Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Β´ ΛΟΥΚΑ




Ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καί θερίσει, καί ὁ σπείρων ἐπ᾽ εὐλογίαις ἐπ᾽ εὐλογίαις καί θερίσει᾽(Β´ Κορ. 9, 6)

 Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἀπό τήν Β´ πρός Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀποτελεῖ ἐπιλογή τῆς ᾽Εκκλησίας μας ἐνόψει τοῦ χειμώνα πού ἔρχεται. Μᾶς ὑπενθυμίζει τήν ἀνάγκη τῆς ἐλεημοσύνης ὡς ἔκφρασης τῆς ἀγάπης, ἰδιαιτέρως τόν χειμώνα πού τά προβλήματα καί οἱ ἀνάγκες τῶν πτωχοτέρων ἀδελφῶν μας εἶναι αὐξημένα. ῎Αλλωστε καί ὁ ἀπόστολος γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς ἔγραψε στούς πιστούς τῆς Κορίνθου τά σχετικά μέ τήν προσφορά καί τήν ἐλεημοσύνη: ἐκεῖνοι ὡς περισσότερο ἔχοντες ἔναντι ἄλλων ἀδελφῶν πτωχοτέρων ᾽Εκκλησιῶν πρέπει νά νιώθουν τήν ἀνάγκη τῆς προσφορᾶς σ᾽ αὐτούς ὡς καρπό τῆς ἀγάπης τους. Κατά τόν βαθμό μάλιστα πού ἡ προσφορά αὐτή γίνεται καρδιακά, ἀντιστοίχως ὁ προσφέρων εἰσπράττει ἀπό τόν Θεό καί τήν ἀνταπόδοση. ῞Οπως συμβαίνει καί μέ τή σπορά: ῾Αὐτός πού σπείρει μέ φειδώ, θά ἔχει λίγη σοδειά. Κι αὐτός πού σπείρει ἁπλόχερα, θά θερίσει πλουσιοπάροχα᾽.

 1. ῾Ο ἀπόστολος μέ τόν λόγο του αὐτό δέν λέει κάτι τό παράδοξο καί τό περίεργο. Οὔτε ἐκθέτει μία βαθειά θεολογική ἀλήθεια, ἡ ὁποία πιθανόν ἀπαιτεῖ αὐξημένες προϋποθέσεις πρός κατανόησή της. ᾽Επισημαίνει κάτι ἁπλό πού συνιστᾶ καί παροιμία: ῾῞Ο,τι σπείρεις θά θερίσεις᾽. ῎Αν σπείρεις πλούσια, πλούσια θά εἶναι καί ἡ σοδειά σου, ἄν ὄχι, φτωχικά καί θά θερίσεις. Καί πράγματι. Τό αὐτονόητο τῆς παροιμίας δέν χρειάζεται ἰδιαίτερη ἐπιχειρηματολογία πρός ἀποδοχή: ὅλοι ἔχουμε πεῖρα τοῦ γεγονότος ὅτι ῾ὅπως στρώσουμε θά κοιμηθοῦμε᾽. Αὐτό δηλαδή πού ἐπιλέγουμε, αὐτό πού κάνουμε, θά φέρει καί τά συγκεκριμένα ἀποτελέσματα. Π.χ.: ῎Αν ξοδεύω περισσότερα ἀπό ὅσα κερδίζω, θά βγῶ στή ζητανιά. ῎Αν ἐπεκτείνω τίς ἐπιχειρήσεις μου πέραν τῶν δυνατοτήτων μου, θά πέσω ἔξω. ῎Αν ὡς μαθητής σταματήσω νά διαβάζω καί νά μελετῶ, δέν θά ἔχω τή μεγάλη βαθμολογία πού ἴσως ὀνειρεύομαι.
Πρόκειται ἀσφαλῶς γιά παροιμία, ἡ ὁποία κατά τρόπο ἄμεσο καί σαφή δείχνει τήν εὐθύνη τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν πορεία τῆς ζωῆς του. Εἴμαστε ὑπεύθυνοι γι᾽ αὐτό πού κάνουμε. Δέν ἔχει νόημα συνεπῶς νά κατηγοροῦμε τούς ἄλλους ἤ τήν κοινωνία, ὅταν ἐμεῖς δέν ἔχουμε κάνει τούς σωστούς ὑπολογισμούς. Γι᾽ αὐτό ἄλλωστε καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, τονίζοντας τήν εὐθύνη αὐτή, μᾶς προτρέπει νά μήν ξεκινήσουμε νά κάνουμε κάτι, πρίν μετρήσουμε πρῶτα τίς δυνάμεις μας. ῾Τίς γάρ ἐξ ὑμῶν, θέλων πύργον οἰκοδομῆσαι, οὐχί πρῶτον καθίσας ψηφίζει τήν δαπάνην, εἰ ἔχει τά πρός ἀπαρτισμόν;... ἤ τίς βασιλεύς, πορευόμενος συμβαλεῖν ἑτέρῳ βασιλεῖ εἰς πόλεμον, οὐχί πρῶτον καθίσας βουλεύεται εἰ δυνατός ἐστιν ἐν δέκα χιλιάσιν ἀπαντῆσαι τῷ μετά εἴκοσι χιλιάδων ἐρχομένῳ ἐπ᾽ αὐτόν;᾽(Λουκ. 14, 28. 31).

2. Ἡ ἁπλή αὐτή ἀλήθεια - ἀπόρροια τῆς πείρας τῆς ζωῆς - ἰσχύει ἀπολύτως καί στά πνευματικά θέματα. ῾Υπάρχει ὁ λεγόμενος πνευματικός νόμος, κατά τόν ὁποῖο τό τί θά γευτοῦμε πνευματικά, τό τί εἴδους σχέση θά ἀναπτύξουμε μέ τόν Θεό, καθορίζεται καί πάλι ἀπό τίς δικές μας καθημερινές ἐπιλογές. ᾽Επιλέγουμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Θά νιώσουμε τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Εἴμαστε ἀμελεῖς καί ἁμαρτάνουμε; Θά εἰσπράξουμε τά ἀντίστοιχα, δηλαδή τήν ἄρση τῆς χάρης Του.
Δυστυχῶς, καί πάλι τήν ἁπλή αὐτή ἀλήθεια ἀδυνατοῦμε νά τήν καταλάβουμε. Ζοῦμε πολλές φορές ὡς ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ, ἔχοντας διαγράψει τόν Θεό ἀπό τήν καθημερινότητά μας,  κι ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα νά θερίσουμε τούς καρπούς τῶν κακῶν ἐπιλογῶν μας – τό ἄγχος, τή στενοχώρια, τή μελαγχολία, τόν ψυχικό πνιγμό – ρίχνουμε τά βάρη στόν Θεό, σάν νά εἶναι ᾽Εκεῖνος ὁ ὑπεύθυνος. ᾽Αλλά ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἤδη μᾶς προειδοποιεῖ: ῾Θλίψις καί στενοχωρία ἐπί πᾶσαν ψυχήν ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τό κακόν᾽, ὅπως καί ἀντιστρόφως: ῾Δόξα καί τιμή παντί τῷ ἐργαζομένῳ τό ἀγαθόν᾽ (Ρωμ. 2, 9-10).

