Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2019

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΒΑΡΒΑΡΑ


 
Τό συναξάρι τῆς ἁγίας προκαλεῖ σέ κάθε καλοπροαίρετο χριστιανό κλίμα μεγάλης κατάνυξης ἀλλά καί κύματα χαρᾶς καί ἀγαλλίασης, γιατί φανερώνει τήν ψυχική δύναμη πού παίρνει ὁ ἄνθρωπος ὅταν πιστέψει στόν Χριστό καί θελήσει μέ ἐπίγνωση νά ἀκολουθήσει τά χνάρια Του.

           1. Σύντομο συναξάρι τῆς ἁγίας.

 «Η αγία Βαρβάρα ζούσε επί Μαξιμιανού, του βασιλιά του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους (285-305), κόρη κάποιου ειδωλολάτρη Διοσκόρου, ο οποίος την φύλασσε  σε υψηλό πύργο, λόγω της ανθηρής σωματικής ωραιότητάς της. Το γεγονός ότι ήταν κόρη που σεβόταν τον Χριστό δεν άργησε να έλθει σε γνώση του πατέρα της. Έμαθε δηλαδή τα σχετικά με την πίστη της, όταν ανοικοδομούσε λουτρό. Κι ενώ αυτός είπε να φτιάξουν δύο παράθυρα σ’ αυτό, η Βαρβάρα έδωσε εντολή να φτιάξουν τρία. Κι όταν την ρώτησε το γιατί, είπε «για να είναι επ’ ονόματι του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Μόλις άκουσε την απάντησή της εκείνος, αμέσως όρμησε εναντίον της για να τη σκοτώσει με το ίδιο του το ξίφος. Ξέφυγε όμως η Βαρβάρα και εισήλθε μέσα σε πέτρα που άνοιξε στα δύο. Την καταδίωξε όμως ο πατέρας της και την βρήκε, οπότε την άρπαξε από τα μαλλιά και την παρέδωσε στον ηγεμόνα της χώρας. Μπροστά σ’  αυτόν η αγία ομολόγησε τον Χριστό και καθύβρισε τα είδωλα, με αποτέλεσμα να κτυπηθεί σκληρά, να ξυστούν οι σάρκες της, να κατακαούν οι πλευρές της και να κτυπηθεί το κεφάλι της με σιδερένιες σφαίρες. Έπειτα την περιέφεραν στην πόλη γυμνή, την ξανακτύπησαν, μέχρις ότου δέχτηκε το διά ξίφους τέλος από τον πατέρα της που την σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια. Αυτός λέγεται ότι μετά τη σφαγή της, κατεβαίνοντας από το βουνό, κτυπήθηκε από κεραυνό και ξεψύχησε».

2. Σχόλια σέ ἐπιμέρους στοιχεῖα τῆς ζωῆς της.

(α) Ἡ θρησκεία τῶν εἰδώλων τοῦ πατέρα της Διοσκόρου.

