμήματα᾽ τά αἰσθήματά του καί τήν πίστη του γιά τόν Πατριάρχη:

Συνισταμένη, ᾽Εσύ, σαγήνης ᾽Αποστολικῆς,
 σταυρόσχημης ἐλπίδας, καρδιακῶν δακρύων,
καί ἱλαροῦ φωτός ἁγίας δόξης, μακαρίας, οὐρανίου,
 ναί, ὁ Βαρθολομαῖος εἶσαι, στοῦ Χρυσοστόμου τή σειρά,
τοῦ Θεολόγου Γρηγορίου καί τοῦ ἱεροῦ Φωτίου!᾽
(῾Μετά βαθυτάτης ὑποκλίσεως, σελ. 66)

Κι ἀκόμη: ῾῎Ορθιος πάντοτε ἀπέναντι στόν ἥλιο
ὄρθιος μπρός στή φωνή τοῦ χθές, στό κέλευσμα τοῦ
σήμερα στό κάλεσμα τοῦ αὔριο
῎Ορθιος μέ τό χέρι ψηλά νά εὐλογεῖ καί νά δείχνει ἀέναα
τήν ὄγδοη ἡμέρα τήν ἀνέσπερη᾽.
(῾Φρα-παιδιές εὐκατάνυκτες᾽, σελ. 52)

3. Τό ῾Κεράμιον ὕδατος᾽, καί ὄχι μόνον αὐτό βεβαίως, ἀποκαλύπτει ἀμέσως στόν ἀναγνώστη, μέ τήν πρώτη ματιά πού λέμε, τήν εὐρύτητα τοῦ πνεύματος τοῦ συγγραφέως του. Διαπραγματεύεται ὁ συγγραφεύς  ἕνα θέμα, δογματικά, ἱστορικά, καί στήν ἑπόμενη σειρά ἀνακαλύπτεις ὅτι σέ πηγαίνει καί σέ ἄλλο ἐπίπεδο, καί σέ ἄλλο καί σέ ἄλλο. Βλέπει καί τίς παράπλευρες πλευρές δηλαδή τοῦ ἐρευνωμένου ἀντικειμένου ἤ καί ὑποκειμένου του, γι᾽ αὐτό καί σέ μυεῖ καί στίς λαογραφικές του ὄψεις, τίς φιλοσοφικές ἤ καί τίς διαθρησκειακές ἀκόμη.  ᾽Εμπλουτισμένος μάλιστα ῾μέχρι μυελοῦ ὀστῶν᾽ ὁ ἴδιος ἀπό τή ρωμαίϊκη παράδοση, ἀπό τόν Φώτη Κόντογλου καί τόν ᾽Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, καταθέτει κάθε τι τῆς παραδόσεως πού θά τόν κάνει νά προβάλει καλύτερο τό ὑπό διαπραγμάτευση θέμα του. Κι ὄχι τυχαῖα: Στόν Φώτη Κόντογλου ἔκανε διδακτορική διατριβή. Τόν ἅγιο τῶν γραμμάτων  Παπαδιαμάντη τόν ῾ἔφαγε᾽ κυριολεκτικά καί μπορεῖ νά τόν ἀντιγράψει ἐπακριβῶς, βλέπε γιά παράδειγμα ῾ἡ θεία τό Ρηνιώ...᾽.
Μοιάζουν τά κείμενά του μ᾽ ἕνα μεγάλο ποτάμι πού κατέρχεται μεγαλοπρεπές πρός τή θάλασσα καί στήν πορεία του διακλαδίζεται σέ μικρότερους παραπόταμους, οἱ ὁποῖοι καί πάλι θά ἑνωθοῦν μέ τόν βασικό κορμό του. ῎Ετσι καί μέ τόν Σεβασμιώτατο: μαζί του μαθαίνεις πράγματα ὄχι μόνο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀλλά καί τῆς θύραθεν παιδείας. Θά τολμούσαμε νά τόν παρομοιάσουμε στά γραπτά του ὡς ἕναν ἀητό πού ἱπτάμενος ἔχει θέα πανοραμική πέρα ἀπό τή συγκεκριμένη λεία του. ᾽Αλλά πάντοτε, ὅπως εἴπαμε, μέ σκοπό τόν τονισμό τοῦ ἑνός ῾Οὗ ἐστι χρεία᾽. Καί ἐπιμένουμε σ᾽αὐτό: προτεραιότητα τοῦ συγγραφέως εἶναι ἡ προβαλλομένη ἀλήθεια τῆς πίστεως ἤ τῆς ἱστορίας, τό προβαλλόμενο πρόσωπο, νά μπορεῖ νά μιλήσει στήν καρδιά τοῦ πιστοῦ καί νά τόν ὁδηγήσει σέ ἐν Χριστῷ μετάνοια. ῾Ο Σεβασμιώτατος οὐδ᾽ ἐπί στιγμήν λησμονεῖ ὅτι εἶναι ἀρχιερεύς καί ποιμήν. ῾Η ἀρχιερατική καί ποιμαντική του συνείδηση ἀποτελεῖ τό στημόνι τῆς συγγραφικῆς του παραγωγῆς.

