Τετάρτη 6 Μαρτίου 2019

ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ



«Βρωμάτων νηστεύουσα ψυχή μου, καί παθῶν μή καθαρεύουσα, μάτην ἐπαγάλλῃ τῇ ἀτροφίᾳ∙ εἰ μή γάρ ἀφορμή σοι γένηται πρός διόρθωσιν, ὡς ψευδής μισεῖται παρά Θεοῦ, καί τοῖς κακίστοις δαίμοσιν ὁμοιοῦσαι, τοῖς μηδέποτε σιτουμένοις∙ μή οὖν ἁμαρτάνουσα, τήν νηστείαν ἀχρειώσῃς, ἀλλ’ ἀκίνητος, πρός ὁρμάς ἀτόπους μένε, δοκοῦσα παρεστάναι ἐσταυρωμένῳ τῷ Σωτῆρι, μᾶλλον δέ συσταυροῦσθαι, τῷ διά σέ σταυρωθέντι, ἐκβοῶσα πρός αὐτόν∙ Μνήσθητί μου Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Ἀπόστιχα τῶν Αἴνων, Ἰδιόμελον, ἦχος α΄).

(Ψυχή μου, μέ τό νά νηστεύεις ἀπό φαγητά, ἀλλά νά μή καθαρίζεσαι ἀπό τά πάθη σου, μάταια χαίρεσαι πού δέν τρῶς. Διότι ἄν ἡ νηστεία δέν σοῦ γίνεται ἀφορμή γιά διόρθωσή σου, προκαλεῖ τήν ἀποστροφή τοῦ Θεοῦ ὡς ψεύτικη, κι ἐσύ γίνεσαι ὅμοιος μέ τούς δαίμονες, οἱ ὁποῖοι δέν σιτίζονται καθόλου. Μήν ἐξαχρειώσεις λοιπόν τή νηστεία μέ τίς ἁμαρτίες σου, ἀλλά μένε ἀκίνητος, χωρίς να στρέφεσαι πρός τίς ἄτοπες ὁρμές. (Κι αὐτό θά τό καταφέρεις) μέ τή σκέψη ὅτι βρίσκεσαι μπροστά στόν Ἐσταυρωμένο Σωτήρα Χριστό, ἤ μᾶλλον ὅτι εἶσαι σταυρωμένος μαζί μ’ Ἐκεῖνον πού σταυρώθηκε γιά σένα, φωνάζοντας δυνατά πρός Αὐτόν: Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου).

Τό συγκεκριμένο τροπάριο εἶναι ἀπό τά πιό συγκλονιστικά ὅλου τοῦ Τριωδίου. Ὁ ὑμνογράφος μέ κρυστάλλινη διαύγεια καί ἀμεσότητα, μέ προφητική δύναμη πού θυμίζει τούς παλαιούς μεγάλους Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τονίζει τόν ἀληθινό χαρακτήρα τῆς νηστείας, ἡ ὁποία ὄχι μόνον δεν ἐξαντλεῖται στόν περιορισμό τῶν τροφῶν ἤ και στήν ἀποχή ἀπό αὐτές, ἀλλά γίνεται ἀποδεκτή ἀκριβῶς στόν βαθμό πού ὁδηγεῖ στή διόρθωση τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ἀπομάκρυνση  καί κάθαρσή του ἀπό τά ψεκτά πάθη τοῦ ἐγωισμοῦ καί τῆς φιλαυτίας∙ πού θα πεῖ ὅτι, ἀφοῦ διορθώνει τον ἄνθρωπο, γίνεται τό μέσον γιά στροφή του πρός τόν Θεό, ἄρα πρός ἀπόκτηση περισσότερης ἀγάπης. Ἄν δέν κατανοηθεῖ ἔτσι ἡ νηστεία τοῦ πιστοῦ, τότε ἀφενός προκαλεῖ την ἀποστροφή τοῦ Θεοῦ ὡς ψεύτικη και φαρισαϊκή, ἀφετέρου ἐξομοιώνει τόν ἄνθρωπο μέ τούς ἴδιους τούς δαίμονες, ἀφοῦ κι ἐκεῖνοι ἀπέχουν ὁλιωσδόλου ἀπό φαγητά. Τί προτείνει λοιπόν ὁ ὑμνογράφος ὡς στόμα τῆς Ἐκκλησίας; Νά κρατάει ὁ πιστός τήν ἀληθινή νηστεία, ἀποφεύγοντας τίς ἁμαρτίες καί μένοντας σταθερός σ’ αὐτό πού ἔχει κληθεῖ ὡς μέλος Χριστοῦ: νά εἶναι πάντα ἐνώπιον τοῦ Ἐσταυρωμένου, πού σημαίνει νά βλέπει τόν ἑαυτό του συσταυρωμένο μέ Ἐκεῖνον. Στήν πνευματική αὐτή κατάσταση τό μόνο πού ἀπαιτεῖται εἶναι νά φωνάζει κι αὐτός σάν τόν ληστή πάνω στόν Σταυρό: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθεις στή Βασιλεία Σου». Εἶναι περιττό βεβαίως νά σημειώσουμε ὅτι ὁ ὑμνογράφος, μολονότι μᾶς διδάσκει καί μᾶς καθοδηγεῖ, δέν γίνεται καθόλου ἀπόμακρος ἤ ἀποκρουστικός, γιατί ἀπευθύνεται πρωτίστως στόν ἑαυτό του καί τήν ψυχή του, ὁπότε ὁ λόγος του ἀποκτᾶ τή δραματική ἔνταση τοῦ πιστοῦ πού πάσχει κι ἀγωνίζεται κατά τῆς ἁμαρτίας καί τῶν διαστροφῶν της.

Τρίτη 5 Μαρτίου 2019

ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ… ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΑΣ ΑΡΡΩΣΤΙΑΣ


