Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2019

ΕΝΟΨΕΙ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ... (2)


 «Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπρεπῶς γάρ ἐπέστη, γυμνωθείς ὁ Χριστός μου, ἐπενδύων με στολήν, τῆς Οὐρανῶν Βασιλείας».
(Ἀφήνοντας τή Βηθλεέμ, ἐκεῖ πού πραγματοποιήθηκε τό πιό καινούργιο ἀπό ὅλα τά θαύματα, ἄς τρέξουμε πρός τόν Ἰορδάνη μέ θερμότατη ψυχή, κι ἐκεῖ ἄς δοῦμε τό φρικτό Μυστήριο. Διότι στάθηκε μέ τρόπο πού ἔπρεπε στή Θεότητα ὁ Χριστός μου, ὁ Ὁποῖος ἀφοῦ γυμνώθηκε μοῦ φοράει τή στολή τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν).
Τό προεόρτιο σύντομο ἐξαποστειλάριο τοῦ Ὄρθρου μέ τρόπο συνεπτυγμένο μᾶς καθοδηγεῖ πρός τά σωτηριώδη γιά τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου: Μή τυχόν καί μείνουμε, τονίζει ὁ ἅγιος ὑμνογράφος, μόνο στή Βηθλεέμ, ἔστω κι ἄν ἐκεῖ πραγματοποιήθηκε τό μέγα μυστήριο τῆς πίστεώς μας, δηλαδή ἡ φανέρωση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου. Ἀκολουθεῖ κι ἄλλο Μυστήριο, μπροστά στό ὁποῖο φρίσσει ὁ ἀνθρώπινος νοῦς: ὁ ἐρχομός Του στόν Ἰορδάνη ποταμό. Ἐκεῖ, στίς ὄχθες του, ὁ Χριστός θά σταθεῖ μέ τρόπο θεοπρεπή, δηλαδή μέ ἀγάπη καί ταπείνωση, γιά νά βαπτιστεῖ ἀπό τόν Ἰωάννη, προσφέροντας αὐτό πού μάτια ἀνθρώπου δέν μποροῦν νά δοῦν: νά σβήνει, γυμνωμένος ὁ ἴδιος, τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων κι ἔτσι νά τούς φοράει καί πάλι τή στολή πού ἔχασαν λόγω τῆς πτώσης στήν ἁμαρτία, τή στολή τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ὁ ὑμνογράφος συνεσκιασμένα συνορᾶ μαζί μέ τή Βάπτιση τοῦ Κυρίου καί τή βάπτιση τοῦ κάθε πιστοῦ, κατά τήν ὁποία ὁ πιστός ἐνδύεται ἀπό τόν Κύριο τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματός του, τόν Ἴδιο τόν Χριστό δηλαδή, καθιστάμενος ἔτσι μέλος τοῦ ἁγίου σώματός Του. Ὅπως τό σημειώνει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε». Μέ τή βασική προϋπόθεση βεβαίως πού ἐννοεῖται ὅτι πρέπει νά ἔχει πάντοτε ὁ πιστός μπροστά στίς δωρεές τοῦ Θεοῦ: τή συνέργειά του, τό ναί του στό ναί τοῦ Θεοῦ. Ἕνα ναί ὅμως πού δέν μπορεῖ νά εἶναι ράθυμο καί βαριεστημένο – καρπός ἄγνοιας καί τύφλωσης πνευματικῆς - ἀλλά ναί πού βγαίνει ἀπό καρδιά φλογερή καί θερμή, θερμότατη, πού μέ ἐπίγνωση ὠθεῖ τόν πιστό νά τρέχει μέ σπουδή καί μέ χαρά ἐπί τά ἴχνη τοῦ Κυρίου. «Εἰς ὀσμήν μύρου σου ἔδραμον, Χριστέ».

