Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Δ΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

«Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων, τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου˙ ἰσαρίθμους γάρ τῇ ψάμμῳ ὠδάς, ἄν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε, οὐδέν τελοῦμεν ἄξιον, ὧν δέδωκας ἡμῖν, τοῖς σοί βοῶσιν˙ Ἀλληλούϊα».

(Κάθε ύμνος είναι μικρός κι αδύναμος, όταν θελήσει να εκταθεί και να περιλάβει το πλήθος των πολλών οικτιρμών της αγάπης σου. Διότι κι αν ακόμη σου προσφέρουμε, Βασιλιά άγιε, ωδές όσες είναι ο αριθμός των κόκκων της άμμου, τίποτε δεν σου εκφράζουμε άξιο για όσα μας έχει δώσει ως δωρεά, σε μας που σου φωνάζουμε, Αλληλούϊα).

Στην τελευταία στάση των Χαιρετισμών, ο άγιος υμνογράφος έκθαμβος και σε έξαρση ευρισκόμενος τονίζει για μία ακόμη φορά αυτό το οποίο αποτελεί δεδομένο και αδιαπραγμάτευτο γεγονός στη χριστιανική πίστη: την άπειρη αγάπη του Δημιουργού μας. Βρισκόμαστε μπροστά σε μυστήριο, είναι σαν να μας λέει ο ποιητής, γιατί κάθε ανθρώπινη δύναμη, όσο ισχυρή κι αν φαντάζει, στέκει αμήχανη και πολύ αδύναμη, κυριολεκτικά «ηττημένη» μπροστά στο χωρίς τέλος πέλαγος αυτό του πλήθους της ευσπλαχνίας του Θεού μας. Η εικόνα που προσάγει προς έκφραση του μυστηρίου αυτού είναι μοναδική: κι αν φτιάχναμε ωδές και ύμνους ισάριθμους με όλους τους κόκκους της άμμου που υπάρχουν στον κόσμο – δεν θα ήταν τίποτε μπροστά στο μέγεθος και το πλήθος της αγαπώσας «καρδίας» Του! «Ο Θεός γαρ αγάπη εστί»!

Τι έχει υπ’ όψιν του ο άγιος υμνογράφος; Ασφαλώς πρώτα από όλα την ίδια τη Δημιουργία που αποτελεί καρπό της αγάπης Του. Κάθε πλάσμα και κάθε τι που υφίσταται Εκείνον δεν μαρτυρεί και την πνοή της αγάπης Του δεν εξαγγέλλει; «Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, ποίησιν δε χειρών Αυτού αναγγέλλει το στερέωμα». Ιδίως η δημιουργία του ανθρώπου συνιστά την πιο ισχυρή κραυγή της πατρότητας του Θεού μας, αφού με τον άνθρωπο θέλησε να «επαναληφθεί» ο Ίδιος, πλάθοντάς τον «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Εκείνου. Γι’ αυτό και η πρόνοιά Του βεβαίως απλώνεται σε όλη τη Δημιουργία Του, κατεξοχήν όμως στον άνθρωπο! «Και οι τρίχες της κεφαλής του είναι αριθμημένες από Αυτόν!»

Και η «κραυγή» της πατρότητάς Του αποκορυφώθηκε όταν στην ακατανόητη πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία Εκείνος προβαίνει στην κίνηση που χαρακτηρίζεται το μέγιστο μυστήριο της πίστεως: να γίνει άνθρωπος προκειμένου να αποκαταστήσει τον άνθρωπο. «Ο του Θεού Λόγος ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» (Μ. Αθανάσιος). Ο Ιησούς Χριστός αποτελεί με τον πιο άμεσα τρόπο την επιβεβαίωση της αγάπης του Θεού, ο Οποίος δεν μας δίνει κάτι ή ακόμη και πολλά, αλλά τα πάντα! Τον ίδιο τον Εαυτό Του, να είμαστε και εμείς θεοί μαζί με τον Θεό! Να Τον τρώμε και να Τον πίνουμε, καθιστώντας Τον την ψυχή της ψυχής μας, καλύτερα την ίδια της ζωή μας, αφού ζωή χωρίς Αυτόν δεν υφίσταται!

