Δευτέρα, 19 Απριλίου 2021

ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΡΟ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ


       

«Τόν λίθον ἐκκυλίσας τῆς πωρώσεως, Κύριε, ἀπό τῆς ἐμῆς καρδίας, νεκρωθεῖσαν τοῖς πάθεσιν ἐξέγειρον ψυχήν μου ἀγαθέ, καί φέρειν σοι βαΐα ἀρετῶν, ὡς νικητῇ τοῦ Ἅδου, ἐν κατανύξει, Δέσποτα, ἀξίωσον˙ ὅπως τῆς αἰωνίου ζωῆς τύχω, ὑμνολογῶν σου τό κράτος καί τήν εὐσπλαγχνίαν σου, μόνε φιλάνθρωπε» (κάθισμα όρθρου Τριωδίου, ήχος α΄).

(Αφού κυλίσεις τον λίθο της πώρωσης, Κύριε, από την καρδιά μου, ανάστησε την ψυχή μου, αγαθέ, που νεκρώθηκε από τα πάθη, και αξίωσέ με να προσφέρω με κατάνυξη Σε Σένα που είσαι ο νικητής του Άδου τα βάγια των αρετών μου. Κι αυτό για να αποκτήσω την αιώνια ζωή, υμνολογώντας τη δύναμη και την ευσπλαχνία σου, μόνε φιλάνθρωπε).

Έχοντας εισέλθει στην τελευταία εβδομάδα της Μεγάλης Σαρακοστής και ενόψει του τέλους της, του Σαββάτου του Λαζάρου κατά το οποίο θυμόμαστε  την ανάσταση από τον Κύριο του αγαπημένου Του φίλου Λαζάρου μετά την αποκύλιση του λίθου που σκέπαζε τον τάφο του, ο άγιος υμνογράφος μάς προσανατολίζει και στην απαρχή της Μεγάλης Εβδομάδας, όπου ο Κύριος εισέρχεται θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα καθήμενος επί πώλον όνου, ενώ το μαζεμένο πλήθος Τον δοξολογεί κρατώντας κλαδιά από φοίνικες. Τα δύο αυτά όμως γεγονότα: ανάσταση Λαζάρου και είσοδος του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα, ο υμνογράφος τα «αποσπά» από την ιστορική τους συνάφεια και δυναμική και τα ανάγει στον εαυτό του – τα γεγονότα φωτίζουν την εσωτερική καρδιακή του πραγματικότητα, λειτουργούν δηλαδή κατά συμβολικό τρόπο, όπως τούτο συμβαίνει συχνά στην εκκλησιαστική υμνογραφία αλλά και στην πατερική ερμηνευτική. Κι αυτό βεβαίως γιατί πάντοτε υπάρχει η έγνοια του υμνογράφου και του Πατέρα της Εκκλησίας όχι μόνο να εξηγεί τη σωτηριώδη διάσταση για τον άνθρωπο των γεγονότων της ζωής του Χριστού όπως και όλης της Γραφής, αλλά και να βλέπει τα γεγονότα αυτά σε σχέση με την προσωπική πορεία του καθενός. Ο Μέγας Κανών του αγίου Ανδρέου Κρήτης συνιστά την απόλυτη θα λέγαμε έκφραση της αλήθειας αυτής.

Ο άγιος ποιητής λοιπόν αποσκοπώντας στο τέλος κάθε ενέργειας του πιστού, την απόκτηση της αιώνιας ζωής που κατανοείται ως ζωντανή σχέση με τον εν Τριάδι Θεό ήδη από τη ζωή αυτή: η αιώνια ζωή δεν είναι η ζωή που απλώς ακολουθεί τη παρερχόμενη πορεία μας στον κόσμο τούτο, αλλά αυτό που άνθρωπος ζει την κάθε στιγμή του όταν βρίσκεται επί τα ίχνη του Κυρίου ακολουθώντας τις άγιες εντολές Του, κάτι που τον οδηγεί και σε μία διαρκή δοξολογία του Θεού, ο ποιητής λοιπόν επισημαίνει και τις προϋποθέσεις της αιώνιας αυτής ζωής: τη χάρη του Θεού που απαιτείται για να μπορέσει ο πιστός να ξεπεράσει την αμαρτία του και αναστημένος να υποδεχτεί τον Χριστό στην καρδιά του. Ο Χριστός δηλαδή πρέπει να επέμβει, όπως επενέβη τότε με τον Λάζαρο, γιατί και ο ίδιος λόγω της αμαρτίας που τον θανάτωσε κείται νεκρός. Κι εκείνο που καθιστά αδύνατη την όποια δική του ενέργεια ζωής είναι η λιθώδης καρδία του – η αμαρτία δυστυχώς όπως φανερώνει και η εμπειρία του κάθε ανθρώπου σκληραίνει την καρδιά και την πωρώνει. Λοιπόν, ο πιστός το μόνο που μπορεί να κάνει – κι είναι πράγματι η δική του συμβολή για τη σωτηρία του – είναι να κραυγάζει προς τον Κύριο, «τόν μόνον δυνάμενον σώζειν». Και η χάρη του Κυρίου πράγματι ενεργεί σ’ έναν τέτοιον άνθρωπο, μαλακώνει ο Κύριος την καρδιά μας, μας ανασταίνει και μας καθιστά ικανούς να Τον δοξολογούμε αενάως με την ψυχή και το σώμα μας. Τι αποδεικνύει την αλήθεια της επέμβασής Του στον κάθε πιστό; Η αλλαγή της ζωής ως ζωής με αρετές. Οι αρετές μας, καρπός της χάρης Του που βρήκε πρόσφορο έδαφος στην ψυχή μας, είναι τα βάγια μας που κραδαίνουμε με ευγνωμοσύνη για την παρουσία Του και τη θριαμβευτική είσοδό Του στην ύπαρξή μας.

Οπότε η ενάρετη ζωή μας είναι η αιώνια ζωή που ζούμε, δηλαδή η ζωή του Κυρίου που έχει γίνει ένοικος της ψυχής μας.