Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018

Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ


Ὁ χρόνος, κατά τήν πίστη μας, ἀποτελεῖ δωρεά τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο προκειμένου νά μετανοήσει. Ὅ,τι ζητεῖται ἐντέλει ἀπό τόν ἄνθρωπο εἶναι ἀκριβῶς ἡ μετάνοιά του. Καί μετάνοια σημαίνει νά ἀπομακρυνθῶ ἀπό ὅ,τι εἶναι ἁμαρτωλό καί νά στραφῶ πρός τόν Θεό μέ τή συνεπή τήρηση τοῦ θελήματός Του. Πῶς θά μάθω ὅμως μέ ἀκρίβεια τί εἶναι ἁμαρτία καί ποιό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Ἀκριβῶς στό σημεῖο αὐτό ἔχει κατεξοχήν τή θέση της ἡ Ἁγία Γραφή, ἡ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Μέ τή μελέτη τοῦ αἰώνιου βιβλίου φωτίζεται ὁ σκοτισμένος ἀπό τήν ἁμαρτία νοῦς τοῦ ἀνθρώπου καί ἀρχίζει ὁ πιστός νά βλέπει γύρω του καθαρά: ποιό εἶναι τό ἀληθινό συμφέρον του, τί ζητᾶ ἀπό αὐτόν ὁ Θεός, ποιό εἶναι τό οὐσιῶδες καί ποιό τό ἐπουσιῶδες στή ζωή. 
Γιά τό θέμα τῆς μελέτης τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἔχουν ἀσχοληθεῖ καί ἔχουν γράψει πολλοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Κι ὁ ὅσιος Παΐσιος, μολονότι δέν εἶναι Δάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν ἁγιασμένη ἐμπειρία του ἔχει κάτι σημαντικό νά μᾶς πεῖ. Ἄς τόν ἀκούσουμε καί ἄς τόν σχολιάσουμε. 
«Νά μήν προσπαθεῖς νά κατανοήσεις γραφικά χωρία μέ τή λογική. Ἐκεῖ δέν χωρᾶ ἡ λογική. Ἐσύ νά διαβάζεις καί ὅ,τι καταλάβεις. Ὅταν θά εἶναι πρός τό συμφέρον σου, θά σοῦ τό ἀποκαλύψει ὁ Θεός. Καί ἐγώ διαβάζω μερικές φορές καί δέν κατανοῶ κάτι. Καταλαβαίνω μόνο ὅτι ἐδῶ κάτι καλό λέει. Ὅμως φαίνεται ὅτι αὐτό το καλό δέν εἶναι γιά μένα κι ἔτσι τ’ ἀφήνω. 
Ἐκεῖνο πού ἔχει μεγάλη σημασία εἶναι νά κάνουμε αὐτά πού καταλαβαίνουμε, γιατί ἐμεῖς σήμερα ἔχουμε μιά τάση μόνο νά μαθαίνουμε. Στά σπίτια μας ἔχουμε μεγάλες βιβλιοθῆκες, παίζουμε τή “Φιλοκαλία” στά δάχυλα, ὅμως ἀπό πράξη τίποτα. 
Ἕνας μουσουλμάνος, ἐδῶ, στά μέρη τῆς Θράκης, μιά μέρα διάβασε τό Εὐαγγέλιο, ἐνθουσιάστηκε καί ἐπειδή ἦταν καλοπροαίρετος, πίστεψε ἀπό τά λόγια τοῦ Εὐαγγελίου ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. Κατάλαβε ὅμως ἀπ’ ὅλο τό Εὐαγγέλιο τρία μόνο πράγματα · ὅτι πρέπει: α) νά ἀγαπᾶ τόν Θεό καί νά εὔχεται πρός Αὐτόν συνέχεια, γιά νά τόν βοηθᾶ, β) νά ἀγαπᾶ τόν πλησίον του καί γ) νά κάνει ὑπομονή σ’ ὅ,τι τοῦ συμβαίνει, γιά νά ὠφελεῖται ἡ ψυχή του. Αὐτά μόνο κατάλαβε, ἀλλά πῆγε καί βαπτίστηκε καί προσπαθοῦσε νά τηρεῖ αὐτά τά τρία πού κατάλαβε. 
Ὁ χότζας καί οἱ ἄλλοι μουσουλμάνοι, ἀνάμεσά τους καί οἱ συγγενεῖς, ὅταν κατάλαβαν ὅτι ἀπό μουσουλμάνος ἔγινε χριστιανός, τοῦ κήρυξαν τόν πόλεμο καί δέν τόν ἄφηναν σέ ἡσυχία. Ἐκεῖνος ὅμως ἐφάρμοσε τά τρία πράγματα πού εἶχε καταλάβει. Προσευχόταν συνέχεια στόν Θεό, ἀγαποῦσε τούς πλησίον του καί ἔκανε καί ὑπομονή. Αὐτό ὅμως εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά κάνει τούς μουσουλμάνους νά θαυμάζουν τήν καλωσύνη του καί ν’ ἀρχίζουν νά πιστεύουν στόν Χριστό καί νά βαπτίζονται. Κι ἔτσι καί τόν ἑαυτό του βοήθησε καί τούς συνανθρώπους του. 
Ἐμεῖς ὅμως, ἐπειδή δέν κάνουμε αὐτά πού γνωρίζουμε, ἀλλά γεμίζουμε συνέχεια τήν ψυχή μας μέ γνώσεις, μπερδευόμαστε καί δέν μποροῦμε οὔτε κἄν τόν ἑαυτό μας νά βοηθήσουμε καί νά τόν ἀπαλλάξουμε ἀπό τούς μάταιους λογισμούς. Οὔτε ἕνα “μουσουλμάνο” λογισμό δικό μας δέν μποροῦμε νά τόν κάνουμε “ὀρθόδοξο”». 
(Ἱερομ. Χριστοδούλου, ὁ Γέρων Παΐσιος, σσ. 226-227).
1. Ἡ Ἁγία Γραφή δέν κατανοεῖται μέ τή λογική· ἡ θεοπνευστία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. 
Ἡ προτροπή τοῦ ὁσίου εἶναι σαφής: «Νά μήν προσπαθεῖς νά κατανοήσεις γραφικά χωρία μέ τή λογική». Γιατί ἄραγε; Ἡ Ἁγία Γραφή δέν εἶναι ἕνα ἁπλό βιβλίο γραμμένο ἀπό ταλαντούχους ἔστω ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι στηρίχθηκαν στίς δυνάμεις καί τή φαντασία τους γιά νά τό γράψουν. Οὔτε ὅμως πρόκειται γιά ἕνα σοφό βιβλίο, πού ἀποτυπώνει τήν ἐμπειρία τῆς ἀνθρώπινης σοφίας καί ἱστορίας. Τέτοια βιβλία, ἀνθρωπίνως σοφά καί ἐμπνευσμένα, ὑπάρχουν πολλά, εἶναι πιθανῶς πολλαπλῶς ὠφέλιμα, μά ὑπόκεινται πάντοτε στόν ἔλεγχο τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ λογική του μπορεῖ νά λειτουργήσει ὡς κριτήριο γιά νά τά δεχτεῖ ἤ νά τά ἀπορρίψει. 
Ἡ Ἁγία Γραφή ἀποτελεῖ τό βιβλίο ἐκεῖνο, στό ὁποῖο καταγράφεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός διά τοῦ Πνεύματός Του ἐνέπνευσε πιστούς καί ἁγίους Του ἀνθρώπους, ὥστε νά ἀποτυπώσουν, μέ τίς δικές τους δυνάμεις ἀσφαλῶς, ὅσα Ἐκεῖνος ἔκρινε ἀπαραίτητα γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου. «Οὐ γάρ θελήματι ἀνθρώπου ἠνέχθη ποτέ προφητεία, ἀλλ’ ὑπό Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι Θεοῦ ἄνθρωποι» (Β΄ Πέτρ. 1, 21). Εἶναι λοιπόν βιβλίο θεόπνευστο καί ὡς θεόπνευστο ἀπαιτεῖ τήν πίστη καί τήν ὑπακοή τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν κατανόησή του. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἐκεῖνος πού διά τῆς λογικῆς καί μόνον θά θελήσει νά προσεγγίσει τήν Ἁγία Γραφή, οὐσιαστικά θά τή διαστρέψει. Ἀφοῦ γράφτηκε ἡ Ἁγία Γραφή ἐν Πνεύματι, ἄρα μόνον ἐν Πνεύματι μπορεῖ καί νά κατανοηθεῖ. 
Καί πράγματι· ὅσοι μέχρι σήμερα θέλησαν στηριγμένοι στίς δυνάμεις τους νά ἑρμηνεύσουν τό θεόπνευστο αὐτό βιβλίο, ὁδηγήθηκαν στήν αἵρεση, στή διαστροφή δηλαδή τῆς ἀλήθειας. Διότι ἔθεσαν τόν δικό τους λόγο ὑπεράνω τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ κρίνει τόν ἄνθρωπο· δέν κρίνεται ἀπό αὐτόν. Ἀπό τήν ἄλλη, ὅσοι προσήγγισαν μέ πίστη καί ταπείνωση τήν Ἁγία Γραφή ἔνιωσαν νά διανοίγονται οἱ ὀφθαλμοί τῆς καρδίας τους «τοῦ συνιέναι τάς Γραφάς». Τελικῶς, τό ἴδιο τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ὁδηγός τοῦ ἀνθρώπου στήν κατανόηση τῶν Γραφῶν. 
«Γιά τήν κατανόηση τῶν κειμένων τῆς Ἁγίας Γραφῆς δέν χρειάζεται ἀνθρώπινη σοφία, ἀλλά ἀποκάλυψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε, ἀφοῦ κατανοήσουμε τήν ἀληθινή σημασία τῶν κειμένων της, νά δεχθοῦμε ἀπό ἐκεῖ μεγάλη ὠφέλεια» (ἱερός Χρυσόστομος). 
Κι ἐπειδή τό Πνεῦμα αὐτό ἀποτελεῖ τήν ψυχή τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτό καί ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἔχει σαφῶς ἐκκλησιαστικό χαρακτήρα. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι πρό τῆς ἀναγνώσεως τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς στή Θεία Λειτουργία, ὁ ἱερέας ζητεῖ ἀπό τόν Θεό νά λάμψει στίς καρδιές τῶν πιστῶν καί νά διανοίξει τόν νοῦ τους γιά νά κατανοήσουν τά λόγιά Του: «Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα, τό τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καί τούς τῆς διανοίας ἡμῶν διάνοιξον ὀφθαλμούς εἰς τήν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν…». Ὅλοι γνωρίζουμε ἄλλωστε τήν ἀντίδραση τῶν δύο μαθητῶν στό χωριό Ἐμμαούς μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ: γεμᾶτοι θάμβος ἀπό τήν παρουσία τοῦ Κυρίου μαζί τους καί τή γιά δεύτερη φορά τέλεση ἀπό Αὐτόν τῆς Θείας Εὐχαριστίας, «ἐπιπλήττουν» τόν ἑαυτό τους λέγοντας: «Οὐχί ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καί ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τά γραφάς;» (Λουκ. 24, 32).
