Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2018

ΟΙ «ΑΔΕΛΦΟΙ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ


«Η αυτοκράτειρα Ευδοξία, επειδή την ήλεγχε ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης για τις αδικίες που έκανε, ιδιαιτέρως απέναντι σε μία φτωχή χήρα γυναίκα που της άρπαξε το αμπέλι, έγινε σαν θηρίο, και κρατώντας σθεναρά το αμπέλι, τον εξορίζει από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο, την πρώτη φορά με δική της διαταγή, την δε δεύτερη με την ψήφο Επισκόπων, οι οποίοι ζούσαν μάλλον με τις διασυνδέσεις των ισχυρών, παρά με την ορθόδοξη πίστη…» (Από το συναξάρι του αγίου).

Τ’ «αδέλφια» σου, άγιε μου χρυσορρήμονα,
 Ιούδες δεύτεροι, σε πούλησαν κι εσένα.
Απ’ την αρχόντισσα την κοσμική το περιμένεις,
- μυρίζει σάρκα κι η ψυχή, «θεός» το χρήμα και η δόξα.
Των Αποστόλων όμως οι συνεχιστές,
οι θεωμένοι, καθώς λέει κι η Παράδοση,
πώς την τολμήσανε την άδικη την πράξη;
Πώς τα δικά τους χέρια, στο αίμα Κυρίου
βουτηγμένα, συρθήκανε – με τρέμουλο οργής
 Θεού επικρεμάμενης – σ’ υπογραφή ανίερη,
να εξοντώσουνε τον άγιο αδελφό;
«Τάφοι κεκονιαμένοι», αχειροτόνητοι απ’ τον Θεό,
λησμονημένοι εσαεί από Εκείνον!
Ο συναξαριστής μ’ ευθύτητα δηλώνει:
«με τις διασυνδέσεις των ισχυρών μάλλον εζούσαν,
παρά με την ορθόδοξη την πίστη!»
 

 

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ο ΚΗΡΥΚΑΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

 
Η μετάνοια που κηρύσσει η Εκκλησία μας, η μετάνοια που κηρύσσει και ο άγιος Χρυσόστομος, δεν θεωρείται το αποτέλεσμα ενός φόβου και μιας απειλής μπροστά σε ένα Θεό «μπαμπούλα». Μία τέτοια κατανόηση της μετανοίας έχουμε ίσως στην Παλαιά Διαθήκη, εκεί που οι προφήτες καλούν σε μετάνοια, ενόψει μιας επερχόμενης καταστροφής. Μετά τον ερχομό του Κυρίου, η μετάνοια έρχεται ως το αποτέλεσμα της συναίσθησης ότι ο Θεός μάς αγαπά και ότι μακριά Του η ζωή είναι κυριολεκτικά κόλαση και καταστροφή. Όπως το βλέπουμε και στην παραβολή του ασώτου. Αυτό ακριβώς διακηρύσσει και ο άγιος Ιωάννης. Η επιμονή επ' αυτού του αγίου υμνογράφου του είναι συγκινητική: «Χαίροις…η γλώσσα η φιλανθρώπως της μετανοίας ημίν τους ποικίλους τρόπους υπογράφουσα». (Είθε να χαίρεις, (άγιε), σύ που είσαι η γλώσσα που υποδεικνύεις σε εμάς τους ποικίλους τρόπους της μετανοίας φιλανθρώπως). Όχι ένας, αλλά πολλοί οι τρόποι της μετάνοιας, όχι με απειλή, αλλά με την αγάπη ο άνθρωπος οδηγείται σε αυτήν.

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2018

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ

          
 

           Εκείνο  που τονίζει ιδιαιτέρως ο υμνογράφος του αγίου Ιωάννου και δεν μπορεί να μην αποδώσει το δίκαιο, είναι η ελεήμων διάθεση και πράξη του. Δεν είναι, κατ’  αυτόν, ότι υπήρξε άνθρωπος συμπαθείας και ελεημοσύνης ο Ιωάννης. Όλοι οι άγιοι υπήρξαν τέτοιοι άνθρωποι, ιδιαιτέρως μάλιστα εκείνοι, σαν τους αγίους Αναργύρους για παράδειγμα, που έλαμψαν με τη συμπάθειά τους. Ποιος άγιος, πράγματι, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί άγιος, χωρίς την αγάπη, την μόνη αρετή που  φανερώνει αληθινά την παρουσία του Θεού; Κι όμως! Για τον άγιο υμνογράφο Ιωσήφ, ο Ιωάννης υπερέβαλε όλους τους αγίους ως προς τη συγκεκριμένη διάθεση αγάπης. Και το τονίζει όχι μόνο μία φορά. «Ανέλαβες ελεήμονα γνώμη και φάνηκε ευσυμπάθητος, Ιωάννη. Γι’  αυτό και πλούτησες την ονομασία σου (του ελεήμονα), συνδυασμένη με την πράξη, παραπάνω από όλους τους αγίους, μακάριε». Κι αυτό επιβεβαιώνει περίτρανα το τεράστιο πνευματικό μέγεθος του σήμερα εορταζομένου αγίου. 

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ (Η παραβολή του καλού Σαμαρείτου)


 
           Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη απαιτεί προς αποδοχή της γενναιότητα ψυχής και απόφαση υπακοής μέχρι θανάτου. Μελετώντας την βεβαιώνουμε δυστυχώς την πνευματική μας γύμνια. Διότι συνήθως τι διαπιστώνουμε στη ζωή των περισσοτέρων μας; Την ακολουθία ενός εύκολου και βολεμένου χριστιανισμού, που έχει ως πρότυπο μάλλον τον τρόπο ζωής του ιερέα και του λευίτη παρά του Σαμαρείτη. Ο Κύριος δεν θέλει κάτι από τη ζωή μας. Θέλει ολόκληρη τη ζωή μας. Μας έδωσε και μας δίνει τη δική Του, κυρίως μέσω του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, κομματιάζεται από αγάπη για εμάς, και ζητεί αντίστοιχο τρόπο ζωής. Η συμπεριφορά Του, όπως καταφαίνεται με κρυστάλλινο τρόπο στη συμπεριφορά του Σαμαρείτη, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Πόσοι άραγε αντέχουμε να είμαστε αληθινοί χριστιανοί; Πόσοι, τουλάχιστον,  όταν βλέπουμε τη μικρότητά μας, στρεφόμαστε μέσα μας και κλαίμε για την κατάντια μας; Πώς χωρίς έλεος προς τους άλλους μπορούμε έστω και να ζητάμε το έλεος του Θεού για εμάς;

«ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΣΗΚΩΘΩ, ΑΝ ΔΕΝ ΜΟΥ ΔΩΣΕΙΣ ΧΕΡΙ...»


