(Κύρια σημεία ομιλίας στον Κατανυκτικό Εσπερινό της Συγγνώμης, την 22α Φεβρουαρίου 2026, στην Αγία Παρασκευή Ηλιουπόλεως Αττικής)
«Τόν τῆς νηστείας
καιρόν, φαιδρῶς ἀπαρξώμεθα, πρός ἀγῶνας πνευματικούς ἑαυτούς ὑποβάλλοντες˙ ἁγνίσωμεν
τήν ψυχήν, τήν σάρκα καθάρωμεν, νηστεύσωμεν ὥσπερ ἐν τοῖς βρώμασιν ἐκ παντός
πάθους, τάς ἀρετάς τρυφῶντες τοῦ Πνεύματος˙ ἐν αἷς διατελοῦντες πόθῳ, ἀξιωθείημεν
πάντες, κατιδεῖν τό πάνσεπτον Πάθος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καί τό ἅγιον Πάσχα,
πνευματικῶς ἐναγαλλιώμενοι» (Στιχηρό κατανυκτικό εσπερινού Συγγνώμης).
(Ας ξεκινήσουμε με χαρά τον καιρό της νηστείας, ρίχνοντας τους εαυτούς μας σε πνευματικούς αγώνες. Ας αγνίσουμε την ψυχή, ας καθαρίσουμε τη σάρκα, ας νηστεύσουμε, όπως κάνουμε για τα φαγητά, από κάθε πάθος, έχοντας ως τρυφή μας τις πνευματικές αρετές. Σ’ αυτές τις αρετές επιμένοντας αδιάκοπα με πόθο, μακάρι να αξιωθούμε όλοι να δούμε καθαρά το πάνσεπτο Πάθος Χριστού του Θεού μας, όπως σκιρτώντας πνευματικά από αγαλλίαση να δούμε και το άγιο Πάσχα).
Α. Το θέμα μας, παρμένο από την ακολουθία του κατανυκτικού εσπερινού, θα είναι ακριβώς ακολουθία των εννοιών ενός ύμνου. Κι είναι σημαντικό να μένουμε στην υμνολογία προς πνευματική καθοδήγησή μας, γιατί μέσα στους ύμνους μαθαίνουμε όλη την πίστη μας αλλά και όλα τα πνευματικά μυστικά (άγιος Πορφύριος). Ο παραπάνω ύμνος θα είναι ο καθοδηγητής μας – θα μπορούσε να είναι και οποιοσδήποτε άλλος – οπότε δεν θα χαθούμε σε θεολογικές ιδιαίτερες αναλύσεις, γιατί θα «προσγειωνόμαστε» συνεχώς από ό,τι πρόκειται ενώπιόν μας. Περιττό να σημειώσουμε πως ό,τι θα πούμε είναι γνωστό, αφού το ακούμε κάθε χρόνο και όχι μόνο από τη λατρευτική και την κηρυκτική ζωή της Εκκλησίας μας.
Β. 1. Το θέμα μας, «Η
χαρμόσυνη απαρχή», αναφέρεται στην περίοδο που ξεκινά ουσιαστικά από απόψε:
τη Μεγάλη Σαρακοστή, και φαίνεται να προβάλλει δύο παραδοξότητες.
Η πρώτη παραδοξότητα είναι για τον πρώτο όρο: «χαρμόσυνη». Γιατί; Διότι οι
πολλοί, ίσως κι εμείς είμαστε μέσα σ’ αυτούς, «σκυθρωπάζουμε» με το άκουσμα της
νηστείας και της λέξης «Σαρακοστή».
Γιατί νιώθουμε ότι στριμωχνόμαστε, ότι περιοριζόμαστε, ότι μπαίνουμε σε περίοδο
λίγο «σκοτεινή». Σκοτεινή για το «φως» των παθών μας. Θέλουμε να τρώμε και να
ευχαριστιόμαστε, να αναπαυόμαστε, να χαλαρώνουμε, να τεμπελιάζουμε καμιά φορά
(ή μήπως πάντα;), οπότε το άκουσμα του ονόματος της Σαρακοστής – περιόδου που
μας βγάζει από την «άνεσή» μας – μας φέρνει σ’ ένα «πάγωμα» της καρδιάς μας!