Ὥστε στήν Ἁγία Γραφή «δέν χωρᾶ ἡ λογική. Ἐσύ νά διαβάζεις καί ὅ,τι καταλάβεις. Ὅταν θά εἶναι πρός τό συμφέρον σου, θά σοῦ τό ἀποκαλύψει ὁ Θεός». 
2. Ἁγία Γραφή: ἡ γραπτή παράδοση τῆς Εκκλησίας.
Τό γεγονός ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή κατανοεῖται ὀρθά μέσα στά πλαίσια τῆς Ἐκκλησίας φανερώνει ὅτι τά κείμενά της δέν αὐτονομοῦνται. Μόνον στους αἱρετικούς Προτεστάντες ἔχουμε μιά αὐθαίρετη αὐτονόμηση καί ἀπολυτοποίηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, σάν νά εἶναι ἡ μοναδική πηγή τῆς ἀλήθειας. «Μόνη ἡ Γραφή» εἶναι τό βασικό τους δόγμα, πού ἀνοίγει βεβαίως, μαζί μέ τίς ἄλλες βασικές τους ἀρχές: «μόνη ἡ πίστη, μόνη ἡ χάρη», τόν δρόμο τῆς αὐθαιρεσίας καί τοῦ ἄκρατου ὑποκειμενισμοῦ. Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ εὔκολη ὑπέρβαση τῆς αὐθεντίας τῆς Γραφῆς ἀπό τούς Ρωμαιοκαθολικούς, μέ τόν ὑπερτονισμό τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως, ὁδηγεῖ σέ ἄλλου εἴδους αὐθαιρεσίες, γεγονός πού ἱστορικά ἐπισημαίνεται μέ τήν καθιέρωση δογμάτων, (π.χ. τό ἀλάθητο τοῦ πάπα, ἡ ἄσπιλη σύλληψη τῆς Θεοτόκου), ξένων πρός τήν ἀποκάλυψη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐμπειρία τῆς πρώτης καί ἑνωμένης στή συνέχεια μιᾶς Ἐκκλησίας. 
Γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστη μας, πηγή τῆς ἀποκάλυψης εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί φορέας της τό ζωντανό σῶμα Του, ἡ Ἐκκλησία. Στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας λοιπόν ὑπάρχει ἡ παράδοση τῆς ἀποκάλυψης, ἐνῶ τμῆμα τῆς παράδοσης αὐτῆς ἀποτυπώθηκε γραπτῶς καί ἀπετέλεσε τήν Καινή Διαθήκη. Ἡ Καινή Διαθήκη, μαζί μέ τήν προφητεία γι’αὐτήν, τήν Παλαιά Διαθήκη, ἀπαρτίζουν τήν Ἁγία Γραφή. Ἔτσι ἡ Ἁγία Γραφή, ὡς προαναγγελία γιά τόν Χριστό (Π. Δ.) καί ὡς διακήρυξη τοῦ ἐρχομοῦ Του (Κ.Δ.), ἀποτελεῖ γιά τήν Ἐκκλησία τή γραπτή παράδοση, ἡ ὁποία γιά νά κατανοηθεῖ ὀρθά ἀπαιτεῖ τό φῶς τῆς ὅλης ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας, πού ὀνομάζεται Ἱερά Παράδοση. 
Κατά συνέπεια οὔτε μόνη ἡ Γραφή οὔτε μόνη ἡ Ἱερά Παράδοση, ὡς φορεῖς τῆς ἀποκάλυψης, μποροῦν νά μᾶς δώσουν τήν ἀλήθεια περί Χριστοῦ, ἀλλ’ ἡ Γραφή κάτω ἀπό τό φῶς τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Αὐτό σημαίνει ὅτι μιά ἀλήθεια εἶναι γνησίως χριστιανική, ὅταν ἀφενός ἔχει στήριγμα στή Γραφή καί ἀφετέρου ἑρμηνεύεται ἀπό τήν Ἱερά Παράδοση. Καί οἱ Προτεστάντες λοιπόν καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἐν προκειμένῳ, πού ἀπολυτοποιοῦν τόν ἕνα φορέα τῆς ἀποκάλυψης εἰς βάρος τοῦ ἄλλου, βρίσκονται ἐκτός τῆς ἀληθείας. 
3. Ὁ τρόπος μελέτης τῆς Ἁγίας Γραφῆς. 
Τό μέλος λοιπόν τῆς Ἐκκλησίας, ὁ κάθε χριστιανός, εἶναι ὑποχρεωμένος νά μελετᾶ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, γιά νά φωτίζεται καί νά ὀρθοποδεῖ στόν δρόμο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἀλλ’ ἡ μελέτη αὐτή χρειάζεται νά γίνεται μέ τόν τρόπο πού ὑποδεικνύουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Κι ὁ τρόπος αὐτός ἤδη ἐπισημάνθηκε προηγουμένως: νά γίνεται μέ πίστη καί μέ ταπείνωση. Χωρίς πίστη καί ταπείνωση ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ παραμένει ἑρμητικά κλειστός γιά τόν μελετητή του, καί μάλιστα λειτουργεῖ καί ἀρνητικά γιά τή ζωή του· τόν κάνει ὑπερήφανο καί χειρότερο. 
Ἡ πίστη καί ἡ ταπείνωση αὐτή ὁδηγοῦν τόν χριστιανό στό νά μελετᾶ τήν Ἁγία Γραφή ἔμπρακτα· μέ προσπάθεια ἐφαρμογῆς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ στή ζωή του. Κι ἡ ἐφαρμογή αὐτή θά τοῦ ἀποκαλύπτει σταδιακά τόν Θεό στήν καρδιά του. Διότι ὁ Θεός φανερώνεται ὄχι στόν μελετητή, ἀλλά στόν τηρητή τοῦ θελήματός Του. «Ὁ τηρῶν τάς ἐντολάς Αὐτοῦ, ἐν Αὐτῷ μένει καί Αὐτός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ἰωά. 3, 24). 
«Μή λές, δέν γνωρίζω τό πρέπον καί ἑπομένως δέν ἁμαρτάνω πού δέν τό πράττω. Γιατί ἄν ἔκανες ὅσα καλά γνώριζες, θά σοῦ φανερώνονταν στή συνέχεια καί τά λοιπά, ὅπως βλέπεις καθώς προχωρεῖς τό ἕνα σπίτι μετά τό ἄλλο… Δέν σέ συμφέρει πρίν ἐργασθεῖς τά πρῶτα, νά μάθεις τά δεύτερα. Ἐπειδή ἡ γνώση φουσκώνει, δηλαδή φέρνει ὑπερηφάνεια ἐξαιτίας τῆς ἀργίας, ἐνῶ ἡ ἀγάπη οἰκοδομεῖ, γιατί ὑπομένει τά πάντα. Μελέτα τά λόγια τῆς θείας Γραφῆς μέ τήν πράξη καί μήν ἐπεκτείνεσαι σέ πολυλογία, ὑπερηφανευόμενος γιά σκέψεις θεωρητικές. Ἐκεῖνος πού ἄφησε τήν πράξη καί βασίζεται σέ μιά ἁπλή γνώση, ἀντί γιά δίκοπο μαχαίρι κρατᾶ καλαμένιο ραβδί, τό ὁποῖο σέ καιρό πολέμου, κατά τή Γραφή, θά τοῦ τρυπήσει τό χέρι καί θά μπεῖ μέσα σ’αὐτό καί θά τοῦ βάλει τό φυσικό δηλητήριο προτοῦ τοῦ τό βάλουν οἱ ἐχθροί» (ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητής). 
Τίς παραπάνω ἀλήθειες ἐπισημαίνει καί ὁ ὅσιος Παΐσιος: «Ἐκεῖνο πού ἔχει μεγάλη σημασία εἶναι νά κάνουμε αὐτά πού καταλαβαίνουμε, γιατί ἐμεῖς σήμερα ἔχουμε μιά τάση μόνο νά μαθαίνουμε». «Πρᾶξίς ἐστιν θεωρίας ἐπίβασις» κατά τούς Πατέρες. Ἀπό τήν πράξη προχωρᾶμε στή θεωρία καί τή γνώση. 
4. Ἡ ἱεραποστολή τοῦ μελετῶντος τόν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Τά λεγόμενα τοῦ ὁσίου Παϊσίου μᾶς ἐπισημαίνουν καί μιά ἄλλη πτυχή τοῦ μελετητῆ τῆς Ἁγίας Γραφῆς· τήν ἱεραποστολική του δράση. Αὐτός πού ὀρθά μελετᾶ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐπιδρᾶ καί στούς γύρω του, πολλές φορές κατά τρόπο ἀνεπίγνωστο στόν ἴδιο. Ὄχι μόνο δηλαδή ἔχει τή δυνατότητα λόγω τῆς γνώσεως τῶν Γραφῶν νά φωτίζει καί τούς ἄλλους μέ τόν λόγο του, μετά τόν φωτισμό τόν δικό του, μά μέ τή φωτισμένη πιά ζωή του γίνεται ὁδοδείκτης καί γι’ ἄλλους συνανθρώπους του. «Οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων – εἶπε ὁ Κύριος - ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν Πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. 5, 16). Ὁ ὅσιος Γέροντας μνημονεύει τόν μουσουλμάνο τῆς Θράκης. Ἐφάρμοσε ἐκεῖνος ὅ,τι κατάλαβε ἀπό τό Εὐαγγέλιο καί ἡ συνέπειά του αὐτή ὁδήγησε σιγά-σιγά καί τούς ἄλλους μουσουλμάνους στήν πίστη στόν Χριστό.
Πρόκειται, πέρα ἀπό τόν παραπάνω λόγο τοῦ Χριστοῦ, καί γιά τήν ἐπισήμανση τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρός τόν μαθητή του Τιμόθεο. Μελέτα, τοῦ γράφει, τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, μένε σ’ αὐτόν καί ἡ προκοπή σου θά γίνεται φανερή σέ ὅλους. «Ταῦτα μελέτα, ἐν τούτοις ἴσθι, ἵνα σου ἡ προκοπή φανερά ᾖ ἐν πᾶσι» (Α΄ Τιμ. 4, 15).
Ἄν εἴχαμε διάθεση γιά πραγματική σχέση μέ τόν Χριστό, ἄν ἀγαπούσαμε τόν Θεό καί τόν λόγο Του, ἡ παρουσία μας στόν κόσμο καί τό περιβάλλον μας θά ἦταν καταλυτική. Ὄχι τόσο ὁ λόγος μας, ἀλλά κυρίως ἡ ζωή μας θά κέρδιζε τούς συνανθρώπους μας. Γιατί, ἁπλούστατα, θά τούς ἕλκυε καί θά τούς γοήτευε ἡ ἐκπεμπόμενη ἀπό ἐμᾶς χάρη τοῦ Θεοῦ.


Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΑΔΔΑΙΟΣ



«Ο άγιος Θαδδαίος ήταν από την πόλη Έδεσσα της Συρίας, Εβραίος στην καταγωγή, και άριστος μελετητής των θείων Γραφών. Αυτός ανέβηκε κάποια φορά στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει στον Ναό, κατά τις ημέρες  Ιωάννου του Βαπτιστού, κι αφού άκουσε το κήρυγμα του Ιωάννου και θαύμασε πάρα πολύ την αγγελική του ζωή, βαπτίζεται από εκείνον. Μετά από αυτά είδε τον Χριστό, και αφού άκουσε τη διδασκαλία Του και είδε τα άπειρα θαύματα που τελούσε, Τον ακολούθησε ως μαθητής Του μέχρι το σωτήριο Πάθος Του, οπότε μετά την αγία Του ανάληψη, επέστρεψε στη δική του πόλη. Εκεί βάπτισε τον τοπάρχη Αύγαρο, θεραπεύοντάς τον έτσι από το υπόλοιπο της λέπρας του (όπως είχε διαμηνύσει στον Αύγαρο ο ίδιος ο Κύριος), κι αφού δίδαξε εκεί και φώτισε πολλούς άλλους και ίδρυσε Εκκλησίες, γυρνούσε κηρύσσοντας τις πόλεις της Συρίας. Ήλθε και στη Βηρυτό, πόλη της Φοινίκης, δίδαξε και βάπτισε πολλούς κι εκεί, οπότε αναπαύθηκε εν Κυρίω».
Ο άγιος Θαδδαίος, ως ένας από τους δώδεκα μαθητές του Κυρίου, αντιμετωπίζεται από την υμνολογία της Εκκλησίας μας με τον ίδιο εξαίσιο και λαμπρό τρόπο, που αντιμετωπίζονται και οι άλλοι απόστολοι: ως δεύτερο καθαρό  φως, λόγω της σχέσεώς του με το ακρότατο φως, τον ίδιο τον Κύριο, ως ακτίνα που απεστάλη από το φως να φωτίσει τον κόσμο, ως «αστήρ φαεινότατος, καταυγάζων πλάνης ομίχλην», και μ’  ένα λόγο, ως «αυτόπτης και μύστης του Λόγου». Ιδίως οι τελευταίοι χαρακτηρισμοί θεωρούνται από τον υμνογράφο ότι συγκεφαλαιώνουν αυτό που συνιστά την ουσία της αποστολικής λαμπρότητας, γι’ αυτό και τονίζει ότι  δεν υπάρχει σημαντικότερο στεφάνι που μπορεί να του πλέξει: «Θαδδαίε! Ποίον άλλο σοι πλέξω στέφος, ή αυτόπτην λέγειν σε και μύστην Λόγου;» Η γεμάτη θάμβος στάση των υμνογράφων απέναντι στους αποστόλους είναι δικαιολογημένη:  οι απόστολοι δεν είναι απλώς κάποιοι πιστοί του Χριστού, αλλά οι άμεσοι βοηθοί Του, οι κλημένοι από Αυτόν να μαρτυρήσουν τη ζωή και τη διδασκαλία Του, «τα θεμέλια της Εκκλησίας». Η Εκκλησία μας, μη ξεχνάμε, αποστολική, μεταξύ των άλλων, χαρακτηρίζεται. Κι αυτό σημαίνει: χριστιανική πίστη εκτός της σχέσεως με τους αποστόλους δεν υφίσταται. Διότι έτσι το θέλησε ο ίδιος ο Κύριος.
Ο άγιος Θαδδαίος, πέραν του ευαγγελισμού των πόλεων της Συρίας, με τη διδασκαλία του και τα θαύματα που επιτελούσε στο όνομα του Κυρίου, έχει συνδεθεί και με την ιστορία του λεγομένου αγίου μανδηλίου, τη μεταφορά του οποίου από την Έδεσσα της Συρίας στην Κωνσταντινούπολη εορτάζουμε την 16η Αυγούστου. Κι αξίζει να θυμίσουμε, όπως ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος ο Παμφίλου διασώζει, ότι ο τοπάρχης Αύγαρος της πόλεως της Εδέσσης, θέλησε να έλθει σ’  επαφή με τον Κύριο Ιησού Χριστό, όταν έμαθε για τα πολλά θαύματα που επιτελούσε, προκειμένου να  θεραπεύσει ο Κύριος και εκείνον, που ταλαιπωρείτο φρικτά από μαύρη λέπρα σ’  όλο του το σώμα. Έστειλε μάλιστα, κατά τον Ευσέβιο, και επιστολή στον Κύριο με κάποιον Ανανία, στην οποία ζητούσε να έλθει Εκείνος στην πόλη του, λόγω της δικής του αδυναμίας. Ο Ανανίας διακρινόταν και για το ζωγραφικό του χάρισμα, με το οποίο θα αποτύπωνε σε χαρτί την εικόνα του Κυρίου, κατά την εντολή του τοπάρχη, κάτι που κατέστη αδύνατο. Ο Κύριος όμως, γνωρίζοντας την επιθυμία του Αύγαρου να δει το πρόσωπό Του, ζήτησε να νιφθεί, κι όταν σκουπίστηκε σε κάποιο ύφασμα, η εικόνα Του αποτυπώθηκε σ’  αυτό. Ο Αύγαρος, όταν έλαβε το «άγιο μανδήλιο», στο τέλος του οποίου, λέγεται ότι ο Ιησούς έγραψε στα εβραϊκά, «Θεού θέα θείον θαύμα», αμέσως το προσκύνησε, οπότε και θεραπεύτηκε από τη λέπρα, πλην της λέπρας του προσώπου του. Την εναπομείνασα αυτή λέπρα τη θεράπευσε τελικώς ο άγιος Θαδδαίος, όταν πήγε, όπως είδαμε στο συναξάρι του, στην πόλη και πάλι της Έδεσσας και βάπτισε χριστιανό τον Αύγαρο.
Ο τρόπος και η δύναμη της δράσης του αγίου Θαδδαίου, τρόπος και δύναμη διαχρονική της χριστιανικής πίστεως, καταφαίνονται έντονα και από την εξής επισήμανση του αγίου υμνογράφου  από την τέταρτη ωδή του κανόνα του: «Νόμον θείον εχάραξας, μάκαρ, εν καρδίαις, λειάνας πρότερον αγνωσίας τα χαράγματα και της δυσσεβείας τα ινδάλματα». Μακάριε απόστολε, χάραξες τον θείο νόμο του Χριστού στις καρδιές των ανθρώπων, αφού προηγουμένως έξυσες και λείανες τις χαρακιές της αγνωσίας του Θεού και τις πλανεμένες εικόνες της δυσέβειας. Ο άγιος Θαδδαίος δηλαδή, όπως και όλοι οι απόστολοι και πάντοτε η Εκκλησία, απευθυνόταν  στους ανθρώπους και κατέθετε τη μαρτυρία της πίστεώς του στον Χριστό. Η μαρτυρία για τον Χριστό έχει τέτοια δύναμη, ιδίως στους καλοπροαίρετους ανθρώπους, ώστε αφενός σβήνει όλες τις πλανεμένες πεποιθήσεις και επουλώνει τα τραύματα που προκαλεί η αμαρτία, λόγω της αγνωσίας του Θεού, αφετέρου επαναφέρει τα αληθινά χαράγματα στην ψυχή του ανθρώπου, εκείνα δηλαδή που ο ίδιος ο Δημιουργός τα χάραξε, όταν τον δημιούργησε. Με άλλα λόγια, ο λόγος του Θεού φέρνει τον άνθρωπο στη φυσιολογική του κατάσταση, τον ομαλοποιεί, τον κάνει να βρίσκει τον αληθινό του εαυτό, τον «κατ’  εικόνα και καθ’  ομοίωσιν Θεού» δημιουργημένο. Αν ο άνθρωπος παραμορφώνεται σε κάθε εποχή, είναι γιατί δεν θέλει να έχει σχέση με τον αληθινό Θεό, τον Πατέρα και Δημιουργό του. Όπως αντιστοίχως, σε κάθε εποχή, ο άνθρωπος που επιστρέφει στον Θεό, μορφοποιείται κατ’  εικόνα του πλάσαντος αυτόν, άρα γίνεται σαν τον Χριστό και ομορφαίνει. Ο όμορφος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος του Θεού και σ’  αυτήν την ομορφιά αγωνιζόταν ο άγιος Θαδδαίος.  Μακάρι να μπούμε κι εμείς στον ίδιο αγώνα, γιατί δυστυχώς η ασχήμια περίσσεψε στη ζωή και στον κόσμο μας.

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ)




Η Κοίμησις της Υπεραγίου Θεοτόκου συνιστά τη μεγαλύτερη από όλες τις Θεομητορικές εορτές της Εκκλησίας μας. Καί τούτο γιατί επιστεγάζει την όλη αγιασμένη επί γης πορεία της. Όπως συμβαίνει με τον Ιησού Χριστό που η εκ νεκρών Ανάστασή Του νοηματοδοτεί τη Γέννησή Του και τα άλλα γεγονότα της ζωής Του, οπότε καταλαβαίνουμε και το γιατί η Ανάσταση θεωρείται και η μεγαλύτερη εορτή της χριστιανοσύνης, όπως συμβαίνει και γενικά με το τέλος της ζωής ενός ανθρώπου που ρίχνει φως σε ό,τι προηγήθηκε από τη ζωή του, κατά τον ίδιο τρόπο και εδώ, με την Κοίμηση της Παναγίας: το τέλος της φανέρωσε ότι επρόκειτο πράγματι περί της ῾Κεχαριτωμένης᾽ και της ῾ευλογημένης εν πάσαις ταις γυναιξί᾽.
Διότι το τέλος της δεν απετέλεσε το  τέλος ενός κοινού ανθρώπου. Ναι μεν φεύγει από τη ζωή αυτή, αλλά με θαυμαστό τρόπο παρευρίσκονται όλοι οι Απόστολοι, ῾μετάρσιοι γενόμενοι᾽, ῾συναθροισθέντες εν Γεθσημανή τω χωρίω᾽, αλλά πολύ περισσότερο: παρευρίσκονται όλοι οι άγιοι άγγελοι, και πάνω από όλα: ο ίδιος ο Υιός και Θεός της, ο Οποίος και παραλαμβάνει τη με μορφή παιδούλας παναγία ψυχή της. Έτσι στο γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται με έντονο τρόπο ό,τι συμβαίνει πάντοτε στην Εκκλησία μας στις διάφορες εορτές της: ῾επίγειον το φαινόμενον, ουράνιον το νοούμενον᾽. Στην Εκκλησία μας με άλλα λόγια τα πάντα προσεγγίζονται μ᾽ ένα διπλό τρόπο: με τις υλικές αισθήσεις, αλλά και με τις πνευματικές αισθήσεις. Στην Εκκλησία ζούμε όλη την πραγματικότητα του κόσμου: την επιφάνεια, αλλά και το βάθος του.  Ας δούμε πιο συγκεκριμένα ορισμένα από τα παραπάνω σημεία.
 