3. ῎Ετσι τό καλό ἤ τό κακό πού ζοῦμε δέν εἶναι μία τιμωρία ἤ μία ἀνταμοιβή τοῦ Θεοῦ. Μία τέτοια κατανόηση τοῦ Θεοῦ θά σήμαινε διαστροφή τῆς ἀποκάλυψής Του, διότι θά πρόσφερε τήν εἰκόνα ἑνός ῎Οντος πού περιμένει νά βραβεύσει τό ῾καλό παιδί᾽ καί νά τιμωρήσει ῾τό θεωρούμενο κακό᾽. ῾Ο Θεός ὅμως πού μᾶς φανέρωσε ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Πατέρας πού ἀγαπᾶ ἐξίσου ὅλα τά παιδιά Του, εἴτε Τόν θέλουν αὐτά εἴτε ὄχι. Δέν διαβαθμίζεται ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀνάλογα πρός τά συναισθήματα τά δικά μας καί τίς συμπεριφορές μας. ᾽Εκεῖνος ῾ἀγάπη ἐστί᾽ μονίμως καί ἀδιάκοπα καί χωρίς ἀγάπη δέν θά ἦταν ὁ Θεός πού ξέρουμε. ᾽Επειδή ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ παραμένει πάντοτε ἡ ἴδια χωρίς ταλαντεύσεις, γι᾽αὐτό καί δέν καταστρατηγεῖ τήν ἐλευθερία μας καί δέν μᾶς ἐκβιάζει. Κι αὐτό σημαίνει: ἡ μία ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καθώς συναντᾶ τή δική μας ψυχική κατάσταση τήν ὁποία  διαμορφώνουμε ἐλεύθερα, μεταποιεῖ αὐτήν ἀνάλογα πρός τό περιεχόμενό της. Κι ἄν τό περιεχόμενο τῆς ψυχῆς μας εἶναι καλό, δηλαδή συντονισμένο πρός τό ἅγιο θέλημά Του, τότε ἡ ἀγάπη Του λειτουργεῖ ὡς εὐλογία. ῎Αν ὅμως τό περιεχόμενο τῆς ψυχῆς μας εἶναι πονηρό, δηλαδή δέν θέλει νά ὑπακούει τόν Θεό, τότε ἡ ἀγάπη Του λειτουργεῖ ὡς κατάρα καί τιμωρία. ᾽Εμεῖς εἴμαστε οἱ ἀποκλειστικά ὑπεύθυνοι γιά τό πῶς θά λειτουργήσει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέσα μας καί στήν ὅλη ὕπαρξή μας. ῞Ενα παράδειγμα ἐπ᾽ αὐτοῦ καθιστᾶ πιό σαφῆ τά πράγματα: ἄν ἔχω ὑγιεῖς ὀφθαλμούς, τότε τό φῶς τοῦ ἥλιου μοῦ προκαλεῖ χαρά· ἄν ἔχω πληγωμένους ὀφθαλμούς, τότε τό ἴδιο φῶς μοῦ προκαλεῖ πόνο. ῾Ο ἥλιος εἶναι ὁ ἴδιος καί στίς δύο περιπτώσεις. Ἡ κατάσταση ὅμως τῶν ὀφθαλμῶν τροποποιεῖ τήν ἐνέργειά του.
῎Ετσι ἐπί τοῦ θέματός μας: ὅ,τι κάνουμε ἀπό ἀγάπη καί μέ ἀγάπη μᾶς κάνει εὐτυχεῖς, γιατί μᾶς γεμίζει μέ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. ῞Ο,τι κάνουμε ὅμως ἀπό ἐγωϊσμό καί μέ γνώμονα μόνο τό συμφέρον μας μᾶς κάνει δυστυχεῖς, γιατί μᾶς φέρνει σέ σύγκρουση μέ τήν ἀγάπη ᾽Εκείνου. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή  κατανοοῦμε τήν τεράστια σημασία τῆς ἐλεημοσύνης ὡς ἔκφρασης τῆς ἀγάπης: ὅσο περισσότερο προσφέρουμε στόν συνάνθρωπό μας - ὄχι μόνον ὑλικά πράγματα ἀλλά καί πνευματικά: ἡ ἐλεημοσύνη ἐνεργοποιεῖται σέ ὅλα τά ἐπίπεδα τοῦ ἀνθρωπίνου – τόσο καί θά θερίζουμε τά ἀντίστοιχα ἀγαθά τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες μας μιλώντας γιά τήν ἐλεημοσύνη τήν χαρακτηρίζουν ὡς βασίλισσα τῶν ἀρετῶν καί ὡς τόν δρόμο ἐκεῖνο πού ὁδηγεῖ κατευθεῖαν στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

4. ῾Ο πνευματικός αὐτός νόμος ὅμως πρέπει νά κατανοηθεῖ ὄχι μόνον σ᾽ ἐπίπεδο προσωπικό, ἀλλά καί σέ κοινωνικό καί ἐθνικό. Κοινωνία καί ἔθνος δηλαδή πού ἐπιλέγει τήν ἄρνηση τοῦ Θεοῦ θά ὑποστεῖ καταστροφές. ῾Η ἰουδαϊκή ἱστορία εἶναι κατεξοχήν παραδειγματική: ὅσες φορές οἱ ᾽Ιουδαῖοι ἀπέκλιναν ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός ἐπέτρεπε νά ὑποστοῦν τά ἐπίχειρα τῶν ἐπιλογῶν τους, δηλαδή καταστροφές. ᾽Ενῶ ἀπό τήν ἄλλη, ὅταν μετανοοῦσαν, ἔβλεπαν ἐμπειρικά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ νά λειτουργεῖ ὑπέρ αὐτῶν. Διότι ἀκριβῶς συντονίζονταν μέ ᾽Εκεῖνον. Κι αὐτό ἰσχύει διαχρονικά, διότι ὁ Θεός δέν ἀλλάζει. Μήπως δέν πρέπει νά λησμονοῦμε κι αὐτά πού ὁ ὅσιος Παΐσιος ὁ ἁγιορείτης  εἶχε πεῖ γιά τούς ἄσπονδους γείτονές μας, οἱ ὁποῖοι ἐπανειλημμένως ἀδίκησαν καί ἐμᾶς καί ἄλλους λαούς, ὅτι δηλαδή ῾τά κόλλυβα τά ἔχουν στό ζωνάρι τους, λόγω ἀκριβῶς τῶν ἀδικιῶν πού ἔχουν ἐπιτελέσει᾽; Μέ ἄλλα λόγια θά λειτουργήσει ὁ πνευματικός νόμος καί γι᾽ αὐτούς, ὅπως βεβαίως θά λειτουργήσει καί ἀντιστρόφως γιά τό καλό γιά ὅσους λαούς θελήσουν νά μετανοήσουν καί νά στραφοῦν πρός τόν Θεό, κάτι πού ἀποτελεῖ τό κήρυγμα καί τήν προσευχή τῆς ᾽Εκκλησίας καί γιά τόν δικό μας λαό.

 Τόν πνευματικό νόμο πρέπει νά τόν ἔχουμε πρό ὀφθαλμῶν ὅλοι μας: ὅ,τι κάνουμε, ὅπως εἴπαμε, αὐτό καί θά ὑποστοῦμε. Θά ἦταν μάλιστα μεγάλη εὐλογία νά μελετούσαμε ἀπό τή γνωστή Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν τό ῾περί πνευματικοῦ νόμου᾽ κείμενο τοῦ ὁσίου Μάρκου τοῦ ἀσκητοῦ. ᾽Εκεῖ θά βλέπαμε τά διάφορα μυστικά του καί τίς πολλαπλές ἐφαρμογές του. ᾽Ιδιαιτέρως στήν ἐποχή μας πού ἡ οἰκονομική κρίση ἔχει ὁδηγήσει πολλούς συνανθρώπους μας σέ ἀπελπισία καί σέ ἀπόγνωση ἡ ὑπενθύμισή του, ἰδιαιτέρως στό θέμα τῆς ἐλεημοσύνης, εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία. Πού σημαίνει: ὅσο θά προσφέρουμε στόν συνάνθρωπό μας, ὄχι πιά ἀπό τό μή ὑπάρχον περίσσευμα, ἀλλά ἀπό τό εὐλογημένο ὑστέρημά μας, τόσο καί θά βλέπουμε τόν πλοῦτο τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ὑλικά καί πνευματικά, νά γεμίζει τή ζωή μας. Πρέπει ὅμως νά ἀποφασίσουμε τό ῾ρίσκο᾽ τῆς ἀληθινῆς πίστης. Νά πιστέψουμε δηλαδή ὅτι πράγματι ἡ δόση στόν ἄλλον τοῦ ὑστερήματος δέν συνιστᾶ ἔλλειψη, ἀλλά θαυματουργικό πλουτισμό.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

ΜΟΛΙΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ...

 
 
Μόλις κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο τῶν εκδόσεων "ἀκολουθεῖν", σε δεύτερη βελτιωμένη καί ἐπαυξημένη ἔκδοση (σελ. 382). 
 
Παραθέτουμε παρακάτω τόν Πρόλογο τῆς β΄ ἔκδοσης καί τά Περιεχόμενα.
 
