Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


(Κύρια σημεία ομιλίας για τον άγιο Αλέξιο τον άνθρωπο του Θεού, που πραγματοποιήθηκε, κατά μετάθεση από την ημέρα της εορτής του (17 Μαρτίου), την 24η Μαρτίου, στον "Πειραϊκό Φάρο" Πειραιώς)

1. Το θέμα μας ενώ αναφέρεται πρωτίστως στον άγιο Αλέξιο τον άνθρωπο του Θεού (17 Μαρτίου), όμως αναφέρεται και σε κάθε άγιο της Εκκλησίας, διότι όλοι οι άγιοι αν άγιασαν, ήταν γιατί ακριβώς θέλησαν να μην ανήκουν στον εαυτό τους ή σε κάποια ομάδα απλώς ανθρώπινη, «κάστα» ή «γκέτο», αλλά να ανήκουν στον Θεό, όπως τον Θεό αυτόν, τον αληθινό, τον απεκάλυψε ο Ίδιος εν προσώπω Ιησού Χριστού. Κι επειδή ο Χριστός μας, ως Θεός και άνθρωπος, ίδρυσε την Εκκλησία, το ζωντανό σώμα Του, γι’ αυτό και κάθε άνθρωπος είναι του Θεού όταν είναι άνθρωπος της Εκκλησίας. Εκτός Εκκλησίας όπως γνωρίζουμε ο αληθινός Τριαδικός Θεός παραμένει ξένος και άγνωστος, όχι γιατί ο Θεός δεν υφίσταται, αλλά γιατί οι άνθρωποι παραμένουν μέσα στο σκοτάδι των παθών τους και της ενέργειας του Πονηρού Διαβόλου, ο οποίος θέτει στον νου τους «κάλυμμα» προκειμένου να μη βλέπουν και να μη νιώθουν το πιο «αυτονόητο» θεωρούμενο, ό,τι πρόκειται, κείται δηλαδή εμπρός μας, που είναι ο ίδιος ο Θεός. Διότι «εν Αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν». «Extra Ekklesiam, salus non est», κατά ένα πολύ γνωστό λατινικό λόγιο, δηλαδή «έξω από την Εκκλησία δεν υπάρχει σωτηρία», ζωντανή και αληθινή σχέση με τον Θεό. 

Δεν θα κάνουμε ιδιαίτερο λόγο για τους θεωρουμένους ανθρώπους του «Θεού» άλλων θρησκειών ή θεοσοφιών, διότι για τη χριστιανική πίστη μας οι θρησκείες βρίσκονται υπό την οργή του Θεού, με την έννοια ότι αποτελούν τις ανθρώπινες προσπάθειες για να προσεγγίσουν τον Θεό – ο Κύριος ήρθε να καταργήσει τις θρησκείες. Κι αυτό γιατί μετά την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία, κάθε τέτοια προσπάθεια προσκρούει ακριβώς στο φράγμα της αμαρτίας, οπότε ο Θεός ή οι θεοί των άλλων θρησκειών είναι κατά τη Γραφή ή «το τίποτε ή τα δαιμόνια». Γι’ αυτό και ο Κύριος μας αποκαλύπτει ότι ήρθε για να μας ενώσει με τον Θεό, να μας δώσει τη δυνατότητα και πάλι να κατανοήσουμε και να ζήσουμε τη μεγαλύτερη δωρεά και χάρη, ότι είμαστε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Εκείνου δημιουργημένοι, άλλοι θεοί κι εμείς, κι αυτό μπορεί κανείς να το «αποκτήσει» μόνον όταν πιστέψει σ’ Εκείνον και ενταχτεί, όπως είπαμε, στο άγιο σώμα Του την Εκκλησία. «Εγώ ειμι η θύρα» είπε. «Δι’ εμού εάν τις εισέλθη, σωθήσει, και εισελεύσεται και εξελεύσεται και νομήν ευρήσει». «Ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα».

Κι απαρχής πρέπει να σημειώσουμε ότι εντασσόμενος ο άνθρωπος στο σώμα του Χριστού, γενόμενος ένα μ’ Εκείνον διά του αγίου βαπτίσματος – αυτό κάνει το βάπτισμα: μας εντάσσει μέσα σ’ Εκείνον, ο Οποίος με τη σειρά Του «εντάσσεται» μέσα σ’ εμάς, κατά τον λόγο του αποστόλου: «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε» - όχι μόνον δεν περιορίζεται σε μία «ομάδα», αλλά επεκτείνεται αποκτώντας παγκόσμιες και διαχρονικές διαστάσεις λόγω ακριβώς του Χριστού. Γίνεσαι άνθρωπος του Θεού δηλαδή; Έχεις αποκτήσει τη δυναμική να περιλάβεις μέσα σου όλη την ανθρωπότητα, απαρχής και άχρι εσχάτου των καιρών. Ένας άλλος Χριστός επί της γης είναι ο άνθρωπος του Θεού.

