Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2019

Μελισσοκέρι άναψα…


Στην ήσυχη την εκκλησιά με
σταυροκόπημα μπήκα γερμένος μέσα.
Μελισσοκέρι άναψα σεμνό κι ένα μου
δάκρυ καυτερό πύρωσε τις παρειές μου.
Μετάνοια έβαλα μπροστά στην Παναγιά
Παρηγορήτρα κι ακούμπησα χείλη
τα θερμά στης Μάνας μου το χέρι.
Απόμεινα ολόρθος να κοιτώ τη φλόγα
του κεριού μου – ίδια μια φλόγα που ’καιγε
ψυχής μου το καντήλι. Και το κεράκι
λιώνοντας έλιωσε την καρδιά μου
– μου μήνυσε πώς να τραβώ
τον δρόμο της ζωής μου.

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (60)


 Είναι από τα «ζητούμενα» της εποχής, ιδίως από τους θεωρουμένους πιο «ψαγμένους και μπασμένους» στα της ορθοδοξίας: η κατάνυξη. Η ατμόσφαιρα μιας φορτισμένης συναισθηματικά κατάστασης δηλαδή, που θα οδηγήσει πέρα και πάνω από τη ρηχότητα της καθημερινότητας κι από τη ρουτίνα μιας μίζερης πνευματικής ζωής. «Θέλω να κατανυχτώ», ακούς από πολλά στόματα, νέων και μεγαλυτέρων χριστιανών, γι’ αυτό και βλέπεις πώς σπρώχνονται να ακούσουν τον Γέροντα που θα μιλήσει για τα πνευματικά, πώς ψάχνουν εναγωνίως να βρουν τον Ναό, τον μικρό συνήθως Ναό, που θα υπάρχει ημίφως, που θα σιγοκαίνε τα καντήλια, που το ιλαρό φως των κεριών θα στέλνει τις γλυκιές λάμψεις του, αντανακλώντας τες πάνω στο χιλιοφιλημένο εικόνισμα, μέχρις ότου λιώσει μέσα στην άμμο ή το σιτάρι, που οι σεμνές ψαλμωδίες δεν θα «τρυπούν» τ’ αυτιά. Και λες, «έχουν δίκιο». Η επιθυμία τους, παρ’ όλο τον ειδυλλιακό της χαρακτήρα, είναι  θεμιτή. Γιατί έχουν κουραστεί από την ένταση, από τα πολλά φώτα, από όλα εκείνα που φαίνεται να καταργούν όντως την πνευματική ζωή. Μα, γίνεται ένα λάθος: την κατάνυξη την τοποθετούν στα εξωτερικά και στα συναισθηματικά. Γιατί κατάνυξη, μας διδάσκουν οι άγιοι, δεν είναι απλώς ένας συναισθηματισμός – κι αυτός μετά από ένα διάστημα θα κουράσει. Κατάνυξη είναι χάρη Θεού πού έρχεται στο βάθος της καρδιάς του ανθρώπου, όταν υπάρχει ο αγώνας για μετάνοια, για πένθος μπροστά στις αμαρτίες, για την ίδια την αγία ταπείνωση. Και συχνά βλέπεις ανάγλυφα το πρόβλημα: πηγαίνεις σε τόπους που είναι «ιδανικοί» για τη θεωρούμενη κατάνυξη, και διαπιστώνεις έχθρες και διαγκωνισμούς: ποιος θα καθίσει πρώτος, ποιος θα υπερκεράσει τον άλλον για να πιάσει την καλύτερη θέση, ποιος θα σταθεί εκεί που θα ελέγχει τα πράγματα, με παραθεώρηση συχνά του διπλανού που μπορεί να είναι γέρος και άρρωστος ή που μπορεί να είναι κάποιος… «παρακατιανός» - όλα αυτά συμπτώματα μιας λανθασμένης τελικά πνευματικότητας ή χειρότερα μιας υποφώσκουσας αλαζονείας και υπερηφάνειας, κρυμμένης κάτω από τον μανδύα της πνευματικής αναζήτησης. Κι έρχεται ο λόγος του αγίου Ισαάκ του Σύρου που σε «τσακίζει» και σε φέρνει στα ίσα: ««Όποιος υπερηφάνεια αγάπησε, κατάνυξη δεν ξέρει». Κατάνυξη δεν υπάρχει εκεί που το πλοίο της ύπαρξής μας έχει αγκυροβολήσει στον εγωισμό και την υπερηφάνεια. Η κατάνυξη είναι ο φυσικός βλαστός της ταπεινής και αγαπώσας καρδιάς.

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019

Η ΕΝ ΤΩ ΝΑΩ ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (21 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)




«Η εν τω Ναώ είσοδος της Θεομήτορος έφερε εορτή για τους ευσεβείς  θαυμαστή και παγκόσμια, έχοντας αφορμή το παρακάτω γεγονός. Η πανσέβαστη Άννα, καθώς περνούσε τη ζωή της χωρίς παιδιά, παρακαλούσε, μαζί με τον σώφρονα Ιωακείμ, με νηστείες και δεήσεις, τον Κύριο της φύσεως, να τους λυπηθεί και τους  χαρίσει ένα παιδί, υποσχόμενη, αν ικανοποιηθεί το αίτημά της, το παιδί που θα γεννούσε να το αναθέσει αμέσως σ’  Εκείνον. Πράγματι, αφού γέννησε αυτήν που έφερε τη σωτηρία του κόσμου, τη συμφιλίωση του Θεού  προς τους ανθρώπους και την αιτία της ανάπλασης και της ανάστασης και της θέωσης του πεσμένου στην αμαρτία Αδάμ, δηλαδή την Παναγία Θεοτόκο Μαρία, αυτήν λοιπόν, κατά τον τρίτο χρόνο μετά την παράδοξη γέννησή της, σύμφωνα με την υπόσχεση που είχαν δώσει στον Θεό, την οδηγούν στο Ιερό και την παραδίδουν στους ιερείς. Οι ιερείς την παρέλαβαν και σαν να υπηρετούσαν τη βούληση του Θεού -  Εκείνου που επρόκειτο μετά από λίγο να γεννηθεί από αυτήν, με σκοπό τη διόρθωση και τη σωτηρία του παντός – την βάζουν στο ενδότατο του ναού, για να ζει εκεί η ίδια μόνη για δώδεκα ολόκληρα χρόνια, εκεί δηλαδή που έχει νομοθετηθεί  να εισέρχεται μία φορά τον χρόνο ο αρχιερέας. Η Μαρία ζώντας σ’  αυτό το άδυτο διά παντός και τρεφόμενη  παράδοξα με τροφή ουράνια από άγγελο, έμεινε στο ιερό αυτό μέχρι τον θείο Ευαγγελισμό της και μέχρι να ακουστούν τα θεϊκά μηνύματα που δίδασκαν ότι ο Θεός ευδόκησε να σαρκωθεί από φιλανθρωπία και να σώσει τον κόσμο που χανόταν από την αμαρτία. Εδώ λοιπόν κατοικούσε και ζούσε, οπότε αξιώθηκε να της εμφανιστεί ο Θεός και να δέχεται αδιάλειπτα τροφή ουράνια, μέσω αγγέλου που υπηρετούσε αυτήν την αποστολή, όπως είπαμε, εις δόξαν Θεού, ω η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν».

Πολλοί είναι οι υμνογράφοι  της Θεομητορικής αυτής εορτής, της οποίας το γεγονός  δεν καταγράφεται καθόλου  στην Καινή Διαθήκη. Το περιστατικό της εν τω Ναώ εισόδου της υπάρχει στα Απόκρυφα λεγόμενα ευαγγέλια, όπως συμβαίνει και με άλλες εορτές της Παναγίας, σε κείμενα δηλαδή που η Εκκλησία μας δεν τα θεώρησε έγκυρα, λόγω ενυπαρχουσών σ’ αυτά αιρέσεων ή και μυθοπλασιών. Μέσα σ’ αυτά όμως υπάρχουν και αληθινά γεγονότα, που η Εκκλησία μας δεν διστάζει να τα ανασύρει και να τα εορτάσει, διαβλέποντας όχι μόνον την αλήθεια τους, αλλά και την ωφελιμότητά τους. Κι είναι τούτο ένα στοιχείο που φανερώνει την απόλυτη αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας, ως «στύλου και εδραιώματος της αληθείας», αυτοσυνειδησίας τέτοιας που της δίνει το δικαίωμα και την άνεση να επιλέγει ό,τι θεωρεί αληθινό και καλό, έστω κι αν τούτο προέρχεται από μη θεωρούμενα  κανονικά κείμενα.

Ένα πρώτο στοιχείο που τονίζουν οι υμνογράφοι της εορτής είναι ότι τα ίδια τα Εισόδια της Θεοτόκου, όπως και τα γεγονότα πριν από αυτά, σαν την Γέννησή της, αλλά και τελικώς κάθε τι που σχετίζεται με την Παναγία, έχουν τον χαρακτήρα του παράδοξου και του ανερμήνευτου για τα ανθρώπινα δεδομένα. «Ω των υπέρ έννοιαν θαυμάτων σου, Πανάχραντε! Ξένη σου η γέννησις υπάρχει∙ ξένος ο τρόπος ο της αυξήσεως∙ ξένα και παράδοξα τα σα πάντα, Θεονύμφευτε, και βροτοίς ανερμήνευτα». Αιτία γι’ αυτό είναι το γεγονός ότι η Παναγία υπήρξε η κατεξοχήν Κεχαριτωμένη από τον Θεό, το δοχείο του αγίου Πνεύματος, λοιπόν σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής της βρισκόταν υπό την άμεση επίβλεψη του Θεού. Δεν είναι τυχαίο ότι Αυτήν ήδη προκατήγγειλε ο λόγος του Θεού, σύμφωνα με το λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο – την πρώτη υπόσχεση του Θεού περί του ερχομού Του στον κόσμο μέσω μιας γυναίκας, μετά την πτώση των πρωτοπλάστων στην αμαρτία – Αυτήν διαρκώς προφήτευαν οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, επαναβεβαιώνοντας το Πρωτευαγγέλιο, Αυτήν δόξαζαν οι άγιοι Απόστολοι, Αυτήν είχαν ως καύχημά τους όλοι οι μάρτυρες του Χριστού, Αυτήν επικαλούμαστε και εμείς ως πρέσβειρα της σωτηρίας μας.   «…την προεκλεχθείσαν εκ πασών των γενεών εις κατοικητήριον του παντάνακτος Χριστού και Θεού των όλων». «Συ των Προφητών το κήρυγμα, Αποστόλων δόξα και Μαρτύρων καύχημα, και πάντων των γηγενών η ανακαίνισις, Παρθένε Μήτηρ Θεού».