Ο Ιουλιανός βάδιζε με μεγάλα βήματα κάτω από τον πυρωμένο ουρανό του μεσημεριού. Πλησίαζε τα πρώτα σπίτια της πόλης της Ιεριχώς κι ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι από το λιοκαμένο πρόσωπό του και ύγραινε  τα γένια του.  Κάποιους διαβάτες που πέτυχε στον δρόμο του ούτε που τους κοίταξε. Κι όχι μόνο δεν τους κοίταξε, αλλά έκοψε λίγο δρόμο προκειμένου να αποφύγει εντελώς το συναπάντημά τους. Ο νους του ήταν θολωμένος κι η καρδιά του χοροπηδούσε ακανόνιστα μέσα του. Αν τον έβλεπε κανείς από κοντά θα καταλάβαινε αμέσως την ταραχή που τον διακατείχε, κυρίως από τα μάτια του που φαίνονταν σκιασμένα και που πάσχιζε να τα κρατά διαρκώς στραμμένα προς τη γη.
Κάποιο δέντρο με παχιά σκιά έγινε το προσωρινό καταφύγιό του. Ευτυχώς γι’ αυτόν δεν υπήρχε κανείς άλλος τέτοια ώρα το καταμεσήμερο, και μία μικρή πηγή που κάποιος καλός άνθρωπος είχε φροντίσει να φτιάξει για τους κουρασμένους ταξιδιώτες έσβησε τη δίψα του και δρόσισε το κεφάλι του. Άφησε τα νερά να στάζουν πάνω του κι έγειρε για λίγο στη ρίζα του δέντρου. Ανασηκώθηκε σε λίγο – δεν βολευόταν. Κάθισε πάλι κι έπιασε με τα χέρια του τα δυο του πόδια. Το κεφάλι του βαρύ τ’ ακούμπησε κι αυτό στα πόδια και προσπάθησε, μάταια όμως, να κάνει κάποια προσευχή.
«Θεέ μου, Χριστέ μου, τι πάω να κάνω; Παναγία μου, βοήθησέ με, λυπήσου με». Τα λόγια της προσευχής λέγονταν μα φαίνονταν να μην… εισακούονται.  Οι λογισμοί που τον είχαν κατακλύσει εδώ και αρκετό καιρό δεν έλεγαν να φύγουν. Αντίθετα, αύξαναν και του προκαλούσαν ένα είδος ζάλης, που τον έκανε μερικές φορές να παραπατάει. Σαραντάρης ο Ιουλιανός κι αυτό που περνούσε δεν του είχε ξανασυμβεί. Τι συνέβαινε λοιπόν με τον ώριμο αυτόν άνδρα που τον έκανε να ζει μία αληθινή τραγωδία;
●
Ο Ιουλιανός! Το καμάρι του μοναστηριού του Πενθουκλά, όχι πολύ μακριά από την ιστορική πόλη της Ιεριχώς, εκεί που ο Θεός βοήθησε τους Ισραηλίτες με ηγέτη τον Ιησού του Ναυή, τον διάδοχο του Μωυσή, εκεί που σχέτισε ο ίδιος ο Κύριος τη σπουδαία παραβολή Του του καλού Σαμαρείτη. «Ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπό Ἱερουσαλήμ εἰς Ἰεριχώ καί λησταῖς περιέπεσεν…». Εικοσάχρονος ήταν όταν εισήλθε για πρώτη φορά στο ιστορικό κοινόβιο. Ο Γέροντας τον είδε και κατάλαβε με την πρώτη ματιά περί τίνος επρόκειτο. «Σπάνια περίπτωση νέου που η καρδιά του φλέγεται από αγάπη Χριστού», είπε και στους άλλους καλόγερους, κι αμέσως τον δέχτηκαν. Πέρασε τον προβλεπόμενο καιρό της δοκιμασίας, φανέρωσε το ήθος του με την υποδειγματική υπακοή και ταπείνωσή του, κάρηκε καλόγερος κι έγινε το δεξί χέρι κυριολεκτικά του ηγουμένου. Σε κάθε διακόνημα, σε κάθε υπηρεσία ο Ιουλιανός ήταν τύπος και υπογραμμός. Το «εὐλόγησον» ή το «να ‘ναι ευλογημένο» δεν έλειπαν ποτέ από τα χείλη του, ενώ το φιλακόλουθο αλλά και το φιλάνθρωπο του χαρακτήρα του είχε εκπλήξει τους πάντες. Πραγματικό καμάρι του μοναστηριού. Γι’ αυτό δεν ήταν τυχαίο ότι σ’ αυτόν άρχισαν να αναθέτουν τα σπουδαιότερα και κρισιμότερα θέματα της διαχείρισης του μοναστηριού. Κι ο Ιουλιανός πάντοτε τα έβγαζε πέρα. Ποτέ δεν γόγγυσε, ποτέ δεν δυσανασχέτησε. Κι όταν βρισκόταν μαζί με άλλον αδελφό στην πόλη της Ιεριχώς, διεκπεραίωνε το διακόνημα χωρίς το βλέμμα του να στρέφεται από δω κι από κει. Ήξερε και καταλάβαινε βεβαίως και τη «βρωμιά» της πόλης, μα πάλευε να την αντιμετωπίζει με την προσευχή, ευχόμενος και γι’ αυτούς που ταλαιπωρούνταν από τους βρόχους της αμαρτίας, για τους ταλαίπωρους που έχαναν την ψυχή τους…
Μα ήλθε η ώρα που ο Κύριος επέτρεψε να δεχτεί κι αυτός, πέρα από τους απλούς πειρασμούς, και τους μεγάλους που αγγίζουν την ίδια τη σάρκα του ανθρώπου. Όχι κάποια αρρώστια, μα τους πειρασμούς της φιληδονίας και της πορνείας, εκείνους δηλαδή που θέτουν σε κρίση την ίδια την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου, και μάλιστα του χριστιανού. Και δεν ήταν τα συνήθη, και στον τομέα αυτόν, βέλη του Πονηρού που συχνά είχε αντιμετωπίσει και νικήσει, μα κάποια βέλη που ήταν γεμάτα δηλητήριο, των οποίων το βάρος έβλεπε ότι γινόταν μέσα του ασήκωτο. Είχε σπεύσει στο αρχικό στάδιο να εξομολογηθεί στον Γέροντά του. «Μη δίνεις σημασία και στρέψου περισσότερο στον Χριστό», του είπε εκείνος. «Όσο αγαπάς τον Χριστό να μη φοβάσαι την αμαρτία». Σοφά λόγια που στα πρώτα στάδια τον ανακούφισαν. Μα επανήλθαν δριμύτεροι οι πειρασμοί αυτοί, άρχισαν να τον απασχολούν μέρα και νύχτα, έβλεπε τη φύση του να φουντώνει και να πυρώνεται σε βαθμό που σηκωνόταν νύχτες και έριχνε νερό στο κεφάλι και στο σώμα του· κι αρκετές φορές κτυπούσε και πλήγωνε τη σάρκα του…
Του κάκου όμως! Ο Πονηρός είχε βρει προφανώς κάποια μικρή δίοδο – ίσως κάποια κρυμμένη υπερηφάνεια για την καλή και άψογη μέχρι τότε πορεία του – και τον δούλευε με ρυθμό καταιγιστικό. Αντί να μειώνεται ο πόλεμος αυξανόταν. Δεν θέλησε να εξαγορευτεί στον Γέροντα. Σκέφτηκε πως μόνος του θα αναμετρηθεί με τον προαιώνιο εχθρό και θα τα καταφέρει. Τόσα χρόνια στην ασκητική ζωή, τόσες μελέτες και ακούσματα που είχε, δεν μπορεί, θα έβγαινε νικητής. Και όντως! Είδε μετά από ένα διάστημα ότι άρχισε να ανακουφίζεται από τον μεγάλο πόλεμο. Και αναθάρρησε κι άρχισε να καυχάται πως ο Διάβολος δεν μπορεί να σύρει πίσω του τους αγωνιστές χριστιανούς. Ένιωθε καλά πια με τον εαυτό του. Μέχρις εκείνο το πρωινό που βγήκε από τον Ναό και πήγε να αναπαυτεί λίγο στο κελί του…