2. Επανερχόμαστε στο πιο συγκεκριμένο θέμα μας, τον άγιο Αλέξιο, ο οποίος κατά τον στίχο του συναξαρίου του «Κλήθηκες συ μόνος πάνω στη γη άνθρωπος του Θεού» («άνθρωπος εν γη του Θεού κληθείς μόνος»), κι αυτό γιατί «σε γνωρίσαμε άνθρωπο του Θεού όχι μόνο από την κλήση σου αλλά και από τα πράγματα» («άνθρωπόν σε έγνωμεν Θεού, κλήσει τε και πράγματι») (στιχηρό εσπερινού).  Είναι εξαιρετική η περίπτωσή του, γι’ αυτό και θα δούμε λίγα στοιχεία της κατά Χριστόν ζωής του, κάνοντας κάποιες επισημάνσεις και σχόλια πάνω σ’ αυτήν, αλλά και αφήνοντας τον άγιο υμνογράφο να μας «ζωγραφίσει» όπου χρειάζεται το πορτρέτο του με κάποιες έντονες πινελιές.

Ο άγιος Αλέξιος καταγόταν από τη Ρώμη κι οι γονείς του, ο πατέρας του  πατρίκιος Ευφημιανός και η μητέρα του Αγλαΐδα, ήταν πλούσιοι και πολύ ευγενείς, έχοντας τον Αλέξιο το μοναδικό τους παιδί. Ο πατέρας του όταν ήλθε σε κατάλληλη ηλικία ετοίμασε τα του γάμου του υιού του, οπότε τότε που έπρεπε να αποσυρθεί με τη νύφη στη νυφική παστάδα, εκείνος αφού έδωσε σ᾽ αυτήν το δαχτυλίδι του γάμου και προσευχήθηκε, έφυγε κρυφά από τον οίκο του κι ἔφτασε στην ´Εδεσσα. ´Εμεινε στην πόλη αυτή και στην εκεί Εκκλησία δεκαοκτώ έτη, φορώντας πάμπτωχα ρούχα σαν ράκη και τρεφόμενος από τις προσφορές ελέους και φιλανθρωπίας των ανθρώπων.

´Εφυγε όμως κι από κει (διότι δεν ήταν δυνατόν να διαφεύγει την προσοχή των ανθρώπων και να κρύβεται η αρετή του πάντοτε, καθώς ήδη τον προσήγγιζαν και τον ενοχλούσαν πολλοί), και καθώς έμελλε να μεταβεί στην Ταρσό της Κιλικίας, στον ναό του αγίου αποστόλου Παύλου, δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του, διότι το πλοίο από τους ενάντιους ανέμους οδηγήθηκε αλλού. Έφτασε και πάλι στη Ρώμη, οπότε πήγε στον οίκο του πατέρα του. Κι αφού δεν τον αναγνώρισε κανείς, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στους πυλώνες της εισόδου του οίκου του, υφιστάμενος τις κοροϊδίες και τους εμπαιγμούς από τους υπηρέτες του πατέρα του και πάσχοντας πολλά δεινά, όσα συνήθως πάσχει από τους ανθρώπους της τρυφής και της αταξίας άνθρωπος ξένος που δεν μπορεί καθόλου να σηκώσει το κεφάλι.

 ´Οταν πλησίασε το μακάριο τέλος του, ζήτησε χαρτί, κι αφού έγραψε το ποιός ήταν και ποιοι ήταν οι γονείς του, το κράτησε πάνω του, μέχρις ότου ο βασιλιάς Ονώριος μετά από τη θεϊκή αποκάλυψη έφτασε εκεί. Ο βασιλιάς τον παρακάλεσε, ενώ ήδη είχε πεθάνει, και πήρε το χαρτί. Κι όταν το διάβασε εις επήκοον όλων τότε μαθεύτηκαν τα σχετικά μ᾽ αυτόν. Καθώς η έκπληξη όλων ήταν τεράστια, πήραν το άγιο λείψανό του και το ενταφίασαν με τιμή και μεγαλοπρέπεια στον ναό του αγίου αποστόλου Πέτρου. Έκτοτε το λείψανό του προχέει αδιάκοπα μύρα ευώδη και ιάματα σ᾽ όλους τους πιστούς που προσέρχονται εκεί”.

