Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ



(Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἱεροσολύμων θέλησε νά κάνει ἡγούμενο στή Μονή τοῦ ἁγίου Εὐστοργίου ἕναν ἅγιο Γέροντα, ὁ ὁποῖος ὅμως μπροστά στό βάρος τῆς εὐθύνης ἀπεποιεῖτο τή θέση, προβάλλοντας ὡς δικαιολογία τό τάμα του νά προσκυνήσει στό Ὄρος Σινᾶ. Τελικά, ὁ Γέροντας ἔδωσε τήν ὑπόσχεση νά ἀποδεχτεῖ τήν ἡγουμενία, μετά τήν ἐπιστροφή του. Ὅμως στήν πορεία μαζί μ’ ἕναν ὑποτακτικό του, μετά τή διάβαση τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ, ἀρρώστησε, ὁπότε κατέφυγαν σ’ ἕνα μικρό σπήλαιο τῆς περιοχῆς. Ἐκεῖ διεπιστώθη ὅτι οἱ βουλές τοῦ Θεοῦ ἦταν ἐντελῶς διαφορετικές ἀπό ὅ,τι καί ὁ Γέροντας ἀλλά καί ὁ ἀρχιεπίσκοπος προγραμμάτιζαν...).

Τό τάμα πρόβαλ’ ὁ ἀββᾶς, ὁ πρῶτος νά μή γίνει,
«εἶναι βαριά γιά μένανε, τόσο μεγάλη εὐθύνη∙ 
τ’ Ὄρος Σινᾶ νά ἐπισκεφτῶ, τό ‘χει ἡ καρδιά μου δέσει,
γυρίζοντας τή συζητῶ, τοῦ ‘γούμενου τή θέση».
Ὁ Δέσποτας ἐκάμφθηκε, ἔδωσε τήν εὐχή του,
κι ὁ γέροντας πορεύτηκε, ἔλιωσε τό κορμί του.
Ρίγη καί πυρετός μαζί, μετά τόν Ἰορδάνη,
τόν ρίξαν κάτω τόν ἀββᾶ, σάν τέλος του ἐφάνη.
Μία μικρή σπηλιά ἐκεῖ, τοῦ φάνταξε ἀγκάλη,
ὁ πυρετός ἐπέμενε, τό ἴδιο καί μιά ζάλη.
«Γέροντα, γιά ποῦ τό ‘βαλες;», τήν ὥρα πού κοιμᾶται,
ἀκούει μέσα στ’ ὄνειρο,  ξυπνάει καί θυμάται.
«Στ’ Ὄρος Σινᾶ!» τ’ ἀπάντησε, «μά πές μου τ’ ὄνομά σου,
τί θέλεις ἀπό μένανε, δέν ξέρω τή θωριά σου». 
«Μή πᾶς στό Ὄρος τό Σινᾶ, παράκληση σοῦ κάνω∙
εἶσαι πιά γέρος κι ἄρρωστος, μεῖνε ἐδῶ ἐπάνω». 
Ἀρνήθηκε ὁ Γέροντας, κι ὁ ξένος ἐπανῆλθε, 
πάλι σέ ὄνειρο βαθύ, τό ἄλλο βράδυ ἦλθε.
«Καλόγερε, θά κουραστεῖς, κάτσε ἐδῶ στόν βράχο»∙
«ποιός εἶσαι;» ρώτησ’ ὁ ἀββᾶς, «ἀπάντηση θέ νά ‘χω». 
«Ὁ Ἰωάννης Πρόδρομος, ὁ Βαπτιστής Κυρίου∙
μέσ’ στή σπηλιά ἀσκήτεψα, κι εἶδα ὁράσεις Θείου.
Πολλές φορές ὁ Ἰησοῦς, ὡς ἐπισκέπτης ἦλθε,
ἡ χάρη Του παρήγορη, σέ μέ ὡς φῶς κατῆλθε.
Αὐτός ὁ τόπος ὁ μικρός, λοιπόν εἶναι μεγάλος, 
ἀνώτερος κι ἀπ’ τό Σινᾶ, κι ἔχει Θεοῦ τό κάλλος.
Κάνε λοιπόν ὑπακοή, κατοίκησε ‘δῶ πέρα,
καί τήν ὑγειά σου θά ‘χεις πιά, βέβαιη κάθε μέρα».
Ὁ Γέροντας ὑπάκουσε, ἔκλινε τό κεφάλι,
στάθηκ’ ἀμέσως ὑγιής, ζωντάνεψε καί πάλι.
Τό σπήλαιο τό ἔκανε, σπουδαία Ἐκκλησία,
καί μ’ ἄλλους πλῆθος ἀδελφούς, κάναν Μονή ἁγία.
Σάψας ὁ τόπος λέγεται, πέρ’ ἀπ’ τόν Ἰορδάνη,
ἀριστερά ‘χει Χείμαρρο, τοῦ Ζηλωτῆ τό χάνι.

(Ἀπό τό «Λειμωνάριον» τοῦ Ἰ. Μόσχου, κεφ. 1)










Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2018

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ


Ὁ Λεόντιος πάγωσε στή θέση του. Ἡ καρδιά του ἄρχισε νά κτυπᾶ ἀκανόνιστα. Κρύος ἱδρώτας τόν περιέλουσε. Θέλησε νά φωνάξει καί νά σηκωθεῖ νά φύγει, μά ἦταν ἀδύνατο: τά πόδια του καρφωμένα πάνω στή γῆ δέν ἔλεγαν νά κάνουν ρούπι. Ἡ αὐγή δέν εἶχε ἀκόμη φανεῖ καί ὁ ναός φωτιζόταν ἐλάχιστα ἀπό τά λιγοστά καντήλια. Αὐτό ὅμως πού τόν φόβισε καί τόν τάραξε τό εἶδε καθαρά.