Η όλη ακολουθία της εορτής είναι φυσικό να προβάλλει την αγιότητα της Παναγίας – αγιότητα υπέρ τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, αφού ήταν «εκλελεγμένη…υπέρ άπασαν την κτίσιν, την ορατήν και την νοουμένην» - αλλά επικεντρώνει ιδιαιτέρως στο ίδιο το γεγονός της εις τον Ναόν Εισόδου της. Η γενική εκτίμηση είναι ότι η Παναγία εισέρχεται τριετής στα Άγια των Αγίων, ήδη υπάρχουσα η ίδια Αγία των Αγίων. «Αγία των Αγίων υπάρχουσα, σεμνή, εν Ναώ ηγάπησας αγίω κατοικείν». Είναι μάλιστα σπουδαίας έμπνευσης οι στίχοι του υμνογράφου, που διακηρύσσουν την ωριμότητα της μικρής Παναγίας: «Η τριετίζουσα τω σώματι και πολυετής εν τω πνεύματι»∙  «νηπιάζουσα σαρκί και τελεία τη ψυχή». Και δεν πρέπει να μας παραξενεύει τούτο: «όπου γαρ βούλεται Θεός νικάται φύσεως τάξις». Φαντάζει παράλογο εκείνη που είχε επιλεγεί για το σημαντικότερο έργο στην ανθρωπότητα: να γίνει μητέρα του Θεού ως ανθρώπου, να μην έχει τη χάρη της ωριμότητας ήδη από νηπιακή ηλικία. Μόνον ένας που προσεγγίζει τα της πίστεως με κριτήριο την ξερή  λογική του, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάτι τέτοιο. Αλλά μία τέτοια προσέγγιση απέχει ένα βήμα από την αίρεση, μάλλον συνιστά ήδη αίρεση: η στάση μας απέναντι στην Παναγία φανερώνει τη στάση μας και έναντι του Χριστού. Το δόγμα, για παράδειγμα, ότι η Παναγία μας είναι «Θεοτόκος», αποτελεί συνέπεια της πίστεως περί του Ιησού Χριστού, ως Θεού και ανθρώπου. Και το αντίστροφο.

Με την εν τω Ναώ είσοδο της Παναγίας, σκοπός της οποίας είναι η προετοιμασία της για να γίνει Μητέρα του Θεού («ετοιμάζου γενέσθαι του Ιησού οικητήριον»),  κατανοεί κανείς κι αυτό που επισημαίνουν οι υμνογράφοι ως συνέπεια: την κατάργηση της σκιάς του Μωσαϊκού Νόμου, διότι έρχεται διά της Παναγίας η αλήθεια, ο ενανθρωπήσας Θεός. «Ο του γράμματος παρέδραμε, εξέλιπε νόμος καθάπερ σκιά».   Είναι πολύ ωραίο το τροπάριο που λέει ότι η θυγατέρα του Θεού, όπως την χαρακτηρίζει ο Δαυίδ,  γίνεται, με το θέλημα Εκείνου, μητέρα Του. «Δαυίδ ο προπάτωρ σε ύμνησε πάλαι, Παρθένε Θεόνυμφε, θυγατέρα λέγων σε του Βασιλέως Χριστού∙ ον και τεκούσα μητρικώς βρέφος εθήλασας». (Ο προπάτορας Δαυίδ σε ύμνησε από παλιά, Παρθένε θεόνυμφε, καλώντας σε θυγατέρα του βασιλιά Χριστού. Αυτόν και Τον γέννησες και Τον θήλασες μητρικά ως βρέφος).  Κι είναι εξίσου πανέμορφος ο στίχος του συναξαρίου, που διαπιστώνει τη διακονία σ’  αυτό του αρχαγγέλου Γαβριήλ: αυτός που την έτρεφε στον Ναό, ο ίδιος σε λίγο θα την χαιρετίσει, μεταφέροντάς της το ευαγγέλιο: θα γίνει μητέρα Θεού. «Ένδον τρέφει σε Γαβριήλ ναού, Κόρη, ήξει δε μικρόν και το Χαίρε σοι λέξων».

Η διατροφή της από τον αρχάγγελο Γαβριήλ, μέσα στα Άγια των Αγίων, δεν είναι, κατά τον υμνογράφο, χωρίς συμβολισμό. Παραπέμπει σε Εκείνον που θα φέρει σε λίγα χρόνια στον κόσμο και που είναι ο αληθινός άρτος «ο εκ του ουρανού καταβάς». «Επουρανίω τραφείσα, Παρθένε, άρτω πιστώς, εν τω Ναώ Κυρίου, απεκύησας κόσμω ζωής άρτον τον Λόγον». Και βεβαίως δεν είναι χωρίς συμβολισμό, χωρίς «αρχετυπική» διάσταση, και το γεγονός αυτό, αλλά και όλη η εν τω Ναώ ζωή της: η αδιάλειπτη προσευχή της, η συνομιλία της με αγγέλους, η μελέτη του Νόμου και των Προφητών, η εν τω Ναώ εκεί διακονία της. Πράγματα δηλαδή που συνιστούν μία «ησυχαστική» ζωή, με άλλα λόγια η Παναγία δικαίως θεωρείται το πρότυπο όλων των μεγάλων Ησυχαστών και πραγματικών θεολόγων  της Εκκλησίας μας.

Ο πλούτος της υμνολογίας της Θεομητορικής αυτής εορτής θα μας πήγαινε σε μεγάλο μάκρος. Διότι υπάρχουν εξαίσιοι ύμνοι όχι μόνον για την ένδον του Ναού ζωή της Παναγίας, αλλά και για την μετά λαμπάδων πορεία της μέχρι το Ναό, πορεία «μετά Παρθένων και Μητέρων», αφού εκείνη υπήρξε και τα δύο, όπως και για ό,τι διαμείφθηκε ως διάλογος στην πύλη του Ναού μεταξύ των γονέων της και του ιερέα Ζαχαρία. Παραλείποντας όλα αυτά, απλώς θα φέρουμε στην επιφάνεια έναν στίχο, που νομίζουμε ότι αυτός και μόνο δείχνει τη σημασία όλου αυτού του τεραστίου πνευματικού μεγέθους που ακούει στο όνομα «Παναγία». Πρόκειται για την εκτίμηση του ιερέα Ζαχαρία, καθώς βλέπει να προσάγεται στον Ναό η μικρή Μαριάμ. Ο Ζαχαρίας λοιπόν «βοά γηθοσύνως: ήγγικεν η προσδοκία των θλιβομένων». Η Παναγία συνιστά εκείνη που μας λυτρώνει από τη θλίψη. Δεδομένου μάλιστα ότι δεν υπάρχει άνθρωπος επί της γης που να μη βιώνει τη θλίψη, ήδη από την εποχή της πτώσεώς του στην αμαρτία, η Παναγία είναι το πολυτιμότερο αγαθό που έχουμε, εκείνη που θα έλεγε κανείς είναι «ο θησαυρός της Πανδώρας». Η ελπίδα. Κι αυτό γιατί δι’ αυτής ήλθε στον κόσμο «η Χαρά του κόσμου», ο Χριστός. Και μόνον αυτό μας φτάνει. Στην όποια θλίψη και δυσκολία μας η ενατένιση προς Εκείνην ήδη έχει ξεκινήσει και τη λύση και τον ερχομό της χαράς. Λοιπόν «χαίρετε λαοί και αγαλλιάσθε».