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (35)


 Η χριστιανική ζωή κρίνεται κατά τρόπο απόλυτο από τη στάση μας έναντι του συνανθρώπου μας. Η αποδοχή του άλλου μέσα μας, το πώς τον «χωρούμε», είναι το αποδεικτικό της καλής ή όχι  μαθητείας μας προς τον Χριστό. Γιατί Χριστός και άλλος, κατά την αποκάλυψη Εκείνου, είναι το ίδιο. «Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων… ἐμοί ἐποιήσατε». Έτσι το είδος της αγκαλιάς μας, η ποιότητα κι η ατμόσφαιρά της πρέπει να ‘ναι αυτή, όπως θα υποδεχόταν τον ίδιο τον Χριστό. Ποιος χριστιανός δεν θα ετοίμαζε ό,τι καλύτερο για να νιώσει αναπαυμένος και άνετα Εκείνος που θεωρείται ο αρχηγός της πίστης κι ο ίδιος ο Θεός του; Να καθίσει ο Χριστός σε ό,τι πιο βελούδινο μπορεί να έχουμε στο σπιτικό μας! Τι κάνουμε όμως δυστυχώς τις περισσότερες φορές οι δικοί Του πιστοί; Τον αγκαλιάζουμε και Τον ασπαζόμαστε, αλλά τρυπώντας Τον με αγκάθια και μαχαίρια και σπασμένα γυαλιά· Τον αποδεχόμαστε καταπληγώνοντάς Τον, καθιστώντας Τον αιμόφυρτο με χαίνουσες πληγές! Πώς; Στο πρόσωπο του συνανθρώπου μας, με την κατάκριση που έχουμε πρόχειρη όχι μόνο στα χείλη μας, αλλά πρωτίστως στην καρδιά μας. Όταν ο Χριστός μάς καλεί να μην κρίνουμε τον συνάνθρωπό μας, (στην ουσία τον Ίδιο), είναι για να τον αποδεχόμαστε και να τον υποδεχόμαστε στην καρδιά μας χωρίς να τον πληγώνουμε. Μας αφαιρεί, αν θέλουμε να είμαστε δικοί Του, το μαχαίρι και τα αγκάθια. Γιατί μας λέει πως η κρίση είναι δική Του και δεν πρέπει να την αρπάζουμε από Αυτόν· να μην το «παίζουμε» δηλαδή… Θεοί. Γιατί κάνει τον Θεό εκείνος που κρίνει και κουτσομπολεύει και κατακρίνει τον συνάνθρωπό του, συνεπώς το πρόβλημά του είναι η κρυμμένη υπερηφάνεια του κι ένας απεχθής δαιμονισμός του. Μόνο σε μία περίπτωση μάς είπε ότι μπορούμε άνετα να κρίνουμε: όταν η κρίση μας είναι δίκαιη κι όχι επιφανειακή. Δηλαδή κρίση γεμάτη από αγάπη προς τον άλλον. Τότε ναι, μπορούμε να κρίνουμε, γιατί τότε θ’ απλωνόμαστε ως προστατευτική ομπρέλα απέναντί του και θα ‘ναι αυτός μέσα στην ασφάλεια μιας μητρικής αγκαλιάς. «Ἡ κρίσις ἡ ἐμή δικαία ἐστί, ὅτι οὐ ζητῶ τό θέλημα τό ἐμόν, ἀλλά τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός».
 