ΠΡΟΛΟΓΟΣ Β΄ ΕΚΔΟΣΗΣ
Προβαίνουμε σέ δεύτερη ἔκδοση τοῦ βιβλίου μας «Μαθητεία σέ σύγχρονους ἅγιους Γέροντες» γιά δύο λόγους: Πρῶτον, γιατί ἡ πρώτη ἔκδοση ἐξαντλήθηκε καί εἶναι δύσκολη πιά ἡ δυνατότητα ἀνεύρεσης τοῦ βιβλίου· δεύτερον, γιατί μετά ἀπό εἰκοσαετία περίπου παρέλευσης ἀπό τήν πρώτη ἔκδοση ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη ὄχι μόνο διευκρίνησης ὁρισμένων σημείων από κάποια κείμενα, ἀλλά καί προσθήκης μέ νέα θέματα, ἰδίως γιά τόν ὅσιο πιά Πορφύριο τόν Καυσοκαλυβίτη, τόν ἅγιο Γέροντα Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη, τόν ἅγιο Γέροντα Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ καί τήν ἁγία Γερόντισσα Γαβριηλία (Παπαγιάννη), καθώς καί ἕνα γενικό γιά τούς τρεῖς ἐπισήμως ἐνταχθέντες στό ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας Πορφύριο Καυσοκαλυβίτη, Παΐσιο τόν ἁγιορείτη καί Ἰάκωβο τόν Εὐβοέα.
Πιστεύουμε ὅτι ἡ δεύτερη αὐτή ἔκδοση, βελτιωμένη καί ἐπαυξημένη, θά καλύψει τήν ἀγοραστική ζήτηση, κυρίως ὅμως θά δώσει καί πάλι τήν ἀφορμή σέ ἐν Χριστῷ ἀδελφούς νά ἔλθουν σέ ἐπαφή μέ καίρια καί κρίσιμα πιστεύουμε θέματα τῆς ἐν Χριστῷ πίστης καί ζωῆς, τά ὁποῖα προσφέρονται μέ ἁπλό τρόπο καί προκαλοῦν ἴσως τόν πιό ἀπαιτητικό ἀναγνώστη νά ἀναζητήσει τίς ἴδιες τίς πηγές τῆς πίστης μας, τήν Ἁγία Γραφή δηλαδή καί τήν Πατερική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.
Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι τά κείμενα στήν πρώτη καταγραφή τους ἀπετέλεσαν ἕνα εἶδος μικρῆς καί συνοπτικῆς κατήχησης, μέ τήν ἔννοια ὄχι ἀσφαλῶς μιᾶς ἀποκρουστικῆς καί ξένης τελικά πρός τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου προσφορᾶς γνώσεων, ἀλλά τῆς αὔρας τῆς ζωντανῆς πίστης, πού κατανύσσει τήν καρδιά καί ἀναζωογονεῖ τόν ἄνθρωπο, φέρνοντάς τον ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Καί τό λέμε αὐτό, ὄχι γιατί ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στίς δικές μας καταγραφές, ἀλλά γιατί ἐμπιστευόμαστε ἐκείνους πού ἐμπειρικά γνώρισαν τόν Κύριο, σάν τούς συγχρόνους ὁσίους Γέροντες, ἀναγνωρισμένους ἐπισήμως ἤ ὄχι ἀπό τήν Ἐκκλησία. Τά λόγια καί ἡ πράξη ἐκείνων ἀποτελοῦν τήν προτεραιότητά μας, γι’ αὐτό καί ὅ,τι γράψαμε συνιστοῦν σχολιασμό στή δική τους ἐμπειρία καί μαρτυρία γιά τόν Θεό.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ Β΄ ΕΚΔΟΣΗΣ
ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
Α
 
1. Ἡ πίστη στόν Θεό (α)
2. Ἡ πίστη στόν Θεό (β): ὁ χρωματισμός τῆς ζωῆς μας
3. Ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στή ζωή μας
4. Ἡ παρουσία τῶν ἁγίων στή ζωή μας
5. Πῶς πρέπει νά βλέπουμε τόν Χριστό
6. Νά κατανοήσουμε τό θαῦμα
7. Ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς
8. Οἱ αἱρέσεις καί ἡ ἀντιμετώπισή τους
9. Ἡ κόλαση καί ὁ παράδεισος
10. Ὁ ναός στή ζωή μας
11. Ἡ Θεία Λειτουργία
12. Τό μυστήριο τῆς μετανοίας
Β
 
1. Ἡ φύση καί ὁ ἄνθρωπος
2. Ἡ βλασφημία καί ἡ ἀντιμετώπισή της
3. Οἱ ἐκτρώσεις
4. Ἡ σχέση τῶν δύο φύλων
5. Ἡ κακή ἐπίδραση τῆς τηλεόρασης
6. Περί ἐλευθερίας
Γ
(α)
1. Τρεῖς ὅσιοι Γέροντες τῆς ἐποχῆς μας (Πορφύριος, Παΐσιος, Ἰάκωβος)
2. Γιά τόν ὅσιο Πορφύριο τόν Καυσοκαλυβίτη
3. Γιά τόν ἅγιο Γέροντα Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη
4. Γιά τόν ἅγιο Γέροντα Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ
5. Γιά τήν ἁγία Γερόντισσα Γαβριηλία
 
(β)
1. Εὐχές καί χρόνος
2. Τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία
3. Ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου
4. Πασχαλινό
5. Μία γνωριμία μέ τόν ἅγιο τοῦ 20οῦ αἰ. Νεκτάριο Πενταπόλεως
6. Ἀφιέρωμα στόν ὅσιο Μέγα Ἀντώνιο
 

 

 

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ: "ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΕ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΓΕΡΟΝΤΕΣ"

 
 
ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ (σέ λίγες ἡμέρες...)
Ἡ «Μαθητεία σέ συγχρόνους ἁγίους Γέροντες», μέ τή δεύτερη βελτιωμένη καί ἐπαυξημένη ἔκδοσή της, θά δώσει καί πάλι τήν ἀφορμή σέ χριστιανούς ἀδελφούς νά ἔλθουν σέ ἐπαφή, (μέσω ἁγίων τῆς ἐποχῆς μας, ὅπως τῶν ὁσίων Παϊσίου ἁγιορείτου, Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Ἰακώβου Εὐβοέως, Γέροντος Ἐφραίμ Κατουνακιώτου κ.ἄ.), μέ καίρια καί κρίσιμα πιστεύουμε θέματα τῆς ἐν Χριστῷ πίστης καί ζωῆς, τά ὁποῖα προσφέρονται μέ ἁπλό τρόπο καί προκαλοῦν ἴσως τόν πιό ἀπαιτητικό ἀναγνώστη νά ἀναζητήσει τίς ἴδιες τίς πηγές τῆς πίστης μας, τήν Ἁγία Γραφή δηλαδή καί τήν Πατερική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας… Ὅ,τι γράψαμε συνιστᾶ σχολιασμό τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί ἐμπειρίας τῶν μεγάλων αὐτῶν μορφῶν…
 

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

Μπρός στον άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης! (Ι. Ναός Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς)


Μπρός στον άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης!
(του φιλόλογου Στάθη Παππά)
 
Μπρός στην προτομή του άγιου*  έγειρα γονατιστός,
και στο βάθος της καρδιάς μου*  ήρθ’ ο λόγος του ζεστός:
 
«Δεκατέσσερα διαβήκαν*  χρόνια – για να θυμηθώ!
του Τζαννή μεράκι ήταν*  του Βασίλη μας θαρρώ! –
που με στήσατε δω πάνω*  σά βιγλάτορα πιστό,
θύμησες πικρές να φέρνω*  των προσφύγων τον καημό.
Τότε που της ξενιτιάς η ανάγκη*  από τούρκικο σπαθί,
μας ξερίζωσε τα σπλάχνα* - Σμύρνη σύ, πατρώα γη.
Ράγισε τον βράχ’  ο πόνος*  έπιασε τον οδυρμό,
τόν εμάζεψε η μάρτυς*  που ‘χει σπίτι τον Σταυρό.
Με της προσφυγιάς το αίμα*  κτίσθη τούτος ο Ναός,
γι’  αλησμόνητες πατρίδες*  στήθη τούτος ο βωμός.
Τους ανθρώπους θωρώ τώρα*  που περνάνε βιαστικά,
απ’ το πλάι με κοιτάζουν*  ίσια βλέπω την καρδιά.
Χαίρομαι με τη χαρά τους*  δόξα λέω στον Χριστό,
όπως και τη λύπη βλέπω*  της καρδιάς τον στεναγμό.
Το χειρότερο απ’  όλα*  που μου καίει την ψυχή,
είναι των Ρωμιών η λήθη*  μνήμη χέρσα κι αδειανή.
Για τη Ρωμιοσύνη πάψαν*  να μιλάνε οι πολλοί,
για του Γένους μας τα πάθια* - της Πατρίδας τη στολή.
Πώς το δέντρο θα υψώσει*  τον κορμό του τον γερό,
αν τη ρίζα του την κόψεις*  και ξεράνεις τον χυμό;
Όπως και καλά το λένε*  για τα έθνη, τους λαούς,
αν τους πρόγονους ξεχάσουν*  παρομοιάζουν με νεκρούς.
Αδελφοί μου αγαπημένοι*  κάνω έκκληση  ιερή,
τούτ’  η σύναξη ας γίνει*  νύξη μνήμης, προσευχή».
 