Ὁ Εὐλόγιος, ὁ μακάριος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, κατάκοπος ἀπό τήν κούραση τῆς ἡμέρας, περίμενε πῶς καί πῶς νά μείνει μόνος στόν Πατριαρχικό οἶκο γιά νά ἡσυχάσει. Ἡ ἡμέρα του, ὅπως καί ὅλες οἱ ἄλλες βέβαια, πέρασε παρ’ ὅλη τήν ἡσυχαστική του διάθεση μέ πολλές συναντήσεις, μέ προβλήματα διοικητικά τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ, μέ προσπάθειες ἐπίλυσης προσωπικῶν διαφορῶν κάποιων κληρικῶν του, μέ συνεχεῖς ἀναφορές γιά τό τί μέλλει γίγνεσθαι σέ ἔργα φιλανθρωπίας πού εἶχαν ξεκινήσει, καί ξαφνικά, ἀπό τό πουθενά πού λένε, εὕρισκαν ἐμπόδια πού ἀνέκοπταν τούς προβλεπόμενους χρόνους ἀποπεράτωσης...
Εἶχε βραδιάσει κι ὅταν ἔκλεισε ἡ θύρα τοῦ οἴκου του κι ἔμεινε ἐντελῶς μόνος ἔβγαλε ἕναν μεγάλο ἀναστεναγμό ἀνακούφισης. «Δόξα Σοι, ὁ Θεός», ψέλλισαν τά ἅγια χείλη του. Τά βήματά του κατευθύνθηκαν στό πιό ἀγαπημένο μέρος τοῦ Ἐπισκοπείου, τό παρεκκλήσι του, ἐκεῖ πού εὕρισκε πραγματικά ἀνάπαυση, καθώς ἡ ψυχή του χυνόταν ὁλόθερμη μπρός στήν εἰκόνα τοῦ Κυρίου του Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῆς λατρευτῆς του Παναγίας Θεοτόκου, τοῦ ἁγίου ἀποστόλου καί εὐαγγελιστοῦ Μάρκου. Σταυροκοπήθηκε ἀργά κι ἔκλεισε ἁπαλά τή μικρή θύρα. Φίλησε τίς εἰκόνες πού στό ἱλαρό φῶς τῶν καντηλιῶν ἀποκτοῦσαν ἕναν γλυκασμό ὑπερκόσμιο, φόρεσε τό πετραχήλι του κι ἔβαλε «εὐλογητό».
  Ὁ κανόνας τῆς προσευχῆς του, κάθε νύχτα πού ἔφτανε μερικές φορές ὥς τά ξημερώματα, περιελάμβανε ψαλμούς, ὕμνους, προσευχές καθιερωμένες ἀπό παλαιότερους ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας, αἰτήματα στόν Κύριο γιά τούς ἀδελφούς πού τόν παρακαλοῦσαν νά προσεύχεται γι’ αὐτούς, καί πάνω ἀπό ὅλα ἡ ἐπί πολλή ὥρα προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», πού εὔφραινε κυριολεκτικά τήν ψυχή του καί τόν ἔκανε νά κλαίει μέ ἀλάλητους στεναγμούς. Γιατί ὁ πάπας καί Πατριάρχης Εὐλόγιος, ἄνθρωπος καταγόμενος ἀπό τήν Ἀντιόχεια, εἶχε μάθει ἀπό μικρός νά ἀγαπᾶ τόν Κύριο καί τούς ἁγίους Του, γι’ αὐτό καί ἀφιερώθηκε σ’ Αὐτόν, ἔγινε καλόγερος, ἀργότερα ἔγινε ἡγούμενος σέ μοναστήρι ἀφιερωμένο στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἔπειτα τόν πίεσαν καί τελικά δέχτηκε νά γίνει Πατριάρχης στήν Ἀλεξάνδρεια, τήν περίοδο τοῦ δεύτερου μισοῦ τοῦ 6ου αἰώνα. Μά δέν ξέχασε ποτέ ὅτι ἦταν καλόγερος κι ὅτι ἡ προτεραιότητα τῆς ζωῆς του, τό κατεξοχήν ἔργο του ἦταν ἀκριβῶς ἡ προσευχή: ἡ καρδιακή ἀναφορά του στόν Κύριο καί Θεό του.  Στήν ἀναφορά του αὐτή ἔβρισκε τή λύση καί τή διέξοδο γιά ὅλα ἐκεῖνα πού τόν πίεζαν, λόγω τῆς μεγάλης θέσης πού εἶχε ἀναλάβει.
«Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου, καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου...», ξεκίνησε τόν  ψαλμό τῆς μετάνοιας, καί λίγο κοντοστάθηκε, γιά νά νιώσει μέ ὅλη τήν ὕπαρξή του τά λόγια τοῦ προφητάνακτα - αὐτά πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τοῦ ἐνέπνευσε καί χαίρεται νά τά ἀκούει ἀπό τούς πιστούς δούλους Του – καί νά τά ἀφήσει νά τόν διαποτίσουν μέχρι τό μεδούλι τῆς ψυχῆς του. «Ἐπί πλεῖον πλῦνόν με ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με...», δάκρυα πῆραν νά βρέχουν τό πρόσωπό του, καθώς ἔνιωθε τήν ἁμαρτωλότητά του καί τό ἔλεος τοῦ Κυρίου του, κι ἔβγαλε τό μαντήλι του γιά νά τά σκουπίσει. Κάτι δίπλα του σάν νά κουνήθηκε, κάποια παρουσία τοῦ φάνηκε ὅτι εἶναι ἐκεῖ καί τόν παρακολουθεῖ καί στράφηκε πίσω του. Ταράχτηκε, γιατί εἶδε νά εἶναι μέσα στό παρεκκλήσι ὁ ἀρχιδιάκονός του ὁ Ἰουλιανός, «πῶς μπῆκε καί δέν τόν πῆρα εἴδηση;» σκέφτηκε, «καί κυρίως… γιατί μπῆκε χωρίς καμιά εἰδοποίηση;». Δέν εἶπε τίποτε ὅμως κι ὁλοκλήρωσε μέ λίγο παγωμένη τήν καρδιά εἶναι ἀλήθεια τόν ψαλμό.