- Εἶναι καλό νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο  γιά νά καταργήσει τίς θρησκεῖες, φανερώνοντας τήν ἀληθινή εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό γιατί  οἱ θρησκεῖες ἀποτελοῦν τό μεταπτωτικό γεγονός τῆς ἀναζήτησης τοῦ Θεοῦ - ὁ ἄνθρωπος ψάχνει τόν Θεό, τόν Ὁποῖο ὅμως δέν βρίσκει, λόγω τοῦ φράγματος τῆς ἁμαρτίας. Συνεπῶς οἱ θρησκεῖες ἐκφράζουν τήν ἀλλοιωμένη εἰκόνα περί Θεοῦ ἤ περί Θεῶν τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία κόσμου, συνιστοῦν εἴδωλα-κατασκευάσματα τοῦ μυαλοῦ τῶν ἀνθρώπων. Κατά τήν Ἁγία Γραφή συνιστοῦν τό «τίποτε ἤ τά κρυμμένα δαιμόνια». Καί κάνει ἐντύπωση ὅτι αὐτή εἶναι ἀκριβῶς καί ἡ θεώρηση τῆς ἁγίας Βαρβάρας, ὅταν ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἐπάρχου Μαρκιανοῦ γιά νά ἀπολογηθεῖ, ὅπως τά καταθέτει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Μεταφραστής: «Ἐγώ προσφέρω θυσία αἰνέσεως στόν Θεό μου, ὁ Ὁποῖος δημιούργησε τόν οὐρανό καί τή γῆ καί ὅλα ὅσα εἶναι σ’ αὐτά. Περί τῶν ψεύτικων δέ καί ἀνύπαρκτων θεῶν σου ἔχει λεχθεῖ ἀπό τόν Δαβίδ, ὕστερα ἀπό φωτισμό πού ἔλαβε ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, ὅτι τά εἴδωλα πού λατρεύουν οἱ ἐθνικοί εἶναι ἀπό ἀργυρό (ἀσήμι) καί χρυσάφι, καί κατασκευασμένα ἀπό χέρια ἀνθρώπων»(12) καί ὅτι ὅλοι οἱ θεοί τῶν εἰδωλολατρικῶν λαῶν εἶναι δαιμόνια, ἀνύπαρκτοι, πλάσματα τῆς φαντασίας καί ἐπινοήματα τοῦ διαβόλου»(13). Συμφωνῶ δέ καί ἐγώ μέ τήν ἄποψη καί ὁμολογῶ ρητά καί κατηγορηματικά ὅτι ἡ ἐλπίδα ἡ στηριζόμενη στούς ψεύτικους καί ἀνύπαρκτους αὐτούς θεούς εἶναι κενή καί μάταιη». Γι’ αὐτό καί κύριο γνώρισμα οἱ θρησκεῖες ἔχουν τόν φόβο - ὁ Θεός ὡς Πατέρας ὄχι μόνον δέν ὑφίσταται, ἀλλά τοῦτο θεωρεῖται καί βλασφημία!
- Ὅταν ἀλλοιώνεται ὅμως ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἀλλοιώνεται καί ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος καί ὅλες οἱ σχέσεις του. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ζήσει ἐν ἀγάπῃ, πετρώνει ἡ καρδιά του, ἐνῶ τό πονηρό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς του αὐτῆς ἐκφράζεται ὡς ἐναντίωση καί ἔχθρα ἀπέναντι στόν συνάνθρωπο καί σέ κάθε τι πού ἀνήκει στόν Θεό. Καί νά, ἡ στάση τοῦ εἰδωλάτρη Διοσκόρου ἀπέναντι στήν ἴδια τήν κόρη του: ὄχι μόνον δέν σέβεται τίς ἀπόψεις της, τήν ἐλευθερία της, ὄχι μόνο δέν ὑπάρχει τό φυσικό φίλτρο τοῦ γονιοῦ, ἀλλά καταλαμβάνεται ἀπό μίσος τέτοιο, πού τελικά εἶναι ἐκεῖνος πού τήν καταδιώκει, τήν καταγγέλλει, τέλος τήν ἀποκεφαλίζει. (Καί πρέπει νά προσέξουμε ἰδιαιτέρως κι ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, γιατί μερικές φορές κάνουμε τήν πίστη μας ἰδεολογία, πού θά πεῖ ὅτι χάνουμε τό οὐσιαστικότερο στοιχεῖο της, τήν ἀγάπη, ὁπότε ὁ φανατισμός γίνεται τό δαιμονικό πιά κυριαρχικό στοιχεῖο τῆς πίστης μας. Ὁ Χριστός καθόρισε ὡς τό μόνο γνώρισμα τῆς μαθητείας μας πρός Αὐτόν τήν ἀγάπη. «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστε, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις». Βγάλε τήν ἀγάπη δηλαδή ἀπό τή χριστιανική πίστη, σταματᾶ αὐτομάτως νά εἶναι καί χριστιανική. Καί δυστυχῶς σ’ ἕνα μεγάλο ποσοστό τοῦτο ἔχει γίνει καθεστώς. Φανατιζόμαστε ὡς χριστιανοί, πιστεύοντας ὅτι ἔτσι ἀπονέμουμε λατρεία στόν Θεό. Πῶς; Ἕτοιμοι νά κατασπαράξουμε τόν συνάνθρωπό μας, ἔστω καί τόν διαφορετικό ἀπό ἐμᾶς στήν πίστη καί τή ζωή του). Γι’ αὐτό καί πρέπει νά προσέχουμε πάντοτε τήν ὀρθότητα τῆς πίστης μας νά τήν ἔχουμε πάντοτε συνδυασμένη μέ τήν ὀρθότητα τῆς πράξης μας. Ὀρθοδοξία καί ὀρθοπραξία πού τονίζουν πάντοτε οἱ ἅγιοι Πατέρες μας. Ἡ ὀρθή πίστη πού μετουσιώνεται σέ ἔμπρακτη ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο καί πρός ὅλα τά πλάσματα τοῦ Θεοῦ.