      Διαβαζόταν τό μεσονυκτικό στόν Κεντρικό Ναό τῆς νέας λαύρας τῆς Μονῆς τοῦ ἀγίου Σάββα, ἡμέρα Κυριακή, ὅταν μπῆκε στόν Πρόναο. Εἶχε ἑτοιμαστεῖ νά κοινωνήσει, εἶχε κάνει τόν κανόνα του, διάβασε τίς προβλεπόμενες εὐχές, ἔκανε τίς μετάνοιες του. Τό κελί του στόν νέο αὐτόν χῶρο, τή νέα λαύρα, τοῦ ἄρεσε πολύ. Δέν ἤθελε στήν ἀρχή νά ἐγκαταλείψει τό Μεγάλο Μοναστήρι πού ἀπό μικρός εἶχε εἰσέλθει. Ἡ Μονή τοῦ ἁγίου Σάββα ἦταν φημισμένη γιά τούς ἁγίους ἀσκητές της, γιά τό διακριτικά αὐστηρό πρόγραμμα πού εἶχε καθορίσει ὁ μεγάλος Πατέρας καί ἱδρυτής της ὅσιος Σάββας, κι ἔνιωθε ὅτι ἐδῶ μέ ἀσφάλεια θά πορευόταν τόν δρόμο τῆς σωτηρίας του. Καί πράγματι, ὅλα τά χρόνια του ἦταν χρόνια ἔντονης ἀσκητικῆς προσπάθειας, «βίας φύσεως διηνεκοῦς» πού λέγανε οἱ παλαιότεροι ἀσκητές γιά τή μονότροπη Πολιτεία. Μά τοῦ τό ζήτησε ὁ ἴδιος ὁ ἡγούμενος, ὅταν τόν κάλεσε κάποια ημέρα στό ἡγουμενεῖο: «Λεόντιε, πρέπει τό κενό πού δημιουργήθηκε στή νέα λαύρα ἀπό τούς πλανεμένους ἀδελφούς ὠριγενιστές, νά τό ἀναπληρώσουμε. Θά σέ παρακαλέσω νά εἶσαι καί σύ ἀπό αὐτούς πού θά πᾶνε στόν νέο αὐτόν χῶρο μας. Εἶναι μιά ξεχωριστή εὐκαιρία νά ἁγιαστεῖ ὁ τόπος, πού δέν ξέρω ποιά δαιμόνια μπορεῖ νά τόν ἔχουν μαγαρίσει».


Δέν ἄργησε νά συμφωνήσει. Πέρα ἀπό τό γεγονός ὅτι πάντοτε ὁ ἴδιος ἦταν τέκνο ὑπακοῆς – τό «ναί» του σέ κάθε κέλευσμα καί προτροπή τῆς Μονῆς σ’ αὐτόν ἦταν ἄμεσο, χωρίς νά τό θέτει ὑπό τή δική του κρίση – τώρα ἔβλεπε καί τή λογική τοῦ πράγματος. Ἡ Μονή τους εἶχε πονέσει ἀπό αὐτό πού εἶχε συμβεῖ κάποιο διάστημα πρίν. Μία ὁμάδα ἀδελφῶν της εἶχε  ἐπηρεαστεῖ ἀπό τίς κακοδοξίες τοῦ σπουδαίου κατά τά ἄλλα θεολόγου τῆς Ἐκκλησίας Ὠριγένη κι εἶχε ἀρχίσει νά παρουσιάζει συμπεριφορά πού δέν ταίριαζε στή μοναχική ἰδιότητα. Οἱ ἀδελφοί αὐτοί πίστεψαν ὅτι ἡ Ἐκκλησία, συνεπῶς καί τό Μοναστήρι τους, δέν ἀκολουθοῦσαν τήν ὀρθή πίστη∙ ὅτι ἡ ὀρθή πίστη ἐκφραζόταν καλύτερα μέ αὐτά πού ἔλεγε καί ἔγραφε ὁ Ὠριγένης, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐπηρεασμένος ἀπό τή φιλοσοφία τοῦ νεοπλατωνισμοῦ, διέγραφε τήν «ἱστορική» Ἐκκλησία καί κήρυσσε μία «πνευματική» ἐκδοχή της, ὁπότε παρέσυρε τούς ὀπαδούς καί ἀκολούθους του σέ ἀτραπούς πού τούς ἔκανε νά χάνουν τή ζωντανή σχέση τους μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ἀντέδρασε τό μοναστήρι μέ τίς ἐπιλογές τῶν μοναχῶν αὐτῶν, ὁπότε ἐκεῖνοι ἔκριναν καλό ὄχι βεβαίως νά μετανοήσουν καί νά κάνουν ὑπακοή, ἀλλά νά φύγουν καί νά δημιουργήσουν μιά δική τους λαύρα, ἕναν δικό τους μοναχικό συνοικισμό, ὅπου ἐκεῖ ἀπερίσπαστοι νά λατρεύουν τή δική τους «χριστιανική» θεότητα. Ἡ ποιμαίνουσα Ἐκκλησία βλέποντας τόν μεγάλο κίνδυνο ἀπό τήν ἀλλοίωση τῆς πίστης καί τήν ἐπιρροή πού ἀσκοῦσε τό ἰσχυρό πνεῦμα τοῦ Ὠριγένη, ἀκόμη καί μετά θάνατον, συγκρότησε μεγάλη Σύνοδο στά μέσα τοῦ 6ου αἰ. κι ἐκεῖ κατέδειξε καί κατεδίκασε τήν πλάνη τῶν ὠριγενιστῶν ἀποκόπτοντας ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὅσους ἦταν ὀπαδοί του καί δέν μετανοοοῦσαν. Ὴταν ἑπόμενο βέβαια μετά τήν καταδίκη αὐτή οἱ πλανεμένοι ἀδελφοί τοῦ μοναστηριοῦ νά μήν μποροῦν νά σταθοῦν στή νέα αὐτή λαύρα, πού ἐξηρτᾶτο στήν οὐσία ἀπό τή Μεγάλη Μονή τοῦ ὁσίου Σάββα, καί νά φύγουν. Γρήγορα ἡ νέα αὐτή λαύρα ἐπανδρώθηκε ἀπό ἄλλους ἀδελφούς τῆς Μονῆς, ἕνας τῶν ὁποίων ἦταν καί ὁ ἀββᾶς Λεόντιος, ὑπακούοντας, καθώς εἴπαμε, στήν προτροπή τοῦ ἡγουμένου.

Γρήγορα ὁ Λεόντιος προσαρμόστηκε στόν νέο χῶρο, εἶδε τόν ἡσυχαστικό χαρακτήρα τῆς λαύρας, δοξολόγησε τόν Θεό πού διά τοῦ ἡγουμένου τῆς Μονῆς τοῦ ἔδωσε τή νέα αὐτήν εὐκαιρία ἁγιασμοῦ του, ἀποδύθηκε σέ νέους ἀσκητικούς ἀγῶνες. Καί, νά, πού τή συγκεκριμένη ἡμέρα τῆς Κυριακῆς, ἀφοῦ ἀποβραδίς ἐπιτέλεσε ὅ,τι προέβλεπε τό τυπικό γιά τήν ἑτοιμασία τῆς Θείας Κοινωνίας, πῆρε τόν δρόμο ἀπό τό κελί του πού τόν ἔφερνε ξημερώματα στόν Κεντρικό Ναό. Ἡ καρδιά του φτερούγιζε στή σκέψη πού γιά μία ἀκόμη φορά θά γινόταν σύσσωμος καί σύναιμος μέ τόν Κύριο, καθώς ἡ βρώση τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καί ἡ πόση τοῦ ἁγίου αἵματός Του θά ἐνεργοποιοῦσε στήν ὕπαρξή του τή δωρεά νά εἶναι μέλος Κυρίου ἀπό τό ἅγιο βάπτισμά του.