Ἔπεσε στά γόνατα κι ἔκανε μιά μεγάλη μετάνοια, κατά τή συνήθειά του μετά ἀπό κάθε ψαλμό, κι εἶδε ὅτι τήν ἴδια μετάνοια ἔκανε καί ὁ εὑρισκόμενος πιά μαζί του διάκονος. Σηκώθηκε καί πάλι προσκύνησε, μά εἶδε ὅτι ὁ Ἰουλιανός παρέμενε στό ἔδαφος. Παραξενεύτηκε ὁ ἀββᾶς, γύρισε πρός αὐτόν καί τοῦ εἶπε: «Γιατί δέν σηκώνεσαι, διάκονε; Ἐκεῖ πεσμένος θά παραμείνεις;». «Δέσποτά μου», ἄκουσε τότε τή φωνή του νά λέει, «ἄν ἐσύ ὁ ἴδιος δέν δώσεις χέρι καί μέ σηκώσεις, δέν μπορῶ νά σηκωθῶ». «Μά… τί συμβαίνεις ἀπόψε;» πέρασε καί πάλι ἀπό τόν νοῦ τοῦ Πατριάρχη ὁ λογισμός, «ἄρρωστος εἶναι; Κι ἄν εἶναι, γιατί βρέθηκε ἐδῶ;», λογική ἐξήγηση δέν εὕρισκε ὁ Γέροντας. Ξανά ὅμως δέν εἶπε τίποτε, μόνο ἅπλωσε τό χέρι του, ἔπιασε τόν διάκο καί τόν σήκωσε. Στράφηκε πρός ἀνατολάς, πρός τίς εἰκόνες, καί ξανάρχισε τούς ψαλμούς. Κάποια στιγμή γύρισε πρός τόν Ἰουλιανό, νά δεῖ τί κάνει, μά ὁ Ἰουλιανός ἦταν ἄφαντος. Ὅπως ξαφνικά ἐμφανίστηκε, ἔτσι ξαφνικά καί ἐξαφανίστηκε. Δέν θέλησε νά ἀσχοληθεῖ ἄλλο μέ τό θέμα τοῦ διακόνου. Ἡ προσευχή του εἶχε τήν προτεραιότητα. Ἀπορροφήθηκε σ’ αὐτήν, βυθίστηκε στήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ὁλοκλήρωσε κάποια φορά τόν ἐωθινό του κανόνα. Ἔβγαλε τό πετραχήλι του, ἀσπάστηκε τίς ἅγιες εἰκόνες, ἔβαλε καί πάλι μιά βαθειά μετάνοια καί ἀποχώρησε ἀπό τό  παρεκκλήσι.
Θυμήθηκε τόν ἀρχιδιάκονο. Θέλησε νά διαλευκάνει τήν παραδοξότητα. «Ἀνδρέα», κάλεσε τόν θαλαμηπόλο του. «Γιατί δέν μήνυσες τήν εἴσοδο τοῦ ἀρχιδιακόνου, κι ἔτσι ἀπροειδοποίητα ἦρθε σ’ ἐμένα καί μάλιστα μέσα στή νύχτα;» Τά ‘χασε ὁ θαλαμηπόλος. «Μά, Δέσποτα, κανείς δέν φάνηκε. Οὔτε εἶδα κανένα οὔτε καί μπῆκε κανείς». Ὁ Πατριάρχης δέν τόν πίστεψε. «Θά τόν πῆρε ὁ ὕπνος καί διέλαθε τῆς προσοχῆς του», ἔκανε τήν πιό λογική σκέψη. «Κάλεσέ μου σέ παρακαλῶ τόν θυρωρό τοῦ Ἐπισκοπείου», εἶπε. Ἦρθε κι ὁ θυρωρός. «Δέν ἀνέβηκε ὁ ἀρχιδιάκονος Ἰουλιανός ἐδῶ;» τόν ρώτησε καλωσυνάτα. Ἀπόρησε ὁ θυρωρός. «Ὄχι, Δέσποτα», σάν νά φοβήθηκε ὁ ἀγαθός ἄνθρωπος∙ «κι ὀρκίζομαι σέ ὅ,τι ἔχω ἱερό πώς οὔτε ἀνέβηκε οὔτε κατέβηκε κανείς».
Ἔμεινε καί πάλι μόνος ὁ Εὐλόγιος. Δέν εἶχε κάτι ἄλλο νά κάνει ἐκείνη τήν ὥρα, σχεδόν ἀξημέρωτα. Σέ λίγη ὥρα ὅμως τό πράγμα θά διαλευκανόταν: ὁ ἀρχιδιάκονος κάθε πρωί ἦταν παρών στό Ἐπισκοπεῖο. Ἡ προσκύνηση στόν Πατριάρχη ἦταν δεδομένη καί μέσα στά καθήκοντά του. «Ἰουλιανέ», τοῦ εἶπε ὁ ἅγιος Πατριάρχης μέ μιά δόση αὐστηρότητας πού ξάφνιασε τόν ἀρχιδιάκονο. «Γιατί δέν τήρησες τήν τάξη κι ἀνέβηκες ἀπροειδοποίητα μέσα στή νύχτα; Δέν ξέρεις ὅτι εἶναι ἡ ὥρα τοῦ κανόνα μου καί θέλω νά βρίσκομαι μόνος στό παρεκκλήσι;» Τά ‘χασε κι ὁ Ἰουλιανός. «Μά τίς εὐχές τοῦ Δεσπότη μου», ἀπάντησε κι αἰσθάνθηκε λίγο νά ζαλίζεται, «οὔτε ἀνέβηκα ἐδῶ οὔτε βγῆκα καί καθόλου ἀπό τό σπίτι μου ὅλο τό βράδι. Μόνον τώρα τό πρωί βγῆκα γιά νά ἔλθω σ’ ἐσᾶς».
Φῶς ρίχτηκε στό μυαλό τοῦ Εὐλόγιου. Τά πράγματα ξεκαθαρίστηκαν μέ ἄμεσο τρόπο. Ὁ Ἰουλιανός πού εἶδε δέν ἦταν ὁ ἀρχιδιάκονός του. Καί γι’ αὐτό ἀσφαλῶς δέν τόν εἶδε κανείς. Ὁ Ἰουλιανός τῆς νύχτας πού τοῦ ἐμφανίστηκε ἦταν προφανῶς ὁ ἅγιος Ἰουλιανός, ὁ μάρτυς Κυρίου πού εἶχε μαρτυρήσει κατά τήν περίοδο τῶν διωγμῶν μαζί μέ ἄλλους τρεῖς στήν Ἀλεξάνδρεια, καί πῆρε τή μορφή τοῦ ἀρχιδιακόνου. Κι ὑπῆρχε ναός του, ὁ ὁποῖος βρισκόταν ὅμως ὑπό κατάρρευση: παλιός ναός κι ἀπό τόν καιρό φθαρμένος, κινδύνευε πράγματι νά καταπέσει. Τοῦ τό εἶχαν παλαιότερα ἀναφέρει, ἤθελε νά τόν φτιάξει, μά ἄλλες ἀνάγκες, θεωρούμενες κατ’ αὐτόν πιό πιεστικές, εἶχαν τήν προτεραιότητα. Καί νά, τώρα, ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος τοῦ ἐμφανίστηκε, γιά νά τοῦ ὑπενθυμίσει τό λησμονημένο χρέος. Κατάλαβε τή συμβολική κίνηση τοῦ ἁγίου καί τά «παράδοξα» λόγια του: «ἄν ἐσύ ὁ ἴδιος δέν δώσεις χέρι καί μέ σηκώσεις, δέν μπορῶ νά σηκωθῶ».


