Πέμπτη 12 Μαρτίου 2020

Β΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ


«Χαῖρε δι’ ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν»
(Χαῖρε, Παναγία, διά τῆς ὁποίας ντυθήκαμε τή δόξα τοῦ Θεοῦ).
δεύτερη στάση τῶν Χαιρετισμῶν ἀναφέρεται, ὡς γνωστόν, στή Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Ἀπό τό γεγονός αὐτό ἀρύεται κυρίως ὁ ποιητής τήν ἔμπνευσή του γιά νά φωτίσει κατά τρόπο δοξολογικό τό πάνσεμνο πρόσωπο τῆς Παναγίας καί δι’ αὐτῆς νά μᾶς καθοδηγήσει στήν ἐμβάθυνση τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της. Ὁ ὑπόψιν χαιρετισμός προβάλλει μέ ἄμεσο τρόπο τό τί ἔφερε γιά τούς πιστούς ἀνθρώπους ὁ ἐρχομός τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ μας: διά τῆς Παναγίας ντυθήκαμε τή δόξα τοῦ Θεοῦ.
1. Παναγία ἐκ Πνεύματος ἁγίου καί μέ τή δική της ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ («ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου») σαρκώνει μέσα της καί γεννᾶ στή συνέχεια τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος ὡς ἄνθρωπο. Πρόκειται γιά τό μέγα μυστήριο τῆς πίστεώς μας πού ἀποτελεῖ καί τό βάθρο στό ὁποῖο στηρίζεται πιά ἡ Ἐκκλησία, ὅπως τό ἐξαγγέλλει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «ὁμολογουμένως μέγα ἐστί τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον: Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί». Κι αὐτός ὁ ἐρχομός Του στόν κόσμο ἀποκαλύπτει μέ τόν πιό παράδοξο τρόπο τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὁ Χριστός εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐπίσης μᾶς τό λέει ὁ ἴδιος ἀπόστολος: «Ὁ Θεός… ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρός φωτισμόν τῆς γνώσεως τῆς δόξης Αὐτοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Β΄ Κορ. 6, 6) (Ὁ Θεός ἔλαμψε μέσα στίς καρδιές μας καί μᾶς φώτισε νά γνωρίσουμε τή δόξα Του στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ) – κοιτᾶμε τόν Χριστό καί βλέπουμε δοξαστικά τόν Θεό Πατέρα, ὅπως καί γιά νά δοῦμε τόν Χριστό ὅπως πράγματι εἶναι: Θεός καί ἄνθρωπος, χρειάζεται νά μᾶς φωτίσει ὁ Πατέρας Θεός.  
2. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται καί κατανοεῖται ὄχι μέ τόν τρόπο τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία ἀνθρώπου, δηλαδή μέ τόν ἠχηρό τρόπο πού συνήθως αὐτός κινεῖται: κενόδοξα καί ἀλαζονικά λόγω τῆς κενότητας καί τοῦ ἀνούσιου τῆς ζωῆς του, ἀλλά μέ τόν τρόπο πού εἴδαμε νά ἔρχεται καί νά δρᾶ ὁ Χριστός: ἀπείρως ταπεινά καί σεμνά, καλύπτοντας καί τά πιό κραυγαλέα καί θαυμαστά σημεῖα Του μέ τόν μανδύα τῆς σιωπῆς καί τῆς διακριτικῆς φυγῆς Του. Κι ἀκόμη περισσότερο: ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ φανερώνεται ἀδιάκοπα μέσα στούς πολυποίκιλους πειρασμούς τῆς ἐπί γῆς πορείας τοῦ Χριστοῦ, προερχομένους εἴτε ἀπό τόν Πονηρό διάβολο εἴτε ἀπό τά πειθήνια ὄργανά του, μέ ἀποκορύφωση τή Σταυρική Του θυσία - στόν Σταυρό ἐπάνω ὁ Κύριος φτάνει στό ἀπώγειο πράγματι τῆς δόξας Του (ὡς Βασιλεύς τῆς δόξης): ἐκεῖ συντρίβει καί καταργεῖ τήν ἁμαρτία καί τόν διάβολο, γιά νά ἔρθει ἔπειτα ἡ ὥρα τῆς Ἀνάστασης καί τῆς ἐν δόξῃ Ἀνάληψής Του. Ἔτσι στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀνατρέπονται ὅλα τά δεδομένα καί οἱ σταθερές τῆς πρό Χριστοῦ ἀνθρωπότητας: τό κοσμικό καί ἁμαρτωλό ὑπερήφανο φρόνημα μέ ὅλες τίς ἐμπαθεῖς συνέπειές του, καί  κηρύσσεται ἡ ἀληθινή δόξα τοῦ Θεοῦ πού ἔχει ὡς γνωρίσματα τή θυσιαστική ἀγάπη καί τήν ὑπέρλογη ταπείνωση.
3. Ὅ,τι ὅμως ἔφερε ὁ Κύριος ὡς ζωή καί παρουσία Του αὐτό ἀναφέρεται καί ἀντανακλᾶ καί στούς πιστούς ὅλων τῶν αἰώνων, τά μέλη τοῦ ἁγίου Σώματός Του, τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί; Διότι ἡ Παναγία μας γέννησε Αὐτόν πού μέσα στήν ἀνθρώπινη φύση Του περιέκλεισε ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ὁ Χριστός δέν εἶχε ξεχωριστή ἀνθρώπινη ὑπόσταση-προσωπικότητα· προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση (σῶμα καί ψυχή), τήν ὁποία ἕνωσε μέ τή θεϊκή Του φύση στή μία θεϊκή (ὑπόσταση)-προσωπικότητά Του («διπλοῦς τήν φύσιν ἀλλ’ οὐ τήν ὑπόστασιν»). Κι αυτό σημαίνει πώς κάθε ἄνθρωπος πού ἔρχεται στόν κόσμο, δυνάμει ὅσο εἶναι ἀβάπτιστος, ἐνεργείᾳ ἄν πιστέψει καί βαπτιστεῖ, ντύνεται τόν Χριστό. Ὁ Χριστός δηλαδή δέν ἀποτελεῖ γιά τόν πιστό Ἐκεῖνον πού ἁπλῶς βρίσκεται δίπλα του ἤ στό πλάϊ του καί κοντά του· βρίσκεται Ὅλος μέσα στήν ψυχοσωματική ὕπαρξή του, ὅπως κι ὁ πιστός βρίσκεται μέσα σ’ Ἐκεῖνον. «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε», μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος, γιά νά μᾶς τονίσει ὅτι ὁ πιστός τελικῶς εἶναι ἕνας ἄλλος Χριστός μέσα στόν κόσμο, ἕνα «μίμημα Ἐκείνου», ὄχι ὅμως μέ κάποιο ἐξωτερικό τρόπο, ἀλλά μ’ ἕναν τρόπο πού φανερώνει τή μυστική δική Του παρουσία στόν ἄνθρωπο ἐν Πνεύματι ἁγίῳ. «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός».  Ἡ ἀλήθεια αὐτή δέν συνιστᾶ καί τήν προϋπόθεση προκειμένου νά κοινωνεῖ ὁ πιστός ἐν Ἐκκλησίᾳ «σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ», ἀνανεώνοντας καί ἐπιτείνοντας κάθε φορά τή βαθειά καί σωτήρια αὐτή πραγματικότητα, ὥστε νά «μένῃ ἐν Αὐτῷ καί Αὐτός ἐν αὐτῷ»;
4. Δέν ἀρκεῖ ὅμως τό ἅγιο βάπτισμα καί ἡ θεία Κοινωνία γιά νά εἶναι ὁ χριστιανός πράγματι ἕνας ἄλλος Χριστός μέσα στόν κόσμο. Ἐκεῖνο πού ἀποτελεῖ τό ἀποδεικτικό στοιχεῖο τῆς ὑπέρλογης καί μυστηριακῆς αὐτῆς πραγματικότητας εἶναι τό δυναμικό στοιχεῖο τῆς δόξας τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως δηλαδή ὁ Χριστός ἦταν καί εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ στόν βαθμό πού θυσιάστηκε ἀπό ἀγάπη γιά τόν κόσμο καί ἔζησε τήν ἀπόλυτη ταπείνωση, κατά τόν ἴδιο τρόπο ὁ χριστιανός: εἶναι χριστιανός καί φανερώνει τόν Χριστό, ὅταν εἶναι ντυμένος τή δόξα Ἐκείνου· ὅταν δηλαδή ζεῖ θυσιαστικά τή ζωή του κι ὅταν ἀγωνίζεται νά ζεῖ τήν ἁγία ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ. Μέ ἄλλα λόγια, χριστιανός πού εἶναι μέν βαπτισμένος καί κοινωνεῖ τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ἀλλά ἡ καθημερινότητά του δέν συνάδει μέ ὅ,τι ἔκανε ὁ Χριστός: συνεπῶς ζεῖ ἐκκοσμικευμένα ὅπως ὁ πολύς κόσμος ὁ ζῶν ἐν ἀμετανοησίᾳ, αὐτός δέν εἶναι χριστιανός καί «δουλεύει» δυστυχῶς στόν ἀντίχριστο. Διότι «ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ», λέει ὁ Κύριος, «κατ’ ἐμοῦ ἐστι». Ἡ ζωή μας ἀποκαλύπτει τή χριστιανικότητά μας καί ὄχι ὁ τύπος τῶν μυστηριακῶν τελετῶν (ἐντελῶς ἀπαραίτητος ἀσφαλῶς γιά νά λειτουργεῖ ἡ γνήσια χριστιανοσύνη μας).
παραπάνω χαιρετισμός τῆς Β΄ στάσης τῶν Χαιρετισμῶν μᾶς ὑπενθυμίζει τή μέγιστη δωρεά πού μᾶς χάρισε ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία μας: ντυθήκαμε τόν Χριστό διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. Ἐκεῖνος εἶναι πιά τό ἔνδυμά μας καί τό ἔνδυμά μας αὐτό τό κατάστικτο ἀπό τό αἷμα τῆς ἀγάπης καί τῆς ταπείνωσής Του χαρακτηρίζει καί ἐμᾶς. Ὅσο ἀκολουθοῦμε καθημερινά καί ἀδιάκοπα τήν ἀγάπη καί τήν ταπείνωσή Του βρισκόμαστε «ἐπί τά ἴχνη Του», μᾶλλον Τόν ἀφήνουμε νά δρᾶ μέσα ἀπό ἐμᾶς. Αὐτό συνιστᾶ καί τή δική μας δόξα στόν κόσμο τοῦτο, αὐτό θά μᾶς δοξάσει στό ἔπακρο ὅταν φύγουμε ἐν πίστει ἀπό τόν κόσμο τοῦτο. Μέ τό δεδομένο ἀσφαλῶς ὅτι ἡ ὅλη πορεία μας γίνεται «ταῖς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου». Διότι «δι’ αὐτῆς ἐνεδύθημεν» τή δόξα τοῦ Υἱοῦ της.  