Σαν να σιώπησε ο άγιος*  κι είχε βλέμμα ιλαρό,
δύο δάκρυα τού βγήκαν*  που ποτίζαν ‘να Σταυρό.
 
 
 
 

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ




«Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8, 34).

α. Μέσα στο κλίμα της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού η Εκκλησία μας επιμένει να μας υπενθυμίζει, με την επιλογή των αναγνωσμάτων της, ότι άλλος τρόπος για να ζήσει κανείς την εν Χριστώ ζωή από τη συσταύρωση με τον Κύριο δεν υπάρχει. Αυτό συνιστά την ακολουθία του Χριστού, που οδηγεί στην εύρεση της αληθινής ζωής. Τυχόν απόρριψη του Χριστού θα σημάνει μεν την ελευθερία του ανθρώπου ως δυνατότητα αυτοκαθορισμού του ερήμην του Θεού, αλλά θα αποτελεί ταυτόχρονα την καταστροφή του ίδιου, κατά τρόπο αντίστοιχο με εκείνον που επιλέγει ως ζωή την αυτοκτονία. Η προτροπή μάλιστα του Κυρίου, που προκαλεί τη βούληση του ανθρώπου να Τον ακολουθήσει, κάτω βεβαίως από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ακούγεται ως η πιο παρήγορη φωνή που έχει ακουστεί ποτέ για τον άνθρωπο, διότι ενώ του αποκαλύπτει την τραγικότητα της πορείας του, του δείχνει ταυτόχρονα τον δρόμο της υπέρβασης και της σωτηρίας του. «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι».
 
β. 1. Ο Κύριος δεν παίζει με τον άνθρωπο ούτε θέλει να τον εκμεταλλευτεί. Μία τέτοια στάση ακολούθησαν και ακολουθούν όλοι εκείνοι οι κατακτητές ή οι δημαγωγοί, σε όλους τους αιώνες, οι οποίοι είτε με τον φόβο είτε με την κολακεία θέλησαν να έχουν τον λαό υποχείριό τους, προκειμένου να πραγματοποιήσουν τα άνομα σχέδιά τους, που δεν ήταν άλλα από την ικανοποίηση των παθών τους. Ο Κύριος μέσα στα πλαίσια της άπειρης αγάπης Του προς τον άνθρωπο, τέτοιας που Τον οδήγησε  πάνω στον Σταυρό, μας καλεί να Τον ακολουθήσουμε, που σημαίνει αφενός ότι η πορεία μας μακριά από Εκείνον είναι λανθασμένη, αφετέρου ότι ο Ίδιος είναι η σωτηρία μας.
 
2. Η ακολουθία του Κυρίου συνιστά βεβαίως μία χαρισματική κατάσταση, με την έννοια ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τη δύναμη και τη χάρη του Ίδιου, όπως σε άλλο σημείο θα επισημάνει: «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Διότι πέραν του ότι ο άνθρωπος θολωμένος και τραυματισμένος από την αμαρτία του και την υποδούλωσή του στον διάβολο αδυνατούσε να δει την αλήθεια της σωτηρίας του – ποιος ήταν ο Θεός του – αδυνατούσε πολύ περισσότερο και να πραγματοποιήσει το οποιοδήποτε βήμα προς την κατεύθυνση αυτή. Ο Κύριος λοιπόν έρχεται και όχι μόνο του ανοίγει τα μάτια για να δει τον ορθό προσανατολισμό του, αλλά τον εντάσσει μέσα στον εαυτό Του, ώστε με τη δική Του δύναμη να βρει τον βηματισμό του. Αν δεν συνέβαινε αυτό, αν ο Κύριος ερχόταν απλώς για να μας πει μόνοι μας να Τον ακολουθήσουμε, δεν θα διέφερε από τους άλλους τυράννους της ανθρωπότητας, και μάλιστα ακόμη περισσότερο: όντως θα «έπαιζε» μαζί μας, «διασκεδάζοντας» με τις αδυναμίες μας και την επίγνωση από εμάς αυτών των αδυναμιών.
 
 
3. Η ένταξή μας αυτή μέσα στον Κύριο, διά της οποίας και εισέρρευσαν σ’ εμάς οι δυνάμεις Του, ώστε κι εμείς να ζούμε σαν Εκείνον – το ακολουθείν τω Χριστώ – πραγματοποιήθηκε με την ενανθρώπησή Του και με  όλη βεβαίως τη ζωή Του, κυρίως όμως με τη Σταυρική Του θυσία. Διότι στον Σταυρό καταργήθηκε το σώμα της αμαρτίας και έτσι εν Χριστώ εισήλθαμε στη Βασιλεία του Θεού. Και ό,τι πια ο Χριστός μάς πρόσφερε και μας προσφέρει, δηλαδή την ίδια τη ζωή Του, μπορεί κανείς να αποκτήσει  και να γευτεί με την είσοδό του στην Εκκλησία και ζώντας τη ζωή της Εκκλησίας. Το βάπτισμα επομένως, το άγιο χρίσμα, η Θεία Ευχαριστία, μέσα στην ατμόσφαιρα της μετανοίας, είναι η δυνατότητα παροχής της ζωής αυτής του Χριστού στον άνθρωπο.
 
4. Η κλήση λοιπόν του Χριστού να Τον ακολουθήσουμε γίνεται, αφού έχει δώσει όλες τις δυνατότητες για κάτι τέτοιο. Κι είναι σημαντική η επισήμανση ότι η κλήση αυτή γίνεται σε χρόνο διαρκείας: «ακολουθείτω μοι». Να ακολουθούμε τον Χριστό, πάντοτε και χωρίς διακοπές. Όπως είναι αδιανόητο το χέρι ή το πόδι σ’ ένα σώμα να μην ακολουθούν την κίνηση του σώματος, κατά τον ίδιο τρόπο είναι αδιανόητο για εκείνον που είναι μέλος πια Χριστού να μην ακολουθεί τον Χριστό. Μία διακεκομμένη ακολουθία λοιπόν του Χριστού – μία μαζί Του και μία όχι – συνιστά τη διψυχία που λέει ο άγιος Ιάκωβος, κύριο γνώρισμα της οποίας είναι η ακαταστασία. Ο ίδιος ο Κύριος μάλιστα σε άλλο σημείο απεκάλυψε ότι κάθε μη ακολουθία Του δεν είναι στάση, που μπορεί να φέρει την επανεκκίνηση από το ίδιο σημείο, αλλά οπισθοδρόμηση και εναντίωσή Του. «Ο μη ων μετ’  εμού κατ’  εμού εστι, και ο μη συνάγων μετ’  εμού σκορπίζει». Ας φανταστούμε και πάλι ένα χέρι ή ένα πόδι πότε να είναι στο ρυθμό του σώματος και πότε να κτυπούν το σώμα ως κάτι το ενάντιο.
 
