Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ


«Ο άγιος Ματθαίος, καθισμένος στο τελώνιο, ως φοροεισπράκτορας που ήταν, άκουσε τον Κύριο να του λέει: Ακολούθει μοι. Την ίδια ώρα σηκώθηκε και Τον ακολούθησε. Του έκανε μεγάλη φιλοξενία στο σπίτι του, όπως λέει το ευαγγέλιο, και συναριθμήθηκε στους αποστόλους. Αυτός, αφού δέχτηκε τη δύναμη του αγίου Πνεύματος και έμαθε τα θεία, συνέγραψε το κατ’  αυτόν ευαγγέλιο και το έστειλε στους Ιουδαίους. Δίδαξε τους Πάρθους και τους Μήδους, ίδρυσε Εκκλησία, κι αφού έκανε πολλά θαύματα, ύστερα τελειώθηκε διά πυρός από τους απίστους».

Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος της ακολουθίας του αγίου αποστόλου και ευαγγελιστή Ματθαίου, σε δύο κυρίως σημεία επικεντρώνει την προσοχή μας μέσα από τους ύμνους του γι’  αυτόν: πρώτον, στο γεγονός της κλήσεώς του από τον Κύριο, ώστε από τελώνης να γίνει απόστολος, δεύτερον, στη συγγραφή του ευαγγελίου του. Προκειμένου να κατανοήσει κανείς τη σημασία της μεταστροφής αυτής, θα πρέπει να γνωρίζει ότι ο όρος «τελώνης» την εποχή εκείνη ήταν ταυτόσημος με τον όρο «αμαρτωλός». Κι αυτό  διότι οι τελώνες ήταν εκείνοι, που νοικιάζοντας τους φόρους που είχαν επιβάλει στους Ιουδαίους οι κυρίαρχοι Ρωμαίοι, τους απαιτούσαν έπειτα πολλαπλασίως. Θεωρούνταν λοιπόν ως εκείνοι που «ρουφούσαν» κυριολεκτικά το αίμα του λαού, λόγω της μεγάλης αδικίας τους. Επ’ αυτού μάλιστα έχει καταγραφεί και το εξής περιστατικό, που φανερώνει πολύ άμεσα την αμαρτωλότητα των τελωνών: κάποιος τελώνης που πήγε να εισπράξει τους φόρους από έναν πτωχό Ιουδαίο, διεπίστωσε ότι αυτός είχε πεθάνει προ ολίγων ημερών. Τι έκανε λοιπόν; Προκειμένου να εκβιάσει την πληρωμή από τους συγγενείς του αποθανόντος, ξέθαψε το πτώμα και άρχισε να το μαστιγώνει. Ώστε τελώνης και αμαρτωλός ήταν όροι ταυτόσημοι.

Ο υμνογράφος λοιπόν επικεντρώνει στη μεταστροφή του Ματθαίου  («Μόλις Σε ακολούθησε, παντουργέ Κύριε, ο πανάριστος θεηγόρος Ματθαίος, άλλαξε κι έγινε ευαγγελιστής από τελώνης με την παντοκρατορική δύναμή Σου»), εξηγώντας μας όμως ότι αυτό έγινε αφενός διότι ο ίδιος ο Χριστός έδωσε αυτήν τη δύναμη, αφετέρου διότι ο Κύριος ως καρδιογνώστης είδε την ένθεη γνώμη του, παρόλη την αμαρτωλή δραστηριότητά του, και έτσι τον λύτρωσε από τον κόσμο της αδικίας: ό,τι συνέβη και με τον απόστολο Παύλο, για παράδειγμα. Κι αυτό σημαίνει: ο Κύριος προγνωρίζοντας την καλή προαίρεση του ανθρώπου, καλεί τον άνθρωπο να Τον ακολουθήσει, οπότε στη συνέχεια τον ενισχύει ποικιλοτρόπως. «Αυτός που γνωρίζει τις καρδιές των ανθρώπων, όταν είδε με τη θεία πρόγνωσή Του την ένθεη γνώση σου, απόστολε, σε λύτρωσε από τον κόσμο της αδικίας». Απόδειξη της πράγματι καλής διάθεσης του τελώνη Ματθαίου ήταν η άμεση αντίδρασή του: τα άφησε όλα, κάθε γήινη φροντίδα, και ακολούθησε με προθυμία τον Χριστό, για τον Οποίο έδωσε στο τέλος και την ίδια τη ζωή του. «Ακολούθησες με προθυμία τον Χριστό που σε καλούσε στην ουράνια μαθητεία, αφήνοντας κατά μέρος αμέσως κάθε ενασχόληση γήινης φροντίδας». Επιφανειακά, φαινόταν ένας αμαρτωλός που αδικούσε τον κόσμο. Εσωτερικά, ήταν έτοιμος να δεχτεί την κλήση του Θεού. Πόσο λανθασμένα κρίνουμε εμείς οι άνθρωποι και πόσο δίκαιη είναι η κρίση του Θεού. Γι’  αυτό και ο Κύριος μάς καλεί «μη κρίνετε κατ’  όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε».

Ο άγιος Ματθαίος όμως, είπαμε, έγινε και ευαγγελιστής: «ευαγγελιστής από τελώνου γενόμενος». Είναι το δεύτερο σημείο που προβάλλει ο υμνογράφος, χρησιμοποιώντας μάλιστα και ωραιότατες εικόνες. Μας υπενθυμίζει εν πρώτοις ότι ήταν ο πρώτος που έγραψε ευαγγέλιο: στα εβραϊκά πρώτα και έπειτα με δική του μεταγραφή στα ελληνικά. «Ο πρώτος του Χριστού ευαγγέλιον γράψας». Με αποτέλεσμα, να φωτίσει όλη την υφήλιο – «πάσαν δαδουχών την υφήλιον κτίσιν» -  και να καταφωτίσει τους λαούς με τις λάμψεις του ευαγγελίου του: «και κατεφώτισας λαούς ευαγγελίου ταις επιλάμψεσι». Ο φωτισμός αυτός του κόσμου μέσω του ευαγγελίου του Ματθαίου είναι, κατά τον υμνογράφο και κατά την πίστη γενικώς της Εκκλησίας, ο φωτισμός της χάρης του αγίου Πνεύματος. Ο Ματθαίος έσκυψε μέσα στα βάθη του Πνεύματος και κατενόησε τον ακένωτο πλούτο Του. Άντλησε λοιπόν τη χάρη αυτή και τη μοίρασε σε όλους του ανθρώπους. «Εις τα βάθη του Πνεύματος διακύψας, απόστολε, πλούτον τον ακένωτον κατενόησας∙ και εξ αυτού αρυσάμενος την χάριν την άφθονον, ημίν ευαγγελικώς πάσι ταύτην διένειμας».

Δεν υπάρχει περίπτωση να μελετήσει κανείς το ευαγγέλιο του αγίου Ματθαίου και να μην αιχμαλωτιστεί από τα θεόπλοκα δίχτυα του. Αρκεί να το μελετήσει με καλή διάθεση και με πίστη. Θα διαπιστώσει ότι το Πνεύμα του Θεού που τον φώτισε, θα φωτίσει και εκείνον. Συνεπώς θα οδηγηθεί στην επίγνωση του ίδιου του Θεού, του μεγαλύτερου θησαυρού στον κόσμο τούτο. Όπως το λέει και ο υμνογράφος: «Οι πιστοί αιχμαλωτίζονται από τα θεόπλοκα δίχτυα του μαθητή Ματθαίου, και καθοδηγούνται πάντοτε προς τη δική Σου επίγνωση, ευεργέτα Κύριε». Κι ακόμη: είναι το ευαγγέλιο του Ματθαίου που τονίζει κατεξοχήν και την ημέρα της Κρίσεως, της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου - μία καταγραφή που όταν λαμβάνεται υπόψη σοβαρά, κάνει τον άνθρωπο να ξυπνάει από τη ραθυμία και να πορεύεται κατά το θέλημα του Θεού. Διότι με όριο την Κρίση του Θεού επιλέγει να σκέπτεται και να πράττει εκείνα που θα αντέξουν την ώρα αυτή: ό,τι αποτελεί πλουτισμό της ψυχής. «Ξύπνησες τις ψυχές των ραθύμων... καθώς έγινες πρώτος ευαγγελιστής στον κόσμο, γιατί τόνισες την ημέρα της Κρίσεως».

