Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2020

ΚΑΝΑΤΕ ΠΑΝΙΑ ΜΕ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ...


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΝΑΖΑΡΙΟΣ, ΓΕΡΒΑΣΙΟΣ, ΠΡΟΤΑΣΙΟΣ ΚΑΙ ΚΕΛΣΙΟΣ


           «Οι άγιοι μαρτύρησαν στη Ρώμη, μετά την τελείωση των αγίων αποστόλων, επί Νέρωνος του βασιλιά, ενώ είχαν οδηγηθεί στην πίστη από τον απόστολο Πέτρο. Κατά το εικοστό έτος της ηλικίας του, ο άγιος Ναζάριος, διερχόμενος από τις πόλεις της Ιταλίας και κηρύσσοντας τον λόγο του Θεού καθοδήγησε πολλούς προς τη χριστιανική πίστη. Σε δέκα χρόνια έφτασε στην πόλη Πλακεντία, όπου συνάντησε τον άγιο Προτάσιο και τον Γερβάσιο που είχαν ριχτεί στη φυλακή από τον άρχοντα Ανούλιο, κι εκεί επειδή κήρυσσε τον Χριστό τον απομάκρυναν από την πόλη. Πορεύτηκε σε άλλη πόλη που λεγόταν Κίμελη, κι εκεί βρήκε και πήρε κοντά του τον άγιο Κέλσιο που ήταν παιδάκι τριών χρονών, αλλά αμέσως φυλακίστηκε από τον Δεινόβιο. Στη συνέχεια, αφού τον ελευθέρωσαν, έρχεται μαζί με τον Κέλσιο στις πόλεις του Τιβέριου, κηρύσσοντας και πάλι το Ευαγγέλιο. Συνελήφθη από τον Νέρωνα, φυλακίστηκε και ρίχτηκε στα θηρία. Σώθηκε όμως και πήγε πάλι στα Μεδιόλανα, όπου και βρήκε φυλακισμένους τους αγίους Γερβάσιο και Προτάσιο, ενώ αμέσως τον έπιασε και τον έστειλε στη Ρώμη ο Ανούλιος, όπου εκεί ο άγιος Ναζάριος έγινε αίτιος να σωθεί ο παππούς του. Επέστρεψε στα Μεδιόλανα, όπου και τελικά τον συνέλαβαν και του έκοψαν το κεφάλι μαζί με τους Γερβάσιο, Προτάσιο και Κέλσιο».

Δεν πρόκειται να αναφερθούμε στα δοξολογικά αλλά και κατανυκτικά τροπάρια του αγίου Ιωσήφ του υμνογράφου που με αίσθηση ψυχής συνέθεσε για τους μάρτυρες. Όλα τονίζουν την πίστη των αγίων, την αγάπη τους προς τον Θεό, την ορθοτόμηση του λόγου της αληθείας που κήρυσσαν, το θάρρος τους έναντι των διωκτών τους, τα θαύματα που επιτελούνται από τον Κύριο μέσω των ιερών λειψάνων τους - κυριολεκτικά «νάματα» για τους πιστούς που τους θεραπεύουν από κάθε ασθένεια (κάθισμα όρθρου). Εκεί που θα σταθούμε περισσότερο είναι σ’ έναν ύμνο  της α΄ ήδη ωδής του κανόνα τους, κι αυτό γιατί στον συγκεκριμένο ύμνο έχουμε από τον υμνογράφο μία γενική θεώρηση της κατά Χριστόν ζωής τους, μία συνοπτική εξήγηση της πορείας τους μέσα στον κόσμο και της καταστάσεώς τους μετά το άγιο μαρτύριό τους, γεγονός που μπορεί να λειτουργήσει ως υπόδειγμα και για όλους τους πιστούς όλων των αιώνων.  

«Ἱστίῳ πτερούμενοι Πνεύματος Θείου, τό πέλαγος ἀβρόχως διήλθετε, μάρτυρες ἔνδοξοι, τῶν κολάσεων∙ καί νῦν πρός θεῖον ὅρμον τῆς ἄνω λαμπρότητος κατεσκηνώσατε».

 (Σαν ταχύπλοο που έχει φτερά με τα πανιά του Αγίου Πνεύματος περάσατε χωρίς να βραχείτε το πέλαγος των κολάσεων, ένδοξοι μάρτυρες. Και τώρα κατασκηνώσατε στον θείο λιμάνι της λαμπρότητας των Ουρανών).

Τι σημειώνει ο άγιος Ιωσήφ; Πρώτον, ότι οι άγιοι βρέθηκαν μέσα στο καμίνι της ζωής αυτής, αντιμετωπίζοντας τα βάσανα των κολάσεων από τους αρνητές της πίστεως. Και το γεγονός ότι χαρακτηρίζει πέλαγος αυτά που υπέστησαν σημαίνει ότι όλη η ζωή τους ήταν ένα μαρτύριο, κυριολεκτικά βάσανα χωρίς τελειωμό μέχρι να αφήσουν και την τελευταία τους πνοή. Κι ο λόγος; Ήταν χριστιανοί. Πρόκειται ακριβώς για το τίμημα που όρισε ο ίδιος ο Κύριος για κάθε πιστό ακόλουθό Του, ώστε να έχουμε όλοι τη γνώση ότι η πίστη σ’ Αυτόν δεν είναι μία επιλογή άνεσης, αλλά μία διαρκής θυσία, ένας σταυρός που κάνει τον μαθητή του Χριστού να μετέχει στα πάθη Εκείνου. «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι», είναι τα σωτήρια λόγια Του, όπως και τα «εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν», ή και του αποστόλου Του «πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, διωχθήσονται». Δύσκολα και οδυνηρά λόγια, που αποκαλύπτουν ότι η χριστιανική πίστη τελικώς δεν είναι για τους πολλούς, αλλά για τους λίγους, που αποφασίζουν να πάθουν μαζί με Εκείνον και να πεθάνουν για χάρη Του. Θέλεις δηλαδή να είσαι μαζί με τον Χριστό; Ετοιμάσου για θάνατο. Όπως το λέει και ο μέγας Γέρων όσιος Σωφρόνιος στο βιβλίο του για τον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη: «Να ζει κανείς χριστιανικά είναι ακατόρθωτο. Χριστιανικά μπορεί κανείς μόνο να πεθαίνει, όπως πέθαινε καθημερινά και ο απόστολος Παύλος (Α΄ Κορ. 15, 31)».  

Δεύτερον, όμως, ότι οι άγιοι ενώ βρέθηκαν στο πέλαγος των κολάσεων το πέρασαν «ἀβρόχως». Όχι ότι δεν πόνεσαν – αυτό θα ήταν η άρνηση του μαρτυρίου τους και η «δοκητική», φαινομενική, κατανόηση των παθών τους. Πόνεσαν, βασανίστηκαν, αλλά δεν καταβλήθηκαν. Διότι η καρδιά και η ψυχή τους ήταν προσανατολισμένη πλήρως στον αρχηγό της πίστεώς τους, ο Οποίος τους έδινε τη δύναμη να αντέχουν και να μακαρίζουν τον εαυτό τους ως μετόχους των Παθών Εκείνου. «Ντυμένοι, μακάριοι, τον Σταυρό του Χριστού σαν θώρακα, καταπαλαίψατε τον ασώματο εχθρό με το σώμα σας, υπομένοντας τα πολύπλοκα βασανιστήρια και τον άδικο θάνατο» (ωδή α΄). Στο πλήθος των μαρτυρίων τους αναγνωρίζουμε αυτό που ο Ίδιος ο Κύριος είχε προτρέψει: «Μη φοβηθείτε αυτούς που σκοτώνουν το σώμα σας, αλλά δεν έχουν τη δύναμη να κάνουν κάτι απέναντι στην ψυχή σας». Η ψυχή λοιπόν των αγίων μαρτύρων ήταν δοσμένη στον Χριστό, «καρφωμένη» κυριολεκτικά σ’ Εκείνον, συνεπώς τα βάσανα τα υφίσταντο, αλλά χωρίς να μπορούν να τους επηρεάζουν και να τους καταβάλλουν. Σε έναν άλλο εξαίσιο  ύμνο ο ποιητής αποκαλύπτει την παραπάνω αλήθεια ως εξής: «Παμμακάριε Ναζάριε, ήταν σαν να βαδίζεις πάνω σε ύδατα, γι’ αυτό και τα ίχνη σου δεν άφησαν αποτυπώματα να τα δει κανείς. Κι αυτό λόγω του αγίου Πνεύματος, με τη δύναμη του Οποίου καταντρόπιασες όλους τους εχθρούς» (ωδή ς΄).