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2019

ΕΝΟΨΕΙ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ…


«Ἰωάννη Βαπτιστά, ὁ ἐν μήτρᾳ γνωρίσας με τόν ἀμνόν, ἐν ποταμῷ μοι διακόνησον, μετ’ Ἀγγέλων μοι λειτούργησον· ἐκτείνας ἅψαι τῇ παλάμῃ, τῆς κορυφῆς μου τῆς ἀχράντου· καί ὅταν ἴδῃς τά ὄρη τρέμοντα, καί τόν Ἰορδάνην ἐπαναστραφέντα, σύν τούτοις βόησον·  Ὁ σαρκωθείς ἐκ Παρθένου, εἰς ἡμῶν σωτηρίαν, Κύριε δόξα σοι».
(Βαπτιστά Ιωάννη, σύ πού βρισκόμενος στή μήτρα τῆς μάνας σου μέ ἀναγνώρισες ὡς τόν ἀμνόν τοῦ Θεοῦ, διακόνησέ με στόν ποταμό Ἰορδάνη, λειτούργησε γιά μένα μαζί μέ τούς ἀγγέλους. Ἅπλωσε κι ἀκούμπησε μέ τήν παλάμη σου τήν ἄχραντή μου κεφαλή. Κι ὅταν δεῖς τά ὄρη νά τρέμουν καί τόν Ἰορδάνη νά γυρίζει πρός τά πίσω, φώναξε δυνατά μαζί μ’ αὐτά· Κύριε, Σύ πού σαρκώθηκες ἀπό τήν Παρθένο γιά τή σωτηρία μας, δόξα σ’ Ἐσένα).
Δέν προλάβαμε νά ἀποσώσουμε τίς δοξολογικές καί ἱκετευτικές κραυγές μας γιά τό ὑπερφυές Μυστήριο τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου μας, ἦλθε ἡ ἅγια Περιτομή Του, κι ἀμέσως ἡ μέ σπουδή ἐξαγγελία τῆς ἄλλης Δεσποτικῆς Ἑορτῆς, τῆς Βαπτίσεώς Του, τῶν Θεοφανείων ἤ τῶν Φώτων. Κι ἴσως νά μήν μπορεῖ νά γίνει διαφορετικά, ἀφοῦ Χριστούγεννα καί Βάπτιση ἦταν ἀπαρχῆς συνδεδεμένα στήν Ἀνατολή, ὡς ἡ μία ἑορτή τῶν ἁγίων Ἐπιφανείων τοῦ Κυρίου. Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ διάκριση Χριστουγέννων καί Βαπτίσεως ἔγινε ἀπό τήν ἐποχή τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος δέχτηκε τόν ξεχωριστό ἑορτασμό τόν προερχόμενο ἀπό τή Δύση κι ἔκτοτε καθιερώθηκε ἔτσι νά ἑορτάζουμε μέχρι σήμερα ὅ,τι ἀπό πρίν ἦταν ἑνιαῖο.
Τό παραπάνω τροπάριο σέ ἦχο πλάγιο τοῦ τετάρτου ἀποτελεῖ δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ ὄρθρου ἀπό τίς προεόρτιες ἡμέρες τῶν Φώτων καί εἶναι σύνθεση τοῦ γνωστοῦ ὑμνογράφου μοναχοῦ Ἀνατολίου τοῦ Στουδίτου (8ος αἰ.). Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, κατά τήν ἔμπνευση τοῦ ὑμνογράφου, ἀπευθύνεται μέ τρόπο στοργικά ἐπιτακτικό στόν δοῦλο Του Ἰωάννη τόν Βαπτιστή, ἀφενός νά τοῦ ὑπενθυμίσει ὅτι ἦταν ἐκεῖνος, ὁ Ἰωάννης, πού ἐν χάριτι Τόν ἀνεγνώρισε γιά τό σωτήριο ἔργο Του ἤδη ἐκ κοιλίας μητρός του, καί ἀφετέρου νά μή φέρει ὁποιαδήποτε ἀντίρρηση γι’ αὐτό πού ἡ λογική του ἀρνεῖται νά δεχθεῖ: τή Βάπτισή Του, γιατί πρόκειται γιά διακονία καί λειτουργία πρός τόν Θεό. Τόν καλεῖ νά ξεπεράσει τούς φόβους του καί νά ἁπλώσει καί νά πιάσει τήν ἄχραντη κεφαλή Του, ἀναγγέλλοντάς του ταυτόχρονα ὅτι τό ἔργο του αὐτό ἐντάσσεται μέσα στή βουλή τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, ὅτι συμμετέχει συγκλονισμένη καί ἡ ἄλογη φύση γιά ὅσα διαδραματίζονται κι ὅτι μαζί μέ τή φύση ἡ μόνη στάση ἔναντι τῆς βουλῆς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ δοξολογία Του.  Τά πάντα ἔχουν ὑπόβαθρο ἱστορικό, ἀλλά τό βάρος πέφτει στήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί στό κρυμμένο μυστήριο.    

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (34)