(β) Ἡ πίστη τῆς ἁγίας Βαρβάρας ὡς ἀγάπη πρός τόν Χριστό ὑπέρ πᾶν ἄλλο.

Με την αγία Βαρβάρα -  μάλλον και με αυτήν -  πραγματοποιείται ο λόγος του Κυρίου: «ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα… ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος». Ο Κύριος δηλαδή ζητά την αγάπη του ανθρώπου υπεράνω όλων των επιγείων αγαπών, έστω κι αν πρόκειται για τους γονείς, για τα τέκνα, για τον ή την σύζυγο, για τον ίδιο τον εαυτό μας. Όχι διότι απορρίπτει την αγάπη προς αυτούς – τούτο θα ήταν οξύμωρο, αφού  ο Ίδιος έχει νομοθετήσει την αγάπη προς όλους, και μάλιστα προς τους γονείς – αλλά διότι η αγάπη προς Εκείνον, η αγάπη δηλαδή προς τον Θεό, αν δεν είναι υπεράνω όλων, σημαίνει ότι η όποια άλλη αγάπη θα λειτουργεί μέσα σε πλαίσια που έχουν το στοιχείο του εγωισμού, το στοιχείο τελικώς της νοσηρότητας. Έτσι η απόλυτη αγάπη προς τον Θεό στην πραγματικότητα καθαρίζει όλες τις άλλες αγάπες και τις κάνει να φανερωθούν στην πιο καθαρή μορφή τους. Από την άποψη αυτή η άρνηση της Βαρβάρας να υπακούσει στον πατέρα της, ναι μεν φανέρωνε την θερμή σαν φλόγα προς τον Χριστό αγάπη της,  από την άλλη όμως αποτελούσε έκφραση αγάπης και προς τον φυσικό γεννήτορά της, γιατί του έδινε πρόκληση μετανοίας και αλλαγής: να φύγει από την αθεΐα του, άσχετα προς το γεγονός ότι εκείνος τελικώς απέρριψε την πρόκληση αυτή. «Τετρωμένη τοῦ πόθου σου, ὡς νυμφίου, Δέσποτα, τῷ γλυκυτάτῳ βέλει, ἡ ἀθληφόρος Βαρβάρα, ἅπασαν πατρικήν ἀθεΐαν ἐβδελύξατο». (Πληγωμένη από το γλυκύτατο βέλος του πόθου σου ως νυμφίου, Δέσποτα, η αθληφόρος Βαρβάρα, βδελύχθηκε όλην την αθεΐα του πατέρα της).
Η αντιθετική σχέση της αγίας Βαρβάρας με τον πατέρα της δίνει την ευκαιρία στον εκκλησιαστικό ποιητή αφενός να θυμηθεί ότι εκπληρώνεται έτσι η προφητεία του Κυρίου ότι «ἐχθροί τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκειακοί αὐτοῦ» και ότι «λόγω Εκείνου θα στραφεί ο πατέρας εναντίον του παιδιού και το παιδί εναντίον του πατέρα» - «Δέδεικται σαφώς, Χριστέ, ἡ πρόρρησίς σου, πεπληρωμένη∙ πατήρ τέκνον γάρ εἰς φόνον προδίδωσιν» (Φάνηκε με σαφήνεια, Χριστέ, εκπληρωμένη η προφητεία σου: ο πατέρας δηλαδή προδίδει σε φόνο το τέκνο του) -  αφετέρου ότι ισχύει πάντοτε η παροιμία που λέει: «από ρόδο βγαίνει αγκάθι και από αγκάθι βγαίνει ρόδο», δηλαδή ότι υπάρχουν συχνά περιπτώσεις που το οικογενειακό περιβάλλον δεν καθορίζει τη διαμόρφωση  των παιδιών και την πορεία της ζωής του. «Ἀκανθώδους ρίζης ἐκφυέν, ρόδον ἱερώτατον, τήν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ εὐωδίασεν» (Η Βαρβάρα ευωδίασε την Εκκλησία του Χριστού, σαν ιερότατο ρόδο που βγήκε από αγκάθινη ρίζα).