Ἀναλύθηκε σέ δάκρυα. Πῆγε στό παρεκκλήσι, γονάτισε καί ζήτησε συγγνώμη ἀπό τόν ἅγιο, ἀπό τόν Κύριο, ἀπό τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου. «Εὐθύς ἐπανορθώνω», μουρμούρισε, κι ἐπέστρεψε στό γραφεῖο του. Σέ λίγο καιρό ὁ ναός τοῦ ἁγίου μάρτυρα ξανακτίστηκε ἐκ θεμελίων, ἀνηγέρθη περίλαμπρος, στολίστηκε μέ κάθε εἴδους στολίδι. «Τέτοια δόξα τοῦ ‘πρεπε», ἔλεγε πιά μέ καμάρι ὁ ἅγιος Πατριάρχης, ὁ ὁποῖος ἔκτοτε τιμοῦσε ἰδιαιτέρως τόν ἅγιο μάρτυρα, τόν Ἰουλιανό τόν ἱερομάρτυρα. 
(Πηγή: "Λειμωνάριον" Ἰ. Μόσχου, κεφ. 146)

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2018

Η ΑΣΒΕΣΤΗ ΚΑΝΔΗΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ



Ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ μέγας ἀναχωρητής, ἐπέστρεφε κι αὐτήν τή φορά ἀπό τό μεγάλο ταξίδι του. Εἶχε σκιρτήσει ἡ καρδιά του ἐδῶ καί τρεῖς μῆνες περίπου, τήν ὥρα πού μελετοῦσε γιά πολλοστή φορά τό κατά Ἰωάννην εὐαγγέλιο στό σπήλαιο πού τόν φιλοξενοῦσε λίγο ἔξω ἀπό τό χωριό Σοχοῦς, εἴκοσι περίπου μίλια μακριά ἀπό τά Ἱεροσόλυμα, νά ἐπισκεφτεῖ καί πάλι τόν τάφο τοῦ ἀγαπημένου του ἀποστόλου στήν Ἔφεσο, νά προσκυνήσει τ’ ἅγια χώματα πού δέχτηκαν τόν ἁγιασμό ἀπό τόν μαθητή τῆς ἀγάπης, νά νιώσει γιά μιά ἀκόμη φορά ὅλα ἐκεῖνα τά εὐλογημένα συναισθήματα πού εἶχε αἰσθανθεῖ καί τίς προηγούμενες φορές. Γιατί ἦταν εὐλογημένη του συνήθεια, κατά καιρούς νά ἐπισκέπτεται τόπους στούς ὁποίους εἶχαν ζήσει ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, κι ἀκόμη περισσότερο τούς τόπους ἐκείνους πού εἶχαν πατήσει τά πόδια τοῦ ἴδιου τοῦ ἐνσαρκωμένου Θεοῦ μας, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τούς Ἅγιους Τόπους. Ἐκεῖ σάν νά μεταρσιωνόταν, ζοῦσε πανίερες στιγμές, ὁ Θεός τοῦ ἔδινε τή χάρη νά μεταφέρεται ἐν Πνεύματι καί νά βλέπει καί νά ἀκούει ὅ,τι εἶχε διαδραματιστεῖ τήν ἐποχή τοῦ Κυρίου ἀλλά καί τήν ἐποχή τῶν ἁγίων. 

Εἶχε ἑτοιμαστεῖ λοιπόν κι αὐτήν τή φορά κι ὅπως ἔκανε πάντα γονάτισε μπροστά στήν εἰκόνα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, αὐτήν πού κρατοῦσε στήν ἀγκαλιά Της τόν Θεό μας, κι ἀποδύθηκε στόν ἀγώνα τῆς προσευχῆς. Γιά πολλή ὥρα Τήν ἱκέτευε νά εὐλογήσει τήν ἱερή ἀποδημία του, νά εἶναι ἡ βοηθός καί ἡ συμπαραστάτης Του καί πάνω ἀπ’ ὅλα νά συνεχίσει νά τοῦ προσφέρει τή δωρεά πού πάντοτε τοῦ πρόσφερε: νά κρατάει ἄσβεστη τή φλόγα τῆς ἁγίας κανδήλας πού ἔκαιγε ἀκατάπαυστα στήν εἰκόνα Της. Γιατί ἡ κανδήλα Της δέν βρισκόταν ποτέ σβηστή. Ὅσο ἐκεῖνος βρισκόταν στό σπήλαιο καί στά περίγυρά του, φρόντιζε μέ προσοχή κι  εὐλάβεια νά τήν ἔχει διαρκῶς ἀναμμένη, ὅταν ὅμως ἔφευγε γιά τά προσκυνήματά του, τά ὁποῖα κρατοῦσαν ἀπό ἕνα καί μέχρι ἕξι μῆνες, εἶχε παρακαλέσει τή Μεγάλη Μάνα Ἐκείνη νά ἔχει τή φροντίδα.
 