1. Η Εκκλησία μας επιμένει καταρχάς στη φυσική τάξη των πραγμάτων. Η Παναγία υπακούει και αυτή στους νόμους της φύσεως: πεθαίνει, όπως όλοι οι άνθρωποι, και κηδεύεται από τους Αποστόλους και όλους τους οικείους της.  Και δεν ήταν δυνατόν να μη συμβεί τούτο, όταν ο ίδιος ο Κύριος, ο Υιός και Θεός της, πέρασε από τη διαδικασία του φυσικού θανάτου. Κατά τον υμνογράφο ῾μιμουμένη τον ποιητήν σου και Υιόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις, τοις της φύσεως νόμοις᾽. Απλώς εκείνη δέχεται από άγγελο την πληροφορία περί της εξόδου της από τον κόσμο και ετοιμάζει με θαυμαστό πράγματι τρόπο, πνευματικά και υλικά, τα της κηδείας της, ενώ προτρέπει με στοργή τους πενθούντες αποστόλους, που είχαν συναθροιστεί εκ περάτων της γης: ῾το εμόν σώμα, καθώς εγώ σχηματίσω τη κλίνη, κηδεύσατε᾽.
2. Η φυσική αυτή τάξη όμως συνιστά την επιφάνεια. Η Κοίμηση της Θεοτόκου  αποκαλύπτει και το βάθος: Καταρχάς, οι απόστολοι γνωρίζουν το γεγονός και συναθροίζονται στη Γεθσημανή υπέρ φύσιν: ο Κύριος επί νεφελών τους φέρνει εκεί που είναι η Παναγία Μητέρα Του, για να πενθήσουν, κυρίως όμως να δοξολογήσουν το γεγονός της κοιμήσεως και της μεταστάσεώς της. Κατά την παρατήρηση μάλιστα που τους κάνει η ίδια η Θεοτόκος, όταν τους βλέπει να θρηνούν για τον επικείμενο θάνατό της: ῾Μη φίλοι μαθηταί, του εμού Υιού και Θεού, μή πένθος εργάσησθε την εμήν χαράν᾽. Μη κάνετε πένθος τη χαρά μου. Και είναι ευνόητο: η Παναγία μας μετατίθεται πλήρως στην αγκαλιά του Χριστού, ο Οποίος της προανήγγειλε διά του αγγέλου: ῾μη ταραχτείς για τον θάνατό σου, αλλά μετ᾽ ευφροσύνης δέξαι τον λόγον. Γιατί έρχεσαι προς την αθάνατη ζωή᾽. Έπειτα, παρευρίσκονται στην κοίμησή της όλοι οι άγιοι άγγελοι, οι οποίοι με πολύ σεβασμό και σεμνότητα ῾ανοίγουν τις πύλες του παραδείσου᾽ για να περάσει η πλατυτέρα των ουρανών, προπέμποντάς την με υπέροχους ύμνους και δοξολογίες. ῾Αξίως ως έμψυχον, σε ουρανόν υπεδέξαντο, ουράνια Πάναγνε, θεία σκηνώματα᾽. ῾Επήρθησαν πύλαι ουράνιαι, και Άγγελοι ανύμνησαν...Χερουβίμ υπείξε σοι, εν αγαλλιάσει, Σεραφίμ δε δοξάζει σε χαίροντα᾽. Και πάνω από όλα: έρχεται ο ίδιος ο Κύριος και Θεός, προκειμένου να παραλάβει την στα χέρια Του παραθεμένη  ψυχή της Παναγίας Μητέρας Του. ῾Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα᾽.
3. Έτσι στην Κοίμηση της Θεοτόκου, πέραν των άλλων συγκλονιστικών, φωτίζεται το μυστηριώδες όριο της ζωής και του θανάτου. Αυτό το μεταίχμιο, που πάντοτε κέντριζε και κεντρίζει τις ανθρώπινες συνειδήσεις και πολλοί πολλά μαρτυρούν, βγαλμένα τις περισσότερες φορές όμως από το χωρίς φωτισμό Θεού μυαλό τους. Εδώ έχουμε τη συγκεκριμένη αποκάλυψη: όταν πρόκειται περί αγίου ανθρώπου, άγγελοι κι ακόμη κι ο ίδιος ο Κύριος, έρχονται να παραλάβουν την ψυχή του ανθρώπου. Κι έχουμε στην ιστορία της Εκκλησίας μας, εκτός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εννοείται,  πολλές τέτοιες καταγραφές που φανερώνουν το τι διαδραματίζεται στην ῾κρίσιμη᾽  αυτή και απρόσιτη στις σωματικές αισθήσεις ώρα. Σαν το τέλος, μεταξύ άλλων, του οσίου Παμβώ, που λέει το Γεροντικό, στο οποίο παραβρέθηκαν άγγελοι, αλλά και η Παναγία, όπως εν τέλει και ο ίδιος ο Κύριος, με την παρουσία του Οποίου άρρητη ευωδία χύθηκε παντού. Κι από την άλλη βεβαίως έχουν καταγραφεί περιπτώσεις αθέων και αρνητών και χλευαστών της πίστεως, που το τέλος τους ήταν τόσο τραγικό και ῾βρωμερό᾽ στην όσφρηση, που οι μετέχοντες ομολόγησαν ότι ποτέ δεν θα ήθελαν να ξαναβρεθούν σε παρόμοιο γεγονός, που φανέρωνε τη δαιμονική παρουσία.
4. Το όλο αυτό ῾σκηνικό᾽ του ενδόξου τέλους της Παναγίας μας, η συμπλοκή της επιφάνειας και του βάθους, η ύπαρξη του φυσικού και του υπερφυσικού, οδηγεί τον υμνογράφο της εορτής που λειτουργεί ως η συνείδηση της Εκκλησίας, να μιλά για την Κοίμηση ως γεγονός μυστηρίου, το οποίο με φωτισμένη από τον Θεό πίστη προσπαθεί να το κατανοήσει, έστω και εκ μέρους, και να το δει στις αληθινές του διαστάσεις. ῾Ω, του παραδόξου θαύματος᾽ κραυγάζει. ῾Βαβαί των σων μυστηρίων αγνή!᾽ Και δικαιολογημένα: ῾η πηγή της ζωής, εν μνημείω τίθεται και κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται᾽. Ό,τι μυστήριο περικλείει τον θάνατο του Χριστού και την ταφή Του, το ίδιο μυστήριο, κατά τον υμνογράφο που κινείται δοξολογικά σε επίπεδο υπερβολής, περικλείει και την κοίμηση της Παναγίας Μητέρας Του, κάτι που δικαιολογεί και το γιατί οι Χριστιανοί κατ᾽ αντανάκλαση του θανάτου του Κυρίου, ψέλνουν τα εγκώμια και κάνουν περιφορά επιταφίου και στην Θεοτόκο.
Και βεβαίως έτσι συνυπάρχει και η ανάσταση που ακολουθεί. Θέλουμε να πούμε ότι όπως μετά την ταφή του Κυρίου έρχεται η ανάσταση, με την οποία νικήθηκε ο Άδης και ῾ζωής ηξιώθημεν᾽, έτσι και μετά την κοίμηση της Θεοτόκου έρχεται και η δική της ανάσταση. Διότι, κατά την παράδοσή μας, η Παναγία ναι μεν πέθανε και ετάφη, την τρίτη όμως ημέρα, όταν ανοίχτηκε ο τάφος της προς χάρη ενός από τους μαθητές του Κυρίου, που δεν παραβρέθηκε στην κοίμησή της, διαπιστώθηκε η εν σώματι μετάστασή της, συνεπώς η Παναγία βίωσε από τότε αυτό που θα βιώσουμε όλοι μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας, την ανάσταση των σωμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι στους Χαιρετισμούς της αδιάκοπα διαλαλείται ότι ῾αναστάσεως τύπον εκλάμπει᾽, όπως εξίσου δεν είναι τυχαίο ότι ο πιστός λαός μας με το αισθητήριο που διαθέτει, χαρακτηρίζει την Κοίμησή της ως το ῾Πάσχα του καλοκαιριού᾽.
Ο υμνογράφος βεβαίως δεν βλέπει το μυστήριο της Κοιμήσεως μεμονωμένα. Θεωρεί ότι η Παναγία μας με όλη τη ζωή της ζει το μυστήριο της παρουσίας του Θεού κατά μοναδικό τρόπο, οπότε και η Κοίμησή της προεκτείνει φυσιολογικά το όλο μυστήριο. ῾Έπρεπε τοις αυτόπταις του Λόγου και υπηρέταις, και της κατά σάρκα Μητρός αυτού, την Κοίμησιν εποπτεύσαι, τελευταίον ούσαν επ᾽ αυτή μυστήριον᾽. Δηλαδή: Έπρεπε οι μαθητές του Χριστού να εποπτεύσουν και την Κοίμηση της κατά σάρκα Μητέρας Του, η οποία αποτελεί το τελευταίο σ᾽ αυτήν μυστήριο. Διότι ασφαλώς και η δική της η Γέννηση ως καρπός έντονης και πολυχρόνιας προσευχής είναι μυστήριο, αλλά πολλαπλασίως περισσότερο ο Ευαγγελισμός της και η Γέννηση δι᾽ αυτής του Θεού στον κόσμο ως ανθρώπου.
Παρ᾽ όλα αυτά! Υπάρχει και συνέχεια του μυστηρίου για την Παναγία. Δεν τελειώνουν δηλαδή γι᾽ αυτήν τα πράγματα με την Κοίμησή της. Το αντίθετο: θα έλεγε κανείς ότι ιδίως τότε, και μέχρι της συντέλειας των αιώνων, το μυστήριο της παρουσίας της θα συνεχίζεται, γεγονός που συνιστά την παρηγοριά και την ελπίδα μας. Κι εννούμε βεβαίως αυτό που όλοι ζούμε και ψάλλει η Εκκλησία μας με το απολυτίκιο ιδίως της εορτής: ῾Εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε᾽. Η έξοδός της από τον κόσμο δεν συνιστά μία φυγή, μία λησμονιά από πλευράς της για εμάς. Η Παναγία φεύγει και ταυτοχρόνως παραμένει πιο κοντά μας. Διότι ζώντας καθ᾽ ολοκληρίαν πια μέσα στον Κύριο και Θεό της μετέχει κατά κάποιον τρόπο της πανταχού παρουσίας Εκείνου. Εκείνος της ανοίγει τα μάτια για να μας βλέπει, να μας ακούει, να συμπάσχει και να συγχαίρει μαζί μας, και κυρίως να έχει τη δύναμη να μας βοηθά. Κι αυτό είναι πια εμπειρία όλης της Εκκλησίας, που σημαίνει ότι μπορεί να γίνει και γίνεται εμπειρία και του καθενός μας, όπως συνέβη και με τον Άγιο Σιλουανό του Άθω, ο οποίος γράφει στα κείμενα που μας διέσωσε ο Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ, ότι μετανόησε για τις αποκλίσεις της ζωής του, όταν η ίδια η Παναγία του είπε με πόνο ότι θλίβεται για την αμαρτωλή ζωή του. Ποιος άραγε λόγος αιτιολογεί την αγάπη του πιστού λαού προς Εκείνην, παρά η αίσθηση της εγγύτητάς της στη ζωή μας; Και η Παναγία το είχε διαβεβαιώσει, λίγο πριν τον θάνατό της, σκορπώντας την παρηγοριά ήδη από τότε στους πιστούς, με πρώτους τους αποστόλους: ῾Μη θρηνείτε, γιατί με τη μετάστασή μου σας διαβεβαιώνω ότι όχι μόνον εσάς, αλλά και όλον τον κόσμο θα περισκέπω και θα εφορώ᾽. Αν κάτι παρόμοιο έλεγε και ο Γέροντας Πορφύριος στην εποχή μας, ότι δηλαδή μετά τον θάνατό του θα βρίσκεται πιο κοντά στους ανθρώπους, πόσο περισσότερο, ας φανταστούμε, ισχύει τούτο για την Παναγία;
5. Μέσα στο θάμβος της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, μπροστά σε όλα τα θαυμαστά που εξαγγέλλει η χαρά της από τη μετάστασή της στους ουρανούς, προβάλλει επιτακτικά το ερώτημα: τι ήταν αυτό που έκανε την Παναγία να φτάσει σ᾽ αυτό το ύψος; Και τι πρέπει να κάνουμε κι εμείς αντιστοίχως,  ώστε έστω και ελάχιστα, μια που η προοπτική μας είναι να γίνουμε κι εμείς ῾Παναγίες᾽, να σαρκώνουμε δηλαδή στη ζωή μας τον Χριστό, να γευόμαστε λίγο από τη χάρη της, χάρη στην πραγματικότητα του Κυρίου μας; Η απάντηση είναι γνωστή κι αυτήν διαλαλεί διαρκώς η Εκκλησία μας: Αν η Παναγία έγινε ό,τι έγινε, τούτο οφείλεται στην ετοιμότητά της να υπακούει στο θέλημα του Θεού. Το ῾ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου᾽ είναι το ῾μυστικό᾽  της εξυψώσεώς της στα υπερουράνια. Αυτό το ῾μυστικό᾽, ας γίνεται καθημερινά φανερό και στις δικές μας καρδιές. 

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ



(Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἱεροσολύμων θέλησε νά κάνει ἡγούμενο στή Μονή τοῦ ἁγίου Εὐστοργίου ἕναν ἅγιο Γέροντα, ὁ ὁποῖος ὅμως μπροστά στό βάρος τῆς εὐθύνης ἀπεποιεῖτο τή θέση, προβάλλοντας ὡς δικαιολογία τό τάμα του νά προσκυνήσει στό Ὄρος Σινᾶ. Τελικά, ὁ Γέροντας ἔδωσε τήν ὑπόσχεση νά ἀποδεχτεῖ τήν ἡγουμενία, μετά τήν ἐπιστροφή του. Ὅμως στήν πορεία μαζί μ’ ἕναν ὑποτακτικό του, μετά τή διάβαση τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ, ἀρρώστησε, ὁπότε κατέφυγαν σ’ ἕνα μικρό σπήλαιο τῆς περιοχῆς. Ἐκεῖ διεπιστώθη ὅτι οἱ βουλές τοῦ Θεοῦ ἦταν ἐντελῶς διαφορετικές ἀπό ὅ,τι καί ὁ Γέροντας ἀλλά καί ὁ ἀρχιεπίσκοπος προγραμμάτιζαν...).