4. Τό ὕφος τῶν κειμένων του εἶναι κατά βάσιν ἁπλό, πού σημαίνει ὄχι ἀσφαλῶς ἁπλοϊκό, ἀλλά ὀρθῶς ἐπιστημονικό. Διότι ὁμιλεῖ καί γράφει πάντοτε ὁ ποιμένας. Τί νόημα θά εἶχε νά ὁμιλεῖ καί νά γράφει χωρίς ὁ ἁπλός λαός νά τόν κατανοεῖ; Θά ὑπέκρυπτε τοῦτο ἕναν ἐγωϊσμό καί μία ὑπερηφάνεια, ἀπάδουσα προφανῶς πρός ἐκεῖνον πού εἶναι ταγμένος πρός καθοδήγηση καί σωτηρία τοῦ ποιμνίου του. Τόν ἐνδιαφέρει λοιπόν νά μιλήσει στήν καρδιά τοῦ πιστοῦ λαοῦ. Γι᾽ αὐτό καί πολύ συχνά τό ὕφος του γίνεται χαρίεν, ὅπως ὅταν ὁμιλεῖ κανείς σ᾽ ἕναν ἀγαπητό του φίλο θέλοντας νά τοῦ προκαλέσει εὐχάριστη διάθεση. Ναί, ὁ λόγος τοῦ ἀγαπητοῦ συγγραφέως μας σέ πολλά σημεῖα παίρνει τόν χαρακτήρα τοῦ κουβεντιαστοῦ λόγου. Σοῦ μιλάει ἕνας πού σέ ἀγαπᾶ καί θέλει νά σοῦ μεταδώσει κάτι οὐσιαστικό γιά τή ζωή σου.

᾽Αλλά ὁ ἅγιος Προικοννήσου εἶναι ποιητής. Μπορεῖ, ὅπως εἴπαμε, λόγω σεμνότητος νά ἀρνεῖται τόν τίτλο αὐτό, ὅμως καταθέτοντας τήν καρδιά του γίνεται ποιητής. Καί δέν μιλᾶμε γιά τά καθαυτό ποιήματά του, ὅπως ἀκροθιγῶς εἴδαμε προηγουμένως, ἀλλά ἀκόμη καί γιά πολλά πεζά του. Καί ὁ πιό ἄμοιρος τῆς ποιητικῆς δημιουργίας θά καταλάβει μελετώντας τό παρουσιαζόμενο βιβλίο του ὅτι πολλά ἀπό τά γραφόμενά του ἤδη ἔχουν ἐκφύγει ἀπό τήν πεζότητα τοῦ λόγου καί εἶναι ἀτόφια ποιητικά ἔργα. Δέν θέλουμε νά λέμε ὑπερβολές, ἀλλ᾽ ὅπως συνέβαινε καί μέ κείμενα πατέρων τῆς ᾽Εκκλησίας μας, ὅπως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, πού πεζά κείμενά τους χρησιμοποιήθηκα αὐτούσια ὡς ὕμνοι τῆς ᾽Εκκλησίας, ἔτσι καί ἐδῶ. Κάποια παραδείγματα νομίζουμε ὅτι θά ἐπιβεβαιώσουν τήν κρίση μας.

