Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2019

ΟΛΙΓΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΝΟΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


Η διαστρέβλωση του νοήματος των Χριστουγέννων (π.χ. από την εμπορευματοποίηση της εορτής) από τους ίδιους τους χριστιανούς συνήθως, αποτελεί ένα τραγικό αδιάκοπα επιβεβαιούμενο γεγονός πολλών χρόνων, και μάλιστα από ό,τι φαίνεται θα επιβεβαιώνεται και στα μετέπειτα χρόνια. Κι αυτό γιατί δύσκολα αλλάζουμε οι άνθρωποι, έστω και μετά Χριστόν, κάτι που πολύ καθαρά εξέφρασε ο Κύριος, ιδίως με την προτροπή Του «μή φοβοῦ τό μικρόν ποίμνιον». Οι χριστιανοί, οι αληθινοί και άγιοι, σε κάθε εποχή είναι μάλλον πολύ λίγοι. Υπάρχουν, αλλά δεν τους βρίσκεις στο «σωρό».

Ξεκινώντας με την προϋπόθεση ότι εμείς θέλουμε να ανήκουμε στους λίγους αλλά γνήσιους μαθητές του Κυρίου και τους πιστούς της Εκκλησίας, θα προσπαθήσουμε να δούμε κάποιες όψεις του μυστηρίου της εορτής, της «Μητροπόλεως τῶν ἑορτῶν» κατά τον άγιο Χρυσόστομο, ακολουθώντας τα βασικά πατήματα της ανθρώπινης λογικής, όχι βεβαίως για τη διερεύνηση του μυστηρίου – «οὐ φέρει τό μυστήριον ἔρευναν – κατά πώς τονίζει πάντοτε η υμνολογία της εορτής – διότι «πίστει μόνῃ τοῦτο δοξάζομεν». Κι αυτά τα πατήματα, όπως μας τα μάθαιναν οι δάσκαλοι και οι καθηγητές μας, είναι τα ερωτήματα που θέτουμε όταν επιδιώκουμε να διαλευκάνουμε κάποιο θέμα, ερωτήματα από τα οποία δεν μπορεί να ξεφύγει «οὔτε καί ἡ μᾶλλον πρωτότυπος διάνοια», όπως έγραψε κάποιος σοφός των νεώτερων χρόνων. Ποια είναι αυτά; Τα: ποιος, τι, γιατί, πού, πώς, πότε. Λοιπόν, θα κλιμακώσουμε τη σκέψη μας πάνω στην πίστη του μυστηρίου της εορτής με βάση αυτά, συνεπώς στο τέλος θα νιώσουμε ότι όντως έχουμε προσεγγίσει κάπως σφαιρικά το όλον της εορτής. Το μόνο που θα απομένει είναι η προσωπική ευθύνη του καθενός: εμείς τι κάνουμε πια για να βιώσουμε τις διαστάσεις της εορτής.

1. Το πρώτο ερώτημα: Ποιος εορτάζει τα Χριστούγεννα; Όχι οι εταιρείες παιδικών παιχνιδιών ασφαλώς, όχι η «δέσποινα κοιλία», όχι τα ταξιδιωτικά πρακτορεία, όχι…όχι…όχι…, αλλά ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Οποίος είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Και θέλει προσοχή: γιατί λέγοντας ότι σαρκώθηκε ο Θεός, ορισμένοι ανάγουν τη σάρκωση στην Αγία Τριάδα. Όχι λοιπόν η Αγία Τριάδα, αλλά ο ένας της Τριάδος έγινε άνθρωπος. Δεν συμμετέχουν επομένως τα άλλα πρόσωπα στο γεγονός των Χριστουγέννων; Ασφαλώς και μετέχουν, διότι ό,τι γίνεται ως ενέργεια του Θεού είναι κοινή ενέργεια και των τριών υποστάσεων. Μία η φύση του Θεού, τρεις οι υποστάσεις Του, μία και κοινή η ενέργειά Του. «Ὁ Πατήρ δι’ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ποιεῖ τά πάντα». «Ὁ Πατήρ ηὐδόκησεν, ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἡ Παρθένος ἔτεκεν (ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι) Θεόν ἐνανθρωπήσαντα». Ο Υιός και Λόγος του Θεού όμως ενανθρώπησε.