Και καταλαβαίνουμε ότι μία τέτοια αίσθηση αποκαλύπτει την
προτεραιότητα του εγωισμού, (=ουσίας της αμαρτίας), στη ζωή μας, που
φανερώνεται με τη φιληδονία μας, τη φιλαργυρία μας, τις φιλόδοξες τάσεις μας.
Δυστυχώς η σαρκολατρεία και η υπερηφάνεια είναι τα κυρίαρχα στοιχεία συχνά στην ψυχή μας, γι’ αυτό και υπάρχει η
συγκεκριμένη σε πολλούς αντίδραση. Μοιάζει με την αντίδραση του ασθενούς όταν
πηγαίνει στον γιατρό, ο οποίος του αποκαλύπτει την αρρώστια του και τον θέτει
σε μία συγκεκριμένη αγωγή. Αλλά η αγωγή, έστω κι αν υπάρχει «στρίμωγμα» είναι
απαραίτητη, γιατί θέλουμε να ζήσουμε και μάλιστα με υγεία. Το ίδιο λοιπόν
συμβαίνει και από πλευράς πνευματικής. Η Σαρακοστή, όπως και κάθε άλλη περίοδος
νηστείας της Εκκλησίας, λειτουργεί
θεραπευτικά για την αρρώστια του εγωισμού μας. Οπότε, ναι! Φαίνεται ότι υπάρχει
παραδοξότητα με τον προσδιορισμό της περιόδου ως χαρμόσυνης, αλλά δεν είναι
αλήθεια. Διότι η πνευματικότητα της Σαρακοστής μας φέρνει στα σύγκαλά μας, μας
δείχνει τον δρόμο της θεραπείας μας, την εύρεση της αληθινής ζωής μας ως εύρεση
του ίδιου του Θεού μας. Ήδη από τον πρώτο νηστίσιμο περιορισμό με την εβδομάδα
της Τυρινής ακούμε τα αντίστοιχα λόγια: «Φαιδρά
προεόρτια της εγκρατείας, λαμπρά τα προοίμια νηστείας σήμερον. Διό συνδράμωμεν
εν πεποιθήσει, αδελφοί, και προθυμία πολλή» (Όρθρ. Δευτ.Τυρινής).
Η δεύτερη παραδοξότητα είναι για τη λέξη «απαρχή» - «φαιδρώς απαρξώμεθα τον της νηστείας καιρόν». Κι ίσως τούτο είναι
περισσότερο παράδοξο. Γιατί; Διότι μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι για να κάνει ο
πιστός τον πνευματικό του αγώνα πρέπει να έλθει η περίοδος της νηστείας ή τέλος
πάντων κάποια συγκεκριμένη περίοδος στην Εκκλησία. Αλλά αυτό είναι αντίθετο
προς ό,τι ο ίδιος ο Κύριος, ο αρχηγός της πίστεως, έχει καθορίσει. Για τον
Κύριο η κάθε ημέρα, η κάθε ώρα, η κάθε
στιγμή, είναι «καιρός μετανοίας», διότι αφότου σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος
εισήλθαμε στα λεγόμενα «έσχατα». Δηλαδή με τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο
δεν έχουμε να περιμένουμε κάτι άλλο για τη σωτηρία του ανθρώπου, την ένωσή του
δηλαδή με τον Θεό, οπότε πρέπει να βρισκόμαστε στην απόλυτη «ένταση» (όσιος
Σωφρόνιος), για να ζούμε τον Χριστό στην καθημερινότητά μας, προσβλέποντας την
ώρα της Δευτέρας Του Παρουσίας. Ζούμε δηλαδή τις «παρατάσεις», για να μιλήσουμε
με αθλητική ορολογία, γι’ αυτό και ο χρόνος θεωρείται ως η δωρεά της αγάπης του
Θεού, που μας δίνει λίγο περισσότερο χρόνο. «Έδωκα χρόνον ίνα μετανοήση» ο άνθρωπος, ήδη ακούμε στην Αποκάλυψη
του Ιωάννου. Ο Κύριος μιλούσε πάντοτε για την εγρήγορση και τη νήψη στην οποία
πρέπει να βρισκόμαστε, διότι κανείς δεν ξέρει την ώρα του και πάλι ερχομού Του.