Τρίτον, ότι Αυτός που τους έδωσε τη δύναμη να περάσουν «ἀβρόχως» και αβλαβώς την όποια οδύνη λόγω Χριστού της ζωής τους ήταν ακριβώς ο ίδιος ο Κύριος και το Άγιον Πνεύμα. Έχουμε εδώ την κεντρική αλήθεια της πίστεώς μας ότι όχι μόνο δεν μπορεί κανείς να είναι χριστιανός από μόνος του – «οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ», ο Θεός φωτίζει τον καλοπροαίρετο άνθρωπο για να στραφεί προς τον Χριστό και να Τον ακολουθεί στη ζωή του – αλλά πολύ περισσότερο είναι μεγίστη χάρη να υφίσταται οδύνες προς χάρη της πίστεώς του αυτής. Ο απόστολος Παύλος το εκφράζει και πάλι με τρόπο σαφή: «Ἡμῖν ἐχαρίσθη τό ὑπέρ Χριστοῦ, οὐ μόνον τό εἰς Αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ Αὐτοῦ πάσχειν». Χάρη Θεού να πιστεύει κανείς στον Χριστό, χάρη Θεού να έχει τη δύναμη να πάσχει γι’ Αυτόν. Λοιπόν, ο άγιος υμνογράφος με το ποιητικό του τάλαντο το εξηγεί: Με τη δύναμη του Πνεύματος άντεξαν τα βάσανα και ντρόπιασαν τους εχθρούς της πίστεως οι μάρτυρες (ό.π. ωδή ς΄), «με τα πανιά του αγίου Πνεύματος τρέχανε σαν να είχανε φτερά  οι μάρτυρες και πέρασαν «ἀβρόχως» το πέλαγος των κολάσεων» (ό.π. ωδή α΄). Γι’ αυτό και πού κατέληξαν; Εκεί που έχει υποσχεθεί ο Κύριος για κάθε πιστό Του: στο λιμάνι της Βασιλείας Του!

Οι επισημάνσεις του αγίου υμνογράφου είναι περιττό να πούμε πόσο ισχύουν διαχρονικά. Διότι είναι επισημάνσεις του λόγου του Θεού – ό,τι ο ίδιος ο Κύριος υποσχέθηκε. Κι εμείς που ζούμε σ’ αυτόν τον κόσμο με τις πολυποίκιλες δοκιμασίες του και τους «άπειρους» πειρασμούς του, μπορεί να ταλαιπωρούμαστε, αλλά έχουμε τη δυνατότητα να τα διερχόμασε «ἀβρόχως», αν είμαστε προσανατολισμένοι εκεί που είναι ο Κύριος και οι άγιες εντολές Του, ορμώντας με ψυχή στο να τις τηρούμε. Μπαίνουμε στο καράβι του αγίου Πνεύματος, μάλλον γινόμαστε εμείς καράβι που ωθείται από το Άγιον Πνεύμα, και σαν άγγελοι με φτερά σχίζουμε το πέλαγος, κατευθυνόμενοι ολοταχώς στον όρμο τ’ ουρανού. Πώς μας θυμίζει η φράση του ύμνου του αγίου Ιωσήφ τον «τροβαδούρο» του Αγίου Όρους, τον γλυκύτατο μακαριστό Μωυσή αγιορείτη, που κι αυτός στο λιμάνι τ’ Ουρανού πια ευρισκόμενος και αναπαυόμενος έγραφε για τον τόπο που έζησε και αγάπησε με πάθος: «Καράβι και ταξιδεύει το Άγιον Όρος, με κατάρτι τον Άθωνα. Σημαία τη Μεταμόρφωση κι άγκυρα την Παναγιά».

 

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2020

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΜΙΑ ΔΙΕΞΟΔΟ..

«Πριν απ’  όλα, αυτοί που θέλουν να με ακούν δέχονται την αρχή μου: Σε οποιαδήποτε κατάσταση, αναζητούμε μία διέξοδο προς τη σωτηρία και όχι προς την καταστροφή» (όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ).

1. «Αυτοί που θέλουν να με ακούν». Είναι λίγο παράδοξος ο λόγος καταρχάς του αγίου Σωφρονίου∙ μοιάζει να βάζει ερωτηματικό στο αν κάποιοι από τους μοναχούς του βρίσκονται σε ετοιμότητα να ακούσουν τον λόγο του, πολύ περισσότερο να τον υπακούσουν – ό,τι ο ίδιος ο Κύριος έλεγε στους μαθητές και ακροατές Του: «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν». Κι είναι αλήθεια. Ο  άγιος Γέροντας πολύ συχνά έθετε αυτήν την προϋπόθεση, όχι διότι αμφέβαλλε για την καλή διάθεση των μοναχών, αλλά διότι γνώριζε ότι το πνευματικό επίπεδό τους δεν ήταν για όλους το ίδιο  - κάποιοι ίσως να μην άντεχαν το βάθος του λόγου του. Κι αυτό γιατί ακριβώς είχε την επίγνωση ότι ο λόγος του δεν ήταν συνηθισμένος λόγος, «έπεα πτερόεντα», αλλά βγαλμένος από την καρδιά του τη βυθισμένη στην προσευχή, ένας λόγος αγιοπνευματικός. Σε κάποιο άλλο σημείο θα ομολογήσει: «Ξέρω ότι πρέπει να σας δώσω τη δύναμη (της έμπνευσης), διότι δεν είστε αντίθετοι με αυτό που είπα... Αυτό μπορεί να γίνει αν είστε διατεθειμένοι να δεχθείτε τα λόγια μου, αν δεν τα υποτιμάτε, αλλά τα δέχεσθε με σοβαρότητα». Κι ήταν η ταπεινή αυτοσυνειδησία αυτή του αγίου Σωφρονίου που τον έκανε επιφυλακτικό στο να μιλά και να αποκαλύπτει τα βαθύτερα μυστικά της πνευματικής ζωής, σε βαθμό τέτοιο που θα πει το εξής καταπληκτικό: «Στο τέλος της ζωής μου ο Θεός μού έδωσε τη δυνατότητα να σας μιλώ ως πατέρας σας. Δεν τολμούσα να το κάνω μέχρι σήμερα∙ τώρα όμως, στο τέλος της ζωής μου, πρέπει να έχω την αγία τόλμη – το θράσος – να σας παρουσιάσω τα στάδια της πνευματικής ζωής...». Για να δώσει μία εξήγηση: «Τώρα η εσωτερική σας κατάσταση σάς επιτρέπει να ακούσετε τον λόγο μου».

Τι είχε στον νου του ο άγιος Γέροντας για να είναι τόσο επιφυλακτικός; Ότι μία αδιάκριτη φανέρωση σε ό,τι αποτελεί βάθος του Πνεύματος του Θεού μπορεί να προκαλέσει κακό αντί καλού. Αυτό δεν έκανε και ο απόστολος Παύλος όταν απευθυνόμενος σε πιστούς ανθρώπους έλεγε ότι «τους πότισε γάλα», γιατί δεν άντεχαν την πιο στέρεη πνευματική τροφή; Γι’ αυτό και ο όσιος είναι πολύ προσγειωμένος: Παρακαλεί τους ακροατές του να διαβάζουν και τα δικά του κείμενα «σιγά σιγά, μικρές παραγράφους, ώστε μετά από μερικά χρόνια να αποκτήσουν τη θεωρία, στην οποία ο Θεός και Δημιουργός του ουρανού και της γης μάς αποκαλύφθηκε ως Τριάς Αγία». Σταδιακά δηλαδή έρχεται κατά τον Γέροντα η αφομοίωση των πνευματικών πραγματικοτήτων, για να γίνει μάλιστα και πιο σαφής: «Αφού περάσουμε κάποια περίοδο προετοιμασίας, που συνίσταται στην προσπάθειά μας να ζήσουμε χωρίς αμαρτία, το πνεύμα μας γίνεται ικανό να προσεγγίσει το επίπεδο των δογμάτων και στη συνέχεια να αρχίσει να πιστεύει με κατανόηση, με μία γνώση του περιεχομένου της αιώνιας εν Θεώ ζωής». Πόσο προσεκτικοί και υπομονετικοί πρέπει να είμαστε όλοι όταν προσεγγίζουμε την Εκκλησία και την πνευματική της ζωή, τα αγιογραφικά και πατερικά κείμενά της, την ίδια την υμνογραφία της.