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2019

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΥΔΡΑΙΟΣ


῾Αὐτός ὁ γενναιότατος νεομάρτυς Κωνσταντίνος ὑπῆρξε γέννημα καί θρέμμα τῆς νήσου ῞Υδρας, οἱ δέ γονεῖς του, Μιχαλάκης καί Μαρίνα, εὐσεβεῖς χριστιανοί, ἦταν ἁπλοί καί μέτριας κατάστασης ἄνθρωποι. ῞Οταν ὁ Κωνσταντίνος ἔγινε δεκαοκτώ ἐτῶν, πῆγε στήν Ρόδο καί ἐπισκεπτόταν συχνά τό κονάκι τοῦ ἡγεμόνα τῆς Ρόδου Χασάν Καπετάν. Αὐτό ὅμως ὁδήγησε σέ τραγωδία τόν Κωνσταντίνο, γιατί ὁ ἡγεμόνας βλέποντας τόν νέο προκομμένο καί ἔξυπνο ἔβαλε ὅλη τήν σπουδή του γιά νά διαστρέψει τήν γνώμη του καί νά τόν κάνει μουσουλμάνο. Καί πράγματι! Μέ διάφορες κολακεῖες καί μέ πολλά δῶρα ἔπεισε στό τέλος τόν ἁπαλό νέο καί ἀρνήθηκε δυστυχῶς τήν ἀληθινή πίστη τοῦ Χριστοῦ καί δέχτηκε τήν πλανεμένη θρησκεία τῶν ᾽Αγαρηνῶν. Τρία χρόνια βρισκόταν στήν πλάνη αὐτή ὁ Κωνσταντίνος ὑπηρετώντας τόν ἡγεμόνα καί ἀπολαμβάνοντας κάθε δόξα καί μεγάλη τιμή κοντά του.
Φαίνεται ὅμως πώς ὁ νέος αὐτός ἦταν ἀγαθῆς ψυχῆς, γι᾽ αὐτό καί δέν στάθηκε ἀναίσθητος μπροστά στό κακό πού ἔπραξε. Δέν ἔμεινε μέχρι τέλους στήν πτώση του, ἀλλά ἄρχισε ἀμέσως νά ἐλέγχεται ἀπό τήν συνείδησή του ἀκατάπαυστα, ἄρχισε νά λυπᾶται, νά ἀναστενάζει, νά κλαίει, νά θρηνεῖ γιά τό μέγα κακό πού ἔπαθε. Γι᾽ αὐτό καί ὅσα χρήματα τοῦ τύχαιναν, ὅλα τά μοίραζε ἐλεημοσύνη στούς πτωχούς. ᾽Αγαποῦσε μάλιστα περισσότερο τούς χριστιανούς καί τιμοῦσε τούς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ μέ μεγάλη εὐλάβεια. Μία ἡμέρα δέ τόσο πολύ ἄναψε ἡ φωτιά τῆς θείας ἀγάπης μέσα του ὥστε ἀποφάσισε νά φανερωθεῖ καί νά ὁμολογήσει τήν πίστη πού ἀρνήθηκε, μπροστά στόν δικό του ἡγεμόνα. Κι ὄντως πρό πολλῶν χρόνων ὁ Κωνσταντίνος θά εἶχε λάβει τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ἄν ὁ πνευματικός του πατέρας - στόν ὁποῖο ἐξομολογήθηκε ὄλες τίς ἁμαρτίες του καί τοῦ ἀποκάλυψε τόν σκοπό του νά φανερωθεῖ - δέν τόν ἐμπόδιζε ἀπό τήν ἀπόφαση αὐτή, γιατί φοβήθηκε μήπως λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας του δειλιάσει μπροστά στά βάσανα καί ἀρνηθεῖ γιά δεύτερη φορά τόν Χριστό. ῞Ομως τόν προέτρεψε νά πάει σέ ἄλλον τόπο καί ὅταν ἀνδρωθεῖ στήν ἡλικία τότε νά προχωρήσει στόν ἀγώνα τοῦ μαρτυρίου.
῾Υπάκουσε ὁ υἱός τῆς ὑπακοῆς Κωνσταντίνος κι ἀφοῦ ἐγκατέλειψε ὅλες τίς δόξες καί τίς τιμές πῆγε πρῶτα ἐπί τρία ἔτη στό λεγόμενο Κρίμι, ζώντας φανερά ὡς χριστιανός, κι ἔπειτα στήν Κωνσταντινούπολη, ἐπί τῆς πατριαρχείας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ε´, ἐκζητώντας θερμά ἔμπειρο πνευματικό πρός θεραπεία τῆς πληγωμένης του ψυχῆς, κάτι πού τό ἐπέτυχε. Σ᾽ αὐτόν τόν πνευματικό λοιπόν ἐξομολογήθηκε μέ συντριμμένη καί κατανυγμένη καρδιά ὅλες τίς ἁμαρτίες του καί μάλιστα τήν πρός Χριστό ἄρνησή του, καί κλαίγοντας πικρά γιά τήν συμφορά του ζητάει διόρθωση. ῾Ο πνευματικός τόν ὁδήγησε στόν Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος χάρηκε γιά τήν καλή του ἐπιστροφή, ἐνῶ νουθετώντας τον πατρικά νά μήν ἀπελπίζεται καί νά ἐλπίζει μόνο στήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ τόν ἀπέστειλε στό ῞Αγιον ῎Ορος γιά νά ἁρματωθεῖ μέ τίς εὐχές τῶν ἐκεῖ ὁσίων Πατέρων καί ἔτσι νά μπορέσει νά ἀντιπαλέψει καί νά νικήσει τόν διάβολο πού τόν εἶχε νικήσει προηγουμένως.
Στό ῞Αγιον ῎Ορος, στήν Μονή τῶν ᾽Ιβήρων συγκεκριμένα, ἔζησε ἐπί πέντε μῆνες, ὑπακούοντας στούς Πατέρες, ἐξομολογούμενος στούς πνευματικούς τῆς Μονῆς καί προστρέχοντας μέ κατάνυξη καί διάπυρη εὐλάβεια καθημερινά στήν Παναγία τήν Πορταΐτισσα, ἀπό τήν ὁποία ζητοῦσε νά τόν δυναμώσει καί νά ὑπομείνει ἀνδρείως ὑπέρ τῆς πίστεως καί τῆς ἀγάπης τοῦ Υἱοῦ της τό μαρτύριο πού πρό πολλοῦ μελετοῦσε καί ποθοῦσε. Γιατί δέν μποροῦσε νά εἰρηνεύσει τήν συνείδησή του ἐνθυμούμενος τόν λόγο τοῦ Κυρίου ῾ὅστις μέ ἀρνήσεται ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι κἀγώ αὐτόν ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς᾽. ῾Ο λογισμός αὐτός τόν κατέτρωγε σάν σκουλήκι μέσα του καί τόν φλόγιζε νά πορευθεῖ στό μαρτύριο τόσο, ὥστε παρ᾽ ὅλες τίς ἐνστάσεις τῶν πνευματικῶν τῆς Μονῆς ἐκεῖνος εἶχε πάρει τήν ἀπόφαση λέγοντας: ῾ὅπου ἀρνήθηκα τόν Χριστόν μου, ἐκεῖ πάλι ἔχω νά τόν ὁμολογήσω᾽. Μέ τίς εὐχές τελικῶς τῶν πατέρων ἀνεχώρησε ἀπό τό ῎Ορος καί πῆγε κατευθεῖαν στήν Ρόδο.
Στήν Ρόδο βρῆκε πνευματικό καί ἐξομολογήθηκε τόν πόθο του. ᾽Αλλά παρ᾽ ὅλη τήν ἄρνηση τοῦ πνευματικοῦ, ὁ ὁποῖος κι αὐτός ὅπως οἱ ἄλλοι τοῦ ἔλεγε ὅτι ἀρκεῖ ἡ μετάνοιά του γιά τόν Κύριο, ἐκεῖνος τελικῶς μέ φλόγα στήν ψυχή του καί βαθύ ἔρωτα γιά τόν Χριστό προσευχήθηκε σ᾽ Αὐτόν, ζητώντας Του τήν βοήθεια γιά τήν πορεία στό μαρτύριο. Μπροστά πιά στόν ἡγεμόνα τῆς Ρόδου Χασάν Καπετάνου, τόν παλαιό κύριό του, ὁμολογεῖ τό ποιός εἶναι, καταθέτοντας τήν μαρτυρία του γιά τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ὡς τόν ἀληθινό Θεό καί καλώντας τόν ἡγεμόνα νά μετανοήσει κι αὐτός γιά νά βρεῖ τήν σωτηρία του ἀπό τόν Κύριο. ῾Η ἀντίδραση τοῦ Χασάν Καπετάνου ἦταν ἡ ἀναμενόμενη: ἐνῶ στήν ἀρχή αἰφνιδιάζεται, γιατί δέν μπορεῖ νά ἀναγνωρίσει τόν παλαιό προστατευόμενο του πού φορᾶ τώρα καλογερικά ροῦχα, στήν συνέχεια τόν καλεῖ νά συνέλθει, τοῦ ὑπόσχεται καί πάλι τά παλαιά μεγαλεῖα του, ἐνῶ καταλήγει σέ ἀπειλές καί βασανιστήρια μπροστά στήν ἐπιμονή τοῦ Κωνσταντίνου.
Τά βασανιστήρια καί ὁ ἐγκλεισμός στήν φυλακή συνεχίζονται, ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐμφανίζεται στόν ἅγιο μάρτυρα νά τοῦ θεραπεύσει ἐπανειλημμένως τίς πληγές, κάτι πού γίνεται ἀντιληπτό ἀπό πολλούς.  Στήν πρόσκληση μάλιστα πού ἀπευθύνει στό τέλος ὁ ἅγιος πρός τόν ἡγεμόνα, νά γίνει χριστιανός ἀκολουθώντας καί τούς δικούς του γονεῖς – γιατί προερχόταν ἀπό χριστιανική οἰκογένεια ὁ Χασάν - ἐκεῖνος μανιασμένος δίνει τήν ἐντολή τῆς ὁριστικῆς καταδίκης του: νά πεθάνει διά στραγγαλισμοῦ (ἀφοῦ προηγουμένως ὁ ἅγιος εἶχε ἀπορρίψει ὁποιαδήποτε προσπάθεια ἑλλήνων νά τόν ἀπελευθερώσουν). ῾Ο στραγγαλισμός του συνοδεύθηκε ἀπό τραγικό τέλος τῶν δημίων του, ἐνῶ ὁ ἡγεμόνας παρεχώρησε τό δικαίωμα νά παραλάβουν τό νεκρό καί βασανισμένο σῶμα του οἱ χριστιανοί ὥστε νά τό ἐνταφιάσουν κατά τά ἔθιμά τους.
Τά θαύματα πού ἔκτοτε ἔγιναν καί γίνονται εἴτε μέ τήν προσκύνηση τῶν ἁγίων λειψάνων του καί τῆς θήκης αὐτῶν εἴτε καί μέ τήν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του εἶναι πάμπολλα. ῾Η μητέρα τοῦ ἁγίου ἐν τέλει προσερχόμενη στήν Ρόδο σάν ἐλάφι διψασμένο, γιατί ἔμαθε ὅτι ἐκεῖ ἐνταφιάστηκε ὁ ἅγιος υἱός της, ἔφερε τό ἅγιο λείψανό του στήν πατρίδα της καί πατρίδα τοῦ ἁγίου, κάτι πού συνεχίζεται μέχρι καί σήμερα᾽.