2. Το δεύτερο ερώτημα: Τι συγκεκριμένα εορτάζουμε; Τη γέννηση του Υιού και Λόγου του Θεού ως ανθρώπου «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου». «Καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (άγ. Ιωάννης Θεολόγος). Μερικές παρατηρήσεις απαραίτητες:
- γίνεται άνθρωπος ο Υιός του Θεού, δηλαδή προσλαμβάνει κάτι που δεν είχε, χωρίς όμως να παύει να είναι αυτό που ήταν. Ο Υιός και Λόγος του Θεού γίνεται και άνθρωπος. Γι’ αυτό είναι ο «Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός». Ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, αλλά όχι με την ένοια ενός μυθολογικού «τέρατος», ένα είδος κένταυρου π.χ., αλλά «τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος χωρίς ἁμαρτίας». (Γιατί η αμαρτία δεν ανήκε στην καθαυτό ανθρώπινη φύση, αποτελεί επιγέννημα λόγω της κακής χρήσης της ελευθερίας του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αμάρτησε, τη συμβουλίᾳ του όφεως ασφαλώς, και έτσι εισήλθε και ο θάνατος στο ανθρώπινο γένος).
- Λέγοντας ότι προσέλαβε ο Υιός του Θεού ανθρώπινη φύση εννοούμε ότι προσέλαβε σώμα και ψυχή – τα βασικά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης. Οπότε ο Χριστός έχει διπλή φύση, θεία και ανθρώπινη. Όπως το ψάλλει η Εκκλησία μας: «διπλοῦς τήν φύσιν, ἀλλ’ οὐ τήν ὑπόστασιν». Τι σημαίνει αυτό; Το ανθρώπινο του Χριστού εντάσσεται μαζί με τη θεότητά Του στην μία Του προσωπικότητα-υπόσταση, που είναι θεϊκή. Μία η προσωπικότητα του Χριστού, η θεϊκή, διπλή η φύση Του. (Κι αυτό χωρίς να επέλθει καμία σύγχυση ή να κρατηθεί κάποια απόσταση μεταξύ των φύσεων αυτών, όπως το επισημαίνει ο όρος της Δ΄ εν Χαλκηδόνι (451) Οικουμενικής Συνόδου: «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως»). Αποτέλεσμα: Λόγω της μίας Του προσωπικότητας εκχωρεί τις δωρεές της θεότητάς Του και στην ανθρωπότητά Του, γι’ αυτό και ο Χριστός και ως άνθρωπος είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος. Με άλλα λόγια, αν θελήσουμε να «απομονώσουμε» τον άνθρωπο Ιησού από τον Υιό και Λόγο του Θεού, δεν θα μπορέσουμε να βρούμε τίποτε. Γιατί δεν υπήρξε ποτέ άνθρωπος Ιησούς μόνος Του. Αυτό ήταν το σφάλμα και η αίρεση του Νεστόριου, ο οποίος προσεγγίζοντας λογικά τον Χριστό, έλεγε ότι υπήρξε πρώτα άνθρωπος Ιησούς και ύστερα ήλθε πάνω του ο Θεός Λόγος. Γι’ αυτό και την Παναγία την χαρακτήριζε όχι Θεοτόκο, αλλά Χριστοτόκο και ανθρωποτόκο. Συμπέρασμα; Η διάσπαση αυτή του Χριστού οδηγούσε στην κατάργηση της σωτηρίας. Αν ο Χριστός δεν είναι Θεός απαρχής και καθ’ ολοκληρίαν πάντοτε, τότε δεν έσωσε τον άνθρωπο, κι αν τυχόν κάποιος σώθηκε, αυτός είναι μόνο ο άνθρωπος Ιησούς (η κεντρική επιχειρηματολογία της Γ΄ εν Εφέσῳ (431) Οικουμενικής Συνόδου).
- Το γεγονός ότι έγινε άνθρωπος ο Θεός πρέπει να το τονίζει κανείς, γιατί το τονίζει η Αγία Γραφή και όλη η Παράδοση και η ζωή της Εκκλησίας. Γιατί; Διότι ο Λόγος του Θεού δεν ήλθε ως παρένθεση στη ζωή του ανθρώπου και του κόσμου, αλλά ήλθε για να μείνει. Κράτησε διαπαντός την ανθρώπινη φύση, την καθάρισε, τη θέωσε, την ύψωσε με την Ανάληψή Του, οπότε η Αγία Τριάδα «φέρει» και το ανθρώπινο πια του Χριστού, (συνεπώς και όλους τους πιστούς που αποδέχτηκαν και πίστεψαν στον Χριστό, δηλαδή βαπτίστηκαν εντασσόμενοι μέσα στην ανθρώπινη φύση Του και γινόμενοι μέλη Του). Η Εκκλησία μας διά στόματος ιδίως του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου επέμεινε πάρα πολύ στην πραγματικότητα της ενσάρκωσης, τόσο πολύ μάλιστα, ώστε θεώρησε την αλήθεια αυτή ως το βασικό κριτήριο αν κανείς ανήκει πια στον Θεό ή όχι. «Πᾶν πνεῦμα ὅ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι», σημειώνει στην Α΄ Καθολική του επιστολή, όπως και το αντίστροφο: «Πᾶν πνεῦμα ὅ μή ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα ἐκ τοῦ Θεοῦ οὔκ ἐστι».
Δεν ήταν κάτι εύκολο τούτο: απαρχής υπήρξαν άνθρωποι που ήθελαν μεν να είναι χριστιανοί, αλλά κάτω από τις δικές τους προϋποθέσεις – ό,τι η Εκκλησία μας όριζε και ορίζει ως αίρεση. Αδυνατούσαν να αποδεχτούν ότι ο Θεός έγινε πραγματικά άνθρωπος, δηλαδή πήρε ύλη του κόσμου τούτου. Γιατί; Διότι θεωρούσαν την ύλη και το σώμα ως κάτι κακό (πού να μπορεί να πάει το σκοτισμένο μυαλό τους στη σωτηρία ακόμη και της ύλης;). Επηρεασμένοι από ανατολικές θρησκείες έλεγαν ότι «φάνηκε» ως άνθρωπος, για να απορρίψει έπειτα το «κακό» σώμα και την «κακή» ύλη. Ονομάστηκαν «δοκῆτες», η δε αίρεσή τους «δοκητισμός», από το «δοκῶ», που σημαίνει νομίζω, φαίνομαι.
 