«Γίνεσθε έτοιμοι ότι η ώρα ου δοκείτε ο
Υιός του ανθρώπου έρχεται». Ότι έτσι ζούσε τα πράγματα απαρχής η Εκκλησία
το λέει απερίφραστα μεταξύ των άλλων και ο απόστολος Πέτρος (Β΄ επ.), όταν
σημειώνει ότι «δεν καθυστερεί την έλευσή Του ο Κύριος της δόξας, ο Χριστός,
αλλά μακροθυμεί απέναντί μας, μη θέλοντας να χαθούν ορισμένοι, αλλά όλοι ει
δυνατόν να προχωρήσουν σε μετάνοια».
Πώς λοιπόν να μη μιλάμε για παραδοξότητα της «απαρχής»,
όταν απαρχή θεωρείται η κάθε στιγμή της ζωής μας, με τον αγώνα να παραμένουμε
πάντοτε αναμάρτητοι; Βεβαίως αμαρτάνουμε, αλλά γι’ αυτό σε κάθε στιγμή πτώσεώς
μας «λόγω, έργω, διανοία» ακούγεται ο λόγος ο εκκλησιαστικός: «Οσάκις αν πέσης, έγειραι και σωθήση». Σε
κάθε στιγμή καλούμαστε να κάνουμε αρχή. «Καταξίωσον
Κύριε εν τη ημέρα, τη εσπέρα, τη νυκτί ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς».
Οπότε, η μόνη εξήγηση για την απαρχή
της μετανοίας στη Σαρακοστή και σε κάθε ιδιαίτερη περίοδο είναι ότι η Εκκλησία μας έρχεται να μας
υπενθυμίσει μ’ έναν ξεχωριστό τρόπο αυτό που πρέπει να κάνουμε συνεχώς. Σαν την
εορτή των Χριστουγέννων για παράδειγμα: ενώ την ενανθρώπηση του Θεού τη ζούμε
αδιάκοπα, γιατί είναι η βάση της Εκκλησίας, όμως λαμπρώς και πανηγυρικώς την
εορτάζουμε τις ξεχωριστές ημέρες των Χριστουγέννων.
2. Το τροπάριο, στο τέλος του, μας βοηθάει θέτοντάς μας
το όραμα που πρόκειται ενώπιόν μας: Είναι το πάνσεπτο Πάθος του Κυρίου Ιησού
Χριστού και η προσμονή της Αναστάσεώς Του. Όπως ένας αθλητής είναι έτοιμος να
ξεκινήσει τον αγώνα προσβλέποντας στο στεφάνι της νίκης, έτσι κι εμείς: ο αγώνας
δεν γίνεται για τον αγώνα, αλλά για να φθάσουμε κάπου. Και το κάπου είναι ό,τι πιο
μεγαλειώδες μπορεί να υπάρχει: η όραση του Πάθους και της Αναστάσεως. Όραση
ασφαλώς όχι ως απλώς μία εξωτερική θέα που μας κρατάει αμέτοχους, αλλά όραση ως
συμμετοχή, ως εμπειρία του Σταυρού και της Αναστάσεως – συσταύρωση με τον
Χριστό και ανάσταση μαζί Του. (Ορώ τον Χριστό γιατί βρίσκομαι μέσα στο φως Του
– η εμπειρία του θαβωρίου φωτός, όπως κυρίως την ανέπτυξαν ο άγιος Γρηγόριος
Παλαμάς, ο άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος κ.ά.π.). Η προοπτική αυτή φωτίζει και
νοηματοδοτεί τον όποιο αγώνα και την όποια προσπάθεια.
