Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

ΖΗΛΕΨΕ, ΨΥΧΗ ΜΟΥ, ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ

                                               ΚΑΘΑΡΑ ΠΕΜΠΤΗ

«Ἀρετῶν Ἠλιού, προσεπιβάς ἅρματι θείῳ, τῇ νηστείᾳ λαμπρυνθείς ἀνεφέρετο, ἐπί τό ὕψος τό οὐράνιον. Τοῦτον ζήλωσον, ταπεινή ψυχή μου καί νήστευσον, πάσης κακίας, καί φθόνου ἔριδος, καί τρυφῆς ἀπορρεούσης καί ἐνηδόνου· ὅπως ὀδύνην χαλεπήν ἐκφύγῃς διαιωνίζουσαν τῆς γεέννης ἐκβοῶσα τῷ Χριστῷ· Κύριε δόξα σοι» (Στιχηρόν ἰδιόμελον ἑσπερινοῦ, ἦχος β΄).

(Ὁ προφήτης Ἠλίας, ἀφοῦ ἀνέβηκε στό θεῖο ἅρμα τῶν ἀρετῶν κι ἔλαμψε ἀπό τή νηστεία, ὁδηγεῖτο στό ὕψος τοῦ οὐρανοῦ. Αὐτόν ζήλεψε, ταπεινή ψυχή μου, καί νήστεψε ἀπό κάθε κακία, κι ἀπό φθόνο καί ἔριδα, κι ἀπ’ τήν ἐνήδονη μαλθακότητα πού σέ κάνει νά χάνεις τόν ἑαυτό σου. Μέ τόν τρόπο αὐτόν, φωνάζοντας στόν Χριστό: Κύριε, δόξα Σοι, θά ἀποφύγεις τήν αἰώνια τραγική ὀδύνη τῆς κόλασης).

Ὁ ἅγιος ὑμνογράφος γιά μία ἀκόμη φορά μέ τρόπο ἤρεμο καί ταπεινό προτρέπει τόν ἑαυτό του – τύπο τοῦ κάθε πιστοῦ χριστιανοῦ - νά στραφεῖ «ζηλωτικά» στή φοβερά μεγάλη προσωπικότητα τοῦ προφήτη Ἠλία, ὁ ὁποῖος ναί μέν ἀνήκει στήν Παλαιά Διαθήκη, ἀλλά ἐπαινεῖται ἐπανειλημμένως καί στήν Καινή ἀπό τόν Κύριο, τοῦ Ὁποίου θά προαναγγείλει τή Δευτέρα Παρουσία μέ μία δική του τότε ξεχωριστή ἀποστολή. Καί γιατί νά ζηλέψει τόν συγκεκριμένο προφήτη; Διότι ἦταν αὐτός πού ἀνέβηκε στά οὐράνια, ἀφοῦ ἀγωνίστηκε ν’ ἀποκτήσει τίς θεῖες ἀρετές καί νά ζήσει μέ τό φῶς τῆς νηστείας. Μέ ἄλλα λόγια ὁ ὑμνογράφος θεωρεῖ ὡς παράδειγμα τόν προφήτη, γιατί δείχνει πολύ ἄμεσα τόν δρόμο πού ὁδηγεῖ στόν οὐρανό· τίς θεϊκές ἀρετές καί τή νηστεία.

Σέ ἀνάλογο ἐπίπεδο κινεῖται βεβαίως γενικῶς ἡ ὑμνογραφία μας ὅταν μᾶς ὑπενθυμίζει ἀδιάκοπα – σχεδόν δέν ὑπάρχει ἀκολουθία χωρίς τήν ἀναφορά αὐτήν – τά παραδείγματα τῶν ἁγίων τριῶν παίδων πού ρίχτηκαν στήν κάμινο τῆς πυρᾶς καί τοῦ μεγάλου προφήτη Δανιήλ. Οἱ ἀρετές τῶν τριῶν παιδιῶν, συνδυασμένες μέ τή νηστεία, ἔφεραν τό θαυμαστό ἀποτέλεσμα: ἡ φωτιά νά μεταβληθεῖ σέ αὔρα δροσιᾶς, ὅπως οἱ ἀρετές καί ἡ μέ προσευχή νηστεία τοῦ προφήτη ἔκαναν τά λιοντάρια στά ὁποῖα εἶχαν ρίξει τόν Δανιήλ  οἱ ἐχθροί του νά τόν προσεγγίζουν ὡς ἥμερα ἀρνάκια. «Χεῖρας ἐκπετάσας Δανιήλ, λεόντων χάσματα, ἐν λάκκω ἔφραξε, πυρὸς δὲ δύναμιν ἔσβεσαν, ἀρετὴν περιζωσάμενοι, οἱ εὐσεβείας ἐρασταί, Παῖδες κραυγάζοντες…» (Ὁ Δανιήλ σήκωσε τά χέρια του σέ προσευχή καί ἔβαλε φραγή στά στόματα τῶν λιονταριῶν, ἐνῶ οἱ ἐραστές τῆς εὐσέβειας τρεῖς Παῖδες πού δοξολογοῦσαν τόν Κύριο, ἐπειδή ἦταν ντυμένοι τήν ἀρετή σβήσανε τή δύναμη τῆς φωτιᾶς).

Χωρίς νά χρονοτριβεῖ ὅμως ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής τονίζει τήν ἀληθινή ἔννοια τῆς νηστείας: εἶναι αὐτή πού περικόπτει τήν κακία, τόν φθόνο, τήν ἔχθρα, τή φιλόσαρκη στάση ζωῆς πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά χάνει κυριολεκτικά τόν ἑαυτό του καί τήν πίστη του. Ὁπότε ἡ ἀκολουθία τοῦ προφήτη Ἠλία, (ὅπως καί τῶν ἄλλων ἁγίων), ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπο καί ἀπό τήν ὀδύνη τῆς κόλασης, ἐνῶ τοῦ δημιουργεῖ δοξολογική διάθεση ἀπέναντι στόν Κύριο.