«Ἁγία Δέσποινα Θεοτόκε», δεόταν μέ μεγάλη ἀγάπη καί ταπείνωση, «ἐπειδή πρόκειται νά βαδίσω μεγάλο δρόμο πού ἔχει πολλῶν ἡμερῶν ἀπόσταση, φρόντισε τήν κανδήλα Σου, κι ἄν πάει νά σβήσει, φύλαξέ την, κατά τή διάθεσή μου, ἐπειδή ἐγώ φεύγω ἔχοντας τή βοήθειά Σου συνοδοιπόρο». Ἡ φλόγα τῆς κανδήλας ἦταν ἡ φλόγα τῆς καρδιᾶς του, ἡ κανδήλα ἦταν τό σύμβολο τῆς πίστης καί τοῦ ἔρωτά του πρός τόν Κύριο καί τή Παναγία Μητέρα Του, ὅσο ἡ φλόγα ἔφεγγε τό Πανάγιο πρόσωπό Της σήμαινε γι’ αὐτόν ὅτι Ἐκείνη ἦταν ὁ φύλακας καί ὁ συνοδοιπόρος του.
Τά πράγματα ἐξελίχτηκαν ὅπως πάντα: ἡ καρδιά του γέμισε ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἔνιωσε τόν συγκλονισμό τῆς παρουσίας τοῦ ἠγαπημένου μαθητῆ, «νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλον σου, Δέσποτα», πῆραν τά χείλη του ἀσυναίσθητα νά ψιθυρίζουν. Χόρτασε χάρη, βύζαξε τό γάλα τῆς νοερᾶς αἴσθησης, πῆρε καί πάλι μετά ἀπό κάποιο διάστημα τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Δέν ἔνιωθε κανένα βάρος, δέν ἔνιωθε καθόλου κόπο, δέν περπατοῦσε, πέταγε. Ἡ αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἦταν τέτοια πού οὔτε κατάλαβε πῶς διάνυσε ὁδοιπορώντας τόσο δρόμο, πῶς ἔφτασε στά περίχωρα τοῦ Σοχοῦ... Σέ λίγη ὥρα θά ἔμπαινε καί πάλι στό ἀγαπημένο του σπήλαιο, θά βρισκόταν γονατιστός μπροστά στήν Μάνα Παναγιά καί τόν μικρό Χριστό πού Ἐκείνη κρατοῦσε... Ἡ καρδιά του κτυποῦσε λίγο πιό ἔντονα... Ἕνα μικρό στενάκι πού χώριζε δύο ἀγροκτήματα μέ ἀγκαθωτούς φράκτες ἦταν τό τελευταῖο πού ἔπρεπε νά διαβεῖ. Μετά ἀπό αὐτό, τό σπήλαιό του ἦταν μπροστά του.
Κι ἐκεῖ... παρουσιάστηκε ὁ πειρασμός. Τήν ὥρα πού εἶχε περάσει τό δίστρατο καί εἶχε μπεῖ πιά στή στενωπό, τέτοια πού μέ δυσκολία χωροῦσε ἕνας ἄνθρωπος χωρίς νά κρατάει καμιά πραμάτεια μαζί του, φάνηκε νά ἔρχεται ἕνα μεγάλο λιοντάρι, μέ περπατησιά μεγαλοπρεπή – πραγματικά βασιλιᾶς τῶν ζώων, σκέφτηκε ὁ ἀββᾶς. Εἶδε τό ἀδιέξοδο – νά χωρέσουν καί οἱ δύο ἦταν ἀδύνατο! Μά οὔτε στιγμή δέν σκέφτηκε νά ὀπισθοδρομήσει, νά πάει καί πάλι στό ἄνοιγμα τοῦ δρόμου. Προφανῶς τό ἴδιο... σκέφτηκε καί τό λιοντάρι. Συνέχισαν νά προχωροῦν καί οἱ δύο ἀπτόητοι, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ βασιλιᾶς τῆς κτίσης∙ ὁ ἄρχοντας τῶν ζώων, τό μεγαλοπρεπές λιοντάρι. Τά μετασκευασμένα ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ μάτια τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ ὅμως δέν λειτουργοῦσαν μέ τόν φυσικό μόνο τρόπο∙ ὁ Ἰωάννης ἔβλεπε βεβαίως τό λιοντάρι, ἀλλά ἔβλεπε ἐπίσης καί τή χάρη καί ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ πού διακρατοῦσε τό λιοντάρι, ὅπως καί τή δική του ὕπαρξη. «Πλήρης ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ τῆς δόξης Αὐτοῦ». Ἡ καρδιά του, δοσμένη στόν Θεό, κινοῦνταν μέ ἀγαπητική διάθεση πρός τό πλάσμα τοῦ Θεοῦ, ἔβλεπε τό λιοντάρι σάν σημεῖο τῆς ἀδελφῆς του φύσης πού ἀνήκει στόν Δημιουργό τοῦ σύμπαντος κόσμου. Τό ἀρχοντικό ζῶο γινόταν ἀφορμή δοξολογίας πρός τόν Κύριο, πῶς τοῦ ἦλθε ἐκείνη τήν ὥρα στό μυαλό ὁ Ἀδάμ μέσα στόν κῆπο τῆς Ἐδέμ πού ἔδινε ὄνομα σ’ ὅλα τά ζῶα, πῶς τοῦ φάνηκε ὅτι βαδίζει ἐκείνην τήν ὥρα μέ τόν δοῦλο τοῦ Θεοῦ, Γεράσιμο τόν Ἰορδανίτη! Συνέχισε νά προχωρεῖ, φτάσανε σέ σημεῖο ἀναπνοῆς ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον...
Καί τότε, σάν νά ἦταν τό πιό φυσικό πράγμα τοῦ κόσμου, συνέβη τό θαῦμα. Σάν ὑποτακτικός τό λιοντάρι πού ἀναγνωρίζει τόν κύριό του, σηκώθηκε στά πίσω πόδια του καί ὄρθιο ἀκούμπησε στόν φράχτη ἀριστερά τοῦ Γέροντα. Ἔτσι ἔκανε μέ τό βάρος καί τή δύναμη τοῦ σώματος κάποια μικρή εὐρυχωρία καί πρόσφερε ἀνεμπόδιστη τήν πορεία στόν δίκαιο ἄνθρωπο. Ὁ Γέροντας πέρασε ἀγγίζοντας σάν νά χάϊδευε τή ράχη τοῦ λιονταριοῦ. «Δόξα Σοι ὁ Θεός», ψιθύριζαν τά χείλη καί ἡ καρδιά του. Κι ὅταν πέρασε, τό λιοντάρι σηκώθηκε ἀπό τόν φράχτη, ἦλθε στά κανονικά του καί προχώρησε τόν δικό του δρόμο.
Σέ λίγα λεπτά ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης, ὁ μεγάλος ἀναχωρητής, ὁ προσκυνητής τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ, βρισκόταν πεσμένος μπροστά στήν εἰκόνα τῆς λατρευτῆς του Ὑπεραγίας Μητέρας καί τοῦ Υἱοῦ Της. Τά δάκρυά του, δάκρυα εὐχαριστίας καί δοξολογίας γιά τήν ὁλοκλήρωση τοῦ προσκυνήματός του, γιά τή φανερή προστασία τοῦ Κυρίου καί τῆς Παναγίας, ἔλουζαν τό πρόσωπό του καί σχημάτιζαν μιά μικρή λίμνη στό χωμάτινο δάπεδο. Καί βεβαίως, ἡ φλόγα τῆς κανδήλας ἔκαιγε ἄσβεστη χωρίς καμία διακοπή. Ἡ ἄχραντη Δέσποινα Θεοτόκος τοῦ εἶχε κάνει κι αὐτήν τή φορά τή χάρη...  
(Ἀπό τό «Λειμωνάριον» τοῦ Ἰ.  Μόσχου, κεφ. 180-181)

