«Ο άνθρωπος της εποχής
μας, αλλά και κάθε εποχής, βασανίζεται από δύο μεγάλα δεινά. Από την έλλειψη
νοήματος στη ζωή και από τον φόβο του θανάτου. Όταν ο άνθρωπος αγαπά τον Ιησού
Χριστό και την Παναγία, γεμίζει η ψυχή του με αγάπη, με θείο νόημα. Με θείο
νόημα! Να σηκωθεί κανείς το πρωί και να μην έχει τι να κάνει, ούτε δουλειά να ’χει
ούτε λεφτά να φάει ψωμάκι, και να σκεφτεί τον Χριστό και την Παναγία, τότε
χορταίνει. Γεμίζει με νόημα, παίρνει από τη χάρη Τους. Και τ’ άλλα λύνονται.
Γιατί, όταν αγαπά ο άνθρωπος, γεμίζει η ψυχή του. Έχει λόγον υπάρξεως. Είναι
εύλογος η ύπαρξίς του. Και “ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού
και του Αγίου Πνεύματος”. Τότε έχει χαρά
ο άνθρωπος. Γιατί ο άνθρωπος θέλει κάπου να ανήκει και κάπου να δοθεί και κάπου
να προσφερθεί. Κι όταν νιώσει και αισθανθεί πως ανήκει στον Χριστό και στην
Παναγία, τότε προσφέρει τον εαυτό του θυσία ζώσα σ’ αυτούς. Κι εκείνοι του
αντιπροσφέρουν τη χάρη, τη δικαίωση, την ομορφιά και το μέγα νόημα της ζωής»
(Από τις διδαχές του Γέροντος Ανανία Κουστένη).
Ο μακαριστός Γέρων π. Ανανίας έρχεται με τον απλό αλλά
και τόσο βαθύ λόγο του να καταγράψει την
ανθρώπινη πραγματικότητα, της εποχής μας αλλά και κάθε εποχής. Δύο είναι τα μεγάλα
δεινά που βασανίζουν τον άνθρωπο, επισημαίνει από την πείρα του αλλά και από
την αγιογραφική και πατερική παράδοση της Εκκλησίας μας. Πρώτον, η έλλειψη
νοήματος ζωής˙ δεύτερον, ο φόβος του θανάτου. Ο άνθρωπος δηλαδή πορεύεται ως
τυφλός στον κόσμο τούτο χωρίς προσανατολισμό και χωρίς πυξίδα στην
καθημερινότητά του. Κυριολεκτικά θα έλεγε κανείς «χαμένος και νεκρός» - ό,τι αποτίμηση
έκανε ο ίδιος ο Κύριος για τον άσωτο της γνωστής παραβολής Του όταν εκείνος
έφυγε επαναστατημένος από το σπίτι του Πατέρα του! Κι αυτό σημαίνει ότι τα δύο
αυτά μεγάλα δεινά αποκαλύπτουν την ορφάνια του ανθρώπου της κάθε εποχής, όταν αυτός
έχει διαγράψει τον Θεό Πατέρα από τη ζωή του και νομίζει ότι μόνος του με δικά
του στηρίγματα, με τις δικές του μόνο δυνάμεις μπορεί να πορευτεί τον δρόμο
του!
Είναι δεινά και βάσανα η ζωή χωρίς Θεό, κατά τον
αγιογραφικό και πατερικό λόγο του μακαριστού Πατέρα. Διότι ο άνθρωπος είναι
πλασμένος από τον Θεό για να ζει μαζί Του, να αναπνέει την πνοή Του, να
καταλήξει τελικώς στην αγκαλιά Εκείνου. Η διατύπωση του μακαριστού Γέροντα είναι
απολύτως σαφής: «ο άνθρωπος θέλει κάπου
να ανήκει και κάπου να δοθεί και κάπου να προσφερθεί». Το βλέπουμε ιδίως
στα νεαρά παιδιά, που θέλοντας να απαγκιστρωθούν από την οικογένειά τους στην
εφηβική τους ηλικία, χωρίς όμως να θέλουν και οριστικά τα περισσότερα να
αποκοπούν από αυτήν, ποθούν να ενταχτούν σε κάποια ομάδα για να μπορούν να
έχουν «ταυτότητα». (Δυστυχώς βέβαια η ομάδα αυτή συχνά δεν είναι ό,τι καλύτερο,
γιατί μπορεί να είναι μία «συμμορία» ή μία «σέχτα» που κινείται σε υπόγειους
δρόμους και με σκοτεινά συμφέροντα. Αλλά ήδη η βαθιά επιθυμία των νέων είναι
απλώς να ανήκουν κάπου!) Και πρόκειται λοιπόν για τη φυσιολογία ακριβώς του
ανθρώπου. Διότι δεν είναι ο άνθρωπος η πηγή της… ζωής! Από τον Θεό εξήλθαμε, με
Εκείνον πορευόμαστε, σε Εκείνον θα καταλήξουμε! «Ότι εξ Αυτού (του Θεού), και
δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα έκτισται» (απ. Παύλος).
Λοιπόν, άνθρωπος που διαγράφει τον Θεό, που επιλέγει την
απιστία σ’ Εκείνον και την αθεΐα στη ζωή του, εισέρχεται σε παραδρόμους της ζωής,
μάλλον σε μία μη… ζωή, σε μία ζωή εν θανάτω, «δίχως σκοπό και ταυτότητα πια!» Κι
αυτά είναι πάντοτε τα επίχειρα της επιλογής αυτής. «Θλίψις και στενοχωρία επί πάσαν ψυχήν την κατεργαζομένην το πονηρόν».