Πήγε να ξαπλώσει για να αρχίσει έπειτα τα διακονήματά του και είδε το παλιό φούντωμα και την πύρωση της σάρκας του. Δεν το περίμενε, ήλθε τόσο αναπάντεχα. Του φάνηκε μάλιστα ότι κάποια γυναίκα είχε μπει μέσα στο κελί του, που άρχισε να βγάζει τα ρούχα της. Πετάχτηκε επάνω, μα είδε το πόσο ηδονιστικά κυλούσε το θέαμα αυτό στην καρδιά του. «Ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ», είπε, μα άκουσε μόνο τα χείλη του να προφέρουν τον ευαγγελικό τούτο λόγο – η καρδιά του ήταν αλλού πια αγκιστρωμένη. Έκανε να πλησιάσει τη γυναίκα - να την αγκαλιάσει ή να την απωθήσει; - κι είδε ότι έπιασε… αέρα! Μα, η ζημιά φαινόταν να έχει γίνει. Η οπτασία της τον είχε κυριεύσει. Έβλεπε το μυαλό του να μη δουλεύει πια κι η πύρωσή του να έχει φτάσει σε όρια.
Οι κινήσεις του έγιναν μηχανικές. Φόρεσε ένα καλύτερο ζωστικό, πήρε κάποια χρήματα που είχε για δουλειές του μοναστηριού, άνοιξε το κελί του και χωρίς να πει τίποτε, χωρίς να κοιτάξει πουθενά, δρασκέλισε τη μεγάλη θύρα του μοναστηριού. Μεσημέριαζε, ο ήλιος άρχισε να πυρώνει τα πάντα, μα η πύρωση που ένιωθε στο σώμα του τον έκανε να μην καταλαβαίνει τίποτε - φωτιά μέσα του και έξω του. Με μεγάλα βήματα, θολωμένος, μ’ ένα αίσθημα ντροπής που δεν μπορούσε να προσδιορίσει, άρχισε να βαδίζει προς τη μεγάλη πόλη… Τυφλά κατευθυνόταν προς τον τόπο που πάντοτε απόφευγε σαν φίδι, όταν πήγαινε στην Ιεριχώ: το καταγώγιο της πορνείας!
●
Σηκώθηκε, τίναξε λίγο τα ρούχα του, κι αποφασισμένος – «ό,τι είναι να γίνει ας γινει», σκέφτηκε – βάδισε προς τον απαγορευμένο τόπο. Πλησιάζοντας ένιωσε περισσότερη ντροπή. Κλεφτά έριξε το βλέμμα γύρω του – ελάχιστοι οι περαστικοί. Είδε ότι ήταν η… ιδανική στιγμή για την εκπλήρωση του πόθου του, η καρδιά του φτεροκοπούσε. Όλη η ύπαρξή του ήταν αιχμαλωτισμένη από το πάθος του. Κατέβηκε τα σκαλιά· ένα, δύο τρία. Παραμέρισε ένα μεγάλο και βαρύ πολύχρωμο παραβάν που λειτουργούσε ως θύρα και βρέθηκε σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο. Αυτό που συνάντησε όχι μόνο τον ξάφνιασε, αλλά τον έκανε να παγώσει από τον φόβο του, να οπισθοχωρήσει και να βάλει ασυναίσθητα τα χέρια του μπροστά στο πρόσωπό του.
 Μία προχωρημένης ηλικίας γυναίκα που καθόταν ξεδιάντροπα δίπλα στο παραβάν, μόλις τον είδε έμπηξε μεγάλη και τρομαγμένη φωνή. «Μακριά, μακριά από δω, θεότρελλε! Τι θέλεις και μπήκες εδώ; Θέλεις να μας κολλήσεις όλους; Πώς μπορείς και κυκλοφορείς και μάλιστα να μπαίνεις και μέσα σε σπίτια; Φύγε…. Φύγε…! Έξω από εδώ!» Από τις φωνές της βγήκαν κάποιες γυναίκες από παρακείμενα δωμάτια, οι οποίες κι αυτές όπως και η άλλη άρχισαν να κραυγάζουν και να σπεύδουν να εξαφανιστούν μέσα στα δωμάτιά τους.
Ο Ιουλιανός μπροστά σ’ αυτά τα παράδοξα που διαδραματίζονταν εξαιτίας του, χωρίς να μπορεί να καταλάβει τον λόγο, έσπευσε να εξαφανιστεί. Έκανε μεταβολή, ανέβηκε πηδώντας σχεδόν τα σκαλιά του καταγωγίου – κόντεψε να πέσει μάλιστα καθώς παραπάτησε - και βρέθηκε έξω στον καθαρό αέρα. Κοντοστάθηκε να αναπνεύσει, να συνειδητοποιήσει την κατάσταση, αλλά ήρθε δεύτερο… χτύπημα. Ένας περαστικός που τον είδε άρχισε κι αυτός να φωνάζει, να τον βρίζει, να τον απειλεί. «Τι θέλεις εδώ, λεπρέ;» κουνούσε τα χέρια του, κι έσκυψε μάλιστα να πάρει κάποια πέτρα να του πετάξει. «Φύγε από εδώ, πήγαινε μακριά να μη σε βλέπει κανείς». Άρχισαν να μαζεύονται και άλλοι και ο Ιουλιανός βλέποντας τις απειλητικές τους διαθέσεις, άρχισε να τρέχει προς την έξοδο της πόλης. Σταμάτησε λίγο όταν πράγματι έφτασε στα τελευταία σπίτια που δεν υπήρχε κανείς.
Το κεφάλι του βούιζε. Δεν καταλάβαινε. «Λεπρός; Με είπε λεπρό ο άλλος;» Κοίταξε τα χέρια του, ανασήκωσε το ζωστικό του να δει τα πόδια του. Το θέαμα τον πάγωσε και πάλι. Είδε τα σημάδια της αρρώστιας της λέπρας. Το σώμα του είχε γεμίσει μ’ εκείνες τις κηλίδες που έδειχναν ότι τον άγγιξε η αποτρόπαια αρρώστια. «Ώστε… γι’ αυτό αντέδρασαν όλοι έτσι!» είπε κι άρχισε να τρέμει σύγκορμος. Προχώρησε λίγο παραπαίοντας και κάθισε σε μία πέτρα. «Χριστέ μου, τώρα καταλαβαίνω», μουρμούρισε, καθώς η αναπνοή του άρχισε να γίνεται λίγο κανονική. «Χριστέ μου, πόσο η Πρόνοιά Σου ενήργησε στην αμαρτωλότητά μου! Έπέτρεψες να μ’ επισκεφτεί η λέπρα, για να μην προχωρήσω στην αμαρτία. Κύριε, η λέπρα είναι το δώρο Σου και το νιώθω. Σε ευχαριστώ και Σε δοξολογώ». Γονάτισε ο Ιουλιανός και άρχισε να κάνει βαθιές μετάνοιες. Τα δάκρυα έβρεχαν χωρίς σταματημό το πρόσωπό του. Η μετάνοιά του τον έκανε να θέλει να βγάλει την καρδιά του και να την προσφέρει στον Ουράνιο Πατέρα. Ενάλλασσε το «Σ’ ευχαριστώ, Κύριε», μέ τό «Συγχώρησέ με τον αμαρτωλό και άθλιο».
 