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ (ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΣΑΜΑΡΕΙΤΟΥ)

«Εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ ᾽Ιησοῦς· πορεύου και συ ποίει ομοίως» (Λουκ. 10, 37)

 Μία από τις γνωστότερες παραβολές του Κυρίου, που διασώζεται μόνον από τον ευαγγελιστή Λουκά, περιέχει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, την παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Αφορμή για να την πει ο Κύριος έδωσε ένας νομοδιδάσκαλος, ένας δηλαδή Ιουδαίος θεολόγος, ο οποίος θέλοντας να Τον φέρει σε δύσκολη θέση – «εκπειράζων αυτόν» - Του έθεσε αφενός το θέμα πώς κερδίζεται η αιώνιος ζωή, αφετέρου το θέμα ποιος είναι ο πλησίον του ανθρώπου, όταν αποκαλύφθηκε ότι ερώτησε κάτι που του ήταν ήδη γνωστό. Ο Κύριος δεν δυσανασχετεί και δεν παρεξηγείται  με την «πονηριά» του θεολόγου. Του απαντά με τρόπο κανονικό και σοβαρό, οδηγώντας τον όμως στο σημείο συμφωνίας του με ό,τι ο Ίδιος έλεγε. Η τελική προτροπή Του μάλιστα προς αυτόν δεν του αφήνει κανένα περιθώριο αντίδρασης. «Πορεύου και συ ποίει ομοίως».

 1. Ο Κύριος καταρχάς καλεί σε κινητοποίηση τον νομοδιδάσκαλο, συνεπώς και κάθε άνθρωπο, προκειμένου να πορεύεται στη ζωή του κατά το πρότυπο του καλού Σαμαρείτη. Η προτροπή Του δηλαδή δεν αφήνει υποψία εφησυχασμού του ανθρώπου, αδράνειας ή περιδίνησης μέσα στα δικά του πάθη. Ο εφησυχασμός και  η αδράνεια δεν σχετίζονται με αυτό που συνιστά θέλημα του Θεού, διότι φανερώνουν καταστάσεις που αλλοιώνουν τη φυσιολογία του ανθρώπου, την κατ’  εικόνα Θεού δηλαδή δημιουργία του. Ο άνθρωπος είναι κίνηση, ενέργεια, πορεία προς τα εμπρός, δημιουργία. Αν υπάρχουν τόσοι συνάνθρωποί μας που δυστυχώς ταλαιπωρούνται από ψυχολογικά κυρίως προβλήματα, είναι γιατί έπεσαν στην παγίδα της στασιμότητάς τους και της ανακύκλωσης των ίδιων πάντοτε παθών τους, κυρίως δε των λογισμών τους. Σαν να λειτουργούν, με άλλα λόγια, μ’ έναν τρόπο «αυτιστικό», περιφερόμενοι αδιάκοπα γύρω από το κέντρο του εαυτού τους. Ο Κύριος λοιπόν στο πρόσωπο του νομοδιδασκάλου καλεί όλους τους ανθρώπους σε πορεία προς τα εμπρός, χωρίς να στρέφονται προς τα οπίσω.

2. Η πορεία αυτή δεν είναι ανεξέλεγκτη και άσκοπη. Δεν καταξιώνεται ο άνθρωπος απλώς με το να πορεύεται, αλλά να πορεύεται σωστά. Και το σωστά σημαίνει: κατά το πρότυπο που προβάλλει η παραβολή ως δικαιωμένο από τον Θεό τρόπο ζωής, δηλαδή του καλού Σαμαρείτη. «Πορεύου και συ ποίει ομοίως». Ομοίως όχι με τον τρόπο  του ιερέα ή του λευίτη, των ιερωμένων του Ιουδαϊσμού, διότι ο τρόπος αυτός καταδικάστηκε και από τον ίδιο τον νομοδιδάσκαλο: είναι ο τρόπος του εγωισμού, της προτεραιότητας των προσωπικών συμφερόντων έναντι των πραγματικών αναγκών του συνανθρώπου, της προτεραιότητας ακόμη και μιας θρησκευτικής αποστολής έναντι του άλλου – δεν αρνείται κανείς ότι μπορεί οι συγκεκριμένοι ιερωμένοι να βρίσκονταν και σε μια τέτοια αποστολή. Το ομοίως λοιπόν είναι με τον τρόπο ζωής του Σαμαρείτη. Αυτός είναι που επαινείται  και θεωρείται ότι βρήκε την οδό της αιώνιας ζωής. Και ποιο είναι το γνώρισμα της οδού αυτής; Όπως αναγκάζεται να το ομολογήσει και ο νομοδιδάσκαλος: «ο ποιήσας το έλεος μετ’  αυτού». Σωστός δηλαδή τρόπος που δικαιώνεται από τον Θεό είναι η αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Όπως τίθεται στην παραβολή, η αγάπη αυτή συνιστά μονόδρομο: έξω από την αγάπη ο άνθρωπος χάνεται σε δρόμους που τον απομακρύνουν από τη σχέση του με τον Θεό. Κι αυτό θα πει: για να βρω τον Θεό: «την αιώνιον ζωήν», πρέπει να βρω τον συνάνθρωπό μου: να ποιώ «έλεος μετ’  αυτού».

3. Ο προσδιορισμός της αγάπης προς τον συνάνθρωπο, ως της απόλυτης καθοριστικής προϋπόθεσης για την αιώνια ζωή, απαιτεί, κατά την παραβολή, τρεις διευκρινίσεις:

(1) ο άλλος, ο πλησίον, δεν είναι ο άνθρωπος που ανήκει σε μία συγκεκριμένη ομάδα, κατά τον καταδικασμένο τύπο της Ιουδαϊκής εκδοχής: των Φαρισαίων για παράδειγμα που θεωρούσαν πλησίον μόνον τους γνώστες του ιουδαϊκού νόμου, άρα έθεταν εκτός της έννοιας αυτής τους φτωχούς και αγραμμάτους, ή των Εσσαίων, που θεωρούσαν πλησίον μόνον τους ανήκοντες στην κοινότητά τους, ή ακόμη και των απλών Ιουδαίων, που απέρριπταν την έννοια του πλησίον για τους μη Ιουδαίους. Πλησίον, κατά το πρότυπο του Σαμαρείτη, είναι ο κάθε συνάνθρωπος, ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας ή κοινωνικής τάξεως, διότι ο ίδιος ο άνθρωπος που αγαπά γίνεται πλησίον του άλλου. Απόδειξη τούτου είναι το γεγονός ότι ο Κύριος αντιστρέφει το ερώτημα του νομοδιδασκάλου: από την παθητική διατύπωσή του -  «τις εστί μου πλησίον;» - το θέτει με ενεργητική διάθεση – «γεγονέναι πλησίον». Εγώ να γίνομαι πλησίον του άλλου.

(2) Η αγάπη έτσι προς τον οποιονδήποτε συνάνθρωπο έχει το γνώρισμα της θυσίας. Μπροστά στην ανάγκη του άλλου, το θέλημα του Θεού απαιτεί προσωπική στάση, απώλεια ίσως του χρόνου μας, της άνεσής μας και των δικών μας αναγκαίων μέσων, προσφορά των χρημάτων μας, έγνοια διαρκή. Ό,τι δηλαδή επέδειξε ο Σαμαρείτης. Πρόκειται για την αληθινή αγάπη, για την οποία μίλησε ο Κύριος και με λόγο σαφή, εκτός των παραβολών: «Αύτη εστίν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλλήλους. Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού». Είναι η αγάπη που έζησε ο Ίδιος και που Τον ανέβασε στον Σταυρό, γεγονός που τονίζεται και από την αλληγορική ερμηνεία της παραβολής, σύμφωνα με την οποία ο Σαμαρείτης είναι ο ίδιος ο Χριστός.

 (3) Αυτονοήτως, η αγάπη, με τα παραπάνω δεδομένα, δεν είναι θεωρία και λόγια, αλλά πράξη. «Ο ποιήσας το έλεος μετ’  αυτού» λέει. Και: «πορεύου και συ  π ο  ί ε ι  ομοίως». Όσο κανείς μένει σε λόγια, ακόμη και σε μία πραγματική καλή διάθεση, δεν έχει αγγίξει την αγάπη που δικαιώνει. «Ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν του Θεού, αλλ’  ο ποιών το θέλημα του πατρός μου του εν ουρανοίς».