2. «Δέχονται την αρχή μου». Οι ετοιμασμένοι και υποψιασμένοι λοιπόν πιστοί, των οποίων η καρδιά κλίνει εν χάριτι προς τον λόγο του Θεού, δέχονται «την αρχή» του οσίου - κάτι που συνιστά αξίωμα στην πνευματική ζωή κατ’ αυτόν - από την αποδοχή ή μη της οποίας κρίνεται η όλη πορεία του ανθρώπου! Ποια η «αρχή» αυτή που έχει τέτοια βαρύτητα; «Σε οποιαδήποτε κατάσταση αναζητούμε μία διέξοδο προς τη σωτηρία και όχι προς την καταστροφή». Τι θέλει να υποδείξει ο όσιος; Ότι όποια κι είναι η κατάσταση που μπορεί να βρεθούμε στον κόσμο τούτο, ευχάριστη αλλά και δυσάρεστη, το ζητούμενο είναι το πνεύμα μας να βρίσκεται σε μία διαρκή κίνηση πορείας και αναζήτησης του θελήματος του Θεού. Δεν επαναπαυόμαστε δηλαδή στις ευχάριστες στιγμές και καταστάσεις μας, δεν «τα βάφουμε μαύρα» και δεν απελπιζόμαστε στις δυσάρεστες στιγμές και τις όποιες θλίψεις και δοκιμασίες μας. Κι αυτό γιατί τίποτε από αυτά δεν έχει μόνιμο χαρακτήρα. Αυτό που μας καταβάλλει τη μια στιγμή, την άλλη ήδη έχει ξεπεραστεί, όπως και αυτό που μας χαροποιεί και μας πάει στα ουράνια, ήδη έχει αλλάξει! «Παράγει γάρ τό σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου» - ή «τά πάντα ῥεῖ» κατά τον σοφό λόγο του Έλληνα φιλοσόφου.

Στην πραγματικότητα πρόκειται γι’ αυτό που ο ίδιος ο Κύριος έχει δώσει ως εντολή: «ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Αὐτοῦ» και όλα τα υπόλοιπα επίγεια «προστεθήσεται ὑμῖν»! Όπως και γι’ αυτό που απαρχής, ήδη από την Παλαιά Διαθήκη, έχει δοθεί ως βασική κατεύθυνση του ανθρώπου, ως αδιάκοπος προσανατολισμός και οδός ζωής: «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς και ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος∙ καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Δεν πρόκειται για το πνευματικό επίπεδο κατά το οποίο όλα τα προβλήματα υπερβαίνονται και ο πιστός άνθρωπος νιώθει να αναπνέει το οξυγόνο της ελευθερίας του Πνεύματος του Θεού; Για τον απλούστατο λόγο ότι οι λογισμοί που ταλαιπωρούν «ἕως θανάτου» μερικές φορές τον άνθρωπο χάνουν την όποια αρνητική δυναμική τους – μπαίνουν στην υπακοή του Χριστού, εκεί που εμφανίζεται η νοερή αίσθηση της χάρης του Θεού – η καρδιά έχει βρει τον τόπο της.

Ο όσιος Γέρων εν προκειμένω εξηγεί (ερμηνεύοντας λόγο του αποστόλου Παύλου (Β΄Κορ. 1, 18-19)∙ «Ὁ λόγος ἡμῶν ὁ πρός ὑμᾶς οὐκ ἐγένετο ναί καί οὔ... ἀλλά ναί ἐν αὐτῷ γέγονεν»): «Εν Θεώ δεν υπάρχει άλλοτε «ναι» άλλοτε «όχι», αλλά πάντοτε «ναι», δηλαδή Αυτός είναι πάντοτε θετικός. Αυτή η έλλειψη σταθερότητος, άλλοτε «ναι» άλλοτε «όχι» ταιριάζει στον χαρακτήρα της ασταθούς μας ζωής. Πρέπει να το αποφύγουμε αυτό. Αν σε κάθε κατάσταση, την οποιαδήποτε, προσπαθούμε να κάνουμε να υπερισχύσει η τάση μας προς τον Θεό, προς το Αιώνιο, αυτό θα είναι πάντοτε «ναι». Αποφεύγουμε το «όχι»∙ καταλαβαίνετε;... Σας δίνω κάποια σημάδια, κάνω κάποιους υπανιγμούς. Πρέπει να απαλλάξετε τη ζωή σας από αυτό το ναι-όχι, ναι-όχι, ναι-όχι, ή, όπως λένε σήμερα – και γι’ αυτό πάσχουν οι άνθρωποι γύρω μας στον γάμο – αγάπη-μίσος, αγάπη-μίσος. Πρέπει να το αποφεύγετε αυτό».

Στα αδιέξοδα λοιπόν της ζωής μας υπάρχει πάντοτε η διέξοδος∙ η ορθή όμως, η προς Θεόν, που κάνει τον άνθρωπο να έχει ζωντανή την παρουσία Αυτού στη ζωή του. Η οποιαδήποτε άλλη δυστυχώς είναι προς καταστροφή∙  ο άνθρωπος πορεύεται, αλλά χάνοντας τον Θεό και κυρίως  τον εαυτό του. Δεν είπε τυχαία ο Κύριος ότι Εκείνος είναι «ἡ ὁδός» καί «ἡ θύρα».

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2020

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

Η 10η Οκτωβρίου κάθε χρόνο θεωρείται ημέρα αφιερωμένη παγκοσμίως στην ψυχική υγεία. Καθιερώθηκε  το 1994 από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Ψυχικής Υγείας και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, προκειμένου να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη στα θέματα των ψυχικών νοσημάτων. Κι αυτό γιατί τα ψυχικά νοσήματα βαίνουν διαρκώς αυξανόμενα, σε βαθμό που οι ειδικοί μιλάνε για παγκόσμια «επιδημία» ψυχικών διαταραχών, όπως για παράδειγμα είναι αυτές που σχετίζονται με την κατάθλιψη ή την κατανάλωση αλκοόλ. Και στη χώρα μας τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Υπάρχουν στατιστικά στοιχεία που δείχνουν ότι ένα 10 με 12% του συνόλου του πληθυσμού όλων των ηλικιών πάσχει από ψυχικές ασθένειες, ενώ όσον αφορά στους εφήβους, υπάρχει η εκφρασμένη δήλωσή τους (2 στους 5) ότι δεν είναι ικανοποιημένοι από τη ζωή τους και δεν νιώθουν γενικώς «καλά».

Το ερώτημα που τίθεται βεβαίως είναι τι εννοούμε όταν μιλάμε για ψυχική υγεία. Κι απάντηση, παραδόξως, γενικώς αποδεκτή δεν υπάρχει. Και δεν υπάρχει, διότι η ψυχική υγεία είναι θέμα ορισμού του ανθρώπου,  του σκοπού και του νοήματος της ζωής του. Αν δηλαδή δεν γνωρίζουμε το ποιος είναι ο άνθρωπος, γιατί υπάρχει στον κόσμο, ποιος ο προορισμός του, πώς πρέπει να ζει και να αντιμετωπίζει τα προβλήματα της ζωής, είναι αδύνατο να μιλάμε για την όποια κατάσταση της ψυχικής του υγείας. Και ως προς τη σωματική του υγεία τα πράγματα σε μεγάλο βαθμό είναι μετρήσιμα: υπάρχουν κάποια σταθερά σημεία αναφοράς, βάσει των οποίων κρίνεται η παθολογία ή η φυσιολογία του. Για την ψυχική του υγεία όμως; Υπάρχουν σταθερά σημεία; Το «αδιέξοδο» φαίνεται από το ότι οι ειδικοί  αποφεύγουν τον ορισμό των χαρακτηριστικών, πέραν γενικοτήτων, της θεωρούμενης ψυχικής υγείας, επικεντρώνοντας την προσοχή τους σε ό,τι ονομάζουν ψυχική ευημερία ή απουσία ψυχικής ασθένειας. «Είναι η ψυχολογική κατάσταση κάποιου που λειτουργεί σε ικανοποιητικό επίπεδο συναισθηματικής και συμπεριφοριστικής προσαρμογής» σημειώνουν. Ή, όπως λέει ο Π.Ο.Υ. «ψυχική υγεία είναι η κατάσταση ευεξίας όπου το κάθε άτομο αντιμετωπίζει με επιτυχία τα προβλήματα της ζωής, μπορεί να εργαστεί παραγωγικά και να συμμετέχει ενεργά στο κοινωνικό του περιβάλλον και όχι απλά η απουσία ενός προβλήματος ή μιας διαταραχής». Ορισμοί που δεν άπτονται της ουσίας του θέματος, αλλά περιγράφουν κάποιες καταστάσεις, κυρίως κοινωνιολογικά κι ίσως ψυχολογικά.