Στό πεζό κείμενό του αἴφνης ῾Χριστούγεννα, κατά ταῦτα καί παρά ταῦτα᾽, διαβάζουμε:

Χριστούγεννα. ῾Μητρόπολις τῶν ἑορτῶν᾽.
 ῾Δεῦτε ἀγαλλιασώμεθα τῷ Κυρίῳ,
τό παρόν μυστήριον ἐκδιηγούμενοι᾽.
Νηστεία τεσσαρακονθήμερη, φιλάνθρωπη, μέ ῾ἰχθύος κατάλυσιν᾽.
Καθαρμός τῆς ἐρήμου ψυχῆς. Εὐτρεπισμός τῆς φάτνης- καρδιᾶς.
Σαρανταλείτουργο, ἁγιασμός τοῦ μέσα ἀνθρώπου.
Εἰσόδια στόν ὁλόφωτο ναό τοῦ Μυστηρίου
τῆς Θείας ᾽Ενανθρωπήσεως.
῾Ο τελώνης Ματθαῖος μετασκευάζεται σέ Εὐαγγελιστή.
᾽Εγκαταλείπει τόν χρυσό τοῦ τελωνείου καί προσκολλᾶται
 στόν Πολύτιμο Μαργαρίτη.
῾Ο ἱερομάρτυς Πέτρος κρατάει ἀπό τό χέρι τόν διάδοχό του
 Πέτρο τόν Ζ´ ᾽Αλεξανδρείας, ἐν ἐλικοπτέρῳ ῾Σινούκ᾽ τελειωθέντα
στήν παρά τό ῞Αγιον ῎Ορος βαθυπύθμενη θάλασσα.
῾Η Αἰκατερίνη, ῾βίον ἄυλον ἐξησκημένη᾽, εὐτρεπίζει
ἐν σοφίᾳ παστάδα Χριστοῦ ἁγνή...
Στό ἱερό του σέκρετο ὁ πολύμουσος Ρωμανός ἑτοιμάζει
τά κοντύλια καί τά καλαμάρια του.
 ᾽Εντέλλεται τούς βουνούς νά σταλάξουν γλυκασμόν...
Ὁ χρυσορρήμων ᾽Ιωάννης σείει τόν ἄμβωνα στήν Κωνσταντινούπολη:
 ῾Τί τοῦτο; Σημεῖον ἀντιλεγόμενον ὁρῶ᾽ κλπ. κλπ.

Κι ἀλλοῦ, στό ῾Πεποικιλμένη τῇ θείᾳ δόξῃ᾽ ἀπό τήν β´ ἑνότητα:

Αὔγουστος μέ ἥλιο πού τρυπάει τήν πέτρα.
Αὔγουστος μέ μελτέμι πού διακόπτει τόν καύσωνα καί παρηγορεῖ.
Αὔγουστος πού πασπαλίζει μέ μυρωμένη ἁλισάχνη τό πρόσωπο.
Αὔγουστος μέ ἀψειά μυρωδιά ρίγανης καί θυμαριοῦ...
Αὔγουστος ἑλληνικός, ὀρθόδοξος, τῆς Ρωμηοσύνης Αὔγουστος!
Καί καταμεσῆς του, μύρον ἐκκενωθέν, τό μέγα ὄνομα!
῾Η Μεγάλη, ἡ Μεγαλόχαρη, ἡ Μεγαλοδύναμη,
 ἡ Μεγαλόδοξη Παναγία!...
Πεποικιλμένη τῇ θείᾳ δόξῃ. Μέ ἐσθῆτα φωτός, ὑπέρλαμπρη,
ἐν κροσσωτοῖς χρυσίου περιβεβλημένη.
῾Ολόφωτη! ᾽Αρχόντισσα! Στεφανωμένη μ᾽ ἀμπερόριζα
καί μέ βασιλικά, πολλά βασιλικά, σγουρά, πλατύφυλλα
κι ἀθάνατα. Βασίλισσα! Παντάνασσα!  Θεοχαρίτωτη!...
Μάννα Παναγιά!... Δική μας Παναγιά!᾽