3. Το τρίτο ερώτημα: γιατί έγινε άνθρωπος; Το ερώτημα τίθεται με διπλή σημασία: της αιτίας της καθόδου του Θεού στον κόσμο, αλλά και του σκοπού. Κι αιτία είναι η άπειρη αγάπη του Θεού: «οὕτω γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν υἱόν Του τόν μονογενῆ ἔδωκεν…». Αλλά και ο σκοπός: τον άνθρωπο να τον αποκαταστήσει στην απαρχής δημιουργία του. Μη ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ». Με την αμαρτία σκοτείνιασε η εικόνα του Θεού, χάθηκε το καθ’ ομοίωσιν. Με τον Χριστό λοιπόν καθαρίζεται και πάλι η εικόνα του Θεού, ανοίγεται εκ νέου η προοπτική του. Αυτό όμως μόνον πια εν Χριστώ (με προαναγγελία ήδη από την Π. Διαθήκη). Κι αυτή η προοπτική λέγεται αλλιώς θέωση του ανθρώπου. Ο Μ. Αθανάσιος σημειώνει: «ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν». Και η εκκλησιαστική υμνογραφία θα ψάλει: «Ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα Θεόν τόν ἄνθρωπον ἀπεργάσηται». Τα Χριστούγεννα μηνύουν επομένως το μεγαλείο του ανθρώπου. Κ α ι  την αγάπη του Δημιουργού ασφαλώς, αλλά κ α ι  το ύψος για το οποίο ήταν πλασμένος ο άνθρωπος. Κι όλα αυτά αποκαλύπτουν το μέγεθος του μυστηρίου – κινούμαστε σε υπέρ φύσιν επίπεδα: ο Θεός γίνεται άνθρωπος, από μία Παρθένο κόρη, περικλεισμένος μάλιστα «σ’ ένα κομμάτι κρέας» (άγιος Νικόδημος Αγιορείτης)· ο άνθρωπος γίνεται Θεός. Είναι αυτό που ο απόστολος Παύλος διακηρύσσει: «Ὁμολογουμένως μέγα ἐστίν τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον: Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί». Γι’ αυτό και είπαμε προηγουμένως ότι δεν είναι η ανθρώπινη λογική που μπορεί να διερευνήσει τα πράγματα, αλλά μόνη η πίστη. Τον Χριστό που έρχεται στον κόσμο ή Τον αποδέχεται κανείς εν πίστει ή Τον απορρίπτει. Μέση λύση δεν υπάρχει («ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι»).
 