Τό τάμα πρόβαλ’ ὁ ἀββᾶς, ὁ πρῶτος νά μή γίνει,
«εἶναι βαριά γιά μένανε, τόσο μεγάλη εὐθύνη∙ 
τ’ Ὄρος Σινᾶ νά ἐπισκεφτῶ, τό ‘χει ἡ καρδιά μου δέσει,
γυρίζοντας τή συζητῶ, τοῦ ‘γούμενου τή θέση».
Ὁ Δέσποτας ἐκάμφθηκε, ἔδωσε τήν εὐχή του,
κι ὁ γέροντας πορεύτηκε, ἔλιωσε τό κορμί του.
Ρίγη καί πυρετός μαζί, μετά τόν Ἰορδάνη,
τόν ρίξαν κάτω τόν ἀββᾶ, σάν τέλος του ἐφάνη.
Μία μικρή σπηλιά ἐκεῖ, τοῦ φάνταξε ἀγκάλη,
ὁ πυρετός ἐπέμενε, τό ἴδιο καί μιά ζάλη.
«Γέροντα, γιά ποῦ τό ‘βαλες;», τήν ὥρα πού κοιμᾶται,
ἀκούει μέσα στ’ ὄνειρο,  ξυπνάει καί θυμάται.
«Στ’ Ὄρος Σινᾶ!» τ’ ἀπάντησε, «μά πές μου τ’ ὄνομά σου,
τί θέλεις ἀπό μένανε, δέν ξέρω τή θωριά σου». 
«Μή πᾶς στό Ὄρος τό Σινᾶ, παράκληση σοῦ κάνω∙
εἶσαι πιά γέρος κι ἄρρωστος, μεῖνε ἐδῶ ἐπάνω». 
Ἀρνήθηκε ὁ Γέροντας, κι ὁ ξένος ἐπανῆλθε, 
πάλι σέ ὄνειρο βαθύ, τό ἄλλο βράδυ ἦλθε.
«Καλόγερε, θά κουραστεῖς, κάτσε ἐδῶ στόν βράχο»∙
«ποιός εἶσαι;» ρώτησ’ ὁ ἀββᾶς, «ἀπάντηση θέ νά ‘χω». 
«Ὁ Ἰωάννης Πρόδρομος, ὁ Βαπτιστής Κυρίου∙
μέσ’ στή σπηλιά ἀσκήτεψα, κι εἶδα ὁράσεις Θείου.
Πολλές φορές ὁ Ἰησοῦς, ὡς ἐπισκέπτης ἦλθε,
ἡ χάρη Του παρήγορη, σέ μέ ὡς φῶς κατῆλθε.
Αὐτός ὁ τόπος ὁ μικρός, λοιπόν εἶναι μεγάλος, 
ἀνώτερος κι ἀπ’ τό Σινᾶ, κι ἔχει Θεοῦ τό κάλλος.
Κάνε λοιπόν ὑπακοή, κατοίκησε ‘δῶ πέρα,
καί τήν ὑγειά σου θά ‘χεις πιά, βέβαιη κάθε μέρα».
Ὁ Γέροντας ὑπάκουσε, ἔκλινε τό κεφάλι,
στάθηκ’ ἀμέσως ὑγιής, ζωντάνεψε καί πάλι.
Τό σπήλαιο τό ἔκανε, σπουδαία Ἐκκλησία,
καί μ’ ἄλλους πλῆθος ἀδελφούς, κάναν Μονή ἁγία.
Σάψας ὁ τόπος λέγεται, πέρ’ ἀπ’ τόν Ἰορδάνη,
ἀριστερά ‘χει Χείμαρρο, τοῦ Ζηλωτῆ τό χάνι.

(Ἀπό τό «Λειμωνάριον» τοῦ Ἰ. Μόσχου, κεφ. 1)










Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2018

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ


Ὁ Λεόντιος πάγωσε στή θέση του. Ἡ καρδιά του ἄρχισε νά κτυπᾶ ἀκανόνιστα. Κρύος ἱδρώτας τόν περιέλουσε. Θέλησε νά φωνάξει καί νά σηκωθεῖ νά φύγει, μά ἦταν ἀδύνατο: τά πόδια του καρφωμένα πάνω στή γῆ δέν ἔλεγαν νά κάνουν ρούπι. Ἡ αὐγή δέν εἶχε ἀκόμη φανεῖ καί ὁ ναός φωτιζόταν ἐλάχιστα ἀπό τά λιγοστά καντήλια. Αὐτό ὅμως πού τόν φόβισε καί τόν τάραξε τό εἶδε καθαρά.

      Διαβαζόταν τό μεσονυκτικό στόν Κεντρικό Ναό τῆς νέας λαύρας τῆς Μονῆς τοῦ ἀγίου Σάββα, ἡμέρα Κυριακή, ὅταν μπῆκε στόν Πρόναο. Εἶχε ἑτοιμαστεῖ νά κοινωνήσει, εἶχε κάνει τόν κανόνα του, διάβασε τίς προβλεπόμενες εὐχές, ἔκανε τίς μετάνοιες του. Τό κελί του στόν νέο αὐτόν χῶρο, τή νέα λαύρα, τοῦ ἄρεσε πολύ. Δέν ἤθελε στήν ἀρχή νά ἐγκαταλείψει τό Μεγάλο Μοναστήρι πού ἀπό μικρός εἶχε εἰσέλθει. Ἡ Μονή τοῦ ἁγίου Σάββα ἦταν φημισμένη γιά τούς ἁγίους ἀσκητές της, γιά τό διακριτικά αὐστηρό πρόγραμμα πού εἶχε καθορίσει ὁ μεγάλος Πατέρας καί ἱδρυτής της ὅσιος Σάββας, κι ἔνιωθε ὅτι ἐδῶ μέ ἀσφάλεια θά πορευόταν τόν δρόμο τῆς σωτηρίας του. Καί πράγματι, ὅλα τά χρόνια του ἦταν χρόνια ἔντονης ἀσκητικῆς προσπάθειας, «βίας φύσεως διηνεκοῦς» πού λέγανε οἱ παλαιότεροι ἀσκητές γιά τή μονότροπη Πολιτεία. Μά τοῦ τό ζήτησε ὁ ἴδιος ὁ ἡγούμενος, ὅταν τόν κάλεσε κάποια ημέρα στό ἡγουμενεῖο: «Λεόντιε, πρέπει τό κενό πού δημιουργήθηκε στή νέα λαύρα ἀπό τούς πλανεμένους ἀδελφούς ὠριγενιστές, νά τό ἀναπληρώσουμε. Θά σέ παρακαλέσω νά εἶσαι καί σύ ἀπό αὐτούς πού θά πᾶνε στόν νέο αὐτόν χῶρο μας. Εἶναι μιά ξεχωριστή εὐκαιρία νά ἁγιαστεῖ ὁ τόπος, πού δέν ξέρω ποιά δαιμόνια μπορεῖ νά τόν ἔχουν μαγαρίσει».


Δέν ἄργησε νά συμφωνήσει. Πέρα ἀπό τό γεγονός ὅτι πάντοτε ὁ ἴδιος ἦταν τέκνο ὑπακοῆς – τό «ναί» του σέ κάθε κέλευσμα καί προτροπή τῆς Μονῆς σ’ αὐτόν ἦταν ἄμεσο, χωρίς νά τό θέτει ὑπό τή δική του κρίση – τώρα ἔβλεπε καί τή λογική τοῦ πράγματος. Ἡ Μονή τους εἶχε πονέσει ἀπό αὐτό πού εἶχε συμβεῖ κάποιο διάστημα πρίν. Μία ὁμάδα ἀδελφῶν της εἶχε  ἐπηρεαστεῖ ἀπό τίς κακοδοξίες τοῦ σπουδαίου κατά τά ἄλλα θεολόγου τῆς Ἐκκλησίας Ὠριγένη κι εἶχε ἀρχίσει νά παρουσιάζει συμπεριφορά πού δέν ταίριαζε στή μοναχική ἰδιότητα. Οἱ ἀδελφοί αὐτοί πίστεψαν ὅτι ἡ Ἐκκλησία, συνεπῶς καί τό Μοναστήρι τους, δέν ἀκολουθοῦσαν τήν ὀρθή πίστη∙ ὅτι ἡ ὀρθή πίστη ἐκφραζόταν καλύτερα μέ αὐτά πού ἔλεγε καί ἔγραφε ὁ Ὠριγένης, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐπηρεασμένος ἀπό τή φιλοσοφία τοῦ νεοπλατωνισμοῦ, διέγραφε τήν «ἱστορική» Ἐκκλησία καί κήρυσσε μία «πνευματική» ἐκδοχή της, ὁπότε παρέσυρε τούς ὀπαδούς καί ἀκολούθους του σέ ἀτραπούς πού τούς ἔκανε νά χάνουν τή ζωντανή σχέση τους μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ἀντέδρασε τό μοναστήρι μέ τίς ἐπιλογές τῶν μοναχῶν αὐτῶν, ὁπότε ἐκεῖνοι ἔκριναν καλό ὄχι βεβαίως νά μετανοήσουν καί νά κάνουν ὑπακοή, ἀλλά νά φύγουν καί νά δημιουργήσουν μιά δική τους λαύρα, ἕναν δικό τους μοναχικό συνοικισμό, ὅπου ἐκεῖ ἀπερίσπαστοι νά λατρεύουν τή δική τους «χριστιανική» θεότητα. Ἡ ποιμαίνουσα Ἐκκλησία βλέποντας τόν μεγάλο κίνδυνο ἀπό τήν ἀλλοίωση τῆς πίστης καί τήν ἐπιρροή πού ἀσκοῦσε τό ἰσχυρό πνεῦμα τοῦ Ὠριγένη, ἀκόμη καί μετά θάνατον, συγκρότησε μεγάλη Σύνοδο στά μέσα τοῦ 6ου αἰ. κι ἐκεῖ κατέδειξε καί κατεδίκασε τήν πλάνη τῶν ὠριγενιστῶν ἀποκόπτοντας ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὅσους ἦταν ὀπαδοί του καί δέν μετανοοοῦσαν. Ὴταν ἑπόμενο βέβαια μετά τήν καταδίκη αὐτή οἱ πλανεμένοι ἀδελφοί τοῦ μοναστηριοῦ νά μήν μποροῦν νά σταθοῦν στή νέα αὐτή λαύρα, πού ἐξηρτᾶτο στήν οὐσία ἀπό τή Μεγάλη Μονή τοῦ ὁσίου Σάββα, καί νά φύγουν. Γρήγορα ἡ νέα αὐτή λαύρα ἐπανδρώθηκε ἀπό ἄλλους ἀδελφούς τῆς Μονῆς, ἕνας τῶν ὁποίων ἦταν καί ὁ ἀββᾶς Λεόντιος, ὑπακούοντας, καθώς εἴπαμε, στήν προτροπή τοῦ ἡγουμένου.

