Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣ ΕΥΔΟΚΙΜΟΣ



«Αυτός ο μακάριος έζησε επί της βασιλείας του Θεόφιλου του μισόχριστου (9ος μ.Χ. αι.). Οι γονείς του ήταν πατρίκιοι, καταγόταν δηλαδή ο άγιος από αρχοντική οικογένεια,  κι ήταν γνωστοί ορθόδοξοι, Βασίλειος και Ευδοκία στο όνομα και Καππαδόκες στο γένος. Γι’  αυτό και ο Ευδόκιμος ανατράφηκε με πολύ ενάρετο τρόπο, παίρνοντας το τιμητικό αξίωμα του κανδιδάτου από τον Θεόφιλο, γενόμενος στρατοπεδάρχης πρώτα της γης των Καππαδοκών, κι έπειτα ολόκληρης της γης των Ρωμαίων. Ήταν εξαιρετικά δίκαιος, διαφυλάττοντας την ισότητα απέναντι σε όλους και  κάνοντας πολλές ελεημοσύνες καθημερινά. Ζούσε  έντονα την εκκλησιαστική ζωή, φροντίζοντας τις χήρες και τα ορφανά και ενεργοποιώντας κάθε είδος αρετής. Μ’  αυτόν τον τρόπο ο μακάριος πολιτεύτηκε κατά Θεόν, μέχρις ότου αρρώστησε βαριά και παρέθεσε έτσι το πνεύμα του σ’  Εκείνον. Μετά την τελευτή του, κατόπιν εντολής που είχε δώσει όσο ζούσε, έθαψαν το τίμιο σώμα του με τα ενδύματα και τα υποδήματά του, το οποίο σώμα του δοξάσθηκε από τον Θεό με θαύματα πολλά, τα οποία τώρα αδυνατούμε να τα διηγηθούμε λεπτομερώς. Η μετακομιδή του λειψάνου του προς το Βυζάντιο έγινε στις 6  Ιουνίου, η δε αγία κοίμησή του, στις 31 Ιουλίου».

Το τέλος του μηνός Ιουλίου καταυγάζεται από τη φωτεινή μνήμη, όπως λάμπει ο ήλιος που ανατέλλει, του αγίου και δικαίου Ευδοκίμου. «Ως όρθρος, ως ήλιος ανέτειλε η μνήμη σου», διατρανώνει ο υμνογράφος της εορτής του. Ο ίδιος διαρκώς τονίζει το πόσο ο άγιος ευδοκίμησε πνευματικά στη ζωή του, τόσο που τον θεωρεί ως τύπο του ορθοδόξου πιστού. Στο πρόσωπο και τη ζωή δηλαδή του αγίου Ευδοκίμου κατανοούμε το τι σημαίνει να είναι κανείς αληθινά ορθόδοξος, κάτι που μας δίνει το δικαίωμα να κρίνουμε με ορθά κριτήρια τις διάφορες «εκδόσεις» ορθοδοξίας που προβάλλονται σήμερα, με την απαίτηση μάλιστα από ορισμένες  να θεωρούνται και οι μοναδικά αυθεντικές. Τι τονίζει λοιπόν εν προκειμένω ο υμνογράφος; «Τα δόγματα των Πατέρων φυλάττων αλώβητα, ορθόδοξον φρόνημα συ εκ νεότητος έσχηκας, βίον ακηλίδωτον και ευσυμπάθητον γνώμην, αξιάγαστε». Δηλαδή: Φύλαξες τα δόγματα (την πίστη) των Πατέρων καθαρά και ανόθευτα, αξιοθαύμαστε Ευδόκιμε, γι’ αυτό και απέκτησες από τη νεότητά σου ορθόδοξο φρόνημα, βίο αγνό και ακηλίδωτο και διάθεση γεμάτη αγάπη στους συνανθρώπους σου.
Ο άγιος Ευδόκιμος λοιπόν από τη νεότητά του είχε ορθόδοξο φρόνημα. Σπεύδει αμέσως όμως ο ποιητής να μας πει ότι η ορθοδοξία του δεν ήταν ένα είδος ιδεολογίας: μία αποδοχή προτάσεων πίστεως, έστω και αληθινών, αλλά εμψυχωνόταν από την ίδια τη ζωή του, την οποία ζούσε καθημερινώς με αγνότητα και αγάπη. Με άλλα λόγια, η ορθοδοξία του αγίου ναι μεν είχε όλα τα στοιχεία της ορθής στον Χριστό πίστεως – ό,τι τελικώς ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως – αλλά την πίστη αυτή τη ζούσε στο εκάστοτε παρόν με έλεγχο των επιθυμιών του, ώστε η εγκράτεια και η σωφροσύνη να τον καθοδηγούν, και με πλήρωση της καρδιάς του από αγάπη. Διότι μία πίστη που δεν ζωντανεύει με την αγάπη, μέσα στα πλαίσια της εγκρατείας, σταματάει να είναι χριστιανική και μπορεί μάλιστα να θεωρείται και δαιμονική: Διότι «και τα δαιμόνια πιστεύουσι και φρίττουσι».
Ο υμνογράφος όμως με τον λιτό κι επιγραμματικό του τρόπο, μας λέει το πώς ο άνθρωπος, όπως το βλέπουμε στον άγιο Ευδόκιμο, μπορεί να λειτουργεί έτσι ορθόδοξα: «τα δόγματα των Πατέρων φυλάττων αλώβητα». Μόνον εκείνος που βρίσκεται στον ίδιο δρόμο με τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, δηλαδή κρατάει καθαρή τη δική τους παράδοση, συνεπώς και τη δική τους αγιασμένη ζωή, μπορεί τελικώς να είναι ορθόδοξος. Εκείνος που θα πιστέψει ότι είναι ορθόδοξος, διαγράφοντας την Πατερική παράδοση και στήνοντας μία δική του κατανόηση της χριστιανικής πίστεως, πλανάται πλάνην οικτράν. Και τούτο γιατί η ακολουθία των Πατέρων συνιστά ακολουθία του ίδιου του Χριστού, δεδομένου ότι αυτοί έζησαν με τον πιο δυνατό και αυθεντικό τρόπο, και μάλιστα τις περισσότερες φορές δίνοντας και την ίδια τη ζωή τους, τη ζωή Εκείνου. Γι’  αυτό και τονίζεται ποικιλοτρόπως ότι η Εκκλησία μας είναι μεταξύ των άλλων Πατερική, άρα και ορθά αποστολική. Ο άγιος Ευδόκιμος λοιπόν αναδείχθηκε άγιος και δίκαιος, γιατί έζησε σωστά ως ορθόδοξος: πατερικά και εκκλησιαστικά. Κι αυτό μας προτρέπει να κάνουμε κι εμείς, αν επιθυμούμε τον αγιασμό μας.


Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2020

ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ ΘΕΟ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ



«Καμία κοινωνική τάξη δεν εμποδίζει τον άνθρωπο να πλησιάσει τον Θεό. Υπάρχει μάλιστα ακόμη και η εξής αντίθεση: εκείνοι που ικανοποιούνται με τη θέση τους ως άρχουσα τάξη στην κοινωνία είναι λιγότερο ικανοί να αγαπήσουν τον Θεό, παρά κάποιος δούλος που πάσχει» (όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ).