Πήρε τον δρόμο της επιστροφής στο μοναστήρι. Όλα είχαν φωτιστεί μέσα του και γύρω του. Ήξερε ότι η πτώση του ήταν μεγάλη – ενώπιον του Κυρίου ένιωθε ότι ήταν ήδη πόρνος – μα ήξερε καλά ότι η αγάπη του Κυρίου, η αγάπη του Γέροντά του ήταν πιο μεγάλη από την πτώση του. Τα βήματά του γρήγορα τον έφεραν στο κελί του Γέροντα. Πεσμένος μπρούμυτα στην εξομολόγησή του επανελάμβανε διαρκώς: «Ο Θεός, Γέροντα, μου προκάλεσε αυτήν την τόσο αποκρουστική αρρώστια, για να σωθεί η ψυχή μου». Η δοξολογία του προς τον Θεό ήταν έκτοτε ολόψυχη.  

                      (Από "Λειμωνάριον" Ι. Μόσχου, κεφ. 14)
 

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΑΣΚΗΤΗΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ



 
«Ο όσιος Μάρκος υπήρξε φιλόπονος σε όλα: και στη μελέτη των θείων Γραφών αφιέρωσε τον εαυτό του και έφτασε στο άκρο της άσκησης και της αρετής. Απόδειξη και των δύο είναι αφενός οι λόγοι που συνέγραψε, οι οποίοι είναι γεμάτοι από κάθε διδαχή και ωφέλεια, αφετέρου η ενέργεια των θαυμάτων που του δόθηκε από τον Σωτήρα Χριστό. Από αυτά ένα είναι αναγκαίο εξάπαντος να πούμε: Όταν ο όσιος βρισκόταν στην αυλή του ασκηταριού του και εν προσευχή πρόσεχε τον εαυτό του, ήλθε κοντά του μία ύαινα, φέρνοντας και το τυφλό παιδάκι της. Με ταπεινό σχήμα λοιπόν παρακαλούσε τον άγιο να την λυπηθεί και να γιατρέψει την τύφλωση του παιδιού της. Κι αυτός, αφού έφτυσε στους πληγωμένους οφθαλμούς και προσευχήθηκε, τους έκανε υγιείς.
 
Μετά από κάποιες ημέρες, η ύαινα του έφερε την προβιά ενός μεγάλου κριαριού σαν δώρο για τη θεραπεία, αλλά ο όσιος δεν θέλησε  να το πάρει πριν το θηρίο του υποσχεθεί ότι δεν πρόκειται ποτέ από εδώ και στο εξής να επιτεθεί  σε πρόβατα φτωχών ανθρώπων. Αν όμως ήταν τόσο συμπαθής στην άλογη φύση, πολλαπλασίως είχε αγάπη προς τους ανθρώπους, λόγω της κοινής φύσης μας, η οποία απαιτεί να δείχνουμε πολύ μεγάλη ευσπλαχνία ο ένας προς τον άλλον.
 
Ήταν τόσο μεγάλη η ψυχική καθαρότητα του άνδρα, ώστε ο πρεσβύτερος της Μονής βεβαίωνε με όρκους ότι ουδέποτε ο ίδιος έδωσε κοινωνία των αχράντων μυστηρίων στον μοναχό Μάρκο, διότι όταν προσερχόταν αυτός να κοινωνήσει, άγγελος Κυρίου του την μετέδιδε, ενώ εκείνος έβλεπε μόνο το χέρι του αγγέλου από τον αγκώνα να κρατάει την αγία λαβίδα, με την οποία ο όσιος μετείχε των αγιασμάτων. Απομακρύνθηκε ο όσιος από τις κοσμικές φροντίδες και από όλους τους θορύβους, όταν ήταν στην ηλικία των σαράντα χρόνων. Κι αφού πέρασε στην άσκηση εξήντα έτη, εκδήμησε προς τον Κύριο. Ήταν κοντός σωματικά, με λεπτό γένι και έχοντας το κεφάλι να λάμπει εσωτερικά από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος».
Ο μακαριστός και επιφανής λόγιος μοναχός Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης σε εισαγωγικό του σχόλιο για κείμενα του οσίου Μάρκου του ασκητή στη Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών  λέγει μεταξύ άλλων τα εξής: «Ο όσιος Μάρκος ο ασκητής είναι ένας από τους πλέον επιφανείς ασκητικούς συγγραφείς των μέσων βυζαντινών χρόνων και ο δημοφιλέστερος δάσκαλος του ασκητικού βίου, ώστε οι βυζαντινοί ασκητικοί χριστιανοί να λένε∙ «πώλησον πάντα και αγόρασον Μάρκον». Γεννήθηκε τον 5ο αιώνα, υπήρξε μαθητής του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου και σε μεγάλη ηλικία κατέφυγε σε μια έρημο, όπου και κοιμήθηκε εν Κυρίω σε βαθύτατο γήρας. Τα έργα του όμως επέζησαν ανά τους αιώνες και επηρέασαν αποφασιστικά τη μοναχική σκέψη και εμπειρία…Ο όσιος Μάρκος και οι άλλοι όσιοι Πατέρες, δεν μιλούσαν, ούτε έδιναν μονιμότητα στις σκέψεις τους με την εγγραφή τους, αν δεν ζούσαν τις αλήθειες της πνευματικής ζωής και αν δεν είχαν την καθολική μαρτυρία της πνευματικής παραδόσεως. Έτσι, ο άγιος αυτός ερημίτης έγραψε τις εμπειρίες του στηριζόμενος στις άγιες Γραφές και μέσα στα πλαίσια της πνευματικής παραδόσεως, αλλά με την προσωπική του ιδιοτυπία, που συνίσταται στον τονισμό της λειτουργίας του πνευματικού νόμου».
Δεν επηρέασε μόνο τους μοναχούς όμως ο όσιος Μάρκος. Κάθε χριστιανική ψυχή που ενέκυψε, εγκύπτει ή θα εγκύψει με προσοχή και με ταπείνωση στα κείμενά του, θα διαπιστώσει τη χάρη που τα διέπουν και οπωσδήποτε θα προβληματιστεί και θα παρακινηθεί, όχι ασφαλώς στο να γίνει μοναχός – αυτό είναι ξεχωριστή κλήση του Κυρίου σε όσους δύνανται να χωρέσουν τον λόγο τούτο – αλλά στο να εμβαθύνει στην πνευματική ζωή και στο να ακολουθήσει πιο ενσυνείδητα τον δρόμο του Κυρίου. Κι αυτό είναι το σημαντικότερο: δεν πρόκειται να κρίνει ο Κύριος το είδος της ζωής που επιλέγουμε, τον έγγαμο ή τον μοναχικό βίο, αλλά αν αυτό που επιλέγουμε, το ακολουθούμε με βάση το άγιο θέλημά Του. Κι εδώ έγκειται η συνεισφορά η μεγάλη του οσίου Μάρκου. Με τις γραφές του, στη μορφή των μικρών κεφαλαίων, κατά το πρότυπο των βυζαντινών συγγραφέων της εποχής του, ώστε να είναι ευκολομνημόνευτα, δίνει ισχυρότατη ώθηση σε όλους τους χριστιανούς, μοναχούς ή κοσμικούς, στο να δουν σωστά την πνευματική, όπως είπαμε, ζωή και κατά τη δύναμη του καθενός να την ακολουθήσει. Δεν είναι τυχαίο ότι ο μεγάλος άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος, ο ένας εκ των τριών που έχουν τιμηθεί από την Εκκλησία μας με τον τίτλο του θεολόγου, προχώρησε από τη νεότητά του στα ύψη της αγιότητας, διότι κράτησε ως κανόνα και αρχή στη ζωή του, κυρίως ένα κεφάλαιο από τα διακόσια του «Πνευματικού Νόμου» του οσίου Μάρκου: «Αν ζητάς να θεραπευτείς, φρόντισε τη συνείδησή σου και κάνε ό,τι σου λέει, και πολύ θα ωφεληθείς».
Μία πολύ μικρή γεύση από τα κεφάλαια αυτά του οσίου στη Φιλοκαλία (μετάφραση Αντωνίου Γαλίτη) παραθέτουμε στη συνέχεια:
- Πρώτα-πρώτα γνωρίζουμε ότι ο Θεός είναι αρχή κάθε καλού και μεσότητα και τέλος. Το καλό δεν είναι δυνατό να πράττεται ή να πιστεύεται, παρά μόνο με την ένωση με τον Ιησού Χριστό και με την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος.
 