Γρήγορα ὁ Λεόντιος προσαρμόστηκε στόν νέο χῶρο, εἶδε τόν ἡσυχαστικό χαρακτήρα τῆς λαύρας, δοξολόγησε τόν Θεό πού διά τοῦ ἡγουμένου τῆς Μονῆς τοῦ ἔδωσε τή νέα αὐτήν εὐκαιρία ἁγιασμοῦ του, ἀποδύθηκε σέ νέους ἀσκητικούς ἀγῶνες. Καί, νά, πού τή συγκεκριμένη ἡμέρα τῆς Κυριακῆς, ἀφοῦ ἀποβραδίς ἐπιτέλεσε ὅ,τι προέβλεπε τό τυπικό γιά τήν ἑτοιμασία τῆς Θείας Κοινωνίας, πῆρε τόν δρόμο ἀπό τό κελί του πού τόν ἔφερνε ξημερώματα στόν Κεντρικό Ναό. Ἡ καρδιά του φτερούγιζε στή σκέψη πού γιά μία ἀκόμη φορά θά γινόταν σύσσωμος καί σύναιμος μέ τόν Κύριο, καθώς ἡ βρώση τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καί ἡ πόση τοῦ ἁγίου αἵματός Του θά ἐνεργοποιοῦσε στήν ὕπαρξή του τή δωρεά νά εἶναι μέλος Κυρίου ἀπό τό ἅγιο βάπτισμά του.
Μπῆκε λοιπόν ἀπό τούς πρώτους στόν Ναό, πρῶτα στόν Πρόναο, ἔκανε τίς μετάνοιες του, ἀσπάστηκε τίς εἰκόνες τοῦ Κυρίου καί τῆς Παναγίας Μητέρας Του, καθώς καί ὅλων τῶν φίλων του ἁγίων. Ἡ θέση του ἦταν συγκεκριμένη λόγω τῶν πολλῶν χρόνων του στό Μεγάλο Μοναστήρι: κοντά στόν προεστῶτα τῆς νέας λαύρας, σέ θέση πού ἔβλεπε πολύ καθαρά τό ἱερό ἀπό τήν Ὡραία Πύλη, καί μάλιστα τό δεξιό τμῆμα τῆς Ἁγίας Τραπέζης. Καί τότε εἶδε αὐτό πού τόν ἀκινητοποίησε καί τόν «πάγωσε»∙ πού τόν ἔκανε νά μήν μπορεῖ νά σύρει κανένα βῆμα πιά∙ πού ἔκανε τήν καρδιά του νά κτυπᾶ ἀκανόνιστα καί ἄρρυθμα: Μιά φιγούρα μεγάλη μέσα στό Ἱερό, στά δεξιά τοῦ Θυσιαστηρίου, ἕναν ἄγγελο πού τό μέγεθός του φάνταξε τεράστιο στά μάτια του! Ὄχι, δέν εἶχε ξαναδεῖ ἄγγελο οὔτε ἀγγέλους κι οὔτε ἤθελε. Πίστευε ὅτι ἀσφαλῶς καί ὑπάρχουν, ἀσφαλῶς καί ἐπιδροῦν θετικά στή ζωή μας, ἀλλά μποροῦν καί τούς βλέπουν οἱ ἅγιοι, οἱ προχωρημένοι πνευματικά, αὐτοί τῶν ὁποίων οἱ πνευματικοί ὀφθαλμοί διανοίγονται ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ γιά νά βλέπουν καί τό βάθος ἀκόμη τῆς πραγματικότητας. Ὁ ἴδιος ὅμως τί ἤτανε; Σκόνταφτε πολύ συχνά, παρ’ ὅλη τήν ἡλικία του, στά πάθη καί τίς ἀδυναμίες του, ἔβλεπε ὁλοκάθαρα τόν ἑαυτό του μέ τόν τρόπο πού ἔλεγε ὁ Κύριος, ἕνα μηδενικό δηλαδή, ἀφοῦ τά λόγια Του ἦταν ἡ ἴδια ἡ ἀλήθεια: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»! «Ἔνα τίποτε εἶμαι», ἔλεγε γιά τόν ἑαυτό του, καί τό πίστευε ἀκράδαντα. «Πῶς λοιπόν ἐγώ μέ τέτοια δεινή πνευματική κατάσταση θά δῶ ἀγγέλους; Συνεπῶς, ἤ εἶναι πλάσμα τῆς φαντασίας μου ἤ ὁ Πονηρός μέ δουλεύει μέ τόν καλύτερο τρόπο». Αὐτό τόν τρομοκράτησε καί τόν ἔκανε νά μείνει σάν πέτρα.
Κυριάρχησε λίγο στόν ἑαυτό του, ἴσα γιά νά σύρει σάν πεθαμένος τά βήματά του ἔξω καί πάλι ἀπό τόν Ναό. Βγῆκε τελικά, χωρίς κανείς νά τοῦ πεῖ τίποτε, κι ὅλα τοῦ φάνηκαν ξένα κι ἀλλόκοτα. Ὁ χῶρος πού μέχρι πρό τινος τοῦ χαμογελοῦσε, ἦταν τώρα κίνδυνος γι’ αὐτόν.  Ὁ φόβος εἶχε ἁλώσει τήν ψυχή του καί τόν ἔκανε νά σέρνεται σάν κυνηγημένος. Τί κι ἄν ἤτανε Κυριακή καί σέ λίγο θά ξεκινοῦσε μέ λαμπρότητα ἡ Θεία Λειτουργία; Τό μόνο πού τόν ἐνδιέφερε ἦταν νά φτάσει γρήγορα στό κελί του καί νά κλειδωθεῖ σ’ αὐτό. Ἄνοιξε μέ δυσκολία καί μέ κρατημένη τήν ἀναπνοή τή θύρα, ἔκλεισε καί σωριάστηκε σ’ ἕνα κάθισμα. Ἡ ἀναπνοή του ἦταν βαριά καί πέρασε κάποια ὥρα μέχρι νά βρεῖ τόν συνηθισμένο της ρυθμό.
Τό κελί του ἄρχισε νά παίρνει τίς συνηθισμένες του διαστάσεις καί οἱ λογισμοί του λίγο νά ἠρεμοῦν καί νά τακτοποιοῦνται. Ἡ ὀπτασία πού εἶδε, ἡ «ὅρασή» του ἄρχισε νά γίνεται ἀντικείμενο λογικῆς ἐπεξεργασίας, ἀλλά καί πνευματικοῦ προσδιορισμοῦ.
«Γιατί φοβήθηκα τόσο;» ἄρχισε νά διερωτᾶται. «Πιστεύω στόν Κύριο, πιστεύω στούς ἁγίους ἀγγέλους Του, πιστεύω στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί ὅτι ὅλα βρίσκονται μέσα στήν ἐνέργεια Ἐκείνου. Τί ἦταν ἐκεῖνο πού μέ φόβισε; Ὁ ἅγιος ἄγγελος; Ὅμως ἐγώ δέν εἶμαι ἄξιος νά βλέπω ἀγγέλους. Συνεπῶς τί ἦταν αὐτό πού εἶδα; Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως ὁ φόβος δέν εἶναι σημάδι τῆς ἔλλειψης ἀγάπης μέσα στήν καρδιά μου; Ὁ ἅγιος Ἰωάννης στήν Α΄ Καθολική ἐπιστολή του δέν λέει ὅτι «φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ’ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον»; Συνεπῶς, ὅ,τι εἶδα ἦταν κατά παραχώρηση τοῦ Θεοῦ γιά νά καταλάβω πόσο ἐλλειμματικός εἶμαι καί στήν πίστη καί στήν ἀγάπη. Θεέ μου, συγχώρεσέ με∙ Κύριε, λυπήσου με τόν ἁμαρτωλό!».
Ἔπεσε στά γόνατα ὁ Λεόντιος καί τό πρόσωπό του χάθηκε στό δάπεδο τοῦ κελιοῦ του. Τά δάκρυά του ἄρχισαν νά πληθαίνουν καί νά ρέουν σάν μικρό ποτάμι. Καταλάβαινε τή μικρότητα καί τήν ὀλιγότητά του κι ἄρχισε ἀπό τή μιά νά παρακαλεῖ τόν Θεό νά τόν ἐλεήσει, ἀπό τήν ἄλλη νά τόν δοξολογεῖ πού τοῦ ἔδωσε τήν εὐκαιρία, ἔστω καί μέσα ἀπό τή φοβερή γι’ αὐτόν ὅραση, νά δεῖ τά πραγματικά ὅριά του. «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ἔλεγε καί ξανάλεγε, ἐνῶ τό στῆθος του τρανταζόταν ἀπό τό βίωμα τῆς μετανοίας του.
«Λεόντιε!», σάν νά ἄκουσε μέσα στίς θρηνητικές κραυγές του μιά φωνή πού τόν προσφωνοῦσε. «Λεόντιε!». Ξαφνιάστηκε καί ἀνασήκωσε τό κεφάλι νά δεῖ ἀπό ποῦ προέρχεται ἡ φωνή, χωρίς ὅμως – κι αὐτό τόν παραξένεψε – νά φοβηθεῖ καθόλου αὐτήν τή φορά. Ἦταν σάν νά ἄκουγε πολύ καθαρά τώρα τό ὄνομά του, ἀλλά ἀπό κάποιον πολύ ἀγαπημένο του, ἀπό ἕναν καρδιακό φίλο του, γι’ αὐτό καί στράφηκε μέ χαρά θαρρεῖς πρός τή θύρα τοῦ κελιοῦ του. Τίποτε ὅμως! Κανένας! Ἡ φωνή ὅμως συνέχισε νά τόν καλεῖ: «Λεόντιε!».
Ἄρχισε νά καταλαβαίνει. Ἡ φωνή ἠχοῦσε στά αὐτιά του καθαρά, ἀλλά ἀπό τό μέρος θά ἔλεγες τῆς καρδιᾶς. Πῆγε καί πάλι νά προσκυνήσει, ἀλλά μέ ἐπίγνωση αὐτήν τή φορά, χωρίς νά βλέπει κάτι∙ μόνον ἄκουγε.  «Λάλει, Κύριε, ὅτι ὁ δοῦλος σου ἀκούει». «Λεόντιε!», ἄκουσε καί πάλι. «Δέν εἶμαι ὁ Κύριός μας. Εἶμαι ὁ ἄγγελός του πού λίγο πρίν στόν Ναό ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά μέ δεῖς. Εἶμαι ὁ ἄγγελος τοῦ Ναοῦ. Ὁ Κύριος καί Θεός μας θέλησε νά δεῖς μέ ἄμεσο τρόπο κι ἐσύ ὅτι βρίσκομαι ὡς φύλακας τοῦ Ναοῦ. Ἀπό τότε πού ἐγκαινιάστηκε τοῦτο τό θυσιαστήριο, σέ μένα ἀνατέθηκε νά κατοικῶ σ’ αὐτό».
Ὁ Λεόντιος ἔνιωσε τήν καρδιά του νά δυναμώνει∙ νά γιγαντώνεται. Ἦταν βέβαιος τώρα ὅτι πράγματι ἐπρόκειτο γιά ἄγγελο τοῦ Κυρίου. Ὁ φόβος πού τόν εἶχε αἰχμαλωτίσει πρίν εἶχε φυγαδευτεῖ κι ἕνα κύμα χαρᾶς καί ἀγαλλίασης κυριαρχοῦσε μέσα του. Ξανάπεσε μέ τό πρόσωπό του στό ἔδαφος καί μέ δάκρυα εὐγνωμοσύνης αὐτήν τή φορά ἄρχισε νά προσεύχεται καί νά δοξολογεῖ τόν Κύριο. Ἀπότομα σηκώθηκε, ἄνοιξε τή θύρα τοῦ κελιοῦ του καί σχεδόν τρέχοντας κατέβηκε καί πάλι στόν Ναό. Τώρα ἤξερε: Ὁ Κύριος τοῦ εἶχε ἀποκαλύψει τόν ἄγγελό Του∙ ἡ δική του πίστη τώρα τόν ἔκανε νά βλέπει καί τόν δικό του προσωπικό ἄγγελο, πού ὁ Κύριος τοῦ ἔδωσε ἀπό τήν ὥρα πού βαπτίστηκε καί ἔγινε «ναός τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Στή θέση του μέσα στόν Ναό μετέσχε στό ὑπόλοιπο τῆς Θείας Λειτουργίας, ἐνῶ μέ κατάνυξη μεγάλη καί μέ θερμό πόθο κοινώνησε τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Τόν ἄγγελο τοῦ Ναοῦ δέν τόν ξαναεῖδε, ὅπως τήν πρώτη φορά. Τόν ἔβλεπε ὅμως πάντοτε μέ τήν ὅραση τῆς πίστης πού τοῦ χάριζε ὁ Κύριος καί τοῦ μιλοῦσε νοερῶς σάν σέ ἀγαπητό του φίλο.
                                           (Ἀπό τό "Λειμωνάριον" τοῦ Ἰ. Μόσχου, κεφ. 4)


Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

ΤΑ ΧΑΣΤΟΥΚΙΑ ΤΩΝ... ΚΟΡΑΚΩΝ!