῾Ο ἅγιος ἔνδοξος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Κωνσταντίνος ἀνήκει στήν χορεία τῶν νεομαρτύρων, ἐκείνων δηλαδή τῶν μαρτύρων πού μαρτύρησαν κατά τά νεώτερα χρόνια, ἰδίως τῆς ἐποχῆς τῆς Τουρκοκρατίας, ἀπό τούς ᾽Αγαρηνούς κυριάρχους, χωρίς νά θεωροῦνται γι᾽ αὐτό λιγότερο ἅγιοι ἀπό ὅ,τι οἱ παλαιοί καί μεγάλοι μάρτυρες τῆς πρώτης ἐποχῆς τῆς ᾽Εκκλησίας.  Κι εἶναι ἀπό τά πρῶτα πού ἐπισημαίνει ὁ ὑμνογράφος τῆς ἀκολουθίας τοῦ ἁγίου, μεγάλος νεώτερος κι αὐτός πατέρας τῆς ᾽Εκκλησίας ὅσιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης. ῾Δεῦτε ὁ μελισσών Μαρτύρων - λέγει γιά παράδειγμα σ᾽ ἕνα ἀπόστιχο τοῦ μικροῦ ἑσπερινοῦ - τόν τοῖς χρόνοις ἔσχατον, ἀλλ᾽ ἀθλήσει ὑμῖν ἴσον φανέντα, φαιδρῶς προϋπαντήσατε᾽ (᾽Εμπρός ὁ μελισσώνας τῶν μαρτύρων προϋπαντῆστε μέ χαρά αὐτόν πού φάνηκε στά τελευταῖα χρόνια, ἀλλ᾽ εἶναι ἴσος μέ ἐσᾶς κατά τήν ἄθληση). Κι ἀλλοῦ (ὠδή ς᾽): ῾᾽Εγένου μάρτυς μέν ὕστερος τοῖς χρόνοις, Κωνσταντῖνε ἀοίδιμε, τοῖς δέ παλαίσμασι καί θαυμασίοις οὐχ ὕστερος, ἀλλά τοῖς πάλαι Μάρτυσιν ἰσοστάσιος᾽(῎Εζησες, μάρτυς ἀοίδιμε Κωνσταντίνε, στούς νεώτερους χρόνους, ἀλλά ἔγινες ἰσοστάσιος μέ τούς παλαιούς μάρτυρες ὡς πρός τά παλαίσματα καί τά θαυμάσια). Πρόκειται πράγματι γιά μία ἀλήθεια πού ἐπανειλημμένως τονίζει ὁ ὅσιος Νικόδημος, ὁ ὁποῖος ἀσχολήθηκε ἐπισταμένως καί ἐπιστημόνως μέ τούς νέους μάρτυρες, τόσο πού στό ὀγκῶδες βιβλίο του γι᾽ αὐτούς σημειώνει ἤδη ἀπό τόν Πρόλογο ὅτι σέ τίποτε δέν ὑπολείπονται οἱ νεώτεροι ἀπό τούς παλαιούς, γι᾽ αὐτό κατά τήν ᾽Εκκλησία θεωροῦνται ὡς μία συνέχεια, ὡς μία συνεχόμενη γραμμή, γεγονός πού ἀποδεικνύει τήν διαχρονική ταυτότητα τῆς ᾽Εκκλησίας μέ τόν ἁγιοπνευματικό χαρακτήρα της.

Τό ἰδιάζον μέ τόν ἅγιο Κωνσταντίνο τόν ῾Υδραῖο εἶναι ὅτι ἀνήκει μέν στούς νεομάρτυρες, ἀλλά στούς λεγόμενους ἀρνησίχριστους ἀπό αὐτούς, δηλαδή σ᾽ ἐκείνους πού ἀρνήθηκαν σέ κάποια φάση τῆς ζωῆς τους τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, ἀλλά στήν συνέχεια μετανόησαν καί θέλησαν μέ τήν ζωή τους νά ξεπλύνουν τό μίασμα τῆς ἄρνησής τους. Κι ἐδῶ δημιουργήθηκε ἕνα διπλό ζήτημα. ᾽Αφενός τό ἄν ἡ ᾽Εκκλησία θά δεχόταν τήν ῾εἰσπήδησιν᾽ στό μαρτύριο, τήν θεληματική δηλαδή καί αὐτόκλητη ἐπιδίωξη τοῦ μαρτυρίου, κάτι πού εἶχε καταδικαστεῖ στήν πρώτη ᾽Εκκλησία, ἀφετέρου τό ἄν μπορεῖ ἕνας ἀρνητής τοῦ Χριστοῦ, ἔστω καί μετανοημένος ἀργότερα, νά ἐνταχθεῖ στίς δέλτους τῶν ἁγίων τῆς ᾽Εκκλησίας καί νά τιμᾶται καί νά γεραίρεται ὅπως οἱ ἄλλοι γνωστοί μάρτυρες. ῾Ο ὅσιος Νικόδημος λοιπόν δίνει ἀπάντηση καί στά δύο.

Τό εἰσπηδητικό λεγόμενο μαρτύριο, καταδικασμένο μέν καταρχήν, γίνεται ἀποδεκτό στήν πράξη ἀπό τήν ᾽Εκκλησία, ἐφόσον συντρέχουν οἱ κατάλληλες συνθῆκες: ἔχει ὑπάρξει ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ ἀπό χριστιανό, ὑπάρχει ἔπειτα ἡ βαθειά μετάνοιά του καί ἡ βεβαιωμένη ἀπόφασή του νά ξεπλύνει τήν ἄρνηση μέ τό αἷμα του καί μάλιστα στόν τόπο πού ἀρνήθηκε τήν πίστη του, ἔχει προηγηθεῖ γι᾽ αὐτό ἡ κατάλληλη ἑτοιμασία του ἀπό συγκεκριμένους πνευματικούς, τούς λεγόμενους ῾ἀλεῖπτες᾽ (πνευματικούς γυμναστές καί καθοδηγητές), οἱ ὁποῖοι δυναμώνουν τόν ὑποψήφιο μάρτυρα μέ τήν καθοδήγησή τους ὥστε νά μή δειλιάσει καί ἀρνηθεῖ γιά δεύτερη φορά τόν Κύριο. ῾Ο ὅσιος Νικόδημος μάλιστα ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς μεγάλους αὐτούς ἀλεῖπτες  πού ἔγιναν μάρτυρες καί τῆς μετάνοιας καί τοῦ ἁγιοπνευματικοῦ πόθου τέτοιων ἀνθρώπων.

Κι ἀπό τήν ἄλλη: ὁ ἴδιος ὅσιος εἶναι ὁ κατεξοχήν ὑποστηρικτής τῆς ἁγιότητας αὐτῶν τῶν νεομαρτύρων, φέρνοντας τό κατεξοχήν  καί πιό ἰσχυρό ἐπιχείρημα πού ὑπάρχει: τήν ἐπιβεβαίωσή τους ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό. ῞Οπου ὁ Θεός ἐπιβραβεύει μέ τά θαύματα καί μέ τήν εὐωδία, λέει, ποιός εἶναι ἐκεῖνος πού θά ἀρνηθεῖ; Γι᾽ αὐτό καί χρησιμοποιεῖ  πολύ σκληρή γλῶσσα γιά τούς ἀντιτιθέμενους στήν ἁγιότητα τῶν ἀρνησιχρίστων μαρτύρων, μιλώντας μέ τά παραδείγματα τῆς ἱστορίας: πρῶτος ἀρνησίχριστος ὑπῆρξε ὁ ἀπόστολος Πέτρος. Ποιός ἀρνεῖται τήν ἁγιότητα καί τήν ἀποστολικότητά του; Κι ἀκόμη τόν ἅγιο ᾽Ιάκωβο τόν Πέρση.  Ποιός ἐπίσης θά ἀρνηθεῖ τήν βεβαιωμένη ἁγιότητά του καί τήν παρρησία συνεπῶς πού ἔχει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ;

Λίγα παραδείγματα: ῾Πῶς ἐξείπω τῆς σῆς καρδίας τό μεγαλόψυχον, ἤ πῶς τούς ἀθλητικούς σου ἀγῶνας κατ᾽ ἀξίαν εὐφημήσω, Κωνσταντῖνε ἀδαμάντινε; Νικῶσι γάρ λόγους βροτῶν καί τάς παρ᾽᾽Αγγέλων εὐφημίας μόνας ἐκδέχονται᾽ (Πῶς νά μιλήσω γιά τήν μεγαλοψυχία τῆς καρδιᾶς σου ἤ πῶς νά δοξολογήσω ἄξια τούς ἀθλητικούς σου ἀγῶνες, Κωνσταντίνε ἀδαμάντινε; Διότι αὐτά νικοῦν τά λόγια τῶν ἀνθρώπων καί κάνουν ἀποδεκτές μόνες τίς ἀγγελικές δοξολογίες) (δοξαστικό μικροῦ ἑσπερινοῦ).
 Ποίοις ἀθλητικοῖς ἔπεσιν ἐπαινέσωμεν τόν Κωνσταντῖνον...τόν δι᾽ οὗ ὁ τρώσας τό πρίν Σατάν ἀντιτέτρωται καί εἰς τέλος καταπεπάτηται᾽ (῾Μέ ποιά ἀθλητικά λόγια θά ἐπαινέσουμε τόν Κωνσταντίνο...αὐτόν διά τοῦ ὁποίου ὁ Σατανᾶς πού τόν πλήγωσε προηγουμένως ἀντιπληγώθηκε καί τελικῶς καταπατήθηκε) (στιχηρό ἑσπερινοῦ).
Τίς μή δοξάσει, τίς μή ἀξίως ἐπαινέσει, Κωνσταντῖνον Νεομάρτυρα, ὅν ῾Αγία Τριάς ἐδόξασε; ...Αἰσχυνέσθωσαν οὖν οἱ λαλοῦντες ἄδικα εἰς τό ὕψος τῆς αὐτοῦ ἁγιότητος, καί στόματα ἐμφραγήτω τῶν ἀντιλεγόντων τῇ ψήφῳ τῆς Παναγίας Τριάδος᾽ (Ποιός δέν θά δοξάσει, ποιός δέν θά ἐπαινέσει ἄξια τόν νεομάρτυρα Κωνσταντίνο, τόν ὁποῖο δόξασε ἡ ἁγία Τριάδα; ...῎Ας ντραποῦν λοιπόν αὐτοί πού μιλοῦν ἄδικα γιά τό ὕψος τῆς ἁγιότητάς του καί ἄς κλείσουν τά στόματα αὐτῶν πού ἀντιλέγουν σέ ὅ,τι ψήφισε ἡ Παναγία Τριάδα) (ἀπό τήν λιτή τοῦ ἑσπερινοῦ).
῾῾Ο ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς... εἰ καί πρός καιρόν παρεχώρησε πεσεῖν σε εἰς τό μέγα τῆς ἀρνήσεως πτῶμα, ὡς καί Πέτρον τόν κορυφαῖον ᾽Απόστολον, καί ᾽Ιάκωβον τόν Πέρσην...ἀλλ᾽ οὖν διά τῆς αὐτοῦ χάριτος, ὥσπερ ἐκείνους, οὕτω καί σέ ταχέως πάλιν ἐκ τοῦ πτώματος ἤγειρε...καί στεφάνοις δόξης ὡς αὐτοῦ νεομάρτυρα ἐστεφάνωσε᾽ (῾Ο Κύριος πού βλέπει τό βάθος τῆς καρδιᾶς...ἄν καί πρός καιρόν παραχώρησε νά πέσεις στήν μεγάλη πτώση τῆς ἄρνησης, ὅπως καί τόν Πέτρο τόν κορυφαῖο ἀπόστολο καί ᾽Ιάκωβο τόν Πέρση...ἀλλ᾽ ὅμως μέ τήν χάρη Του, ὅπως ἐκείνους, ἔτσι κι ἐσένα σήκωσε καί πάλι γρήγορα ἀπό τήν πτώση...καί σέ στεφάνωσε σάν νεομάρτυρά Του μέ τούς στεφάνους τῆς δόξας) (οἶκος συναξαρίου ὄρθρου).