(1) «Πλουσιόπαιδο και μοναχοπαίδι» ο άγιος. Δηλαδή έχει όλα τα στοιχεία για να γίνει ένα θηρίο εγωισμού, να μεγαλώσει κάνοντας όλα τα θελήματά του και να καταστεί ένας τύραννος! Αυτό δεν βλέπουμε στις περισσότερες παρόμοιες περιπτώσεις; Κι όμως δεν συμβαίνει αυτό. Διότι και οι γονείς, προφανώς, είχαν την έγνοια να αναθρέψουν το τέκνον τους «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», αλλά και ο Αλέξιος από μικρός έδειξε μία καλοπροαίρετη ψυχή που ποθούσε τελικώς κάτι παραπάνω από τα επίγεια και υλικά. (Κι αναδεικνύεται εδώ, πριν πούμε άλλα, η σημασία της αγωγής που δέχονται τα παιδιά απαρχής της ζωής τους  από τους γονείς. Πόση ευθύνη έχουμε οι γονείς για τα μικρά παιδιά μας ώστε να μεγαλώσουν σωστά! Και «σωστά» σημαίνει να μάθει το παιδί ότι προτεραιότητα στη ζωή του δεν είναι τα δικά του απλώς θέλω, αλλά το θέλημα του Θεού. Κι αυτό προσφέρεται όχι κυρίως με τα λόγια – τα λόγια λίγα πράγματα κάνουν: ας θυμηθούμε τον άγιο Πορφύριο! – αλλά με την ίδια τη ζωή των γονιών. Προφανώς οι γονείς ήταν σοβαροί πιστοί που ενδιαφέρονταν και για την αποκατάστασή του ασφαλώς, μα και για την αιώνια προοπτική του!)

(2) «Τον πάντρεψαν». Κι αυτός δέχτηκε, έχοντας όμως διαπιστώσει το χάρισμα της άγαμης αφιερωμένης ζωής που τον διακατείχε. Φαίνεται ότι ήταν υπάκουο παιδί, που η στάση του έναντι των γονιών του καθοριζόταν από το σεβασμό και την αγάπη του προς εκείνους. Μέσα του όμως τον «έτρωγε» ο πόθος του Θεού ως ολοκληρωτική αφιέρωση προς Αυτόν. Θα μου επιτρέψετε να πούμε ότι ίσως θα μπορούσε να μείνει στον γάμο και να προκόψει. Γιατί, όπως έλεγε ο άγιος Παΐσιος, ο φιλότιμος άνθρωπος και λάθος να κάνει στην επιλογή της ζωής του, θα προκόψει όπου κι αν βρεθεί. Όμως τελικώς δεν άντεξε. Έκανε υπομονή, έκανε προσευχή, παντρεύτηκε, και η σφοδρότητα της καρδιάς του τον έκανε να φύγει. Πότε; Στο πιο οριακό σημείο: την ώρα που βρέθηκε στη νυφική παστάδα. Προφανώς εκείνην την ώρα «συνειδητοποίησε» στο απόλυτο ότι δεν είναι φτιαγμένος για τον γάμο. Και βλέποντας ίσως τη σεμνότητα και την ευγένεια και της συζύγου του, την αφήνει και φεύγει! «Της δίνει το δαχτυλίδι του γάμου» σημειώνει το συναξάρι του, χωρίς να φαίνεται να αντιδρά με ιδιαίτερο τρόπο εκείνη.

«Λάθος!» θα σπεύσουν ίσως μερικοί να πούνε. «Μπορεί!» θα απαντήσουμε. Μα, το αποτέλεσμα τον δικαιώνει. Γιατί; Διότι κριτήριο απόλυτο του αγίου είναι το πώς να σταθεί στο θέλημα του Θεού, σαν να είναι η κάθε στιγμή του η τελευταία του. Έχουμε την εντύπωση πως ο Θεός τον φώτισε να εγκαταλείψει τον γάμο του για να τον «διασώσει»! Διότι δεν είχε κάποιον έστω λογισμό για τον γάμο. Οπότε, παραμένοντας σ’ έναν τέτοιο γάμο, κάνοντας φιλότιμες όντως προσπάθειες, μάλλον θα μαράζωνε κι αυτός και η γυναίκα του! Και φαίνεται ότι η έσχατη αυτή «συζυγική» κίνησή του είναι με φωτισμό Θεού, γιατί πρώτα κάνει προσευχή, κι έπειτα ακολουθούν όλα τα παράδοξα άλλα.