4.  Η αγάπη όμως προς τον συνάνθρωπο που δικαιώνει αυτόν που την ασκεί, είναι, σύμφωνα με το ευαγγελικό ανάγνωσμα, άμεσα συνδεδεμένη και με την αγάπη προς τον Θεό. Ο Κύριος χαρακτήρισε ορθή την απάντηση του νομοδιδασκάλου, όταν ανέφερε την πεμπτουσία του λόγου του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου, εξ όλης της καρδίας σου, εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της ισχύος σου και  εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Δηλαδή, η αγάπη έχει διπλή διάσταση: προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο. Και ο Ίδιος έτσι τοποθέτησε τα πράγματα: «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε», είπε. Κι επειδή η κύρια εντολή Του είναι το «αγαπάτε αλλήλους», άρα αγαπάμε τον Χριστό, εάν αγαπάμε και τους άλλους, όπως και αγαπάμε τους άλλους, εάν αγαπάμε τον Χριστό. Μονομερής ακολουθία της αγάπης, επιλογή της μιας από την άλλη, σημαίνει διαστροφή και των δύο. Είναι τόσο καίριας σημασίας τούτο, ώστε ο ίδιος ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος σημειώνει ότι «όποιος ισχυρίζεται ότι αγαπά τον Θεό και μισεί τον συνάνθρωπό του, είναι ψεύτης». Όπως και το αντίστροφο: «αγαπάμε τον συνάνθρωπο, όταν αγαπάμε τον Θεό και τηρούμε τις εντολές Του».

 Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη απαιτεί προς αποδοχή της γενναιότητα ψυχής και απόφαση υπακοής μέχρι θανάτου. Μελετώντας την βεβαιώνουμε δυστυχώς την πνευματική μας γύμνια. Διότι συνήθως τι διαπιστώνουμε στη ζωή των περισσοτέρων μας; Την ακολουθία ενός εύκολου και βολεμένου χριστιανισμού, που έχει ως πρότυπο μάλλον τον τρόπο ζωής του ιερέα και του λευίτη παρά του Σαμαρείτη. Ο Κύριος δεν θέλει κάτι από τη ζωή μας. Θέλει ολόκληρη τη ζωή μας. Μας έδωσε και μας δίνει τη δική Του, κυρίως μέσω του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, κομματιάζεται από αγάπη για εμάς, και ζητεί αντίστοιχο τρόπο ζωής. Η συμπεριφορά Του, όπως καταφαίνεται με κρυστάλλινο τρόπο στη συμπεριφορά του Σαμαρείτη, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Πόσοι άραγε αντέχουμε να είμαστε αληθινοί χριστιανοί; Πόσοι, τουλάχιστον,  όταν βλέπουμε τη μικρότητά μας, στρεφόμαστε μέσα μας και κλαίμε για την κατάντια μας; Πώς χωρίς έλεος προς τους άλλους μπορούμε έστω και να ζητάμε το έλεος του Θεού για εμάς;

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΕΙΣ ΕΚ ΤΩΝ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

 

«Ο άγιος Φίλιππος ήταν από την πόλη της Βηθσαϊδά, συμπολίτης του Ανδρέου και του Πέτρου. Διακρινόταν για τη σύνεσή του και τη βαθειά προσήλωσή του στα βιβλία των Προφητών, ενώ ήταν γνωστός σε όλη τη ζωή του για την παρθενικότητά του. Τον βρήκε ο Χριστός μετά το Βάπτισμά Του στη Γαλιλαία και τον κάλεσε να Τον ακολουθήσει. Αυτός δε, μετά από αυτό, συνάντησε τον Ναθαναήλ και του είπε: Ευρήκαμεν Ιησούν τον Υιόν Ιωσήφ, τον από Ναζαρέτ. Και άλλα πολλά είναι δυνατόν να βρει κανείς στη Θεόπνευστη Γραφή, γραμμένα γι’  αυτόν. Αυτός λοιπόν αφού του έλαχε ο κλήρος του ευαγγελισμού της Ασιατικής γης, είχε συνακόλουθο και συνεργάτη του στο κήρυγμα τον Βαρθολομαίο. Ακολουθούσε δε αυτούς και τους διακονούσε και η κατά σάρκα αδελφή του αγίου Φιλίππου, η Μαριάμνη. Αφού πέρασαν τις πόλεις της Μυσίας και της Λυδίας, κηρύσσοντας το ευαγγέλιο, και υπέμειναν πολλούς πειρασμούς και θλίψεις από τους απίστους, δηλαδή μαστιγώσεις, ραβδισμούς, εγκλεισμούς στη φυλακή, λιθοβολισμούς, έφτασαν εκεί που ήταν ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού και Θεολόγος Ιωάννης, που κήρυσσε στην Ασία τον Χριστό. Όταν και η γυναίκα του ανθυπάτου Νικάνορος πίστεψε, τότε  ο ανθύπατος με τον ειδωλολατρικό λαό  έβαλε φωτιά και κατέκαψε την οικία του αποστόλου Στάχυος. Ο Φίλιππος σύρθηκε στην πλατεία της Ιεραπόλεως, έπειτα τρυπήθηκε στους αστραγάλους και σταυρώθηκε πάνω σε ξύλο. Και έτσι, αφού προσευχήθηκε, παρέθεσε στον Θεό το πνεύμα του. Αμέσως τότε η γη, αφού  άρχισε να τρέμει και να βγάζει ήχο, σχίστηκε στα δύο και κατάπιε πολλούς από τους απίστους. Οι υπόλοιποι, τρομοκρατημένοι από αυτά που συνέβαιναν, πρόσπεσαν στον Βαρθολομαίο και στη Μαριάμνη, που ήταν και αυτοί κρεμασμένοι. Τους έλυσαν και προσήλθαν στην αληθινή πίστη. Έπειτα, όλοι μαζί μάζεψαν το λείψανο του αποστόλου Φιλίππου, κατέστησαν τον Στάχυ επίσκοπο στην πόλη, και έφυγαν για τη Λυκαονία».  

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας είναι φυσικό να τονίζουν, εφόσον πρόκειται για απόστολο του Χριστού, και μάλιστα από τους δώδεκα, «τους θεμελίους της Εκκλησίας», την εκλογή του από τον Κύριο – «τω χορώ των μαθητών σε Χριστός ενέταξε» -  τη μετοχή του στη φλόγα του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής, ώστε «γεμάτος από τη φλόγα αυτή να δώσει ζωή με τη θέρμη της πίστεως σ’ αυτούς που είχαν παγώσει από την αθεΐα», την παρουσία του γενικώς στον κόσμο ως «θείον άλας, προκειμένου να αποξηράνει τη φοβερή σαπίλα της φθαρμένης από τα πάθη ανθρωπότητας», και βεβαίως τη δοξασμένη θέση του στη βασιλεία του Θεού, στην οποία «βλέπει όχι αινιγματικά, αλλά σαφώς πρόσωπον προς πρόσωπον τον ίδιο τον Χριστό».

Ο εκκλησιαστικός υμνογράφος όμως, ο άγιος Θεοφάνης, πέραν των πολλών εγκωμίων που γράφει για τον άγιο απόστολο, επισημαίνει δύο σημεία που αξίζουν, νομίζουμε, ιδιαιτέρας προσοχής. Πρώτον, το γεγονός ότι ο Κύριος εκλέγει τον Φίλιππο ως μαθητή Του – μη ξεχνάμε ότι ο Κύριος είχε την απόλυτη πρωτοβουλία εκλογής των μαθητών: «ουχ υμείς με εξελέξασθε, αλλ’  εγώ εξελεξάμην υμάς» είπε – σημαίνει ότι καλεί κάποιον του οποίου τις αρετές έχει προβλέψει, ως παντογνώστης Θεός, και συνεπώς έχει εκτιμήσει  τις δυνατότητές του για την ανάληψη ενός τέτοιου τιτάνιου κυριολεκτικά έργου, δηλαδή της μαρτυρίας Του στον κόσμο ως του ενανθρωπήσαντος Θεού. «Φίλιππε, τω χορώ των μαθητών σε Χριστός ενέταξε, την σην προγινώσκων αρετήν, θεομακάριστε». Κι είναι τούτο ένα σημαντικό στοιχείο, που αποκαλύπτει ότι ο Χριστός καλεί τον άνθρωπο να αναλάβει κάποια διακονία, εφόσον αυτός έχει τα προαπαιτούμενα προσόντα για τη διακονία αυτή. Δηλαδή, δεν αρκεί μόνον η καλή διάθεση ενός ανθρώπου για να διακονήσει την Εκκλησία, αλλά απαιτείται να έχει και τις φυσικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Μεγάλο μάθημα τούτο και για εμάς, οι οποίοι πολλές φορές αναθέτουμε διακονήματα σε καλούς μεν ανθρώπους, αλλά μη δυναμένους λόγω αδυναμίας φυσικών προτερημάτων τους να ανταποκριθούν.