Εἶναι περιττό βεβαίως νά ὑπενθυμίσουμε δύο ἀκόμη πράγματα: πρῶτον, ὅτι ἡ δύναμη τῆς μετανοίας καί ὁ πόθος τοῦ μαρτυρίου ἦταν καρπός πρωτίστως τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ πού βρῆκε ἀνταπόκριση ἀπό τήν καλή διάθεση τοῦ ἁγίου. ῞Ο,τι μεγαλειῶδες συνέβη δηλαδή στόν ἅγιο Κωνσταντίνο μετά τήν πτώση τῆς ἄρνησής του ὀφείλετο πρωτίστως στήν δύναμη τοῦ Θεοῦ μας καί ὄχι σέ ἕνα περίσσευμα δικῶν του ἐνεργειῶν. Τί καλό ἄλλωστε μπορεῖ νά ἔχουμε οἱ ἄνθρωποι ἀπό  μόνοι μας; Κάθε τι καλό ῾ἄνωθεν ἐστί καταβαῖνον ἀπό τοῦ Πατρός τῶν Φώτων᾽ (ἅγιος ᾽Ιάκωβος). ῾῾Ως ἥλιος λαμπρός...ἡ μνήμη σου, στερρέ Κωνσταντῖνε ἐπέστη...καί εἰς αἴνεσιν ἤγειρε τοῦ νευρώσαντός Σε ἐν τοῖς ἄθλοις᾽ (῾Η μνήμη σου, δυνατέ Κωνσταντίνε φάνηκε σάν λαμπρός ἥλιος...καί μᾶς ξεσήκωσε νά δοξολογήσουμε Αὐτόν πού σοῦ ἔδωσε τήν δύναμη στούς ἄθλους σου) (κάθισμα ὄρθρου). Καί δεύτερον, ποιητικό αἴτιο τοῦ ὅλου μαρτυρίου – μετανοίας καί ἀπόφασης θανάτου – μέ τό δεδομένο τῆς ὑποκινούσης χάρης τοῦ Θεοῦ ἦταν ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ ἁγίου  πρός τόν Κύριο. ῎Οχι μόνο ἡ ἐκ Θεοῦ δύναμη, ἀλλά καί ἡ ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπαραίτητη γιά νά ὑπάρξει ὅ,τι καλό στήν ἐπί γῆς πορεία του. Χωρίς τήν ἀγάπη ὡς ἀνταπόκριση στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τίποτε δέν ἔχει ἰδιαίτερο νόημα κι οὔτε ἀφήνει κάποιο σοβαρό στίγμα τῶν ἰχνῶν τοῦ ἀνθρώπου στόν κόσμο τοῦτο. ῾Ο ὅσιος ὑμνογράφος ἰδιαιτέρως τό τονίζει: ῾῎Ιδε νέος στερρόψυχος, ἴδε μάρτυς περίδοξος, ἴδε πῶς ὡς πρόβατον ἡμερώτατον ὁ Κωνσταντῖνος παρέδωκεν ἑαυτόν εἰς θάνατον δι᾽ ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ᾽ (Κοίτα ὁ δυνατός στήν ψυχή νέος, κοίτα ὁ ἔνδοξος μάρτυρας, κοίτα πῶς σάν πρόβατο ἡμερότατο ὁ Κωνσταντίνος παρέδωσε τόν ἑαυτό του γιά θάνατο λόγω τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ) (στιχηρό ἑσπερινοῦ).

Ἡ ἀγάπη του αὐτή μάλιστα γιά τόν Χριστό κάνει τόν ὅσιο Νικόδημο νά τόν παραλληλίζει μέ τόν ἅγιο τῆς παράδοσης, τόν θερμουργό στήν πίστη καί τόν ἔρωτα τοῦ Χριστοῦ ἅγιο ᾽Ιγνάτιο τόν θεοφόρο. ῾Ο λυρισμός τῶν ἐπιστολῶν τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου γίνεται λυρισμός καί τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου διά γραφίδος τοῦ ὁσίου ὑμνογράφου: ῾Τόν ἱερόν καί θεοφόρον ᾽Ιγνάτιον, Κωνσταντῖνε μάρτυς, ἐκμιμούμενος, διά Χριστόν, ὤν ἐν τῇ φυλακῇ τοῖς σοῖς συμπολίταις, μή ἐμποδίσητε ἔγραφες, ἀλλά ἄφετε θανεῖν με, δι᾽ ἀγάπην Χριστοῦ μου, τοῦ Σταυρόν δι᾽ ἐμέ ὑπομείναντος᾽ (Κωνσταντίνε μάρτυρα, μιμούμενος τόν ἱερό καί θεοφόρο ᾽Ιγνάτιο, ἔγραφες καθώς ἤσουν στήν φυλακή γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ στούς συμπολίτες σου: μή μέ ἐμποδίσετε, ἀλλά ἀφῆστε με νά πεθάνω γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μου, Αὐτοῦ πού ὑπέμεινε γιά μένα τόν Σταυρό) (ὠδή δ´). Κι ἀκόμη ἐπί πλέον στό ἴδιο μῆκος κύματος: ῾Τί μοι χρυσός, τί μοι ὁ πλοῦτος ἀντέλεγες, τοῖς τυράννοις; Τί μοι τά ἐπίκηρα τῶν ἀγαθῶν, ἅ μοι δαψιλῶς προτείνετε, πλάνοι, ἀπατεῶνες καί ἄφρονες, Χριστός μοι ἀντί πάντων ὁ ἐμός ἔρως πέλει, ἐφετόν καί τερπνόν τό ἀκρότατον᾽ (Ποιό εἶναι γιά μένα τό χρυσάφι, ποιός εἶναι γιά μένα ὁ πλοῦτος, ἔδινες ὡς ἀπάντηση στούς τυράννους; Τί εἶναι γιά μένα τά φθαρτά ἀγαθά πού πλούσια μοῦ προτείνετε, πλάνοι, ἀπατεῶνες καί ἄφρονες; ῾Ο Χριστός εἶναι γιά μένα ἔναντι ὅλων ὁ ἔρωτάς μου, ὁ πιό μεγάλος καί ὡραῖος πόθος) (ὠδή δ´).

῾Ο ἅγιος Νικόδημος προβάλλει τόν νεομάρτυρα ὡς παράδειγμα ὅλων τῶν ἀρνησιχρίστων, λόγω τῆς μετανοίας πού ἐπέδειξε. ῾Νομίμως παράδειγμα πολύαθλε γεγένησαι, καί ὁλοκαρδίου μετανοίας, ἀρνησιχρίστοις πᾶσιν ὁ βίος σου. ῞Οπου γάρ ἠρνήσω τόν Χριστόν, ἐκεῖ πάλιν ῞Αγιε ἀνδρικῶς ὡμολόγησας᾽ (Μέ νόμιμο τρόπο ἔγινες παράδειγμα, πολύαθλε, κι ὁ βίος σου ἔγινε τύπος ὁλοκάρδιας μετάνοιας σέ ὅλους αὐτούς πού ἀρνήθηκαν τόν Χριστό. Διότι ὅπου ἀρνήθηκες τόν Χριστό, ἐκεῖ πάλι, ἅγιε, Τόν ὁμολόγησες μέ ἀνδρικό τρόπο) (ὠδή ε´). ᾽Αλλά ἀρνησίχριστοι δέν εἶναι μόνον αὐτοί πού ἀρνήθηκαν τόν Χριστό τήν ἐποχή τῶν ὅποιων διωγμῶν. ᾽Αρνησίχριστοι γινόμαστε κι ἐμεῖς, κάθε φορά πού ἀρνούμαστε νά ὑπακούσουμε στίς ἅγιες ἐντολές Του καί μάλιστα αὐτήν τῆς ἀγάπης. ῞Οταν γιά παράδειγμα δέν συγχωρῶ ἕναν συνάνθρωπό μου πού μέ ἀδίκησε, δέν γίνομαι κι ἐγώ ἀρνησίχριστος, ἀφοῦ ἀθετῶ τήν ἐντολή Του; Λοιπόν γιά ὅλους ἀνεξαιρέτως εἶναι παράδειγμα μετανοίας ὁ ἅγιος Κωνσταντίνος καί τόν γεραίρουμε καί τόν δοξολογοῦμε ὅπου γῆς κι ἄν βρισκόμαστε.