Μπῆκε λοιπόν ἀπό τούς πρώτους στόν Ναό, πρῶτα στόν Πρόναο, ἔκανε τίς μετάνοιες του, ἀσπάστηκε τίς εἰκόνες τοῦ Κυρίου καί τῆς Παναγίας Μητέρας Του, καθώς καί ὅλων τῶν φίλων του ἁγίων. Ἡ θέση του ἦταν συγκεκριμένη λόγω τῶν πολλῶν χρόνων του στό Μεγάλο Μοναστήρι: κοντά στόν προεστῶτα τῆς νέας λαύρας, σέ θέση πού ἔβλεπε πολύ καθαρά τό ἱερό ἀπό τήν Ὡραία Πύλη, καί μάλιστα τό δεξιό τμῆμα τῆς Ἁγίας Τραπέζης. Καί τότε εἶδε αὐτό πού τόν ἀκινητοποίησε καί τόν «πάγωσε»∙ πού τόν ἔκανε νά μήν μπορεῖ νά σύρει κανένα βῆμα πιά∙ πού ἔκανε τήν καρδιά του νά κτυπᾶ ἀκανόνιστα καί ἄρρυθμα: Μιά φιγούρα μεγάλη μέσα στό Ἱερό, στά δεξιά τοῦ Θυσιαστηρίου, ἕναν ἄγγελο πού τό μέγεθός του φάνταξε τεράστιο στά μάτια του! Ὄχι, δέν εἶχε ξαναδεῖ ἄγγελο οὔτε ἀγγέλους κι οὔτε ἤθελε. Πίστευε ὅτι ἀσφαλῶς καί ὑπάρχουν, ἀσφαλῶς καί ἐπιδροῦν θετικά στή ζωή μας, ἀλλά μποροῦν καί τούς βλέπουν οἱ ἅγιοι, οἱ προχωρημένοι πνευματικά, αὐτοί τῶν ὁποίων οἱ πνευματικοί ὀφθαλμοί διανοίγονται ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ γιά νά βλέπουν καί τό βάθος ἀκόμη τῆς πραγματικότητας. Ὁ ἴδιος ὅμως τί ἤτανε; Σκόνταφτε πολύ συχνά, παρ’ ὅλη τήν ἡλικία του, στά πάθη καί τίς ἀδυναμίες του, ἔβλεπε ὁλοκάθαρα τόν ἑαυτό του μέ τόν τρόπο πού ἔλεγε ὁ Κύριος, ἕνα μηδενικό δηλαδή, ἀφοῦ τά λόγια Του ἦταν ἡ ἴδια ἡ ἀλήθεια: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»! «Ἔνα τίποτε εἶμαι», ἔλεγε γιά τόν ἑαυτό του, καί τό πίστευε ἀκράδαντα. «Πῶς λοιπόν ἐγώ μέ τέτοια δεινή πνευματική κατάσταση θά δῶ ἀγγέλους; Συνεπῶς, ἤ εἶναι πλάσμα τῆς φαντασίας μου ἤ ὁ Πονηρός μέ δουλεύει μέ τόν καλύτερο τρόπο». Αὐτό τόν τρομοκράτησε καί τόν ἔκανε νά μείνει σάν πέτρα.
Κυριάρχησε λίγο στόν ἑαυτό του, ἴσα γιά νά σύρει σάν πεθαμένος τά βήματά του ἔξω καί πάλι ἀπό τόν Ναό. Βγῆκε τελικά, χωρίς κανείς νά τοῦ πεῖ τίποτε, κι ὅλα τοῦ φάνηκαν ξένα κι ἀλλόκοτα. Ὁ χῶρος πού μέχρι πρό τινος τοῦ χαμογελοῦσε, ἦταν τώρα κίνδυνος γι’ αὐτόν.  Ὁ φόβος εἶχε ἁλώσει τήν ψυχή του καί τόν ἔκανε νά σέρνεται σάν κυνηγημένος. Τί κι ἄν ἤτανε Κυριακή καί σέ λίγο θά ξεκινοῦσε μέ λαμπρότητα ἡ Θεία Λειτουργία; Τό μόνο πού τόν ἐνδιέφερε ἦταν νά φτάσει γρήγορα στό κελί του καί νά κλειδωθεῖ σ’ αὐτό. Ἄνοιξε μέ δυσκολία καί μέ κρατημένη τήν ἀναπνοή τή θύρα, ἔκλεισε καί σωριάστηκε σ’ ἕνα κάθισμα. Ἡ ἀναπνοή του ἦταν βαριά καί πέρασε κάποια ὥρα μέχρι νά βρεῖ τόν συνηθισμένο της ρυθμό.
Τό κελί του ἄρχισε νά παίρνει τίς συνηθισμένες του διαστάσεις καί οἱ λογισμοί του λίγο νά ἠρεμοῦν καί νά τακτοποιοῦνται. Ἡ ὀπτασία πού εἶδε, ἡ «ὅρασή» του ἄρχισε νά γίνεται ἀντικείμενο λογικῆς ἐπεξεργασίας, ἀλλά καί πνευματικοῦ προσδιορισμοῦ.
«Γιατί φοβήθηκα τόσο;» ἄρχισε νά διερωτᾶται. «Πιστεύω στόν Κύριο, πιστεύω στούς ἁγίους ἀγγέλους Του, πιστεύω στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί ὅτι ὅλα βρίσκονται μέσα στήν ἐνέργεια Ἐκείνου. Τί ἦταν ἐκεῖνο πού μέ φόβισε; Ὁ ἅγιος ἄγγελος; Ὅμως ἐγώ δέν εἶμαι ἄξιος νά βλέπω ἀγγέλους. Συνεπῶς τί ἦταν αὐτό πού εἶδα; Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως ὁ φόβος δέν εἶναι σημάδι τῆς ἔλλειψης ἀγάπης μέσα στήν καρδιά μου; Ὁ ἅγιος Ἰωάννης στήν Α΄ Καθολική ἐπιστολή του δέν λέει ὅτι «φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ’ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον»; Συνεπῶς, ὅ,τι εἶδα ἦταν κατά παραχώρηση τοῦ Θεοῦ γιά νά καταλάβω πόσο ἐλλειμματικός εἶμαι καί στήν πίστη καί στήν ἀγάπη. Θεέ μου, συγχώρεσέ με∙ Κύριε, λυπήσου με τόν ἁμαρτωλό!».