Εκεί όμως που επιμένει καθ’  υπερβολήν, θα έλεγε κανείς,  ο άγιος υμνογράφος, προϋποθέτοντας τη γνώση του περιστατικού από το ευαγγέλιο, κατά το οποίο ο  Φίλιππος εξέφρασε το παράπονό του  κάποια φορά στον Κύριο: «Κύριε, μας μιλάς διαρκώς για τον Θεόν Πατέρα. Δείξον ημίν τον Πατέρα, και αρκεί ημίν», είναι ακριβώς η ερμηνεία του λόγου αυτού του Φιλίππου. Θεωρεί ότι ο λόγος – παράπονο αυτός έδωσε στον Κύριο την αφορμή να μιλήσει στους μαθητές Του για την ισοτιμία Του με τον Θεό Πατέρα. «Τον Πατέρα των φώτων εν Υιώ ζητήσας εύρες∙ εν τω φωτί το φως γαρ ευρίσκεται∙ και γαρ ούτος σφραγίς ισότυπος, δηλών το αρχέτυπον». (Ζήτησες και βρήκες στον Υιό, δηλαδή τον Χριστό, τον Πατέρα των φώτων. Διότι το φως, ο Θεός Πατέρας, βρίσκεται στο φως, τον Χριστό. Κι αυτό γιατί  ο Χριστός είναι η ισότυπη σφραγίδα, που φανερώνει το αρχέτυπο, τον Θεό Πατέρα). Ο άγιος Φίλιππος λοιπόν με την ερώτησή του έγινε η αφορμή να έχουμε μία από τις πιο άμεσες αποκαλύψεις του Κυρίου περί της Θεότητάς Του.

Το ίδιο γεγονός όμως, την ερώτηση του Φιλίππου, το βλέπει ο άγιος Θεοφάνης και από άλλη οπτική γωνία: ως αποκαλυπτική των ίδιων των διαθέσεων του αποστόλου. Ο άγιος Φίλιππος, δηλαδή, κατά τον υμνογράφο, αναζητώντας τον Θεό Πατέρα διά του Χριστού, δείχνει τον ένθεο πόθο του για τον Θεό, την επιθυμία του να διαβεί πέρα από την πράξη στη θεωρία, γενόμενος ένας δεύτερος Μωυσής. Όπως ο Μωυσής δίψασε να δει τον Θεό, και αφού ανέβηκε στο όρος Σινά, καλεσμένος από τον Ίδιο για να λάβει τις πλάκες του Νόμου, είδε «τα οπίσθια του Θεού», δηλαδή την ενέργεια και τη δόξα Του, κατά τον ίδιο τρόπο, σύμφωνα με τον υμνογράφο, ο Φίλιππος: κι αυτός πόθησε να δει τον Θεό, του Οποίου την εικόνα είδε με τρόπο γνωστό στο πρόσωπο του Χριστού. Διότι ο Υιός αποτελεί τη σύντομη γνώση και την απόδειξη του Πατέρα.  «Θείας αναβάσεσι, διαπαντός κεχρημένος, ως Μωσής  το πρότερον, τον Θεόν θεάσασθαι επεπόθησας∙ και γνωστώς είδες δε, την αυτού εικόνα, δεδεγμένος προς εμφέρειαν∙ Πατρός γαρ σύντομος γνώσις ο Υιός και απόδειξις».

Από την άποψη αυτή, ο θείος υμνογράφος κατανοεί τον άγιο Φίλιππο και ως πρότυπο του θεωρητικού χριστιανού, θεωρητικού όχι με την έννοια του ασχολουμένου με θεωρίες του μυαλού, αλλά με την έννοια του θεατή του Θεού, του μετέχοντος στο φως και τη δόξα Εκείνου. Και προϋπόθεση γι’  αυτό είναι η πράξη των αρετών. Ο άγιος Φίλιππος ευρισκόμενος σε μία διαρκή ανάβαση λόγω της εξασκήσεων των αρετών, της πράξεως, θέλησε να ανεβεί και στη θεωρία. Το πατερικό λόγιο «πράξίς εστιν θεωρίας επίβασις», η πράξη, η άσκηση των αρετών, είναι το σκαλοπάτι για την ανάβαση στη θεωρία, στη θέα του Θεού, το εφαρμόζει με απόλυτο τρόπο ο υμνογράφος στον άγιο απόστολο. Είναι μία διάσταση που διαφεύγει της προσοχής των περισσοτέρων χριστιανών. Ο άγιος Φίλιππος είναι, μαζί με τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, μαζί με τον απόστολο Παύλο, η βάση των νηπτικών αργότερα Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι κατέγραψαν τις θεοπτικές εμπειρίες τους, κινούμενοι σ’  έναν χώρο πιο εσωτερικό, πιο ένδον στην καρδιά του ανθρώπου. «Πράξιν μεν επίβασιν ειλικρινούς θεωρίας, θεωρίαν τέλος δε φιλοθέου πράξεως, μάκαρ, θέμενος, τον Χριστόν ηξίωσας του Πατρός την δόξαν υποδείξαί σοι την άφραστον». (Βάζοντας, μακάριε, την πράξη ως σκαλοπάτι της αληθινής θεωρίας, και τη θεωρία ως τέλος της φιλόθεης πράξης, αξίωσες από τον Χριστό να σου υποδείξει την μη δυναμένη να εκφραστεί με λόγια δόξα του Θεού Πατέρα).

                           

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2020

ΔΡΑΠΕΤΗΣ


Να δραπετεύεις πάλευες σα 'να του κόσμου πιόνι

μέσα στο χτες που έφυγε και έλιωσε σα χιόνι.

Να δραπετεύεις ήθελες σα χέλι που γλιστράει

στ’ αύριο μέσα μιας σκιάς που άδηλη γυρνάει.

 

Δραπέτης είσαι  του καιρού και μοιάζεις σάπιο χώμα

δεν έχεις μέσα σου πνοή, δεν έχεις διόλου χρώμα.

Μέσα σε πνιγηρούς καπνούς μιας πλάνας φαντασίας

σαν ξένος ζεις πια τη ζωή, δαίμονας μιας αγίας.

 

Στο τώρα δα και στο εδώ κράτησε την ψυχή σου,

ξύπνα από τον ύπνο σου, νιώσε και το κορμί σου.

Είμαι στο πλάι δίπλα σου, χέρι για ν’  ακουμπήσεις,

τους μαύρους φόβους ξόρκισε, κοίτα να μ’  αγαπήσεις.

 

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2020

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

«Ο άγιος Ιωάννης ήταν Κύπριος, υιός του Επιφανίου, του άρχοντα της χώρας. Νυμφεύθηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα του, και απέκτησε και παιδιά. Όταν η γυναίκα του και τα παιδιά του έφυγαν από τη ζωή αυτή, όλη την έφεση της ψυχής του την έστρεψε στην επίδοση της αρετής και στο να αρέσει στον Θεό. Λόγω ακριβώς της λαμπρής κατά Θεόν ζωής του, καταστάθηκε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Αλεξάνδρειας, αφού ζήτησε αυτόν ως αρχιεπίσκοπο ο λαός των Αλεξανδρέων από τον βασιλιά Ηράκλειο. Ο Ιωάννης λοιπόν, αφού τέθηκε επί την λυχνίαν, κατά τον ευαγγελικό λόγο, έλαμψε στην οικουμένη σαν πυρσός. Ήταν μάλιστα αυτός πρώτος που εμπόδισε την προσθήκη στον τρισάγιο ύμνο, όταν αιρετικοί με πονηρή γνώμη πρόσθεσαν στο Άγιος αθάνατος, το «ο σταυρωθείς δι’  ημάς». Ο άγιος διέπρεψε στην αρχιερωσύνη για πολλά έτη, κι αφού έκανε πάμπολλα θαύματα και πρόσφερε πλουσιοπάροχα τα αναγκαία σε όσους είχαν ανάγκη, γεγονός που του έδωσε και την προσωνυμία Ελεήμων, κι αφού έγινε αξιοσέβαστος σε όλους, ακόμη και στους απίστους, όπως μαρτυρούν  η ιστορία και  τα βιβλία γι’  αυτόν, εξεδήμησε προς Κύριον».