(3) Κι είναι ένα σημείο αυτό που πρέπει και πάλι να σταθούμε. «Φουντωμένη» η καρδιά του από έρωτα Θεού προσπαθεί να την «ελέγξει», να την «κοντρολάρει» που λέμε. Γι’ αυτό και κάνει προσευχή. Δείχνοντάς μας ότι σε κάθε στιγμή της ζωής μας χρειάζεται η καρδιακή προσευχή μας, ιδίως όμως όταν τα πράγματα φαίνονται εξαιρετικά πιεσμένα. Τι καλό που θα ήταν κι εμείς, κάθε φορά που πιεζόμαστε, να καταφεύγουμε στην προσευχή. Να παίρνουμε «ευλογία» από τον Κύριο για την όποια ενέργειά μας. Και μάλιστα στις πιο κρίσιμες στιγμές, τότε που τα πάθη μας μάς σπρώχνουν σε κάποιες ίσως ακρότητες: Σε μία έξαψη μέσα στη συζυγία και την οικογένεια, στο επαγγελματικό μας περιβάλλον, σε οτιδήποτε που θεωρείται πρόκληση για εμάς.

(4) «Φεύγει και γίνεται ζητιάνος»! Επιβεβαιώνει δηλαδή ότι η φυγή του δεν προερχόταν από κάποια «εξωτερική» πίεση – «η νύφη το ’σκασε!»! Η φυγή του ήταν κατά Θεόν, που φανερώνεται με τον πιο απόλυτο τρόπο: να ζήσει στερούμενος και τα πιο αναγκαία! Τι μας θυμίζει η κίνησή του αυτή; Το «φρόνημα του Κυρίου Ιησού Χριστού», όπως μας το σημειώνει με μοναδικό τρόπο ο απόστολος Παύλος στην προς Φιλ. Επιστολή: «Τούτο φρονείσθω εν ημίν, ο και εν Χριστώ Ιησού…». (Να υπάρχει μεταξύ σας το ίδιο φρόνημα που είχε κι ο Ιησούς Χριστός, ο Οποίος, αν και ήταν Θεός, δεν θεώρησε την ισότητά του με τον Θεό αποτέλεσμα αρπαγής, αλλά τα απαρνήθηκε όλα και πήρε μορφή δούλου˙ έγινε άνθρωπος˙ και όντας πραγματικός άνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικά υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού). «Αντιγράφει» εν χάριτι ό,τι έκανε ο ίδιος ο Θεός! Υπάρχει μεγαλύτερο σημείο αγιότητος από κάτι τέτοιο; Ο απόστολος Πέτρος δεν μας λέει ότι ο Κύριος ήρθε στον κόσμο «ημίν υπολιμπάνων υπογραμμόν ίνα επακολουθήσωμεν τοις ίχνεσιν Αυτού;» Στα χνάρια του Χριστού κινείται ο νεαρός Αλέξιος, που επιβεβαιώνεται από την ανταπόκριση του κόσμου: αρχίζει και γίνεται γνωστός από την ενάρετη ζωή του. Γιατί η αγιότητα δεν μπορεί τελικώς να κρυφτεί, όπως το αποκαλύπτει ο ίδιος ο Κύριος. «Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη… Ούτω λαμψάτω το φως υμών». Όσο κρύβεται, τόσο και τον αποκαλύπτει ο Κύριος, φωτίζοντας τους ανθρώπους.

(5) Και να συνεχίσουμε επ’ αυτού: «φεύγει και «απογειώνει» την πτωχεία και την ξενιτεία και την ταπείνωσή του». Οδηγείται από τον Θεό στο σπίτι του πατέρα του στη Ρώμη. Κι εδώ βρίσκεται ακριβώς η αποκορύφωση του εσωτερικού αγώνα του: πτωχός ναι, ταπεινωμένος βεβαίως, αλλά δεχόμενος και εξευτελισμούς από τους υπηρέτες του πατέρα του και δικούς του υπηρέτες. Σημειώνει κάπου ένας εκκλησιαστικός συγγραφέας: «η επίτασις των κρειττόνων πλείω φέρει την ευεργεσίαν», αυξάνει πολύ περισσότερο τις δωρεές του Θεού. Αλλά ας προσέξουμε! Δεν είναι η ζωή του μία συνέχεια όντως του Κυρίου Ιησού Χριστού; «Εις τα ίδια ήλθε» θα πει ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής για τον Κύριο, «και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον». Από πτωχεία σε μεγαλύτερη πτωχεία δηλαδή η πορεία του Αλεξίου, όχι γιατί δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, αλλά γιατί έβλεπε ότι αυτό είναι το πνευματικό του συμφέρον! Δεν είναι τυχαίο ότι ο άγιος υμνογράφος του έτσι τον αντιμετωπίζει: ως μία συνέχεια του Χριστού. «Την πτωχείαν του Χριστού μιμούμενος» σημειώνει. Όπως η πορεία του Χριστού ήταν μία πορεία πάθους με αποκορύφωμα το Σταυρικό Του Πάθος, έτσι και με τον άγιο Αλέξιο: ενσυνείδητο πάθος η ζωή του, με αποκορύφωση το Πάθος του μπροστά στην πύλη του σπιτιού του, με τα κτυπήματα, τις κοροϊδίες των δούλων, τους εξευτελισμούς, τα φτυσίματα. Και τα υπομένει όλα εκών.