Ἔπεσε στά γόνατα ὁ Λεόντιος καί τό πρόσωπό του χάθηκε στό δάπεδο τοῦ κελιοῦ του. Τά δάκρυά του ἄρχισαν νά πληθαίνουν καί νά ρέουν σάν μικρό ποτάμι. Καταλάβαινε τή μικρότητα καί τήν ὀλιγότητά του κι ἄρχισε ἀπό τή μιά νά παρακαλεῖ τόν Θεό νά τόν ἐλεήσει, ἀπό τήν ἄλλη νά τόν δοξολογεῖ πού τοῦ ἔδωσε τήν εὐκαιρία, ἔστω καί μέσα ἀπό τή φοβερή γι’ αὐτόν ὅραση, νά δεῖ τά πραγματικά ὅριά του. «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ἔλεγε καί ξανάλεγε, ἐνῶ τό στῆθος του τρανταζόταν ἀπό τό βίωμα τῆς μετανοίας του.
«Λεόντιε!», σάν νά ἄκουσε μέσα στίς θρηνητικές κραυγές του μιά φωνή πού τόν προσφωνοῦσε. «Λεόντιε!». Ξαφνιάστηκε καί ἀνασήκωσε τό κεφάλι νά δεῖ ἀπό ποῦ προέρχεται ἡ φωνή, χωρίς ὅμως – κι αὐτό τόν παραξένεψε – νά φοβηθεῖ καθόλου αὐτήν τή φορά. Ἦταν σάν νά ἄκουγε πολύ καθαρά τώρα τό ὄνομά του, ἀλλά ἀπό κάποιον πολύ ἀγαπημένο του, ἀπό ἕναν καρδιακό φίλο του, γι’ αὐτό καί στράφηκε μέ χαρά θαρρεῖς πρός τή θύρα τοῦ κελιοῦ του. Τίποτε ὅμως! Κανένας! Ἡ φωνή ὅμως συνέχισε νά τόν καλεῖ: «Λεόντιε!».
Ἄρχισε νά καταλαβαίνει. Ἡ φωνή ἠχοῦσε στά αὐτιά του καθαρά, ἀλλά ἀπό τό μέρος θά ἔλεγες τῆς καρδιᾶς. Πῆγε καί πάλι νά προσκυνήσει, ἀλλά μέ ἐπίγνωση αὐτήν τή φορά, χωρίς νά βλέπει κάτι∙ μόνον ἄκουγε.  «Λάλει, Κύριε, ὅτι ὁ δοῦλος σου ἀκούει». «Λεόντιε!», ἄκουσε καί πάλι. «Δέν εἶμαι ὁ Κύριός μας. Εἶμαι ὁ ἄγγελός του πού λίγο πρίν στόν Ναό ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά μέ δεῖς. Εἶμαι ὁ ἄγγελος τοῦ Ναοῦ. Ὁ Κύριος καί Θεός μας θέλησε νά δεῖς μέ ἄμεσο τρόπο κι ἐσύ ὅτι βρίσκομαι ὡς φύλακας τοῦ Ναοῦ. Ἀπό τότε πού ἐγκαινιάστηκε τοῦτο τό θυσιαστήριο, σέ μένα ἀνατέθηκε νά κατοικῶ σ’ αὐτό».
Ὁ Λεόντιος ἔνιωσε τήν καρδιά του νά δυναμώνει∙ νά γιγαντώνεται. Ἦταν βέβαιος τώρα ὅτι πράγματι ἐπρόκειτο γιά ἄγγελο τοῦ Κυρίου. Ὁ φόβος πού τόν εἶχε αἰχμαλωτίσει πρίν εἶχε φυγαδευτεῖ κι ἕνα κύμα χαρᾶς καί ἀγαλλίασης κυριαρχοῦσε μέσα του. Ξανάπεσε μέ τό πρόσωπό του στό ἔδαφος καί μέ δάκρυα εὐγνωμοσύνης αὐτήν τή φορά ἄρχισε νά προσεύχεται καί νά δοξολογεῖ τόν Κύριο. Ἀπότομα σηκώθηκε, ἄνοιξε τή θύρα τοῦ κελιοῦ του καί σχεδόν τρέχοντας κατέβηκε καί πάλι στόν Ναό. Τώρα ἤξερε: Ὁ Κύριος τοῦ εἶχε ἀποκαλύψει τόν ἄγγελό Του∙ ἡ δική του πίστη τώρα τόν ἔκανε νά βλέπει καί τόν δικό του προσωπικό ἄγγελο, πού ὁ Κύριος τοῦ ἔδωσε ἀπό τήν ὥρα πού βαπτίστηκε καί ἔγινε «ναός τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Στή θέση του μέσα στόν Ναό μετέσχε στό ὑπόλοιπο τῆς Θείας Λειτουργίας, ἐνῶ μέ κατάνυξη μεγάλη καί μέ θερμό πόθο κοινώνησε τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Τόν ἄγγελο τοῦ Ναοῦ δέν τόν ξαναεῖδε, ὅπως τήν πρώτη φορά. Τόν ἔβλεπε ὅμως πάντοτε μέ τήν ὅραση τῆς πίστης πού τοῦ χάριζε ὁ Κύριος καί τοῦ μιλοῦσε νοερῶς σάν σέ ἀγαπητό του φίλο.
                                           (Ἀπό τό "Λειμωνάριον" τοῦ Ἰ. Μόσχου, κεφ. 4)


Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

ΤΑ ΧΑΣΤΟΥΚΙΑ ΤΩΝ... ΚΟΡΑΚΩΝ!