- Μην προσπαθείς να λύσεις κάποιο δύσκολο πρόβλημα με φιλονεικία, αλλά με τα μέσα που επιβάλλει ο πνευματικός νόμος, δηλαδή με την υπομονή, την προσευχή και την απλότητα της ελπίδας.
 
- Μην πεις ότι απόκτησες αρετή χωρίς θλίψη∙ γιατί είναι αδοκίμαστη η αρετή που απόκτησες με άνεση.
 
- Να αναλογίζεσαι το αποτέλεσμα κάθε αθέλητης θλίψεως, και θα βρεις σ’ αυτό το σβήσιμο κάποιας αμαρτίας.
 
- Πολλές συμβουλές των άλλων μας προσφέρονται για το συμφέρον μας. Για τον καθένα όμως τίποτε δεν είναι καταλληλότερο από τη δική του γνώμη.
 
- Μελέτα τα λόγια της θείας Γραφής με την πράξη και μην επεκτείνεσαι σε πολυλογία, υπερηφανευόμενος για σκέψεις θεωρητικές.
 
- Τα μικρά αμαρτήματα ο διάβολος τα δείχνει μηδαμινά, επειδή διαφορετικά δεν μπορεί να φέρει τον άνθρωπο στα μεγαλύτερα κακά.
 
- Εκείνος που ζητεί άφεση, αγαπά την ταπεινοφροσύνη. Εκείνος που κατακρίνει τον άλλον, επισφραγίζει τις αμαρτίες του.

ΤΡΙΤΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ


«Ἀσμένως λαοί, τήν Νηστείαν ἀσπασώμεθα· ἔφθασε γάρ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων ἡ ἀρχή· ἀφήσωμεν τῆς σαρκός τήν εὐπάθειαν, αὐξήσωμεν τῆς ψυχῆς τά χαρίσματα, συγκακοπαθήσωμεν ὡς δοῦλοι Χριστοῦ, ἵνα καί συνδοξασθῶμεν ὡς τέκνα Θεοῦ· καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἐν ἡμῖν οἰκῆσαν, φωτίσῃ τάς ψυχάς ἡμῶν» (Ἰδιόμελον, ἦχος γ΄. Ἀπόστιχα τῶν αἴνων).
(Ἄς ἀποδεχθοῦμε, πιστοί, τή νηστεία μέ εὐχαρίστηση, γιατί ἔφτασε ἡ ἀρχή τῶν πνευματικῶν ἀγώνων. Ἄς ἀφήσουμε τήν εὐπάθεια τῆς σάρκας, ἄς αὐξήσουμε τά χαρίσματα τῆς ψυχῆς, ἄς συγκακοπαθήσουμε ὡς δοῦλοι Χριστοῦ, προκειμένου νά δοξασθοῦμε μαζί Του ὡς τέκνα Θεοῦ. Καί ἔτσι τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἀφοῦ κατοικήσει μέσα μας, νά φωτίσει τίς ψυχές μας).
Ἡ Ἐκκλησία μας καί πάλι διά τοῦ ὑμνογράφου της εἶναι ἀπόλυτα προσγειωμένη στήν πραγματικότητα τῶν μελῶν της. Ἐνῶ οἱ πιστοί ὡς μέλη Χριστοῦ ἔχουμε πάρει διά τοῦ μυστηρίων, ἰδίως τοῦ βαπτίσματος καί τοῦ χρίσματος, τή δύναμη νά μήν ἁμαρτάνουμε, πού θά πεῖ ὅτι ἀδιάκοπα πρέπει νά πορευόμαστε πάνω στίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, «ἀφορῶντες εἰς Αὐτόν ὡς τόν τῆς πίστεως ἀρχηγόν» καί κοινωνώντας Τον στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὅμως ἡ ἴδια ἡ ζωή ἀποδεικνύει ὅτι αὐτό σ’ ἕνα μεγάλο βαθμό δέν ὑφίσταται. Κι αὐτό γιατί τά προβλήματα καί ἡ καθημερινότητα ἀπορροφοῦν τόσο πολύ τήν ἐνέργεια τοῦ χριστιανοῦ, ὥστε χάνει αὐτό πού πρέπει νά εἶναι ἡ προτεραιότητά του, ἡ σχέση του ἀκριβῶς μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Τό «ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Αὐτοῦ», πού προέτρεψε ὁ Κύριος, δυστυχῶς ἀποτελεῖ «ψιλό γράμμα» γιά τούς πολλούς ἤ ἀνέφικτη πραγματικότητα στόν κόσμο τοῦτο πού ζοῦμε. Ὁπότε ἡ Ἐκκλησία μας, διαπιστώνοντας τόν ἐλλειμματικό χριστιανισμό μας, μᾶς κρούει τόν κώδωνα τῆς ἀφύπνισης: ἔφτασε, μᾶς λέει, καί πάλι ἡ ἀρχή τῶν πνευματικῶν ἀγώνων μέ τή νηστεία τῆς Σαρακοστῆς. Τουλάχιστον τώρα, ἄς προσανατολιστοῦμε ὀρθά, δηλαδή ἄς ζήσουμε μαζί μέ τόν Χριστό, προκειμένου νά λάβουμε τή δόξα πού ἀπολαμβάνουν τά τέκνα τοῦ Θεοῦ, πού σημαίνει νά ἐνεργοποιηθεῖ μέσα στίς καρδιές ἀλλά καί στό σῶμα μας ὁ φωτισμός τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἀδιάκοπο ἐμπόδιο στήν πρός τά πρόσω πορεία μας εἶναι ἡ εὐπάθεια τῆς σαρκός μας, ἡ ὁποία πολύ εὔκολα προσκλίνει στά φιλήδονα πάθη της, ἀναζητώντας διαρκῶς τήν ἄνεσή της καί σχηματίζοντας ἔτσι στήν ψυχή ἕνα παχύ στρῶμα πνευματικοῦ «λίπους» πού τήν κάνει ἀδύνατη νά νιώσει τήν παρουσία τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐπιλογή συνεπῶς τῆς νηστείας, ὡς περιορισμοῦ τῶν φιλήδονων τάσεων καί ὁρμῶν τῆς σαρκός, εἶναι μονόδρομος γιά τόν εὐαισθητοποιημένο κάπως χριστιανό, γι’ αὐτό καί μέ χαρά κάθε φορά πού ἔρχεται ἡ Σαρακοστή σπεύδει νά τήν ἐνστερνισθεῖ καί νά τήν ἀγκαλιάσει.