(γ) Ἡ ἀγάπη πρός τόν Χριστό δίνει παντοδυναμία στόν ἄνθρωπο.

Ο υμνογράφος της αγίας μένει έκθαμβος μπροστά στην ψυχική δύναμη που της έδινε η αγάπη της προς τον Χριστό. Καί δέν παραξενευόμαστε καθόλου. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἔχει τονίσει ὅτι ὅποιος τόν πιστέψει ἀληθινά καί ἐφαρμόζει τό ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐκεῖνος θά δεῖ νά λειτουργεῖ ὡς παντοδύναμος Θεός σ’ αὐτόν τόν κόσμο. «Ἐάν μείνητε ἐν ἐμοί καί τά ρήματά μου ἐν ὑμῖν μείνει, ὅ ἐάν θέλητε αἰτήσασθε, καί γενήσεσθε ὑμῖν». Κι ἀκόμη· ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν εἶναι ἐκεῖνος πού ἀπό τήν ἐμπειρία του μαρτυρεῖ ὅτι «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ»; Γίνεται πανίσχυρος ὁ ἄνθρωπος πού θά πιστέψει καί θά μένει ἑνωμένος μέ τόν Χριστό. Ὁ ὑμνογράφος μάλιστα τῆς ἁγίας θά τονίσει ότι όπου υπάρχει ο πόθος για Εκείνον τίποτε δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο, ακόμη και η θεωρούμενη αδυναμία της γυναικείας φύσεως, η νεότητα με τα θέλγητρα που της παρουσιάζονται, η ομορφιά του σώματος, ο πλούτος, οι ηδονές. «Οὐ τρυφῆς ἡ τερπνότης, οὐκ ἄνθος κάλλους πλοῦτός τε, οὐχ ἡδοναί νεότητος, ἔθελξάν σε, Βαρβάρα ἔνδοξε, τῷ Χριστῷ νυμφευθεῖσα καλλιπάρθενε» (Ούτε η ευχαρίστηση της τρυφής ούτε το άνθος του κάλλους και ο πλούτος, ούτε οι ηδονές της νεότητας σε γοήτευσαν, ένδοξη Βαρβάρα, γιατί νυμφεύθηκες τον Χριστό, καλλιπάρθενε). «Πρός τελείους ἀγῶνας, οὐδέν ἐδείχθη κώλυμα, τό ἀσθενές τοῦ θήλεος οὐ τό νέον τῆς ἡλικίας» (Για τους αγώνες της τελειότητας, κανένα εμπόδιο δεν φάνηκε η ασθένεια της γυναικείας φύσεως και η νεότητα της ηλικίας). Η αγία Βαρβάρα ἔτσι αποτελεί την απάντηση σε όλους εκείνους που είναι έτοιμοι να δικαιολογήσουν κάθε παρεκτροπή της νεότητας, επικαλούμενοι ακριβώς αυτήν ως επιχείρημά τους. Τα πάντα