Τρίτη 10 Μαρτίου 2020

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (68)


Δεν θα ασχοληθούμε με τους συνανθρώπους μας εκείνους που έχουν τοποθετήσει τον εαυτό τους εκτός της χριστιανικής πίστεως και της Εκκλησίας – δικαιολογημένα δεν αποδέχονται ότι η θεία κοινωνία είναι σώμα και αίμα Χριστού, ότι υπό τα είδη του άρτου και του οίνου δηλαδή είναι ο ίδιος ο Χριστός. Πώς άλλωστε να το δεχτούν όταν πρόκειται για μία χαρισματική πραγματικότητα που προϋποθέτει την πίστη στον Χριστό ως Θεό και άνθρωπο, συνεπώς απαιτεί να υπάρχει στην ύπαρξή τους η χάρη του αγίου Πνεύματος που αυτή μόνη δίνει τη συγκεκριμένη δύναμη αποδοχής; Ο απόστολος Παύλος μεταξύ πολλών άλλων σημειώνει επιγραμματικά: «Οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Κανείς δεν μπορεί να ομολογήσει τον Ιησού ως Κύριο, δηλαδή ως Θεό, παρά με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος. Συνεπώς είναι απολύτως δικαιολογημένοι οι εκτός της Εκκλησίας για να διαγράφουν τα μυστήριά της, δηλαδή αυτό που συνιστά το κέντρο και ολόκληρη τη ζωή της, τη Θεία Ευχαριστία, η οποία προσφέρεται «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον», διότι προσφέρει «τόν Ἰατρόν τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων».  
Εκεί που πραγματικά θλιβόμαστε και απορούμε είναι όταν την αμφισβήτηση και την άρνηση την εκφράζουν άνθρωποι που διατείνονται ότι αποτελούν μέλη της Εκκλησίας, ότι πιστεύουν στον Χριστό, ότι σέβονται την παρουσία της Εκκλησίας στον κόσμο. Και απορούμε γιατί δείχνουν ότι τελικώς δεν πιστεύουν στον Χριστό, δεν πιστεύουν στο Ευαγγέλιο και τον άγιο λόγο Του, δεν κινούνται στον ρυθμό του ζωντανού σώματός Του. Δεν έχουν ακούσει, δεν έχουν διαβάσει ότι ο ίδιος ο Κύριος ίδρυσε το μυστήριο («λάβετε, φάγετε, τοῦτό ἐστι τό σῶμά μου. Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτό ἐστι τό αἷμά μου»), ότι έδωσε εντολή αυτό που έκανε στον Μυστικό Δείπνο αυτό να κάνουν και οι μαθητές Του για να ζουν την παρουσία Του έκτοτε («τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν»), ότι έτσι κατανόησαν τα πράγματα οι μαθητές Του και οι μαθητές Του σε όλους τους αιώνες;
«Μα, είναι δυνατόν να βλέπουμε άρτο και οίνο με τα μάτια μας και να είναι κάτι άλλο;» εξακολουθούν να διατείνονται. «Εντάξει, είμαστε πιστοί, μα αυτά εκφεύγουν των ορίων της λογικής». Κι αποδεικνύουν με τον πιο περίτρανο τρόπο, όπως είπαμε, την απιστία τους ή στην καλύτερη περίπτωση την ολιγοπιστία τους, πάντως την έλλειψη της χριστιανοσύνης τους. Διότι η πίστη μας δεν στηρίζεται στη λογική ως να είναι αυτή το κριτήριο για τη ζωή μας. Τη λογική τη χρησιμοποιούμε για όλα τα αισθητά πράγματα της εδώ ζωής μας, μα η αναφορά μας είναι ο λόγος του Θεού, είτε ως προσωπικός Λόγος (ο Χριστός) είτε ως το κήρυγμα του Ευαγγελίου Του (που και αυτό είναι μία άλλη μορφή του ίδιου του Χριστού). Κι αυτό θα πει: οι χριστιανοί πατάμε στο έδαφος της υλικής πραγματικότητας, μα πορευόμαστε πάνω στο έδαφος κυρίως του βάθους της πραγματικότητας που είναι η παντοδύναμη ενέργεια του Θεού μας. «Διά πίστεως περιπατοῦμεν, οὐ δι’ εἴδους» εξαγγέλλει ο απόστολος. Με την πίστη πορευόμαστε, όχι μ’ αυτό που μας προσφέρουν οι αισθήσεις μας και οι γνώσεις του κόσμου τούτου. Κι αυτό γιατί; Διότι «οὐ σκοποῦμεν τά βλεπόμενα, ἀλλά τά μή βλεπόμενα. Τά γάρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τά δέ μή βλεπόμενα αἰώνια». Και ποιος είναι αυτός που θα πει με βεβαιότητα ότι η πραγματικότητα είναι αυτή και μόνη που επισημαίνουν οι αισθήσεις μας; Ένας τέτοιος προβληματισμός μάς ανάγει σε προβληματισμό παρελθόντων ξεπερασμένων αιώνων. Η επιστήμη σήμερα είναι πιο ταπεινή και σεμνή, γιατί έχει διευρύνει τα όριά της. Όταν έρχονται οι ίδιοι οι φυσικοί επιστήμονες στη συντριπτική πλειοψηφία τους για να πουν ότι από το όλο της πραγματικότητας του κόσμου μας έχουμε (επιστημονική) γνώση – και μάλιστα πολύ ελλιπή – για το τέσσερα μόλις τοις εκατό (4%) και μας διαφεύγει εξ ολοκλήρου το 96%, ποιος είναι εκείνος που θα υποστηρίξει κάτι διαφορετικό; Απλώς εκφράζει την πολύ ξεπερασμένη πίστη του, εκφράζει τα διαφορετικά του πιστεύω, πάντως ούτε την επιστήμη, πολλώ δε μάλλον τη χριστιανική πίστη.
Η Εκκλησία μας παρ’ όλα αυτά στέκεται με πολλή αγάπη και πολύ σεβασμό έστω και μπροστά στις αμφισβητήσεις των ανθρώπων, έστω και  των ασθενών πιστών. Ακούει τις ενστάσεις τους, αφουγκράζεται τον προβληματισμό τους, μα τους καλεί να πάρουν αφορμή από την ολιγοπιστία τους αυτή και να βαθύνουν τη σχέση τους με τον Θεό. Είναι μία ευκαιρία να ζητήσουν από τον Χριστό προσθήκη της πίστεώς τους, κατά το «πρόσθες ἡμῖν πίστιν» των μαθητών του Κυρίου, ή να κραυγάσουν και αυτοί, εφόσον είναι καλοπροαίρετοι και αναζητούν την αλήθεια, (σαν τον πατέρα που πλησίασε τον Χριστό για να ζητήσει τη βοήθειά Του)  το «πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ». Είναι δηλαδή ο καιρός τώρα η ευκαιρία που δίνεται σε όλους μας να τα βρούμε περισσότερο με τον Θεό μας, να καθαρίσουμε την πίστη μας γι’ Αυτόν, να νιώσουμε έστω και λίγο την αίσθηση της παρουσίας Του μέσα στην καρδιά μας. Άλλωστε γι’ αυτόν τον λόγο – έτσι φαίνεται μέσα στην Αγία Γραφή - επιτρέπει και παραχωρεί (όχι δημιουργεί) ο Θεός μας τέτοιες δύσκολες καταστάσεις στον κόσμο μας: να γίνονται οι προκλήσεις για τη μετάνοιά μας. Διότι «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν».
Τα παραπάνω βεβαίως δεν ακυρώνουν τα όποια μέτρα πρέπει να παίρνουμε, κάνοντας το ανθρώπινο κατά το «μή ἐκπειράσεις Κύριον τόν Θεόν σου», προκειμένου να διαφυλάσσουμε και τον εαυτό μας και κυρίως τους συνανθρώπους μας: ό,τι ήδη έχει ανακοινώσει η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας, ό,τι πρακτικό προτείνουν οι υγειονομικές αρχές. Κι οι αρχές αυτές μας λένε και κάτι πολύ σημαντικό που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε: ο σπουδαιότερος παράγων για να παραμένει κάποιος υγιής είναι η καλή ψυχολογία του. Ακόμη και για τον καρκίνο, τονίζουν πολλές φορές οι ιατροί, πλέον του 50% παίζει ρόλο η ψυχική διάθεση του ασθενούς. (Ο άγιος Πορφύριος μάλιστα συνήθιζε να λέγει ότι άνθρωπος που αγωνίζεται στην πίστη του Χριστού και προσπαθεί να τηρεί τις άγιες εντολές Του, κυρίως την αγάπη, ελέγχει την εξέλιξη κι αυτής της δύσκολης αρρώστιας). Λοιπόν, όταν ο σπουδαιότερος παράγων για την αντιμετώπιση της όποιας ασθένειας είναι η καλή ψυχολογία του ανθρώπου κι αυτήν την ψυχολογία την τρέφει πρωτίστως η πίστη στον Θεό,  πώς τόσο εύκολα επιχειρούν διάφοροι να κτυπήσουν αυτήν την πίστη, να την διακωμωδήσουν, να την ακυρώσουν; Ανεπίγνωστα, γιατί δεν θέλουμε να διανοηθούμε ότι μπορεί κάποιος εν επιγνώσει να κινείται έτσι, βοηθούν στην εξάπλωση της νόσου, αφού κτυπούν το θεμέλιο τελικώς του μεγάλου δώρου της υγείας.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2020