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος δεν φείδεται πράγματι επαίνων, προκειμένου να παρουσιάσει τη λαμπρά παρουσία και στην στρατευόμενη και στην θριαμβεύουσα Εκκλησία  του αγίου Ιωάννου του ελεήμονος. Τον θεωρεί ως λάμποντα και «υπέρ τον ήλιον» ακόμη, τον οποίο «ο δοτήρ του ελέους μεγάλως ηλέησε και φαιδρώς κατελάμπρυνεν». Προκειμένου μάλιστα ο ποιητής, ως στόμα της Εκκλησίας, να δώσει το στίγμα του αγίου στον τόπο που αναδείχθηκε, την Αλεξάνδρεια, τον σχετίζει καταρχάς με τον άγιο απόστολο Μάρκο, τον ιδρυτή της συγκεκριμένης Εκκλησίας, του οποίου, λέγει, κόσμησε με ιερό τρόπο τον θρόνο. «Τον του Μάρκου θρόνον ιερώς εκόσμησας, έργοις ενθέοις». Αλλά κι ακόμη: τον βλέπει να τον «συλλαμβάνουν» οι δύο άλλοι μεγάλοι φωστήρες της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, οι οικουμενικοί Πατέρες και Διδάσκαλοι, άγιοι Αθανάσιος και Κύριλλος, να τον έχουν, μετά το τέλος του, ανάμεσά τους και να του απονέμουν «ιερωτάτην τιμήν». «Ιδού σε μετά τέλος, μέσον συλλαμβάνει, δυάς Αγίων Πατέρων, εν μνήματι, ιερωτάτην τιμήν σοι, Πάτερ, προσνέμουσα».

Εκείνο βεβαίως στο οποίο μένει ο υμνογράφος και δεν μπορεί να μην αποδώσει το δίκαιο, είναι η ελεήμων διάθεση και πράξη του αγίου Ιωάννη. Δεν είναι, κατ’  αυτόν, ότι υπήρξε άνθρωπος συμπαθείας και ελεημοσύνης ο Ιωάννης. Όλοι οι άγιοι υπήρξαν τέτοιοι άνθρωποι, ιδιαιτέρως μάλιστα εκείνοι, σαν τους αγίους Αναργύρους για παράδειγμα, που έλαμψαν με τη συμπάθειά τους. Ποιος άγιος, πράγματι, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί άγιος, χωρίς την αγάπη, την μόνη αρετή που  φανερώνει αληθινά την παρουσία του Θεού; Κι όμως! Για τον άγιο Ιωσήφ, ο Ιωάννης υπερέβαλε όλους τους αγίους ως προς τη συγκεκριμένη διάθεση αγάπης. Και το τονίζει όχι μόνο μία φορά. «Ελεήμονα γνώμην αναλαβών, ευσυμπάθητος ώφθης…, Ιωάννη θεόπνευστε∙ διά τούτο κλήσιν, τη πράξει κατάλληλον, παρά π ά ν τ α ς, μάκαρ, αγίους επλούτησας» (Ανέλαβες ελεήμονα γνώμη και φάνηκε ευσυμπάθητος, Ιωάννη. Γι’  αυτό και πλούτησες την ονομασία σου (του ελεήμονα), συνδυασμένη με την πράξη, παραπάνω από όλους τους αγίους, μακάριε). «Ελεήμων υπέρ π ά ν τ α ς  κέκλησαι, τους εν συμπαθεία εκλάμψαντας αγίους» (Ονομάστηκες ελεήμων παραπάνω από όλους τους αγίους, που έλαμψαν ως άγιοι με τη συμπάθειά τους στους ανθρώπους).

Τι ήταν εκείνο που έκανε τον άγιο Ιωάννη να διαπρέψει τόσο πολύ στην αγάπη και την ελεημοσύνη; Ασφαλώς η ενσυνείδητη αποδοχή των λόγων του Κυρίου περί της αγάπης, και μάλιστα του μακαρισμού περί της ελεημοσύνης: «μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται». «Έργοις τους λόγους του Σωτήρος εβεβαίωσας και μακαριζομένων συνετάγης χορώ». (Με τα έργα βεβαίωσες τους λόγους του Σωτήρα Χριστού και εντάχθηκες στον χορό των μακαριζομένων από Αυτόν). Κι αυτό σημαίνει ότι ο άγιος Ιωάννης έγινε μιμητής του Πρώτου και κατεξοχήν Ελεήμονος, του ίδιου του Τριαδικού Θεού, της πηγής του Ελέους και της Αγάπης -  «τον μιμητήν φανέντα του φιλοικτίρμονος Θεού» -  με άλλα λόγια ο άγιος κατανοείται στον κόσμο ως συνέχεια Εκείνου, ως «καθαρόν καταγώγιον της Αγίας Τριάδος».

Ο άγιος ποιητής όμως, με τη διάκριση και τον φωτισμό που έχει, επισημαίνει επ’  αυτού και κάτι ακόμη. Όχι μόνον ήταν η πίστη του αγίου Ιωάννη που τον έκανε να αγωνίζεται για την αγάπη, αλλά και ο ίδιος ο χαρακτήρας του. Ο άγιος προφανώς ήταν εκ φύσεως ελεήμων και συμπαθής προς τους άλλους, γι’  αυτό και ο Κύριος ενίσχυσε και πολλαπλασίασε την καλή αυτή διάθεσή του, ώστε να φτάσει χαρισματικά πια στο απώγειό της. Μία αλήθεια που λέει: ο Θεός ό,τι καλό βλέπει σε εμάς εκ φύσεως, εκ χαρακτήρος, το παίρνει και το αυξάνει. Αρκεί να θέλει ο άνθρωπος να συνεργαστεί με τη χάρη Του. Ας δούμε πώς επισημαίνει την αλήθεια αυτή ο υμνογράφος: «Ο του ελέους δοτήρ χαριτώσας του την ελεήμονα  π ρ ι ν, όσιε, διάνοιαν, ηλέησε πολλούς τη θεία μεσιτεία σου». (Ο Θεός, ο δοτήρας του ελέους, αφού χαρίτωσε την από πριν ελεήμονα διάνοιά σου, ελέησε πολλούς με τη θεία μεσιτεία σου). Ότι βεβαίως έπρεπε  ο άγιος, πέραν της αγαθής διάθεσής του, να αγωνιστεί και παλέψει – με τις δεήσεις, τη νηστεία, τις αγρυπνίες του -  και με τα δικά του πάθη, ώστε να εξαλείψει, μάλλον να μεταστρέψει αυτά και να τα κάνει ένθεα πάθη, δηλαδή πλησμονή αγάπης, είναι περιττό και να αναφέρουμε. «Δεήσεσι και νηστεία σχολάζων, και αγρύπνως τον Θεόν ικετεύων…».

 

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2020

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΚΑΠΠΑΔΟΚΗΣ

 


Τον όσιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, τον Χατζεφεντή, τον γνωρίσαμε κυρίως από το βιβλίο που έγραψε γι’  αυτόν ο άλλος όσιος της εποχής μας, Γέρων Παῒσιος αγιορείτης. Ήταν εκείνος που «γοήτευσε» τον όσιο Παῒσιο  από μικρό παιδί, ήδη από τον τόπο της κοινής καταγωγής τους, τα Φάρασα της Καππαδοκίας, και θέλησε γι’  αυτό να ακολουθήσει τα δικά του χνάρια ζωής και να γίνει καλόγερος, πλήρως αφιερωμένος στον Θεό. Κι ίσως η στροφή αυτή του Γέροντος Παϊσίου για την καλογερική ζωή, πλην της δικής του κλίσης, να οφείλετο σ’  ένα βαθμό και στη δύναμη προσευχής του αγίου Αρσενίου, ο οποίος στο πρόσωπο του μικρού Φαρασιώτη (μετέπειτα αγίου Παϊσίου, γιου του Προέδρου τότε των Φαράσων Πρόδρομου Εζνεπίδη), είδε τον δικό του διάδοχο, καθώς μάλιστα εξέφρασε τούτο και την ώρα της βάπτισης του παιδιού -  είναι γνωστό ότι την ώρα της ονοματοδοσίας «υποχρέωσε» τον νονό αντί του ονόματος Χρήστος να πει το δικό του όνομα Αρσένιος.  Ο πόθος του αγίου Παϊσίου να γράψει τον βίο του αγίου Αρσενίου σφηνώθηκε μέσα του από πολλά χρόνια πριν μέχρις ότου γίνει τούτο πραγματικότητα. Κι όταν είχε συλλέξει πια αρκετά στοιχεία – που με τον καιρό αυξάνονταν μετά από έρευνες δικές του και άλλων γνωστών του – και ολοκλήρωσε κατά κάποιον τρόπο το βιβλίο, ο άγιος Αρσένιος μετά από θαυμαστική παρουσία του «επικρότησε» το έργο του μαθητή και «διαδόχου» του.