(6) Ας σημειώσουμε όμως και κάτι ακόμη, δηλωτικό της αγιότητάς του. «Παίρνει το καράβι για την Ταρσό, να πάει στον Ναό του αποστόλου Παύλου, αλλά ο άνεμος του αλλάζει «ρότα» και βρίσκεται στη Ρώμη».

Η επιθυμία του βαθιά: να βρεθεί εκεί που έζησε ο αγαπημένος του απόστολος Παύλος. Και φανερώνει τούτο το πώς μελετούσε ιδίως τις Πράξεις των Αποστόλων και τις επιστολές του αγίου Παύλου. Κανείς δεν αναλαμβάνει τέτοιο ταξίδι, τέτοια και πάλι μετανάστευση, χωρίς να τον παρακινεί μία μεγάλη αγάπη. Κι είναι γεγονός ότι όποιος έχει μελετήσει και μελετά αδιάκοπα τον απόστολο Παύλο ιδίως, δεν μπορεί να ξεφύγει από τα «δίχτυα» της χάρης του. Αυτό δεν «έπαθαν» σχεδόν όλοι οι άγιοι, και μάλιστα ο μέγιστος Οικουμενικός Διδάσκαλος άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος; Σπάνια υπήρξε άνθρωπος με τέτοια αγάπη προς εκείνον, που η σχέση του μαζί του ήταν προσωπική, αφού μάλιστα γνωρίζουμε ότι στα δύσκολα και δυσνόητα σημεία των επιστολών του Παύλου ο ίδιος ερχόταν και καθοδηγούσε τον ερμηνευτή Χρυσόστομο! (Υπάρχει πολύ όμορφη εικόνα περί αυτού). Μελετούσε λοιπόν αδιάκοπα τις επιστολές του Παύλου, μέσα στις οποίες όπως όλοι γνωρίζουμε, αποκαλύπτεται η τεράστια φλόγα του αποστόλου και ο θερμός έρωτάς του για τον Κύριο Ιησού Χριστό. Ο έρωτας αυτός του Παύλου σαν να μεταγγίστηκε και στον Αλέξιο. Και γι’ αυτό μπορούμε να πούμε το αντίστοιχο που διαβάζουμε για τον μεγάλο αγαπημένο μαθητή του αποστόλου Τιμόθεο: ρυθμιζόταν στη ζωή σαν τον Τιμόθεο «ταις του Παύλου διδαχαίς».

Μα, δεν μπόρεσε να πάει. Διότι άλλος κανονίζει τα της ζωής μας. Επεμβαίνει ο Κύριος και μέσα από τα κύματα και τους αέρηδες τον οδηγεί στη Ρώμη. Και υποτάσσεται στο θεϊκό θέλημα ο Αλέξιος, γιατί το καταλαβαίνει. Και συνεχίζει εκεί που βλέπει ότι τον θέλει ο Θεός. Οπότε, κι εδώ φανερώνεται το πιο καθοριστικό στοιχείο της ζωής ενός αγίου. Το «γενηθήτω το θέλημά σου» και όχι το θέλημά μου. Αν ένας άγιος αγιάζει είναι γιατί έχει κατανοήσει και έχει μάθει ότι το δικό του θέλημα «είναι χάλκινο τείχος που μας χωρίζει από τον Θεό» (Γεροντικόν). «Να ’ναι ευλογημένο», ψιθυρίζει ο άγιος και πορεύεται εκεί που τον σπρώχνει το θεϊκό σχέδιο. Τι μας δίδαξε ο Κύριος αν θέλουμε να ανήκουμε σ’ Εκείνον στην Κυριακή του προσευχή; «…Γενηθήτω το θέλημά Σου». Πάνω στην πορεία αυτήν ο άγιος Αλέξιος είχε θέσει εκ νεότητος τον εαυτό του. Γι’ αυτό και αδειάζοντας από το προσωπικό θέλημά του, τον εγωισμό του, γέμισε από Θεό. Και μάλιστα είδε ότι το «γενηθήτω το θέλημά Σου» πρέπει να ισχύει μ’ έναν απόλυτο τρόπο, δηλαδή «μέχρι θανάτου». «Γίνου πιστός άχρι θανάτου» λέει το πνεύμα του Θεού˙ αποφασισμένος να πεθάνει πάνω στην πιστότητα αυτή και ο Αλέξιος. Και κατά τούτο βεβαίως μοιάζει και με την Παναγία Μητέρα του Κυρίου, την Υπεραγία Θεοτόκο. Εκείνη δεν έδειξε ότι η μόνη στάση του ανθρώπου έναντι του Θεού είναι ακριβώς η απόλυτη υπακοή του σ’ Αυτόν; «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου».