Κατεξοχήν βεβαίως ὅμως τιμᾶται καί γεραίρεται στήν ῞Υδρα καί στήν Ρόδο. Στήν ῞Υδρα γιατί αὐτή βλάστησε ἕνα τέτοιο παλληκάρι καί κατέχει τό λείψανό του. Στήν Ρόδο γιατί ἁγιάσθηκε ἀπό τό σεπτό αἷμα του λόγω τοῦ μαρτυρίου του. Οἱ ὕμνοι ἐδῶ τοῦ ἁγίου ὑμνογράφου γίνονται ἀληθινά ἐμβατήρια. ῾᾽Αγάλλου πνευματικῶς ἡ νῆσος ῞Υδρα καί χόρευε, βλαστήσασα εὐκλεῶς Κωνσταντῖνον Μάρτυρα, καί τούτου κατέχουσα Λείψανον τό θεῖον ὥσπερ πλοῦτον ἀδαπάνητον᾽ (Νῆσος ῞Υδρα, νά ἀγάλλεσαι πνευματικά καί νά χορεύεις, γιατί βλάστησες μέ ἔνδοξο τρόπο τόν μάρτυρα Κωνσταντίνο καί κατέχεις τό θεῖο λείψανό του σάν ἀδαπάνητο πλοῦτο) (ὠδή ς´). ῾Καί σύ δέ Ρόδος καυχῶ καί ὕμνους θείους παιάνιζε, ἁγιασθεῖσα σεπτοῦ αἵματος τοῖς ρεύμασι, Κωνσταντίνου Μάρτυρος, καί αὐτοῦ ἰδοῦσα τό στερρότατον Μαρτύριον᾽ (Καί σύ Ρόδος, νά καυχᾶσαι καί νά παιανίζεις θείους ὕμνους, γιατί ἁγιάσθηκες ἀπό τά ρεύματα τοῦ σεπτοῦ αἵματος τοῦ Μάρτυρα Κωνσταντίνου, καί γιατί εἶδες τό σπουδαῖο καί σταθερό μαρτύριό του) (ὠδή ς´).

Ταῖς αὐτοῦ πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς.


Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ: «Ἀρετή καί ὄχι ἀξιώματα»


«Ἡ ἀρετή καί ὂχι τά ἀξιώματα φέρουσιν τήν ἀνισότητα... Τό ἀξίωμα περιποιεῖ τιμήν τῷ ἒχοντι, ἀλλά οὐ διακρίνει τῶν ἀδελφῶν τοῦ Κυρίου αὐτόν. Μεταξύ τῶν ἀδελφῶν τοῦ Κυρίου διακρίνονται ἀσχέτως πρός τά ἀξιώματα οἱ μιμηταί τοῦ Χριστοῦ, διότι οὗτοι φέρουσι τό ἀρχέτυπον τῆς εἰκόνος καί τήν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος τήν ἐγκαλλωπίζουσαν καί ἐξυψοῦσαν αὐτούς εἰς περιωπήν δόξης καί τιμῆς» (Ἐπιστολή πρός Ἰωάσαφ μοναχόν).
Λόγια τοῦ ἁγίου, ἀτόφια εὐαγγελικά, καθαρά καί ξάστερα:
δέν δημιουργοῦν ἀνισότητα στούς ἀνθρώπους τά ἀξιώματα πού ἔχουν, πρωτίστως τά ἐκκλησιαστικά, ἀλλά κατ’ ἐπέκταση καί τά ὅποια ἄλλα κοσμικά – δέν εἶναι ἑπομένως τό ἔχειν τοῦ ἀνθρώπου τό καθοριστικό στοιχεῖο τῆς ποιότητάς του στόν κόσμο·
δέν εἶναι τό ἀξίωμα λόγος διάκρισης ἔναντι τῶν ἄλλων –   αὐτό ἀναφέρεται στά ἐξωτερικά καί συνεπῶς στά φθαρτά καί παρερχόμενα.
 Τό ἀξίωμα τιμᾶ αὐτόν πού τό ἔχει,  γιατί προφανῶς ἔχει ἀναλάβει μία συγκεκριμένη διακονία χάριν τοῦ συνανθρώπου, συνεπῶς ἄν δέν λειτουργήσει μέ αὐτόν τόν διακονικό τρόπο, δέν ἀξίζει καί προκαλεῖ ἀτιμία στόν ἔχοντα. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος  ὡς ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός ἀπεκάλυψε ὅτι «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦναι τήν ψυχήν Αὐτοῦ λύτρον ἀντί πολλῶν» - χωρίς τή διακονική καί θυσιαστική διάσταση ὁ «ἀξιωματοῦχος» γίνεται Χριστομάχος καί Θεομάχος! Καί λέει τόν λόγο αὐτόν ἕνας ἄνθρωπος πού τιμήθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία μέ τό μεγαλύτερο ἀπό τά διακονήματά της, τήν ἴδια τήν ἀρχιερωσύνη.
Τί προσδίδει τιμή στόν ἄνθρωπο, κατά τόν ἅγιο; Ἡ ἀρετή του, μέ τήν ἔννοια τῆς ἀγάπης του πρός τόν Χριστό πού τόν καθιστᾶ μιμητή Χριστοῦ, συνεπῶς ἔδαφος πού καλλιεργεῖται καί ἀναπτύσσεται ἡ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὅπου ὑπάρχει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ καί μόνον ὑπάρχει ἀξία, δόξα καί τιμή, ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος ἔχει γίνει κυριολεκτικά κόσμημα Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Ὁ πλοῦτος τῆς χάρης αὐτῆς δημιουργεῖ τήν ὅποια ἀνισότητα στούς ἀνθρώπους, σάν τό καλό χωράφι τῆς παραβολῆς τοῦ σπορέως, πού ἀλλοῦ καρποφορεῖ τριάντα, ἀλλοῦ ἑξήκοντα, ἀλλοῦ ἑκατό.
Ὁ ἅγιος Νεκτάριος «πλήρωσε» ἀκριβά τήν πιστότητά του στό Εὐαγγέλιο. Διότι προφανῶς κάποιοι στήν Ἐκκλησία, τότε τῆς ἐποχῆς του, (καί μόνον τότε;), τά ἀξιώματα τά ἔβλεπαν μέ τόν τρόπο τοῦ κόσμου, τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία, καί ὄχι μέ τόν τρόπο τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων Πατέρων. Κι ἡ πιστότητά του αὐτή ἀπέδειξε περίτρανα τήν πράγματι χριστοποιημένη ὕπαρξή του: διώχτηκε καί ἀξιώθηκε τῆς ἱερότητας τοῦ μαρτυρίου – τῆς κατασυκοφάντησης, τοῦ ἐξευτελισμοῦ, τῆς ἐξορίας, τῆς πείνας, τῆς ἀπόλυτης κατ’ ἄνθρωπον μοναξιᾶς! Ἀλλά καί γι’ αὐτό ἀπέλαυε ἀπό τόν Κύριο τῆς ἀνάστασης καί τῆς δόξας Ἐκείνου! Ὁ Κύριος τόν κατέστησε στήν Ἐκκλησία ἕνα ἀπό τά ἀκριβά κοσμήματά της!

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2019

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (59)


 Ο ίδιος ο Κύριος μάς λέει έναν συγκλονιστικό λόγο Του, καθώς απευθύνεται στους αμφισβητίες Ιουδαίους, (αλλά και στους πιστούς που Τον άκουγαν): «Όταν θα υψώσετε τον Υιό του Ανθρώπου, τότε θα καταλάβετε πως εγώ είμαι αυτός που πραγματικά είμαι κι ότι δεν κάνω τίποτε από μόνος μου» («Ὅταν ὑψώσητε τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου, τότε γνώσεσθε ὅτι ἐγώ εἰμι, καί ἀπ’ ἐμαυτοῦ ποιῶ οὐδέν»: Ιωάν. 8, 28). Τι αποκαλύπτει ο Κύριος; Πρώτον· ότι είναι απεσταλμένος του Θεού Πατέρα και βρίσκεται πάντοτε στην απόλυτη υπακοή Του – τέτοια που Τον οδήγησε στον Σταυρικό θάνατό Του. Δεύτερον· ότι ο Ίδιος είναι ακριβώς ο Θεός, «ὁμοούσιος τῷ Πατρί», γιατί είναι «Αυτός που είναι», (δηλαδή Αυτός που υπάρχει, Αυτός που είναι η πηγή της ζωής και είναι Αιώνιος),  «ὁ Ὤν», ο «Γιαχβέ» της Παλαιάς Διαθήκης. Πρόκειται για την αποκάλυψη του ονόματός Του στον Πατριάρχη Μωυσή, όταν εκείνος βρέθηκε μπροστά στο συγκλονιστικό γεγονός της καιομένης και μη κατακαιομένης βάτου  - μίας μυστηριακής παρουσίας του Κυρίου - και κλήθηκε από Αυτόν να αναλάβει τη διακονία της αρχηγίας του λαού του Θεού, προκειμένου να φύγουν από τη δουλεία της Αιγύπτου και να οδηγηθούν στη γη της επαγγελίας. Στο ερώτημα του Μωυσή «ποιο είναι το όνομά Σου;», ο Κύριος ακριβώς απαντά με αυτό το θεωρούμενο παράδοξο για απάντηση: «Ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν». Τρίτον (και ίσως συγκλονιστικότερο όλων)· θα Τον καταλάβουν οι άνθρωποι ως τον Όντα και την πηγή της ζωής όταν θα Τον υψώνουν στον Σταυρό – τότε θα υπάρξει η αληθινή γνώση Του, όπως πράγματι αμέσως συνέβη τούτο από τον Ρωμαίο εκατόνταρχο, τον μετέπειτα άγιο Λογγίνο τον επί του Σταυρού, που ομολόγησε ότι «ἀληθῶς ὁ ἄνθρωπος οὗτος Υἱός ἦν τοῦ Θεοῦ»! Και λέμε ότι το τελευταίο τούτο είναι το συγκλονιστικότερο όλων, γιατί ξεκάθαρα ο ίδιος ο Κύριος αποκαλύπτει την παντοδυναμία Του και την θεϊκή «ταυτότητά» Του, την ώρα της θεωρούμενης έσχατης αδυναμίας Του: ο Κύριος πάνω στον Σταυρό και την ατίμωση και την αδυναμία του Σταυρού, εκεί φανερώνει το απόλυτο της δύναμης και της δόξας Του! Όπως το σημειώνει και πάλι ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής: στον Σταυρό «ἐδοξάσθη» ο Κύριος. Κι αυτό γιατί; Διότι εκεί έχουμε το απώγειο της άπειρης αγάπης Του! Τι θα πει όμως αυτό;  Ότι ο Σταυρός και η «αδυναμία» του Σταυρού είναι η διαρκής πρόκληση για τη μετάνοιά μας – μπροστά στον Σταυρό κτυπάμε το στήθος μας με συναίσθηση· ότι τότε η αγία Εκκλησία ως σώμα Χριστού βρίσκεται στο μέγιστο ύψος της δυνάμεώς της, όταν βρίσκεται σταυρωμένη κι αυτή και στην έσχατη «κατάντια» του μαρτυρίου και της αδυναμίας – μία Εκκλησία πλούσια, δοξασμένη ανθρωπίνως και με κοσμικές εξουσίες μάλλον δεν έχει σχέση με τον κεφαλή της τον Κύριο· ότι τότε ο χριστιανός βρίσκεται στη μεγαλύτερη και αυτός δύναμή του, όταν κείται κατάκοιτος στο κρεβάτι ίσως του πόνου, μέσα στους πειρασμούς και τις οδύνες και τις δοκιμασίες αυτής της ζωής, σαν τον απόστολο Παύλο που συνειδητοποιούσε κατά αποκάλυψη Κυρίου ότι «ὅταν ἀσθενεῖ, τότε δυνατός ἐστι».  Παράδοξα πράγματα, που δείχνουν το παράδοξο της πίστης μας, της πίστης μας όμως που είναι η μόνη αλήθεια που ελευθερώνει τον άνθρωπο!