Το γεγονός ότι ένας άγιος γράφει για έναν άλλον άγιο δείχνει τη σοβαρότητα του εγχειρήματος και δίνει την εσωτερική πληροφορία ότι αυτό που γράφεται είναι έγκυρο κι έχει τη σφραγίδα του Πνεύματος του Θεού. Αυτό δεν συμβαίνει διαχρονικά μάλιστα στην Εκκλησία μας; Πόσοι άγιοι έγραψαν για προγενεστέρους αυτών, όπως ο άγιος Αθανάσιος για παράδειγμα για τον όσιο Αντώνιο τον μεγάλο; Αναπαύεται λοιπόν η ψυχή μας, καθώς διεξερχόμαστε τον βίο του αγίου Χατζεφεντή, γινόμενοι μέτοχοι της χάρης που ζούσε ο βιογράφος του με την έκθεση των μαρτυριών που συνέλεξε. Δεν θέλουμε να επεκταθούμε ιδιαιτέρως στον βίο αυτό – είναι πολύ εύκολο να τον αναζητήσει κανείς και να τον εύρει, καθώς μάλιστα δεν έχει μεγάλη έκταση – όσο να σταθούμε σε κάποιο σημείο που θίγει ο άγιος Παῒσιος από τη ζωή του νεώτερου αυτού οσίου Καππαδόκου.

Το μόνο που θα θέλαμε ίσως να πούμε από τα βιογραφικά του είναι ότι γεννήθηκε το 1840 στα Φάρασα, από μικρός ένιωσε τη χάρη των αγίων που τον έστρεψαν στον πόθο του Θεού, σπούδασε γιατί είχε σπουδαίο χωρητικό νου, χειροτονήθηκε κληρικός και υπήρξε δάσκαλος στα παιδιά των χωριών της περιοχής του, επέδειξε ως κληρικός σπάνια θυσιαστική διάθεση έναντι του ποιμνίου του και όχι μόνο, χαριτώθηκε από τον Θεό με προορατικό και θαυματουργικό χάρισμα που το γεύονταν Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι, είχε έντονο πατριωτισμό ώστε να πρωτοστατεί στη διακράτηση και καλλιέργεια του εθνικού αισθήματος των Ελλήνων που ήταν βουτηγμένοι μέσα στην Τουρκιά, ήταν ατρόμητος και θαρραλέος σαν λιοντάρι, κι όλα αυτά μέσα σε μια σκληρή ασκητικότητα ως προς τον εαυτό του που εκφραζόταν αδιάκοπα ως βαθιά ταπείνωση (αγωνιζόταν διακαώς να κρυφτεί με ένα είδος σαλότητας) και απέραντη αγάπη προς όλους. Το 1924 αναγκάστηκε κι αυτός μαζί με τους άλλους Φαρασιώτες να φύγει από την πατρίδα του και να καταφύγει στη Μεγάλη Πατρίδα, την Ελλάδα, όπου φτάνοντας στην Κέρκυρα, μετά από σαράντα ημέρες, όπως είχε προφητεύσει, παρέδωσε την αγιασμένη του ψυχή στα χέρια του Δημιουργού του. Το 1958 ο άγιος Παῒσιος έκανε την ανακομιδή των λειψάντων του και τα πήγε στην Κόνιτσα και έπειτα στη Θεσσαλονίκη, ενώ το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον Φεβρουάριο του 1986 τον ενέταξε επισήμως στις δέλτους των αγίων της Εκκλησίας.

Ποιο το σημείο που θέλουμε να σταθούμε; Σ’ αυτό που γράφει ο όσιος Γέρων Παῒσιος από την ποιμαντική δράση του αγίου Αρσενίου, όταν μετά κυρίως από τις θείες λειτουργίες μάζευε τους Φαρασιώτες και μάλιστα τους μεγαλυτέρους στην ηλικία, προκειμένου να τους μιλάει για θέματα του Ευαγγελίου, για βίους αγίων, για ιστορίες ακόμη και από την Παλαιά Διαθήκη. Ο τρόπος και η διαδικασία της ποιμαντικής του είναι αξιοπρόσεκτη, που αποκαλύπτει το ύψος της διάκρισής του και της αγιότητάς του.

«Όταν (ο άγιος Αρσένιος) έβλεπε μερικά γεροντάκια να ανησυχούν, όσες φορές η διήγηση ήταν μεγάλη, και ήθελαν να καπνίσουν, ο ίδιος σηκωνόταν και τους έφερνε καπνό και τους ανάπαυε σ’  αυτές τις περιπτώσεις∙ κι έτσι είχαν διάθεση να καθήσουν και να ακούν με προσοχή, για να τα διηγηθούν και αυτοί ύστερα ο καθένας στο σπίτι του ή στη γειτονιά του».

Θα έλεγε κανείς ότι ο άγιος θα θύμωνε που έβλεπε την ανησυχία των γερόντων προκειμένου να ικανοποιήσουν ένα πάθος τους. Κι ίσως δικαιολογημένα: κήρυττε τον λόγο του Θεού, επιχειρούσε να τους ανεβάσει σε ανώτερο πνευματικό επίπεδο, να τους κάνει δηλαδή μετόχους της χάρης του Θεού, ενώ εκείνοι κινούνταν σε επίπεδο «σαρκικό». Δεν προκαλεί έναν εργάτη του Θεού το επίπεδο αυτό; Διότι φανερώνει ότι η προτεραιότητα των ανθρώπων αυτών είναι τα υλικά και επίγεια, είναι τα πάθη τους και όχι ο Θεός και ο λόγος Του. Αλλά ο άγιος ήταν προσγειωμένος και κατανοούσε βαθιά την ανθρώπινη φύση. Ήξερε δηλαδή πως όταν κάποιος έχει υποχωρήσει σ’ ένα πάθος του, και μάλιστα επανειλημμένως, τότε το πάθος αυτό λόγω της συνήθειας αποκτά ένα βάθος μεγάλο στην ψυχή του ανθρώπου, βγάζει ρίζες και στερεώνεται τόσο που καθίσταται σχεδόν αδύνατο να εξαλειφθεί. Δεν είναι τυχαίο που οι πιο φιλόσοφοι της ζωής λένε πως το πάθος γίνεται δεύτερη φύση στον άνθρωπο – η εξάλειψή του μοιάζει με «θάνατο» του ανθρώπου και προκαλεί τη μέγιστη οδύνη. Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος για παράδειγμα συχνά υπενθύμιζε ότι δεν πρέπει να συνηθίζουμε να υποχωρούμε στα πάθη μας, γιατί η συνήθεια αυτή καθίσταται δεύτερη φύση μας. «Μή συνήθιζε ἧτταν ἐν πολέμῳ. Ἡ γάρ συνήθεια δευτέρα φύσις ἐστίν». Οπότε, ο άγιος Αρσένιος κατανοούσε την οδύνη και την «ανησυχία» των εθισμένων στο τσιγάρο γερόντων.  Και να ήθελαν να το κόψουν, δεν μπορούσαν διαμιάς.

Κι η κατανόησή του αυτή, καρπός όχι απλώς μιας παιδαγωγικής αρχής αλλά ενός «παροξυσμού αγάπης» κατά τον λόγο του αποστόλου «κατανοῶμεν ἀλλήλους εἰς παροξυσμόν ἀγάπης», τον έκανε όχι μόνο να ανέχεται την αδυναμία τους, αλλά να σπεύδει ο ίδιος να την ικανοποιήσει  – έφερνε τον καπνό τους. Γιατί; Διότι αφενός (ιδίως με τα δεδομένα της τότε εποχής) το τσιγάρο μπορεί να ήταν πάθος όχι όμως θανάσιμο – θεωρείτο μία απλή απόλαυση του ανθρώπου –, αφετέρου έβλεπε ότι ήταν καλοδιάθετοι άνθρωποι, με αγάπη προς τον Θεό, τόσο που όχι μόνο αποδέχονταν τις αγιωτικές ιστορίες του με προσοχή, αλλά μετέπειτα δρούσαν και ιεραποστολικά μεταφέροντάς τις και σε άλλους στην οικογένειά τους αλλά και ευρύτερα. Και το δεύτερο αυτό ασφαλώς θα έκανε τον άγιο να ελπίζει και για την υπέρβαση του συγκεκριμένου πάθους τους. Διότι όταν κανείς είναι προσανατολισμένος προς τον Θεό, τότε Εκείνος δίνει τη δύναμη σταδιακά να απεμπλέκεται από όποια αδυναμία του. Η πνευματική ζωή θέλει όπως λέμε «ρέγουλα». Τα πάθη «κόβονται» σιγά-σιγά, στον βαθμό που ο άνθρωπος κινείται προς τον Θεό. Και όπως όταν ξεκινάει κανείς να τρέχει, στην αρχή έχει μία μικρή ταχύτητα, η οποία σταδιακά αυξάνει, το ίδιο και στα πνευματικά: κάνει κάποιος κάποια μικρά δειλά βήματα και κατά την αναλογία της αγάπης του προς τον Θεό τα βήματα γίνονται άλματα, τα άλματα μπορεί να γίνουν τρέξιμο με φτερά. Υπάρχουν βεβαίως και οι εξαιρετικές περιπτώσεις που κάποιος πληγώνεται τόσο πολύ από την αγάπη του Χριστού, ώστε διαμιάς να φτάσει στο απόλυτο γι’ αυτόν δυνατό, σαν τον ευγνώμονα ληστή δίπλα στον Χριστό ή σαν την οσία Παϊσία που έφερε σε μετάνοια ο όσιος Ιωάννης ο Κολοβός (Γεροντικό). Αλλά μιλάμε για τις πιο συνηθισμένες περιπτώσεις και όχι για τις εξαιρέσεις, όπου «η μία ώρα της μετανοίας γίνεται δεκτή από τον Θεό περισσότερο από τη μετάνοια πολλών που επιμένουν πολύ καιρό σ’ αυτήν, γιατί δεν δείχνουν τη θερμότητα που πρέπει».