Ο Ρ Θ Ο Δ Ο Ξ Ι Α


Τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας πού ἀκοῦμε τήν Α΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν ἐπιβεβαιώνει κάθε φορά τήν πεποίθηση τῆς Ἐκκλησίας ὅτι ἡ ἴδια βρίσκεται στόν κόσμο ὄχι σάν ἕνας κλῶνος στό δένδρο τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅπως πιστεύουν οἱ αἱρετικοί Προτεστάντες, ἀλλά σάν τό ἴδιο τό δένδρο, ἡ προέκταση κατ’ ἀλήθειαν τοῦ Κυρίου, «ὁ Χριστός παρατεινόμενος εἰς τούς αἰῶνας», κατά τή γνωστή φράση τοῦ ἁγίου Αὐγουστίνου.
 «Οἱ προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφώνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν… ὁ Χριστός ὡς ἐβράβευσεν. Οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τόν ἀληθινόν Θεόν ἡμῶν…». «Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τήν Οἰκουμένην ἐστήριξεν».
Ἡ πεποίθηση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας  ὅτι διασώζει τήν ἀληθινή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ - πεποίθηση ἡ ὁποία στηρίζεται καί στήν ἱστορία καί στήν ἐμπειρία ὅλων τῶν ἁγίων – σημαίνει πάνω ἀπό ὅλα ὅτι ἄν θέλει κανείς νά ἔχει ὀρθή σχέση μέ τόν Χριστό, ἄν θέλει νά Τόν δεῖ ἀνόθευτα καί γνήσια, πρέπει νά ἐνταχτεῖ στό σῶμα της, νά γίνει μέλος της, νά βαπτιστεῖ ὀρθόδοξος χριστιανός. Διότι αὐτή εἶναι ἡ μόνη Ἐκκλησία πού συνέχισε καί συνεχίζει νά ζεῖ καί νά βλέπει τά πράγματα σύμφωνα μέ τίς προϋποθέσεις τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων. Σ’ ἕναν κόσμο πού προβάλλει πολλούς παραμορφωτικούς φακούς, πού καί μέσα στόν Χριστιανισμό παρουσιάζονται φαινόμενα πολλαπλῆς ἀπόκλισης, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μᾶς τοποθετεῖ ἄμεσα καί σέ εὐθεῖα γραμμή πρός τήν Ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ. Καλύτερα· ὁ ἴδιος ὁ Χριστός κρατάει στέρεη τήν ἀληθινή εἰκόνα Του καί τήν παρουσία Του στόν κόσμο μέσα ἀπό τό ζωντανό σῶμα Του, τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός δέν ἔχει δική του πίστη καί κοσμοθεωρία. Ἡ πίστη του εἶναι ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας ὁ ἴδιος εἶναι συνειδητό μέλος. Ἄν ἐνδεχομένως ὁ ὀρθόδοξος θελήσει νά ἔχει δική του πίστη, τότε παύει αὐτομάτως νά ἀνήκει καί στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Διότι θέτει τόν ἑαυτό του ὑπεράνω τοῦ ὅλου, τοῦ σώματος, ἄρα  στήν πραγματικότητα αὐτοθεοποιεῖται. Στή συγκεκριμένη περίπτωση βρισκόμαστε μπροστά ἀκριβῶς σ’ αὐτό πού συνιστᾶ τήν οὐσία τῆς ἁμαρτίας καί τῆς αἵρεσης· τόν ἐγωισμό τοῦ ἀνθρώπου.
Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή τό βασικό γνώρισμα τοῦ ὀρθοδόξου πιστοῦ εἶναι ἡ ὑπακοή («ἐλάβομεν χάριν καί ἀποστολήν εἰς ὑπακοήν πίστεως» (Ρωμ.1,5) θά ἐπισημάνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος), ἄρα καί ἡ ταπείνωση – ταπείνωση καί ὑπακοή πάντοτε συνυπάρχουν. Ἐπανειλημμένως μάλιστα ἔχει τονιστεῖ ὅτι ὀρθόδοξος δέν εἶναι τόσο ὁ ἐνάρετος (ἴσως ὑπερήφανος), ὅσο ὁ ταπεινός. Κι ἡ ταπείνωση αὐτή κρίνει καί τή γνησιότητα τῆς ὅποιας νομιζομένης ἁγιότητας. Μέ ἄλλα λόγια ὁ θεωρούμενος ἅγιος εἶναι τόσο πιό πολύ ἅγιος, ὅσο εἶναι ἕτοιμος νά ὑπακούσει στήν Ἐκκλησία, μέ τήν ὑπάρχουσα ἁγιοπνευματική συνοδική δομή της καί τούς κανονικούς ποιμένες της. Ποτέ κανείς πραγματικά ἅγιος ἄλλωστε δέν ἔθεσε τή δική του ἁγιότητα ὑπεράνω τῆς ἁγιότητας τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτό καί δέν εἶναι καθόλου τυχαῖο ὅτι οἱ μεγάλοι σύγχρονοι ἅγιοι Γέροντες, σάν τούς ὁσίους Πορφύριο, Παΐσιο, Ἰάκωβο, Σωφρόνιο, εἶχαν ἔντονο ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί παρέπεμπαν πάντοτε τούς ἀνθρώπους νά ἐνταχτοῦν στήν κανονική ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μέλη τίμια τῆς ὁποίας ἦσαν καί εἶναι καί οἱ ἴδιοι.
Ἄς ἀκούσουμε γιά παράδειγμα τόν συγκλονιστικό λόγο τοῦ ὁσίου Πορφυρίου: «προτιμῶ νά πλανῶμαι ἐντός τῆς Ἐκκλησίας παρά νά εἶμαι ἅγιος ἐκτός αὐτῆς» ἤ αὐτά πού γράφει ἐκτεταμένα ἐπ’ αὐτοῦ σέ μιά ἐπιστολή του ὁ ὅσιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ: «Πιστεύω στόν Χριστό. Πιστεύω τόν Χριστό. Εἶμαι δεμένος μέ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἐμπιστεύομαι μόνον τόν Χριστό πού γνώρισα στήν Ἐκκλησία… Ὁ Χριστός, τόν Ὁποῖο μοῦ ἔδωσε ἡ Ἐκκλησία! Δέν καταφρονῶ κανένα μέσο πού συντελεῖ στήν ἕνωσή μου μέ τόν Χριστό. Ἀλλά εἶναι ἄραγε δυνατό νά βροῦμε κάπου ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία σέ μεγαλύτερη ἀφθονία αὐτά τά μέσα; Στήν Ἐκκλησία ἔχω τόν ἐνσαρκωθέντα Θεό μέ τρόπο, ὥστε νά τρῶμε καί νά πίνουμε τόν Θεό, νά ἀναπνέουμε τόν Λόγο Του. Μέ τό ὄνομά Του, τόν Λόγο Του, τή δύναμή Του τελοῦμε τά μυστήρια. Καί τά μυστήρια αὐτά δέν ἀποτελοῦν κάποια ἁπλά μόνο σύμβολα, ἀλλά ἀληθινή πραγματικότητα. Καί ὅλη ἡ πεῖρα αὐτό μαρτυρεῖ τόσο ὁλοφάνερα». Καί σέ ἄλλο σημεῖο τῆς ἐπιστολῆς σημειώνει τά ἑξῆς καταπληκτικά: «Ὁ χριστιανισμός δέν μπορεῖ νά μήν εἶναι ἐκκλησιαστικός, ἄν ἐξετάσουμε προσεκτικά τήν Ἐκκλησία ὡς σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἤ ὡς ἱστορικό