ήταν μπροστά στα πόδια της αγίας: και οι ηδονές και τα πλούτη και η δόξα. Μπροστά όμως στον Χριστό, όλα θεωρήθηκαν από αυτήν ως «σκύβαλα», όπως λέει αντιστοίχως και ο απόστολος Παύλος: «Ἡγοῦμαι πάντα σκύβαλα εἶναι, ἵνα Χριστόν κερδήσω». Όλα τα θεωρώ σαν σκουπίδια, προκειμένου να κερδίσω τον Χριστό.
Αλλά ἡ δύναμη αὐτή τῆς ἀγάπης πρός τόν Χριστό δέν φαίνεται μόνο στή νεότητα· φαίνεται καί στή γεροντική ἡλικία. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἔχουμε πάμπολλες περιπτώσεις γερόντων πιά χριστιανῶν, σάν τόν ἅγιο Πολύκαρπο ἐπίσκοπο Σμύρνης γιά παράδειγμα, σάν τόν ἅγιο Χαράλαμπο, πού ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη τους τούς ἔκανε νά ξεπερνοῦν κάθε φυσική ἀδυναμία. «Ὁ πόθος ἐνίκα τήν φύσιν», πού σημειώνουν σέ πολλά τροπάρια οἱ ἐκκλησιαστικοί μας ποιητές. Καί μοῦ ἔκανε ἐντύπωση τό ἑξῆς πού ἄκουσα πρό καιροῦ στό μοναστήρι τοῦ Τιμίου Προδρόμου στό Ἔσσεξ Ἀγγλίας πού βρέθηκα. Ὁ Γέροντας π. Ζαχαρίας Ζαχάρου, ὁ διάδοχος τοῦ ἁγίου Γέροντα Σωφρονίου, μᾶς ἔλεγε ὅτι ἀποτελοῦσε μεγάλη ἔκπληξη γιά ὅλους τούς καλογέρους ἐκεῖ, ἀλλά καί γιά τούς προσκυνητές, ὅτι ὁ Γέρων Σωφρόνιος, παρόλη τήν πολύ μεγάλη ἡλικία του, πάνω καί ἀπό τά 93 του πιά, μποροῦσε, ὑποβασταζόμενος βέβαια, νά μιλάει, νά ἀναπτύσσει διάφορα θέματα, (πράγματα πού ἀποτυπώθηκαν καί σέ τρεῖς τόμους πού κυκλοφορήθηκαν ἀπό τό μοναστήρι), νά ζεῖ, ἐνῶ κάτω ἀπό φυσιολογικές συνθῆκες, λόγω τῶν πολλῶν ἀσθενειῶν καί ἀδυναμιῶν του θά ἔπρεπε νά εἶχε φύγει ἀπό τή ζωή πρό χρόνων ἀρκετῶν. Καί ἐπί λέξει ἐξηγοῦσε: «Νομίζω ὅτι ἦταν τέτοια ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη τοῦ Γέροντα πρός τόν Χριστό, ἦταν τέτοιο τό πνευματικό σθένος πού εἶχε, πού τοῦ ἔδινε τή δύναμη νά κρατάει ζωντανή μία σάρκα πού ἦταν παντελῶς ἐξασθενημένη».

(δ) Ἡ γύμνωση τῆς ἁγίας – τό τελευταῖο μαρτύριο.