Ο όσιος Σωφρόνιος, Μέγας Πατήρ της εποχής μας που ορθοτομεί την αλήθεια με τον σα μαχαίρι κοφτερό λόγο του, έρχεται και για ακόμη μια φορά μάς υπενθυμίζει τρία κυρίως πράγματα:
Πρώτον, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι κλημένοι να πλησιάσουν τον Θεό, με την έννοια όχι απλώς να βρεθούν κοντά Του από πλευράς τοπικής – ο Θεός έτσι κι αλλιώς είναι «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών» - αλλά με την έννοια να ζουν μέσα σ’ Εκείνον και Εκείνος μέσα σ’ αυτούς («ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω και έσομαι αυτών Θεός και αυτοί έσονταί μοι λαός» ήδη κατά τον προφητικό λόγο). Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ακριβώς επειδή ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Εκείνου, είναι «Θεός κεκελευσμένος» κατά τον λόγο των αγίων Πατέρων μας, που θα πει του δόθηκε η εντολή να ζει μέσα στον κόσμο αυτόν (που είναι και πάλι του Θεού) ως ένας άλλος Θεός φέροντας μέσα του τον Δημιουργό του. Και μπορεί ως γνωστόν ο άνθρωπος να αρνήθηκε λόγω της πτώσης του στην αμαρτία τη μεγαλειώδη αυτήν κλήση του, όμως δεν έπαυσε αυτή να υφίσταται, έστω και χωρίς δυνατότητα υλοποίησής της, μέχρις ότου ο ίδιος ο Θεός μέσα στο πλαίσιο της άπειρης φιλανθρωπίας Του «έκλινεν ουρανούς και κατέβη» γενόμενος άνθρωπος για χάρη του ανθρώπου, προκειμένου να τον επαναφέρει όπου ήν το πρότερον και ακόμη περισσότερο. Ο άνθρωπος λοιπόν, μας υπενθυμίζει ο όσιος Γέροντας, έχει αυτήν την προοπτική: να ζει με τον Θεό σε επίπεδο «ταύτισης» μαζί Του, κι αυτό νοηματοδοτεί τον βίο του. Κι από την άποψη αυτή κάτι λιγότερο από το «όραμα» αυτό δεν «χορταίνει» τον άνθρωπο και τον αφήνει εσαεί πεινασμένο και διψασμένο. Ο άνθρωπος τα θέλει όλα, γιατί η καρδιά του είναι φτιαγμένη για την απειρία του Θεού.  
Δεύτερον, ότι η προσέγγιση του Θεού από τον άνθρωπο γίνεται μόνον στο επίπεδο της αγάπης. Ο άνθρωπος αγαπώντας τον Θεό πλησιάζει τον Θεό, με την έννοια της αλληλοπεριχώρησής τους – μένει μέσα σ’ Εκείνον και Εκείνος μέσα σ’ αυτόν -  που σημαίνει ότι αγαπά τον Θεό, γιατί Εκείνος πρώτος τον αγάπησε, δηλαδή η αγάπη του ανθρώπου προς τον Θεό αποτελεί ανταπόκρισή του προς την αγάπη του Θεού. «Ημείς αγαπώμεν ότι Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» κατά τον λόγο του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, γι’ αυτό και η γνώση του ανθρώπου για τον Θεό είναι πάντοτε καρπός αγάπης. Με άλλα λόγια χωρίς αγάπη προς τον Θεό ως αντίδωρο στο δώρο της αγάπης Εκείνου ο άνθρωπος δεν μπορεί να «μάθει» τίποτε για τον Δημιουργό του, ο Θεός θα παραμένει πάντοτε ένας ξένος προς αυτόν, έστω κι αν επιστρατεύει του «κόσμου» τις θεοσοφίες. Κι εννοείται έτσι ότι μιλάμε για υπαρκτική γνώση, για γνώση δηλαδή που περνάει μέσα από την εμπειρία του ανθρώπου και όχι για πληροφορίες γι’ Αυτόν, έστω και σωστές βασισμένες στον λόγο της Γραφής.
Κι είναι περιττό βεβαίως να τονίσουμε ότι πάντοτε η αγάπη προς τον Θεό που φέρνει τη γνώση μας για Εκείνον εκφράζεται ως χαρισματικός αγώνας για τήρηση των αγίων εντολών Του. Αυτό θα πει υπαρκτική γνώση ως εμπειρία του Θεού, αφού οι εντολές του Θεού δεν αφήνουν τον άνθρωπο σε ησυχία και αδιάκοπα τον κινητοποιούν σε «μετάθεση» νου και καρδιάς εκεί που είναι η ζωή του Ίδιου – ο Θεός περικλείεται μέσα στις εντολές Του. Όσο λοιπόν ο πιστός εκτείνεται εκεί που είναι η κλήση του Θεού, τόσο φανερώνει ότι αγαπά τον Θεό, τόσο επομένως αποκτά και γνώση του Θεού. Ο άγιος Ιωάννης πάλι είναι απόλυτος εκφράζοντας τη χάρη που ζει η αγία Εκκλησία: «Εν τούτω γινώσκομεν ότι εγνώκαμεν αυτόν, εάν τας εντολάς αυτού τηρώμεν. Ο λέγων, έγνωκα αυτόν, και τας εντολάς αυτού μη τηρών, ψεύστης εστί, και εν τούτω η αλήθεια ουκ έστιν». Ο άγιος Σωφρόνιος, καθ’ υπερβολήν θα έλεγε κανείς, τόνιζε διαρκώς την αλήθεια αυτή περί της αγάπης προς τον Χριστό διά της τηρήσεως των αγίων Του εντολών, όμως επέμενε γιατί θεωρούσε ότι αυτό συνιστά τον πυρήνα όλου του Ευαγγελίου.
Τρίτον, ότι ναι μεν οι πάντες είμαστε κλημένοι για άμεση και προσωπική σχέση με τον Θεό, βεβαίως η σχέση αυτή προϋποθέτει τον αγώνα της αγάπης, όμως η αγάπη αυτή έχει διαβαθμίσεις. Και το σημαντικότερο; Τις ανώτερες σκάλες αγάπης, επομένως και της γνώσης του Θεού και της χάρης που Εκείνος δίνει, δεν τις «κατακτούν» συνήθως οι άρχοντες της κοινωνίας, «η άρχουσα τάξη» όπως λέει, αλλά οι πιο ταπεινοί, οι πιο παραπεταμένοι, αυτοί που δεν τους δίνει κανείς ιδιαίτερη σημασία. Πρόκειται για την αλήθεια που εκφράζει ο απόστολος Παύλος ιδίως στην προς Α΄προς Κορινθίους επιστολή, όταν λέει ότι αυτοί που κυρίως έχουν κληθεί από τον Θεό δεν είναι οι σοφοί και προεστώτες του κόσμου, οι ευγενείς και οι δυνατοί, αλλά «τα μωρά του κόσμου και τα ασθενή». «Βλέπετε την κλήσιν υμών, αδελφοί, ότι ου πολλοί σοφοί κατά σάρα, ου πολλοί δυνατοί, ου πολλοί ευγενείς, αλλά τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη...». Κι αυτό «όπως μη καυχήσηται πάσα σαρξ ενώπιον του Θεού» - μη καυχηθεί κανείς άνθρωπος ότι με τις δικές του δυνάμεις στάθηκε ενώπιον του Θεού! Ο άνθρωπος λόγω της αμαρτίας του το μόνο που μπορεί να καταφέρει είναι η... αμαρτία του – ό,τι δεν θέλει ο Θεός και Τον απομακρύνει από τον άνθρωπο.
Αλλά ο άγιος Σωφρόνιος προς άρση κάθε παρεξήγησης, μη τυχόν δηλαδή κάποιος πιστέψει ότι κάθε άρχοντας της γης είναι χαμένος ή από την άλλη κάθε «παρακατιανός» και δούλος είναι σωσμένος, συμπληρώνει: «εκείνοι που ικανοποιούνται με τη θέση τους ως άρχουσα τάξη» και «ο δούλος που πάσχει». Να λοιπόν η διάκριση του αγίου Πατρός: όχι απλώς επειδή κάποιος είναι άρχοντας του κόσμου τούτου, αλλά επειδή «ικανοποιείται με τη θέση του», δεν μπορεί να σταθεί στην αγάπη του Θεού, που θα πει ότι πίσω από τη θέση που κατέχει κρύβεται η αλαζονεία και η υπερηφάνεια -  ό,τι αποτελεί δαιμονική κυριολεκτικά κατάσταση. Κι αυτό είναι το πρόβλημα πολλών υψηλά ισταμένων: δεν βλέπουν τη θέση τους «διακονικά», όπως λέει ο Χριστός∙ «ει τις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων έσχατος και πάντων διάκονος», αλλά κυριαρχικά∙ να υποτάξουν τον άλλον που είναι εικόνα Θεού. Κι επίσης: όχι απλώς επειδή κάποιος είναι «δούλος», τουτέστιν δεν έχει «πρόσωπο» στην κοινωνία, εισπράττει αφειδώς τη χάρη του Θεού, αλλά όταν είναι «δούλος που πάσχει», δηλαδή πιστεύει στον Θεό και δεν αγανακτεί εναντίον Του, ούτε βεβαίως στρέφεται ενάντια στους υπολοίπους συνανθρώπους του «για την αδικία που ζει και δεν του αξίζει».

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ


«Ο άγιος Καλλίνικος καταγόταν από την Κιλικία. Ήταν εξαιρετικά αγαθός άνθρωπος, κι αυτό γιατί οικοδόμησε τον εαυτό του με τον φόβο του Θεού. Έγινε για πολλούς δάσκαλος σωτηρίας και νουθετούσε ιδίως τους ειδωλολάτρες να απομακρυνθούν από τα μάταια και να αποκτήσουν επίγνωση του αληθινού Θεού, του Δημιουργού όλων. Γι’ αυτό συνελήφθη κι οδηγήθηκε στον ηγεμόνα Σακερδώνα. Υποβάλλεται λοιπόν από αυτόν σε όλα τα είδη των βασανιστηρίων, κι αφού του φόρεσαν στα πόδια σιδερένιες κρηπίδες που είχαν όρθια καρφιά, διατάσσεται να τρέξει μέχρι την πόλη της Γάγγρας, που απείχε ογδόντα στάδια. Αφού κάλυψε λοιπόν τα εξήντα, επειδή οι στρατιώτες που τον οδηγούσαν δίψασαν πολύ, δεν μπορούσε εξαιτίας τους να προχωρήσει άλλο. Γι’ αυτό προσευχήθηκε και από ξερό βράχο έβγαλε νερό, το οποίο ακόμη και τώρα χρησιμοποιείται ως πηγή. Όταν έφτασε στη Γάγγρα, τον έβαλαν μέσα σε καμίνι φωτιάς, όπου και παρέδωσε στον Θεό το πνεύμα του. Τελείται δε η σύναξή του πλησίον της Γέφυρας του Ιουστινιανού και πλησίον του Πετρίου».

       Στον άγιο μάρτυρα Καλλίνικο βλέπουμε το κύριο στοιχείο της αγιότητας: την υπέρβαση του φόβου του θανάτου, όπως το επισημαίνει ο υμνογράφος του, ήδη από το πρώτο στιχηρό του εσπερινού της εορτής του: «μάρτυς θεόφρον Καλλίνικε, υπέρ το ζην το θανείν, ευσεβώς προελόμενος, του Χριστού τον θάνατον αληθώς εξεικόνισας» (Μάρτυς θεόφρον Καλλίνικε, αφού προτίμησες λόγω της ευσέβειάς σου τον θάνατο παραπάνω από τη ζωή, εξεικόνισες αληθινά τον θάνατο του Χριστού). Η επιλογή του θανάτου παραπάνω από τη ζωή δεν οφειλόταν βεβαίως σε λόγους ψυχολογικούς, σε μία βαθειά κατάθλιψη πιθανόν, ούτε και σε κάποια φιλοσοφική θεωρία. Οφειλόταν στη μεγάλη αγάπη που είχε ο μάρτυρας για τον Χριστό – αυτό δηλώνει άλλωστε το επίρρημα «ευσεβώς» - η οποία τον έκανε να προτιμά πάντοτε Εκείνον από οτιδήποτε άλλο, έστω και την ίδια τη ζωή του. "Πληγωμένος ο μάρτυρας από την αγάπη του Χριστού φώναζε δυνατά υπομένοντας τα βασανιστήρια: Θα τρέχω κει που είναι η μυρωδιά των μύρων Σου, ακολουθώντας το Πάθος Σου με την αιματηρή μου άθληση" («Τη του Χριστού αγάπη τετρωμένος ο μάρτυς ανέκραζεν, εν τοις αγώσι εγκαρτερών: Εις οσμήν δραμούμαι μύρων, ακολουθών των πάθει Σου, τη αθλήσει τη δι’ αίματος»). Στην πραγματικότητα δεν έκανε τίποτε άλλο, από το να προσπαθεί να παραμένει συνεπής στον λόγο του Χριστού, ο Οποίος προτρέπει και λέγει: «ο φιλών πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος». Δεν υπάρχει δηλαδή μεγαλύτερη αγάπη, από την αγάπη προς τον Χριστό, κι αυτό θέλησε να ζήσει με τρόπο συνεπή ο άγιος Καλλίνικος, όπως βεβαίως και όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας μας.

       Την επιλογή ακόμη και του θανάτου, προκειμένου ο πιστός να μείνει σταθερός στην αγάπη του Χριστού, την βλέπουμε ως το κατεξοχήν στοιχείο αγιότητας και στον απόστολο Παύλο, ο οποίος, πληγωμένος κι αυτός από την ίδια αγάπη, έλεγε: «Έχω την επιθυμίαν εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι». Επιθυμώ να πεθάνω και να είμαι μαζί με τον Χριστό. Να πεθάνει όχι γιατί βαρέθηκε τη ζωή, αλλά για να είναι πιο γρήγορα σε βαθύτερη σχέση με τον Χριστό. Κι αλλού: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Πέπεισμαι ότι ούτε θάνατος ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού, της εν Χριστώ Ιησού». Τα δυνατά αυτά συναισθήματα που συνέπαιρναν τον απόστολο Παύλο, ήταν εκείνα που βλέπουμε να διακατέχουν και τον άγιο Καλλίνικο. Κι είναι το στοιχείο τούτο, όπως είπαμε, το στοιχείο που αποκαλύπτει την αληθινή αγιότητα, όπως μας το λέει ωραία και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Ο άγιος επιθυμεί καθ’ ημέραν τον θάνατον». Για τους λόγους βεβαίως που εξηγήσαμε.

       Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι μία τέτοια αγάπη, η οποία αποκαλύπτει τα αληθινά όρια της πίστης στον Χριστό, προϋποθέτει τη μετάθεση του κέντρου βάρους του πιστού από τη ζωή αυτή, με όλα τα θέλγητρα και τους πειρασμούς της, στον ίδιο τον Χριστό. Αν κανείς, με άλλα λόγια, δεν έχει πιστέψει με όλη του την ύπαρξη ότι η αληθινή ζωή βρίσκεται στον Χριστό, την πηγή της ζωής, και όχι στα περιορισμένα όρια αυτού του κόσμου, ο οποίος «παράγει και παρέρχεται» ως φθαρτός, δεν μπορεί να πει ότι είναι πραγματικά χριστιανός. Και δεν πρέπει να σπεύσει κανείς να πει ότι αυτό είναι για τους λίγους και τους εξαίρετους, γιατί αυτή η σχέση με τον Χριστό δόθηκε σε όλους τους πιστούς ως δωρεά στο άγιο βάπτισμα, που απλώς καλούμαστε διαρκώς να επιβεβαιώνουμε στην καθημερινή μας ζωή. Μη ξεχνάμε ότι δια του βαπτίσματος γινήκαμε μέλη Χριστού και συνεπώς Εκείνος είναι η ρίζα μας και το σπίτι μας.


Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΙΑΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ


«Ο άγιος Παντελεήμων έζησε επί της βασιλείας του Μαξιμιανού και καταγόταν από την πόλη Νικομήδεια. Ο πατέρας του Ευστόργιος ήταν ειδωλολάτρης κι ύστερα έγινε Χριστιανός με τις νουθεσίες του υιού του, ενώ η μητέρα του Ευβούλη προερχόταν από χριστιανική οικογένεια. Σπούδασε την ιατρική επιστήμη κοντά σ’  ένα σπουδαίο και δοξασμένο ιατρό, τον Ευφρόσυνο, αλλά την κατά Χριστόν ιατρική τέχνη και πίστη την έμαθε από τον πρεσβύτερο Ερμόλαο, με την οποία (πίστη), αφού επικαλέστηκε τον Χριστό, ανάστησε ένα παιδί, που πέθανε στο δρόμο από δάγκωμα μίας έχιδνας. Βαπτίζεται λοιπόν από τον πρεσβύτερο Ερμόλαο και χειραγωγείται από αυτόν προς τη χριστιανική πίστη. Το μαρτύριό του έγινε ως εξής: Κάποιος τυφλός, που προσήλθε σ’ αυτόν, ιατρεύτηκε από τον άγιο. Όταν ρωτήθηκε λοιπόν ο πρώην τυφλός από τον βασιλιά «Ποιος σε γιάτρεψε;», «ο Παντολέων», είπε (γιατί αυτό ήταν το προηγούμενο όνομά του), «καθώς επικαλέστηκε τον Χριστό, στον Οποίο και εγώ πιστεύω». Αμέσως ο βασιλιάς τού έκοψε το κεφάλι, ενώ ο Παντολέων προσήχθη σ’ αυτόν. Ο Μαξιμιανός, επειδή ο άγιος δεν κάμφθηκε καθόλου ούτε με τις υποσχέσεις ούτε με τις απειλές, για ν’  αρνηθεί την πίστη του Χριστού, διέταξε να κτυπηθεί φοβερά και να φλεχθεί με λαμπάδες. Του εμφανίστηκε όμως ο Χριστός, με το σχήμα του πρεσβυτέρου Ερμολάου, που του έδωσε θάρρος, και φάνηκε ότι ήταν μαζί του και στον βρασμένο μόλυβδο και στη θάλασσα που τον έριξαν. Αφού έμεινε αβλαβής από όλα, ρίχνεται στα θηρία, αλλά κι από αυτά, σαν άλλος Δανιήλ, παραμένει αλώβητος, οπότε τον δένουν σε τροχό γεμάτο μαχαίρια, που τον άφησαν να πέσει στο έδαφος από ψηλά. Τέλος, στην τελευταία απόφαση να τον θανατώσουν διά ξίφους, προσευχήθηκε κι ακούστηκε φωνή από τον ουρανό να τον καλεί Παντελεήμονα. Μόλις τελείωσε την προσευχή κι ενώ επρόκειτο να του κόψουν το κεφάλι, την ώρα που ο δήμιος άπλωσε το χέρι, γύρισε πίσω το σίδερο κι έλιωσε σαν κερί, θαύμα που έκανε τους στρατιώτες να πιστέψουν στον Χριστό. Τότε ο άγιος μάρτυρας πρότεινε μόνος του τον αυχένα και έτσι κόπηκε το κεφάλι του. Λέγεται δε ότι χύθηκε γάλα αντί αίμα, και η ελιά στην οποία είχε προσδεθεί, αμέσως διαμιάς καρποφόρησε».

Αν, κατά τον άγιο Ιάκωβο, «η κρίσις ανίλεώς εστιν τοις μη ποιήσασιν έλεος», δηλαδή η κρίση του Θεού θα είναι χωρίς έλεος γι’  αυτούς που δεν έδειξαν στη ζωή τους έλεος για τους άλλους, τι πρέπει αντιστρόφως να πούμε για τον άγιο Παντελεήμονα, ο οποίος όχι απλώς είχε και έδειξε έλεος και αγάπη στους συνανθρώπους του, αλλά είχε και έδειξε το μεγαλύτερο έλεος που μπορεί να βρεθεί σε άνθρωπο, και ενόσω ζούσε και μετά το μαρτυρικό του τέλος; Μία πραγματικότητα, που δεν την διαπιστώσαμε μόνοι μας οι άνθρωποι, αλλά την απεκάλυψε και ο ίδιος ο Θεός, ο Οποίος του έδωσε κι αυτήν την προσωνυμία. Κι αυτό σημαίνει ότι ο άγιος έφτασε πράγματι σε επίπεδα θεϊκά, αφού μόνον ο Θεός μπορεί κατ’  ουσίαν να χαρακτηριστεί ως καθ’  υπερβολήν και υπερθετικά Παντελεήμων, γεγονός που μας δίνει το δικαίωμα να λέμε ότι ο άγιος έγινε δίοδος των χαρίτων του Θεού στον κόσμο, φανέρωση της βασιλείας της αγάπης Του σε αυτόν. Και βεβαίως εννοούμε ότι το έλεος του αγίου – προέκταση κατ’ αλήθεια του ελέους του Θεού – εκτεινόταν και συνεχίζεται βεβαίως να εκτείνεται μέχρι σήμερα και στα σώματα, αλλά και στις ψυχές των ανθρώπων.

Δεν είναι τυχαίο που ο Κύριος τον χαρίτωσε μ’  αυτόν τον τρόπο. Ο Θεός, γνωρίζουμε, δίνει πλούσια το έλεός Του σ’ εκείνους που η καρδιά τους έχει και κάποια «φυσική» κλίση συμπαθείας προς τους συνανθρώπους τους. Ο άγιος από μικρός έδειξε την με αγάπη στροφή του προς τους άλλους, όταν θέλησε να σπουδάσει μία επιστήμη, που είναι ακριβώς κοντά στον άνθρωπο, μάλλον η πιο κοντινή σ’  αυτόν, διότι στέκεται δίπλα στον πόνο του: την ιατρική. Κανείς δεν σπουδάζει ιατρική – και μιλάμε με αληθινή έφεση ψυχής κι όχι επαγγελματικά – αν η καρδιά του δεν «κτυπάει», έστω και λίγο, συντονισμένα με τους κτύπους της καρδιάς των ανθρώπων. Πολλαπλασίως ο Θεός προσφέρει το έλεός Του σ’ εκείνους που επέλεξαν και αγωνίστηκαν στη ζωή τους να σταθούν στην κύρια εντολή Του, την αγάπη. Ο άγιος Παντελεήμων, λοιπόν, και από φυσικού του και με τη θέλησή του είδε να πολλαπλασιάζεται το έλεος του Θεού σ’ αυτόν, έλεος που τελικός αποδέκτης  του είμαστε εμείς οι άνθρωποι σ’  όλες τις εποχές.

Αυτήν τη φυσική, αλλά και χαρισματική ταυτόχρονα ανέλιξη του πνεύματός του μάς την προβάλλει με ωραιότατες εικόνες και χαρακτηρισμούς ο ποιητής της Εκκλησίας μας. Ο άγιος, εν πρώτοις, πέραν από πρώτο των αναργύρων αγίων της Εκκλησίας,   συνιστά, κατ’ αυτόν, έναν «παιδαριογέροντα», ένα γέροντα δηλαδή στη σύνεση, αλλά από την παιδική του ήδη ηλικία. «Ἀνατείλας οἷα περ ἀστήρ, φέρων ἐν νεότητι, πρεσβυτικὴν καὶ θεόφρονα σύνεσιν». Διότι από παιδάκι φανέρωσε τη στροφή του προς τον Θεό, όταν του δόθηκαν πολλές αφορμές ν’  ακολουθήσει άλλη πορεία από τη χριστιανική, με τις προτροπές του ειδωλολάτρη πατέρα του. Εκείνος όμως, σαν νέος Ηρακλής, στο κρίσιμο σταυροδρόμι της νεότητας, επιλέγει τον δρόμο που ακολουθεί η ευσεβέστατη μητέρα του και γίνεται χριστιανός. «Μεγαλέμπορον» τον χαρακτηρίζει εν προκειμένω ο υμνογράφος, διότι αντάλλαξε προσφυώς τα εύκολα πάθη της νεότητας και τον ολισθηρό δρόμο, στον οποίο αυτά οδηγούν, με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Από την άλλη, ο υμνογράφος επισημαίνει κι ένα βασικότατο στοιχείο της πνευματικής ζωής: τη χειραγωγία του από πνευματικό πατέρα. Ο άγιος Παντελεήμων ναι μεν «πειράστηκε» με ό,τι πρόβαλλε σ’  αυτόν ως πρότυπο ζωής ο πατέρας του, αλλά ευλογήθηκε από τον Θεό με τη χαρισματική μορφή πρώτα της μητέρας του, κυρίως όμως με την διακριτική καθοδήγηση του ιερέα Ερμολάου. Ο Ερμόλαος ήταν ο πνευματικός του, ο γέροντάς του, που διαρκώς τον ενίσχυε και τον προσανατόλιζε στον ουρανό. Και η επιβεβαίωση της χάρης αυτής του Θεού στον άγιο έρχεται με τον παραδοξότερο τρόπο, άνωθεν: ο ίδιος ο Χριστός τον ενισχύει στα μαρτύριά του, αλλά με τη μορφή του αγίου Ερμολάου. Αγαθή διάθεση ψυχής, γνωμικό θέλημα στραμμένο προς τον Θεό, πνευματική χειραγωγία από πνευματικό: τα στοιχεία που κινητοποιούν τη χάρη του Θεού, για να γίνει κανείς άγιος, έστω και σ’ ένα βαθμό, σαν τον άγιο Παντελεήμονα.  