φαινόμενο, ὡς κοινότητα τῶν χριστιανῶν… Τί εἶναι λοιπόν αὐτό πού μοῦ δίνει ἡ Ἐκκλησία; Τό βάπτισμα, τή μετάνοια, τήν κοινωνία, τήν ἱερωσύνη κλπ. Μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία, σύμφωνα πάντα μέ τό μέτρο τῶν δυνατοτήτων μου, γίνομαι κληρονόμος τῆς πιό μεγαλειώδους παραδόσεως πού ὑπάρχει στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Διά μέσου τῆς Ἐκκλησίας καί μέσα στήν Ἐκκλησία ζῶ συνεχῶς τήν πιό ζωντανή σχέση μέ τόν Ἰωάννη τόν Θεολόγο καί τόν Παῦλο καί τούς Ἀποστόλους, μέ τόν Ἀθανάσιο, τόν Βασίλειο καί τούς ἄλλους Πατέρες, μέ τόν Ἀντώνιο καί τον Σισώη, μέ τόν Μακάριο καί τόν Ἰσαάκ, μέ τόν Μάξιμο καί τόν Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, μέ τόν Γρηγόριο Παλαμᾶ, τόν Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ. Αὐτοί εἶναι οἱ οἰκεῖοι μου, οἱ συγγενεῖς μου. Τούς παρέλαβα ὅμως στήν ἐκκλησιαστική τάξη. Ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία ὁ σύνδεσμος μαζί τους ἐξασθενεῖ. Ἔστω καί σέ μικρότερο μέτρο, ζῶ ὅμως τήν ἴδια ζωή μέ αὐτούς. Διά μέσου τῆς Ἐκκλησίας διαμορφώνω στή συνείδησή μου τήν εἰκόνα τοῦ ἀπό ἄπειρη ἀγάπη Ἐσταυρωμένου γιά τίς ἁμαρτίες μας Χριστοῦ. Εἰκόνα πού πάντοτε μέ πρᾶο, ἀλλά ἔντονο τρόπο, ἑλκύει τήν ψυχή μου! Καί νά, ὅλα αὐτά μοῦ δίνουν τή δύναμη νά ὑπομένω πολλά ἀνόητα διεστραμμένα, πού συναντᾶμε στό ἐκκλησιαστικό περιβάλλον».
Εἶναι αὐτονόητο βεβαίως ἔτσι ὅτι ὀρθόδοξος δέν εἶναι ὁ ἁπλῶς ὀρθοδοξολογῶν, (ὅπως βεβαίωσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος (Ματθ. 7, 21): «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός»), ἀλλά ἐκεῖνος πού ζεῖ τήν ὀρθόδοξη πίστη, πού τηρεῖ τό θέλημα τοῦ Οὐράνιου Πατέρα, ἐκεῖνος δηλαδή πού  κ α ί  πιστεύει στόν Χριστό, ἀλλά  κ α ί  ἀγαπᾶ τόν συνάνθρωπό του. Διότι αὐτήν τήν ἐντολή μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος: «Αὕτη ἐστίν ἡ ἐντολή Αὐτοῦ, ἵνα πιστεύσωμεν τῷ ὀνόματι τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἀγαπῶμεν ἀλλήλους» (Α΄ Ἰωάν. 3, 23). Δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ἄλλωστε αὐτό πού ἐπανειλημμένως ἐπισημαίνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ· μία ὀρθοδοξολογία χωρίς τήν ἐμψύχωσή της ἀπό τήν ἴδια τή ζωή, πέρα ἀπό ὑποκρισία συνιστᾶ μνήμη προσωρινή. Σιγά-σιγά ἐκφυλίζεται μέχρις ὅτου χαθεῖ παντελῶς! Τό ἐπισημαίνει μέ ἐποπτικό τρόπο ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος: «Ὅποιος ἀκούει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί δέν τόν ἐφαρμόζει, αὐτός μοιάζει μέ ἄνθρωπο πού βλέπει τόν ἑαυτό του μέσα σ’ ἕναν καθρέπτη. Τόν βλέπει καί φεύγοντας ξεχνάει ἀμέσως πῶς ἦταν» (1, 23-24).
Ὁπότε κατανοεῖ κανείς ὅτι ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεως ἀποτελεῖ ἀγώνα γιά νά κρατήσει ὁ ἄνθρωπος τό ἀληθινό του πρόσωπο, νά μπορεῖ δηλαδή νά ἀγαπᾶ. Γιά νά τό ποῦμε κι ἀλλιῶς: μένω στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σημαίνει μένω στόν Χριστό καί μένω στόν Χριστό σημαίνει μπορῶ νά ἀγαπῶ· ἁπλά καί ἀληθινά, ὅλον τόν κόσμο, ὅπου γῆς, χωρίς ὅρια καί φραγμούς - ὅ,τι ἔκαναν καί οἱ ἅγιοί μας. Γιατί τί ἄλλο ἔκαναν οἱ ἅγιοι στήν πραγματικότητα παρά τό ὅτι ἀγάπησαν τόν Χριστό καί ἔδειξαν γι’ αὐτό τήν ἀληθινή ἀγάπη καί πρός τόν ἄνθρωπο. Ὅταν μιλᾶμε λοιπόν γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν πρέπει ἡ σκέψη μας νά πηγαίνει σέ κάποιους ἴσως κληρικούς ἤ καί σέ κάποιους λαϊκούς πού μπορεῖ νά μή στέκουν σωστά στήν πίστη· πρέπει νά πηγαίνει στούς ἁγίους μας πού συνιστοῦν τά ὅρια τῆς ὀρθοδοξίας, γιατί σ’ αὐτούς φανερώνεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Αὐτοί ἀποτελοῦν τήν προέκτασή Του στόν κόσμο, κατά τή μαρτυρία τοῦ Ἴδιου: «ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα» (Ἰωάν. 15, 5) ἤ καί τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20).
Θά λέγαμε μάλιστα ὅτι οἱ ἅγιοι δείχνουν τό βάθος τῆς σημασίας καί τῆς ἀποκατάστασης τῶν εἰκόνων - ὅ,τι ἑορτάζουμε ἱστορικά τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας: ἀποκατέστησαν μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τή ζοφωμένη ἀπό τήν ἁμαρτία εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ μέσα τους, γι’ αὐτό καί τιμώντας αὐτούς τόν Χριστό στήν πραγματικότητα τιμοῦμε καί δοξάζουμε. «…Τόν μέν (Χριστόν) ὡς Θεόν καί Δεσπότην προσκυνοῦντες καί σέβοντες, τούς δέ (ἁγίους) διά τόν κοινόν Δεσπότην, ὡς αὐτοῦ γνησίους θεράποντας τιμῶντες, καί τήν κατά σχέσιν προσκύνησιν ἀπονέμοντες» κατά τή διατύπωση καί πάλι τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἡ ἑορτή τῆς Ὀρθοδοξίας δέν εἶναι ἑορτή γιά θριαμβολογίες. Ἀποτελεῖ περισσότερο μία πρόκληση προκειμένου νά προβληματιζόμαστε οἱ πιστοί πάνω στήν ποιότητα τῆς πίστεώς μας: ἄν πορευόμαστε ἀδιάκοπα στή ζωή αὐτή μέ γνώμονα τήν ἀληθινή πίστη τοῦ Χριστοῦ ἤ ἄν τήν ἀλλοιώνουμε μέ ξένα πρός αὐτήν στοιχεῖα. Κι ὁ Κύριος ὑπῆρξε ἀπόλυτος στό σημεῖο αὐτό: «ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι, καί ὁ μή συνάγων μετ’ ἐμοῦ σκορπίζει» (Ματθ. 12, 30)
 