Ο δύο φίλοι, Γιργος, μεγαλύτερος στήν λικία, τριαντάρης περίπου, καί Νίκος, λίγο μικρότερος, εχαν φτάσει στό ρος μετά πό «πάλη» ρκετν μηνν. Ζύγιαζαν τά πράγματα πό δ, τά μελετοσαν πό κε, τελικά κατόρθωσαν νά βρον κενες τίς μερομηνίες πού μπόρεσαν νά βολέψουν τό πρόγραμμα καί τίς δουλειές τους, καί, νά, πού βρέθηκαν τελικά στό πολυπόθητο γι ατούς γιον ρος, τό ποο πρώτη φορά πισκέπτονταν. Δέν ταν σχετοι πρός τήν κκλησία καί τή χριστιανική πίστη. Προέρχονταν πό χριστιανικές οκογένειες, ο ποες εχαν φροντίσει νά σταλάξουν μέσα τους σο ταν δυνατόν τήν πίστη στόν Χριστό, τήν ελάβεια πρός τήν κκλησία καί τήν γάπη πρός τούς γίους.  ταν μάλιστα ναφέρονταν στό γιον ρος ο γονες τν δύο παιδιν, ο ελαβες ατοί νθρωποι πάντοτε συγκινονταν, σάν νά φτερούγιζε κάτι μέσα στήν καρδιά τους: εχαν πισκεφτε κι κενοι μαζί τό γιασμένο ρος παλαιότερα, ο δέ γυνακες τους εχαν μετάσχει στόν περίπλου το ρους πού εχε προγραμματίσει νορία τους.  Γι ατό καί ταν συναντονταν ο φιλικές ατές οκογένειες, συχνά ρχόταν λόγος γιά τούς Γέροντες το ρους, γιά τά πελώρια Μοναστήρια πού βρίσκονταν  μέσα σέ μιά χλύ μυστηρίου, γιά τή φυσική μορφιά πού μάγευε πιστούς καί πιστους, ληθινούς προσκυνητές καί πλούς «τουρίστες»
Τά παιδιά κουγαν τίς συζητήσεις ατές καί κατά τρόπο φυσικό τούς εχε δημιουργηθε πιθυμία νά πνε κι ατοί στό ρος, νά δον καί νά κούσουν καί ο διοι ,τι ο πατέρες τους διηγονταν, νά προσκυνήσουν σέ τόπους πού εχαν σκητέψει καί εχαν γιάσει ληθινοί νθρωποι το Χριστο. Τά χρόνια μως περνοσαν καί πιθυμία τους δέν εχε κπληρωθε. Πότε ο σπουδές τους, πότε ο διακοπές τους πού δέν θελαν νά χάσουν, πότε καί κάποια ντίδραση πού κάποια στιγμή μφιλοχώρησε μέσα τους, τούς καναν νά ργοπορον καί νά μεταθέτουν γιά λλοτε ατό πού πό τά μικράτα τους εχαν νειρευτε
Καί νά πού κείνη τή χρονιά τά πράγματα «βολεύτηκαν». Τό ποφάσισαν, ταν μάλιστα καί κάποιοι φίλοι τους πού πισκέφτηκαν τό ρος τούς διηγήθηκαν μέ νθουσιασμό τίς μπειρίες τους, καί μάλιστα ταν τούς μίλησαν γιά τόν σπουδαο Γέροντα άκωβο πού γνώρισαν, σέ μιά μακρινή κάπως σκήτη το ρους, πό ατές πού κρύβουν πολλά γιασμένα γεροντάκια πού δέν τούς δίνει κανείς σημασία, ταν κυριαρχεται πό κοσμικά κριτήρια, λλά πού χουν καρδιά χρυσαφένια καί λιονταρίσια, καρδιά δηλαδή ληθινά σάρκινη, γεμάτη γάπη καί πίστη Χριστο, λλά καί θέληση πού μόνο γρανιτένιος βράχος μπορε νά παραβληθε μαζί της
Τόν νεζήτησαν, μέ βάση τίς πληροφορίες πού λαβαν πό τούς φίλους τους, τόν βρκαν, γοητεύτηκαν, μαλάκωσε καρδιά τους, θέλησαν νά κουμπήσουν σ ατόν τούς προβληματισμούς καί τίς δυσκολίες τους. Γέροντας μέ τήν πρώτη ματιά «διάβασε» τήν ψυχή τους κι εδε τι ο νέοι ατοί νθρωποι δέν παίζουν μέ τήν πνευματική ζωή. ταν ληθινοί ναζητητές το μυστηρίου το Πνεύματος το Θεο, γι ατό καί εκολα κι ατός νταποκρίθηκε. Τούς καλοδέχτηκε - πως κανε λλωστε καί σέ λους τούς προσκυνητέςκαί κάτω πό ναν γέρικο πλάτανο πού κοσμοσε τή μικρή αλή το κελιο του, τούς ψησε καφεδάκι καί τούς τράταρε λουκούμι καί δροσερό νερό
κουβέντα δέν ργησε νά λάβει τήν τροπή πού πιθυμοσαν λοι τους. Μετά τίς πρτες ναγνωριστικές φράσεις, τήν πρώτη γνωριμία τους, καί ο δύο νέοι ατοί νθρωποι ρχισαν νά ρωτον γιά πιό πνευματικά θέματα, γιά τίς δυσκολίες πού ντιμετώπιζαν στήν πνευματική ζωή, γιά τήν πογοήτευσή τους πό πολλούς ξιωματούχους τς κκλησίας, γιά τό κυνηγητό πό τήν λλη το καθημερινο ρτου, πού τούς κανε καί τούς δύο νά μήν χουν κάπου προσανατολιστε γιά τή σύμπηξη οκογένειας. Γιατί καί ο δύο το νέφεραν τι μοναχική ζωή τήν ποία ποδέχονται καί γαπον, δέν εναι γι ατούς. Βλέπουν τούς καλογέρους ς ρωες μέ τήν ποταγή το κόσμου, λλά ο διοι δέν μπορον νά σηκώσουν τό βάρος ατό
Γέροντας τούς κουγε πομονετικά καί μέ καλοσύνη καί πότε κουνοσε τό κεφάλι του συμφωνώντας μέ τίς διαπιστώσεις τους, πότε δινε κάποιες σύντομες παντήσεις, πότε ξέφραζε τήν κπληξή του μέ κάτι περίεργο καί παράδοξο πού το λεγαν. Τό κομποσχοίνι του πό τήν λλη γυρόφερνε στά γιασμένα χέρια του κι ταν στιγμές πού κάποιο δάκρυ σάν νά λαμπύριζε στούς φθαλμούς του, πού γρήγορα μως σάν ντροπιασμένο μαζευόταν χωρίς νά πάρει τόν δρόμο του. κε πού κοντοστάθηκε περισσότερο ταν στίς πιφυλάξεις τν νέων γιά τούς πρτα φέροντες στήν κκλησία. Εδε μέσως τόν κίνδυνο πού καραδοκοσε, τήν κπτωση μέ «δεξιό» τρόπο σέ κατάκριση καί ποποίηση τν προσωπικν εθυνν
