«Η πίστη είναι το φτερό της προσευχής… Η
πίστη είναι η αδίστακτη στάση της ψυχής, που δεν κλονίζεται από καμία
εναντιότητα. Πιστός είναι, όχι εκείνος που έχει τη γνώση ότι όλα είναι δυνατά
στον Θεό, αλλά εκείνος που πιστεύει ότι θα τα επιτύχει όλα (όσα ζητεί από
τον Θεό)» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. κζ΄ 33).
Γνωρίζουμε ως χριστιανοί την αξία της προσευχής, διότι
είναι αυτή που μας ενώνει με τον Θεό και μας ανεβάζει στα ουράνια. Η προσευχή είναι
η κατεξοχήν πνευματική θεία κοινωνία πέρα από τη μυστηριακή διάστασή της, τη
συμμετοχή στο σώμα και στο αίμα του Κυρίου – οι άγιοι Πατέρες στηριγμένοι στον
λόγο του Χριστού προβάλλουν πάντοτε και τις δύο μορφές της θείας κοινωνίας, που
σημαίνει κοινωνούμε τον Χριστό και στη Θεία Λειτουργία και αδιάκοπα κάθε φορά
που τηρούμε τις άγιες εντολές Του. Χωρίς
προσευχή δεν μπορεί να νοηθεί χριστιανός, όπως και γενικά κάθε άνθρωπος. Δεν
είναι τυχαίο ότι όπου γης οι άνθρωποι και σε κάθε θρησκεία έχουν την προσευχή
ως βασικό συστατικό της πίστης τους, γιατί εκφράζει τη δίψα τους γι’ αυτό που ο
άνθρωπος έχασε λόγω της πτώσεως στην αμαρτία. Πολύ περισσότερο ισχύει τούτο για
τον χριστιανό, που ως μέλος Χριστού και άρα οργανικά δεμένος μαζί Του βλέπει
δι’ Αυτού και πάλι Θεού πρόσωπο! «Ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα». Οπότε, βγάλε
την προσευχή και
ούτε χριστιανισμός υπάρχει αλλ’ ούτε και η ίδια η ζωή. Γιατί, όπως έχει τονίσει
κι αλλού ο όσιος της Κλίμακος, (ο όσιος της Σαρακοστής), δεν υπάρχει η πηγή
της, η Ζωή που είναι ο Χριστός. Δεν είπε τυχαία ο μέγας Πατέρας και Διδάσκαλος
της Εκκλησίας άγιος Γρηγόριος Θεολόγος «μνημονευτέον του Θεού μάλλον ή
αναπνευστέον», πρέπει να μνημονεύουμε τον Θεό περισσότερο κι απ’ όσο
αναπνέουμε! Γιατί και την αναπνοή Εκείνος μας τη δίνει.
Ο όσιος όμως μας ανοίγει τα μάτια σ’ ένα θεωρούμενο
αυτονόητο. «Το φτερό της προσευχής
είναι η πίστη» λέει. Κι είναι τόσο σημαντικό τούτο γι’ αυτόν, ώστε το επισημαίνει και λίγο παρακάτω: «Η πίστη έδωσε φτερά στην προσευχή. Χωρίς
αυτήν η προσευχή δεν μπορεί να πετάξει στον ουρανό» (κη΄ 29). Πράγματι!
Αν δεν πιστεύει κανείς στον Θεό σε ποιον απευθύνεται με την προσευχή του;
Μονάχα ίσως σε μια «καρικατούρα» θεότητας που είναι ο ίδιος ο εαυτός του! Ας θυμηθούμε εν προκειμένω τον Φαρισαίο της γνωστής
παραβολής! Προσευχόταν, αλλά έχοντας ως «θεό» του το είδωλο του εαυτού του. «Σταθείς
εις εαυτόν» αποκαλύπτει ο Κύριος. Γι’ αυτό και η «προσευχή» του όχι μόνο δεν τον δικαίωσε, αλλά τον
καταδίκασε: τον έκανε χειρότερο με την έννοια ότι και τον συνάνθρωπό του
εξουδένωσε και τον Θεό τον έβαλε απέναντί του ως «εχθρό»!
Καταλαβαίνουμε όμως ότι μιλάμε για την αληθινή
χριστιανική πίστη. Όχι για μία
ιδεολογικού τύπου πίστη, αποδέχομαι δηλαδή τον Θεό αλλά δεν με επηρεάζει στη
ζωή μου, αλλ’ ούτε και για εκείνη που την αντιμετωπίζω επιλεκτικά, αποδέχομαι δηλαδή
ό,τι μου ταιριάζει και απορρίπτω ό,τι προσκρούει στα πάθη μου! Και η πρώτη και
η δεύτερη είναι πολύ εύθραυστες, κατ’ ακρίβεια εντελώς ανυπόστατες, γιατί
κριτήριο έχουν όχι την αποκάλυψη του Κυρίου, συνεπώς ό,τι ζει και διδάσκει και
η Εκκλησία Του, αλλά το αλλοιωμένο και σαπισμένο από την αμαρτία εγώ μου. Πίστη
αληθινή είναι να ’σαι αταλάντευτα και
αδίστακτα και ακλόνητα τοποθετημένος ενώπιον του Τριαδικού Θεού, τότε μάλιστα
που λειτουργεί ο κατεξοχήν πειρασμός της απιστίας: στην ώρα της δοκιμασίας και
της όποιας εναντιότητας στην πορεία της ζωής σου, εκεί δηλαδή που κατεργάζεται
κανείς την υπομονή και οδηγείται ανθρωπίνως και σ’ αυτήν την τελειότητα! (πρβλ.
Ιακ. 1, 2-3).
Στη χαρισματική αυτή στιγμή, ο πιστός ενισχυόμενος από τον Κύριο βλέπει δύο πράγματα στη ζωή του: πρώτον, ότι η πίστη του αυτή, «της ευθείας καρδίας» όπως την ονοματίζει ο άγιος Ιωάννης, παίρνει πάντοτε τη μορφή της αληθινής θυσιαστικής αγάπης, κατά τον λόγο του αποστόλου «πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη»· δεύτερον, ότι όσα ζητεί με την αγάπη αυτή και προς το πνευματικό του συμφέρον από τον Κύριο, τα προσδοκά ότι θα γίνουν όλα πραγματικότητα στη ζωή του – ό,τι συνέβη και με το απόλυτο όριο της αληθινής πίστης και του αληθινού ανθρώπου: την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία κατεξοχήν αυτή, όπως σημειώνει ο άγιος ευαγγελιστής, «επίστευσε ότι έσται τελείωσις τοις λελαλημένοις αυτή παρά Κυρίου», πίστεψε ότι θα εκπληρωθούν τα λόγια που της είπε ο Κύριος. Όπως και εκπληρώθηκαν!