Μα είναι δυνατόν να γίνω μέτοχος του Χριστού και Θεού;
Δεν σημαίνει τούτο ότι γίνομαι και εγώ Θεός; Είναι το μεγαλείο να είμαστε
χριστιανοί ως μέλη Χριστού και του σώματός Του της Εκκλησίας. Αυτό είναι η
κλήση μας και γι’ αυτό βαπτιζόμαστε,
χριζόμαστε, κοινωνάμε το σώμα και το αίμα Του. «Εγώ το αμπέλι και εσείς τα
κλήματα» είπε ο Χριστός. Μας έδωσε τη χάρη να είμαστε οντολογικά ενωμένοι μαζί
Του, ώστε να ζούμε μέσα Του κι Εκείνος μέσα μας. Θα πει για παράδειγμα ο άγιος
Γρηγόριος Νύσσης: ο Χριστός μακάρισε όχι εκείνον που έμαθε κάτι για τον Θεό,
αλλά που απέκτησε τον Θεό μέσα στην ύπαρξή του - «το εν εαυτώ σχειν τον Θεόν». Οπότε, ο άγιος υμνογράφος μας
υπενθυμίζει εδώ το όραμά μας, που συνιστά ταυτοχρόνως τη μυστική διαρκή πραγματικότητα
της ζωής μας. Ό,τι δηλαδή είμαστε αυτό και να ζούμε, να γινόμαστε αυτό που
είμαστε. Με άλλα λόγια, η Σαρακοστή με την πρόκλησή της να ζούμε με τη
μεγαλύτερη δυνατή ένταση τον πνευματικό αγώνα μάς βοηθάει στο να αποκαλυφθεί
αισθητά και ενεργά η δωρεά του αγίου βαπτίσματός μας.
Για το όραμα αυτό της Σαρακοστής ως μετοχή στο φως του
Πάθους και της Αναστάσεως του Χριστού λέει το εξής ο μεγάλος όσιος Σωφρόνιος ο Αθωνίτης,
του Έσσεξ: «Πῶς πρέπει νά περάσουμε τήν περίοδο τῶν Νηστειῶν; Σᾶς μίλησα ἤδη
γιά τή μέθοδό μου, τήν ὁποία σᾶς συνιστῶ νά ἀφομοιώσετε. Ἡ μέθοδος αὐτή εἶναι ἡ
ἀκόλουθη: νά δοῦμε τόν τελικό μας σκοπό καί νά βαδίσουμε πρός αὐτόν ἀρχίζοντας ἀπό
τό ἀλφάβητο. Ὅσον ἀφορᾶ τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή, πρέπει νά θέσουμε στόν ἑαυτό
μας τήν ἴδια ἀκριβῶς ἀρχή, ἀλλά σέ μικρότερες διαστάσεις. Πρέπει νά ἐννοήσουμε ὅτι
μᾶς προτείνονται πενήντα ἡμέρες νηστείας ὡς προετοιμασία γιά τήν ὑποδοχή τῆς ἐκ
νεκρῶν ἀναστάσεως. Καί ἐμεῖς θά οἰκοδομήσουμε ἔτσι τή θεωρία μας: Τώρα ἀρχίζει ὁ
πνευματικός μας ἀγώνας…Ἄν μπροστά μας ὑψώνεται τέτοιος σκοπός, θά δεχθοῦμε τή
Μεγάλη Τεσσαρακοστή ὡς ἁγία περίοδο στή ζωή ὅλου τοῦ χρόνου («Οἰκοδομώντας
τόν Ναό τοῦ Θεοῦ..., τόμ. Β΄, σελ. 220-222»).
3. Η προσμονή της
μετοχής στο άκτιστο φως του Πάθους και της Αναστάσεως του Χριστού δεν γίνεται
χωρίς προϋποθέσεις. Τι μας λέει ο άγιος υμνογράφος; Να ρίξουμε τον εαυτό μας
στους πνευματικούς αγώνες. Διότι πρέπει να «συγγενέψουμε» με τον Χριστό για να
μας φανερωθεί και να «αναπαυθεί» στην ψυχή και το σώμα μας. Και οι πνευματικοί
αγώνες αναφέρονται γι’ αυτό και στα δύο μέρη του ανθρώπου: την ψυχή και το σώμα
του. «Ας αγνίσουμε την ψυχή, ας
καθαρίσουμε τη σάρκα, ας νηστεύσουμε, όπως κάνουμε για τα φαγητά, από κάθε
πάθος, έχοντας ως τρυφή μας τις πνευματικές αρετές». Στην πραγματικότητα
όλος ο πνευματικός αγώνας γίνεται μέσω της τηρήσεως των εντολών του Χριστού.