«Θέλει προσοχή τό θέμα ατό, παιδιά μου», επε μέ σοβαρότητα. Βεβαίως ο κκλησιαστικοί ρχοντές μας εναι κενοι πού χουν τή μεγαλύτερη εθύνη γιά τίς ψυχές τν πιστν καί χι μόνο, μά κάθε πιστός ξίσου μ ατούς ς μέλος Χριστο εναι πεύθυνος. Εναι πολύ εκολο νά μεταθέτουμε τά βάρη στούς λλους καί νά ξεχνμε τι «καστος περί αυτο λόγον δώσει» στόν Κύριο. λλωστε μή ξεχνμε τι καί ο πρτοι στήν κκλησία, πό πλευρς νθρώπινης μιλ, εναι «σάρξ κ τς σαρκός μας», χουμε δηλαδή ,τι τελικς σως μς ξίζει τό σημειώνει καί λόγος το Θεο: « Κύριος δίνει τούς ρχοντες κατά τήν καρδίαν το λαο». ν θέλουμε λοιπόν πράγματι νά βοηθήσουμε τήν κατάσταση εναι φενός νά προσευχόμαστε γιά τούς ταγούς μας, φετέρου σο μπορομε νά γιάζουμε τόν αυτό μας. Διότι γιάζοντας τόν αυτό μας διορθώνεται να κομμάτι τς κκλησίας καί τσι γιασμός ατός μεταφέρεται καί στούς λλους. Μήν ποτιμμε τήν εθύνη το καθενός μας, σο μικροί καί ταπεινοί κι ν φαινόμαστε τι εμαστε. λλωστε ταπεινοσύνη μεγαλοσύνη το καθενός μετριέται «μέ τς καρδις τό πύρωμα» πού λέει κι ποιητής,  μέ τήν γάπη πού χει νθρωπος πρός τόν Χριστό καί τόν συνάνθρωπο, καί χι πό τό χει του καί τά κοσμικά προσόντα του. πό τήν λλη, κάθε συνάνθρωπός μας, μικρός μεγάλος, μέ ξίωμα χι, ποτελε κομμάτι το διου το αυτο μας. «γαπήσεις τόν πλησίον σου ς σεαυτόν», προτρέπει παρχς λόγος το Θεο. λλος δέν εναι λλος. Εμαστε μες, γιατί ς μέλη Χριστο νταγμένοι μέσα σέ κενον καί χοντας τήν γάπη Του περικλείουμε καί τόν λλον μέσα στόν αυτό μας, πως Χριστός διος μς περικλείει κι κενος μέσα Του. Ατό δέν εναι τό μυστήριο τς νότητας τν νθρώπων, κατά τό πρότυπο τς νότητας τς διας τς γίας Τριάδος; «να πάντες ν σιν», επε Κύριος, «καθώς καί μες, Πάτερ, ν σμεν»
Λοιπόν, ν φεθομε στίς κατακρίσεις τν λλων, ν παρασυρθομε στίς φαινομενικά σωστές πογοητεύσεις καί πογνώσεις μας, ρνούμαστε τόν λόγο το Κυρίου καί παίζουμε τό παιχνίδι το Πονηρο. Συνεπς, χάνουμε τήν παρουσία το Θεο καί τή χάρη Του στή ζωή μας, φο κενος εναι μαζί μας, ταν κι μες προσπαθομε μέ τή βοήθειά Του νά εμαστε πάνω στίς γιες ντολές Του. Κάθε λοιπόν παρέκκλιση το συνανθρώπου μας, κάθε μαρτία του, πρέπει νά βιώνεται πό τόν πιστό ς δική του παρέκκλιση, ς δική του μαρτία, γιά τήν ποία θά πρέπει νά ναλάβει γώνας μετανοίας. Τέτοιο πράγμα καί τέτοια προοπτική δέν πάρχει πουθενά λλο στόν κόσμο, σέ καμία πολύτως θρησκεία. Εναι μοναδικότητα τς χριστιανικς πίστης, τς μόνης σωτηριώδους λήθειας γιά τόν νθρωπο»
Γέρων άκωβος κοντοστάθηκε. Σάν νά νιωσε τι επε πολλά, σταμάτησε κι πιασε καί πάλι τόν γύρο το κομποσχοινιο του. Θέλησε νά ποφορτίσει λίγο τήν τμόσφαιρα καί προθυμοποιήθηκε νά γεμίσει καί πάλι τά ποτήρια τν προσκυνητν, ο ποοι τόν παρακολουθοσαν μέ μεγάλη ελάβεια καί θά λεγε κανείς καί κατανυγμένοι. Τή σιωπή τήν σπασε κάποιος θόρυβος πού κούστηκε πό τήν ξώθυρα τς μικρς αλς. Κάποιος λλος προσκυνητής, μεσήλικας ατός, πλησίαζε καί βλέποντας τήν εδυλλιακή γι ατόν εκόνα κάτω πό τόν πλάτανο νά πίνουν καφεδάκι καί νά πίνουν δροσερό νερόχαμογέλασε μέ γαλλίαση
«Καλς τον», σπευσε Γέροντας νά τόν καλωσορίσει. «Κόπιασε καί σύ στή συντροφιά μας. χουμε καφεδάκι καί ραο λουκούμι, κυρίως μως δροσερό νερό μέσα στή ζέστη ατή το καλοκαιριο». 
«Ελογετε, Γέροντα», επε νιοφερμένος, «λέγομαι Κώστας καί ν θέλετε, μπορετε νά μέ δεχτετε καί μέ μένα στήν παρέα σας».
«Πολύ εχαρίστως, δελφέ μου», πάντησε Γέροντας, καί κανε τίς συστάσεις τν δελφν, τρατάροντας ταυτόχρονα μέ νεανική σβελτάδα τόν νθρωπο. «χουμε πιάσει κάποια θέματα τς πνευματικς ζως πού πασχολον τούς νέους μας δ, κι σως Θεός σέ στειλε νά σταματήσουμε λίγο νά ξεκουραστονε κι ατοί. Τούςπηξα” πού λένε μέ τά λόγια μου», επε Γέροντας - βλέποντας καί  τούς δελφούς νά ντιδρον μέ τά χέρια τους στήν κτίμηση ατή - κι να πλατύ χαμόγελο ζωγραφίστηκε στό σκαμμένο πό τήν σκηση πρόσωπό του. μακριά λευκή γενιάδα του πρε λίγο νά κουνιέται πό να ξαφνικό φύσημα το έρα καί τά ράσα πού νέμισαν ποκάλυψαν τό λιπόσαρκο κορμί του, καθώς κόλλησαν πάνω σ ατό
«Γέροντα, ν πιτρέπεται, θά θελα νά “πήξετεκαί μένα», επε καλόκαρδος π’ ,τι φαινόταν νθρωπος. «Γιατί ο περιστάσεις τς ζως, τά προβλήματα τς δουλεις δόξα Σοι Θεός πού χουμε κόμη δουλειά τά οκογενειακά προβλήματα, μς καταβάλλουν καί συχνά κόπωση μς κάνει νά μή θέλουμε κάποιες φορές νά πμε κόμη καί στήν κκλησία. λήθεια, Γέροντα, τί γίνεται σ ατές τίς περιπτώσεις; Δέν μς δικαιολογε Θεός βλέποντας τήν κούρασή μας, ψυχική καί σωματική, ταν προβληματιζόμαστε νά κκλησιαστομε, ταν μέσα στίς τόσες ργασίες φαίνεται νά βαριόμαστε καί τήν δια τήν προσευχή»
Δέν βιάστηκε νά παντήσει Γερο-άκωβος. Παρότρυνε τόν κ. Κώστα νά πάρει τό κέρασμα «ελογετε» επε κενος, παίρνοντας τό ποτήρι μέ τό νερό κι παιξε γιά λίγο τό κομποσκοίνι του. Γυρόφερε τό βλέμμα του στή φύση, τά μάτια του καρφώθηκαν λίγες στιγμές στό πλατάνι, «χάϊδεψαν» πειτα μέ γαθότητα τούς προσκυνητές, κι επε ργά ργά.