Δεν αρνούμαστε τίποτε από τα παραπάνω. Οι προσπάθειες ψυχολόγων και ιατρών για την οριοθέτηση  μίας όσο το δυνατόν αποδεκτής και φυσιολογικής κοινωνικής συμπεριφοράς για κάθε άνθρωπο είναι αξιέπαινες και πρέπει να ενισχύονται – το κοινωνιολογικό κριτήριο είναι από μόνο του ισχυρότατο στοιχείο. Αλλά δεν είναι επαρκές. Διότι ο άνθρωπος συνιστά μέγα μυστήριο. Κι εδώ ακριβώς έχουν λόγο οι διάφορες πνευματικές παραδόσεις του κάθε τόπου, κατεξοχήν δε για τους χριστιανούς η χριστιανική παράδοσή τους.

Λοιπόν, για τη δική μας χριστιανική παράδοση, ο άνθρωπος είναι ψυχικά υγιής στον βαθμό που είναι και πνευματικά υγιής. Κι είναι πνευματικά υγιής, όταν παραμένει μέσα στο πλαίσιο της κατ’ εικόνα και καθ’  ομοίωσιν Θεού δημιουργίας του. Με αναγωγή στο αρχικό ζεύγος: Όσο ο άνθρωπος προσέβλεπε στον Δημιουργό του και υπήκουε στο άγιο θέλημά Του, τόσο και οι δυνάμεις του, σωματικές, ψυχικές και πνευματικές, βρίσκονταν σε ανοδική και αυξητική πορεία. Δυστυχώς, αυτό χάθηκε λόγω της πτώσεως του ανθρώπου στην αμαρτία – της επιλογής του δικού του θελήματος αντί του Δημιουργού του – οπότε και η υγεία του αλλοιώθηκε: η φθορά και η αρρώστια και ο θάνατος μπήκαν ως καθεστώς στη ζωή του. Κι ήρθε βεβαίως ο Υιός και Λόγος του Θεού ως άνθρωπος στον κόσμο, προκειμένου να άρει την αμαρτία και τη  φθορά και να αποκαταστήσει τον άνθρωπο, όμως η αποκατάσταση αυτή που όντως πραγματοποιήθηκε κυρίως με τη Σταυρική θυσία του Κυρίου έγινε δύσκολο αγώνισμα για τον άνθρωπο, περνώντας μέσα από τη διαδικασία της πίστεως, της εντάξεώς του στην Εκκλησία, της ασκήσεώς του πάνω στις εντολές του Χριστού. 

Κι αυτό θα πει ότι αφενός ο Χριστός ως και τέλειος άνθρωπος πέρα από Θεός συνιστά το όριο του κατεξοχήν υγιούς ανθρώπου – σ’  Εκείνον βλέπουμε τι σημαίνει ψυχική και πνευματική υγεία σε επίπεδο τελειότητας – αφετέρου η ψυχική υγεία (η σωματική μετά Χριστόν στον κόσμο τούτο δεν είναι υποχρεωτικά απαραίτητη)  υπάρχει και αναπτύσσεται στον πιστό, όταν αγωνίζεται την οδό της  αγιότητας. Ανθρωπίνως με άλλα λόγια η κατεξοχήν ψυχικά υγιής ήταν η Παναγία κι ακολουθούν όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας. Ο όσιος Σιλουανός του Άθω βεβαιώνει: «Πώς να καταλάβεις αν η ψυχή είναι υγιής ή ασθενής; Η ασθενής ψυχή είναι υπεροπτική, ενώ η υγιής ψυχή αγαπά την ταπείνωση, όπως τη δίδαξε το Άγιον Πνεύμα».

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2020

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ...

«Σε δημοσκόπηση του Mega και της Metron Analysis, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 23 έως τις 29 Σεπτεμβρίου 2020 σε δείγμα 1.200 ανθρώπων σχετικά με τον κορωνοϊό και την άποψη που έχουν οι Έλληνες για τη θεία κοινωνία», διαβάζουμε σε έγκυρη εβδομαδιαία εκκλησιαστική εφημερίδα (Κιβωτός της Ορθοδοξίας), «το 70% των πολιτών εκτιμά ότι ο κορωνοϊός μεταδίδεται με τη Θεία Ευχαριστία, το 22% πιστεύει ότι ο τρόπος μετάδοσής της είναι ασφαλής, ενώ το 8% αποφεύγει να απαντήσει».

Δεν πρόκειται να μπούμε στη διαδικασία αμφισβήτησης της δημοσκόπησης – θα θεωρήσουμε ότι είναι απολύτως έγκυρα τα στοιχεία της. Το ερώτημα που τίθεται είναι η σημασία που έχει για την Εκκλησία, νοουμένη βεβαίως με την πραγματική έννοιά της ως σώματος Χριστού, που κεφαλή έχει τον Ίδιο και μέλη της όλους τους βαπτισμένους και χρισμένους πιστούς, κληρικούς και λαϊκούς. Λοιπόν, τι σημασία έχει η δημοσκόπηση;

Μία πρόχειρη απάντηση είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων (αν θεωρήσουμε τους μετασχόντας στη δημοσκόπηση ότι είναι Έλληνες Ορθόδοξοι χριστιανοί) δεν είναι αληθινά πιστοί. Κι αυτό διότι το θέμα της θείας Ευχαριστίας δεν αποτελεί ένα δευτερεύον στοιχείο της εκκλησιαστικής πίστεως, αλλά συνιστά αυτό το κέντρο της και σφραγίζει το είναι και την ύπαρξη της Εκκλησίας, αφού πρόκειται για την προσφορά του ίδιου του Σώματος και του ίδιου του Αίματος του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, της κεφαλής όπως είπαμε της Εκκλησίας, σ’ αυτούς που είναι μέλη Του, συνεπώς κατά τον λόγο του Ίδιου εξαρτάται από τη συμμετοχή αυτή η ζωή ή ο θάνατος του πιστού. «Ἐάν μή φάγητε τήν σάρκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί πίητε Αὐτοῦ τό αἷμα οὐκ ἔχετε ζωήν ἐν ἑαυτοῖς».  Ένας πιστός δηλαδή χριστιανός που έχει την παραπάνω πίστη ουδέποτε υπάρχει περίπτωση να ισχυριστεί ότι η θεία κοινωνία μπορεί να του κολλήσει αρρώστια, να του κολλήσει κάποια ίωση μολυσματική – η θεία κοινωνία είναι «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον». Διότι ο Κύριος είναι «ἡ Ζωή καί ἡ Ἀνάστασις», όπως και Αυτός είναι «ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων».

Έχουμε την εντύπωση όμως ότι όσοι έδωσαν την παραπάνω απάντηση των πολλών στη δημοσκόπηση, ή έστω αρκετοί από αυτούς, δεν αρνούνται το μυστήριο καθεαυτό∙ αρνούνται τα περί το μυστήριο, τον συνωστισμό που παρατηρείται κατά την προσέγγιση του αγίου Ποτηρίου, το άγγιγμα ίσως του αγίου μάκτρου. Οπότε στην περίπτωση αυτή έχουμε όχι άρνηση αλλά ελλειμματική πίστη, που σημαίνει ότι ο καθένας κάνει τον εσωτερικό του αγώνα, με θετικό ή αρνητικό ίσως αποτέλεσμα, πάντως κάνει έναν αγώνα. Στην περίπτωση αυτή χρειάζεται η ένθεη γνώση που τονίζουν οι άγιοι Πατέρες μας, ότι δηλαδή εφόσον κάποιος εξαντλεί τις δικές του δυνατότητες από πλευράς υγειονομικής, τότε αναλαμβάνει ο ίδιος ο Θεός – Εκείνος θα τον προστατεύσει από όσα ο πιστός από μόνος του δεν μπορεί να αποφύγει. Στην περίπτωση όμως που υπάρχει άρνηση της πίστεως ότι πρόκειται περί Σώματος και Αίματος Χριστού, εκεί βεβαίως όχι μόνο δεν πρέπει να πλησιάσει κανείς το άγιο Ποτήριο – γιατί άραγε να το κάνει; - αλλά, και να μπορέσει να κοινωνήσει, ουδείς του εγγυάται ότι δεν πρόκειται να αρρωστήσει ή και να πάθει και χειρότερα – ο απόστολος Παύλος επ’ αυτού είναι «καταπέλτης»: μιλάει για αρρώστιες και για θάνατο ακόμη στους αμετανόητους και απροετοίμαστους «κοινωνημένους» (βλ. Α΄Κορ. 11, 27-30)∙ και μη ξεχνάμε: ο Ιούδας μετέσχε της θείας κοινωνίας και εισήλθε ο σατανάς μέσα του που τον οδήγησε στην προδοσία του Χριστού (βλ. Ιωάν. 13, 26-27)!