 Είναι φορές που ο Πονηρός, καλύτερα: τα κρυμμένα πάθη μας,  μάς εμπαίζουν με τον πιο… «κομψό» τρόπο. Μάς κάνουν δηλαδή να πιστεύουμε ότι μπορούμε να κρατάμε την αγάπη προς τον συνάνθρωπό μας, έστω κι αν τον προσβάλλουμε και τον πληγώνουμε!  Πώς αυτό; Με τη δικαιολογία της εν Χριστώ «απλότητας» και «ειλικρίνειας». «Μα, εγώ το λέω με απλότητα, χωρίς κακία», διατείνονται, φανερώνοντας το πόσο ύπουλα πράγματι λειτουργεί ο εγωισμός μας, ο οποίος προκαλεί τέτοια τύφλωση που το κακό να μας το παρουσιάζει ως καλό και ευάρεστο στον Θεό. Κάποτε όμως πρέπει να… ενηλικιωθούμε χριστιανικά και να δούμε κατάματα τον εαυτό μας. Κάθε τι που λέμε, κάνουμε ή και σκεφτόμαστε ακόμη, (κι η σκέψη λειτουργεί ως πράξη), το οποίο προσβάλλει και πληγώνει τον συνάνθρωπό μας, είναι καρπός της υπερηφάνειας μας, συνεπώς δουλεύει στον Πονηρό διάβολο κι όχι βεβαίως στον ταπεινό και πράο Χριστό μας. Οι άγιοι Πατέρες μας μάλιστα έχουν επισημάνει την τραγικότητα της κατάστασης λέγοντας  ότι αν πληγώσουμε με οποιονδήποτε τρόπο τον πλησίον μας, πέρα από το ότι το «κτύπημα» αναφέρεται στον Δημιουργό μας – «ἁμαρτάνοντες εἰς ἀδελφούς εἰς Χριστόν ἁμαρτάνετε» κατά τον λόγο του αποστόλου – δυστυχώς χάνουμε το μόνο έδαφος που συναντάμε τον Κύριο, την αγία ταπείνωση. Διότι «τό μή πλῆξαι τήν συνείδησιν τοῦ πλησίον τίκτει τήν ταπείνωσιν»: να μην πληγώσεις τη συνείδηση του πλησίον είναι αυτό που γεννάει την ταπείνωση. Και χωρίς ταπείνωση η μόνη παρέα μας είναι ο Διάβολος, δηλαδή η ζωή της κόλασης.

Π Ρ Ω Τ Ο Χ Ρ Ο Ν Ι Α (απόηχος...)


Τό τώρα, ὡς ἡ εὐκαιρία καί ἡ δωρεά πού μᾶς δίνει Χριστός ὁ Θεός μας γιά νά τήν ἀξιοποιοῦμε μέ συνετό τρόπο,  μοιάζει μ’  ἕνα λευκό χαρτί πού μᾶς ἁπλώνει ἐνώπιόν μας, εἴτε αὐτό λέγεται σήμερα, εἴτε λέγεται ὥρα πού περνᾶμε, εἴτε λέγεται στιγμή τοῦ χρόνου, ὥστε μέ τόν χρωστήρα τῆς βούλησής μας νά ζωγραφίσουμε πάνω  σ’ αὐτό ὄχι μουτζαλιές καί σκιές, ὄχι τίς μαυρίλες τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά τόν ὁλοφώτεινο πίνακα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν καί τοῦ ἁγίου Του θελήματος. Ἡ κάθε στιγμή καί ὥρα μας δηλαδή πρέπει νά μᾶς βρίσκει στήν ἑτοιμότητα τοῦ «γενηθήτω τό θέλημά Σου» καί ὄχι τό θέλημά μου. Καί τό θέλημά Του κι ἡ ἐντολή Του εἶναι γνωστή: «Αὕτη ἐστίν ἡ ἐντολή ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους». «Μείνατε ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐμῇ. Ἐάν τάς ἐντολάς μου τηρήσητε μενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπῃ Μου». Δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νά γεμίσω τόν χρόνο μου καλῶς, νά ζωγραφίσω τό πορτραῖτο τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ μέσα μου, πέρα ἀπό τό νά θέτω σέ πράξη αὐτό πού ζητάει ὁ Θεός καί πού συνιστᾶ καί τήν ἴδια τήν ὕπαρξή Του: τήν ἀγάπη. Ἡ εὐχή τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι σαφεστάτη: «νά ὁδεύουμε καλῶς σάν σέ ἡμέρα μέ τό φῶς τῶν ἐντολῶν σου».

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ Ο ΟΥΡΑΝΟΦΑΝΤΩΡ

 
           Ο άγιος υμνογράφος  του αγίου Βασιλείου είναι ευνόητο ότι δεν μπορεί να μην αναφέρει  εκείνο το έργο, πέραν της διδασκαλίας του αγίου και του προσωπικού του αγιασμού και του μαρτυρικού του φρονήματος, με το οποίο σφράγισε την εποχή του και έμεινε χρυσό παράδειγμα ανά τους αιώνες: την ελεήμονα προσφορά του στον συνάνθρωπο, ιδίως με τη λεγόμενη «Βασιλειάδα». Η φιλανθρωπική δράση του αγίου Βασιλείου όντως έχει μείνει παροιμιώδης. Θεωρείται κυριολεκτικά «κανών», τύπος, προς τον οποίο στρέφουν τα βλέμματα όλοι οι πιστοί στους μετέπειτα αιώνες μέχρι σήμερα, για να κατανοούν τι σημαίνει αγιότητα βίου συνδυασμένη με οξυδέρκεια και άνοιγμα καρδιάς. Κατά τον άγιο Δαμασκηνό «Πατήρ ορφανών και χηρών προασπιστής και πλούτος πένησι, των ασθενούντων η παράκλησις και των εν πλούτω κυβέρνησις, γήρως βακτηρία εδείχθης, παιδαγωγία νεότητος και Μοναζόντων αρετής κανών, Βασίλειε». Δηλαδή: Αναδείχτηκες, Βασίλειε, πατέρας των ορφανών και των χηρών υπερασπιστής, και ο πλούτος για τους πτωχούς, η παρηγοριά για τους ασθενείς και ο κυβερνήτης των πλουσίων, το στήριγμα των γηρατειών, η παιδαγωγία της νεότητας και ο κανόνας της αρετής των μοναχών.