«Δέν χεις πνευματικό, κ. Κώστα; Διότι φο εσαι νθρωπος τς κκλησίας μέ πνευματικές ναζητήσεις, πωσδήποτε πρέπει νά χεις πνευματικό. Δέν μπορε νά πάρξει χριστιανός πού νά μήν χει τόν πνευματικό ξομολόγο του, στόν ποο καί ξομολογεται τίς μαρτίες του λλά καί τίς πνευματικές νησυχίες του. Λοιπόν, ατό εναι θέμα πού πρέπει πωσδήποτε νά τό χεις θέσει πό τήν κρίση το πνευματικο σου». 
«Ναί, εναι λήθεια», επε μαζεμένος κ. Κώστας κι σκυψε λίγο ντροπιασμένος τό κεφάλι. «λλά θά θελα καί τή δική σας γνώμη, Γέροντα»
«Ατό πού μς λέει πνευματικός, ατό καί εναι τό θέλημα το Θεο γιά μς», επε Γέροντας. «ρκε νά τόν ρωτομε μετά πό προσευχή καί μέ διάθεση μετανοίας. πως πολλές φορές χουν πε γιοι Πατέρες μας, πρτος λόγος το πνευματικο ς πάντηση σέ πραγματικό πρόβλημά μας εναι καί λόγος το γίου Πνεύματος. Κι σφαλς χω τήν πεποίθηση τι π’ ατο πνευματικός σας θά σς συμβούλεψε νά μήν γκαταλείπετε τήν προσευχή καί τόν κκλησιασμό σας, στω καί μέ κάποια θυσία πό τήν ξεκούρασή σας». Κούνησε καταφατικά τό κεφάλι του μεσήλικας. «Παρ λα ατά γώ θά σς πενθυμίσω μία στορία πού δίνει μέ μεγάλη νάργεια τήν πάντηση σ ατό πού μο θέτετε, ν δέν χουν ντίρρηση καί τά παλληκάρια δ», στρεψε σ ατά τό κεφάλι του Γέροντας
«Σς παρακαλομε νά συνεχίσετε», επε νεαρότερος, Νίκος, «γιατί εναι θέμα πού πασχολε κι μένα. Πολύ συχνά, παλεύω μέ τούς λογισμούς μου: νά πάω κκλησία νά μήν πάω, γιατί βλέπω τίς διάφορες πασχολήσεις μου, τήν κόπωσή μου, τήν ξεκούραση πού δικαιομαι καί πού νομίζω τι συμφωνε σ ατό καί Θεός»
«Λοιπόν, παιδιά μου, δέν χω ντίρρηση νά σς π. Καταρχάς θά σς πενθυμίσω τι στό θέμα ατό δίνει πάντηση διος Κύριος, τότε πού βρέθηκε στό σπίτι το Λαζάρου προσκεκλημένος, καί ο δελφές του το τοίμασαν τραπέζι. Θυμστε πς ρθε Μάρθα μέ παράπονο γιά νά Το πε τι τήν γκατέλειψε δελφή της Μαρία μόνη της στίς διάφορες ργασίες το σπιτιο; «Μόνην με κατέλιπε διακονεν». Κι Κύριος, σφαλς παινώντας πό τή μιά τή Μάρθα γιά τήν ργατικότητά της, τελικς τή «μάλωσε», δίνοντας τόν σπουδαιότερο παινο στή Μαρία. «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνς καί τυρβάζει περί πολλά. νός δέ στι χρεία. Μαρία δέ τήν γαθήν μερίδα ξελέξατο, τις οκ φαιρεθήσεται π’ ατς». Λοιπόν, ς πρός τό θέμα μας: κι μες πολλές φορές βάζουμε πολλά πράγματα στό πρόγραμμά μας, παραίτητα ντως πως νομίζουμε, λλά νεπίγνωστα φήνουμε κατά μέρος τήν προτεραιότητα πού πρέπει νά πάρχει καί πού δέν εναι λλη πό τήν γάπη μας πρός τόν Θεό. Κάθε φορά δηλαδή κενο πού πρέπει νά μς συνέχει εναι ν Θεός ποτελε τήν πρώτη γάπη μας χι. «Ζητετε πρτον τήν Βασιλείαν το Θεο» σημείωσε καί πάλι Κύριος, πως καί τό συγκλονιστικό καί «σκληρό» θεωρούμενο τι « φιλν τιδήποτε στή ζωή ατή πέρ μέ, οκ στι μου ξιος». ν λοιπόν ο δουλειές μου, κόμη καί δια οκογένειά μου, μέ πορροφον τόσο στε νά θεωρ λίγο δεύτερη τήν προσευχή καί τήν ναφορά στόν Κύριο, τότε μλλον δέν θά χω τήν ελογία το Θεο. Κι ταν δέν χουμε τήν ελογία καί τή χάρη το Θεο, δυστυχς κι ατό εναι τό τραγικότερο λωνμς παραλαμβάνει λλος. Κι λλος ατός εναι Πονηρός. Ποτέ, μή ξεχνμε, δέν εμαστε μόνοι μας. θά εμαστε μέ τόν Θεό θά νεργε καί θά πιδρ μέσα μας Πονηρός. « μή ν μετ μο κατ μο στι καί μή συνάγων μετ μο σκορπίζει», τονίζει γιά μία κόμη φορά Κύριός μας. Δέν πάρχει μέ λλα λόγια κάποια νδιάμεση στάση, κάπου νά εμαι οδέτερα, σον φορ στά πνευματικά. εμαι μέ τόν Χριστό εμαι μέ τόν Πονηρό καί τά πάθη μου. νεβαίνω κατεβαίνω»
Σταμάτησε καί πάλι Γέροντας. σκυψε τό κεφάλι καί τά χείλη του ψιθύριζαν τήν εχή το ησο. Σιωπή εχε πλωθε παντο. Τό μόνο πού κουγόταν ταν τό λαφρύ φύσημα το καλοκαιρινο έρα, πού θρόϊζε τά φύλλα το πλατανιο πού φαίνονταν νά σιγοντάρουν κι  ατά τήν εχή μέ τόν Γέροντα