Μία άλλη απάντηση που μπορεί να δοθεί από κάποιον «άσχετο» της εκκλησιαστικής ζωής βλέποντας την πλειοψηφία των ερωτηθέντων, είναι ότι θα πρέπει η Εκκλησία να λειτουργήσει «δημοκρατικά» και να ακούσει τη γνώμη των πολλών, αν θέλει να μη «χάσει» το εκκλησίασμά της, γράφε καλύτερα την «πελατεία» της. Αλλά θα πρέπει να υπενθυμίσουμε στην περίπτωση αυτή ότι, πέρα από τη θέση της αθεῒας και της αρνησιχριστίας που εκφράζει, η Εκκλησία δεν κινείται για την πίστη της με βάση το κριτήριο των πολλών, αλλά με βάση αυτά που καθόρισε ο Ιδρυτής της Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Στον Χριστό είναι θεμελιωμένη η Εκκλησία, ο λόγος Του αποτελεί τις αρχές και τα δόγματά της και η ζωντανή σχέση εν Αγίω Πνεύματι μ’ Εκείνον συνιστά τη διαρκή απόβλεψη του κλημένου από Αυτόν στην πίστη ανθρώπου. Οι πολλοί αποτελούν την ευλογημένη (δημοκρατική) πλειοψηφία της Εκκλησίας, όταν διαπνέονται από βαθιά πίστη στον Χριστό και σε όσα Εκείνος αποκάλυψε, ενώ ο τρόπος της ζωής τους συνιστά ακολουθία ακριβώς των αγίων Του εντολών. Οι πολλοί χωρίς την πίστη αυτή εκφράζουν τα προσωπικά τους πιστεύω, τα πάθη τους, τις όποιες ασυνάρτητες ιδέες τους, γινόμενοι τις περισσότερες φορές άθυρμα στα χέρια επιτηδείων, που έχουν λόγο σκοτεινό να τους καθοδηγούν στα δικά τους συμφέροντα – το παράδειγμα των πολλών που υπό την καθοδήγηση των αρχιερέων και Φαρισαίων της εποχής του Χριστού φώναζαν «ἆρον, ἆρον σταύρωσον Αὐτόν» είναι τρανταχτό παράδειγμα – οπότε το «δημοκρατικό» κριτήριο στην περίπτωση αυτή αποτελεί άρνηση του Χριστού και της αυτοσυνειδησίας της Εκκλησίας.

Πέραν όμως των παραπάνω, ίσως τουλάχιστον ως γνώση, όπως σημειώνει ο όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ, θα πρέπει να προβληματιζόμαστε πάνω στο «ποιόν» των πιστών χριστιανών που απαρτίζουν το εκκλησίασμά μας. Θέλουμε να πούμε ότι αν πολλοί ή και λίγοι από τους εκκλησιαζομένους μας θέτουν εν αμφιβόλω το κέντρο της πίστεως, τη Θεία Κοινωνία, τότε η ατμόσφαιρα της Θείας Λειτουργίας «αλλοιώνεται» ή τέλος πάντων επηρεάζεται αρνητικά. Ο όσιος Γέρων μνημόνευε εν προκειμένω έναν άγιο επίσκοπο, ο οποίος σε κήρυγμά του έλεγε ότι «τη νύχτα του Μυστικού Δείπνου η παρουσία ενός μόνου ανθρώπου, του Ιούδα, εμπόδιζε τον λόγο του Χριστού, ήταν σαν να μην “μπορούσε” να μιλήσει. Όταν όμως ο Ιούδας έφυγε, τότε ο Κύριος είπε τα περίφημα εκείνα λόγια: ”Νῦν ἐδοξάσθη ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου καί ὁ Θεός ἐδοξάσθη ἐν αὐτῶ...”». Για να συνεχίσει ο όσιος με τα εξής συγκλονιστικά: «Η Λειτουργία είναι ένα θαυμάσιο εκπαιδευτήριο, αλλά αρκεί η παρουσία ενός μόνο προσώπου που αμφιβάλλει, για να μη συνεχιστεί όπως συνήθως. Να γιατί, κατά βάθος, θα έπρεπε να δεχόμαστε μόνο τους πιστούς – όπως ήταν η αληθινή παράδοση της Εκκλησίας στην αρχή – κατά τη διάρκεια αυτού του Μυστηρίου, που είναι τόσο μεγαλειώδες, τόσο υπέροχο. Κανείς να μην εισέρχεται έχοντας αμφιβολίες, αρνητικές σκέψεις. Κατά βάθος, μόνο αυτοί που θέλουν να λάβουν τη Θεία Κοινωνία θα έπρεπε να είναι παρόντες και όχι οι άλλοι. Αναγνωρίζουμε ότι δεν φθάνουμε αυτό το ιδεώδες, αλλά δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε τη γνώση αυτή που λάβαμε».    

Κι ίσως δεν είναι κακό να επαναλάβουμε και πάλι τον λόγο του μεγάλου Σωφρονίου, που σε ομιλία του για τη Θεία Λειτουργία και τη Θεία Κοινωνία έλεγε: «Με την τέλεση του μυστηρίου αυτού ο συνηθισμένος κτιστός άρτος μεταβάλλεται σε Σώμα Χριστού, κατά τον δημιουργικό λόγο του Θεού. Έρχεται στιγμή κατά την οποία αυτό γίνεται σαφές, χωρίς εξήγηση». Αλλά αυτό προϋποθέτει κατά τον ίδιο «πολλή άσκηση».

Χρειάζεται πολλή κατήχηση όντως από την Εκκλησία μας στους χριστιανούς μας. Κυρίως χρειάζεται πολύς αγιασμένος βίος των έστω και λίγο εν επιγνώσει χριστιανών, κληρικών και λαϊκών. Τότε ίσως ο θερμός ζήλος μας μπορεί να θερμάνει και την προαίρεση των καλοπροαιρέτων, η οποία υπνώττει ευρισκόμενη σε αναμονή.


Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2020

ΟΤΑΝ ΘΑ ΠΑΡΩ ΣΥΝΤΑΞΗ





´Οταν θα πάρω σύνταξη
θ᾽ ανοίξω καφενέ
να έρχονται οι φίλοι μου
να πίνουν ρεφενέ.

Να λέμε για τα πάθια μας
πώς πέρασε η ζωή μας
και να μετράμε τους καημούς
με κάθε αναπνοή μας.

Ο μοιρασμένος ο καημός
μισεύει και τον πόνο
σμίγουν οι δόλιες οι καρδιές
μένει μια πίκρα μόνο.

Ο μοιρασμένος ο καημός
μισεύει και τον πόνο
όταν ενώνονται οι καρδιές
μένει η χαρά τους μόνο.

Κάθε καημός κι ένας αχός
μιας ώρας κρεμασμένης,
μοιάζει κρυφός να ᾽ναι λυγμός
ζωής τρικυμισμένης.

Μ᾽ ένα φλυτζάνι του καφέ
στο χέρι το μπεγλέρι
μεριάζει η θλίψη κι έρχεται
θαλασσινό αγέρι.


(Ακούστε το τραγούδι από τον Γιάννη Διονυσίου σε μουσική Στέφανου Δορμπαράκη στην παραπάνω διεύθυνση)  


Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

῾Ο ἅγιος Διονύσιος πού ὑπερεῖχε ὅλων ὡς πρός τόν πλοῦτο, τήν δόξα, τήν σύνεση καί τήν σοφία, ἦταν ἕνας ἀπό τούς βουλευτές τοῦ ᾽Αρείου Πάγου στήν ᾽Αθήνα. ῎Ακουσε τόν ἀπόστολο Παῦλο νά κηρύττει ὅταν ἦλθε στήν ᾽Αθήνα καί πίστεψε δι᾽ αὐτοῦ στόν Χριστό, βαπτίστηκε καί χειροτονήθηκε ἔπειτα ἐπίσκοπος τῆς πόλεως, ἀφοῦ μυήθηκε πρῶτα τά τῆς πίστεως ἀπό τόν σοφό ῾Ιερόθεο. Μᾶς ἄφησε  συγγράμματα παράδοξα, θαυμαστά καί ὑψηλότατα.