Δεν υπάρχει τίποτε ανώτερο από αυτές. Διότι μέσα στις εντολές Του φανερώνεται ο
Ίδιος ο Χριστός, αφού η τήρησή τους αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη αγάπης προς
Αυτόν. «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας
εμάς τηρήσατε» (ο Κύριος).
Οπότε κρατάει αγνή
κάποιος την ψυχή του, (κατά την εντολή «αγνίζετε
εαυτούς, καθώς Εκείνος αγνός εστι»), όταν αγωνίζεται να βρίσκεται εκεί που
τον παραπέμπουν οι εντολές του Χριστού, δηλαδή στην πίστη σ’ Αυτόν και την
αγάπη στον συνάνθρωπο. «Αύτη εστίν η
εντολή Αυτού, ίνα πιστεύσωμεν τω ονόματι του Υιού Αυτού και αγαπώμεν αλλήλους».
Πίστη στον Χριστό, αγάπη στον συνάνθρωπο. Είναι η κεντρική και πρώτη εργασία
του ανθρώπου. «Εργάζεσθε μη την βρώσιν
την απολλυμένην, αλλά την βρώσιν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον… Τούτο εστί το
έργον του Θεού, ίνα πιστεύσητε εις Ον απέστειλεν Εκείνος». Και δεν μπορεί
κανείς να ξεχωρίσει τα δύο αυτά, την πίστη και την αγάπη, γιατί το ένα αποκαλύπτει
την ύπαρξη του άλλου. «Πίστις δι’ αγάπης
ενεργουμένη». Μεμονωμένη προσέγγιση της πίστης χωρίς την αγάπη κάνει τον
άνθρωπο όμοιο και με τον… διάβολο! Διότι «και
τα δαιμόνια πιστεύουσι και φρίττουσι».
Όταν ο άνθρωπος βρίσκεται πάνω στην εργασία αυτή, απεμπλέκεται κατ’ ανάγκην από
οτιδήποτε βρόμικο μπορεί να υπάρχει ή πάει να αναπτυχθεί μέσα του. «Λαξεύεται η
καρδιά του ανθρώπου» με τον λόγο του Χριστού που παραμένει μέσα του.
Κι αυτή η εργασία απαιτεί και τον αγώνα της νηστείας: «ας καθαρίσουμε τη σάρκα». Όχι
το σώμα, αλλά το σώμα που διακατέχεται από το αμαρτωλό φρόνημα, το οποίο είναι
ενάντιο προς το φρόνημα του Χριστού και κάνει το σώμα να άγεται και να φέρεται
από τα ψεκτά πάθη του. «Η σαρξ επιθυμεί
κατά του Πνεύματος και το Πνεύμα κατά της σαρκός». Η νηστεία λοιπόν ως
εγκράτεια είναι το πρώτο εργαλείο για να μπορεί ο άνθρωπος να υποτάξει τις
άτακτες ορμές του σώματός του (που αναπτύχθηκαν μετά την πτώση στην αμαρτία),
ώστε να μπορεί το σώμα να υποτάσσεται στην ψυχή την καθαρισμένη από τις εντολές
του Χριστού. Γι’ αυτό και το εξισώνει ο υμνογράφος: «να νηστέψουμε από τα
φαγητά (νηστεία σωματική), να νηστέψουμε από κάθε πάθος (νηστεία ψυχική)».
Δηλαδή η νηστεία, (την οποία έκανε και ο ίδιος ο Κύριος χωρίς να τη χρειάζεται),
γίνεται για να μπορεί ο άνθρωπος να ζει το θέλημα του Θεού με άνεση, να αγαπά
σωστά τον Θεό και να αγαπά τον συνάνθρωπό του. («Ταύτην την εντολήν ελάβομεν παρ’ Αυτού, ίνα ο αγαπών τον Θεόν αγαπά και
τον αδελφόν αυτού»).