Π Ρ Ω Τ Ο Χ Ρ Ο Ν Ι Α !

  
           Τό τώρα, αὐτό πού ζοῦμε τήν κάθε στιγμή στόν συγκεκριμένο τόπο καί χρόνο, (μέ τήν εὐκαιρία πού μᾶς δίνει ἡ ἔλευση τοῦ καινούργιου χρόνου για τέτοιον προβληματισμό), εἶναι καί ὅ,τι ἀνώτερο ὑπάρχει. Γιατί εἶναι τό πεδίο πού ἀναμετριέται ἡ συνείδησή μας μέ τόν ἴδιο τόν Θεό καί εἴτε κερδίζουμε τήν παρουσία Του εἴτε δυστυχῶς τήν ἀπεμπολοῦμε, καθώς χανόμαστε μέσα στήν ὀρφάνια τῆς ἀπουσίας Του, ὄχι γιατί Ἐκεῖνος φεύγει - ἀπό ποῦ νά φύγει, ἀφοῦ Ἐκεῖνος διακρατεῖ καί συνέχει τά σύμπαντα; - ἀλλά γιατί ἐμεῖς Τόν διαγράφουμε νομίζοντας ὅτι δέν ὑπάρχει. Ἴσως νά θυμηθοῦμε ἐδῶ τή σπαρακτική πράγματι κραυγή τοῦ προφήτη τῆς ἀθεΐας Νίτσε, ὁ ὁποῖος στό ἔργο του «Τάδε ἔφη Ζαρατούστρα» βάζει τόν πρωταγωνιστή νά κραυγάζει ὅτι ὁ Θεός πέθανε. Κι ὄχι γιατί πράγματι πέθανε, ἀλλά γιατί ἐμεῖς Τόν σκοτώσαμε μέσα στίς ψυχές καί τίς καρδιές μας. «Ἡ ὥρα πού περνᾶς τώρα», θά σημειώσει ἐν προκειμένῳ καί ὁ γνωστός θεολόγος Παῦλος Εὐδοκίμωφ τῶν Ρώσων τῆς διασπορᾶς, «ὁ ἄνθρωπος πού συναντᾶς τώρα καί ἐδῶ, τό ἔργο πού ἐπιτελεῖς αὐτήν ἐδῶ τή στιγμή – αὐτά εἶναι πάντοτε τά πιό σημαντικά σ’ ὁλόκληρη τή ζωή σου». Ὁ χρόνος δηλαδή, ὅπως κι ὁ κάθε τόπος, ἀποκτᾶ μία ἱερότητα πού θά μποροῦσε νά χαρακτηριστεῖ ὡς ὥρα θεοφανείας. Τό ὁριζόντιο στοιχεῖο τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, καθώς ἀνοίγεται στό κάθετο τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, (γι’ αὐτό καί σταυρική ἡ ἔννοια τοῦ χρόνου τελικά, ἰδίως ἀφότου ἦλθε μέσα στόν χρόνο ὁ ἴδιος ὁ Θεός ὡς ἄνθρωπος), μεταμορφώνεται σέ σκαλί πού ἐκβάλλει στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ αἰωνιότητα γιά τήν πίστη καί τήν Ἐκκλησία μας δέν νοεῖται ὡς ἁπλῶς ἡ ἀτέρμονη συνέχεια πού ἔρχεται μετά τό τέλος αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀλλ’ ἡ χαρισματική γεύση καί αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἀκριβῶς στό μεταμορφωμένο ἐδῶ καί τώρα ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ τῆς ζωῆς ἑνός ἀληθινοῦ πιστοῦ, τοῦ ἁγίου.