Ο άγιος Στέφανος ο Σαββαΐτης, ο υμνογράφος της αγίας, δεν μπορεί να αφήσει ασχολίαστο το γεγονός της γυμνής περιφοράς της στην πόλη, που συνιστούσε ένα από τα σκληρότερα μαρτύρια της σεμνής Βαρβάρας. Ως άνθρωπος όμως πίστεως το βλέπει με πνευματικούς οφθαλμούς, βλέπει δηλαδή εκείνα που βρίσκονται και πίσω από το γεγονός. «Ἄγγελος φαιδρός, στολήν φωτοειδῆ σε, διά Χριστόν γεγυμνωμένην, σεμνή Βαρβάρα, ἠμφίασε, και ὡς νύμφην περιήγαγε∙ τά πάθη τῆ ἐσθῆτι γάρ, Μάρτυς, συνεξεδύσω, θείαν ἐκστᾶσα ἀλλοίωσιν» (Λαμπρός άγγελος, σεμνή Βαρβάρα, σε έντυσε με φωτεινή στολή και σε περιέφερε σαν νύμφη,  εσένα που έγινες γυμνή για χάρη του Χριστού. Διότι μαζί με το φόρεμά σου απεκδύθηκες και τα πάθη σου, σεμνή Βαρβάρα, φτάνοντας σε έκσταση θείας αλλοίωσης).  Έτσι κατά τον ύμνο της Εκκλησίας μας η αγία Βαρβάρα ποτέ δεν υπήρξε γυμνή. Την ώρα που οι διώκτες της σωματικά την γύμνωναν, άγγελος την έντυνε σαν νύμφη, κρατώντας «τυφλά» τα μάτια τῶν θεατῶν,  και την οδηγούσε στον ουρανό, ενώ η γύμνωσή της αυτή συνιστούσε και την μεγαλύτερη αγιότητά της, αφού έτσι ξέφευγε από οποιοδήποτε αμαρτωλό πάθος της.
Η σύγκριση είναι προφανής: η ακούσια γύμνωση της αγίας οδηγούσε στην θεϊκή ένδυσή της,  την πλήρωσή της από τη χάρη του Θεού. Η εκούσια γύμνωση πολλών γυναικών στην εποχή μας οδηγεί προφανώς στο αντίθετο αποτέλεσμα: στη δαιμονική ένδυσή τους, την αιχμαλωσία τους στα δίχτυα του πονηρού, που σημαίνει βεβαίως την απέκδυσή τους από οποιαδήποτε χάρη του Θεού.
Καί θά πρέπει ἴσως, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς παρατήρησης αὐτῆς τοῦ ὑμνογράφου, νά θυμόμαστε ὅτι ἡ πραγματικότητα δέν εἶναι μόνον αὐτή πού ἐπισημαίνουν οἱ σωματικές μας αἰσθήσεις - ὅ,τι βλέπουν τά σωματικά μας μάτια, ὅ,τι ἀκοῦνε τά σωματικά μας αὐτιά, ὅ,τι γευόμαστε καί οσφραινόμαστε. Ὑπάρχουν καί οἱ πνευματικές αἰσθήσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι ἐκεῖνες πού μᾶς ἀποκαλύπτουν τό βάθος τῆς πραγματικότητας, τῆς καθαυτήν πραγματικότητας, ὅπως