4. Το τέταρτο ερώτημα: το πού γεννάται. Όχι ως παντοδύναμος Θεός σε κάποιο παλάτι, αλλά «ἐν Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας». Δηλαδή στο πιο άσημο και απομακρυσμένο χωριό της Ιουδαίας, και μάλιστα από μία παρθένο κόρη, απλή και άσημη επίσης, αλλά με την απόλυτα για τα ανθρώπινα δεδομένα καθαρή καρδιά. Κι αυτό βεβαίως δείχνει ότι αφενός ο Θεός μας εκτός από αγάπη είναι και η άκρα ταπείνωση (με αποκορύφωση τον Σταυρό Του), αφετέρου ότι τα πιο σπουδαία και σημαντικά πράγματα στον κόσμο διενεργούνται στο χώρο της σιωπής και της αφάνειας, εκεί που αδυνατεί να διεισδύσει η περιέργεια του ανθρώπου, όπως και η όποια θεωρούμενη δική του δύναμη. Κι είναι μια τακτική του Θεού που την βλέπουμε ήδη από την Π. Διαθήκη. (Ας θυμηθούμε το περιστατικό της παρουσίας του Θεού στον προφήτη Ηλία μέσα από την απαλή αύρα, το περιστατικό της κλήσης του Δαυίδ ως χρισμένου βασιλέα, τις συνθήκες κλήσης του Γεδεών ως κριτή του Ιουδαϊκού λαού, που ήταν ο μικρότερος και πιο άσημος της γενιάς του κ.ά.).
 
5. Το πέμπτο ερώτημα, το πώς, έχει διπλή αναφορά: (α) αναφορά στον ίδιο τον Θεό, γιατί έρχεται «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου», επομένως τονίζει την τριαδικότητα της σάρκωσης του Λόγου του Θεού, αλλά και το μεγαλείο της Παναγίας ως εκπροσώπου της ανθρωπότητας. Και το τελευταίο δείχνει ότι ο Θεός δεν έρχεται στον κόσμο ερήμην του ανθρώπου. Στο πρόσωπο της Παναγίας ερωτάται ο άνθρωπος για τη σωτηρία του. Και η απάντηση είναι θετική. «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου». Και (β) αναφορά στον ίδιο τον άνθρωπο, που σχετίζεται με την τοποθέτηση της Παναγίας. Όπως Εκείνη είπε «ναι» στην κίνηση αγάπης του Θεού, το ίδιο «ναι» απαιτείται να πει ο καθένας από εμάς. Χωρίς τη δική μας συγκατάβαση, η σάρκωση του Θεού παραμένει ανενέργητη. Και το δικό μας «ναι» σημαίνει πίστη στον Χριστό ως ένταξη στην Εκκλησία και ως αγώνα για τήρηση των αγίων εντολών του Χριστού. Όπου υπάρχει πιστός χριστιανός μέλος της Εκκλησίας που μετέχει στα μυστήρια και δη στη Θεία Ευχαριστία, κι όπου ταυτοχρόνως αγωνίζεται να τηρεί το θέλημα του Θεού, (η διπλή θεωρούμενη θεία κοινωνία: «ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει κἀγώ ἐν αὐτῷ»· καί «ὁ τηρῶν τάς ἐντολάς αὐτοῦ ἐν Αὐτῷ μένει καί Αὐτός ἐν αὐτῷ»), αυτός ζει τη σάρκωση ως προσωπικό γεγονός, δηλαδή γίνεται κι ο ίδιος μία μικρή Παναγία.
 