Ο άγιος Αρσένιος είναι μία δωρεά του Θεού στον σύγχρονο κόσμο. Η αγάπη του, η διάκρισή του, η συνεχής θαυματουργία του λόγω της «πεπαρρησιασμένης» ενώπιον του Θεού ψυχής του, αποτελούν ακτίνες της χάρης του Θεού που δρουν θεραπευτικά στον ταλαιπωρημένο από την αμαρτία κόσμο μας. Κι όπως γράφει ο όσιος Παῒσιος περί το τέλος του βιβλίου του για τον άγιο «τώρα πια ο Χατζεφεντής (Πατήρ Αρσένιος) δεν τρέχει με τα πόδια και δεν λαχανιάζει, για να προλαβαίνη τους αρρώστους, να τους διαβάζη την ανάλογη ευχή και να τους θεραπεύει, αλλά πετάει άνετα σαν Άγγελος από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη και μπορεί να προλαβαίνη όλους τους πιστούς, που τον επικαλούνται με ευλάβεια».  

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2020

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΚΟΛΟΒΟΣ

«Ἰωάννην ἔκρυψε γῆς βραχύς τόπος, ὅς, κἄν βραχύς τό σῶμα, τήν πρᾶξιν μέγας» (Λίγος τόπος γης έκρυψε τον Ιωάννη, ο οποίος, αν και μικρόσωμος, υπήρξε μέγας κατά τον βίο του) (οίκος συναξαρίου).

«Ο όσιος Ιωάννης καταγόταν από τη Θήβα της Αιγύπτου και ονομάστηκε Κολοβός, επειδή ήταν κοντός σωματικά. Υπήρξε από τους μεγάλους ασκητές της ερήμου και διακρίθηκε κυρίως για την εγκράτεια της γλώσσας του και για την ταπεινοφροσύνη του. Στους Συναξαριστές βρίσκουμε αρκετές σοφές συμβουλές του.

Αναφέρει χαρακτηριστικά ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης στον Συναξαριστή του: «Tον κατά πλάτος Bίον του Oσίου τούτου Iωάννου όρα εις τον Nέον Παράδεισον. Γράφει δε περί αυτού ο Eυεργετινός (σελ. 203) ότι έδειξεν άκραν και αδιάκριτον υπακοήν εις τον γέροντά του. O γαρ γέρωντάς του, όστις ήτον Θηβαίος, παίρνοντας ένα ξύλον ξηρόν, εφύτευσεν αυτό. Eίτα επρόσταξε τον Iωάννην να ποτίζη αυτό καθ’ ημέραν με ένα λαγήνιον νερόν, έως ου να βλαστήση και να κάμη καρπόν. Tόσον δε μακράν ήτον το νερόν, ώστε οπού εχρειάζετο διά να υπάγη τινας το βράδυ, και να γυρίση το πρωί. Όθεν ο μακάριος Iωάννης αδιακρίτως υπακούσας, επότιζεν αυτό χρόνους ολοκλήρους τρεις. Mετά δε τους τρεις χρόνους, ω του θαύματος! εβλάστησε το κατάξηρον ξύλον και εκαρποφόρησε καρύδια. Παίρνοντας δε τον καρπόν ο γέρωντάς του, επήγεν εις την Eκκλησίαν της Σκήτεως, και είπεν εις τους αδελφούς. Λάβετε φάγετε αδελφοί και Πατέρες καρπόν υπακοής. Eις δε την σελ. 279 του αυτού αναγινώσκομεν, ότι ο Iωάννης ούτος είπε τα αξιομνημόνευτα ταύτα. Ήτοι, ότι η ταπεινοφροσύνη και ο φόβος του Θεού, υπεράνω εισί πασών των αρετών. Όθεν και τον πάγκαλον Iωσήφ η ταπεινοφροσύνη πέπρακεν. Hδύνατο γαρ ειπείν, ότε επωλείτο, ότι αδελφός των πωλούντων ειμί. Eπειδή δε σιωπών και ταπεινούμενος, επωλήθη, διά τούτο η ταπείνωσις κατέστησεν αυτόν ηγούμενον και άρχοντα εις Aίγυπτον. O αυτός είπε πάλιν. Tο ελαφρόν φορτίον αφήσαντες, ήτοι το να μεμφώμεθα τον εαυτόν μας, το βαρύ φορτίον βαστάζομεν, ήτοι το να δικαιόνωμεν τον εαυτόν μας. Όθεν περί της ταπεινώσεως του Iωάννου τούτου, είπε τις των Πατέρων. Ότι ο αββάς Iωάννης, διά της ταπεινώσεως αυτού, εκρέμασεν όλην την Σκήτιν εν τω μικρώ δακτύλω αυτού. O αυτός δε Iωάννης ο Kολοβός είπεν. O χορταζόμενος και λαλών μετά παιδίου, ήδη επόρνευσε τω λογισμώ μετ’ αυτού (εν τω Παραδείσω των Πατέρων)».         

Ο Όσιος Ιωάννης απεβίωσε ειρηνικά» (Από το ιστολόγιο «Ορθόδοξος Συναξαριστής»).

Για τον μικρόσωμο, αλλά μεγάλο κατά την πνευματική ζωή και πλούσιο κατά τη θεία χάρη όσιο Ιωάννη, τον Κολοβό επονομαζόμενο, το γνωστό Γεροντικό της Εκκλησίας καταγράφει σαράντα (40) τον αριθμό περιστατικά και λόγια. Που θα πει ότι πρόκειται περί οσίου που αποτελεί σημείο αναφοράς κυρίως για τους μοναχούς, αλλά και ευρύτερα για κάθε χριστιανό. Ήδη ο μέγας όσιος Ποιμήν (που ένα εκτεταμένο μέρος του Γεροντικού αναφέρεται σ’ αυτόν) παραπέμπει στον μεγάλο κι αυτόν όσιο Ιωάννη (κεφ. 13) προκειμένου να δείξει μία σημαντική πλευρά της πνευματικής ζωής: το πώς ο πόλεμος των δαιμόνων διακρατεί σε εγρήγορση τον χριστιανό και τον κάνει να προκόπτει ψυχικά. Αξίζει να δει κανείς το συγκεκριμένο κεφάλαιο και το πώς αξιολογείται και από άλλους Πατέρες.

«Είπε ο αββάς Ποιμήν για τον αββά Ιωάννη τον Κολοβό, ότι παρεκάλεσε τον Θεό και απομακρύνθηκαν από αυτόν τα πάθη του και έγινε αμέριμνος. Πήγε τότε σ’ έναν γέροντα και είπε: Βλέπω τον εαυτό μου να αναπαύεται και να μην έχει κανένα πόλεμο. Και του λέγει ο γέρων: Πήγαινε και παρακάλεσε τον Θεό, ώστε να σου έλθει ο πόλεμος και η συντριβή και η ταπείνωση που είχες προηγουμένως. Διότι με τους πολέμους προκόβει η ψυχή. Παρεκάλεσε λοιπόν ο Ιωάννης κι αφού ήλθε ο πόλεμος ποτέ δεν προσευχήθηκε να απομακρυνθεί από αυτόν, αλλά έλεγε: Δώσε μου, Κύριε, υπομονή στους πολέμους».