Ο δύο φίλοι, Γιργος, μεγαλύτερος στήν λικία, τριαντάρης περίπου, καί Νίκος, λίγο μικρότερος, εχαν φτάσει στό ρος μετά πό «πάλη» ρκετν μηνν. Ζύγιαζαν τά πράγματα πό δ, τά μελετοσαν πό κε, τελικά κατόρθωσαν νά βρον κενες τίς μερομηνίες πού μπόρεσαν νά βολέψουν τό πρόγραμμα καί τίς δουλειές τους, καί, νά, πού βρέθηκαν τελικά στό πολυπόθητο γι ατούς γιον ρος, τό ποο πρώτη φορά πισκέπτονταν. Δέν ταν σχετοι πρός τήν κκλησία καί τή χριστιανική πίστη. Προέρχονταν πό χριστιανικές οκογένειες, ο ποες εχαν φροντίσει νά σταλάξουν μέσα τους σο ταν δυνατόν τήν πίστη στόν Χριστό, τήν ελάβεια πρός τήν κκλησία καί τήν γάπη πρός τούς γίους.  ταν μάλιστα ναφέρονταν στό γιον ρος ο γονες τν δύο παιδιν, ο ελαβες ατοί νθρωποι πάντοτε συγκινονταν, σάν νά φτερούγιζε κάτι μέσα στήν καρδιά τους: εχαν πισκεφτε κι κενοι μαζί τό γιασμένο ρος παλαιότερα, ο δέ γυνακες τους εχαν μετάσχει στόν περίπλου το ρους πού εχε προγραμματίσει νορία τους.  Γι ατό καί ταν συναντονταν ο φιλικές ατές οκογένειες, συχνά ρχόταν λόγος γιά τούς Γέροντες το ρους, γιά τά πελώρια Μοναστήρια πού βρίσκονταν  μέσα σέ μιά χλύ μυστηρίου, γιά τή φυσική μορφιά πού μάγευε πιστούς καί πιστους, ληθινούς προσκυνητές καί πλούς «τουρίστες»
Τά παιδιά κουγαν τίς συζητήσεις ατές καί κατά τρόπο φυσικό τούς εχε δημιουργηθε πιθυμία νά πνε κι ατοί στό ρος, νά δον καί νά κούσουν καί ο διοι ,τι ο πατέρες τους διηγονταν, νά προσκυνήσουν σέ τόπους πού εχαν σκητέψει καί εχαν γιάσει ληθινοί νθρωποι το Χριστο. Τά χρόνια μως περνοσαν καί πιθυμία τους δέν εχε κπληρωθε. Πότε ο σπουδές τους, πότε ο διακοπές τους πού δέν θελαν νά χάσουν, πότε καί κάποια ντίδραση πού κάποια στιγμή μφιλοχώρησε μέσα τους, τούς καναν νά ργοπορον καί νά μεταθέτουν γιά λλοτε ατό πού πό τά μικράτα τους εχαν νειρευτε
Καί νά πού κείνη τή χρονιά τά πράγματα «βολεύτηκαν». Τό ποφάσισαν, ταν μάλιστα καί κάποιοι φίλοι τους πού πισκέφτηκαν τό ρος τούς διηγήθηκαν μέ νθουσιασμό τίς μπειρίες τους, καί μάλιστα ταν τούς μίλησαν γιά τόν σπουδαο Γέροντα άκωβο πού γνώρισαν, σέ μιά μακρινή κάπως σκήτη το ρους, πό ατές πού κρύβουν πολλά γιασμένα γεροντάκια πού δέν τούς δίνει κανείς σημασία, ταν κυριαρχεται πό κοσμικά κριτήρια, λλά πού χουν καρδιά χρυσαφένια καί λιονταρίσια, καρδιά δηλαδή ληθινά σάρκινη, γεμάτη γάπη καί πίστη Χριστο, λλά καί θέληση πού μόνο γρανιτένιος βράχος μπορε νά παραβληθε μαζί της
Τόν νεζήτησαν, μέ βάση τίς πληροφορίες πού λαβαν πό τούς φίλους τους, τόν βρκαν, γοητεύτηκαν, μαλάκωσε καρδιά τους, θέλησαν νά κουμπήσουν σ ατόν τούς προβληματισμούς καί τίς δυσκολίες τους. Γέροντας μέ τήν πρώτη ματιά «διάβασε» τήν ψυχή τους κι εδε τι ο νέοι ατοί νθρωποι δέν παίζουν μέ τήν πνευματική ζωή. ταν ληθινοί ναζητητές το μυστηρίου το Πνεύματος το Θεο, γι ατό καί εκολα κι ατός νταποκρίθηκε. Τούς καλοδέχτηκε - πως κανε λλωστε καί σέ λους τούς προσκυνητέςκαί κάτω πό ναν γέρικο πλάτανο πού κοσμοσε τή μικρή αλή το κελιο του, τούς ψησε καφεδάκι καί τούς τράταρε λουκούμι καί δροσερό νερό
κουβέντα δέν ργησε νά λάβει τήν τροπή πού πιθυμοσαν λοι τους. Μετά τίς πρτες ναγνωριστικές φράσεις, τήν πρώτη γνωριμία τους, καί ο δύο νέοι ατοί νθρωποι ρχισαν νά ρωτον γιά πιό πνευματικά θέματα, γιά τίς δυσκολίες πού ντιμετώπιζαν στήν πνευματική ζωή, γιά τήν πογοήτευσή τους πό πολλούς ξιωματούχους τς κκλησίας, γιά τό κυνηγητό πό τήν λλη το καθημερινο ρτου, πού τούς κανε καί τούς δύο νά μήν χουν κάπου προσανατολιστε γιά τή σύμπηξη οκογένειας. Γιατί καί ο δύο το νέφεραν τι μοναχική ζωή τήν ποία ποδέχονται καί γαπον, δέν εναι γι ατούς. Βλέπουν τούς καλογέρους ς ρωες μέ τήν ποταγή το κόσμου, λλά ο διοι δέν μπορον νά σηκώσουν τό βάρος ατό
Γέροντας τούς κουγε πομονετικά καί μέ καλοσύνη καί πότε κουνοσε τό κεφάλι του συμφωνώντας μέ τίς διαπιστώσεις τους, πότε δινε κάποιες σύντομες παντήσεις, πότε ξέφραζε τήν κπληξή του μέ κάτι περίεργο καί παράδοξο πού το λεγαν. Τό κομποσχοίνι του πό τήν λλη γυρόφερνε στά γιασμένα χέρια του κι ταν στιγμές πού κάποιο δάκρυ σάν νά λαμπύριζε στούς φθαλμούς του, πού γρήγορα μως σάν ντροπιασμένο μαζευόταν χωρίς νά πάρει τόν δρόμο του. κε πού κοντοστάθηκε περισσότερο ταν στίς πιφυλάξεις τν νέων γιά τούς πρτα φέροντες στήν κκλησία. Εδε μέσως τόν κίνδυνο πού καραδοκοσε, τήν κπτωση μέ «δεξιό» τρόπο σέ κατάκριση καί ποποίηση τν προσωπικν εθυνν
«Θέλει προσοχή τό θέμα ατό, παιδιά μου», επε μέ σοβαρότητα. Βεβαίως ο κκλησιαστικοί ρχοντές μας εναι κενοι πού χουν τή μεγαλύτερη εθύνη γιά τίς ψυχές τν πιστν καί χι μόνο, μά κάθε πιστός ξίσου μ ατούς ς μέλος Χριστο εναι πεύθυνος. Εναι πολύ εκολο νά μεταθέτουμε τά βάρη στούς λλους καί νά ξεχνμε τι «καστος περί αυτο λόγον δώσει» στόν Κύριο. λλωστε μή ξεχνμε τι καί ο πρτοι στήν κκλησία, πό πλευρς νθρώπινης μιλ, εναι «σάρξ κ τς σαρκός μας», χουμε δηλαδή ,τι τελικς σως μς ξίζει τό σημειώνει καί λόγος το Θεο: « Κύριος δίνει τούς ρχοντες κατά τήν καρδίαν το λαο». ν θέλουμε λοιπόν πράγματι νά βοηθήσουμε τήν κατάσταση εναι φενός νά προσευχόμαστε γιά τούς ταγούς μας, φετέρου σο μπορομε νά γιάζουμε τόν αυτό μας. Διότι γιάζοντας τόν αυτό μας διορθώνεται να κομμάτι τς κκλησίας καί τσι γιασμός ατός μεταφέρεται καί στούς λλους. Μήν ποτιμμε τήν εθύνη το καθενός μας, σο μικροί καί ταπεινοί κι ν φαινόμαστε τι εμαστε. λλωστε ταπεινοσύνη μεγαλοσύνη το καθενός μετριέται «μέ τς καρδις τό πύρωμα» πού λέει κι ποιητής,  μέ τήν γάπη πού χει νθρωπος πρός τόν Χριστό καί τόν συνάνθρωπο, καί χι πό τό χει του καί τά κοσμικά προσόντα του. πό τήν λλη, κάθε συνάνθρωπός μας, μικρός μεγάλος, μέ ξίωμα χι, ποτελε κομμάτι το διου το αυτο μας. «γαπήσεις τόν πλησίον σου ς σεαυτόν», προτρέπει παρχς λόγος το Θεο. λλος δέν εναι λλος. Εμαστε μες, γιατί ς μέλη Χριστο νταγμένοι μέσα σέ κενον καί χοντας τήν γάπη Του περικλείουμε καί τόν λλον μέσα στόν αυτό μας, πως Χριστός διος μς περικλείει κι κενος μέσα Του. Ατό δέν εναι τό μυστήριο τς νότητας τν νθρώπων, κατά τό πρότυπο τς νότητας τς διας τς γίας Τριάδος; «να πάντες ν σιν», επε Κύριος, «καθώς καί μες, Πάτερ, ν σμεν»
Λοιπόν, ν φεθομε στίς κατακρίσεις τν λλων, ν παρασυρθομε στίς φαινομενικά σωστές πογοητεύσεις καί πογνώσεις μας, ρνούμαστε τόν λόγο το Κυρίου καί παίζουμε τό παιχνίδι το Πονηρο. Συνεπς, χάνουμε τήν παρουσία το Θεο καί τή χάρη Του στή ζωή μας, φο κενος εναι μαζί μας, ταν κι μες προσπαθομε μέ τή βοήθειά Του νά εμαστε πάνω στίς γιες ντολές Του. Κάθε λοιπόν παρέκκλιση το συνανθρώπου μας, κάθε μαρτία του, πρέπει νά βιώνεται πό τόν πιστό ς δική του παρέκκλιση, ς δική του μαρτία, γιά τήν ποία θά πρέπει νά ναλάβει γώνας μετανοίας. Τέτοιο πράγμα καί τέτοια προοπτική δέν πάρχει πουθενά λλο στόν κόσμο, σέ καμία πολύτως θρησκεία. Εναι μοναδικότητα τς χριστιανικς πίστης, τς μόνης σωτηριώδους λήθειας γιά τόν νθρωπο»
Γέρων άκωβος κοντοστάθηκε. Σάν νά νιωσε τι επε πολλά, σταμάτησε κι πιασε καί πάλι τόν γύρο το κομποσχοινιο του. Θέλησε νά ποφορτίσει λίγο τήν τμόσφαιρα καί προθυμοποιήθηκε νά γεμίσει καί πάλι τά ποτήρια τν προσκυνητν, ο ποοι τόν παρακολουθοσαν μέ μεγάλη ελάβεια καί θά λεγε κανείς καί κατανυγμένοι. Τή σιωπή τήν σπασε κάποιος θόρυβος πού κούστηκε πό τήν ξώθυρα τς μικρς αλς. Κάποιος λλος προσκυνητής, μεσήλικας ατός, πλησίαζε καί βλέποντας τήν εδυλλιακή γι ατόν εκόνα κάτω πό τόν πλάτανο νά πίνουν καφεδάκι καί νά πίνουν δροσερό νερόχαμογέλασε μέ γαλλίαση
«Καλς τον», σπευσε Γέροντας νά τόν καλωσορίσει. «Κόπιασε καί σύ στή συντροφιά μας. χουμε καφεδάκι καί ραο λουκούμι, κυρίως μως δροσερό νερό μέσα στή ζέστη ατή το καλοκαιριο». 
«Ελογετε, Γέροντα», επε νιοφερμένος, «λέγομαι Κώστας καί ν θέλετε, μπορετε νά μέ δεχτετε καί μέ μένα στήν παρέα σας».
«Πολύ εχαρίστως, δελφέ μου», πάντησε Γέροντας, καί κανε τίς συστάσεις τν δελφν, τρατάροντας ταυτόχρονα μέ νεανική σβελτάδα τόν νθρωπο. «χουμε πιάσει κάποια θέματα τς πνευματικς ζως πού πασχολον τούς νέους μας δ, κι σως Θεός σέ στειλε νά σταματήσουμε λίγο νά ξεκουραστονε κι ατοί. Τούςπηξα” πού λένε μέ τά λόγια μου», επε Γέροντας - βλέποντας καί  τούς δελφούς νά ντιδρον μέ τά χέρια τους στήν κτίμηση ατή - κι να πλατύ χαμόγελο ζωγραφίστηκε στό σκαμμένο πό τήν σκηση πρόσωπό του. μακριά λευκή γενιάδα του πρε λίγο νά κουνιέται πό να ξαφνικό φύσημα το έρα καί τά ράσα πού νέμισαν ποκάλυψαν τό λιπόσαρκο κορμί του, καθώς κόλλησαν πάνω σ ατό