(7) Γι’ αυτό και ο Αλέξιος την Μητέρα του Κυρίου την αγάπησε με πάθος. Το σύντομο συναξάρι του δεν αναφέρεται στο σημείο αυτό, που θεωρείται βεβαίως αυτονόητο για κάθε άγιο, μα η υμνολογία της Εκκλησίας το επισημαίνει κι όχι μία φορά. Ας ακούσουμε τον ύμνο: «Ζητώντας να κάνεις την καρδιά σου ναό Θεού, Αλέξιε, αγάπησες να κάθεσαι πάντοτε στον οίκο της Θεομήτορος κι εκεί να οραματίζεσαι τα ουράνια κάλλη» (ωδή δ΄). Δεν υπάρχει δηλαδή περίπτωση ένας πιστός χριστιανός να αγωνίζεται να καταστήσει ναό Θεού την καρδιά του – ό,τι αποτελεί σκοπό της καθημερινότητάς μας – χωρίς να ζει με την παρουσία της Παναγίας μας. Κι αυτό γιατί βεβαίως Χριστός και Παναγία βρίσκονται πάντοτε μαζί. Κριτήριο για την πίστη μας, ως γνωστόν, είναι η στάση μας έναντι της Θεοτόκου. Κι αλλού, σε άλλο σημείο (ωδή ς΄): «Επειδή έγινες ζωντανός ναός του Θεού, η Απειρόγαμος Παρθένος που είναι το σκήνωμα του Χριστού, σε φανερώνει ενώ κρύβεσαι και σε δοξάζει ενώ σπεύδεις να ζεις κρυφά». Αγαπημένο παιδί του Χριστού ο άγιος Αλέξιος, γι’ αυτό και αγαπημένο παιδί της Υπεραγίας Θεοτόκου. Δεν μας θυμίζει και τον άγιο Παΐσιο, ο οποίος και εκείνος μέσα σε έξαρση αγάπης προς την Παναγία Μάνα του ομολογούσε: «κρατάω την Παναγία διαρκώς από το φουστάνι της και πηγαίνω συχνά και ακουμπώ το κεφάλι μου στην άγια εικόνα της για να βυζάξω λίγο από τη χάρη της!»

(8) Πώς εξηγούνται όλα αυτά τα θαυμαστά και η παράδοξη και υπέρ φύσιν αυτή ζωή;  Φάνηκε με τα όσα είπαμε, μα καλό είναι να το εξηγήσουμε καλύτερα. Συμβαίνει για έναν απλούστατο λόγο, που συνιστά και το μεγαλύτερο χάρισμα, στο οποίο έχουμε κληθεί κι εμείς και μετέχουμε μάλιστα όλοι οι χριστιανοί χωρίς εξαίρεση κανενός. Ο άγιος Αλέξιος ζούσε «συσταυρωμένος» με τον Κύριο. Γι’ αυτό και Εκείνος ενεργούσε στην ψυχή και το σώμα του. Είπαμε και προηγουμένως ότι με το άγιο βάπτισμά μας γινόμαστε μέλη Χριστού, προεκτείνουμε Εκείνον όπως τα κλαδιά το αμπέλι, κατά τον άγιο λόγο Του: «Εγώ η άμπελος υμείς τα κλήματα». Αυτήν τη συνείδηση καλλιεργούσε με μεγάλη αίσθηση ο άγιος, που θα πει ότι κέντρο βάρους της ζωής του δεν ήταν ο εαυτός του, αλλά ο Κύριος Τον οποίο αγάπησε με όλη τη δύναμη της ψυχής του. «Ζω ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» δεν λέει ο απόστολος Παύλος, με την προϋπόθεση της «συσταυρώσεώς» του μ’ Εκείνον; Το ίδιο και ο Αλέξιος, το ίδιο και όλοι οι άγιοι. Ο άγιος Αλέξιος δηλαδή κατενόησε χαρισματικά εκ νεότητος ότι νόημα στη ζωή υπάρχει μόνον στον Χριστό. Χωρίς Εκείνον όλα είναι ανόητα και μετέωρα. Βρήκε τον Χριστό, ως τον πολυτιμότερο μαργαρίτη της ζωής του, και Τον ακολούθησε με πόθο μέχρι το τέλος της ζωής του. Γι’ αυτό και χωρίς θέλημα (εγωιστικό) ο ίδιος, με θέλημα όμως Θεού όπως είδαμε, «μεταναστεύει» όπου τον καλεί η Πρόνοιά Του.