Ξαφνικά, νασήκωσε τό κεφάλι του π. άκωβος. Σάν νά θυμήθηκε κάτι καί, ζητώντας συγγνώμη, πγε μέσα στό κελί του. πέστρεψε πολύ γρήγορα, κρατώντας στό χέρι του να μικρό βιβλίο. «Θά σς διαβάσω», επε, «μία μικρή στορία πάνω σ ατό πού συζητμε. Δίνει τήν πάντηση μεσα καί χωρίς περιστροφές. Δείχνει πς ο λογισμοί πού μς προβληματίζουν συχνά γιά τό ν πρέπει νά προσευχηθομε καί νά πμε στήν κκλησία νά τό φήσουμε γιά ργότερα, πιλέγοντας να «πιεστικό» διακόνημά μας, τελικά εναι λογισμοί το Πονηρο. στορία μάλιστα πού εναι πραγματική διαδραματίστηκε στά εροσόλυμα τόν 6ο μ.Χ. αώνα, πρωταγωνιστής της ταν νας δελφός χριστιανός, καταγράφηκε δέ πό ναν γιο μοναχό, τόν ωάννη τόν Μόσχο, ποος τήν στορία ατή μαζί καί μέ λλες πνευματικο χαρακτήρα τίς ξέδωσε πό τόν τίτλο «Λειμωνάριον», Πνευματικό δηλαδή περιβόλι.  Καί γιά νά σς ξάψω τή φαντασία, πρόκειται γιά στορία πού πρωταγωνιστές πίσης ταν δύο... κοράκια, τά ποα μάλιστα χειροδικοσαν! Μοίραζαν... χαστούκια!» 
«Χαστούκιζαν τά... κοράκια; Μιλμε γιά τά κοράκια, τά πουλιά, τσι δέν εναι, Γέροντα»; Νίκος σάν νά μήν μποροσε νά πιστέψει ατό πού κουγαν τά ατιά του!  
«κριβς, πως σς τά λέω. Τά κοράκια πού χαστούκιζαν ναν δελφό χριστιανό, στήν για Πόλη τς ερουσαλήμ, πολλά πολλά χρόνια βέβαια πρίν»
«κούγεται πολύ παράξενο λλά καί νδιαφέρον ατό πού μς λέτε, πάτερ άκωβε», επε καί Γιργος. Πετε μας λόκληρη τήν στορία γιά νά καταλάβουμε. Γιατί κοράκια πού χαστουκίζουν... νθρώπους, πρώτη φορά κομε»
Τέντωσαν λοι τά ατιά τους μή χάσουν καί τήν παραμικρή λέξη. κύριος Κώστας μάλιστα γειρε περισσότερο πρός τή μεριά το Γέροντα, μέ ποτέλεσμα νά ρίξει καί τό ποτήρι μέ τό νερό
«κοστε λοιπόν τή διήγηση πως τή μετέφερε ββάς Χριστοφόρος, Ρωμαος στήν καταγωγή καί μοναχός στό σπουδαο μοναστήρι το σίου Σάββα, στήν ρημο τς γίας Πόλης τν εροσολύμων. «Μιά μέρα νέβηκαδιηγεται Γέρων Χριστοφόρος -  πό τό μοναστήρι στήν γία πόλη νά προσκυνήσω τόν γιο Σταυρό. Καί φο προσκύνησα, καθώς βγαινα, βλέπω ναν δελφό στήν πύλη τς σωτερικς αλς το γίου Σταυρο μήτε νά μπαίνει μήτε νά βγαίνει καί δυό κοράκια νά πετον ναιδς μπροστά στό πρόσωπό του καί νά τόν χαστουκίζουν μέ τά φτερά τους στό πρόσωπο καί νά μήν τόν φήνουν νά μπε στόν ναό. Καί πειδή κατάλαβα τι ατοί εναι δαίμονες, το λέω: «Πές μου, δελφέ, γιατί στάθηκες στή μέση τς πύλης καί δέν μπαίνεις;» Ατός τότε μο επε: «Συμπάθα με, κύριε ββά, χω λογισμούς μέν νας μο λέει: Μπές, προσκύνησε τόν τίμιο Σταυρό λλος μως μέ ποτρέπει λέγοντας: χι, λλά πήγαινε, κάνε τή δουλειά σου καί προσκυνς λλη φορά». γώ τότε, μόλις τό κουσα, τόν πιασα πό τό χέρι καί τόν μπασα στόν ναό καί εθύς φυγαν τά κοράκια π’ ατόν. Καί φο τόν βαλα νά προσκυνήσει τόν τίμιο Σταυρό καί τόν Πανάγιο Τάφο, τόν πόλυσα ν ερήν». 
«Ατή εναι μικρή καί περίεργη στορία», επε Γέροντας άκωβος, κλείνοντας μέ σεβασμό τό βιβλίο καί φιλώντας το μέ τά δασιά μουστάκια του. «Γι ατό, παιδιά μου, σς λέω τι πρέπει νά παλεύουμε πάντοτε νά εμαστε στήν γάπη το Χριστο καί λα τά πόλοιπα νά εναι δεύτερα. Κι σες τώρα, ν κάτι λλο δέν εναι πιεστικό γιά σς, λτε νά μέ βοηθήσετε στόν σπερινό. Μέ τόσα πού επαμε, πέρασε ρα καί πρέπει νά βάλουμεΕλογητό”».  
Μέ μις λοι σηκώθηκαν χωρίς δεύτερη σκέψη. μεση νταπόκρισή τους ταν πιβεβαίωση τι τά λόγια το Γέροντα πιάσανε τόπο μέσα τους. Τό δε Γερο-άκωβος, συγκινήθηκε κι εχήθηκε μέσα πό τήν καρδιά του παρόμοια νά εναι ντίδρασή τους κι ταν φύγουν πό τό γιον ρος καί βρεθονε στίς μεγάλες πόλεις, κε κυρίως πού νθρωπος «ψήνεται» καθημερινά χι τόσο πό τόν καύσωνα τς ζέστης σο πό τόν «καύσωνα» τν πονηρν πειρασμν.