Σάββατο 7 Μαρτίου 2020

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (67)


 Η εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος για το υγειονομικό πρόβλημα του νέου ιού (που απασχολεί και ταλαιπωρεί την παγκόσμια κοινότητα) ήδη από την αρχή της μάς προσανατολίζει στην αντιμετώπιση και τη «λύση» του. Γιατί τι λέει;  «Να εντείνουμε όλοι τις προσευχές μας προς τον Νικητή της φθοράς και του θανάτου Κύριο Ιησού Χριστό, ώστε να διαφυλάξει υγιή και ακεραία την κληρονομία Του». Η Σύνοδος δηλαδή ακολουθώντας την πνευματική οδό της χριστιανικής πίστεως μάς απεγκλωβίζει από την αποκλειστική και νοσηρή θα έλεγε κανείς ενασχόληση με το πρόβλημα. Μας υπενθυμίζει ότι πέρα από κάθε πρόβλημα, πέρα από κάθε τι επίγειο που μπορεί να μας ταλαιπωρεί υπάρχει η παρουσία του Θεού, υπάρχει ο ίδιος ο Χριστός μας ως ο Παντοκράτωρ Κύριος, ο Οποίος κρατάει τα πάντα στα χέρια Του «διδούς πᾶσι ζωήν καί πνοήν καί τά πάντα». Ό,τι ομολογούμε καθημερινά στο Σύμβολο της Πίστεως: «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν Οὐρανοῦ καί γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καί ἀοράτων» αυτό καλούμαστε τώρα που μας δίνεται η πρόκληση με τα προβλήματα της υγείας να το ενεργοποιήσουμε στη ζωή μας.
Κι αυτό σημαίνει μεταξύ των άλλων ότι η παρουσία του κορονοϊού, όπως και κάθε άλλου ιού που έχει παρουσιαστεί μέχρι τώρα και θα παρουσιαστεί ασφαλώς και στο μέλλον, μας φέρνει ενώπιον του ίδιου του εαυτού μας – να αναμετρηθούμε με τις αντοχές της πίστεώς μας, να φανερωθεί η γνησιότητα ή όχι της όποιας νομιζομένης χριστιανικότητάς μας. Ή πιστεύουμε δηλαδή πράγματι στον Χριστό, ότι είναι ο Θεός που μας δημιούργησε, που μας κρατάει στην ύπαρξη και προνοεί για εμάς, που κατευθύνει τον κόσμο του στον τελικό του προορισμό, που και πάλι θα ξανάρθει στη Δευτέρα Του παρουσία, ή δεν πιστεύουμε, οπότε από την άποψη αυτή για μία ακόμη φορά ισχύει η προφητεία του θεοδόχου αγίου και δικαίου Συμεών ότι «οὗτος (ὁ Χριστός) κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν καί εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον». Με άλλα λόγια τέτοια προβλήματα που κλονίζουν την πεποίθηση πολλών ότι είναι άτρωτοι μέσα στον κόσμο ή ότι μπορεί η επιστήμη να τα λύσει και να τα αντιμετωπίσει όλα ή ακόμη χειρότερα ότι μπορεί κανείς να συμβιβάζει και την πίστη στον Θεό και την παθολογική προσκόλληση στα του κόσμου λειτουργούν ως «καθαρτικά» που έρχονται να μας προσγειώνουν στη μόνη πραγματικότητα: είμαστε αδύναμοι και ατελείς που καλό είναι να θυμόμαστε την πεσμένη φύση μας και να ανεβάζουμε λίγο τα μάτια στον Πατέρα και Δημιουργό μας.
Κι επανερχόμαστε στο αρχικό: η εγκύκλιος της Συνόδου μάς απεγκλωβίζει από τον όποιο πανικό πάει να δημιουργήσει η μονομερής ενασχόληση με το πρόβλημα, γιατί μας λέει ότι πάνω από όλα είναι ο Κύριος του παντός Ιησούς Χριστός. Και θυμόμαστε εδώ δύο περιπτώσεις από τις πάμπολλες του Ευαγγελίου: πρώτον· το περιστατικό με τον απόστολο Πέτρο που ζητάει από τον Κύριο να περπατήσει πάνω στα κύματα όπως κι Εκείνος. «Έλα», του λέει ο Κύριος. Και το θαύμα γίνεται: όσο ο Πέτρος έβλεπε τον Χριστό περπατούσε πάνω στην αφρισμένη θάλασσα χωρίς πρόβλημα. Μόλις όμως άρχισε να λειτουργεί η λογική του και οι σωματικές του αισθήσεις να κυριαρχούν, αμέσως πήρε να καταποντίζεται. «Ὀλιγόπιστε, γιατί δίστασες;» του λέει ο Κύριος και τον σώζει, στην κραυγή του για σωτηρία. Και δεύτερον, όταν ο αδελφικός φίλος του Χριστού Λάζαρος πεθαίνει και οι αδελφές του, πρώτα η Μάρθα κι έπειτα η Μαρία, του εκφράζουν το παράπονό τους: «Αν ήσουν εδώ, ο Λάζαρος δεν θα πέθαινε». Κι η συγκλονιστική απάντηση του Κυρίου: «ο Λάζαρος θα αναστηθεί. Γιατί εγώ είμαι η Ανάσταση και η Ζωή».
Και στις δύο περιπτώσεις το πρόβλημα υπάρχει και επιτείνεται, επειδή και ο Πέτρος και οι αδελφές του Λαζάρου ξεχνούν τον Χριστό και «καρφώνονται» στο πρόβλημα. Που θα πει: όταν υπάρχει η όποια ταλαιπωρία και η όποια δοκιμασία, βεβαίως είμαστε προσγειωμένοι και κατανοούμε την πραγματικότητα, μα δεν μένουμε «άπιστα» σ’ αυτή. Τα μάτια μας πρέπει να υψώνονται στον «μόνον δυνάμενον σώζειν», κι αυτό ήδη αποτελεί την απαρχή της λύσης και της θεραπείας. Οπότε η πίστη μάς δίνει τα κλειδιά της εν τω κόσμω πορείας μας: Πιστεύουμε στον πανταχού παρόντα και τα πάντα πληρούντα Χριστό μας που προσδιορίζει τα σύμπαντα· έχουμε τα μάτια ανοιχτά για να κάνουμε ανθρωπίνως ό,τι περνάει από το χέρι μας. Και με αγιογραφική αναφορά: «Πιστεύετε εἰς τόν Θεόν καί εἰς ἐμέ πιστεύετε»· «οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τόν Θεόν σου». Εμπιστοσύνη στον Χριστό και ανάληψη της προσωπικής μας ευθύνης – ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε κάθε πρόβλημα μέσα στον κόσμο που για λίγο βρεθήκαμε.