5. Ακριβώς λοιπόν πάνω σ’  αυτήν την αδιάκοπη ακολουθία του Χριστού, για να μην υπάρχουν οι αποκλίσεις που ακυρώνουν τη σωτηρία του ανθρώπου, έρχονται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Ίδιος. Η δωρεά είναι δωρεά, αλλά όχι κατά τρόπο μαγικό.  Απαιτείται και η ανταπόκριση του ανθρώπου.
(1) Και πρώτη προϋπόθεση είναι η ελευθερία του ανθρώπου. «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν». Όσο κι αν είναι εντελώς απαραίτητη η ακολουθία του Κυρίου – πιο απαραίτητη κι από τον ίδιο τον αέρα που αναπνέουμε – όμως ο Θεός δεν μας εκβιάζει. Μας δίνει την ώθηση, παρακολουθεί την πορεία μας, αλλά δεν μας υποκαθιστά. Τον τελευταίο λόγο για τη σωτηρία του δηλαδή τον έχει ο ίδιος ο άνθρωπος. Γι’  αυτό και ο πιστός  δεν μπορεί ποτέ  να εφησυχάσει και να επαναπαυθεί. Κι ο λόγος είναι γνωστός: ο Θεός μάς δημιούργησε ελεύθερους. Ας θυμηθούμε τα λόγια του σοφού και αγίου Γέροντος Πορφυρίου πάνω σ’  αυτό: «Ο Θεός δεν μας έδωσε απλώς ελευθερία. Χάραξε την ελευθερία μέσα μας». Κανείς λοιπόν δεν μπορεί να είναι χριστιανός με τρόπο εκβιαστικό. Η χριστιανική πίστη αναπτύσσεται μέσα στον αέρα της ελευθερίας.
(2) Δεύτερη προϋπόθεση είναι η απάρνηση του εαυτού. «Απαρνησάσθω εαυτόν». Πρόκειται περί του εγωιστικού εαυτού, εκείνου που «τραβάει» τον άνθρωπο πάντοτε προς τα κάτω, στα πάθη της φιληδονίας, της φιλαργυρίας, της φιλοδοξίας. Και πρέπει να το εξηγήσουμε: ο Χριστός ναι μεν μας απάλλαξε διά της ενεργείας της χάρης Του από την αναγκαστική ροπή της αμαρτίας – κάτι που δίνεται στον άνθρωπο διά του αγίου βαπτίσματος – δεν μας κατήργησε όμως, όπως είπαμε, την ελευθερία. Το τρεπτό της θελήσεώς μας εξακολουθεί και υφίσταται, συνεπώς εναπόκειται σε εμάς αν θα επιβεβαιώνουμε τη ζωή μας ως ακόλουθοι του Χριστού ή ως ακόλουθοι των παθών μας. Το μεγαλύτερο εμπόδιο λοιπόν για να είμαστε χριστιανοί είναι αυτός ο «κακός» εαυτός μας, ο οποίος λειτουργεί ως πειρασμός διαρκώς στην πνευματική πορεία μας. Από την άποψη αυτή ο χριστιανός ασκεί ένα είδος βίας στον εαυτό του, τέτοιας που τον κάνει να μπορεί να βρίσκεται στα χνάρια του Κυρίου. Το βεβαίωσε άλλωστε ο Ίδιος: «Η βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν». Η ακολουθία λοιπόν του Χριστού προϋποθέτει μία συνεχή κίνηση του ανθρώπου, μία αδιάκοπη και στο έπακρο ενεργητικότητά του. Ποτέ με άλλα λόγια ο χριστιανός δεν μπορεί να είναι κοιμισμένος. Η νήψη, ως εγρήγορση, είναι το κύριο χαρακτηριστικό του. Ακόμη και στις όποιες πτώσεις του στην αμαρτία, ο χριστιανός δεν μπορεί να παραμείνει στάσιμος. Την ίδια στιγμή της πτώσης του, αν είναι χριστιανός, θα σηκωθεί και θα προχωρήσει. Διαρκής υπέρβαση του εαυτού λοιπόν η χριστιανική ζωή, γι’  αυτό και λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά στον πιστό. «Οσάκις αν πέσης, έγειραι και σωθήση».
(3) Και η τρίτη προϋπόθεση ακολουθίας του Κυρίου, κατά τον λόγο Του, είναι η άρση του σταυρού. «Και αράτω τον σταυρόν αυτού». Πρόκειται για τη συσταύρωσή μας με Εκείνον, όπως το διατυπώνει ο απόστολος Παύλος: «Χριστώ συνεσταύρωμαι. Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να παρακάμψουμε τον σταυρό, ακολουθώντας τον Κύριο, αφού ο Σταυρός υπήρξε το κύριο γνώρισμα της ζωής Του, απαρχής μέχρι τέλους. Τι σημαίνει όμως άρση του σταυρού; Με το δεδομένο ότι ενούμενοι με Εκείνον διά των μυστηρίων ο Σταυρός γίνεται «δομικό» στοιχείο της ύπαρξής μας, απαιτείται στη συνέχεια η ενεργοποίηση αυτής της σταυρικής κατάστασης στην καθημερινότητά μας. Κι αυτό σημαίνει ζωή, κατά το πρότυπο του Κυρίου, απόλυτης υπακοής στον Θεό, θυσιαστικής αγάπης στον συνάνθρωπο, ταπείνωσης ως προς τον εαυτό. Με άλλα λόγια, αίρω τον σταυρό μου, δηλαδή συσταυρώνομαι με τον Κύριο, θα πει: κάνω κέντρο της ζωής μου το θέλημα του Θεού, άρα αγαπώ Εκείνον και την εικόνα Του τον άνθρωπο, κι αυτό με τη βεβαιότητα ότι απλώς πορεύομαι στη φυσιολογία της ζωής μου: «Όταν ποιήσητε πάντα τα διατεταγμένα υμίν, λέγετε ότι αχρείοι δούλοι εσμέν, ότι ο οφείλομεν ποιήσαι, πεποιήκαμεν».
 
γ. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος δίνοντας τον ορισμό του αληθινού μοναχού λέει ότι «μοναχός εστι βία φύσεως διηνεκής». Αλλά συνειδητοποιούμε ότι το ίδιο ισχύει και για κάθε χριστιανό. Η χριστιανική πίστη μάς καλεί σε μία συνεχή, όπως είπαμε, υπέρβαση του εαυτού μας, για να βρισκόμαστε μέσα στην ατμόσφαιρα της χαρισματικής παρουσίας του Κυρίου μας. Όποιος είπε ότι ο χριστιανισμός είναι εύκολη υπόθεση, μάλλον είναι άγευστος της χριστιανικής ζωής. Το παρήγορο όμως είναι ότι κι αν κάπου αποκλίνουμε, αν στην καθημερινή ζωή μας βλέπουμε το πόση αδυναμία παρουσιάζουμε στην πλήρη ακολουθία του Χριστού, όμως δεν απελπιζόμαστε. Η πτώση μας, αν μας οδηγεί σε ταπείνωση και επίγνωση των αδυναμιών μας, λειτουργεί ανυψωτικά, γιατί και εκεί έρχεται ο Κύριος, ο Οποίος μας προσφέρει πολλαπλασίως τη χάρη Του. Το θέμα είναι μήπως ακολουθούμε δαιμονική οδό: να αμαρτάνουμε και να καυχόμαστε γι’  αυτό.

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2018

Η ΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΝ ΙΩΑΚΕΙΜ ΚΑΙ ΑΝΝΗΣ


 

«Τη σύναξη αυτών εορτάζουμε, λόγω της γεννήσεως της υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου. Και έγιναν αυτοί πρόξενοι της παγκόσμιας σωτηρίας, μέσω της  πάναγνης αγίας αυτών θυγατέρας, της Θεοτόκου. Την τελείωσή τους όμως από τον κόσμο αυτό γνωρίζει η εικοστή Πέμπτη του μηνός Ιουλίου».

Στον απόηχο των Γενεθλίων της Θεοτόκου η σημερινή εορτή της σύναξης των δικαίων Ιωακείμ και Άννης, κατά την προσφιλή συνήθεια της Εκκλησίας να τιμά μετά από ένα μεγάλο γεγονός τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτό. Θυμίζουμε: μετά τη Γέννηση του Κυρίου εορτάζεται η σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου, μετά τη Βάπτιση του Κυρίου, η σύναξη του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, μετά την Πεντηκοστή, η σύναξη για τον Άγιον Πνεύμα. Το ίδιο λοιπόν και εδώ: ο Ιωακείμ και η Άννα τιμώνται ως οι γονείς της Θεοτόκου, ως εκείνοι δηλαδή που συνήργησαν, προκειμένου να έλθει στον κόσμο, βουλήματι Θεού, η προορισθείσα να γίνει Μητέρα Αυτού, κόρη τους Μαρία. Και βεβαίως, είναι φυσικό τέτοιος ευκλεής καρπός σαν την Παναγία να έχει γονείς όχι τυχαίους, οι οποίοι πράγματι χαρακτηρίζονταν  από έντονη θεοσέβεια και απόλυτη υπακοή στον νόμο του Θεού, γι’  αυτό και υπερέβαλαν όλους ως προς τη γονεϊκή τους ιδιότητα. «Ω, μακαρία δυάς∙ υμείς πάντων γεννητόρων υπερήρθητε, ότι την της κτίσεως πάσης υπερέχουσαν εβλαστήσατε». «…το ζεύγος το άγιον, η ξυνωρίς η αγία, Ιωακείμ και Άννα», κατά πώς ψάλλει και η Εκκλησία μας.