Κι ασφαλώς ο άγιος υμνογράφος «αλλού» τελικώς θέλει να καταλήξει με την ακολουθία των Χαιρετισμών: η άπειρη αγάπη του Πατέρα μάς έκανε το μεγαλύτερο δώρο που ουδέποτε μπορούσε να διανοηθεί και να φανταστεί ο άνθρωπος, όχι μόνον ο πεσμένος στην αμαρτία με τον σκοτεινιασμένο νου, αλλά ακόμη και ο φωτισμένος και διαυγής, ακόμη και ένας αγγελικός νους: την ίδια την Παναγία Μητέρα Του. Μία γυναίκα που αποτελεί παγκόσμια και διαχρονικά ό,τι ανώτερο και ευγενέστερο και αγνότερο μπορούσε να υπάρξει. Το είδαμε στη στάση του αρχαγγέλου Γαβριήλ: Κι εκείνος δέχεται την αποκάλυψη περί τίνος πρόκειται, τι άνθρωπος είναι η μικρή Μαριάμ, γι’ αυτό και στέκεται έκθαμβος μπροστά της, μεταφέροντας στην ουσία τον χαρακτηρισμό του Θεού γι’ Αυτήν: «Χαίρε Κεχαριτωμένη!» Κι είναι το μεγαλύτερο δώρο της αγάπης Του, διότι έτσι «βρέθηκε» η «σκάλα διά της οποίας κατέβηκε Εκείνος στη γη»! Η ύψωση της Παναγίας μας ως της πράγματι Μοναδικής σε όλη την ανθρωπότητα!  

Χρειάζεται όμως μία διευκρίνιση. Μπορεί απέναντι στην αγάπη του Πατέρα Θεού και κατ’ επέκταση στην αγάπη της Μητέρας μας Παναγίας να μην υπάρχει άξιος ανθρώπινος ύμνος, όμως είναι εντελώς απαραίτητος κι αυτός˙ έστω και αδύναμος και μικρός και «ηττημένος» - σαν το ψέλλισμα του μικρού παιδιού που αδυνατεί να αρθρώσει με τον σωστό τρόπο την έκφραση των συναισθημάτων του προς τους γονείς του˙ σαν μικρή αντανάκλαση του μεγαλειώδους τρόπου δοξολογίας του Θεού από τις αγγελικές και αρχαγγελικές δυνάμεις! Κι εδώ «κρύβεται» ό,τι πιο σοβαρό και καίριο για την πίστη μας. Διότι φανερώνει τη διάθεσή μας, τη συγκατάνευση και το «ναι» μας στο μεγάλο ΝΑΙ του Πατέρα μας απέναντί μας. Χωρίς το μικρό αυτό δικό μας, η προσφορά του Θεού μας μένει ανενέργητη για εμάς. Τι εννοούμε; Ο ύμνος μας ως ψέλλισμα μικρού παιδιού να μην αποτελεί έκφραση μόνο των χειλέων μας, αλλά και της βαθιάς καρδιάς μας. Να θέλουμε δηλαδή να υμνολογήσουμε και να δοξάσουμε τον Θεό μπροστά στα θαυμάσιά Του. Διότι αν μείνουμε μόνο σε μία επιφανειακή και ρηχή δοξολογία Του θα «εισπράξουμε» αυτό που με φοβερό τρόπο διαμηνύει ο Ίδιος διά του  μεγάλου προφήτη Του Ησαΐα: «Μάταια με σέβεται ο λαός αυτός. Γιατί με πλησιάζει με το στόμα του και με τιμά με τα χείλη του, ενώ η καρδιά του βρίσκεται πολύ μακριά από Εμένα».

Και πώς επομένως υμνολογώ και αινώ τον Θεό, ώστε η αίνεσή μου αυτή να γίνεται ευάρεστη και αποδεκτή από Εκείνον; Όταν η ζωή μου κινείται στις ράγες της μετάνοιας, δηλαδή ζω, αεί επιστρέφοντας προς Εκείνον, τηρώντας όσο είναι δυνατόν τις άγιες εντολές Του. Στην περίπτωση αυτή η υμνολόγηση του Θεού γίνεται ένα με την εμπειρία του αγίου προφητάνακτα Δαβίδ: «Κύριε, τα χείλη μου ανοίξεις και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσίν σου» ή του αγίου υμνογράφου «ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται πνεύματος». Κι εκεί που με τον πιο καθαρό τρόπο μαρτυρείται, αλλά και εξηγείται η αλήθεια αυτή είναι στον ύμνο της Μ. Σαρακοστής που πολύ συχνά ακούγεται ως εγερτήρια φωνή: «Ως ύπνον τον όγκον αποθεμένη, ψυχή, διόρθωσιν προς αίνεσιν δείξον τω κριτή» (Αφήνοντας κατά μέρος, ψυχή μου, το βάρος της αμαρτίας και την αμέλειά σου, δείξε στον κριτή τη διόρθωση της ζωής σου με τη μετάνοιά σου – αυτό λογίζεται αληθινή αίνεση και δοξολογία).