Κυριακή, 26 Ιουλίου 2020

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ




Αν οι διακοπές κατανοούνται συνήθως ως ευκαιρία χαλάρωσης σωματικής και ψυχικής δεν πρέπει να γίνεται το ίδιο και από πλευράς πνευματικής. Διότι η πνευματική χαλάρωση αποτελεί στην πραγματικότητα οπισθοχώρηση και πτώση του ανθρώπου, κατά το «ο μη ων μετ’  εμού κατ’ εμού εστι» του Κυρίου (Ματθ. 12,30) – ο πιστός χριστιανός καλείται να σχετίζεται με τον Θεό αδιάκοπα ευρισκόμενος πάνω στην οδό τηρήσεως των αγίων Του εντολών, προκειμένου να μη γίνεται έρμαιο του πονηρού διαβόλου, ο οποίος «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α΄ Πέτρ. 5,8).
Μη λησμονούμε ότι ο Θεός δεν θα μας κρίνει γιατί χαλαρώνουμε τη σχέση μας μαζί Του, αλλά γιατί χαλαρώνοντας τη σχέση μας αυτή γινόμαστε έρμαια στα χέρια του διαβόλου. Η επιμονή στη σχέση με τον Θεό και τη μνήμη του ονόματός Του, η προτεραιότητα του λόγου Του στη ζωή μας γίνονται για να είμαστε εμείς θωρακισμένοι και δυνατοί, ώστε να ζούμε τη ζωή μας φυσιολογικά, δηλαδή με τον τρόπο που μας δημιούργησε ο Θεός ως κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Αυτού πλάσματά Του.
Έτσι οι διακοπές για τον χριστιανό (πρέπει να) λειτουργούν όχι ως «ξεσάλωμα» πνευματικό, όπως συχνά γίνεται, αλλά ως ευκαιρία πνευματικής ενδυνάμωσης αυτού και της οικογένειάς του, αφού παρέχεται ο χρόνος που συνήθως δεν υφίσταται τον χειμώνα. Τι μπορεί λοιπόν να προτείνει κανείς συγκεκριμένα, με το δεδομένο βεβαίως ότι οι διακοπές είναι πια συνήθως ολιγοήμερες, ενώ πραγματοποιούνται από κοινού όταν τα παιδιά είναι κυρίως μικρά και εξαρτώνται αποκλειστικά από τους γονείς τους;
(1) Η υποχρέωση της Κυριακάτικης λειτουργίας μπορεί να γίνει πνευματική απόλαυση στις διακοπές. Η οικογένεια, χωρίς το βάρος της εργασίας και το άγχος του χρόνου, μπορεί, ιδίως στην επαρχία, να εκκλησιαστεί με άνεση, να γνωριστεί με άλλους ανθρώπους, να κάνει τη φύση, κοντά στην οποία συνήθως υπάρχει ο ναός, συμμέτοχό της στη δοξολογία του ονόματος του Θεού.
 (2) Η αξιοποίηση της ύπαρξης μοναστηριών και προσκυνημάτων της επαρχίας. Στις περισσότερες περιοχές της πατρίδας μας, ηπειρωτικές και νησιωτικές, υπάρχουν πανέμορφα προσκυνήματα και μοναστήρια. Ένας απογευματινός εσπερινός, μία συνομιλία με έναν Γέροντα ή μία Γερόντισσα σ’ ένα μοναστήρι, ο ίδιος ο χώρος του μοναστηριού με τις εικόνες και τα λείψανα που έχει, πυροδοτούν λανθάνοντες πνευματικούς σπόρους που μπορεί να καρποφορήσουν σε ώρες που δεν περιμένει κανείς.
 (3) Η συμμετοχή σε μικρά πανηγύρια (με τις απαραίτητες προφυλάξεις πια) που γίνονται στην επαρχία. Δεν είναι λίγες οι περιοχές της επαρχίας, στις οποίες οι γιορτές διαφόρων αγίων ή της Παναγίας μας πραγματοποιούνται με έναν πολύ όμορφο και γραφικό τρόπο που συνδυάζουν το πνευματικό με το ψυχαγωγικό στοιχείο.
 (4) Δεν μπορεί κανείς να μην αναφέρει το πιο άμεσο πνευματικό ερέθισμα των διακοπών, το διάβασμα ψυχωφελών βιβλίων που στις ημέρες κυκλοφορούν πλούσια. Η έλλειψη χρόνου για διάβασμα κατά τον χειμώνα υπερβαίνεται στην άνεση των διακοπών. Κι όταν μάλιστα το βιβλίο δεν είναι απλώς για να περνά κανείς την ώρα του, αλλά και να τρέφει πνευματικά, γίνεται αξία ανυπέρβλητη.
 (5) Υπάρχει τέλος και μία ξεχωριστή παράμετρος: η ίδια η συνύπαρξη επί το αυτό όλης της οικογένειας. Και μόνο το γεγονός ότι μπορεί η οικογένεια να βρεθεί μαζί στο μεσημεριανό ή και στο βραδινό τραπέζι, να καθίσουν μαζί για πρωινό, να κολυμβήσουν μαζί, ενέχει μία πνευματική διάσταση, έστω και ανεπίγνωστη. Διότι η συνεχής αυτή συνύπαρξη πυροδοτεί, αν υπάρχει βεβαίως καλή διάθεση και συντρέχουν κάποιες χριστιανικές προϋποθέσεις, τις εσωτερικές αντοχές του ατόμου, ώστε να καλλιεργούνται η υπομονή, η αγάπη, η υποχωρητικότητα. Οπότε, ναι, οι διακοπές γίνονται μοναδική ευκαιρία για την οικογένεια να μετρήσει και το πνευματικό επίπεδο στο οποίο βρίσκεται.


Σάββατο, 25 Ιουλίου 2020

Η «ΣΤΑΥΡΩΣΗ» ΤΗΣ ΑΓΙΑ-ΣΟΦΙΑΣ



Δεν θέλουμε να προσθέσουμε κάτι διαφορετικό από ό,τι εξέφρασαν εκκλησιαστικοί και πολιτικοί άρχοντες, εντός και εκτός της πατρίδας μας, για το ανοσιούργημα, όπως χαρακτηρίστηκε, της μετατροπής της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως από μουσείο σε τζαμί. Πράγματι, η λειτουργία του μοναδικού αυτού μνημείου της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς ως μουσείου ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να συμβεί, με το δεδομένο ότι βρίσκεται στην κατοχή πια ανθρώπων άλλης εθνικής και  θρησκευτικής παράδοσης. Γι’ αυτό και η αλλαγή της χρήσης και της λειτουργίας της Αγίας Σοφίας παραπέμπει συμβολικά στη σταυρική θυσία του Κυρίου Ιησού Χριστού – είναι ένα σταύρωμα για τους χριστιανούς η μετατροπή της σε τζαμί.
Επιμένουμε βεβαίως στη συμβολική θεώρηση, διότι δεν πρέπει να απολυτοποιούμε τα πράγματα από πλευράς θεολογικής και πνευματικής. Διότι πολιτιστικά η μετατροπή αυτή μπορεί να είναι, και είναι, όντως ένα ξάφνιασμα και μία «πρόσκρουση σε τοίχο» – κυριολεκτικά πρόκειται για δυστύχημα και ατύχημα – από πλευράς όμως πνευματικής και θεολογικής αποτελεί μόνο μία πρόκληση των συμβόλων της πίστης και του έθνους μας (από ανθρώπους που δεν «καταλαβαίνουν» ασφαλώς τη χαρισματική χριστιανική πίστη μας) και όχι μία πληγή που επιφέρει «θάνατο». Μη ξεχνάμε ότι μιλάμε για ένα θαυμαστό στους αιώνες μνημείο, το οποίο όμως είναι προορισμένο να υποστεί και αυτό κάποτε τους νόμους της φθοράς, σύμφωνα και με τα λόγια του Κυρίου μας, ο Οποίος στους έκθαμβους μαθητές Του μπροστά στον Ναό του Σολομώντος που κτιζόταν μεγαλόπρεπα από τον Ηρώδη είπε: «μη θαυμάζετε τούτο, γιατί δεν πρόκειται να μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα». Ο Ίδιος δε, όπως και οι άγιοι απόστολοι μετέπειτα και όλοι οι άγιοι στους αιώνες, παρέπεμπαν στον κατεξοχήν Ναό που αποδέχεται ο Θεός και λειτουργεί υπέρ της σωτηρίας του ανθρώπου, το ίδιο το σώμα του ανθρώπου. «Ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν αγίου Πνεύματός εστιν και ουκ εστέ εαυτών; Δοξάσατε ουν τον Θεόν εν τω σώματι υμών και εν τω πνεύματι υμών, άτινά εστι του Θεού».
Όμως, το δυστύχημα και το ατύχημα δεν παύουν να προκαλούν οδύνη, κι ίσως και σ’ αυτό να στοχεύει ο ηγέτης της γείτονος χώρας, ο οποίος από ό,τι μπορούμε να καταλάβουμε με τις λιγοστές έως μηδαμινές πολιτικές μας γνώσεις και διαισθήσεις «βρήκε επιτέλους» τον εαυτό του. Θέλουμε να πούμε ότι η απόφαση αυτή του Προέδρου της Τουρκίας, κυοφορούμενη εξ όσων ο ίδιος ομολόγησε παιδιόθεν, ήταν η οριστική κατάληξή του σ’ αυτό που συνιστά τον αληθινό εαυτό του: να είναι ενταγμένος στην παράδοση της Ανατολίας και να λειτουργεί μέσα σ’ αυτήν ως ο κατευθυντήριος νους της. Δεν είναι τυχαίο ότι πάμπολλοι γνώστες της πραγματικότητας αυτής είπαν ότι «αν ο Κεμάλ Ατατούρκ υπήρξε ο πατέρας της (νέας) Τουρκίας, ο Ερντογάν (θέλει να) είναι ο πατέρας του μουσουλμανικού κόσμου». Από την άποψη αυτή έχουμε την εντύπωση ότι όσες πιέσεις κι αν ασκηθούν στον άνθρωπο αυτόν δεν πρόκειται να υπαναχωρήσει – γνωρίζει και την κρίσιμη σημασία που έχει η θέση της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο αλλά και το τι τεράστια αγορά είναι η Τουρκία για τις μεγάλες χώρες που τη χρειάζονται – όπως και δεν πρόκειται να «θελχθεί» ποτέ  από το «όραμα» να  γίνει ένας μεταξύ των άλλων Ευρωπαίος ηγέτης. Γιατί εκτός του ότι απέκτησε την «αυτοσυνειδησία» του ως αποκλειστικά ανατολίτης, έχει και τον εγωισμό να θέλει να είναι ο μόνος και ο πρώτος - όσο είναι αυτός δεν χωρούν και άλλοι!
Κι ας επιτραπεί ένα σχόλιο από πνευματικής πλευράς: δυσανασχετούμε οι ορθόδοξοι χριστιανοί, και δικαίως όπως είπαμε, γιατί προκλήθηκε και προκαλείται η πίστη μας με τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί που σημαίνει σε κίνηση λειτουργίας για ακούσματα μέσα σ’ αυτήν μουσουλμανικών κειμένων και προσευχών. Πρόκειται για ιεροσυλία! Το ίδιο όμως δεν πρέπει να δυσανασχετούμε, όταν ο εαυτός μας ως ψυχοσωματική ύπαρξη που είναι ναός του Θεού κατά τον λόγο της Αγίας Γραφής, δέχεται κακούς και πονηρούς λογισμούς αντίθετους προς το θέλημα του Θεού και τις εντολές του Χριστού μας και δεν κάνει καμία προσπάθεια απεμπόλησής τους για να διατηρηθεί καθαρός; Κι είναι κάτι που μας δίνει το δικαίωμα να το λέμε ο όσιος της εποχής μας Παῒσιος ο αγιορείτης, ο οποίος με μεγάλο πόνο ψυχής παρατηρούσε ότι οι χριστιανοί είμαστε τόσο χαλαροί πνευματικά, ώστε δεν κάνουμε καμία προσπάθεια να μεταστρέψουμε «ούτε έναν “μουσουλμάνο” λογισμό μας για να τον κάνουμε χριστιανικό»!
Αποτολμούμε μία εκτίμηση κι ίσως πρόβλεψη: Αν αποδυόμασταν οι εν επιγνώσει τουλάχιστον χριστιανοί στον αγώνα αυτόν – να ελέγχουμε τους λογισμούς μας κατά τον λόγο του οσίου Παϊσίου, συνεπώς να κρατάμε την καρδιά μας καθαρή για να κατοικεί το Πνεύμα του Θεού -  τότε οι προσευχές μας και οι δεήσεις μας στον Κύριο για ό,τι συνέβη στην Αγια Σοφιά μπορεί να εισακούονταν γρήγορα και αποτελεσματικά. Γιατί; Διότι ο Ίδιος υποσχέθηκε ότι «αν μείνουμε ενωμένοι μαζί Του και τα λόγια Του κρατηθούν ενεργά μέσα μας, τότε ό,τι και να Του ζητήσουμε θα γίνει αμέσως». Το κάνουμε όμως;

Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ




«Η Αγία Άννα, η γιαγιά κατά σάρκα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ήταν από τη φυλή του Λευί, κόρη του ιερέα Ματθάν και της γυναίκας του Μαρίας. Ο Ματθάν ιεράτευε επί της βασιλείας Κλεοπάτρας και Σαπώρου ή Σαβωρίου, βασιλιά των Περσών, και της βασιλείας Ηρώδου του Αντιπάτρου. Ο Ματθάν είχε τρεις κόρες, τη Μαρία, τη Σοβή και την Άννα. Παντρεύτηκε η πρώτη στη Βηθλεέμ και γέννησε τη Σαλώμη, τη μαία. Παντρεύτηκε η δεύτερη, κι αυτή στη Βηθλεέμ, και γέννησε την Ελισάβετ (τη μητέρα του Ιωάννη του Προδρόμου). Παντρεύτηκε δε και η Τρίτη, η Άννα, στη γη της Γαλιλαίας, και γέννησε Μαρία τη Θεοτόκο, που σημαίνει ότι η Σαλώμη, η Ελισάβετ και η αγία Μαρία η Θεοτόκος, ήσαν κόρες τριών αδελφών και μεταξύ τους πρωτεξαδέλφες. Αυτή λοιπόν η Άννα, αφού γέννησε τη σωτηρία όλου του κόσμου, την Παναγία, και την απογαλάκτισε, την ανάθεσε στον Ναό, ως άμωμο δώρο στον παντοκράτορα Θεό, και έζησε το υπόλοιπο της ζωής της, μέχρις ότου εξεδήμησε εν ειρήνη προς τον Κύριο, με νηστείες και ευεργεσίες προς αυτούς που είχαν ανάγκη. Τελείται δε η αυτής Σύναξις εν τω Δευτέρω».

Όλη η ακολουθία της ημέρας, εσπερινού και όρθρου, υπέρλαμπρη και φωτοφόρος, είναι γεμάτη από ωραιότατα εγκώμια προς την Αγία Άννα, στα οποία καλείται να μετάσχει «εν κυμβάλοις ψαλμικοίς», κατά το δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού, «πάσα η κτίσις». «Μετ’  εγκωμίων εκτελείται η ένδοξος μνήμη σου…Άννα θεόκλητε». Ο εγκωμιασμός όμως δεν είναι μόνον για την αγία Άννα. Μετέχει σ’ αυτόν και ο σύζυγός της, ο δίκαιος Ιωακείμ, γιατί αυτός είναι κατά κάποιο τρόπο ο ήλιος, που ενώθηκε με τη σελήνη, την αγία Άννα, για να προέλθει η ακτίνα της Παρθενίας, η Παναγία Μαριάμ, η κόρη τους. «Ήλιος ώσπερ τη σελήνη τη Άννη ενούμενος, ο κλεινός Ιωακείμ, της παρθενίας ακτίνα γεννά». «Ω, μακαρία δυάς, υμείς πάντων γεννητόρων υπερήρθητε…» Μακάρια δυάδα, που ξεπεράσατε όλους τους γονείς. Αιτία βεβαίως για τον πλούτο των εγκωμίων  είναι αυτό που ο καθένας κατανοεί: από τον Ιωακείμ και την Άννα, γεννήθηκε η Παναγία, η οποία έφερε στον κόσμο, μέσα στο βάθος του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία αυτού, τον ίδιο τον Θεό εν σαρκί, τον Κύριο Ιησού Χριστό. «Δια της Παναγίας, της Θεότητος αυγή επέλαμψε». Με την Παναγία έλαμψε στον κόσμο το φως της Θεότητος. Και βεβαίως έτσι τιμώνται ο παππούς και η γιαγιά κατά σάρκα του Κυρίου μας. «Μνήμην τελούντες Δικαίων, των Προπατόρων Χριστού…».
Η αιτιολόγηση αυτή της φωτοφόρου εορτής της Κοιμήσεως της αγίας Άννης δεν συνιστά μία απλή αναφορά της όλης εορτής. Αποτελεί το κέντρο, την αδιάκοπα ανακυκλούμενη έννοια, τόσο που θα έλεγε κανείς ότι όλη η ακολουθία δεν κάνει τίποτε άλλο από το να προβάλλει τον ερχομό του Χριστού διά της Παναγίας Μητέρας Του, και αυτό να το παρουσιάζει με διαφορετικές λέξεις και πολλαπλά λογοτεχνικά σχήματα, με εικόνες και  με προτυπώσεις ακόμη από την Παλαιά Διαθήκη. Σαν να έχουμε το πολυτιμότερο διαμάντι στον κόσμο και να το προβάλλουμε με όλων των ειδών τα φώτα και τους χρωματισμούς. «Οι εξ ακάρπων λαγόνων, ράβδον αγίαν την Θεοτόκον βλαστήσαντες, εξ ης η σωτηρία τω κόσμω ανέτειλε, Χριστός ο Θεός». «Της μητρός του Δεσπότου και Ποιητού, μήτηρ γέγονας Άννα πανευκλεής…»  Έτσι η κοίμηση της αγίας Άννης, και μαζί με αυτήν του αγίου Ιωακείμ, λειτουργεί παραπεμπτικά και αναγωγικά: δι’  αυτών  τιμάται και εγκωμιάζεται ο Κύριος Ιησούς Χριστός. «Μνήμην Δικαίων τελούντες, σε ανυμνούμεν, Χριστέ». Κι είναι φυσικό: αν ένας άνθρωπος έχει κάποια αξία είναι γιατί ο ίδιος ο Θεός τον έχει χαριτώσει και τον έχει υπερυψώσει. Κι αν αυτό ισχύει για όλους τους αγίους, πόσο μάλλον για τους κατά σάρκα προπάτορές Του, τον παππού Του και τη γιαγιά Του;
Η τιμή ασφαλώς για την αγία Άννα και τον άγιο Ιωακείμ δεν είναι μία εύνοια του Θεού χωρίς λόγο. Για να χαριτωθούν με αυτόν τον τρόπο – να γεννήσουν το καλύτερο άνθος της ανθρωπότητας, την Παναγία Θεοτόκο – συνήργησαν και οι ίδιοι, με την αγιασμένη ζωή τους, γεγονός που προβάλλει εξίσου πολλαπλώς η ακολουθία της ημέρας. «…Η νοητή χελιδών (η Αννα)…αμέμπτως εν σωφροσύνη βιωσαμένη καλώς». Με σωφροσύνη και με άμεμπτο τρόπο έζησε η αγία Άννα. «Τας νόμου εντολάς, θεαρέστως τηρούσα, μητέρας Ισραήλ, υπερήρας απάσας…αγιόλεκτε Άννα, προμήτορ Κυρίου». Τήρησες τις εντολές του νόμου του Θεού, με θεάρεστο τρόπο, αγιόλεκτε Άννα, και ξεπέρασες όλες τις μητέρες του Ισραήλ. Με την προϋπόθεση αυτή, να τηρεί δηλαδή πάντοτε το θέλημα του Θεού, αναδείχτηκε η Άννα σ’ αυτό το υψηλό σημείο, να γίνει Μητέρα της Μητέρας του Θεού, γι’  αυτό και οι ύμνοι στη συνέχεια δεν παύουν να μιλούν για το τελικό αποτέλεσμα: να μετατεθεί στους κόλπους του Θεού και να είναι συνόμιλος των αγγέλων. Ο Χριστός «σε  μεταθέμενος προς τα επουράνια, μετά δόξης, Άννα ένδοξε». «Σήμερον εκ της προσκαίρου μεταστάσα ζωής, εν τοις επουρανίοις μετά χαράς την πορείαν ποιουμένη αγάλλεται». Το ένδοξο τέλος της αγίας Άννης, τηρουμένων των αναλογιών, περιμένει βεβαίως και εμάς, εφόσον αγωνιζόμαστε στη ζωή αυτή να τηρούμε τις άγιες εντολές του Χριστού. Ο Θεός μας, μη ξεχνάμε, δεν είναι προσωπολήπτης.  


Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2020

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑ



«Η Χριστίνα ήταν κόρη ειδωλολάτρη Τύριου στρατηλάτη ονόματι Ουρβανού. Αυτός έβαλε την κόρη του σε πύργο, τη διέταξε να ζει εκεί και να θυσιάζει  στους δικούς του ειδωλολατρικούς θεούς, κατασκευασμένους από χρυσάφι, ασήμι και άλλα υλικά. Η Χριστίνα όμως τα κομμάτιασε και κάθε πολύτιμο  υλικό το έδωσε στους φτωχούς. Έτσι ο πατέρας της άρχισε τις τιμωρίες και την έβαλε σε φυλακή χωρίς τροφή. Η αγία όμως τρεφόταν από αγγέλους που την θεράπευσαν και από τις πληγές της. Έπειτα ρίχνεται στη θάλασσα, όπου δέχεται το θείο βάπτισμα από τον ίδιο τον Κύριο, και οδηγείται στην ξηρά από θείο άγγελο. Όταν μαθεύτηκε ότι ζει, κλείνεται πάλι στη φυλακή, κατ’ εντολή του πατέρα της, ο οποίος το ίδιο βράδυ πέθανε με άσχημο τρόπο. Στη θέση του πατέρα της έρχεται ο στρατηγός Δίων που αυξάνει τις τιμωρίες της γιατί η αγία συνέχιζε να κηρύττει τον Χριστό, ο Οποίος δι’ αυτής επιτελούσε θαύματα με αποτέλεσμα τη μεταστροφή στην πίστη τριών χιλιάδων στρατιωτών. Μετά τον Δίωνα, ανέλαβε την εξουσία κάποιος Ιουλιανός που ρίχνει την αγία σε κάμινο πυρός, κι αφού εκείνη έμεινε άφλεκτος, την καταδικάζει να ριχτεί σε δηλητηριώδη φίδια και διατάζει έπειτα να της κόψουν τους μαστούς, από τους οποίους χύθηκε αντί αίμα γάλα. Έπειτα της κόψανε τη γλώσσα, και τέλος, αφού κτυπήθηκε από στρατιώτες με πέτρες, παρέδωσε το πνεύμα στον Θεό».

Θα σχολιάσουμε τρία σημεία από το συναξάρι.

(1) Οι γονείς όπου γης είναι συνήθως έτοιμοι και τη ζωή τους να δώσουν για χάρη των παιδιών τους – τα θεωρούν κομμάτι και προέκταση του εαυτού τους. Στην περίπτωση όμως της αγίας αυτό καταλύεται. Ο  πατέρας της γίνεται ο δήμιός της λόγω του φανατισμού και της υποδούλωσής του στους δαίμονες, που τον κάνουν να θέλει την κόρη του να είναι υποχείριό του. Εντελώς αντίθετη τοποθέτηση από τη χριστιανική, η οποία προσανατολίζει τον άνθρωπο στην απόλυτη αγάπη προς τον Θεό, μέσω όμως της απόλυτης αγάπης προς τον συνάνθρωπο και του σεβασμού της ελευθερίας του.

(2) Η αγία διώχθηκε για την πίστη της στον Χριστό, όταν ακόμη δεν είχε βαπτισθεί -  δεν ήταν πλήρως ακόμη χριστιανή. Η χάρη του Θεού όμως ενεργούσε σ’ αυτήν, έστω και με εξωτερικό τρόπο. Διότι το βάπτισμα συνδέει (τον καλοπροαίρετο και ενεργούμενο εξωτερικά από τη χάρη του Θεού άνθρωπο) ουσιαστικά με τον Χριστό, τον κάνει μέλος Του και συνεπώς ο Χριστός δρα μέσα από το κέντρο της καρδιάς του, όπου πριν δρούσε το πονηρό. Σε τέτοιον άνθρωπο όμως, σαν τη Χριστίνα, ο Θεός βρίσκει τρόπους να συνδεθεί μαζί Του, πέραν των «κανονικών και νομίμων». Τι κάνει; Στη θάλασσα ευρισκόμενη η αγία, από την κακία των διωκτών της, έχει τον ίδιο τον Δημιουργό και Σωτήρα Χριστό να τελεί το άγιο βάπτισμα και να την κάνει μέλος Του. «Το Πνεύμα όπου θέλει πνει», ενώ θαυμάζει κανείς την «υπακοή» και του ίδιου του Χριστού σε ό,τι ως Θεός έχει νομοθετήσει. «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται».

(3) Στο μαρτύριο της εκτομής των μαστών της, διαπιστώνεται το παράδοξο: αντί αίματος εκχέεται γάλα. Πέραν από τη θαυμαστή ενέργεια του Θεού μπορούμε να επιχειρήσουμε και μία εξήγηση: αφενός το γάλα από μία παρθένο να αποτελεί σύμβολο της διδασκαλίας που ασκούσε η αγία στους ειδωλολάτρες, κατά το «γάλα υμάς επότισα» που έλεγε στους αρχαρίους στην πίστη ο απόστολος Παύλος, αφετέρου να φανερώνει την κυοφορία, μέσα της, της χάριτος του Θεού, που καθιστά κι αυτήν μία μικρή «Παναγία», κατά τον Κύριο που είπε ότι αυτοί που τηρούν το θέλημα του Πατέρα Του «μήτηρ και αδελφός και αδελφή Του εισίν».



Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2020

ΟΣΙΑ ΠΕΛΑΓΙΑ Η ΤΗΝΙΑ



«Ἀμέμπτως ἐβίωσας ἐν ἐγκρατείᾳ πολλῇ καὶ πόνοις ἀσκήσεως καὶ ἐν ἀγάπῃ θερμῇ, Πελαγία Θεόληπτε. Ὅθεν τὴν Θεοτόκον ἐπαλλήλως κατεῖδες, μηνύουσάν σοι Εἰκόνος τὴν ἀνεύρεσιν ταύτης. Ἣν πρέσβευε, Ἁγία Μῆτερ, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε» (απολυτίκιο ήχος δ΄).
(Έζησες άμεμπτα με πολλή εγκράτεια και ασκητικούς κόπους και με θερμή αγάπη, Πελαγία θεόληπτε. Γι’  αυτό είδες απανωτά τη Θεοτόκο, η οποία σου έστελνε μήνυμα για την ανεύρεση της εικόνας Της. Πρέσβευε σ’ Αυτήν, αγία Μητέρα, υπέρ αυτών που σε τιμούν).

Η αγία Πελαγία, κόρη του ιερέως Νικηφόρου, καταγόταν από την Τήνο (1752-1834) κι έζησε οσιακά από την παιδική της ηλικία. Το κοσμικό της όνομα ήταν Λουκία, ενώ όταν εισήλθε στο μοναχικό στάδιο σε ηλικία 15 ετών στο Κεχροβούνι της Τήνου, πήρε το όνομα της μοναχής θείας της Πελαγίας. Ως μοναχή αύξησε την εγκράτεια και τους ασκητικούς κόπους της, ενώ διακρινόταν για τον αγώνα της να βρίσκεται πάντοτε πάνω στις εντολές του Κυρίου, κυρίως την αγάπη. Γι’ αυτό και έγινε «δοχεῖον τοῦ Πνεύματος», με αποτέλεσμα να της εμφανιστεί όχι μία φορά η Κυρία Θεοτόκος, η οποία την καθοδήγησε για την εύρεση της αγίας εικόνας Της (30 Ιανουαρίου 1823) που ήταν θαμμένη σ’έναν αγρό στην πόλη της Τήνου. Το γεγονός κατέστησε την Τήνο ιερό νησί, ενώ η οσία χαριτώθηκε από τον Θεό να επιτελεί πλήθη θαυμάτων, και όσο ζούσε και μετά την κοίμησή της. Η αγιοκατάταξή της έγινε με συνοδική πατριαρχική πράξη στις 11 Σεπτεμβρίου 1970, ενώ η μνήμη της ορίστηκε να τιμάται στις 23 Ιουλίου, τότε που της εμφανίστηκε η Παναγία με όραμα.

Αξίζει να τονίσουμε από το απολυτίκιο της οσίας αυτό που τονίζει ο ιερός υμνογράφος της: η Πελαγία αξιώθηκε του οράματος της Παναγίας (σε ηλικία 73 ετών μάλιστα), όταν όλη η βιοτή της, ψυχή τε και σώματι, ήταν αφιερωμένη στον Κύριο, που θα πει στην εργασία των αγίων εντολών Του. Ποτέ δηλαδή δεν έχουμε γνήσια οράματα που προέρχονται από τον Θεό και τους αγίους Του, παρά μόνον αν συντρέχει προς τούτο η ζωή του πιστού χριστιανού. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οράματα και άλλες «αποκαλυπτικές» καταστάσεις έχουμε και από τον Πονηρό διάβολο, ο οποίος εκμεταλλεύεται ψυχές ταραγμένες και υπερήφανες, στις οποίες εμφανίζεται κατά τον απόστολο «ὡς ἄγγελος φωτός» με σκοπό να τις οδηγήσει στην απώλεια. Και δυστυχώς αυτές οι ψυχές τον πιστεύουν και χάνονται. Η οσία Πελαγία ήταν λοιπόν αφιερωμένη στον Κύριο, η χάρη του Θεού λειτουργούσε μέσα της λόγω της ταπείνωσής της, γι’ αυτό και την πρώτη και τη δεύτερη φορά που της εμφανίστηκε η Παναγία δεν «ενέδωσε» στο όραμα, θεωρώντας το αυτονόητο για έναν άγιο: «δεν είμαι άξιος να δω την Παναγία». Έτσι σκέφτεται και ενεργεί σε πρώτη φάση ο πραγματικός άγιος – νιώθει τη μικρότητα και την αμαρτωλότητά του. Όταν όμως πεισθεί από τη συνεχή πρόκληση του Θεού και των αγίων κι όταν μάλιστα τεθεί η πρόκληση, εν προκειμένω το όραμα, υπό την κρίση των πνευματικών της Εκκλησίας, τότε ναι, κάνει υπακοή και κινείται κατά την υπόδειξη της θεϊκής οπτασίας.

Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός διά των Αγίων Του εμφανίζεται σ’ εκείνους που είναι συντονισμένοι με τη δική Του ζωή, που «συγγενεύουν με τον Χριστό», για να θυμηθούμε τον μεγάλο σύγχρονο όσιο Παϊσιο τον αγιορείτη. Και συντονίζεται κανείς με τον Θεό μόνον όταν βρίσκεται στην πορεία υπακοής των αγίων Του εντολών, κατά τον λόγο της Γραφής: «ὁ τηρῶν τάς εντολάς τοῦ Θεοῦ, ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ».  Άνθρωπος που το δικό του θέλημα είναι η προτεραιότητά του και ο κανόνας της ζωής του, δεν υπάρχει περίπτωση να «δει» τον Θεό ούτε και κανέναν άγιο – δεν του το επιτρέπει η δική του «θεληματάρικη», δηλαδή εγωιστική, καθώς λένε ζωή. Να θυμηθούμε και πάλι στο σημείο αυτό την απάντηση του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου όχι σε κοσμικό άνθρωπο, αλλά σε καλόγερο, ο οποίος όμως ζούσε σύμφωνα προς τις επιθυμίες του και όχι προς το θέλημα του Θεού. Στην «αποκάλυψη» του καλόγερου στον όσιο ότι του εμφανίστηκε η Παναγία, εκείνος αμέσως αμφισβήτησε τη θεόθεν προέλευσε του οράματος, ακριβώς με το σκεπτικό αυτό: «Η Παναγία εμφανίζεται μόνο σ’ αυτούς που είναι υπάκουοι σαν Εκείνην. Εσύ όμως ζεις κατά το δικό σου θέλημα». 