Η Γέννηση της Θεοτόκου όμως  δεν ήλθε ανώδυνα. Οι γονείς της έζησαν πολλά χρόνια με το «στίγμα» της ατεκνίας, δεδομένου ότι την εποχή εκείνη κάθε Ιουδαϊκό ζεύγος που αδυνατούσε να κάνει παιδιά, θεωρείτο ότι είχε κατά κάποιο τρόπο την «κατάρα» του Θεού, αφού σίγουρα δεν θα προερχόταν από αυτό ο Μεσσίας που αναμενόταν. Με άλλα λόγια, κάθε ζεύγος Ιουδαίων δυνάμει ήταν και το Μεσσιανικό ζεύγος, συνεπώς το άτεκνο ζεύγος εξαιρείτο από  την ευλογία αυτή. Κι όμως, ο Θεός ανατρέπει τη λογική αυτή: μέσα από τη στείρωση της Άννας δημιουργεί τις συνθήκες της σπουδαιότερης ευτεκνίας στον κόσμο, για όλες τις εποχές, γεγονός που σηματοδοτεί την εκ θαύματος προέλευση της Παναγίας, σαν ένα είδος νέας δημιουργίας: όπως με τη βούληση του Θεού εκ του μηδενός δημιουργείται ο κόσμος, κατά παρόμοιο τρόπο, με τη βούληση του Θεού εκ της στειρώσεως δημιουργείται η Παναγία. Κι αυτό δίνει ώθηση στον υμνογράφο να «δει» και με άλλον τρόπο τη Γέννησή της: ως απαρχή αφενός στειρώσεως του ανθρώπου έναντι της αμαρτίας – ο άνθρωπος μπορεί να μην αμαρτάνει πια – και αφετέρου  διάλυσης της στειρώσεως της ανθρωπίνης  φύσεως – ο άνθρωπος μπορεί πια να καρποφορεί τις αρετές με τη χάρη του Θεού. Έτσι με τα Γενέθλια της Θεοτόκου βρισκόμαστε μπροστά σε γεγονότα που υπερβαίνουν τη φυσική τάξη και μας μυούν στο μυστήριο της θείας οικονομίας, του σχεδίου δηλαδή του Θεού προς σωτηρία του κόσμου. Η Εκκλησία μάς καθοδηγεί να «ψαύσουμε» εν ταπεινώσει, εν φόβω και τρόμω, τον «βηματισμό» του Θεού, καθώς έρχεται η ώρα εισόδου Του στη γη.

Τη συγκλονιστική αυτή αναγωγή που αγκαλιάζει όλη την πνευματική ιστορία της ανθρώπινης ύπαρξης, κάνει ο υμνογράφος με πολλές εικόνες και σχήματα, αλλά και με σαφή λόγο, όπως στο κοντάκιο της εορτής: «Ιωακείμ και Άννα ονειδισμού ατεκνίας, και Αδάμ και Εύα εκ της φθοράς του θανάτου, ηλευθερώθησαν, άχραντε, εν τη αγία γεννήσει σου. Αυτήν εορτάζει και ο λαός σου, ενοχής των πταισμάτων λυτρωθείς εν τω κράζειν σοι. Η στείρα τίκτει την Θεοτόκον και τροφόν της ζωής ημών» (Ο Ιωακείμ και η ´Αννα, με την αγία γέννησή σου, άχραντε Θεοτόκε, ελευθερώθηκαν από την ντροπή της ατεκνίας, όπως και ο Αδάμ και η Εύα ελευθερώθηκαν από τη φθορά του θανάτου. Τη γέννησή Σου αυτήν εορτάζει και ο λαός σου, καθώς λυτρώθηκε από την ενοχή των πταισμάτων του με το να κραυγάζει σε σένα: η στείρα ´Αννα γεννάει τη Θεοτόκο και τροφό της ζωής μας). Η Γέννηση της Θεοτόκου δεν κινείται δηλαδή μόνο σ’  ένα συγκεκριμένο ιστορικό επίπεδο: της εποχής του Ιωακείμ και της Άννας, όπου το ζεύγος ελευθερώνεται από την ντροπή της ατεκνίας, αλλά ανάγεται και στην αρχή της ανθρωπότητας με ό,τι συνέβη με την πτώση του Αδάμ και της Εύας στην αμαρτία: ο θάνατος ως τίμημα της αμαρτίας υπερβαίνεται, γιατί γεννήθηκε εκείνη, που θα γεννούσε τον Λυτρωτή του ανθρώπου, ακριβώς από την αμαρτία και τον θάνατο. Κι ακόμη: η Γέννησή της δρα πια διαχρονικά σε όλους τους αιώνες. Με Αυτόν που γέννησε η Παναγία ο άνθρωπος σώθηκε από οποιαδήποτε ενοχή, αφού ο Υιός και Θεός της, διά της σταυρικής Του θυσίας, σήκωσε τις αμαρτίες όλου του κόσμου, όλων των εποχών.

Παρακολουθούμε τα γεγονότα, μαζεμένοι, σιωπηλοί, «ψαύοντας», όπως είπαμε, εν φόβω και τρόμω τα μυστήρια. Και πώς αλλιώς; Ένα ζευγάρι Ιουδαίων, χωρίς να κατανοεί το τι διαδραματίζεται στο βάθος, γίνεται το όργανο του Θεού για το μεγαλύτερο μυστήριο που μπορούσε ποτέ να υπάρξει: της φανέρωσης Εκείνου στον κόσμο ως ανθρώπου!

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2018

ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΘΕΟ: ὁ χρωματισμός τῆς ζωῆς μας