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ, Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ (4 Νοεμβρίου)


 
«Ὁ Γεώργιος, ὁ γεωργός τῆς ἀρετῆς καί σύνοικος τῆς σοφίας, τό εὔχρηστο σκεῦος τοῦ παντοδύναμου Παρακλήτου Πνεύματος καί ἡ ἀκένωτη βρύση  τῶν ἰαμάτων, ἀφοῦ ἀκολούθησε κατά τά νεώτερα χρόνια τά βήματα τῶν παλαιῶν λαμπρῶν ὁσίων πατέρων, ἔγινε στύλος καί εἰκόνα γι’ αὐτούς πού θέλουν νά ζοῦν μέ εὐσέβεια».
Ὁ καλός καί γνωστός ὑμνογράφος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας, καί κατά ἀκρίβεια τυπική «Μέγας ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας», δρ. Χαράλαμπος Μπούσιας, ὁ ὁποῖος συνέγραψε καί τήν ἀκολουθία τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἡμῶν Γεωργίου Καρσλίδου τοῦ ὁμολογητοῦ, μέ τά παραπάνω σύντομα λόγια στό συναξάρι τῆς ἀκολουθίας του συνοψίζει τά κύρια στοιχεῖα τῆς κατά Χριστόν πολιτείας τοῦ ὁσίου: ὁ ὅσιος ὑπῆρξε ἄνθρωπος τῆς ἀρετῆς καί τῆς σοφίας, ὑπῆρξε κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέ ἀποτέλεσμα νά γίνει ὁ ἴδιος ὅπως ἀσφαλῶς καί τά χαριτόβρυτα λείψανά του βρύση τῶν ἰαμάτων γιά κάθε ἀσθένεια τῶν πιστῶν ἀνθρώπων πού πρόστρεχαν καί προστρέχουν σ’ αὐτόν. Αἰτία τῶν ὑπερφυῶν αὐτῶν καταστάσεων ἦταν τό γεγονός ὅτι προσπάθησε στή ζωή του νά ἀκολουθήσει τά χνάρια τῶν παλαιῶν μεγάλων ὁσίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτό κι ἐκεῖνος μαζί μέ τούς μεγάλους ὁσίους ἔγινε στήριγμα καί πρότυπο γιά ὅλους τούς πιστούς χριστιανούς.
Μέ ἔμπνευση, γνώση κι ἐπιστήμη ὁ ὑμνογράφος μας ἀναπτύσσει μέ τή δοσμένη ἀπό τόν Θεό χάρη πού ἔχει ὅλες τίς διαστάσεις αὐτές τῆς ζωῆς τοῦ ὁσίου Γεωργίου. Ἐπανειλημμένως ἐπισημαίνει καταρχάς ὅτι ὁ ὅσιος ὑπῆρξε ἄνθρωπος στόν ὁποῖο εἶχαν κατοικήσει ὅλες οἱ ἀρετές τοῦ Θεοῦ: ἤδη γιά παράδειγμα στό ἀπολυτίκιό του μᾶς ἀναφέρει ὅτι ἦταν «τοῦ χαροποιοῦ πένθους μύστης καί καθρέπτης τῆς καρδιακῆς προσευχῆς, τῆς ταπείνωσης καί τῆς πνευματικῆς ἐγρήγορσης»· ἦταν «αὐτός πού ἀναλώθηκε μέ τήν ἀγάπη καί τή συμπάθειά του πρός κάθε συνάνθρωπο, καθοδηγώντας ἀπλανῶς τόν λαό τοῦ Θεοῦ» (ἰδιόμελο τοῦ ὄρθρου)· ἦταν ὁ ἐγκρατέστατος ἄνθρωπος πού «ζοῦσε μέ σκληραγωγία τῆς σάρκας του καί μέ ἀσιτία» (ὠδή γ΄)· αὐτός πού «ἔτρεχε πρῶτος στήν ἐλεημοσύνη, δείχνοντας ὅτι εἶναι τό φῶς τῆς ἀγάπης» (ὠδή δ΄)· αὐτός πού ὑπῆρξε «ἡ βάση τῆς σωφροσύνης καί ἡ λάμψη τῆς ἀγαθωσύνης» (οἶκος κοντακίου). Μ’ ἕνα λόγο ὑπῆρξε ἄνθρωπος πού «στό πρόσωπό του οἱ χριστιανοί τῶν νεώτερων χρόνων ἔβλεπαν τά κατορθώματα τῶν ὁσιώτατων ἀσκητῶν τῆς ἐρήμου τῆς Παλαιστίνης καί τῆς Αἰγύπτου» (στιχηρό προσόμοιο ἑσπερινοῦ), έβλεπαν δηλαδή ἕναν  ἄλλον Ἀντώνιο, ἄλλον Εὐθύμιο, ἄλλον Μακάριο, καί πού τελικῶς «μέ τήν ἄσκησή του ἔφθασε ὡς ἄσαρκος μέχρι τούς ἀγγέλους καθώς ἀνέβηκε τήν κλίμακα ὅλων τῶν ἀρετῶν» (ὠδή ε΄).
Κι ἐπισημαίνει βεβαίως ὁ καλός καί πιστός ὑμνογράφος ὅτι ὅλες αὐτές οἱ ἀρετές δέν ὑπῆρξαν ἕνα κατόρθωμα τοῦ ἁγίου, βασισμένου στίς δικές του δυνάμεις, ὥστε ἡ καύχηση νά εἶναι γι’ αὐτόν.  Ἦταν ἡ παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος μέσα στήν ὕπαρξή του, πού ἔκανε τόν ἅγιο, «καθώς ἀγάπησε ἀπό μικρό παιδί τόν Χριστό καί κατηύθυνε πρός Αὐτόν ὅλη τήν ἔφεση τῆς ψυχῆς του» (αἶνοι),  νά φανερώνεται ἀπό ὅπου πέρασε – εἴτε τήν Ἀργυρούπολη τοῦ Πόντου εἴτε τή χώρα τῆς Γεωργίας εἴτε τήν πόλη τῆς Δράμας καί τό ἱδρυθέν ἀπό αὐτόν μοναστήρι τῆς Ἀναλήψεως - μέ τόσο θεοχαρίτωτο τρόπο. Γι’ αὐτό καί ἡ ὅποια ἀρετή του ἦταν στερεωμένη στό θεμέλιο ὅλων τῶν ἀρετῶν πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν ταπείνωση, γιατί εἶναι ἡ μόνη πού ἑλκύει ὡς μαγνήτης κυριολεκτικά τή χάρη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. «Ταπεινοῖς ὁ Θεός δίδωσι χάριν». Καί παίρνει ἀφορμή ὁ ἐνημερωμένος ὑμνογράφος μας ἀπό «τόν ταπεινόν ἀσκητήν» (στιχηρό ἑσπερινοῦ), γιά νά διεισδύσει λίγο στήν ψυχή του πάνω στήν ὑψοποιό αὐτήν ἀρετή. Καί μᾶς καθοδηγεῖ καί μᾶς συγκινεῖ, λέγοντάς μας ὅτι ἡ ταπείνωσή του αὐτή ἦταν ὁ καρπός μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τῆς ἀσκητικῆς του προσπάθειας «νά κρατάει τόν νοῦ του στόν Ἅδη, χωρίς ὅμως νά ὁδηγεῖται σέ ἀπόγνωση, γι’ αὐτό καί νά ἀξιώνεται τῆς ἀπόλαυσης τοῦ Θαβωρίου φωτός» (λιτή). Τί κάνει ὁ ὑμνογράφος; Μέ φωτισμό προφανῶς Θεοῦ, «δανείζεται» τήν ἐκφρασμένη διά γραφίδος ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἄθω καί ὁσίου Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ ἐμπειρία τοῦ ἰδίου ἁγίου Σιλουανοῦ, γιά νά πεῖ ὅ,τι ἐκεῖνος εἶχε δεῖ ὡς ἐνέργεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ στόν ἑαυτό του. Αὐτό δηλαδή πού ἀποκαλύφθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο στόν ἅγιο Σιλουανό, σύγχρονο σχεδόν τοῦ τιμωμένου ἁγίου μας,  προκειμένου νά μένει στήν ταπείνωση, συνεπῶς καί στή χάρη τοῦ Θεοῦ, «κράτει τόν νοῦν σου εἰς τόν ἅδη καί μή ἀπελπίζου», τό ἴδιο ἀποδίδει ὁ ὑμνογράφος καί στόν ἅγιο Γεώργιο Καρσλίδη. Κι ἔχει δίκιο: γιατί ὁ πνευματικός ἀγώνας, παρ’ ὅλες ἴσως τίς διακλαδώσεις του, εἶναι κοινός σέ ὅλους τούς ἁγίους.