τό λέει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «οὐ σκοποῦμεν τά βλεπόμενα, ἀλλά τά μή βλεπόμενα· τά γάρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τά δέ μή βλεπόμενα αἰώνια». Πῶς μποροῦμε νά ξεχνᾶμε ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος γιά παράδειγμα μᾶς λέει ὅτι «μακάριοι οἱ καθαροί τῆ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται»; Πῶς μπορεῖ νά μᾶς διαφεύγει αὐτό πού πάντοτε λέει καί ψέλνει ἡ Ἐκκλησία μας «γεύσασθε καί ἴδετε ὅτι Χριστός ὁ Κύριος»; Ἀπλῶς χρειάζεται νά στρέφουμε λίγο τή θέλησή μας πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ νά ἀγκυροβολοῦμε τήν καρδιά μας, ὥστε νά ἔχουμε αὐτήν τήν πνευματική ἐμπειρία: τήν ἄνθηση μέσα μας τῆς νοερῆς αἴσθησης πού θά μᾶς κάνει νά πατᾶμε καί μέ τά δύο πόδια, τό σωματικό καί τό πνευματικό, στή γῆ.
Καί πέραν τούτου: ἡ παρατήρηση τοῦ ἁγίου ὑμνογράφου περί τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ὡς ἐνδύματος τῆς ἁγίας Βαρβάρας κατά τό μαρτύριο τῆς γύμνωσής της, μᾶς δίνει τήν ἀφορμή νά θυμηθοῦμε ὅτι τελικῶς ὄχι μόνον ἡ ἁγία Βαρβάρα κι οὔτε μόνον στό μαρτύριό της, ἀλλά σέ ὅλη της τή ζωή, ὅπως καί στή δική μας ζωή, ὑπάρχει τό ἔνδυμα, τό ἀληθινό καί πραγματικό, μέ τό ὁποῖο ὅλοι οἱ βαπτισμένοι εἴμαστε ἐνδεδυμένοι. Καί μιλᾶμε γιά τόν ἴδιο τόν Κύριό μας, ὁ Ὁποῖος Αὐτός ἀπό τήν ὥρα πού βαπτιστήκαμε μᾶς ἐνέδυσε μέ τόν Ἑαυτό Του καί περιμένει τή λαμπρότητα αὐτή τοῦ ἐνδύματός μας νά τήν κρατᾶμε καθαρή καί ἀνέγγιχτη. Διότι «ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε». Κι ἄν τελικῶς ἔχει κάποια σημασία ἡ ἀναφορά στόν βίο τῆς ἁγίας Βαρβάρας, ἄν ἔχει κάποια σημασία ἡ ἀναφορά στούς ἁγίους μας εἶναι γιά νά περπατᾶμε μ’ ἕναν τέτοιο τρόπο στόν κόσμο πού ἐπέτρεψε ὁ Χριστός μας νά βρεθοῦμε, ὥστε νά εἴμαστε μία ἄλλη μορφή καί παρουσία Ἐκείνου. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ζωή τῶν ἁγίων μας, ζωή τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, νά εἶναι καί ζωή δική μας.