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019

ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ


«Πάντα τόν χρόνον, ἡ νηστεία ὠφέλιμός ἐστι, τοῖς αἱρουμένοις καί ποιοῦσιν αὐτήν· οὔτε γάρ ἐπήρεια δαιμόνων, κατατολμᾶ τοῦ νηστεύοντος, ἀλλά καί οἱ φύλακες τῆς ζωῆς ἡμῶν Ἄγγελοι, φιλοπονώτερον παραμένουσι τοῖς διά νηστείας ἡμῖν κεκαθαρμένοις». (Ἰδιόμελον, ἦχος γ΄, ἀπό τά ἀπόστιχα τῶν Αἴνων)
(Γιά ὅλον τον χρόνο ἡ νηστεία εἶναι ὠφέλιμη, σ’ ἐκείνους πού τήν ἐπιλέγουν καί τήν πραγματοποιοῦν. Γιατί οὔτε οἱ δαίμονες τολμοῦν νά ἐπηρεάσουν ἀρνητικά αὐτόν πού νηστεύει, ἀλλά καί οἱ φύλακες τῆς ζωῆς μας Ἄγγελοι παραμένουν μέ μεγαλύτερη διάθεση καί φροντίδα  κοντά σέ μᾶς πού ἔχουμε καθαριστεῖ μέ τή νηστεία).
Ἡ Ἐκκλησία μας διά τοῦ ὑμνογράφου της, μᾶς τονίζει τήν ἀληθινή διάσταση τῆς νηστείας: ὄχι τόσο τήν περιστασιακή, δηλαδή αὐτήν πού ξεκινᾶ στίς συγκεκριμένες περιόδους τῆς νηστείας, ὅπως τώρα πού πλησιάζουμε τήν ἁγία Σαρακοστή - ἤδη ὅμως καί ἡ ἑβδομάδα τῆς Τυρινῆς ὅπως λέγεται καί πού διερχόμαστε σηματοδοτεῖ τή μικρή ἀπαρχή ὡς ἀποχή τοῦ κρέατος -, ἀλλά αὐτήν πού κανονικά ἀναφέρεται σέ ὁλόκληρη τή ζωή μας, ἀνεξάρτητα ἀπό τίς καταλύσιμες ἤ ὄχι ἡμέρες. Πρόκειται ὡς γνωστόν γιά τήν ἀσκητική, ὅπως τήν ἔχουν χαρακτηρίσει (π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν) νηστεία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἐπιλογή τοῦ συνεποῦς χριστιανοῦ σέ ὅλη τή ζωή του, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἐγκρατεύεται κυρίως ἀπό πλευρᾶς ποσότητας - ἐκεῖ πού κατεξοχήν φανερώνεται ἡ νηστεία. Ἡ παντοτινή αὐτή ἐγκράτεια, σημειώνει ὁ ὑμνογράφος, εἶναι ὠφέλιμη πνευματικά, γιατί ὄχι μόνον δέν τολμοῦν οἱ δαίμονες νά ἐπηρεάσουν τόν νηστεύοντα ἔτσι, (παρά μόνον μέ ἕναν ἐξωτερικό τρόπο πού τελικῶς τόν βοηθάει παιδαγωγικά), ἀλλά καί οἱ φύλακες ἄγγελοι, σέ ὅσους τηροῦν τήν ἐγκράτεια αὐτή, τούς προσεγγίζουν μέ μεγαλύτερη θετική διάθεση, ὄχι γιατί δέν τήν ἔχουν πάντοτε ἀπό μόνοι τους τήν καλή διάθεση, ἀλλά γιατί οἱ πιστοί πού ἐγκρατεύονται τούς ἀφήνουν χῶρο προκειμένου νά βρίσκονται δίπλα τους ὡς βοηθοί ἀνά πᾶσα στιγμή. Εἶναι αὐτονόητο βεβαίως ὅτι μιλᾶμε γιά τή νηστεία ἐκείνη, ἡ ὁποία δέν ἐξαντλεῖται μόνο στήν ἀποχή - ποσοτικά καί ποιοτικά - τῶν τροφῶν, ἀλλά ἔχει ἀναγωγικό χαρακτήρα: γίνεται μέσον καθαρισμοῦ τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς, γιατί ἀποσκοπεῖ στη βίωση τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης.

 