6. Το έκτο ερώτημα: το πότε. Ο προσδιορισμός του πότε «ἐφάνη ὁ Χριστός ὡς ἄνθρωπος ἐπί τῆς γῆς καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» είναι εύκολος, γιατί έχουμε αρκετά δεδομένα, όχι μόνο από τη γραφίδα των χριστιανών, (ὁ ευαγγελιστής Λουκάς μάλιστα ως επιστήμων ιατρός  προσδιορίζει όλες τις χωροχρονικές συντεταγμένες), αλλά και των εκτός της πίστεως. Ιδίως στις ημέρες μας, όπου η έρευνα με την τεχνολογική πρόοδο έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη, η χρονική αποτίμηση είναι παραπάνω από επαρκής, (για να μη μνημονεύσουμε και τις ενορατικές και διορατικές επιβεβαιώσεις των γεγονότων από πολλούς αγίους μας, όπως από τον άγιο Πορφύριο τον καυσοκαλυβίτη που είχε τη χαρισματική δυνατότητα μεταφοράς του τοπικά και χρονικά). Όμως το πότε δεν έχει σημασία μόνο ως προς τον ακριβή προσδιορισμό της ημερομηνίας της Γέννησης του Χριστού, αλλά και ως προς την επιλογή από τον Θεό του χρόνου της φανέρωσής Του ως ανθρώπου. Το γεγονός του ερχομού Του, είπαμε και παραπάνω, είχε ήδη προφητευθεί από την «άχρονη» ώρα της πτώσεως του ανθρώπου στην αμαρτία – το λεγόμενο «πρωτευαγγέλιο», δηλαδή την πρώτη χαρμόσυνη αγγελία περί της ελεύσεώς Του προς σωτηρία του ανθρώπου – και ανανεωνόταν η υπόσχεση αυτή με τη διαρκή αποστολή των προφητών της Π. Διαθήκης τόσο ώστε να θεωρείται όλος ο καιρός της  Διαθήκης αυτής γενικώς ως προφητεία και εξαγγελία για τον Μεσσία που θα ερχόταν. Κι ήλθε η «ώρα» της Γέννησής Του με τρόπο που ανέτρεπε μεν όλα τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, εκπλήρωνε όμως τις θεόπνευστες προφητείες.
Γιατί λοιπόν τότε; Διότι προφανώς έκρινε ο Θεός μέσα στην παγγνωσία και παντοδυναμία Του ότι τότε συνέτρεχαν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, τότε δηλαδή οι άνθρωποι ήταν «έτοιμοι» προς αποδοχή Του στον κόσμο. «Ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου», σημειώνει ο απόστολος Παύλος, «ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τόν Υἱόν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπό νόμον, ἵνα τούς ὑπό νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τήν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν». Και ναι μεν γνωρίζουμε από τον άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή ότι «ὁ Θεός εἰς τά Ἴδια ἦλθε, ἀλλ’ οἱ Ἴδιοι αὐτόν οὐ παρέλαβον», διότι «ἦν πονηρά αὐτῶν τά ἔργα», όμως υπήρχαν εκείνοι, οι λίγοι έστω, το «λείμμα» (υπόλοιπο) της Π. Διαθήκης, σαν την παιδίσκη Μαριάμ, σαν τους γονείς της Ιωακείμ και Αννα, σαν τον άγιο Ιωάννη Πρόδρομο και τους γονείς του, σαν τους απλούς βοσκούς, σαν τους αναζητητές της μακρινής Περσίας μάγους-αστρονόμους της εποχής, οι οποίοι όντως ήταν έτοιμοι. Η ετοιμότητα αποδοχής του Χριστού – που καταδεικνύει και το είδος ετοιμότητας της σημερινής εποχής – είναι πάντοτε η ετοιμότητα των λίγων, του «μικρού ποιμνίου», και αυτούς «στοχεύει» πάντοτε ο Θεός μας. Μπορεί διακαώς λόγω της αγάπης Του να αναζητεί και να κυνηγά τους πάντες, όμως γνωρίζει ότι τελικώς οι λίγοι είναι «οἱ ἐκλεκτοί» που ανταποκρίνονται στην κλήση και πρόσκλησή Του. Κι οι λίγοι αυτοί – γινόμαστε κουραστικοί να το επαναλαμβάνουμε – είναι είτε αυτοί που έχουν την απλή καρδιά των βοσκών της Βηθλεέμ, είτε την αγωνιώσα καρδιά των αναζητητών της αλήθειας, που δεν επαναπαύονται στο «φάγωμεν καί πίωμεν, αὔριον γάρ ἀποθνῂσκομεν». Το γεγονός βεβαίως ότι η απολογητική της χριστιανικής πίστεως έχει ήδη καταδείξει πως παγκοσμίως και πανθρησκειακώς συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έλευση ενός Μεσσία Σωτήρα την εποχή του Χριστού έρχεται ως επιβεβαιωτικό στοιχείο της παραπάνω αλήθειας. Για τους πιστούς βεβαίως είναι αρκετή η επισήμανση του αποστόλου Παύλου περί «τοῦ πληρώματος τοῦ χρόνου». 
 
Η Εκκλησία μας, θεωρώντας τη σάρκωση του Θεού ως τη βάση της όλης θεολογίας της και τον απόλυτο όρο για να είναι κανείς χριστιανός, την προβάλλει όχι μόνο τα Χριστούγεννα, αλλά καθημερινά. Δεν υπάρχει ημέρα, δεν υπάρχει ακολουθία της Εκκλησίας, που να μην υμνολογείται η σάρκωση, ιδίως μέσα από τα λεγόμενα θεοτοκία. Από την άποψη αυτή τα Χριστούγεννα βιώνονται αενάως και καθημερινώς στην Εκκλησία. Μπορεί να τονίζονται λαμπρώς τις συγκεκριμένες ημέρες της Εορτής, αλλά αν δεν στρέφεται διαρκώς ο νους και η βούληση του χριστιανού στον Χριστό και στον ερχομό Του, μάλλον δεν εορτάζονται με ορθό τρόπο ούτε τις συγκεκριμένες ημέρες.