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2020

Α΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ



«Χαῖρε, δι’ ἧς ἡ χαρά ἐκλάμψει»
Μέσα στήν πένθιμη ἀτμόσφαιρα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ἡ ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν ἔρχεται ὡς ἀκτίνα φωτός πού ἀλλάζει τή διάθεση τῶν πιστῶν – τά χαμηλωμένα φῶτα τοῦ Ναοῦ ἀνάβουν στό ἀνώτερο δυνατό, τά ἄμφια λαμπροφοροῦν καί πάλι, ἡ ἁγία Τράπεζα μέ τά φωτεινά ἐνδύματά της τό ἴδιο. Στήν πραγματικότητα βεβαίως λειτουργεῖ ἡ ἴδια πνευματική ἀτμόσφαιρα, αὐτή τῆς χαρμολύπης, ἡ ὁποία  διαποτίζει πάντοτε ὅλη τήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας, κι αὐτό γιατί τό ὅποιο λαμπρό στοιχεῖο αὐτῆς προϋποθέτει καί παραπέμπει στό πένθιμο τῆς μετανοίας· τό ὅποιο πένθιμο στοιχεῖο ἀποκαλύπτει ἐξίσου τό λαμπρό καί φωτεινό ἔνδυμά της. Πρόκειται ἀσφαλῶς γιά τήν πιό βαθιά ἀλήθεια πού ζεῖ τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ἀκολουθεῖ γνήσια τά χνάρια τῆς κεφαλῆς του, δηλαδή τή βίωση τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου – εἶναι μία πραγματικότητα μέ δύο ὄψεις: Σταυρός καί Ἀνάσταση· Ἀνάσταση καί Σταυρός. Κι ἕνας χαιρετισμός, ἤδη ἀπό τήν πρώτη στάση τῆς ἀκολουθίας, ἔρχεται καί μᾶς προβληματίζει πάνω στή συγκεκριμένη πραγματικότητα: χαιρετίζουμε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο κυρίως τήν ὥρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της, διότι μέσω αὐτῆς θά λάμψει ἡ χαρά μέσα στόν κόσμο. Ποιά εἶναι αὐτή ἡ χαρά;
1. Ὁ ὑμνογράφος βεβαίως μιλάει γιά τή χαρά πού φέρνει ὁ Χριστός μέ τόν ἐρχομό Του στόν κόσμο,  σέ ἀντιδιαστολή μέ τή λύπη καί τή μελαγχολία πού κυριαρχοῦσε στήν πρό Χριστοῦ ἐποχή. Ὁ κόσμος μέχρι νά ἔρθει ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός βρισκόταν βουτηγμένος μέσα σ’ αὐτό πού ἀποτελεῖ αἴτιο τῆς θλίψης καί τῆς λύπης, τήν ἴδια τήν ἁμαρτία, γιά τόν λόγο ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἐνῶ εἶχε δημιουργηθεῖ γιά νά ζεῖ μαζί μέ τόν Θεό ὡς ἕνας ἄλλος Θεός ἐπί τῆς γῆς, συνεπῶς νά ζεῖ καί τή χαρά καί τήν εὐτυχία τοῦ Θεοῦ, δέν στάθηκε πάνω στή φυσιολογία τῆς δημιουργίας του αὐτῆς, ἀλλά ἐπαναστάτησε καί ἀπώλεσε τή σχέση μέ τόν Δημιουργό του. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι γνωστό: ὁδηγήθηκε στήν παρά φύσιν κατάσταση τῆς ἀπομάκρυνσή του ἀπό Αὐτόν πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς του, συνεπῶς ἄρχισε νά ζεῖ τόν ἴδιο τόν θάνατο, πνευματικό καί ὕστερα καί σωματικό. Ὁ θάνατος ὅμως συνοδεύεται πάντοτε μέ τά γνωρίσματα πού τόν συνοδεύουν, τή θλίψη, τή στενοχώρια, τή μελαγχολία - ὅ,τι συνιστᾶ βίωμα τῆς ἴδια τῆς κόλασης. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τό ἐπισημαίνει μέ τόν πιό ἄμεσο καί ἀνάγλυφο τρόπο: «Θλίψις καί στενοχωρία ἐπί πᾶσαν ψυχήν ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τό κακόν». Κι εἶναι συγκλονιστικά τά τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ἤδη ἀπό τήν εἰσαγωγή τῆς Σαρακοστῆς, τήν Κυριακή τῆς Τυρινῆς, ὅπου διεκτραγωδοῦν τό ἄλγος καί τόν ἐσωτερικό ἅδη στόν ὁποῖο περιέπεσε ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα μετά τήν πτώση τους στήν ἁμαρτία. «Κάθισε ὁ Ἀδάμ ἀπέναντι στόν Παράδεισο καί θρηνώντας γιά τή γύμνωσή του ἄρχισε νά ὀδύρεται. Ἀλλίμονο σέ μένα πού μ’ ἔπεισε καί μ’ ἔκλεψε ἡ πονηρή ἀπάτη. Ἀλλίμονό μου… Ἐλεήμονα καί φιλάνθρωπε σοῦ φωνάζω: ἐλέησον ἐμένα πού παράπεσα».
2. Ἔρχεται λοιπόν ὁ Χριστός, ὁ ἴδιος ὁ Θεός ὡς ἄνθρωπος, προκειμένου νά σηκώσει πάνω Του τήν ἁμαρτία καί τά φρικτά ἀποτελέσματά της (:«ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου») καί νά δώσει στόν ἄνθρωπο πού θά Τόν ἀποδεχτεῖ τή δυνατότητα καί πάλι ἐπαναφορᾶς του στήν ὑγιή πραγματικότητα: νά ζήσει ἐκ νέου τόν Παράδεισο, μαζί μέ Ἐκεῖνον πού εἶναι ὁ Παράδεισος, πιό ἔντονα καί αὐξημένα ὅμως κι ἀπό τήν πρώτη φορά. Ὁ Χριστός μέ ἄλλα λόγια εἶναι ὁ μόνος πού δημιουργεῖ συνθῆκες χαρᾶς, γιατί εἶναι ὁ μόνος πού καταργεῖ τό αἴτιο τῆς λύπης, τήν ἁμαρτία. Κι αὐτό σημαίνει βεβαίως ὅτι ὅπου δέν ὑπάρχει Χριστός, ἐκεῖ δέν ὑπάρχει ἀληθινή χαρά, ἔστω καί ἄν παρουσιάζονται στοιχεῖα πού φαίνονται ὅτι τήν «ἀποκαλύπτουν»: διασκεδάσεις, γέλια, ἀπολαύσεις. Ὁ καθένας ὅμως ἀπό τήν ἐμπειρία καί τίς γνώσεις του γνωρίζει ὅτι τά ἐξωτερικά αὐτά σημάδια «λαμπρότητας» τοῦ βίου δέν συνιστοῦν τήν ἀληθινή χαρά. Γιατί λειτουργοῦν στήν ἐπιφάνεια, ἀφήνοντας ἀνέγγιχτο τό βάθος τοῦ ἀνθρώπου πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τόν νοῦ καί τήν καρδιά του. Στήν καρδιά «παίζεται» ἡ ἀληθινή ζωή, ἐκεῖ ἀνάλογα μέ τό εἶδος τῆς πλήρωσης καί τοῦ περιεχομένου της, καλό ἤ κακό, ὑπάρχει ἡ χαρά ἤ ἡ θλίψη. Ἀπόδειξη: τά μεγαλύτερα ποσοστά αὐτοκτονιῶν βρίσκονται ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει πρόβλημα φτώχειας καί οἱ ἄνθρωποι ζοῦν μέσα σέ πλούτη καί ἀνέσεις!
3. Ὁπότε μιλᾶμε γιά τήν ἀληθινή χαρά πού πηγάζει ἀπό τήν καρδιά, πού προϋποθέτει τήν πνευματική ἄσκηση (ὅπως τήν καθορίζουν οἱ ἀπόστολοι καί οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας) γιά τή διατήρηση τῆς καθαρότητάς της, πού ἀφήνει χῶρο μ’ ἕναν λόγο γιά τήν παρουσία τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ καί τή θέα τοῦ προσώπου Κυρίου τοῦ Θεοῦ. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». «Πάλιν ὄψομαι ὑμᾶς καί χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία», ὅπως θά πεῖ ὁ Κύριος, γι’ αὐτό καί ὁ ἀσπασμός καί ὁ χαιρετισμός Του ἦταν, κυρίως μετά τήν Ἀνάστασή Του, τό «χαίρετε». Ἀκριβῶς ἔτσι κατανοοῦμε καί τήν προτροπή τοῦ ἀποστόλου Παύλου «χαίρετε, καί πάλιν ἐρῶ χαίρετε», διότι ἡ χαρά συνιστᾶ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά τόν πιστό ἄνθρωπο καί σημαδοτεῖ τήν παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος. «Πάντοτε χαίρετε… Τοῦτο γάρ θέλημα Θεοῦ εἰς ὑμᾶς». «Ὁ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν… χαρά…».
4. Κι ἐδῶ βρίσκει θέση ἡ ἀρχική μας ὑπενθύμιση: ἡ καρδιακή αὐτή χαρά ἀπαιτεῖ τόν πένθιμο ἀγώνα τῆς μετανοίας, προκειμένου ἡ καρδιά νά καθαριστεῖ ἀπό ὅ,τι βρώμικο καί ἁμαρτωλό ἔχει. Γιατί στήν καθαρή καρδιά μόνο ἐπαναπαύεται ὁ Θεός. Πού θά πεῖ: γιά νά ἀναδυθεῖ ἡ χαρά πρέπει πρῶτα ὁ πιστός νά καταδυθεῖ στήν ἄβυσσο τοῦ ἅδη τῆς καρδιᾶς του  ἐν μετανοίᾳ· νά κλάψει καί νά πονέσει γιά τά διεστραμμένα πάθη τοῦ ἐγωισμοῦ του· νά χύσει δάκρυα πνευματικά πού θά καθαρίσουν τό ἔδαφος τοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου. Στή χαρισματική αὐτή κατάσταση  βρίσκει ὄντως τόπο τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό καί ἀρχίζει ἡ ἀνατολή τῆς δράσεώς Του πού συνοδεύεται πάντοτε, ὅπως εἴπαμε, πρῶτα ἀπό τήν ἀγάπη κι ἔπειτα ἀπό τή χαρά. Ἔτσι τό σταυρικό στοιχεῖο τῆς λύπης τῆς μετανοίας ὁδηγεῖ στή χαρά καί τό φῶς τῆς ἀνάστασης, γεγονός πού σφραγίζει τήν ὅλη πνευματική πορεία ἑνός χριστιανοῦ μέσα στόν κόσμο.
Ὁ Χριστός φέρνει πράγματι τήν ἀληθινή χαρά, γιατί Αὐτός εἶναι ἡ πηγή της. Ὁ κόσμος ἄλλαξε τόν ροῦ του ἀφότου Ἐκεῖνος ἔταμε τήν ἱστορία - ἡ μετά Χριστόν ἐποχή χαρακτηρίζεται ἀπό τήν κυριαρχία τοῦ φωτός καί τῆς χαρᾶς. Ἀρκεῖ βεβαίως νά ὑπάρχει καί ἡ συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου: ἡ θέλησή του νά ἀποδεχτεῖ καί νά πιστέψει σ’ Αὐτόν. Ἄν δέν πιστέψει, τό πρό Χριστοῦ μέ τή μελαγχολία καί τή θλίψη του συνεχίζει τήν πορεία του καί μετά τόν ἐρχομό Του. Τό πρό Χριστοῦ καί μετά Χριστόν συνιστοῦν πνευματικές συντεταγμένες πού ἀφήνουν τό ἀποτύπωμά τους βεβαίως στόν κορμό τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου. Κι αὐτή ἡ χάρη καί ἡ χαρά τοῦ Χριστοῦ πού σώζει τόν κόσμο ἦλθε μέσα ἀπό τήν Παναγία Μητέρα Του. Ἡ μοναδικότητα παγκοσμίως τοῦ Χριστοῦ ἀποκαλύπτει καί τή μοναδικότητα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Διότι «δι’ αὐτῆς ἔλαμψε ἡ χαρά».

Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ!



ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟ ΙΕΡΑΡΧΗ πρ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟ             (Ι. ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΤΡΙΤΗ, 3 ΜΑΡΤΙΟΥ 2020)
Μακαριώτατε, Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, Σεβαστοί Πατέρες, ἐντιμότατοι ἄρχοντες, φιλόχριστε καί πενθηφόρε λαέ τοῦ Θεοῦ,
ἐνώπιον τῆς σεπτῆς σοροῦ τοῦ κεκοιμημένου ἁγίου πρώην Πειραιῶς κυροῦ Καλλινίκου ὁ λόγος εἶναι περιττός. Ἡ σιωπή θά ἦταν ἡ πρέπουσα στάση, ὄχι βεβαίως μέ τήν κοσμική ἁπλῶς ἔννοια τῆς ἀπουσίας τοῦ ἐκφερομένου λόγου, ἀλλά μέ τή βαθιά ἐκκλησιαστική τῆς πλήρωσής της ἀπό θεῖα νοήματα καί ἐνεργούσα προσευχή. Γιατί κατά τόν ἅγιο, «σταματᾶ κανείς νά μιλάει, προκειμένου νά προσεύχεται καί νά φωτίζεται ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ», πού θά πεῖ ὅτι ἡ ἐδῶ παρουσία μας ἀποκτᾶ ἔτσι νόημα καί ἱερή ἐνέργεια, πού ἀφενός παρηγορεῖ τήν ψυχή τοῦ μεταστάντος ἁγίου Γέροντά μας ὠθώντας την ἔτι πλέον στήν ἀγκαλιά τοῦ «Ἠγαπημένου», ἀφετέρου προκαλεῖ κι ἐμᾶς τούς «περιλειπομένους» σέ μετάνοια διανοίγοντας τά μάτια μας στό βάθος τῆς πραγματικότητας πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν παντοδύναμη παρουσία καί χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας. Τά λόγια ἄλλωστε τῶν ἱερῶν ὕμνων τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας σ’ αὐτό ἀκριβῶς ἀποσκοποῦν.
Μά πῶς ἀπό τήν ἄλλη νά ἀφήσει κανείς κατά μέρος τήν εὐκαιρία νά ἀποκαλύψει, ὅσο μπορεῖ καί εἶναι δυνατόν, τό ὕψος καί τό πλάτος τῆς σπουδαίας καί μεγάλης προσωπικότητας τοῦ κεκοιμημένου ἱεράρχου; Θά ἦταν ἀστοχία, καί μάλιστα μεγάλη, νά μή χρησιμοποιηθεῖ ὁ λόγος γιά τόν σκοπό πού δόθηκε: νά ἀποκαλύπτει τά ἀληθῆ, τά σεμνά, τά δίκαια, τά ἁγνά, ὅπως τώρα πού στό πρόσωπο τοῦ «παπποῦ Καλλίνικου» - ἔτσι  συνηθίζαμε νά τόν λέμε τά τελευταῖα χρόνια - τά βλέπουμε ὅλα αὐτά ἀνάγλυφα. Καί βεβαίως ἀκούστηκαν, ἀκούγονται καί συνεχῶς θά ἀκούγονται καί θά γράφονται πράγματα πού ἀποκαλύπτουν τίς πολυποίκιλες πλευρές τῆς χαρισματικῆς προσωπικότητάς του καί ἀναλύουν τό τεράστιο ἔργο του, τό πνευματικό, τό ποιμαντικό, τό εὐρύτερα κοινωνικό κι ἀκόμη καί τό ἐθνικό, κάτι πού ἐμεῖς τώρα θά ἀποφύγουμε, γιατί θέλουμε νά σταθοῦμε σέ δύο μόνο σημεῖα πού τά ζοῦσε καί τά ἔβλεπε κάθε πιστός πού τόν προσήγγιζε, ἰδίως ὅμως οἱ ἄμεσοι συνεργάτες καί ἀδελφοί του, οἱ κληρικοί τῆς Μητρόπολής του.
Ὡς ὁ ἐλάχιστος λοιπόν ἀπό τούς κληρικούς πού ἐκεῖνος χειροτόνησε θά μοῦ ἐπιτραπεῖ νά τονίσω πρῶτον· τήν καταπλήσσουσα πνευματική ἰσορροπία καί διάκρισή του, δεύτερον· τήν ἀπόλυτη αἴσθηση πατρότητας πού τόν διακατεῖχε. Ἡ πνευματική ἰσορροπία καί διάκρισή του σπεύδω νά διευκρινίσω δέν ἦταν καρπός μιᾶς φυσικῆς μετριοπάθειας, μέ τήν ἔννοια τοῦ συμβιβασμοῦ τῶν ἀκροτήτων – τέτοιος συμβιβασμός δέν ταίριαζε μέ τήν ἐκρηκτική χριστιανική φυσιογνωμία του: δέν «νέρωνε» ποτέ τό κρασί του πού λέμε. Ἡ ἰσορροπία καί ἡ διάκριση αὐτή γιά τίς ὁποῖες μιλᾶμε ἦταν ὁ καρπός τῆς ὀρθῆς καί γνήσιας πνευματικῆς του ζωῆς, πού σημαίνει ὅτι ἀκροβατοῦσε ἀδιάκοπα πάνω στό ὀρθοδόξως πιστεύειν καί ζῆν. Ὀρθοδοξία δέν εἶναι κατά τούς Πατέρες μας «τό ἀεί σχοινοβατεῖν»; Γιατί ἔχει νά ἀντιπαλέψει ὁ πιστός ὄχι μόνο μέ τά πάθη τοῦ ἐγωισμοῦ του, μά καί «μέ τόν κοσμοκράτορα τοῦ παρόντος αἰῶνος καί πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας». Ὁ Σεβασμιώτατος Καλλίνικος λοιπόν ἔδειχνε μέ τήν ὅλη βιοτή του τόν ἐσωτερικό ἀγώνα πού ἔκανε. Κι ἄν ὡς ἄνθρωπος κάπου πήγαινε νά σκοντάψει, ἐκεῖ ἀμέσως ἀνεγνώριζε τό λάθος, ζητοῦσε συγγνώμη, διόρθωνε τό ἐσφαλμένο. Ἡ ἄμεση ἀποκατάσταση τῆς ὅποιας διασαλευθείσας ἰσορροπίας ἦταν ἡ τρανότερη ἀπόδειξη ὅτι λειτουργοῦσε πλούσια μέσα του ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔβλεπε τό μέτρο πού ζητοῦσε ὁ Χριστός, τό ἐπεδίωκε, γι’ αὐτό καί αἰσθανόσουν τήν ἀσφάλεια καί τήν αἴσθηση τοῦ δικαίου πάντοτε κοντά του.