Στο πρόσωπο της αγίας Πελαγίας της Τηνίας ψαύουμε κυριολεκτικά την παρουσία του Θεού και την ευλογία της Παναγίας. Ας την παρακαλούμε να πρεσβεύει και για μας, ώστε το φρόνημά της, φρόνημα Χριστού, να γίνει και δικό μας.

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΦΩΚΑΣ


«Ο άγιος Φωκάς έζησε επί Τραϊανού βασιλέως( τέλος 1ου, αρχές 2ου μ.Χ αι.). Προσήχθη ως χριστιανός ενώπιον του επάρχου Αφρικανού, ο οποίος τον ερώτησε για την πίστη του, την οποία ο Φωκάς όχι μόνον ομολόγησε, αλλά και θεολόγησε και τη δίδαξε με παρρησία. Τότε επιχείρησε ο Αφρικανός να βλασφημήσει τον Χριστό και να κάνει κακό στον μάρτυρα, με αποτέλεσμα να γίνει ξαφνικά σεισμός και να πέσει κάτω ο έπαρχος μαζί με τους στρατιώτες νεκρός. Ο άγιος, επειδή παρεκάλεσε πολύ η γυναίκα του επάρχου, τον ανέστησε, ενώ στη συνέχεια οδηγήθηκε στον αυτοκράτορα Τραϊανό. Κήρυξε και σ’ αυτόν τον Χριστό, γι’ αυτό και ο βασιλιάς έδωσε εντολή να ξεσθεί και να κρεμαστεί, και έπειτα να ριχτεί σε ασβέστη. Μετά από αυτά τον έκλεισαν βαθιά σ’ ένα λουτρό, που το είχαν πυρακτώσει με φωτιά, κι αφού προσευχήθηκε, παρέδωσε το πνεύμα του στον Θεό».

Ο άγιος Φωκάς, ως ιερομάρτυρας, προσέφερε διπλή θυσία στον Θεό: την αναίμακτη θυσία με την τέλεση της θείας λειτουργίας ως ιερέας στο διάστημα που ήταν ελεύθερος, την δι’ αίματος του εαυτού του έπειτα με το άγιο μαρτύριό του. Γι’ αυτό και η υμνολογία της εορτής του, αφορμωμένη από το γεγονός αυτό, τον τιμά μεταξύ των άλλων με μία όμορφη εικόνα: «ως χρώμασι φαεινοίς, ιερωσύνης την στολήν έβαψας, αθλητικοίς αίμασι, και Χριστώ φωτί ιερούργησας». Δηλαδή: καθώς έβαψες τη στολή της ιερωσύνης με φωτεινά χρώματα, πρόσφερες την ιερουργία στον Χριστό μέσα στο φως και με τα αίματα της μαρτυρικής αθλήσεώς σου. Ο υμνογράφος στέκεται με πολύ σεβασμό απέναντι πρώτα από όλα στο χάρισμα της ιερωσύνης: θεωρώντας αυτήν ως «τελουμένην μεν επί της γης, αλλ’ ουρανίων τάξιν επέχουσαν» κατά τους αγίους Πατέρες, κατανοεί τον ιερέα ως ευρισκόμενο μεταξύ ουρανού και γης, που σημαίνει ότι η ζωή του πρέπει να είναι κατακάθαρη σαν την ακτίνα του ηλίου. Ο ιερέας λοιπόν, όπως βλέπει τον άγιο Φωκά ο υμνογράφος, είναι λουσμένος από το φως της χάριτος του Θεού, γι’ αυτό και η στολή του δεν μπορεί παρά να είναι φωτεινή.

Πολλοί κατηγορούν τους ιερείς για τις ακριβές στολές που φορούν και για τη λάμψη των αμφίων τους, μη λαμβάνοντας βεβαίως υπ’ όψιν ότι το βασικό ένδυμα του ιερέα είναι το μαύρο ράσο και όχι τα άμφια, τα οποία φορούν μόνον κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Η θεία λειτουργία όμως έχει ιδιαίτερη λαμπρότητα, αφού αυτή φανερώνει τη Βασιλεία του Θεού - την οποία ζούμε εδώ, σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά και την προσδοκούμε με ακόμη μεγαλύτερη λαμπρότητα από τον «και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης» Ιησού Χριστό – γι’ αυτό τα λαμπρά άμφια αντιστοιχούν στη λαμπρότητα της Θείας Λειτουργίας και επομένως λειτουργούν ως σύμβολο και όχι ως κενότητα του ιερέα.

Χρειάζεται όμως προσοχή και από εμάς τους ιερείς: η λαμπρότητα των αμφίων βεβαίως δικαιολογείται και επιβάλλεται, αλλά μέσα σε πλαίσια σεμνότητας και ιεροπρέπειας. Θέλουμε να πούμε ότι ούτε θα εκφυλίσουμε τα άμφια με ό,τι πρόχειρο μπορεί να φορεθεί, ούτε όμως θα προκαλέσουμε τους πιστούς με ό,τι πανάκριβη «στόφα» μπορεί να ευρεθεί. Ο άγιος Φωκάς μάς προσανατολίζει κι εδώ: η φωτεινότητα των αμφίων του οφείλετο κυρίως στη χάρη του Θεού που τον περιέσκεπε, αποτέλεσμα της αγιασμένης ζωής του, άρα και οι ιερείς πρωτίστως τον αγιασμό μας πρέπει να έχουμε κατά νουν κι έπειτα οτιδήποτε άλλο. Τι όμορφο θα ήταν οι ιερείς να έχουμε αποφασίσει να κινούμαστε στη ζωή μας πάνω σε μία δυναμική χρωμοσύνθεση: του λευκού που γίνεται κόκκινο και του κόκκινου που γίνεται λευκό! Δηλαδή, της φωτεινότητας του λευκού λόγω της αγιασμένης ζωής μας, που μετατρέπεται σε κόκκινο λόγω της μαρτυρικής ζωής μας. Κι όσο το κόκκινο του μαρτυρίου θα αυξάνει, τόσο και η λευκότητα της χάριτος του Θεού θα φωτίζει περισσότερο. Άλλωστε, μη ξεχνάμε ότι η Εκκλησία έχει γενικώς κόκκινα τα ενδύματά της, λόγω ακριβώς του πλήθους των μαρτύρων της: «Των εν όλω τω κόσμω μαρτύρων σου, ως πορφύραν και βύσσον η Εκκλησία σου στολισαμένη, …, Χριστέ ο Θεός».


ΣΤ’ ΟΛΟΓΙΟΜΟ ΦΕΓΓΑΡΙ...




«Μάθε μου απ’ τη σοφία σου» είπε
μικρό παιδί στ’ ολόγιομο φεγγάρι.
«Μην ψάχνεις λόγια, μόνο κοίτα με»
τ’ απάντησε αυτό με γέροντα τη χάρη.
Και το παιδί μαθήτευσε παρέα στ’ ασημόφως.
«Διάβασε» την υπομονή – σιγά σιγά χωρίς
βιάση καμιά φτάνει στο γέμισμά του.
«Διάβασε» την ταπείνωση – δεν επαναστατεί
που ήλιο αντιδωρίζει πάντα στο πέρασμά του.
 «Διάβασε» την ελπίδα – ακόμα και στη χάση του
φλουδίτσα τόση δα λιόφωτο διηγιέται.

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2020

Η ΑΓΙΑ ΜΥΡΟΦΟΡΟΣ ΜΑΡΙΑ Η ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ Η ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ



«Η αγία καταγόταν από τα Μάγδαλα στα όρια της Συρίας. Προσήλθε στον Χριστό και θεραπεύτηκε με τη χάρη Του από επτά δαιμόνια που την ενοχλούσαν. Τον ακολούθησε έκτοτε μέχρι το Πάθος Του κι έγινε Μυροφόρος, ενώ αξιώθηκε να δει πρώτη την Ανάσταση του Κυρίου, μαζί με την Παναγία Μητέρα Του, καθώς άκουσε γι’ αυτήν από άγγελο Κυρίου, και πάλι το πρωί από δύο αγγέλους «εν λευκοίς καθεζομένους». Και πάλι είδε τον Κύριο, νομίζοντάς Τον για κηπουρό, και άκουσε από Αυτόν «μη μου άπτου», μη μ’ αγγίζεις. Μετά λοιπόν τη θεία και αγία Ανάληψη, πήγε στην Έφεσο προς τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και απόστολο, όπου εκεί οσίως κοιμήθηκε και ετάφη δίπλα στην είσοδο του σπηλαίου, στο οποίο οι άγιοι μακάριοι επτά παίδες είχαν κοιμηθεί. Ύστερα, επί Λέοντος του μακαριστού Βασιλιά, το λείψανό της ανακομίστηκε στη μονή του Αγίου Λαζάρου που ιδρύθηκε από τον Λέοντα, στην οποία ετησίως τελείται και η σύναξή της».

Προκαλεί συγκίνηση σε κάθε χριστιανό πιστό η μνήμη της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, η οποία αναδείχτηκε μυροφόρος και ισαπόστολος. Και τούτο γιατί εκτός του ότι έζησε την παρουσία του Κυρίου εν πνεύματι, όπως άλλωστε και όλοι οι άγιοι – παρουσία βεβαίως που είναι η ανώτερη δυνατή, αφού ζει κανείς τον Χριστό με τον τρόπο αυτό ως μέλος Του, δηλαδή στα όρια της ύπαρξής του – αυτή αξιώθηκε να Τον ζήσει και κατά την ιστορική Του παρουσία επί της γης, να Τον δει, να Τον ακούσει, να Τον παρατηρήσει, να Τον ψηλαφήσει και με τις σωματικές της αισθήσεις. Ό,τι συνέβη με άλλα λόγια με τους αποστόλους, οι οποίοι μάλιστα βαπτίστηκαν κατά την Πεντηκοστή με το άγιον Πνεύμα, το ίδιο συνέβη και με την αγία Μαγδαληνή, η οποία είχε πέραν αυτών και την εξαιρετική ευλογία να είναι φίλη και «αδελφή» με την ίδια την Παναγία μας. Αν η γνωριμία μας με έναν άγιο μάς κάνει να νιώθουμε ιδιαιτέρως ευλογημένοι και τιμημένοι, πόσο περισσότερο τούτο πρέπει να συμβαίνει και με την αγία Μαγδαληνή;

Γι’ αυτό και ο Κύριος, βλέποντας την ολοκάρδια ανταπόκρισή της στην προσφορά καταρχάς της χάρης Του, με την οποία την θεράπευσε από επτά ενοχλητικά δαιμόνια – ανταπόκριση που εκφράστηκε με την πιστή έκτοτε ακολουθία Του, ακόμη και μετά τον θάνατό Του – την τίμησε με το να γίνει η πρώτη, μαζί με την Παναγία Μητέρα Του, που δέχτηκε το μήνυμα της Ανάστασης, κι η πρώτη, στη συνέχεια, η οποία ευαγγελίστηκε το χαρμόσυνο τούτο γεγονός στους φοβισμένους και δυσπίστους μαθητές Του. Οι ύμνοι της Εκκλησίας τονίζουν πολλαπλώς αυτήν την τιμή της από τον Χριστό, όπως για παράδειγμα το δοξαστικό του εσπερινού της εορτής της, που λέει: «Πρώτη κατιδούσα την θείαν ανάστασιν, Μαρία η Μαγδαληνή,…πρώτη και ευαγγελίστρια εδείχθης…». Κι αλλού, στον όρθρο: «Γεγηθυία τον τάφον του Λυτρωτού έφθασας, πρώτη κατιδούσα την θείαν Κόρη Ανάστασιν. Ευαγγελίστρια, όθεν, εδείχθης βοώσα: ο Χριστός εγήγερται, χείρας κροτήσατε». Με χαρά έφτασες τον τάφο του Λυτρωτή, κι είδες πρώτη, Κόρη, τη θεία Ανάσταση. Γι’ αυτό αναδείχτηκες ευαγγελίστρια, φωνάζοντας δυνατά: ο Χριστός αναστήθηκε, κτυπήστε παλαμάκια.