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018

Η... ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΕΠΕΜΒΑΣΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


Ἡ γυναίκα φαινόταν συντετριμμένη. Γονατιστή μπροστά στή θαυματουργή εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, στόν δικό Της Ναό στήν Κωνσταντινούπολη, μέ τούς ὤμους καί τό κεφάλι γερμένα, γιά ὥρα πολλή ἔκλαιγε ἀπαρηγόρητη. Δέν ἀκουγόταν κανένας ἦχος ἀπό τό στόμα της, τόν ἔπνιγε μέσα στά καυτά δάκρυά της, πέρα ἀπό τό γεγονός ὅτι κατά καιρούς τῆς ξέφευγε ἕνας βαθύς ἀναστεναγμός. Ποῦ καί ποῦ μέ κάποια τόλμη σήκωνε τό κεφάλι καί κοιτοῦσε κατάματα γιά ὥρα τήν Παναγία, κι ἦταν ἡ στιγμή πού στό βλέμμα της διάβαζε κανείς τό βαθύ παράπονο, ἀλλά καί τήν ἀπορία της, γιά νά ξανασκύψει ἔπειτα στό βουβό κλάμα της καί τά πνιχτά ἀναφιλητά της. Κάποια στιγμή ἐρχόταν ἡ στιγμή νά ἀνασηκωθεῖ, φιλοῦσε μέ πάθος τήν εἰκόνα τῆς μεγάλης Μάνας, κάλυπτε ἐντελῶς τό κεφάλι μέ τή μαντίλα της καί μέ γρήγορα βήματα κάνοντας τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ ἔβγαινε ἀπό τόν Ναό. Τό ἴδιο σκηνικό ἐπαναλαμβανόταν ἐπί πολλές ἡμέρες, κάποιες φορές μάλιστα καί τό πρωί καί τό ἀπόγευμα.
Ὁ ἱερέας τοῦ Ναοῦ παραξενεύτηκε καί ταράχτηκε τήν πρώτη φορά πού  τήν εἶδε τόσο ἀναστατωμένη. Ἤξερε τή γυναίκα, τήν εὐλογημένη Καλλιόπη, γνώριζε τόν ἀγώνα πού ἔκανε νά ἀναστήσει τή μονάκριβη θυγατέρα της, ἀφότου ἰδίως κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ ὁ πιστός σύζυγός της, ἀλλά τά χρόνια ἀπό τήν ὥρα τῆς χηρείας της εἶχαν παρέλθει ἀρκετά. Τί νά εἶχε συμβεῖ; Ποτέ ἄλλοτε δέν τήν εἶχε δεῖ ἔτσι. Δέν ἄργησε νά μάθει τήν αἰτία καί νά καταλάβει τό δράμα τοῦ πνευματικοῦ του τέκνου. Κι ἐνῶ πάσχιζε νά τήν παρηγορήσει, τελικά σήκωσε τά χέρια... ψηλά! Δέν μποροῦσε νά κάνει κάτι οὐσιαστικό γιά νά ἀποκαταστήσει τά πράγματα. Τό μόνο πού σκέφτηκε στό ἀδιέξοδο στό ὁποῖο κι αὐτός βρέθηκε, ἦταν νά πάρει ἀπό τό χέρι τήν Καλλιόπη καί νά τήν φέρει ἐνώπιον τῆς εἰκόνας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου – ἐκεῖ πού πλῆθος ἀνθρώπων κατέφευγαν καθημερινά καί ἐναπέθεταν τόν πόνο καί τά προβλήματά τους. «Λοιπόν, ἀγαπητή μου Καλλιόπη», τῆς εἶπε μέ μεγάλο πόνο, «δέν ἔχουμε ἄλλο ἀπό τό νά ἐναποθέσουμε τό πρόβλημά σου ἐνώπιον τῆς Μεγάλης Μάνας μας. Εἶναι ἡ Μόνη πού μπορεῖ νά ἐπέμβει καί νά δώσει λύση».

Τί λοιπόν εἶχε συμβεῖ; Ἡ ἐξιστόρηση τῆς γυναίκας στό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης τόν συγκλόνισε. Ἡ γυναίκα ὑπηρετοῦσε στά ἀνάκτορα - ἦταν στή δούλεψη τοῦ αὐτοκράτορα Ζήνωνα, σέ ἐποχή μάλιστα πού πάσχιζε αὐτός, στό δεύτερο μισό τοῦ πέμπτου αἰῶνα,  νά ἐξισορροπήσει τίς τρομακτικές ἐντάσεις μεταξύ τῶν ὀρθοδόξων ἀπό τή μιά, καί τῶν νεστοριανῶν καί τῶν μονοφυσιτῶν αἱρετικῶν ἀπό τήν ἄλλη. Εἶχε πιστέψει ὅτι ἡ λύση θά ἐρχόταν μέ τή σύνταξη ἑνός συμβιβαστικοῦ κειμένου, τοῦ «Ἑνωτικοῦ», πού καλῇ τῇ πίστει ἄν τό ἀποδέχονταν ὅλοι, ἡ αὐτοκρατορία θά ἡσύχαζε καί θά εἰρήνευε. Ἡ προσπάθεια ἀποδείχτηκε βεβαίως μάταιη. Τό κείμενό του, μέ τήν καθοδήγηση κάποιων ἐπισκόπων καί θεολόγων, ὄχι μόνο δέν ἐπέλυσε τά προβλήματα, ἀλλά σέ ἕνα βαθμό τά πολλαπλασίασε. Ὁ ἴδιος μάλιστα ἀρνιόταν νά παραδεχτεῖ τίς ἀποφάσεις τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού μέ θεόπνευστο τρόπο ἔβαζε τά πράγματα στή θέση τους. Λοιπόν, μέσα σ’ αὐτήν τήν ἐσωτερική ἔνταση τοῦ Κράτους, παράλληλα καί μέ τά ἐξωτερικά προβλήματα πού προκαλοῦνταν ἀπό τούς βάρβαρους Γότθους, ἡ γυναίκα δέχτηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα τόν τεράστιο πειρασμό. Κι ἄν ἦταν ὁ πειρασμός αὐτός σέ σχέση μέ ἐκείνην προσωπικά, ἴσως καί νά τά ἔβγαζε πέρα. Μά ὁ πειρασμός τήν... κτύπησε μέσα ἀπό τή μονάκριβη θυγατέρα της.