Γι’ αυτό και βλέπουμε την έγνοια πάντοτε των αγίων
Πατέρων για το νόημα αυτό της νηστείας. Σαν του αγίου Βασιλείου το κείμενο που
έγινε ύμνος και της περιόδου αυτής: «Νηστεύσωμεν
νηστείαν δεκτήν, ευάρεστον τω Κυρίω. Αληθής νηστεία, η τών κακών αλλοτρίωσις,
εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, επιθυμιών χωρισμός, καταλαλιάς, ψεύδους, καί
επιορκίας. Η τούτων ένδεια, νηστεία εστίν, αληθής καί ευπρόσδεκτος».
4. Ποια τα σημάδια ότι γίνεται σωστά ο πνευματικός
αγώνας; Πρώτον: η τρυφή από τις πνευματικές αρετές. Ο άνθρωπος που στρέφεται εν
μετανοία στον Θεό, άρα καρποφορώντας τις αρετές ως φανέρωση του Αγίου
Πνεύματος, αρχίζει και χαίρεται στην καρδιά του. Η έλλειψη της χαράς είναι
σημάδι ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά στον πνευματικό αγώνα. Και χρειάζεται ιδιαίτερη
προσοχή, γιατί χαρακτηριζόμαστε συχνά οι χριστιανοί από μία μεγάλη μιζέρια.
Όλοι και όλα μας φταίνε. Η γκρίνια καθορίζει την πορεία της ζωής μας. Κι
έρχεται ο υμνογράφος, εκφράζοντας τη συνολική πατερική διδασκαλία και εμπειρία,
για να μας πει ακριβώς τούτο: όχι απλώς χαρά, αλλά «τρυφή». Μία «ασωτία» θα
έλεγε κανείς πάνω στις αρετές που φέρνει στην ύπαρξή μας η χάρη του Θεού.
Μπορεί στην αρχή να «στυγνάζουμε», να δυσανασχετούμε, αλλά πολύ σύντομα η
(εξωτερική) θλίψη μεταβάλλεται σε χαρά. Γιατί χαρά είναι ο Χριστός. «Χαίρετε» ήταν πάντοτε η προτροπή Του. «Την χαράν την εμήν ουδείς αίρει αφ’ υμών»
υποχέθηκε. Και οι απόστολοι αυτό κήρυσσαν: «Πάντοτε
χαίρετε».
Δεύτερον, ο πόθος.
Να παραμένει κανείς στον πνευματικό αγώνα, δηλαδή στην τήρηση των εντολών του
Χριστού, με πόθο, με έρωτα ψυχής. Όχι να σερνόμαστε, δείγμα ότι κυριαρχεί μέσα
μας ο εγωισμός, αλλά να τρέχουμε, όπως το λέει ο απόστολος Παύλος: «δι’ υπομονής τρέχομεν τον προκείμενον ημίν
αγώνα, αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν». Διότι
πράγματι ο Κύριος κρύβεται, κατά τον λόγο του Ίδιου και την εμπειρία των αγίων
Του, μέσα στις εντολές Του. Οπότε, αγωνιζόμενοι στην τήρηση των εντολών, στην
πραγματικότητα φανερώνουμε την ποιότητα και την ποσότητα της αγάπης μας προς
Εκείνον.
Γ. Ο πνευματικός αγώνας είπαμε διεξάγεται αδιάκοπα από
τον χριστιανό. Ό,τι μας προβάλλει η Εκκλησία την περίοδο της Σαρακοστής,
καλούμαστε στην πραγματικότητα να το ζούμε την κάθε στιγμή της ζωής μας. Ο
άγιος Παΐσιος έλεγε: «όλη η ζωή μου είναι μία Σαρακοστή», οπότε διαλείμματα στα
πνευματικά δεν υπάρχουν. Μόλις πάει κανείς να «ξεκουραστεί» και να χαλαρώσει,
ήδη έχει αρχίσει η κατρακύλα του. Το λέει απόλυτα ο Κύριος: «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι» - δεν
προχωρούμε συνεχώς μαζί Του υπακούοντας στις εντολές Του; Γινόμαστε
αντίχριστοι! Ακριβώς γι’ αυτό, επειδή δεν έχει τέλος η πνευματική ζωή, αλλά
βιώνεται ως διαρκής επέκταση, η παρουσία του φωτός της Αναστάσεως είναι παρούσα
και την κάθε στιγμή της ζωής μας.