Τό θέμα τῆς πίστης στόν Θεό εἶναι τεράστιο καί ἐξαρτᾶται ἄμεσα ἀπό τήν ποιότητα τῶν λογισμῶν μας: ἀπό τό τί λογισμούς καλλιεργεῖ κανείς φαίνεται ἄν εἶναι πιστός στόν Χριστό, ὀλιγόπιστος ἤ ἀκόμη καί ἄπιστος. Ὁ ὅσιος Παΐσιος καί πάλι, ὁ ὁποῖος ἔχει πεῖ καί ἔχει γράψει πολλά γιά τό θέμα τῶν λογισμῶν, (ὅπως καί ὅλοι ἀσφαλῶς οἱ νηπτικοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας), τόσο πού θά μποροῦσε κανείς νά ἐκπονήσει σχεδόν καί διδακτορική διατριβή πάνω στά λόγια του, συνήθιζε νά ἐπαναλαμβάνει καί τά παρακάτω ἀξιοσημείωτα:
«Πρέπει πάντοτε νά προσέχουμε καί νά ἔχουμε μία συνεχή ἀμφιβολία γιά τό ἄν τά πράγματα εἶναι ἔτσι πού τά σκεπτόμαστε. Γιατί, ὅταν κανείς συνεχῶς ἀσχολεῖται μέ τούς λογισμούς του καί τούς ἐμπιστεύεται, τά φέρνει ἔτσι ὁ διάβολος, ὥστε νά κάνει τόν ἄνθρωπο πονηρό, ἔστω κι ἄν εἶναι ἀπό τή φύση του ἀγαθός… Πρέπει νά ἔχουμε καλούς λογισμούς. Ἄν δέν ἔχουμε, τότε καί ὁ Μέγας Ἀντώνιος νά εἶναι γέροντάς μας καί νά κάνει συνέχεια θαύματα, δέν θά μπορέσει σέ τίποτα νά μᾶς βοηθήσει»!
1. Εἶναι τά πράγματα πάντοτε ἔτσι πού τά σκεπτόμαστε;
Ὁ ὅσιος μᾶς καλεῖ νά προσέχουμε καί νά ἀμφιβάλλουμε γιά τήν ὀρθότητα τῶν λογισμῶν καί τῶν σκέψεών μας. Ἡ ἐμπειρία καί ἡ ἱστορία τόν ἐπιβεβαιώνουν περίτρανα. Πόσες φορές δέν συναντᾶμε ἀνθρώπους, πού γεμᾶτοι ἀπό κατήφεια καί μελαγχολική διάθεση προσπαθοῦν νά μᾶς πείσουν πόσο μαύρη εἶναι ἡ ζωή τους, γιατί ὅλα τούς πᾶνε ἀνάποδα, ὅλοι τούς ἐχθρεύονται καί τούς ὑπονομεύουν, οἱ ἴδιοι πονᾶνε παντοῦ καί πάσχουν ἀπό διάφορες ἀρρώστιες, τά οἰκονομικά τους βρίσκονται σέ μεγάλη στενότητα!  Πού σημαίνει ὅτι πρόκειται μᾶλλον γι’ ἀνθρώπους πού ἡ ἀπαισιοδοξία τούς ἔχει καταβάλει καί πού ἐκφράζουν αὐτούς πού ὁ λαός μας λέει ὅτι «βλέπουν τό ποτήρι ὄχι μισογεμᾶτο, μά μισοάδειο». Θυμίζει ἡ περίπτωσή τους τούς ὀπαδούς τῆς φιλοσοφίας τοῦ ἀθέου ὑπαρξισμοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐκκινώντας ἀπό τά φοβερά γεγονότα πού ἐκτυλίχτηκαν κατά τόν 20ό αἰώνα – παγκοσμίους πολέμους, αὔξηση ἐγκληματικότητας, ἔξαρση ναρκωτικῶν – τόνιζαν καί τονίζουν ὅτι δέν ὑπάρχει τίποτε καλό στόν πλανήτη μας, ὅτι ὁ χαρακτηρισμός «κόσμος» πού εἶχαν δώσει οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες στόν κόσμο μας, δηλαδή ὅτι εἶναι κόσμημα: κάτι πού ἔχει τάξη καί ὀμορφιά, δέν ἰσχύει, ὅτι ἡ μόνη βεβαιότητα εἶναι ὁ φόβος πού φωλιάζει στόν ἄνθρωπο καί ἡ συνακόλουθη ἀνασφάλεια.
Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, στόν ἀντίποδα, μπορεῖ νά συναντήσουμε ἁγίους ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ζοῦν στόν ἴδιο μέ τούς παραπάνω κόσμο, μά ἡ διάθεσή τους εἶναι παντελῶς διαφορετική: ἔχουν μία πνευματική ἰσορροπία καταπλήσσουσα, εἶναι γαληνεμένοι καί εἰρηνικοί στή ζωή τους, τό ἄγχος καί ἡ ἀνασφάλεια εἶναι ξένες πρός αὐτούς καταστάσεις, κι ἀκόμη: ἡ χαρά καί ἡ εὐτυχία φαίνεται καθαρά ὅτι διακατέχουν τόν ἐσωτερικό τους κόσμο. Κι ὄχι βεβαίως γιατί δέν ζοῦν κι αὐτοί στιγμές ἤ περιόδους μεγαλύτερες μέ θλίψη, στενοχώρια, φόβο ἤ ἀνασφάλεια – στοιχεῖα τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία κόσμου μας -, ἀλλά δέν εἶναι αὐτά πού καθορίζουν τή ζωή τους, δέν σφραγίζεται δηλαδή αὐτή μέ μία ἀρνητική θεώρηση τῆς ζωῆς, μέ φιλοσοφικές μάλιστα μερικές φορές προϋποθέσεις, κι αὐτό γιατί τά θεωροῦν ὑπό τό πρίσμα τῆς πίστης στόν Θεό, ὡς δηλαδή παραχώρηση καί διαπαιδαγώγηση Ἐκείνου προκειμένου νά ἀσκηθοῦν στήν ὑπομονή καί νά ὁδηγηθοῦν ἔτσι σέ μεγαλύτερη τελειότητα (βλ. Ἰακ. 1,2).
2. Πίστη: ὁ χρωματισμός τῆς ζωῆς μας.
Τί εἶναι ἐκεῖνο λοιπόν τό ὁποῖο προκαλεῖ τίς διαφορετικές θεωρήσεις, ὥστε ἄλλοι νά τά βλέπουν ὅλα μαῦρα, κατά τό κοινῶς λεγόμενο, καί ἄλλοι νά τά βλέπουν πλημμυρισμένα στό φῶς, ἐνῶ καί οἱ μέν καί οἱ δέ βρίσκονται κάτω ἀπό τόν ἴδιο παρονομαστή, τή ζωή αὐτοῦ τοῦ κόσμου; Ἐκεῖνο πού διαφοροποιεῖ τούς ἀνθρώπους εἶναι ἡ ὀπτική γωνία ἀπό τήν ὁποία βλέπουν τόν κόσμο καί τή ζωή. Καί τήν ὀπτική αὐτή γωνία τή δημιουργεῖ ἡ ὑπάρχουσα ἤ ὄχι πίστη τους στόν Θεό. Ὁ καθένας βλέπει τόν κόσμο μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς. Ἄν ἡ ψυχή εἶναι δεμένη μέ τόν Θεό ἐν Χριστῷ καί φωτίζεται ἀπό Αὐτόν, τότε μπορεῖ νά ἐπισημάνει τήν παρουσία Του σέ κάθε τι ἀπό τή δημιουργία, ὁπότε βλέπει τό νόημα τῶν πραγμάτων καί ἔχει λόγους νά χαίρεται. Ἄν ὅμως ὁ ἄνθρωπος δέν πιστεύει στόν Θεό ἤ γενικῶς παρουσιάζει μία λειψή πίστη, αὐτό πού ὀνομάζουμε ὀλιγοπιστία, τότε τόν κόσμο θά τόν δεῖ μέ τά κυριαρχημένα ἀπό τά πάθη του καί τίς ἀνασφάλειές του μάτια τῆς ψυχῆς του, ὁπότε ὁ χρωματισμός τοῦ κόσμου θά γίνει ἀνάλογος: ὅλα κακά καί ἄσχημα.
Ἡ σύγχρονη ψυχολογία ἔχει ἐπισημάνει τήν ἀλήθεια αὐτή πρό πολλοῦ, ὅταν χρησιμοποιεῖ τόν ὅρο προβολή, γιά νά ἑρμηνεύσει τούς χαρακτηρισμούς καί τίς ἀξιολογήσεις τῶν ἀνθρώπων σχετικά μέ τή ζωή τους καί τόν κόσμο πού τούς περιβάλλει. Ὑποστηρίζει δηλαδή ὅτι ὅταν προβαίνουμε σέ κάποια ἀξιολόγηση ἑνός γεγονότος ἤ μιᾶς καταστάσεως, στήν πραγματικότητα προβάλλουμε πρός τά ἔξω ὅ,τι κυριαρχεῖ στόν ἐσωτερικό μας κόσμο: ἄν ὁ κόσμος μας αὐτός εἶναι ἰσορροπημένος, ἰσορροπημένα θά βλέπουμε καί τά γύρω μας· ἄν ὑπάρχει κάποια ἐμπλοκή μέσα μας, τήν ἐμπλοκή αὐτή θά προβάλλουμε καί πρός τά ἔξω. Γι’ αὐτό καί οἱ κρίσεις μας τίς περισσότερες φορές εἶναι ἐπισφαλεῖς καί ὑπό ἀμφισβήτηση: ἐξαρτῶνται ἄμεσα ἀπό τό τί κυριαρχεῖ μέσα μας.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τή σχέση αὐτή μεταξύ τῆς ψυχῆς καί τοῦ κόσμου ἀπό πλευρᾶς ἀξιολόγησης τήν κατέγραψε μέ τή φράση: «πάντα καθαρά τοῖς καθαροῖς» (Τίτ. 1, 15). Ὅλα εἶναι καθαρά γι’ αὐτούς πού εἶναι καθαροί στήν ψυχή. Ἡ ἐπισήμανση ἔτσι τῆς πονηρίας καί τῆς κακίας στόν κόσμο συνιστᾶ ταυτοχρόνως καί φανέρωση τῆς πονηρίας καί τῆς κακίας στή δική μας ψυχή. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, ὁ νεώτερος αὐτός Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, μέ πολύ διεισδυτικό τρόπο καί ἀμεσότητα, ὡς ἑξῆς καταγράφει τήν παραπάνω ἀλήθεια:
«Ἤξευρε γάρ πῶς, ὅταν ἀριστερῶς λογιάσῃς κανένα κακόν τοῦ ἀδελφοῦ σου, εἶναι κάποια ρίζα τοῦ αὐτοῦ κακοῦ καί εἰς τήν καρδίαν τήν ἐδικήν σου· ἥτις, κατά τήν διάθεσιν, καί τό πάθος, ὁποῦ ἔχει, ἔτσι ἐμπαθῶς κρίνει καί τά τῶν ἄλλων, ὡς γέγραπται. “Ὁ πονηρός ἄνθρωπος, ἐκ τοῦ πονηροῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας ἐκβάλλει τά πονηρά” (Ματθ. ιβ΄ 35). Διατί, κατά ἄλλον τρόπον, ἕνας καθαρός καί ἀπαθής ὀφθαλμός, ἀπαθῶς βλέπει καί τά πράγματα, καί ὄχι πονηρῶς. “Καθαρός ὁ ὀφθαλμός τοῦ μή ὁρᾶν πονηρά” (Ἀββακ. α΄13). Ὅθεν, ὅταν ἔλθῃ εἰς τόν λογισμόν σου νά κρίνῃς ἄλλους διά κανένα ἐλάττωμα, ἀγανάκτησε κατά τοῦ ἑαυτοῦ σου, ὡς πταίστου, καί ἐργάτου τοῦ ἰδίου σφάλματος, καί εἰπέ εἰς τήν καρδίαν σου· “Πῶς ἐγώ ὁ ταλαίπωρος, εὑρισκόμενος εἰς τό ἴδιον σφάλμα, καί εἰς ἄλλα βαρύτερα ἐλαττώματα, θέλω ἀποτολμήσει νά ὑψώσω τήν κεφαλήν, διά νά ἰδῶ, καί νά κρίνω τῶν ἄλλων τά σφάλματα;” Καί οὕτω, τά ἅρματα, ὁποῦ θέλεις νά μεταχειρισθῇς κατά τῶν ἄλλων μεταχειρίσου τα κατά σοῦ διά νά δώσῃς ἰατρείαν εἰς τάς πληγάς σου».
Ἀπό τήν πατερική μας παράδοση εἶναι πολύ γνωστό ἐν προκειμένῳ τό περιστατικό πού διασώζει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος, κατά τό ὁποῖο τρεῖς διερχόμενοι ἀπό ἕναν δρόμο ἄνθρωποι τό σούρουπο καί βλέποντας κάποιον νά περιμένει στή γωνία, ἔκαναν τρεῖς διαφορετικές σκέψεις γι’ αὐτόν: ὁ ἕνας σκέφτηκε ὅτι πρόκειται γιά κλέφτη, πού περιμένει τήν κατάλληλη στιγμή γιά νά κλέψει τά σπίτια· ὁ ἄλλος σκέφτηκε ὅτι περιμένει τή φίλη του, γιά νά πᾶνε νά πορνέψουν· καί ὁ τρίτος ἔκανε τή σκέψη ὅτι περιμένει τόν φίλο του, γιά νά πᾶνε στήν ἀγρυπνία τῆς παρακείμενης Ἐκκλησίας. Εἶναι φανερό ὅτι στό περιστατικό ἔχουμε ἀνάγλυφη τήν περίπτωση τοῦ φαινομένου τῆς ψυχολογικῆς προβολῆς: ὁ καθένας ἑρμήνευσε τά πράγματα σύμφωνα μέ τό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς του.
Τά πράγματα γίνονται ἀκόμη τραγικότερα βέβαια, μέ αὐτό πού λέει ὁ ὅσιος Παΐσιος καί πού ἀποτελεῖ ὄντως σπουδαία πνευματική πραγματικότητα: ὅτι ὅταν κανείς ἐπιμένει σέ λανθασμένους λογισμούς, τότε δέν ἔχουμε ἁπλῶς μία διαστρεβλωμένη θεώρηση τῶν πραγμάτων, δέν εἶναι δηλαδή μόνο θέμα τοῦ λογιστικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς, ἀλλά ἔχουμε καί ἀλλοίωση ἐπί τά χείρω τοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου, διαστρέβλωση τοῦ ἴδιου τοῦ ψυχισμοῦ του καί τοῦ παθητικοῦ μέρους του: ὁ ἄνθρωπος καί ἀγαθός νά εἶναι ἐκ φύσεως γίνεται πονηρός, μέ τή συνδρομή ἀσφαλῶς καί τοῦ διαβόλου. «Ὅταν κανείς συνεχῶς ἀσχολεῖται μέ τούς λογισμούς του και τούς ἐμπιστεύεται, τά φέρνει ἔτσι ὁ διάβολος, ὥστε νά κάνει τόν ἄνθρωπο πονηρό, ἔστω κι ἄν εἶναι ἀπό τή φύση του ἀγαθός…». Ὅτι μέ τήν ἐπισήμανση αὐτή ἀναδεικνύεται ὁλοφάνερα ἡ ἀνάγκη γιά ἐπιμονή στούς καλούς λογισμούς, ἀλλά καί ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπακοῆς ὡς ἄρνησης τῆς ἐμπιστοσύνης στό ἴδιον ἐγώ καί οἰκείωσης τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ κυρίως μέσω τοῦ πνευματικοῦ Πατέρα, εἶναι  ἐντελῶς περιττό καί νά ποῦμε.
3. Τό αὐτονόητα πρακτέον: ἡ καλλιέργεια τῶν καλῶν λογισμῶν.
Τό τί πρέπει λοιπόν νά κάνουμε εἶναι αὐτονόητο: νά ἀγωνιζόμαστε ὡς πιστοί στήν καλλιέργεια τῶν καλῶν λογισμῶν. Νά ἀρχίσουμε δηλαδή συστηματικά νά βλέπουμε τόν κόσμο, τούς συνανθρώπους, τόν ἑαυτό μας, τή φύση ὄχι μέ τά μάτια τοῦ ἐμπαθοῦς ψυχισμοῦ μας, ἀλλά μέ τά μάτια πού μᾶς ἔδωσε καί μᾶς δίνει ὁ Χριστός καί ἡ ἁγία Ἐκκλησία Του. Νά ἐφαρμόζουμε δηλαδή τό πατερικό λόγιο «μή, Κύριε, τό ἐμόν, ἀλλά τό σόν θέλημα γινέσθω». Κι αὐτό πιό συγκεκριμένα σημαίνει:
- νά ἐπιμένουμε στήν αἴσθηση καταρχάς τῆς πανταχοῦ παρουσίας τοῦ Θεοῦ μας. Ὁ κόσμος ὅλος εἶναι δημιούργημα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί ἐξαρτᾶται ἀπολύτως ἀπό τίς ἄκτιστες ἐνέργειές Του. Ἡ πιό φυσική λοιπόν σκέψη καί αἴσθηση τοῦ χριστιανοῦ εἶναι νά βλέπει καί νά νιώθει τήν παρουσία Ἐκείνου στά πάντα. «Ὅτι ἐξ Αὐτοῦ καί δι’Αὐτοῦ καί εἰς Αὐτόν τά πάντα ἔκτισται». «Τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός»·
- νά συνηθίσουμε νά βλέπουμε τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στό πρόσωπο τῶν συνανθρώπων μας. Ὅ,τι κι ἄν εἶναι ὁ συνάνθρωπος κι ὅ,τι κι ἄν κάνει, δέν παύει νά ἀποτελεῖ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί μυστική παρουσία Ἐκείνου. «Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ. 25,40).
- νά ἀρχίσουμε νά βλέπουμε καί τόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό σέ σχέση ἄμεση μέ τόν Χριστό: ἀποτελοῦμε ὡς βαπτισμένοι στό ὄνομά Του, πέρα ἀπό εἰκόνες Του, καί μέλη τοῦ σώματός Του, κατοικητήριά Του, ναούς τοῦ ἁγίου Πνεύματός Του.
Ἡ συστηματική καλλιέργεια τῶν λογισμῶν αὐτῶν, (ἐννοεῖται μέ ὁρμητική διάθεση τῆς ψυχῆς), δέν μᾶς ὁδηγεῖ σέ χώρους οὐτοπίας – δέν μᾶς βγάζει ἀπό τήν πραγματικότητα. Ἴσα-ἴσα μᾶς προσγειώνει στήν καθαυτό ἀλήθεια, ἀφοῦ μᾶς κάνει νά μή μένουμε στήν ἐπιφάνεια τῶν γεγονότων καί τοῦ κόσμου, ἀλλά νά βλέπουμε τό βάθος τους. Ἄλλωστε ποιός ἄλλος γνωρίζει καλύτερα τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν ἴδιο τόν Δημιουργό τους, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό; Ὅταν λοιπόν μᾶς προσανατολίζει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός σ’ αὐτήν τήν ὅραση τῶν πραγμάτων, ποιός θά ‘ναι ἐκεῖνος, ἐκτός ἀπό τόν ἄπιστο ἄνθρωπο, πού θά τήν ἀμφισβητήσει;
Ὁ ὅσιος Παΐσιος, βλέπουμε στό παρατεθέν ἀρχικό κείμενο,  ἐπισημαίνει πώς ἄν δέν κινούμαστε ἔτσι, μέ τόν τρόπο πού λέει δηλαδή ὁ Χριστός καί ἡ ἀποκάλυψή Του, τόσο διαστρεβλώνεται ἡ ψυχή μας, ὥστε καί ὁ πιό μεγάλος ἅγιος νά εἶναι γέροντάς μας, σάν τόν ἅγιο Ἀντώνιο, σέ τίποτε δέν μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσει!
Τά πράγματα λοιπόν εἶναι μονόδρομος: ἡ ὀρθή πίστη μας στόν Θεό καί στόν Χριστό. Ἤ θά αὐξάνουμε τήν πίστη μας γιά νά συνδεόμαστε μέ Ἐκεῖνον καί τήν Παναγία Τριάδα, θεωρώντας τά πάντα κατά τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ, ἤ θά ταλαιπωρούμαστε ἀπό τήν ὀλιγοπιστία καί τήν ἀπιστία μας, βουλιάζοντας μέσα στήν ἀνισορροπία τῶν παθῶν καί τῶν κακιῶν μας, γενόμενοι ἕρμαια τοῦ διαβόλου. Στήν πραγματικότητα αὐτό σημαίνει ἐπιλογή μεταξύ Παραδείσου καί κόλασης!