῾Ο ἅγιος ἀφοῦ ἑρμήνευσε τόν τύπο καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς καταστάσεως, μετέβη ἔπειτα καί στήν Δύση, ὅταν βασιλιάς ἦταν ὁ Δομετιανός. Στήν πόλη τῶν Παρισίων μάλιστα ἔκανε πολλά θαύματα, ὁπότε καί τοῦ κόψανε τό κεφάλι. ῞Ενα θαῦμα πού εἴδανε πολλοί ἦταν ὅτι μετά τό μαρτύριό του κρατώντας τό κομμένο κεφάλι του μέ τά χέρια του βάδισε δρόμο δύο μιλίων. Καί δέν σταμάτησε πρίν συναντήσει, κατά θεία πρόνοια ἀσφαλῶς, κάποια γυναίκα ὀνόματι Κατούλα, στίς παλάμες τῆς ὁποίας ἐναπέθεσε τό κεφάλι του σάν ἕνα θησαυρό. Τό ἴδιο μέ αὐτόν καρατομοῦνται καί δύο μαθητές του, ὁ Ρουστικός καί ὁ ᾽Ελευθέριος, ὁπότε τά σώματα τῶν ἁγίων αὐτῶν, μαζί μέ τό μαρτυρικό σῶμα τοῦ ἱεροῦ κήρυκα, ρίπτονται βορά στά θηρία καί τά ὄρνεα. Μερικοί ἀπό τούς πιστούς τότε πῆραν τά λείψανα τῶν ἁγίων καί τά κατέθεσαν σέ ἀφανές μέρος, λόγω τοῦ φόβου πού ὑπῆρχε ἀπό τούς διῶκτες. ῞Οταν σταμάτησε ὁ φόβος τῶν διωγμῶν, ἡ μακάρια Κατούλα τά λείψανα τῶν μαρτύρων τά κατέθεσε σέ ἕνα κτίσμα, τρεῖς τοῦ μηνός ᾽Οκτωβρίου.

῾Ο ἅγιος Διονύσιος ἦταν κατά τόν σωματικό του τύπο μεσαίου μεγέθους, λεπτός, λευκός κατά τό χρῶμα ἀλλά καί λίγο κίτρινος, λίγο κοντός στήν μύτη, δασύς στά φρύδια. Εἶχε βαθουλωτούς τούς ὀφθαλμούς καί μεγάλα αὐτιά, ἐνῶ εἶχε λευκά καί μακριά μαλλιά, ὅπως καί τά γένεια του ἦταν μετρίως μακριά, ἀλλά ἀραιά. Εἶχε λίγη κοιλιά καί ἦταν μακρυδάκτυλος. ῾Η σύναξή του τελεῖται στήν ἁγιωτάτη Μεγάλη ᾽Εκκλησία᾽.

᾽Ενῶ ὁ ἅγιος Διονύσιος ἀναφέρεται στίς Πράξεις τῶν ᾽Αποστόλων ὡς ἕνας ἐκ τῶν πρώτων καί ἐλαχίστων πού πίστεψαν στόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ἀπό τό κήρυγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου στήν ᾽Αθήνα, ὅμως δημιουργήθηκε μεγάλο ἱστορικοφιλολογικό πρόβλημα ὡς πρός τήν γνησιότητα θεολογικῶν θεωρουμένων κειμένων του, τά ὁποῖα τιτλοφορήθηκαν μέν ἐπ᾽ ὀνόματί του καί ἄσκησαν πολύ μεγάλη ἐπίδραση σέ ᾽Ανατολή καί Δύση, ἀμφισβητήθηκαν ὅμως ἰσχυρά τά νεώτερα χρόνια, λόγω ῾τῆς παντελοῦς ἔλλειψης κάθε ἀναφορᾶς στά ἔργα τοῦ Διονυσίου πρίν ἀπό τόν ἕκτο αἰῶνα, ἀλλά καί τῆς ἴδιας τῆς φύσης τοῦ κειμένου πού ἀπέχει πάρα πολύ ἀπό τήν ἄτεχνη ἁπλότητα τῆς πρώτης Χριστιανικῆς ἐποχῆς καί στούς γλωσσικούς ὅρους καί στόν τρόπο σκέψεως᾽ (π. Γεώργιος Φλορόφσκυ).  Δέν πρόκειται βεβαίως νά ἀσχοληθοῦμε ἐδῶ μέ τό πρόβλημα αὐτό. Καί διότι ἐκφεύγει τῶν ὁρίων τοῦ ἁπλοῦ σχολιασμοῦ τῆς ζωῆς τοῦ ἁγίου Διονυσίου, ἀλλά καί διότι ὁ ὑμνογράφος βάσει τοῦ ὁποίου κινούμαστε θεωρεῖ ὡς δεδομένη τήν ταυτότητα τῶν κειμένων αὐτῶν: εἶναι τοῦ ἀγίου Διονυσίου.

᾽Επανειλημμένως καταρχάς ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής (κατεξοχήν ὁ ἅγιος Θεοφάνης) τονίζει τήν ἰδιαίτερη σχέση τοῦ ἁγίου μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο. ῾Ο ἀπόστολος ἦταν ὁ ψαράς πού τόν ῾ψάρεψε᾽ στά δίχτυα τοῦ Χριστοῦ μέ τό ἀγκίστρι τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Σ᾽ αὐτόν μαθήτευσε πού ἦταν θεατής τῶν οὐρανίων ἀφοῦ ἔφτασε μέχρι τρίτους οὐρανούς, γι᾽ αὐτό ἔγινε κι ὁ ἴδιος οὐράνιος μύστης. Τοῦ Παύλου ἔγινε ἀληθινό θεῖο ἀπεικόνισμα καί λόγω ἀκριβῶς τῆς κοινωνίας του μέ αὐτόν καί τούς ἄλλους ἀποστόλους ἀξιώθηκε νά δεῖ καί τό ζωαρχικό σκῆνος τῆς σεβασμιωτάτης Θεοτόκου πάνω στό νεκροκράββατό της. Κι αἰτία τῆς ὑπακοῆς του αὐτῆς στόν ἅγιο ἀπόστολο ἦταν, κατά τόν ὑμνογράφο, ἡ σύνεση πού τόν διέκρινε στήν ζωή του. ῾Ο ὑμνογράφος τονίζει τό τελευταῖο αὐτό, διότι πολλοί ἄκουσαν τόν μεγάλο ἀπόστολο, ἀλλά ἐλάχιστοι τόν ὑπήκουσαν. ῾Ως γνωστόν ἡ παρουσία τοῦ ἀποστόλου Παύλου στήν ᾽Αθήνα στέφθηκε σχεδόν ἀπό ἀπόλυτη...ἀποτυχία. Αὐτή εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ἐκτίμηση, ἀφοῦ ἡ συντριπτική πλειοψηφία τῶν ᾽Αθηναίων τόν εἰρωνεύτηκαν γιά τό κήρυγμά του καί γελώντας σηκώθηκαν κι ἔφυγαν. Πλήν ὅμως ἐλαχίστων. Κι αὐτοί οἱ ἐλάχιστοι, μεταξύ τῶν ὁποίων ῾Διονύσιος ὁ ἀρεοπαγίτης, γυνή τις ὀνόματι Δάμαρις καί τινες σύν αὐτοῖς᾽ ἀπετέλεσαν τελικῶς τήν ῾μαγιά᾽ προκειμένου νά ριζώσει ἡ χριστιανική πίστη στά μεταγενέστερα χρόνια.