«Διά της αμαρτίας ο θάνατος». Διότι
εννοείται ότι όταν ο άνθρωπος δεν πορεύεται κατά το θέλημα του Θεού, πορεύεται
κατά το εγωιστικό και αμαρτωλό δικό του θέλημα, πίσω από το οποίο παραμονεύει
και βρίσκεται ο αιώνιος εχθρός του ο διάβολος. Χωρίς νόημα έτσι η ζωή και με
κυριαρχικό διαλυτικό στοιχείο της τον φόβο του θανάτου – ο ορισμός της κόλασης!
Ο Γέρων Ανανίας δεν μένει ασφαλώς μόνο στη διαπίστωση των
δεινών του απίστου ανθρώπου. Μας προσανατολίζει και μας αποκαλύπτει αυτό που
έφερε ο Ιησούς Χριστός και διακηρύσσει έκτοτε το ζωντανό σώμα Του η Εκκλησία.
Ανήκουμε στον Χριστό και στην Εκκλησία Του, ζούμε μαζί με τους Αγίους Του,
κατεξοχήν με την Παναγία Μητέρα Του, όταν μάλιστα έχουμε βαπτιστεί και χριστεί
στο άγιο όνομά Του, οπότε έχουμε γίνει μέλη Του οργανικά και ουσιαστικά δεμένοι
μ’ Εκείνον. Ως μέλη Του και δεμένοι μ’ Εκείνον δε, δεν μπορούμε παρά να ζούμε όπως
Εκείνος: προσφερόμενοι εν αγάπη και ως θυσία ζώσα προς τον Θεό και τον
συνάνθρωπο, τον κατ’ εικόνα του Θεού δημιουργημένο – αγάπη προς τον Θεό και τον
συνάνθρωπο συνυπάρχουν. Με τα λόγια του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου: «Όποιος
λέγει ότι είναι ενωμένος με τον Χριστό οφείλει καθώς Εκείνος έζησε και αυτός το
ίδιο να ζει» - θεωρητική και «ψιλή»-γυμνή πίστη δεν υφίσταται, γιατί είναι δαιμονική
(άγιος Ιάκωβος). Αποτέλεσμα; Ο πιστός άνθρωπος να δέχεται την αντιπροσφορά του
Θεού: «τη χάρη, τη δικαίωση, την ομορφιά
και το μέγα νόημα της ζωής». «Τότε
έχει χαρά ο άνθρωπος».
Με τους όρους αυτούς είναι αυτονόητα αυτά που επισημαίνει
τόσο έντονα και παραστατικά ο π. Ανανίας. «Αγαπάς
τον Χριστό και την Παναγία και γεμίζει η ψυχή σου με αγάπη, με θείο νόημα».
Ακόμη και δουλειά να μην έχεις και λεφτά να σου λείπουν και το ψωμάκι σου να
μην έχεις, (εννοείται όχι από τεμπελιά και αργία!), ακόμη και τότε «χορταίνεις, γιατί ο Χριστός και η Παναγία σε
γεμίζουν με νόημα, παίρνεις από τη χάρη Τους» και φτάνεις στο σημείο με
αισθητό τρόπο να ζεις ό,τι έχει υποσχεθεί ο Χριστός: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού και
ταύτα πάντα (τα ανθρώπινα) προστεθήσεται
υμίν». Λοιπόν, στην κατάσταση αυτήν ο πιστός άνθρωπος «έχει λόγο υπάρξεως. Είναι εύλογος η ύπαρξίς του. Και “ευλογημένη η
Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος”».
Εν τέλει: ο πιστός που καθημερινά και την κάθε στιγμή της
ζωής του αγωνίζεται να διακρατεί ανοιχτή τη σχέση του με τον Ιησού Χριστό, κατά
το «καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα (τη
στιγμή) ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι
ημάς», αυτός έχει φτάσει χάριτι Θεού να έχει λυμένο το πιο σημαντικό πρόβλημα
της ζωής του: το νόημα της ζωής και τη με αυτό συνδεδεμένη υπέρβαση του φόβου
του θανάτου. Γιατί ζει τον Αναστημένο Χριστό! Μία μαρτυρία μάλιστα του
σπουδαίου και σοφού Ιεράρχου της Εκκλησίας μας κ. Νικολάου, Μητροπολίτου
Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, επιστεγάζει, νομίζουμε, με τον καλύτερο τρόπο τα
παραπάνω. Έχοντας ζήσει ο ίδιος ως προσκεκλημένος μία συγκλονιστική βραδιά,
(Νοέμβριος 1980), σ’ ένα μεγάλο αστρονομικό σταθμό βόρεια της Βοστώνης,
παρατηρώντας ένα ραδιογαλαξία μέσω ενός μεγάλου ραδιοτηλεσκοπίου, σημείωσε
δοξολογικά και με ταπείνωση: «Είχα πίστη.
Δόξασα τον Θεό που υπήρχε μέσα μου. Χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσα κι εγώ ούτε να
εξηγήσω ούτε να κατανοήσω ούτε και να αντέξω αυτόν τον κόσμο. Αυτή η βραδιά
δίνει μέχρι σήμερα ζωή στη ζωή μου!»