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Ο ΕΝ ΙΟΡΔΑΝΗ

 
«Ο όσιος Γεράσιμος μεγάλωσε από παιδί με τον φόβο του Κυρίου και αφού περιβλήθηκε το μοναχικό σχήμα, προχώρησε στην εσώτερη έρημο της Θηβαΐδος, όταν βασιλιάς ήταν ο Κωνσταντίνος ο λεγόμενος Πωγωνάτος, εγγονός του αυτοκράτορα Ηρακλείου. Έκανε τόσους μεγάλους ασκητικούς αγώνες και ήταν τόσο κοντά στον Θεό, ώστε να εξουσιάζει και τα άγρια θηρία. Διότι ένα λιοντάρι τον διακονούσε, επιτελώντας διάφορα διακονήματα, και μάλιστα να βγάζει για βοσκή και να επιστρέφει έναν όνο που έφερνε νερό. Όταν κάποτε κάποιοι έμποροι του δρόμου έκλεψαν τον όνο, τον οποίο έδεσαν στις καμήλες τους, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι το λιοντάρι κοιμόταν, ο μοναχός που υπηρετούσε τον όσιο, βλέποντας το βράδυ το λιοντάρι να βρίσκεται μόνο του στο κελί, αγανάκτησε. Κι επειδή νόμισε ότι φαγώθηκε από αυτό, ανέφερε τούτο στον Γέροντα. Αυτός τότε έδωσε εντολή να αναλάβει το λιοντάρι την υπηρεσία του όνου. Πράγματι το λιοντάρι την δέχτηκε και για όσο χρόνο ο όνος βρισκόταν στα χέρια των εμπόρων, αυτό έφερνε τα δοχεία νερού στους ώμους του, και τρέχοντας, σαν να έκανε αγώνα δρόμου, αναγκαζόταν να φέρνει το νερό.
Αλλά οι έμποροι επέστρεφαν και πάλι από τον ίδιο δρόμο, όταν το λιοντάρι ήταν στο ποτάμι για να πάρει νερό. Το λιοντάρι είδε και αναγνώρισε τον όνο που ακολουθούσε τις καμήλες, όρμησε ξαφνικά προκαλώντας την κατάπληξη των εμπόρων, οι οποίοι τράπηκαν σε φυγή. Άδραξε τότε το χαλινάρι και τράβηξε τον όνο, ο δε όνος τις καμήλες που ακολουθούσαν, καθώς ήταν δεμένες η μία με την άλλη, όπως τις συνήθιζαν, έως ότου οδήγησε τον όνο και τις καμήλες στο κελί. Και κτυπώντας τη θύρα με την ουρά του, τα έφερε στον Γέροντα σαν κυνήγι. Αυτός τότε μειδίασε και λέει προς τον μοναχό που τον υπηρετούσε: Χωρίς λόγο λοιπόν βάλαμε επιτίμιο στο λιοντάρι. Γι’ αυτό, ας απαλλαγεί από τις συνηθισμένες αγγαρείες και ας πάει να βόσκει και να ζει όπως θέλει. Τότε  το λιοντάρι έκλινε το κεφάλι του και σαν να συμφώνησε με τον Γέροντα άφησε το όρος και παρουσιαζόταν μία φορά την εβδομάδα, κατά την οποία προσερχόταν σ’ αυτόν και έσκυβε το κεφάλι, σαν να προσκυνάει.
Όταν πέθανε δε ο Γέροντας, ήλθε για να αποδώσει τη συνηθισμένη ευχή. Επειδή όμως δεν βρήκε τον όσιο κι έμαθε από τον διακονητή του μοναχό ότι πέθανε και μπήκε σε τάφο, πρώτα μεν θρήνησε πολύ με μικρά βρυχήματα, κι ύστερα με μεγάλο βρυχηθμό άφησε κι αυτό την πνοή του. Έτσι δοξάζει ο Θεός αυτούς που Τον δοξάζουν και κάνει και τα θηρία να τους υπακούνε, αυτούς που διατηρούν το κατ’ εικόνα και το καθ’ ομοίωσιν άσπιλο και καθαρό».
Ο όσιος Γεράσιμος είναι μία από τις πιο ωραίες παρουσίες στην ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μας. Όχι μόνο για την ασκητική του διαγωγή, αλλά και για την ιδιαίτερη σχέση του με τον ιδιότυπο «υποτακτικό» του, τον ανθρωπόμορφο λέοντα. Το λιοντάρι του αγίου Γερασίμου έχει ταυτιστεί μαζί του τόσο, ώστε οι περισσότερες εικόνες του να απεικονίζουν  και αυτό μαζί με εκείνον. Ασφαλώς δεν είναι η μοναδική περίπτωση,  που θηρία είναι υποταγμένα σε αγίους. Αρκετά συχνά σε συναξάρια βρίσκουμε παρόμοια φαινόμενα, όπως για παράδειγμα στις 11 Φεβρουαρίου είχαμε μνημονεύσει τον άγιο αρχιεπίσκοπο Σεβαστείας Βλάσιο, ο οποίος σε όρος ζώντας, με την ευλογία του ξημέρωνε όλα τα άγρια θηρία. Ακόμη και στη νεώτερη εποχή είναι γνωστή η περίπτωση της αρκούδας του οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ, για να μην αναφερθούμε και στον Γέροντα Παΐσιο, που και αυτού η πολύ φιλική σχέση με τα ζώα, ακόμη και με φίδια, είναι γνωστή. Κατά την πίστη μας, η εξήγηση είναι απλή: ο Δημιουργός Θεός έθεσε τον κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Αυτού άνθρωπο να άρχει επί όλων των ζώων της γης. Τα ζώα σε αυτόν προσέβλεπαν και αυτόν υπάκουαν, επειδή αυτός προσέβλεπε και υπάκουε  στον Δημιουργό Του. Η αμαρτία όμως που εισήλθε στον άνθρωπο, έφερε μεταξύ των άλλων και την ανατροπή αυτή: τα ζώα έγιναν εχθρικά απέναντί του, κάτι που αποκαταστάθηκε μετά τον ερχομό στον κόσμο του ενανθρωπήσαντος Θεού μας. Από τη στιγμή που ο Χριστός εξάλειψε την αμαρτία και καθάρισε την εικόνα του Θεού στον άνθρωπο, δόθηκε στον άνθρωπο και πάλι η χάρη της βασιλείας του επί της κτιστής φύσεως, στον βαθμό που επιτρέπει τούτο βεβαίως ο ίδιος ο Χριστός, στο μεταξύ διάστημα που βρισκόμαστε μέχρι τη Δευτέρα Του παρουσία.
Έτσι, για να επανέλθουμε στον όσιο Γεράσιμο, η υπακοή του λέοντα ήταν η υπακοή στον χαρισματούχο άνθρωπο, τον αποκαταστημένο ενώπιον του Θεού, με την καθαρότητα της εικόνας του Θεού στην καρδιά του. Η υπακοή του δηλαδή ήταν η συνέχεια της υπακοής των θηρίων στον πρώτο Αδάμ, προ της πτώσεώς του στην αμαρτία, εκεί που η εξουσία του επ’ αυτών φανερωνόταν και με το όνομα που αυτός έδινε στα θηρία. Κι αυτό ακριβώς τονίζει και ο υμνογράφος της ακολουθίας του. «Δόθηκε σαν βραβείο στον Γεράσιμο ένας υπηρέτης θηρίο, επειδή πριν φύγει από τη ζωή φόνευσε τα θηρία των παθών του» («Υπηρέτης θηρ τω Γερασίμω γέρας, θήρας παθών κτείναντι πριν λήξαι βίου») (στίχοι συναξαρίου). Κι αλλού: «Επειδή φύλαγες την αξία του κατ’ εικόνα, θεοφόρε, φάνηκες φοβερός στα ανήμερα θηρία» («Την κατ’ εικόνα, θεοφόρε, αξίαν  φυλάττων, φοβερός ανημέροις θηρσίν εδείχθης») (ωδή ζ΄). Με άλλα λόγια, βασίλεψε πρώτα πάνω στα πάθη του ο άγιος, κι έπειτα του δόθηκε η χάρη να βασιλέψει και πάνω στο λιοντάρι. Τα θηρία αναγνωρίζουν προφανώς -  κάτι που έλεγε και ο Γέρων Παΐσιος - τον άνθρωπο του Θεού, τον άνθρωπο δηλαδή που τα αγαπά γνήσια. Το γεγονός ότι έχουμε φαινόμενα που άγιοι κατασπαράσσονται από θηρία, δεν ακυρώνει την αλήθεια αυτή. Τούτο γίνεται, διότι ο Θεός κρίνει ότι με τον τρόπο αυτό οι άγιοι θα κέρδιζαν πιο εύκολα τον Παράδεισο. Το μαρτύριο του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου είναι μία πολύ καλή απάντηση επ’ αυτού.
Ο υμνογράφος Γεώργιος δεν επεκτείνεται άλλο σ’ αυτό το θέμα. Θα μπορούσε να μνημονεύσει και την υπακοή των λιονταριών στον προφήτη Δανιήλ, ήδη από την Παλαιά Διαθήκη, όταν τον είχαν ρίξει σ’ αυτά μέσα σ’ έναν λάκκο. Δεν το κάνει όμως. Και μάλλον διότι περισσότερο τον ενδιαφέρει να προβάλει την πνευματική προσωπικότητα του οσίου Γερασίμου. Κι είναι αλήθεια: τα περισσότερα τροπάρια της ακολουθίας του έχουν ως περιεχόμενο την αναζήτηση του Θεού εκ μέρους του, όταν περιπλανιόταν στις ερημιές, στις σπηλιές και στα όρη, και την αδιάκοπη ενατένισή του προς τον πόθο του Κυρίου του, με αποτέλεσμα να καταυγαστεί από το φως του Πνεύματος του Θεού. «Όσιε Πάτερ Γεράσιμε, ζώντας με πίστη πάντοτε στις ερημιές και στα σπήλαια και στα όρη, τον Θεό εκζήτησες και Αυτόν βρήκες, όπως ακριβώς ήταν η βαθιά σου επιθυμία» («Όσιε Πάτερ Γεράσιμε, εν ερημίαις αεί, και σπηλαίοις και όρεσι πίστει διαιτώμενος, τον Θεόν εξεζήτησας και τούτον εύρες, ώσπερ επόθησας») (στιχηρό εσπερινού). «Ήσουν προσηλωμένος πάντοτε προς τον άυλο πόθο του Κυρίου, Πάτερ όσιε» («Προς τον άυλον πόθον τον του Κυρίου, Πάτερ όσιε, αεί ενατενίζων») (ωδή γ΄). «Καταφωτίστηκαν τα νοητά μάτια της ψυχής σου από την έλλαμψη του Πνεύματος του Θεού, θεοφόρε, και τα προσήλωσες στο αιώνιο φως με την αρετή σου» («Ελλάμψει του Πνεύματος, θεοφόρε, καταυγασθείς τα νοητά της ψυχής σου όμματα, προς φως ενητένισας δι’ αρετής το άδυτον») (ωδή α΄). Η κρίση του υμνογράφου Γεωργίου είναι ορθή: δεν θέλει να μας αποπροσανατολίσει με ένα σπουδαίο ασφαλώς γεγονός: το «ανθρώπινο» λιοντάρι, γιατί το ουσιώδες γι’ αυτόν είναι η πνευματική διαγωγή του οσίου, η οποία και μόνη, αν ακολουθηθεί, εκβάλλει στη βασιλεία του Θεού. Με έναν λόγο, τον υμνογράφο τον ενδιαφέρει η αιτία της αγιότητάς του και όχι ένα από τα αποτελέσματα αυτής.
 