Ὁ ἅγιος Γεώργιος ὑψώνεται λοιπόν κι αὐτός σέ οἰκουμενικό πρότυπο γιά ὅλους τούς πιστούς, προσφέροντας σ’ αὐτούς τή χάρη τῶν ἰάσεων καί τή λύση τῶν ποικίλων προβλημάτων τοῦ βίου τους. Γιατί ἀκριβῶς ἔγινε κι αὐτός «σκεῦος ἐκλογῆς», σάν ὅλους τούς Πατέρες καί ὁσίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Καί μέσα ἀπό αὐτόν διακρίνουμε καθαρά τήν παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, τήν παρουσία τῆς χάρης Του. Κι ἕνα στοιχεῖο πού ἐπιβεβαιώνει μέ περίτρανο τρόπο τήν ἀλήθεια αὐτή εἶναι καί τό ὅτι ὁ ἅγιος Γεώργιος πέρασε ἀπό πολύ μικρός πάρα πολλούς κόπους, κινδύνους, φυλακίσεις, μέ ἀποτέλεσμα τήν σχεδόν ὁλοκληρωτική του ἐξάντληση. Μέχρι θανάτου κινδύνεψε ὁ ὅσιος, χωρίς ὅμως οὐδ’ ἐπί στιγμήν νά καμφθεῖ τό ἀνδρειότατο φρόνημά του. Σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο, οἱ πόνοι τοῦ σώματός του καί τό εὔθραστο τῆς ὑγείας του συνοδεύονταν ἀπό μία καρδιά γεμάτη ἀπό χάρη Θεοῦ, συνεπῶς ἀπό πνευματική ὑγεία. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν ἦταν αὐτός πού ὅταν παρεκάλεσε τόν Κύριο νά ἄρει ἀπό αὐτόν τόν «σκόλοπα τῆ σαρκί», Ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε ὅτι «σοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρη Μου», ὁπότε κατάλαβε ὁ ἀπόστολος ὅτι «ὅταν ἀσθενῇ τότε δυνατός ἐστι»; Τό ἴδιο συμβαίνει, κατά τόν ὑμνογράφο, καί μέ τόν ἅγιο Γεώργιο. «Τό ἀσθενικό του σῶμα ἔκρυβε μία ὑγιέστατη καρδιά… κι ἦταν στήν πραγματικότητα ἡ ἀγόγγυστη ἀπό αὐτόν ἀνάληψη τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου πάνω του» (δοξαστικό τῶν ἀποστίχων).
Γι’ αὐτό καί ἄφοβος καί ἀνδρεῖος ὁ ὅσιος μετάγγιζε καί συνεχίζει νά μεταγγίζει ἀφοβία καί ἀνδρειότητα σέ κάθε πιστό πού ἀναφέρεται σέ αὐτόν, ὅπως πολύ ὡραῖα ἐπίσης τό ἐπισημαίνει ὁ σεμνός ὑμνογράφος. «Θάρρος καί ἰσχύ καί δύναμη δίνεις ὡς βραβεῖο, ὅσιε Γεώργιε, σέ ὅλους τούς πιστούς πού σέ μακαρίζουν μέ ἄξιο τρόπο» (ὠδή θ΄). Ἕνας ἄνθρωπος πού ἔχει ἀντιμετωπίσει τόν θάνατο μέ πίστη Χριστοῦ, ἕνας κυριολεκτικά ὁμολογητής τῆς πίστεως, αὐτός νιώθει τή δύναμη τοῦ Χριστοῦ μέσα του καί μπορεῖ ὡς ὑγιές μέλος Ἐκείνου νά τήν προσφέρει καί στά ἄλλη τοῦ σώματος.  Κι ἄς ἐπιτραπεῖ νά τονίσουμε ἐδῶ μία λεπτή  ἐπισήμανση τοῦ ὑμνογράφου ὡς πρός τήν ὁμολογιακή διάσταση τῆς πίστεως τοῦ ὁσίου. Πολλοί στήν ἐποχή μας καυχῶνται γιά τό γεγονός ὅτι εἶναι ὁμολογητές τῆς πίστεως. Διατείνονται ὅτι ἡ ἐποχή μας εἶναι καί πρέπει νά εἶναι ἐποχή ὁμολογίας. Καί κανείς δέν ἀντιλέγει ὡς πρός αὐτό. Εἶναι κάτι ἄλλωστε πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τό ἐζήτησε. Μέ μία προϋπόθεση: ἡ ὁμολογία συνοδεύεται πάντοτε ἀπό τά παθήματα, τήν ἄσκηση, τό μαρτυρικό φρόνημα. Γιατί μία ὁμολογία πού μένει μόνο σέ φωνασκίες καί σέ συνθήματα δέν ξέρουμε κατά πόσον συνάδει μέ τό φρόνημα τοῦ Κυρίου, τῆς Ἐκκλησίας Του, τῶν ἁγίων Του. Ποιά ἐπισήμανση κάνει λοιπόν ὁ ὑμνογράφος; Προσπαθώντας νά κατανοήσει τόν χαρακτηρισμό τοῦ ἁγίου Γεωργίου ὡς ὁμολογητοῦ, γράφει μεταξύ ἄλλων: «Φυλακήν καθυπέμεινας καί διεσώθης ἐκ θανάτου, πανόλβιε, ἵνα στέφανον λάβῃς ὁμολογίας σου». Ὑπέμεινες δηλαδή τή φυλάκιση καί διασώθηκες ἀπό τόν θάνατο, παμμακάριστε, προκειμένου νά λάβεις τό στεφάνι τῆς ὁμολογίας σου (στιχηρό ἑσπερινοῦ). Ὁμολογητής δηλαδή εἶναι καί χαρακτηρίζεται ἐκεῖνος πού ἔχει πάθει γιά τόν Κύριο καί τήν πίστη Του, πού σημαίνει ὅπως εἴπαμε ὅτι δέν ἐξαντλεῖται τό ὁμολογιακό στοιχεῖο μόνο σέ λόγια καί φωνές. Γι’ αὐτό καί μακαριστός ἁγιορείτης ασκητής, ὁ Γερο-Δαμασκηνός ἀπό τον ἅγιο Βασίλειο στα Κατουνάκια, πού ἔζησε ὅλη τή ζωή του στην ἐρημική αὐτή περιοχή, σημείωνε ὅτι ναί μέν στήν ἐποχή μας κάποιοι χωρίζουν τούς συγχρόνους χριστιανούς σέ ὁμολογητές καί μή, ἀλλά ἡ πραγματικότητα αὐτή θά φανεῖ τότε πού θά προκύψουν τά ἀληθινά προβλήματα καί θά χρειαστεῖ έμπρακτα νά φανερώσει ὁ πιστός ἄν πράγματι εἶναι πιστός ἤ ὄχι.  Καί μέ τά ἴδια τά λόγια του πού εἶπε σέ κάποιον θεωρούμενο ὁμολογητή, ἐκδότη μάλιστα ζηλωτικοῦ περιοδικοῦ: "Πάτερ Ἰ..., στά τελευταῖα χρόνια θά ἄρει ὁ Θεός τήν εὐλογία τῆς ὁμολογίας ἀπό πολλούς ὑποκριτάς ζηλωτάς καί θά τή δώσει σέ ανθρώπους μέ ἀγαθή προαίρεση καί καλή διάθεση" (Ἱερομ. Φιλίππου, Ἡ σοφία τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐκδ. Φερενίκη, σελ. 34).  
Ἡ ἐπισήμανση τῶν χαρίτων τοῦ ἁγίου, ἡ μεγάλη παρρησία του ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ὥστε νά διενεργοῦνται καθημερινῶς καί ὅσο ζοῦσε ἀλλά καί μετέπειτα πάμπολλα θαύματα, ἡ βεβαιωμένη ἐπίκλησή του πού ὁδηγεῖ σέ μετάνοια τούς ἀνθρώπους, δέν θά εἶχε τέλος. Θά ἦταν εὐχῆς ἔργον νά ἀναζητήσουμε καί νά πάρουμε στά χέρια μας τό βιβλίο πού ἔγραψε γι’ αὐτόν, (κατόπιν παρακλήσεως τό 1979 τῆς ὁσιώτατης μακαριστῆς ἡγουμένης στό μοναστήρι τοῦ ὁσίου Ἀκυλίνας μοναχῆς), ὁ μακαριστός κι αὐτός πιά Γέροντας Μωϋσής μοναχός. Κι ἐκεῖ θά δοῦμε καί θά θαυμάσουμε τήν ἐπακριβή πορεία, ἐπίγεια καί πνευματική, τοῦ ὁσίου Γεωργίου. Καί μακάρι νά κατανυχθοῦμε, ὥστε μέσα στά πλαίσια καί τῆς δικῆς μας ζωῆς νά μεταφέρουμε κάτι ἀπό τήν ἁγιασμένη ζωή του. Καί νομίζουμε ὅτι ἀξίζει νά ἀναφέρουμε ὅτι ὁ ἅγιος Γεώργιος, ἀρκετά μετά ἀπό τή βιογράφησή του ἀπό τόν μακαριστό Μωϋσή, τότε πού βρισκόταν ὁ λόγιος αὐτός Γέροντας στά τέλη τῆς ζωῆς του μέσα ἀπό πολλούς κόπους καί ἀσθένειες καί πειρασμούς, τοῦ φανερώθηκε, μαζί μέ τόν ἅγιο Ἱερώνυμο τόν Σιμωνοπετρίτη καί τήν ὁσία Σοφία τῆς Κλεισούρας, γιά νά τοῦ δώσει δύναμη καί κουράγιο στή δυσκολεμένη του κατάσταση καί νά ἐκφράσει τήν εὐαρέσκειά του γιά τήν ἐνασχόλησή του μέ αὐτόν.
Ταῖς πρεσβείας τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἡμῶν Γεωργίου Καρσλίδη, ὁ Κύριος νά σώσει καί νά ἁγιάσει ὅλους μας.