Η παραπάνω περίπτωση θυμίζει παρόμοιο περιστατικό με τον σύγχρονό μας όσιο Παΐσιο τον αγιορείτη, ο οποίος και αυτός, κατά τα περί αυτού γραφόμενα, βρέθηκε σε ίδια δύσκολη κατάσταση: να μην αντέχει κάποιον πειρασμό και να προσεύχεται, επί τριετία μάλιστα, να του τον άρει ο Θεός. Και ο Θεός πράγματι υπήκουσε στον δούλο Του και ήρε από αυτόν τον πειρασμό. Και τι διεπίστωσε ο άγιος δικός μας Γέροντας; Ότι  τελικώς του έκανε κακό η άρση του πειρασμού. Διότι ακριβώς, όπως και με τον άγιο Ιωάννη τον Κολοβό, του ήλθε αμεριμνησία και ησυχία. Τρόμαξε λοιπόν ο όσιος Παΐσιος, κατάλαβε το «λάθος» του και αποδύθηκε σε άλλη τριετία προσευχής, ώστε να επανέλθει στα πρωτύτερα και στον πειρασμό που είχε. Και ο Θεός του τον ξανάδωσε.

Πού έγκειτο το «λάθος» και στις δύο περιπτώσεις αγίων; Στο ότι κατά βάθος η επιθυμία άρσης του πειρασμού τους φανέρωνε μία κρυφή «ολιγοπιστία» τους – ο Κύριος που επέτρεπε τον πειρασμό δεν «έβλεπε» την αδυναμία τους! Μα η Πρόνοια του Θεού που αποκαλύπτει την άπειρη αγάπη Του για εμάς τους ανθρώπους, ιδίως δε τους αγίους Του – η Πρόνοια του Θεού διαβαθμίζεται ανάλογα με την πίστη του ανθρώπου -, πριν επιτρέψει τον όποιο πειρασμό, τον έχει «μετρήσει» κατά τις αντοχές και τις δυνάμεις μας, ώστε αυτός να λειτουργεί υπέρ ημών και υπέρ της πνευματικής μας προκοπής. Αυτό δεν σημειώνει και ο απόστολος Παύλος; «Δεν πρόκειται να μας αφήσει να δοκιμαστούμε πάνω από τις δυνάμεις μας, αλλά μαζί με τον πειρασμό θα δώσει και τη διέξοδο». Κι εδώ βρίσκεται ένα παράδοξο θεωρούμενο της πνευματικής ζωής: μετά την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία η κάθε προκοπή του, νοούμενη ως αύξηση της σχέσης με τον Θεό και της χάρης Του, προκύπτει με την έλευση ενός ή και πολλών ίσως πειρασμών. Διότι ο πειρασμός, είτε πρόκειται περί αρρώστιας ή ατυχήματος ή όποιας δοκιμασίας προσωπικής ή και οικογενειακής, ακόμη και επαγγελματικής και κάθε σχέσης, προκαλεί την πίστη του ανθρώπου, δοκιμάζει την υπομονή του, τον κάνει να πλατύνεται εσωτερικά, ώστε να μπορεί να χωρέσει τελικώς περισσότερη χάρη Θεού. Όπως το αποκαλύπτει ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος με μεγάλη σαφήνεια στη γνωστή καθολική του επιστολή: «Αδελφοί μου, να χαίρεστε όταν δοκιμάζεστε από πολλούς και διαφόρους πειρασμούς. Γιατί πρέπει να ξέρετε ότι μέσα από τη δοκιμασία της πίστεώς μας γεννιέται η υπομονή. Η υπομονή σας όμως πρέπει να κρατήσει ώς το τέλος, για να γίνετε τέλειοι και ολοκληρωμένοι και να μην υστερείτε σε τίποτε».

Τι συμπληρώνει όμως ο λόγος του Θεού, και ο αγιογραφικός και ο πατερικός, εν προκειμένω; Ότι πριν έλθει ο πειρασμός ο Θεός έχει δώσει κρυφά στηρίγματα στην ψυχή του πιστού για να τον αντέξει. Κι ο μεν πειρασμός είναι εμφανής, τα στηρίγματα όμως είναι κρυφά. Οπότε, πολλές φορές δυσανασχετεί ο πιστός, γιατί βλέπει το εμφανές, αλλά δεν βλέπει το κρυφό και αφανές, το οποίο όμως σαφώς και υπάρχει. Συνεπώς, ο Κύριος δεν μας αφήνει έκθετους και ανυπεράσπιστους στην αδυναμία μας. Πρώτα μας οχυρώνει, κι έπειτα επιτρέπει την επίθεση και την προσβολή. Κι αυτό με ποιο σκοπό; Όπως είπαμε, για την εν Θεώ αύξησή μας. Καλώς ή κακώς, όπως λέμε, το κάθε πνευματικό ανέβασμα συνοδεύεται έτσι με πειρασμό. Γι’ αυτό και όταν ζητάμε από τον Θεό να μας αυξήσει τη χάρη Του, σημαίνει ότι Του ζητάμε ταυτόχρονα, μάλλον ανεπίγνωστα, να επιτρέψει παραπάνω πειρασμούς! Έτσι ερμηνεύεται βεβαίως και το γνωστό λόγιο «έπαρον τους πειρασμούς και ουδείς ο σωζόμενος» - η σωτηρία μας έρχεται μέσα από τους πειρασμούς˙ όπως και αυτό που έδωσε προχωρημένος ασκητής ως απάντηση σε κάποιους που τον ρώτησαν πώς έμαθε να προσεύχεται: «ο διάβολος με έμαθε. Γιατί με τις προσβολές του εγώ κατέφευγα διαρκώς στον Θεό». Θυμίζει μάλιστα το τελευταίο αυτό που εξίσου έλεγε ο όσιος Ιωάννης ο κολοβός, ότι «κάθομαι στο κελί μου και βλέπω επάνω μου τους πονηρούς λογισμούς και όταν δεν μπορώ να τους εξουσιάσω, καταφεύγω προς τον Θεό με την προσευχή και σώζομαι από τον εχθρό – σαν τον άνθρωπο που κάθεται κάτω από μεγάλο δένδρο και παρατηρεί πολλά θηρία και ερπετά να έρχονται προς αυτόν˙ και όταν δεν μπορέσει να αντεπεξέλθει σ’ αυτά, τρέχει πάνω στο δέντρο και σώζεται».

Λοιπόν, για να επανέλθουμε! Η αμεριμνησία του οσίου Ιωάννη λόγω απομάκρυνσης από αυτόν των παθών σήμαινε όχι την πιο ευτυχή στιγμή της πνευματικής του ζωής! Και το κατάλαβε βεβαίως αμέσως, με τη βοήθεια μάλιστα του γέροντα που τον βοήθησε. Και να, που έχουμε και τον λόγο ενός άλλου μεγάλου και σπουδαίου οσίου της εποχής μας, του αγίου Σιλουανού του αθωνίτη, που ακριβώς «έκρινε» το πνευματικό επίπεδο του αγίου Ιωάννη στη συγκεκριμένη στιγμή, γιατί είχε διέλθει κι αυτός από το ίδιο σημείο. Ας δούμε τι ακριβώς λέει και πώς τον «κρίνει», με βάση αυτά που μας διέσωσε ο όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ, ο μαθητής του. «Ο Γέροντας Σιλουανός, με την εξουσία που απέκτησε ένεκα της οράσεως του Χριστού, λέει: “Αν ο αββάς Ιωάννης λάμβανε τη χάρη της προσευχής για τον κόσμο, τότε δεν θα παρακαλούσε να επανέλθουν τα πάθη, ώστε να αγωνίζεται εναντίον τους και έτσι να παραμένει σε αδιάλειπτη ένθερμη προσευχή”». Και επαναλαμβάνει παρακάτω: «Αν ο αββάς Ιωάννης ο Κολοβός είχε λάβει την προσευχή για τον κόσμο, δεν θα είχε την ανάγκη να ζητήσει να επιστρέψουν σε αυτόν τα άθλια πάθη». Για τον άγιο Σιλουανό δηλαδή το όριο της αληθινής προσευχής, κατεξοχήν χαρισματικής καταστάσεως, είναι να προσεύχεται κανείς διηνεκώς με την ένταση της έμπονης αγάπης που αγκαλιάζει τον κόσμο όλον, ολόκληρο τον Αδάμ, σαν την προσευχή σ’ έναν βαθμό του Ίδιου του Χριστού. Στην υπερφυή αυτή κατάσταση ο άνθρωπος δεν ησυχάζει ποτέ – η αγάπη του Χριστού που τον συνέχει δεν τον αφήνει σε καμία ησυχία. Ο πιστός, κυρίως ο μοναχός, «είναι ικέτης για όλον τον κόσμο»!  

Ο ταπεινός όσιος Ιωάννης ο Κολοβός, «έμαθε αφ’ ων έπαθε», τα ανώτερα σκαλοπάτια κι έγινε και είναι πρεσβευτής του κόσμου όλου ενώπιον του Κυρίου εις το διηνεκές.