Μα στον άγιο Αλέξιο με έναν μοναδικό τρόπο αποκαλύπτεται ότι θεμέλιο της πίστεως στον Χριστό και της αγάπης προς Εκείνον είναι η υψοποιός θεωρουμένη ταπείνωση. Διότι «ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν». Ό,τι επέδειξε ο Κύριος, που ταπεινώθηκε μέχρι θανάτου, το ίδιο προσπάθησε και ο άγιος. Μία ταπείνωση που ελέγχθηκε και καθαρίστηκε με τον πιο «σκληρό» τρόπο: την απόλυτη ξενιτεία, την υπέρβαση της αγάπης προς τους γονείς, την υπέρβαση αγάπης προς κάθε αγαπημένο θεωρούμενο πρόσωπο. «Πόσο μεγάλο θαύμα!» θα πει έκθαμβος ο άγιος ποιητής! «Πώς σαν διαμάντι κρατήθηκες στους πυλώνες των γονιών σου όλα τα χρόνια, χωρίς να καμφθείς, ασκώντας βία στη φύση σου, από τους πικρούς θρήνους των γονιών σου και της συζύγου σου, Αλέξιε» («Ω θαύμα! πώς εν πυλώσι των γεννητόρων χρονίως, ώς τις αδάμας, υπέστης φύσεως βία μη καμφθείς  γονέων τε και συζύγου, Αλέξιε, πικροίς θρήνοις») (εξαποστειλάριο όρθρου).

(9) Κι επειδή ήταν θεϊκή η ταπείνωσή του αυτή, όπως και η αγάπη του και η υπομονή του, γι’ αυτό και ο Θεός και η Παναγία μας τον δόξασαν. Χωρίς ο ίδιος να κινδυνεύσει από οποιαδήποτε κενοδοξία, τελικώς φανερώνεται. Γιατί φανερώνεται όταν πια έχει φύγει από τη ζωή αυτή και ο πονηρός δεν έχει κανένα ίχνος εξουσίας πειρασμού πάνω στον άνθρωπο. Και δεν είναι τυχαίο ότι η αποκάλυψη γίνεται μέσω του ίδιου του βασιλιά. Στον βασιλιά ο Θεός φανερώνει την ταυτότητα του αγίου Του, ο βασιλιάς προβαίνει στην ταυτοποίησή του, ώστε κανείς να μην μπορεί να την αρνηθεί, οπότε να γίνει μέγιστο σημείο αγιότητος και παραδειγματισμού όλων.

3. Θα ήταν καλό αντί επιλόγου να αναφερθούμε σ’ ένα βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Μικρό αλλά με δύναμη «μεγατόνων» ως προς την ενέργειά του. Πρόκειται για την Β΄ Καθολική επιστολή του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Μόλις το αναγνώσουμε θα καταλάβουμε όλοι αμέσως το πώς ο άγιος με δύο προτάσεις του δίνει το γνώρισμα του ανθρώπου του Θεού, του χριστιανού, που αγωνίζεται να γίνει, κατά άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, «μίμημα Χριστού».