Κι αὐτή ἡ χαρισματική κατάσταση προϋπέθετε ἀλλά καί ὁδηγοῦσε συνάμα  στήν αἴσθηση τῆς πατρότητας πού τόν διακατεῖχε. Ἦταν, θέλουμε νά ποῦμε, ἰσορροπημένος καί διακριτικός ἄνθρωπος, γιατί ἦταν ὁ Πατέρας· κι ἦταν Πατέρας γιατί ζοῦσε τή χάρη τῆς διάκρισης. Κι ἐδῶ πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι αὐτή ἡ πατρική του διάθεση, ἡ λελογισμένα καί ἐν ἀγάπῃ αὐστηρή μερικές φορές, εἶχε βαθιά θεολογική βάση: ἀντανακλοῦσε τήν πατρότητα τοῦ Χριστοῦ, πού θά πεῖ ὅτι ἦταν ἔκφραση ἀγάπης. Ὅπως ὁ Χριστός μᾶς ἀγαπᾶ καί θυσιάζεται γιά τόν καθένα μας, ἀνεξάρτητα ἀπό τίς δικές μας καταβολές καί ἀντιδράσεις, κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ ἐκλιπών Μητροπολίτης πρώην Πειραιῶς: ὅλους τούς εἶχε στήν καρδιά του, ἡ ἀγάπη του θεωρεῖτο δεδομένη ἀπό ὅλους πού τόν γνώριζαν, ἰδίως δέ ἀπό ἐκείνους πού γιά διαφόρους λόγους τόν εἶχαν πικράνει. Ἀρκοῦσε μία μετάνοια, μία συναίσθηση κι ἀμέσως ἐκεῖνος «ἔλιωνε». Θά ἔλεγε κανείς ὅτι ἡ μεγαλύτερη προσβολή πού θά μποροῦσε κάποιος νά τοῦ κάνει, ἦταν νά ἀμφισβητήσει τό πατρικό του ἐνδιαφέρον. Ἦταν σάν νά τοῦ ἔμπηγε ἕνα ξίφος μέσα στήν καρδιά.  
Γι’ αὐτό καί ἄν θέλουμε νά προχωρήσουμε πιό πίσω καί πιό βαθιά στόν ψυχικό του κόσμο προκειμένου νά ἑρμηνεύσουμε τά παράδοξα αὐτά (τήν πνευματική ἰσορροπία καί τήν πατρική του διάθεση) γιά τή σημερινή πραγματικότητα, ἔστω καί τή χριστιανική, θά μέναμε σ’ αὐτό πού ἤδη ἀκροθιγῶς τονίσαμε καί παραπάνω: τή θερμουργό ἀγάπη Του στόν Κύριο ἤδη ἐκ νεότητός του, τή μεγάλη ἀγάπη του στούς ἁγίους, πάνω ἀπ’ ὅλα ὅμως τήν ἀγάπη του στή μεγάλη μάνα του, τήν Παναγία μας. Δέν θά ἦταν ὑπερβολή ἄν λέγαμε ὅτι ὁ μακαριστός μας Γέροντας «λάτρευε» κυριολεκτικά τήν ὑπεραγία Θεοτόκο. Ἡ μορφή της τόν ἔθελγε καί τόν γοήτευε, γεγονός πού φάνηκε καί στό μοναστήρι πού ἵδρυσε, τήν Παναγία τή Χρυσοπηγή, καί στά σπουδαῖα μελετήματα πού ἔγραψε γι’ αὐτήν. Κι ἀσφαλῶς εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ ἀγάπη αὐτή γιά τή μεγάλη Μάνα εἶναι μέ ἄλλον τρόπο ἡ πύρινη ἀγάπη του γιά τόν ἴδιο τόν Κύριο, τόν Υἱό καί Θεό τῆς ὑπέραγνης Παρθένου.
Μακαριώτατε,
Μακρηγορῶ, κουράζω κι ἐσᾶς καί τούς σεβασμιωτάτους ἀδελφούς σας, ὅλους τούς ἀδελφούς πού παρευρίσκονται. Μά θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά τελειώσω μέ μία ἀπόπειρα ποιητικοῦ σχεδιασμοῦ, σάν ἕνα ξέσπασμα τῆς καρδιᾶς, μπροστά στή μεγάλη καί φωτεινή παρουσία τοῦ ἐκλιπόντος Μητροπολίτου, πού σφράγισε τή γενιά του καί ὄχι μόνο, γιά ἕνα περίπου αἰώνα, εἴτε εὑρισκόμενος στό προσκήνιο εἴτε στό παρασκήνιο.  
Τό δάχτυλο ἔσυρε ὁ Πλάστης
καί μές στό βάθος τῆς καρδιᾶς
χάραξε τ’ ὄνομά Του
- ἀπό ἀγάπη τρώθηκε τό ἄβγαλτο παιδί.
«Δόξα Σοι» γίνηκ’ ἡ πληγή
καί πόθος γιά «ἐλέησον»
καί σταθερά τά πόδια στήριξε
στά χνάρια τοῦ Χριστοῦ του.
Λύχνο κρατώντας οὐρανοῦ ἔτρεχε
μές στά χρόνια κι ἔφτασε ὕψη καί
κορφές πού λίγοι τίς πατοῦνε.
«Καλλίνικος» ἀκούστηκε στά πέρατα
τοῦ κόσμου κι ὁ μόχθος του
λύτρωσε ψυχές ἀπ’ τήν ὀσμή θανάτου.
Τόν δρόμο τόν τερμάτισε καί τῆς
ἀρρώστιας τήν ὑπομονή ἀγόγγυστα διῆλθε.
Μέ τοῦ Χριστοῦ τό ὄνομα ἄφησε τήν πνοή του
ὅταν Ἐκεῖνος ἔγειρε τόν φίλο Του νά πάρει.

Τοῦ μακαριστοῦ Ἱεράρχου Καλλινίκου αἰωνία ἡ μνήμη!

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2020

ΣΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟ ΓΕΡΟΝΤΑ (πρ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ) ΚΑΛΛΙΝΙΚΟ


Το δάχτυλο έσυρε ο Πλάστης
και μες στο βάθος της καρδιάς
χάραξε τ’ όνομά Του
- από αγάπη τρώθηκε το άβγαλτο παιδί.
«Δόξα Σοι» γίνηκ’ η πληγή
 και πόθος για «ελέησον»
και σταθερά τα πόδια στήριξε
στα χνάρια του Χριστού του.
Λύχνο κρατώντας ουρανού έτρεχε
μες στα χρόνια κι έφτασε ύψη και
κορφές που λίγοι τις πατούνε.
«Καλλίνικος» ακούστηκε στα πέρατα
του κόσμου κι ο μόχθος του
λύτρωσε ψυχές απ’ την οσμή θανάτου.
Τον δρόμο τον τερμάτισε και της
αρρώστιας την υπομονή αγόγγυστα διήλθε.
Με του Χριστού το όνομα άφησε την πνοή του
όταν Εκείνος έγειρε τον φίλο Του να πάρει.