 
 
 

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ


«Ἐννοῶ τήν ἡμέραν ἐκείνην καί τήν ὥραν, ὅταν μέλλωμεν πάντες, γυμνοί καί ὡς κατάκριτοι, τῷ ἀδεκάστῳ Κριτῇ παρίστασθαι· τότε σάλπιγξ ἠχήσει μέγα, καί τά θεμέλια τῆς γῆς σεισθήσονται, καί οἱ νεκροί ἐκ τῶν μνημάτων ἐξαναστήσονται, καί ἡλικία μία πάντες γενήσονται· καί πάντων τά κρυπτά φανερά παρίστανται ἐνώπιόν σου· καί κόψονται, καί κλαύσονται, καί εἰς τό πῦρ τό ἐξώτερον ἀπελεύσονται, οἱ μηδέποτε μετανοήσαντες· καί ἐν χαρᾷ καί ἀγαλλιάσει, ὁ τῶν Δικαίων κλῆρος, εἰσελεύσεται εἰς παστάδα οὐράνιον».
(Φέρνω στον νου μου την ημέρα και την ώρα εκείνη της κρίσεως, όταν πρόκειται όλοι να παρασταθούμε γυμνοί και σαν καταδικασμένοι μπροστά στον αδέκαστο Κριτή. Τότε θα ηχήσει δυνατά σάλπιγγα και θα σεισθούν τα θεμέλια της γης και θα αναστηθούν οι νεκροί από τα μνήματα και θα γίνουν όλοι μιας ηλικίας. Ό,τι είναι κρυφό σε όλους τους ανθρώπους θα είναι φανερό ενώπιον σου, Κύριε. Και θα θρηνήσουν και θα κλάψουν και θα οδηγηθούν στο πυρ το εξώτερο αυτοί που ποτέ δεν μετάνιωσαν. Ενώ οι Δίκαιοι με χαρά και με αγαλλίαση θα εισέλθουν στην ουράνια βασιλεία).
Το τροπάριο από τους Αίνους της Κυριακής των Απόκρεω, σε ήχο πλ. του β΄, μας μεταφέρει στη συγκλονιστική στιγμή της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου μας. Η Δευτέρα Παρουσία, για την οποία με πολλούς λόγους μίλησε ο Κύριος, όπως κατεξοχήν στην παραβολή της κρίσεως της σημερινής ημέρας, αποτελεί το τελικό όριο, κατά το οποίο οι πάντες, οι άνθρωποι όλων των εποχών, και οι ζώντες τότε, αλλά και οι κεκοιμημένοι οι οποίοι θα αναστηθούν σωματικά προκειμένου να ενωθεί το σώμα τους με την ψυχή τους, θα σταθούμε προς κρίση ενώπιον Κυρίου του Θεού μας. Η ώρα που θα πραγματοποιηθεί η Παρουσία αυτή είναι άγνωστη – ο Κύριος είπε ότι τον καιρό τον γνωρίζει μόνον ο Θεός: θα έλθει «ὡς κλέπτης ἐν νυκτί» – όμως ο Ίδιος μάς απεκάλυψε το κριτήριο βάσει του οποίου θα γίνει η κρίση για τον καθένα: το πώς στάθηκε έναντι του κάθε συνανθρώπου του στη ζωή που του δόθηκε, με έμπρακτη αγάπη ή όχι, (η αγάπη συνιστά και τον αγώνα της μετανοίας που δικαιώνει τον άνθρωπο), αφού η στάση του αυτή στην πραγματικότητα αποτελεί τη στάση έναντι του Ίδιου του Κυρίου: «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοί ἐποιήσατε». Οδύνη και οδυρμός λοιπόν για τους αμετανόητους, αιώνια ζωή και αγαλλίαση για τους εν μετανοία αγωνισθέντες.