Έτσι, η αγία Μαγδαληνή, έμεινε στην ιστορία και στη μνήμη της Εκκλησίας, μεταξύ των άλλων, και ως άγγελος των καλών ειδήσεων, ως εκείνη δηλαδή που μετέστρεψε την αθυμία των μαθητών σε ευθυμία – «την αθυμίαν αποθέμενοι, την ευθυμίαν αναλάβετε» - ως εκείνη που τα λόγια της υπήρξαν δροσιά κι αναψυχή στους μαθητές, που καίγονταν από τον καύσωνα της αθυμίας – «ρημάτων σου δροσισμώ, της αθυμίας τον καύσωνα εξήρας των μαθητών» - κάτι που βεβαίως συνέχισε με τη διδασκαλία και τη ζωή της, μέχρι την αγία τελευτή της. Και άφησε ισχυρό παράδειγμα και σε μας, να ξέρουμε ότι ο μόνος τρόπος για να φέρνουμε στους θλιμμένους συνανθρώπους μας την ευθυμία και να τους δροσίζουμε, ευρισκομένους μέσα στο οποιοδήποτε καμίνι των θλίψεων και των δοκιμασιών τους, είναι να ζούμε οι ίδιοι την ανάσταση του Χριστού με την καλή ζωή μας και αυτήν την αναστημένη ζωή μας να την καταθέτουμε ως μαρτυρία σ’ αυτούς.


Τρίτη, 21 Ιουλίου 2020

ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ


    «Οι άγιοι κατάγονταν από την Έδεσσα της Συρίας κι έζησαν επί βασιλείας Ιουστίνου του νέου. Κινούμενοι από θείο πόθο έφτασαν στα Ιεροσόλυμα, κι αφού προσκύνησαν το Τίμιο Ξύλο του Σταυρού, πήγαν στο μοναστήρι του αγίου Γερασίμου, για να γίνουν καλόγεροι. Πράγματι έλαβαν το σχήμα το μοναχικό από τον ηγούμενο Νίκωνα, αλλά πριν τη συμπλήρωση επτά ημερών, έφυγαν και κατοίκησαν στην έρημο, όπου και παρέμειναν επί σαράντα ολόκληρα χρόνια, ζώντας με μεγάλη άσκηση και σκληραγωγία. Έπειτα, ο μεν Ιωάννης παρέμεινε εκεί, ενώ ο μακάριος Συμεών επέστρεψε στην αγία Πόλη, παρακαλώντας στην προσευχή του να ζήσει εντελώς αφανής, γι’ αυτό και αφού προσποιήθηκε ότι είναι μωρός, έφτασε στην πόλη της Εμέσης. Στην κατάσταση αυτή της προσποίησης της σαλότητας έκανε πολλά θαύματα κι έπειτα αναπαύθηκε εν Κυρίω. Μετά το τέλος του όμως έγινε φανερό ένα ακόμη από τα θαύματά του, το οποίο και αναφέρουμε: Καθώς τον οδηγούσαν για να τον θάψουν δύο άνδρες, χωρίς καμία φροντίδα, χωρίς καθαρισμό και χωρίς θυμιάματα και ψαλμωδίες, έτυχε να περάσουν κάτω από τον οίκο ενός Εβραίου. Εκείνη την ώρα λοιπόν που περνούσε το λείψανο του αγίου, ακούστηκαν γλυκύτατες δοξολογίες από πλήθος ανθρώπων, σαν να τον προέπεμπαν και να τον περιτείχιζαν όλοι αυτοί, τόσο που ο Εβραίος έσκυψε να δει τι γίνεται. Αυτός τότε είδε ότι προπέμπεται ο Συμεών, κρατούμενος μόνον από δύο φτωχούς άνδρες, οπότε είπε: «Είσαι μακάριος, σαλέ, γιατί μη έχοντας ανθρώπους να σε ψάλουν, είχες επουράνιες Δυνάμεις να σε τιμούν με ύμνους». Αμέσως τότε κατέβηκε και με τα ίδια του τα χέρια τον φρόντισε και τον κήδευσε. Μετά από ημέρες, ήλθε ο φίλος και συνασκητής του Ιωάννης, που τον βρήκε να έχει εκδημήσει προς τον Κύριον».

Το θαυμαστό και παράδοξο από το συναξάρι των οσίων αυτών δεν εξαντλείται ίσως στη διά Χριστόν σαλότητα του Συμεών: όντως, η επιλογή αυτού του δρόμου – της σαλότητας – ως τρόπου τελειώσεως του ανθρώπου είναι πέραν αυτών που γνωρίζουμε από τη συνήθη πνευματική ζωή των αγίων. Είναι, θα λέγαμε, μία νόμιμη οδός «παρανομίας». Γι’ αυτό και δεν μπορούν οι περισσότεροι να ακολουθήσουν ουδ’ επ’ ελάχιστον την οδό αυτή, ενώ όσοι την ακολούθησαν ανήκουν σε μία πολύ μικρή ομάδα, που έλαβαν από τον Θεό το χάρισμα τούτο. Εκείνοι οι οποίοι χωρίς την ιδιαίτερη κλήση από τον Θεό θέλησαν να υπάγουν «εμπαίξαι τον κόσμον», διεπίστωσαν πολύ σύντομα ότι απατήθηκαν από τον διάβολο και εμπαίχτηκαν από αυτόν.

Αιτία για τον δαιμονικό εμπαιγμό τους ήταν το γεγονός ότι μάλλον δεν μέτρησαν σωστά τις αντοχές τους. Η σαλότητα απαιτεί τεράστια ψυχική δύναμη, εκτός από αυτήν που δίνει η χάρη του Θεού, διότι ο εμπαίζων τον κόσμο σημαίνει ότι έρχεται αντιμέτωπος με την ενυπάρχουσα στον άνθρωπο ανάγκη κοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους – ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό να είναι κοινωνικό ον. Πρέπει ο διά Χριστόν σαλός να έχει βάλει τον εαυτό του στο κατώτερο δυνατό σημείο σε σχέση με τους άλλους, να ζει δηλαδή ορθά την κατά Χριστόν ταπείνωση, για να μη «διαλυθεί» ψυχικά από την περιφρόνηση των ανθρώπων που συνοδεύει μία τέτοια επιλογή ζωής. Κι αυτό σημαίνει ότι ένας τέτοιος άνθρωπος νιώθει διαρκώς συνδεδεμένος με τον Θεό, ο Οποίος Αυτός μόνος τον στηρίζει και τον παρηγορεί.

    Είπαμε, όμως, ότι δεν είναι η σαλότητα του αγίου Συμεών το μόνο θαυμαστό και παράδοξο από τη ζωή και των δύο αγίων. Θαυμαστό και παράδοξο είναι και το γεγονός ότι ούτε επτά ημέρες δεν πέρασαν από την κουρά τους σε μοναχούς, κι οι άγιοι εγκατέλειψαν το μοναστήρι τους για να πάνε στα ενδότερα της ερήμου και να μονάσουν. Γιατί είναι παράδοξο τούτο; Διότι κατά την κανονική παράδοση της Εκκλησίας μας και την κανονική πνευματική ζωή, ένας μοναχός για να φύγει και να μονάσει μόνος, πρέπει να έχει διέλθει αρκετά έως πολλά χρόνια μοναχικής ζωής σε κοινόβιο. Διαφορετικά, τον παραλαμβάνει ο διάβολος και τον εμπαίζει και στη φάση αυτή. Στην κανονικότητα όμως υπάρχουν πάντοτε και οι εξαιρέσεις. Και στους αγίους βλέπουμε πράγματι την εξαίρεση. Προφανώς, ήταν τέτοια η αγάπη τους στον Θεό, ενεργούσε τόσο θαυμαστά η χάρη Του στην καρδιά τους, ώστε έλαβαν πληροφορία για την έξοδό τους αυτή.

Μα, υπάρχει και τρίτο θαυμαστό και παράδοξο στη ζωή τους, και μάλιστα από το συναξάρι του αγίου Συμεών: ο Θεός θέλησε να φανερώσει τη μεγάλη αγιότητά του όχι σε έναν ή περισσοτέρους χριστιανούς, αλλά σε έναν Εβραίο. Δεν είναι βεβαίως το σύνηθες. Προφανώς όμως και πάλι, ο Εβραίος αυτός δεν ήταν τυχαίος άνθρωπος. Πρέπει να ήταν καλοδιάθετος, όχι φανατισμένος, με γνησιότητα αναζήτησης της αλήθειας, γι’ αυτό και ο Θεός τον κάλεσε στη χριστιανική πίστη μέσα από το θαυμαστό περιστατικό της εξοδίου πορείας του Συμεών, τον οποίο φαίνεται ότι γνώριζε, αλλ’ ως σαλό. «Τις έγνω νουν Κυρίου ή σύμβουλος αυτού εγένετο;» Ο Θεός είναι ο κατεξοχήν εφευρετικός στις κλήσεις των ανθρώπων, γιατί βεβαίως είναι ο μόνος «γινώσκων τα εγκάρδια». Με άλλα λόγια η παραδοξότητα της ζωής των αγίων αυτών, και μάλιστα του Συμεών, συνεχίστηκε και μετά τον θάνατό του.

    Θαυμάζουμε τον τρόπο ζωής των αγίων Ιωάννη και Συμεών του διά Χριστόν σαλού. Δεν μπορούμε όμως να ακολουθήσουμε τη συγκεκριμένη τους επιλογή. Ιδιαιτέρως το χάρισμα της διά Χριστόν σαλότητας στην εποχή μας παρα…είναι σπάνιο, διότι, ίσως, όπως έλεγε και ο όσιος Παΐσιος ο αγιορείτης, η εποχή μας βρίθει γενικώς σαλών. Η αγάπη τους όμως προς τον Θεό και η τεράστια ταπείνωσή τους, ναι, είναι αρετές που πρέπει πάντοτε να έχουμε κατά νου και ενώπιόν μας.