«Πατέρα μου», ἄκουσε ἐμβρόντητος ὁ ἱερέας νά τοῦ λέει ἡ γυναίκα, «ὁ βασιλιάς ἐπιτέθηκε ἕνα βράδι στήν κόρη μου. Κι ὅταν λέω τῆς ἐπιτέθηκε, καταλαβαίνετε τί ἐννοῶ. Δεκαπεντάχρονη παιδούλα αὐτή, μέ ὅλη τήν ἄνοιξη πού φέρνει μιά τέτοια νιότη – ξέρετε δά πόσο πράγματι ὄμορφη εἶναι ἡ Ἀσπασία μου – κλήθηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα στά ἰδιαίτερα δώματά του. Δέν ὑποψιάστηκε κάτι τό ἄβγαλτο παιδί, δέν μέ ἐνημέρωσε ἀπό τήν ἄλλη, καί συνέβη αὐτό πού... μπορεῖτε νά καταλάβετε. Προσπάθησε ἡ κόρη μου νά τοῦ ξεφύγει, ἀλλά μάταια....» - ἕνας λυγμός σταμάτησε τή ροή τοῦ λόγου της καί δάκρυα κατάβρεξαν ἄφθονα τό πρόσωπό της. Ἔκανε κουράγιο καί προσπάθησε νά συνεχίσει, βλέποντας καί τό γεμάτο στοργή καί συγκατάβαση βλέμμα τοῦ πνευματικοῦ της.  «Καί δέν εἶναι αὐτό τό χειρότερο, πάτερ. Τό χειρότερο εἶναι τό τί ἐπακολούθησε.  Μετά τό γεγονός αὐτό, τόσο πολύ τραυματίστηκε ψυχικά ἡ κορούλα μου, ὥστε κλείστηκε ἔκτοτε στόν ἑαυτό της, ἀρνούμενη νά φάει καί νά πιεῖ ὁτιδήποτε. Σάν νά μαράθηκε ξαφνικά ἕνα λουλούδι, σάν νά ἔσβησε ξαφνικά ὁ ἥλιος τό καταμεσήμερο. Τῆς μιλοῦσα, τῆς ἐξηγοῦσα, προσευχόμουν διαρκῶς γι’ αὐτήν, τῆς εἶπα νά ἔλθουμε καί σέ σᾶς νά ἐξομολογηθεῖ. Τίποτε... Τό μόνο πού εὐχαρίστως δεχόταν ἦταν ἡ ἀνοιχτή ἀγκαλιά μου - ἐκεῖ κούρνιαζε σάν τό πληγωμένο σπουργιτάκι, χωρίς νά μιλάει καί νά λέει τό παραμικρό. Εἶδα κι ἔπαθα μέχρι ἔστω καί λίγο νά ξεκινήσει δειλά δειλά καί πάλι τή ζωή της.

»Ἀλλά, τώρα, πάτερ, ἀντιμετωπίζω κι ἄλλον πειρασμό. Ἡ ἀδικία αὐτή πού ὑποστήκαμε, κι ἰδίως ἡ μικρή μου Ἀσπασία, μέ κάνει νά θέλω νά ἐκδικηθῶ. Λογισμοί, πατέρα μου, μέ τριβελίζουν τόσο ἔντονα, γιατί διαρκῶς σκέφτομαι τί μπορῶ νά κάνω, ἐγώ μέ τίς ἀνύπαρκτες δυνάμεις μπροστά σ’ ἕναν αὐτοκράτορα, γιά νά πάρουμε τήν ἐκδίκησή μας. Καταλαβαίνω ὅτι αὐτό δέν εἶναι σωστό, ὁ Κύριός μας δέν θέλει τέτοιον τρόπο ἀντίδρασης, ἀλλά εἶναι κάτι πού τό νιώθω πέρα ἀπό τίς δυνάμεις μου. Γι’ αὐτό κατέφυγα σέ σᾶς, γι’ αὐτό παρακαλῶ τόν Κύριο καί τή Μητέρα Του νά ἐπέμβουν...». Ἡ γυναίκα δέν μπόρεσε νά συνεχίσει, λύγισε καί ἔσπασε σάν τό κλαρί στόν δυνατό ἄνεμο, μόνο τά δάκρυα φαίνονταν   νά ρίχνουν λίγο βάλσαμο στήν πληγωμένη της καρδιά.

Ἡ γυναίκα, ἡ Καλλιόπη, ἡ πληγωμένη μάνα μέ τό ἀδύνατο σπουργίτι στήν ἀγκαλιά δέχτηκε τήν πρόταση τοῦ πνευματικοῦ της. Ἐρχόταν καθημερινά στόν Ναό τῆς Θεοτόκου καί μπροστά στήν ἁγία εἰκόνα Της ἐναπέθετε ὅλον τόν πόνο της. Ὅλες οἱ ἐλπίδες της ἦταν πιά σ’ Ἐκείνην πού ἤξερε νά γαληνεύει τίς ψυχές, νά δίνει διέξοδο ἐκεῖ πού ὅλα ἔδειχναν τό σκοτάδι. Πιστή γυναίκα, ἔκανε ἀγώνα νά ἐφαρμόσει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ: «Μή ἐκδικεῖτε ἑαυτούς, ἀλλά δότε τόπον τῇ ὀργῇ. Ἐμοί ἐκδίκησις, ἐγώ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ»! Τό περιεχόμενο πιά τῆς προσευχῆς της, μέρες καί μέρες, ἦταν ἀκριβῶς αὐτό: «Ἐκδικήσου μου, Παναγιά μου, τόν Ζήνωνα τόν βασιλιά». Ἀλλά ἡ ἀπάντηση τῆς Θεοτόκου ἀργοῦσε. Τό βλέμμα τῆς Μάνας ἦταν ἀπέραντα στοργικό ἀπέναντί Της – μιά φορά τῆς φάνηκε  σάν νά δακρύζει κιόλας -  ἀλλά τίποτε. Ὁ βασιλιάς ἀπτόητος, χωρίς κανένα ἰδιαίτερο πρόβλημα, συνέχιζε μέ ὑγεία τή ζωή του, βασίλευε ἴδια καί ἀπαράλλαχτα ὅπως καί πρίν.