5. ῾Ο ποιητής ὅμως ἅγιος Προικοννήσου, μέ τό ἁπλό καί χαρίεν ὕφος του, τό ποιμαντικό καί πατρικό καί ἀδελφικό, κάποιες στιγμές μετασχηματίζεται. ᾽Αφήνει τό ἁπαλό χάδι τοῦ στοργικοῦ πατέρα καί γίνεται τό λιοντάρι πού μάχεται γιά τά δίκαια τῆς πίστεως καί τῶν θεσμῶν τῆς ᾽Εκκλησίας καί τοῦ Γένους. Ρομφαία καί μάχαιρα τότε ἡ γραφίδα του καί ὁ λόγος του, γιά νά ἐλέγξει καί νά ἐπιτιμήσει καί νά κατακεραυνώσει, προκειμένου νά πετύχει τό ποθούμενο: καί πάλι τή μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου. ῾῎Ελεγξον, ἐπιτίμησον, ἔργον ποίησον εὐαγγελιστοῦ᾽, προτρέπει ὁ ἀπόστολος τόν μαθητή του, τό ἴδιο κάνει καί ὁ συγγραφέας.  ῎Εχουμε σελίδες του πού πράγματι ὁ λόγος γίνεται ῾τομώτερος ὑπέρ πᾶσαν δίστομον μάχαιραν᾽, χρησιμοποιώντας ἐνίοτε καί τήν εἰρωνεία καί τόν σαρκασμό. ῎Οχι γιά νά ρεζιλέψει πρόσωπα, ἀλλά γιά νά στηλιτεύσει καταστάσεις καί ἔκνομες πράξεις. Παντοῦ καί πάντοτε, εἴπαμε, λειτουργεῖ ὁ ποιμήν ὁ καλός πού εἶναι ὑποχρεωμένος νά κτυπήσει τήν πλάνη, ὄχι ὅμως τόν πλανεμένο, νά κτυπήσει τήν ἁμαρτία, ὄχι βεβαίως τόν ἁμαρτωλό. Κι αὐτό τελικῶς σημαίνει ὅτι ὡς ποιμήν κινεῖται ἀδιάκοπα ἀπό τή μόνη δύναμη πού ἔχει ἀποδεχθῆ ὡς σώζουσα, τή δύναμη τοῦ ἀρχιποίμενος Χριστοῦ μας, δηλαδή τήν ταπεινή ἀγάπη. Νομίζουμε ὅτι ὁ καλοπροαίρετος ἀναγνώστης τοῦ βιβλίου θά διαγινώσκει τήν ἀλήθεια αὐτή σέ πάρα πολλές σελίδες του.

Κεράμιον ὕδατος᾽. ῞Ενα βιβλίο πού ἀξίζει κανείς νά τό ἔχει στά χέρια του, προκειμένου κατά τόν συγγραφέα νά πιάσει τόπο στήν καρδιά του καί ὄχι σ᾽ ἕνα ράφι τῆς βιβλιοθήκης του.  Καί πέραν τῶν οὐσιαστικῶν ἀρετῶν του, τό βιβλίο αὐτό γίνεται ἰδιαιτέρως θελκτικό, γιατί προσέχτηκε καί ἀπό πλευρᾶς ἐκδοτικῆς καί ἐμφάνισης. Κατά τι μικρότερο ἀπό τά συνηθισμένα βιβλία φανερώνει  καί μέ τό σχῆμα του ἕνα πιό δυναμικό καί σύγχρονο χαρακτήρα βιβλίου. Θέλεις νά τό πάρεις, νά τό νιώσεις, νά τό ξεφυλλίσεις. Κι ἐκεῖνο πού τό καθιστᾶ ἀκόμη περισσότερο προσιτό καί γοητευτικό εἶναι ἀφενός ὁ χρωματισμός τοῦ ἐξωφύλλου του: ἁπαλά γήϊνα χρώματα σέ μπέζ καί ἀνοικτό καφέ, ἀφετέρου τό ἁπλό σχέδιό του πού ὑπομνηματίζει τόν τίτλο του, σχεδιασμός τῆς κ. Μαρίας Παπαευσταθίου. ᾽Εμφάνιση σεμνή, ἁπλή, ἱεροπρεπής, ὅ,τι περιμένει κανείς ἀπό ἕνα τέτοιο περιεχόμενο, ἐκδοτικό κατόρθωμα τῶν ἐκδόσεων Σταμούλη, προσφορά τοῦ ἱεροῦ ἡσυχαστηρίου Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος τοῦ ἁγίου Γέροντος Πορφυρίου, στόν ὁποῖο ἄλλωστε ῾μέ πολλή εὐλάβεια᾽ σάν ῾ἕνα ταπεινό μελισσοκέρι᾽ τό ἀφιερώνει.

Παναγιώτατε, σᾶς εὐχαριστοῦμε γιά τήν ὑπομονή σας καί παρακαλοῦμε νά δώσετε εὐχήν, ὁ συγγραφέας μας νά μᾶς χαρίσει καί ἄλλο ἀνάλογο βιβλίο, πού μαζί μέ τό προηγούμενό του παρόμοιο: ῾᾽Οσμή ζωῆς᾽, νά ἀποτελέσουν μία εὐλογημένη τριλογία.