(ε) Ἡ τιμωρία τοῦ πατέρα τῆς ἁγίας, Διοσκόρου.

Ἴσως δέν θά πρέπει νά ἀφήσουμε ἀσχολίαστο τό γεγονός τῆς ἄμεσης καί παραδειγματικῆς τιμωρίας τοῦ σκληρόκαρδου πατέρα τῆς ἁγίας. Εὐθύς ὡς ἀποτελειώνει τή θυγατέρα του, τελειώνει καί ὁ ἴδιος, μέ κεραυνό πού ἐπιτρέπει ὁ Κύριος νά ἐπιπέσει πάνω του. Πρόκειται γιά ἐπέμβαση τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία παρακολουθεῖ τά πάντα καί ἐπεμβαίνει διακριτικά, χωρίς κατάργηση τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας, στά πάντα. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ξεκάθαρα τό τόνισε: «Εἰ τόν χόρτον τοῦ ἀγροῦ σήμερον ὄντα καί αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον ὁ Θεός οὕτως ἀμφιέννυσι, πόσῳ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;» Κι ἀλλοῦ: «καί αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς ὑμῶν πᾶσαι, ἠριθμημέναι εἰσί». Ὁ ἀπόστολος Παῦλος θά τό πεῖ μέ τόν δικό του τρόπο: «Τά πάντα ἐξ αὐτοῦ καί δι’ αὐτοῦ καί εἰς αὐτόν ἔκτισται»· «τά πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε». Ὅλα πηγάζουν ἀπό τόν Θεό, στέκονται ἀπό Ἐκεῖνον, ἀναφέρονται ὡς τελική ἀναφορά σ’ Ἐκεῖνον. Λοιπόν, ὁ Θεός ἐπέτρεψε μέσα στήν ἄπειρη σοφία Του καί τίς ἀπροσδιόριστες βουλές Του ὁ πατέρας τῆς ἁγίας νά ὑποστεῖ ἀμέσως τά ἐπίχειρα τῶν δαιμονικῶν ἐνεργειῶν του. Δέν συμβαίνει ἀσφαλῶς τό ἴδιο σέ ὅλους. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού κινοῦνται παρομοίως ὡς ὄργανα τοῦ Πονηροῦ, καί ὅμως ὁ Θεός τούς ἀφήνει. Γιατί; Διότι προφανῶς βλέπει ὡς παντογνώστης ὅτι ἔχουν περιθώρια μετανοίας. Καί σ’ αὐτό στοχεύει. Γιατί εἶναι ὁ Πατέρας πού ἀγαπᾶ τούς πάντες καί θέλει ὅλοι νά βρεθοῦν σωσμένοι μέσα στήν ἀγκαλιά Του. «Ὁ Θεός πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν». Ὁπότε μέ τόν Διόσκορο φαίνεται ὅτι δέν ὑπῆρχε σ’ αὐτόν περιθώριο μετανοίας. Ἡ περαιτέρω ζωή του θά ἦταν μία αὔξηση τῶν κακιῶν του, μία ἐπιβεβαίωση τῆς ὑποταγῆς του στούς δαίμονες, γι’ αὐτό καί ἐπιτρέπει ὁ Θεός μέ τόν σκληρό τρόπο τοῦ κεραυνοπληκτισμοῦ νά μπεῖ ἕνα τέρμα στήν κακή πορεία του. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ ἐνέργεια αὐτή τοῦ Θεοῦ, ἡ παραχώρηση αὐτή θανάτου τοῦ Διόσκορου, συνιστᾶ καί πάλι μία ἔκφραση τῆς ἀγάπης Του: Νά μή συνεχίζει αὐτός νά ἁμαρτάνει. Δέν μᾶς θυμίζει ἡ ἐπισήμανση αὐτή τή θέση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὅτι ὁ Θεός ἐπέτρεψε τόν θάνατο στούς πρωτοπλάστους – διότι δέν δημιουργήθηκαν γιά νά πεθάνουν – προκειμένου νά μή γίνει ἀθάνατο τό κακό; «Ἵνα μή τό κακόν ἀθάνατον γένηται». Ὁπότε, ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, σέ ὅλα: καί στό μαρτύριο τῆς ἁγίας, ἀλλά καί στό ἄσχημο τέλος τοῦ πατέρα της, ἐπισημαίνουμε καί διαγιγνώσκουμε τήν ἀνεξιχνίαστη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Κι ἴσως τό τέλος τοῦ Διοσκόρου νά ἦταν μία ἀπάντηση τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου στήν ἀγαπημένη του ἁγία Βαρβάρα: νά μή συνεχιστεῖ ἡ κακότητα τοῦ πατέρα της, τόν ὁποῖο ἐκείνη συνέχιζε νά ἀγαπᾶ. Καί γι’ αὐτό εἴμαστε βέβαιοι ὄχι μόνο γιά τή μεγαλωσύνη τῆς ἀγίας, ἀλλά γιά τό ὑπερμέγιστο τῆς ἁγιότητάς της: μαρτυρεῖ ἀπό ἀγάπη γιά τόν Κύριο, προσεύχεται γιά τούς διῶκτες της, περισσότερο πονάει ὅμως καί προσεύχεται γιά τόν πατέρα της. Ὅταν ὁ ἴδιος ὁ πατέρας σου σέ πεθαίνει, τότε τό μαρτύριο διπλασιάζεται. Ὑποκλινόμαστε στή νεαρή κόρη Βαρβάρα. Τό μεγαλεῖο της πράγματι μᾶς ξεπερνᾶ. Τό μόνο πού μποροῦμε νά κάνουμε εἶναι νά τήν δοξολογοῦμε καί νά τήν παρακαλοῦμε νά εὔχεται καί γιά ἐμᾶς τούς ταπεινούς καί ἀναξίους.