Τά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητῆ πάνω στίς παραπάνω ἀλήθειες ἠχοῦν μέ τρόπο κελαρυστό: «Σοφά ὁ ἔνθεος Παῦλος μέ τό ἀγκίστρι τῆς χάρης καθώς κήρυξε σέ ψάρεψε, ἱεροφάντορα. Κι ἀφοῦ σέ εἶδε ὡς σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ Θεοῦ σέ  ἔκανε νά δεῖς τά ἀπόρρητα» («᾽Αγκίστρῳ τῆς χάριτος σοφῶς ὁ Παῦλος ὁ ἔνθεος, δημηγορήσας ἐζώγρησεν, ἱεροφάντορα, καί τῶν ἀπορρήτων θεωρόν εἰργάσατο, σέ σκεῦος ἐκλογῆς θεασάμενος»)(στιχ.εσπερινού). «Μαθήτευσες στόν θεῖο Παῦλο, τόν θεατή τῶν οὐρανίων, καί ἔγινες κι ἐσύ ἀμέσως οὐράνιος μύστης καί κήρυκας τοῦ Θεοῦ»   (῾Τῷ Παύλῳ τῷ θείῳ μαθητευθείς, τῷ τῶν οὐρανίων, Διονύσιε, θεατῇ, οὐράνιος μύστης παραυτίκα καί θεηγόρος ἐχρημάτισας᾽)(ὠδήα΄). «Σάν θεῖο ἀπεικόνισμα πράγματι τοῦ σκεύους τῆς ἐκλογῆς, δηλαδή τοῦ Παύλου, διδάσκεις τά θεῖα μυστήρια μέ τόν φωτισμό τοῦ Πνεύματος» («῾Ως τοῦ σκεύους ὑπάρχων τῆς ἐκλογῆς, ἀπεικόνισμα θεῖον ὡς ἀληθῶς, τά θεῖα μυστήρια ἐκδιδάσκεις τῷ Πνεύματι») (κάθισμα ὄρθρου).  «᾽Αξιώθηκες νά γίνεις θεατής τῶν ἁγίων ἀποστόλων καί νά μετάσχεις τοῦ κόπου τους, γι᾽ αὐτό καί ἔγινες συγκοινωνός καί τῆς δόξας τους. Μαζί μέ αὐτούς δέ ἔσπευσες νά δεῖς τό σῶμα τό πράγματι ζωαρχικό τῆς μόνης καί σεβασμιωτάτης Θεοτόκου» («῾Αγίων ἀποστόλων ἀξιωθείς θεατής χρηματίσαι καί σύμπονος, συγκοινωνός γέγονας τῆς δόξης καί σύν αὐτοῖς ἐπί τήν θέαν ἔσπευσας σώματος τοῦ ὄντως ζωαρχικοῦ τῆς μόνης Θεοτόκου καί σεβασμιωτάτης» (ὠδή θ´). «Εἶχες ὡραῖο γνώρισμά σου, θεόφρον, τήν θεοπρεπή σύνεση, γι᾽ αὐτό καί ὑπέκλινες τό αὐτί σου στόν θεῖο μυσταγωγό Παῦλο» («Συνέσει θεοπρεπεῖ, θεόφρον, καλλωπιζόμενος, τῷ θείῳ μυσταγωγῷ τό οὗς σου ὑπεκλινας») (ὠδή ς´).

῾Ο ποιητής Θεοφάνης, ὁ ὁποῖος εἴπαμε θεωρεῖ γνήσια τά ἐπ᾽ ὀνόματι τοῦ ἁγίου Διονυσίου κείμενα, ἀναφέρεται σέ αὐτά προκειμένου νά τονίσει τήν θεολογική ἐμβρίθεια τοῦ ἁγίου, ὁ ὁποῖος μυημένος στά ἐπουράνια φώτισε μέ τόν λόγο του καί τήν ἁγία Τριάδα καί τίς τάξεις τῶν ἀγίων ἀγγέλων καί τήν ἴδια τήν ᾽Εκκλησία. 
῾Μέ φιλοσοφικό τρόπο, ἀλλά καί μυστικά καί μέ εὐσέβεια, θεόφρον μάκαρ Διονύσιε, ὅσο ἦταν δυνατό ἀπό τήν ὁμοίωσή σου μέ τόν Θεό, ἔκανες ἔνθεη ἀνάπτυξη τῶν θείων ὀνομάτων᾽ (῾᾽Εμφιλοσοφώτατα Θεῷ, μάκαρ Διονύσιε, ὡς δυνατόν ὁμοιούμενος, τῶν ὀνομάτων σύ, μυστικῶς τῶν θείων, εὐσεβῶς ἐξήπλωσας, τήν ἔνθεον, θεόφρον, ἀνάπτυξιν᾽) (στιχηρό ἑσπερινοῦ).
 ῾῎Εκανες μέ τήν ἀρετή ἴδιο τόν νοῦ σου μέ τούς ἀγγέλους, Πάτερ Διονύσιε, γι᾽ αὐτό καί ἔγραψες σέ ἱερά βιβλία τήν ὑπερκόσμια εὐταξία τῆς ἱεραρχίας τῶν ἀγγέλων, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ρύθμισες καί τά συστήματα τῆς ᾽Εκκλησίας, μιμούμενος τίς τάξεις τῶν ἀγγέλων) (῾᾽Αγγέλοις ὁμότιμον τόν νοῦν, Πάτερ Διονύσιε, δι᾽ ἀρετῆς ἐργασάμενος, τήν ὑπερκόσμιον τῆς ἱεραρχίας εὐταξίαν, πάνσοφε, ἐν βίβλοις ἱεροῖς ἀνιστόρησας, καθ᾽ ἥν ἐρρύθμισας ᾽Εκκλησίας τά συστήματα, οὐρανίων τάς τάξεις μιμούμενος᾽) (στιχηρό ἑσπερινοῦ). 
Δέν διστάζει λοιπόν ὁ ὑμνογράφος  γιά τόν παραπάνω λόγο νά χαρακτηρίσει τόν ἅγιο Διονύσιο ὡς ῾Τριαδικόν θεολόγον᾽ (ὠδή γ´) καί ῾διόπτραν οὐρανοῦ᾽ (οἶκος συναξαρίου). ῎Εκθαμβος μάλιστα γιά τήν φιλοσοφική καί θεολογική διάνοια τοῦ ἁγίου σημειώνει: ῾Νομίμως φιλοσοφῶν, σοφίας δώρων ἐπέτυχες. ᾽Ενθέως θεολογῶν, ὀρθόδοξα δόγματα, παμμάκαρ, κατέλιπες᾽ (ὠδή ς´) (Φιλοσοφώντας νόμιμα πέτυχες τά δῶρα τῆς σοφίας. Θεολογώντας ἔνθεα μᾶς ἄφησες ὀρθόδοξα δόγματα, παμμάκαρ). Γιά νά καταλήξει μέ θαυμαστό τρόπο: ῾῾Ο βίος σου θαυμαστός, ὁ λόγος θαυμασιώτερος, ἡ γλῶσσά σου φωταυγής, τό στόμα πυρίπνοον, μάκαρ Διονύσιε. ῾Ο δέ νοῦς σου, Πάτερ, ἀκριβῶς θεοειδέστατος᾽ (ὠδή ς´) (῾Ο βίος σου, μακάριε Διονύσιε, θαυμαστός, ὁ λόγος σου θαυμασιότερος, ἡ γλῶσσα σου γεμάτη φῶς, τό στόμα σου μέ τήν πνοή τῆς φωτιᾶς τοῦ Κυρίου, ὁ δέ νοῦς σου ἀκριβῶς σάν νά εἶναι τοῦ Θεοῦ).