«Γέροντα, ν πιτρέπεται, θά θελα νά “πήξετεκαί μένα», επε καλόκαρδος π’ ,τι φαινόταν νθρωπος. «Γιατί ο περιστάσεις τς ζως, τά προβλήματα τς δουλεις δόξα Σοι Θεός πού χουμε κόμη δουλειά τά οκογενειακά προβλήματα, μς καταβάλλουν καί συχνά κόπωση μς κάνει νά μή θέλουμε κάποιες φορές νά πμε κόμη καί στήν κκλησία. λήθεια, Γέροντα, τί γίνεται σ ατές τίς περιπτώσεις; Δέν μς δικαιολογε Θεός βλέποντας τήν κούρασή μας, ψυχική καί σωματική, ταν προβληματιζόμαστε νά κκλησιαστομε, ταν μέσα στίς τόσες ργασίες φαίνεται νά βαριόμαστε καί τήν δια τήν προσευχή»
Δέν βιάστηκε νά παντήσει Γερο-άκωβος. Παρότρυνε τόν κ. Κώστα νά πάρει τό κέρασμα «ελογετε» επε κενος, παίρνοντας τό ποτήρι μέ τό νερό κι παιξε γιά λίγο τό κομποσκοίνι του. Γυρόφερε τό βλέμμα του στή φύση, τά μάτια του καρφώθηκαν λίγες στιγμές στό πλατάνι, «χάϊδεψαν» πειτα μέ γαθότητα τούς προσκυνητές, κι επε ργά ργά.
«Δέν χεις πνευματικό, κ. Κώστα; Διότι φο εσαι νθρωπος τς κκλησίας μέ πνευματικές ναζητήσεις, πωσδήποτε πρέπει νά χεις πνευματικό. Δέν μπορε νά πάρξει χριστιανός πού νά μήν χει τόν πνευματικό ξομολόγο του, στόν ποο καί ξομολογεται τίς μαρτίες του λλά καί τίς πνευματικές νησυχίες του. Λοιπόν, ατό εναι θέμα πού πρέπει πωσδήποτε νά τό χεις θέσει πό τήν κρίση το πνευματικο σου». 
«Ναί, εναι λήθεια», επε μαζεμένος κ. Κώστας κι σκυψε λίγο ντροπιασμένος τό κεφάλι. «λλά θά θελα καί τή δική σας γνώμη, Γέροντα»
«Ατό πού μς λέει πνευματικός, ατό καί εναι τό θέλημα το Θεο γιά μς», επε Γέροντας. «ρκε νά τόν ρωτομε μετά πό προσευχή καί μέ διάθεση μετανοίας. πως πολλές φορές χουν πε γιοι Πατέρες μας, πρτος λόγος το πνευματικο ς πάντηση σέ πραγματικό πρόβλημά μας εναι καί λόγος το γίου Πνεύματος. Κι σφαλς χω τήν πεποίθηση τι π’ ατο πνευματικός σας θά σς συμβούλεψε νά μήν γκαταλείπετε τήν προσευχή καί τόν κκλησιασμό σας, στω καί μέ κάποια θυσία πό τήν ξεκούρασή σας». Κούνησε καταφατικά τό κεφάλι του μεσήλικας. «Παρ λα ατά γώ θά σς πενθυμίσω μία στορία πού δίνει μέ μεγάλη νάργεια τήν πάντηση σ ατό πού μο θέτετε, ν δέν χουν ντίρρηση καί τά παλληκάρια δ», στρεψε σ ατά τό κεφάλι του Γέροντας
«Σς παρακαλομε νά συνεχίσετε», επε νεαρότερος, Νίκος, «γιατί εναι θέμα πού πασχολε κι μένα. Πολύ συχνά, παλεύω μέ τούς λογισμούς μου: νά πάω κκλησία νά μήν πάω, γιατί βλέπω τίς διάφορες πασχολήσεις μου, τήν κόπωσή μου, τήν ξεκούραση πού δικαιομαι καί πού νομίζω τι συμφωνε σ ατό καί Θεός»
«Λοιπόν, παιδιά μου, δέν χω ντίρρηση νά σς π. Καταρχάς θά σς πενθυμίσω τι στό θέμα ατό δίνει πάντηση διος Κύριος, τότε πού βρέθηκε στό σπίτι το Λαζάρου προσκεκλημένος, καί ο δελφές του το τοίμασαν τραπέζι. Θυμστε πς ρθε Μάρθα μέ παράπονο γιά νά Το πε τι τήν γκατέλειψε δελφή της Μαρία μόνη της στίς διάφορες ργασίες το σπιτιο; «Μόνην με κατέλιπε διακονεν». Κι Κύριος, σφαλς παινώντας πό τή μιά τή Μάρθα γιά τήν ργατικότητά της, τελικς τή «μάλωσε», δίνοντας τόν σπουδαιότερο παινο στή Μαρία. «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνς καί τυρβάζει περί πολλά. νός δέ στι χρεία. Μαρία δέ τήν γαθήν μερίδα ξελέξατο, τις οκ φαιρεθήσεται π’ ατς». Λοιπόν, ς πρός τό θέμα μας: κι μες πολλές φορές βάζουμε πολλά πράγματα στό πρόγραμμά μας, παραίτητα ντως πως νομίζουμε, λλά νεπίγνωστα φήνουμε κατά μέρος τήν προτεραιότητα πού πρέπει νά πάρχει καί πού δέν εναι λλη πό τήν γάπη μας πρός τόν Θεό. Κάθε φορά δηλαδή κενο πού πρέπει νά μς συνέχει εναι ν Θεός ποτελε τήν πρώτη γάπη μας χι. «Ζητετε πρτον τήν Βασιλείαν το Θεο» σημείωσε καί πάλι Κύριος, πως καί τό συγκλονιστικό καί «σκληρό» θεωρούμενο τι « φιλν τιδήποτε στή ζωή ατή πέρ μέ, οκ στι μου ξιος». ν λοιπόν ο δουλειές μου, κόμη καί δια οκογένειά μου, μέ πορροφον τόσο στε νά θεωρ λίγο δεύτερη τήν προσευχή καί τήν ναφορά στόν Κύριο, τότε μλλον δέν θά χω τήν ελογία το Θεο. Κι ταν δέν χουμε τήν ελογία καί τή χάρη το Θεο, δυστυχς κι ατό εναι τό τραγικότερο λωνμς παραλαμβάνει λλος. Κι λλος ατός εναι Πονηρός. Ποτέ, μή ξεχνμε, δέν εμαστε μόνοι μας. θά εμαστε μέ τόν Θεό θά νεργε καί θά πιδρ μέσα μας Πονηρός. « μή ν μετ μο κατ μο στι καί μή συνάγων μετ μο σκορπίζει», τονίζει γιά μία κόμη φορά Κύριός μας. Δέν πάρχει μέ λλα λόγια κάποια νδιάμεση στάση, κάπου νά εμαι οδέτερα, σον φορ στά πνευματικά. εμαι μέ τόν Χριστό εμαι μέ τόν Πονηρό καί τά πάθη μου. νεβαίνω κατεβαίνω»
Σταμάτησε καί πάλι Γέροντας. σκυψε τό κεφάλι καί τά χείλη του ψιθύριζαν τήν εχή το ησο. Σιωπή εχε πλωθε παντο. Τό μόνο πού κουγόταν ταν τό λαφρύ φύσημα το καλοκαιρινο έρα, πού θρόϊζε τά φύλλα το πλατανιο πού φαίνονταν νά σιγοντάρουν κι  ατά τήν εχή μέ τόν Γέροντα
Ξαφνικά, νασήκωσε τό κεφάλι του π. άκωβος. Σάν νά θυμήθηκε κάτι καί, ζητώντας συγγνώμη, πγε μέσα στό κελί του. πέστρεψε πολύ γρήγορα, κρατώντας στό χέρι του να μικρό βιβλίο. «Θά σς διαβάσω», επε, «μία μικρή στορία πάνω σ ατό πού συζητμε. Δίνει τήν πάντηση μεσα καί χωρίς περιστροφές. Δείχνει πς ο λογισμοί πού μς προβληματίζουν συχνά γιά τό ν πρέπει νά προσευχηθομε καί νά πμε στήν κκλησία νά τό φήσουμε γιά ργότερα, πιλέγοντας να «πιεστικό» διακόνημά μας, τελικά εναι λογισμοί το Πονηρο. στορία μάλιστα πού εναι πραγματική διαδραματίστηκε στά εροσόλυμα τόν 6ο μ.Χ. αώνα, πρωταγωνιστής της ταν νας δελφός χριστιανός, καταγράφηκε δέ πό ναν γιο μοναχό, τόν ωάννη τόν Μόσχο, ποος τήν στορία ατή μαζί καί μέ λλες πνευματικο χαρακτήρα τίς ξέδωσε πό τόν τίτλο «Λειμωνάριον», Πνευματικό δηλαδή περιβόλι.  Καί γιά νά σς ξάψω τή φαντασία, πρόκειται γιά στορία πού πρωταγωνιστές πίσης ταν δύο... κοράκια, τά ποα μάλιστα χειροδικοσαν! Μοίραζαν... χαστούκια!» 
«Χαστούκιζαν τά... κοράκια; Μιλμε γιά τά κοράκια, τά πουλιά, τσι δέν εναι, Γέροντα»; Νίκος σάν νά μήν μποροσε νά πιστέψει ατό πού κουγαν τά ατιά του!  
«κριβς, πως σς τά λέω. Τά κοράκια πού χαστούκιζαν ναν δελφό χριστιανό, στήν για Πόλη τς ερουσαλήμ, πολλά πολλά χρόνια βέβαια πρίν»
«κούγεται πολύ παράξενο λλά καί νδιαφέρον ατό πού μς λέτε, πάτερ άκωβε», επε καί Γιργος. Πετε μας λόκληρη τήν στορία γιά νά καταλάβουμε. Γιατί κοράκια πού χαστουκίζουν... νθρώπους, πρώτη φορά κομε»
Τέντωσαν λοι τά ατιά τους μή χάσουν καί τήν παραμικρή λέξη. κύριος Κώστας μάλιστα γειρε περισσότερο πρός τή μεριά το Γέροντα, μέ ποτέλεσμα νά ρίξει καί τό ποτήρι μέ τό νερό
«κοστε λοιπόν τή διήγηση πως τή μετέφερε ββάς Χριστοφόρος, Ρωμαος στήν καταγωγή καί μοναχός στό σπουδαο μοναστήρι το σίου Σάββα, στήν ρημο τς γίας Πόλης τν εροσολύμων. «Μιά μέρα νέβηκαδιηγεται Γέρων Χριστοφόρος -  πό τό μοναστήρι στήν γία πόλη νά προσκυνήσω τόν γιο Σταυρό. Καί φο προσκύνησα, καθώς βγαινα, βλέπω ναν δελφό στήν πύλη τς σωτερικς αλς το γίου Σταυρο μήτε νά μπαίνει μήτε νά βγαίνει καί δυό κοράκια νά πετον ναιδς μπροστά στό πρόσωπό του καί νά τόν χαστουκίζουν μέ τά φτερά τους στό πρόσωπο καί νά μήν τόν φήνουν νά μπε στόν ναό. Καί πειδή κατάλαβα τι ατοί εναι δαίμονες, το λέω: «Πές μου, δελφέ, γιατί στάθηκες στή μέση τς πύλης καί δέν μπαίνεις;» Ατός τότε μο επε: «Συμπάθα με, κύριε ββά, χω λογισμούς μέν νας μο λέει: Μπές, προσκύνησε τόν τίμιο Σταυρό λλος μως μέ ποτρέπει λέγοντας: χι, λλά πήγαινε, κάνε τή δουλειά σου καί προσκυνς λλη φορά». γώ τότε, μόλις τό κουσα, τόν πιασα πό τό χέρι καί τόν μπασα στόν ναό καί εθύς φυγαν τά κοράκια π’ ατόν. Καί φο τόν βαλα νά προσκυνήσει τόν τίμιο Σταυρό καί τόν Πανάγιο Τάφο, τόν πόλυσα ν ερήν». 
«Ατή εναι μικρή καί περίεργη στορία», επε Γέροντας άκωβος, κλείνοντας μέ σεβασμό τό βιβλίο καί φιλώντας το μέ τά δασιά μουστάκια του. «Γι ατό, παιδιά μου, σς λέω τι πρέπει νά παλεύουμε πάντοτε νά εμαστε στήν γάπη το Χριστο καί λα τά πόλοιπα νά εναι δεύτερα. Κι σες τώρα, ν κάτι λλο δέν εναι πιεστικό γιά σς, λτε νά μέ βοηθήσετε στόν σπερινό. Μέ τόσα πού επαμε, πέρασε ρα καί πρέπει νά βάλουμεΕλογητό”».  
Μέ μις λοι σηκώθηκαν χωρίς δεύτερη σκέψη. μεση νταπόκρισή τους ταν πιβεβαίωση τι τά λόγια το Γέροντα πιάσανε τόπο μέσα τους. Τό δε Γερο-άκωβος, συγκινήθηκε κι εχήθηκε μέσα πό τήν καρδιά του παρόμοια νά εναι ντίδρασή τους κι ταν φύγουν πό τό γιον ρος καί βρεθονε στίς μεγάλες πόλεις, κε κυρίως πού νθρωπος «ψήνεται» καθημερινά χι τόσο πό τόν καύσωνα τς ζέστης σο πό τόν «καύσωνα» τν πονηρν πειρασμν.