Κι ὅταν εἶχαν περάσει πολλές πιά ἡμέρες ἀπό τό γεγονός, κι ὅταν τά δάκρυα ἄρχισαν νά στερεύουν ἀπό τό πρόσωπο τῆς ἀδικημένης μάνας, κι ὅταν, μέ τρόμο εἶναι ἀλήθεια, εἶδε ὅτι ἡ ἀπελπισία καί ἡ ἀπόγνωση πᾶνε νά πάρουν τό πάνω χέρι στήν καρδιά της, τότε τῆς παρουσιάστηκε ἡ Θεοτόκος. Ριγμένη ἐκείνη ἄδειο κουφάρι μπροστά στήν εἰκόνα Της, κοιτώντας Την μέ σβησμένο βλέμμα χωρίς πιά ἐλπίδα, Τήν εἶδε ὁλοζώντανη μπροστά της. Τό γεμάτο στοργή βλέμμα Της, ἡ ἀπέραντη τρυφερότητα τοῦ λόγου Της, τ’ ἁπλωμένο χέρι πού χάϊδευε ἁπαλά τό κεφάλι της, τῆς γέμισαν τήν καρδιά ἀνείπωτη χαρά καί γαλήνη. «Ἀγαπημένη μου Καλλιόπη», ἄκουσε τήν ἴδια τήν Παναγία Μητέρα νά τήν προσφωνεῖ, «ἀγαπημένο μου παιδί, σέ βλέπω, σέ ἀκούω, συμπάσχω μαζί σου ὅλες αὐτές τίς ἡμέρες πού ἔρχεσαι μπροστά στήν εἰκόνα Μου. Τό αἴτημά σου τό ἔχω μεταβιβάσει ἤδη στόν Υἱό καί Θεό μου, τόν Κύριο καί Θεό μας. Μοῦ ἔδωσε τήν ἐξουσία νά τό διαχειριστῶ ὅπως ἐγώ θέλω. Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι πολλές φορές θέλησα νά πάρω τήν ἐκδίκησή σου, ἀλλά...», κοντοστάθηκε καί δίστασε ἡ Παναγία Μάνα, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ Ὑπέρμαχος Στρατηγός – δέν τολμοῦσε νά μιλήσει ἤ νά κουνηθεῖ καθόλου ἡ Καλλιόπη, ἡ μάνα κι αὐτή, ἡ πληγωμένη μά καί γαληνεμένη πιά ψυχή – «ἀλλά...», συνέχισε ἡ Κυρία Δέσποινα, «δέν μπορῶ νά κάνω τίποτε ἀπέναντι σ’ αὐτήν τήν ἀδικία πού ἔκανε ὁ βασιλιάς Ζήνων. Κι αὐτό, Καλλιόπη, γιατί μέ ἐμποδίζει τό... δεξί του χέρι...».

 Ἀπόσωσε ἡ Παναγία κι ἔμεινε ἄναυδη ἡ Καλλιόπη, νά μήν μπορεῖ νά καταλάβει, νά μήν μπορεῖ νά δεχτεῖ αὐτό πού ἔλεγε ἡ ἴδια ἡ Μάνα τοῦ Κυρίου της. Κάτι σάν θόλωμα γέμισε τό μυαλό της καί τό μόνο πού κατάφερε νά ψελλίσει ἦταν ἡ ἐπανάληψη τῶν τελευταίων λέξεων «τό δεξί του χέρι... τό δεξί του χέρι...». «Ναί, τό δεξί του χέρι», ἐξήγησε ἡ Μεγάλη Μάνα στή μικρή ἀλλά Μεγάλη καί αὐτή μάνα, «γιατί τό χέρι του αὐτό εἶναι γεμάτο ἀπό ἐλεημοσύνες! Μπορεῖ νά εἶναι ὅ,τι νά  ‘ναι ὁ Ζήνωνας, εἶναι ὅμως ἐλεήμων ἄνθρωπος καί κάνει διαρκῶς ἐλεημοσύνες, τίς περισσότερες κρυφές,  πού  σάν ἀσπίδα τόν προφυλάσσουν ἀπό ὁποιοδήποτε κακό! Ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι πράγματι τεῖχος καί ἀσπίδα γιά τόν ἄνθρωπο καί σβήνει πλῆθος ἁμαρτιῶν του. Ὅμως, καλή μου Καλλιόπη, μήν ἀνησυχεῖς γιά τή θυγατέρα σου. Εἶναι καί δική μου θυγατέρα, δικό μου ἀγαπημένο παιδί, καί μάλιστα μετά ἀπό αὐτό πού τῆς συνέβη. Βρίσκεται πιά κάτω ἀπό τή διαρκή καί ἄγρυπνη προστασία Μου, ὁ Κύριος καί Θεός μας θά τήν χαριτώσει μέ πολλαπλές εὐεργεσίες, καί σοῦ ἀποκαλύπτω ὅτι σέ λίγο καιρό θά ἀφιερωθεῖ στόν Κύριο καί θά γίνει νύμφη Του ἀγαπημένη. Κι ἀκόμη, θά δεχτεῖ τέτοιες χάρες, ἐπειδή θά ἔχει γίνει ἕτοιμη γι’ αὐτό, ὥστε πλῆθος κόσμου θά εὐεργετηθεῖ ἀπό ἐκείνη, καθώς θά καθοδηγεῖται ἀπό μία πράγματι νέα ἁγία τοῦ καιροῦ της».


Εἶπε ἡ Παναγία Μητέρα καί χάθηκε μέσα καί πάλι στήν εἰκόνα Της. Ἡ Καλλιόπη, σέ ἔκσταση ἀκόμη εὑρισκόμενη καί προσπαθώντας νά κατανοήσει ὅ,τι τῆς συνέβη, ἔμεινε ἐκεῖ ἀρκετή ὥρα σιωπηλή καί  γονατιστή. Τά δάκρυα ξανάλθαν στό πρόσωπό της, ἀλλά αὐτήν τή φορά ὡς δάκρυα εὐγνωμοσύνης καί εὐχαριστίας πρός τή Θεοτόκο, πρός τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό... Σέ λίγο διηγεῖτο τή θαυμαστή ἐμπειρία της στόν ἅγιο πνευματικό της. Στήν κόρη της εἶπε τά πάντα, πλήν τοῦ σπουδαίου προορισμοῦ της. Ἔπρεπε ἡ ἴδια, μόνη της, χωρίς ἔξωθεν ἐπέμβαση, νά ἐπιβεβαιώσει τήν προφητεία τῆς Θεοτόκου...
(Πηγή: «Λειμωνάριον» Ἰωάννου Μόσχου, κεφ. 175)