Σάν νά προσγειώνεται ὅμως κάποια στιγμή ὁ ἅγιος ποιητής καί ἀφήνει τά ὑψιπετῆ κείμενα τοῦ Διονυσίου. Βλέπει τί πρόκειται ἐνώπιόν του, δηλαδή ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος, μέ τό διπλό στεφάνι του πού δέν εἶναι τά κείμενά του ἀλλά ἡ ἰερωσύνη του καί τό μαρτύριό του. Καί σημειώνει: Κέρδισες τόν Παράδεισο, γιατί ἤσουνα ἀρχιερέας ὅπως τόν θέλει ὁ Θεός, καί συγκέρασες τήν ἱερωσύνη σου μέ τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου σου. 
Τῆς θείας βασιλείας ἐν οὐρανοῖς κληρονόμος ἐγένου ὡς ἔννομος ἀρχιερεύς, Πάτερ, ὡς ἀήττητος ἀθλητής, ἱερωσύνης χρίσματι αἷμα συγκεράσας μαρτυρικόν. Διό διπλοῦς στεφάνους ἀπείληφας ἀξίως, ἱερομύστα Διονύσιε᾽ (ὠδή θ´) (῎Εγινες κληρονόμος τῆς θείας βασιλείας τῶν Οὐρανῶν ὡς ἔννομος ἀρχιερέας, Πάτερ, κι ὡς ἀήττητος ἀθλητής. Γιατί συγκέρασες τό χρίσμα τῆς ἱερωσύνης μέ τό μαρτυρικό σου αἷμα. Γι᾽ αὐτό ἔλαβες ἄξια διπλά στεφάνια, ἱερομύστα Διονύσιε).
 Δέν νομίζουμε ὅτι εἶναι τυχαία ἡ ἀναφορά αὐτή τοῦ ἁγίου ποιητῆ στήν κατακλείδα τοῦ κανόνα του. Εἶναι ἴσως σάν νά μᾶς λέει: μπορεῖ νά ἔχει γράψει περίφημα κείμενα ὁ ἅγιος, μπορεῖ νά περιέγραψε τόν οὐράνιο κόσμο μυημένος ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο καί φωτισμένος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τελικῶς ἡ εἴσοδος στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐξαρτήθηκε μᾶλλον  ἀπό τό πόσο νόμιμα κινήθηκε πάνω στήν κλήση του ἀπό τόν Θεό κι ἀπό τό πόσο ἔμεινε σταθερός μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του πάνω στήν πίστη,  ἀκόμη καί μέ τήν προσφορά τοῦ αἵματός του. ῾Ο ἅγιος Διονύσιος ὄντως ῾τήν πίστιν τετήρηκε᾽, γι᾽ αὐτό καί ῾γνωριμωτέρα γέγονε δι᾽ αὐτοῦ ἡ τῶν ᾽Αθηνῶν πανευκλεής Μητρόπολις᾽(ὠδή η´).

 

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2020

ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΕΝΤΟΛΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

«Στη συνείδηση των συγχρόνων μας η εντολή του Θεού «Τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου», δηλαδή τήν παράδοση, έχει καταστραφεί. Τώρα απορρίπτουν τους πατέρες και τις μητέρες. Οι γονείς πέρασαν τη ζωή τους με θλίψεις, με παθήματα, και λένε στα παιδιά τους ό,τι καλύτερο συγκράτησαν από την εμπειρία τους. Αν διακόψουμε την παράδοση αυτή, όλα θα χαθούν» (όσιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ).

Δεν εννοεί ο όσιος Γέρων ότι η εντολή του Θεού μπορεί να καταστραφεί καθ’ εαυτήν. Οι εντολές του Θεού, ο λόγος του Θεού, έχουν αιώνιο χαρακτήρα, διότι αποκαλύπτουν την αιώνια ενέργεια του Θεού, την ίδια την παρουσία Του στον κόσμο. «Ὁ λόγος ὁ σός ζωή αἰώνιός ἐστι», σημειώνει η Βίβλος, ενώ η απάντηση του αποστόλου Πέτρου στην πρόκληση του ίδιου του Κυρίου αν θέλουν να Τον εγκαταλείψουν οι μαθητές Του («μή θέλετε καί ὑμεῖς ὑπάγειν;») ηχεί εξίσου απόλυτα: «Κύριε, πρός τίνα ἀπελευσόμεθα; Σύ ρήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις». Άλλωστε ο Κύριος πάλι είχε σημειώσει αυτό που συνιστά την υπόθεση όλου του κόσμου: «Ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δέ λόγοι μου οὐ μή παρέλθωσιν» - ο λόγος του Θεού συνέστησε το παν, συγκρατεί και προνοεί το παν και το κατευθύνει στον τελικό του προορισμό.

Ο άγιος Σωφρόνιος αναφέρεται στη συνείδηση πολλών συγχρόνων ανθρώπων, στον εσωτερικό κόσμο της καρδιάς τους, από τον οποίο ο Θεός και η αίσθηση της ζωντανής παρουσίας Του δεν υφίσταται. Κι αυτό γιατί; Διότι, όπως εξηγεί σε άλλα σημεία των ομιλιών του, «ἦν πονηρά τά ἔργα αὐτῶν» (άγιος Ιωάννης Θεολόγος). Που θα πει: άνθρωπος ο οποίος είναι προσανατολισμένος μόνο στα επίγεια και η καρδιά του είναι δεμένη μόνο σ’ αυτά, κλείνει τον εαυτό του απέναντι στον Θεό, θέτει φράγμα στις συνεχείς και επίμονες κλήσεις Του («ἰδού ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω»), οπότε βιώνει την απόλυτη μοναξιά της πνευματικής ορφάνιας του: τον Πατέρα Θεό Τον διέγραψε από τη ζωή του. Αυτή είναι η αγάπη του Θεού μας: να μας έχει δημιουργήσει, να μας διακρατεί στην ύπαρξη, να μας δίνει διαρκώς άπειρες ευκαιρίες συνάντησης με επίγνωση μαζί Του, κι εμείς να Του λέμε όχι και να Τον κάνουμε πέρα από τή ζωή μας – το μυστήριο της ελευθερίας του ανθρώπου! Πρόκειται για την τραγωδία του συγχρόνου ανθρώπου, όπως την είχε εξαγγείλει ήδη ένας από τους «προφήτες» της αθεῒας της νεώτερης εποχής, ο φιλόσοφος Νίτσε, ο οποίος σ' έναν από τους στοχασμούς του έβαζε τον «τρελό» καταμεσήμερο να φωνάζει ότι «ο Θεός πέθανε». Για να εξηγήσει σ’ αυτούς που τον άκουγαν και τον κορόιδευαν: «Πέθανε, γιατί Τον σκοτώσαμε εμείς!»

Την εντολή του Θεού την επικεντρώνει ο όσιος Σωφρόνιος στο «Τίμα τόν πατέρα σου καί την μητέρα σου», την εντολή από τον δεκάλογο της Μωσαϊκής νομοθεσίας, διευρύνοντας όμως το περιεχόμενό της: δεν αναφέρεται μόνο στους φυσικούς σαρκικούς γονείς – και σ’αυτούς σ’ έναν βαθμό βεβαίως – αλλά κυρίως στους πνευματικούς πατέρες και τις πνευματικές μητέρες της χριστιανικής μας πίστεως, με τους οποίους είναι συνδεδεμένη η παράδοση. Αυτό υπονοεί και η αναφορά στον «Πατέρα» του μοναστηριού στο Έσσεξ όσιο Σιλουανό τον Αθωνίτη (:«Τα κύρια σημεία της πνευματικής ζωής θα τα μάθετε από τον Γέροντα Σιλουανό και θα οικοδομήσετε τη σωτηρία σας, τη ζωή σας, σύμφωνα με τη διδαχή του»).  Κι η παράδοση αυτή, για τον Γέροντα Σωφρόνιο, έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία. Διότι δεν πρόκειται, όπως φαίνεται καθαρά, μόνο για τη μεταφορά στην ερχόμενη γενεά, στα τέκνα, κάποιων γνώσεων, κάποιων πληροφοριών ή κάποιων δεξιοτήτων που η εμπειρία τους έχει συσσωρεύσει – ό,τι μπορεί να χαρακτηριστεί ως τεχνικός πολιτισμός και επιστήμη. Πρόκειται για τη πνευματική πρωτίστως εμπειρία τους, αυτή που αποκτήθηκε από την υπομονή των θλίψεων και των παθημάτων τους πάνω στην άσκηση της χριστιανικής ζωής. Γι’ αυτό «και λένε στα παιδιά τους ό,τι καλύτερο συγκράτησαν από την εμπειρία τους».

Είναι ευνόητο ότι για τον όσιο Γέροντα η παράδοση των πατέρων και των μητέρων για την οποία μιλάει έχει αγιοπνευματικό χαρακτήρα∙ διότι αποκτήθηκε από τις θλίψεις και τα παθήματα της ζωής τους ως συμμετοχής προφανώς στις θλίψεις και τα παθήματα του ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού.  Γι’ αυτό και καθιστά τον ρόλο της εντελώς απαραίτητο για τη συνέχεια της ίδιας της ζωής των επερχομένων γενεών – «αν διακόψουμε την παράδοση αυτή, όλα θα χαθούν». Ο άγιος Σωφρόνιος μάς θέτει ενώπιον των ευθυνών μας: έχουμε την παράδοση των πατέρων μας, έχουμε την παράδοση των αγίων μας, μεγάλων ή μικρών δεν έχει σημασία. Το ζητούμενο πια από εμάς είναι να «συγκρατήσουμε το καλύτερο που μας άφησαν από την εμπειρία τους», δηλαδή τους όρους βίωσης του Χριστού και στη δική μας ζωή.