1.1 ῾Ο πρεσβύτερος ἐκλεκτῇ κυρίᾳ καὶ τοῖς τέκνοις αὐτῆς, οὓς ἐγὼ ἀγαπῶ ἐν ἀληθείᾳ, καὶ οὐκ ἐγὼ μόνος, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ ἐγνωκότες τὴν ἀλήθειαν, 1.2 διὰ τὴν ἀλήθειαν τὴν μένουσαν ἐν ἡμῖν, καὶ μεθ᾿ ἡμῶν ἔσται εἰς τὸν αἰῶνα· 1.3 ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν χάρις, ἔλεος, εἰρήνη  παρὰ Θεοῦ πατρὸς καὶ παρὰ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ τοῦ πατρός, ἐν ἀληθείᾳ καὶ ἀγάπῃ. 1.4 ᾿Εχάρην λίαν ὅτι εὕρηκα ἐκ τῶν τέκνων σου περιπατοῦντας ἐν ἀληθείᾳ, καθὼς ἐντολὴν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ πατρός. 1.5 καὶ νῦν ἐρωτῶ σε, κυρία, οὐχ ὡς ἐντολὴν γράφων σοι καινήν, ἀλλὰ ἣν εἴχομεν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ἵνα ἀγαπῶμεν ἀλλήλους. 1.6 καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ ἀγάπη, ἵνα περιπατῶμεν κατὰ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ. αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολή, καθὼς ἠκούσατε ἀπ᾿ ἀρχῆς, ἵνα ἐν αὐτῇ περιπατῆτε. 1.7 ὅτι πολλοὶ πλάνοι εἰσῆλθον εἰς τὸν κόσμον, οἱ μὴ ὁμολογοῦντες ᾿Ιησοῦν Χριστὸν ἐρχόμενον ἐν σαρκί· οὗτός ἐστιν ὁ πλάνος καὶ ὁ ἀντίχριστος. 1.8 βλέπετε ἑαυτούς, ἵνα μὴ ἀπολέσωμεν ἃ εἰργασάμεθα, ἀλλὰ μισθὸν πλήρη ἀπολάβωμεν. 1.9 πᾶς ὁ παραβαίνων καὶ μὴ μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ Θεὸν οὐκ ἔχει· ὁ μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ, οὗτος καὶ τὸν πατέρα καὶ τὸν υἱὸν ἔχει. 1.10 εἴ τις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς καὶ ταύτην τὴν διδαχὴν οὐ φέρει, μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν, καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε· 1.11  ὁ γὰρ λέγων αὐτῷ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς. 1.12 Πολλὰ ἔχων ὑμῖν γράφειν, οὐκ ἠβουλήθην διὰ χάρτου καὶ μέλανος, ἀλλὰ ἐλπίζω ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς καὶ στόμα πρὸς στόμα λαλῆσαι, ἵνα ἡ χαρὰ ἡμῶν ᾖ πεπληρωμένη. 1.13 ἀσπάζεταί σε τὰ τέκνα τῆς ἀδελφῆς σου τῆς ἐκλεκτῆς· ἀμήν.

1 Ο Πρεσβύτερος, προς την εκλεκτή κοινότητα και τα μέλη της, που εγώ τους αγαπάω αληθινά, κι όχι μόνο εγώ αλλά και όλοι όσοι έχουν γνωρίσει την αλήθεια. 2 Σας αγαπάμε χάρη στην αλήθεια που βρίσκεται σ’ εμάς και θα μείνει μαζί μας αιώνια. 3 Η χάρη, η ευσπλαχνία και η ειρήνη από τον Πατέρα Θεό και τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον Υιό του Πατέρα, ας είναι μαζί σας με αλήθεια και αγάπη. 4 Χάρηκα πάρα πολύ που βρήκα μέλη της κοινότητάς σας να σκέφτονται και να ζούνε σύμφωνα με την αλήθεια, όπως ακριβώς λέει η εντολή που λάβαμε από τον Πατέρα. 5 Και τώρα σας παραγγέλλω, αγαπητή κοινότητα, να αγαπάμε ο ένας τον άλλον. Δεν σας γράφω καμιά καινούργια εντολή, αλλά αυτήν που είχαμε εξαρχής. 6 Να τι είναι η αγάπη: Να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του˙ και η εντολή, όπως την ακούσατε εξαρχής, είναι πως πρέπει να ζείτε με αγάπη. 7 Πολλοί πλάνοι έχουν εμφανιστεί στον κόσμο, που δεν παραδέχονται ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός που έγινε άνθρωπος. Όποιος τα λέει αυτά είναι ο πλάνος και ο αντίχριστος. 8 Προσέξτε τον εαυτό σας, για να μη χάσουμε ό,τι καταφέραμε ώς τώρα, αλλά να μπορέσουμε να λάβουμε ολόκληρο τον μισθό μας. 9. Όποιος δεν μένει πιστός στη διδασκαλία του Χριστού αλλά την παραβαίνει, προχωρώντας δήθεν πέρα απ’ αυτή, δεν έχει κοινωνία με τον Θεό˙ όποιος όμως μένει πιστός σε ό,τι δίδαξε ο Χριστός, αυτός έχει κοινωνία και με τον Πατέρα και με τον Υιό. 10. Όταν, λοιπόν, κάποιος κήρυκας σας επισκέπτεται και δεν διδάσκει αυτή τη διδαχή, μην τον βάζετε στο σπίτι σας και μην τον καλωσορίζετε, 11. γιατί όποιος τον καλωσορίζει συμμετέχει στα πονηρά του έργα. 12 Έχω πολλά ακόμη να σας γράψω. Δεν θέλησα όμως να το κάνω με χαρτί και μελάνι. Ελπίζω να σας επισκεφτώ και να τα πούμε από κοντά. Έτσι η χαρά μας θα είναι πλήρης. 13 Τα μέλη της εκλεκτής αδελφικής σας κοινότητας σας χαιρετούν. Αμήν.