Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ)

Ποιός εἶναι ὁ ἅγιος;

Ἔχει ὀρθά τονιστεῖ ὅτι ἡ σχέση τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς μέ τήν ἑορτή τῶν ῾Αγίων Πάντων στήν ᾽Εκκλησία μας ἀποτελεῖ σχέση αἰτίου καί αἰτιατοῦ, δηλαδή ἐκεῖνο πού δημιουργεῖ τό γεγονός τῆς ἁγιότητας εἶναι τό Πανάγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖο ἀπέστειλε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός, μετά τήν ἔνδοξη ἀνάληψή Του εἰς τούς οὐρανούς, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Οἱ ἅγιοι δηλαδή συνιστοῦν τά ἔργα τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος και  φανερώνουν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, ἀποτελώντας τήν προέκταση τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μέσα στό πλαίσια τοῦ ἐδῶ καί τοῦ τώρα. Εἶναι οἱ ῾ἐν σαρκί περιπολοῦντες Θεοί᾽, κατά γνωστή ἔκφραση ἐκκλησιαστικοῦ Πατέρα. Ἡ ἑορτή τῶν ἁγίων Πάντων λοιπόν θέτει κάθε φορά αὐτό τό ἐρώτημα, μέ τό ὁποῖο καλεῖται νά ἀναμετρᾶται διαρκῶς ὁ συνειδητός χριστιανός: «Ποιός εἶναι ὁ ἅγιος;» γιά τόν ὁποῖο καθημερινῶς μιλάει ἡ Ἐκκλησία.  

Κατά πρῶτον θά πρέπει νά ὑπερβοῦμε τήν ἁπλή ἀντίληψη ἀρκετῶν χριστιανῶν, πού τήν ἁγιότητα τήν ἐξαρτοῦν ἀπό συνθῆκες μόνον τοπικές, δηλαδή ὅτι ἕνα συγκεκριμένο πλαίσιο ζωῆς ὁδηγεῖ καί στήν ἁγιότητα, εἴτε μέ τήν ἔννοια ὅτι ἅγιος γίνεται ἐκεῖνος πού ἀπομακρύνεται ἀπό τόν κόσμο, σάν ἕνα εἶδος ὑπερανθρώπου ἀσκητῆ, εἴτε μέ τήν ἔννοια ἐκείνου πού ἀγωνίζεται μέσα στόν κόσμο, σάν ἕνα εἶδος κοινωνικοῦ ἐργάτη. Ὁ ἅγιος εἶναι πέρα ἀπό τέτοιες ἁπλουστεύσεις καί «ἀγκυλώσεις». Ὅπως τό ὑπονοήσαμε καί παραπάνω, ἅγιος εἶναι ἁπλῶς ὁ συνεπής πιστός˙ αὐτός πού προσπαθεῖ νά ζεῖ σωστά ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας, κρατώντας ἀνοιχτή τή θύρα τῆς ψυχῆς του ἀπέναντι στόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Κι αὐτό μπορεῖ νά γίνει εἴτε ἀπό τόν μοναχό στό  μοναστήρι εἴτε ἀπό τόν ζῶντα στόν κόσμο, διότι ἀκριβῶς τό ζητούμενο εἶναι ἡ διακράτηση τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ πού ὁ ἄνθρωπος παίρνει μέ τήν εἴσοδό του στήν ᾽Εκκλησία διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος καί ὄχι ὁ τόπος στόν ὁποῖο κάποιος θά ἐπιλέξει νά μείνει.

 Ὁ πιστός λοιπόν χριστιανός, πού λειτουργεῖται καί λειτουργεῖ στό σῶμα τῆς ᾽Εκκλησίας, εἶναι ὁ ἅγιος. Γι᾽ αὐτό καί στούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες ἡ λέξη ἅγιος ἦταν ἡ φυσιολογική προσφώνηση γιά τούς χριστιανούς. Καί τί σημαίνει χριστιανός; Μᾶς τό λέει ἐπιγραμματικά ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος «Χριστιανός ἐστι μίμημα Χριστοῦ κατά τό δυνατόν ἀνθρώπῳ». Χριστιανός εἶναι ὅποιος «μιμεῖται» τόν Χριστό, μέσα στά πλαίσια τῶν ἀνθρωπίνων δυνατοτήτων. Συνεπῶς ἅγιος εἶναι καί γίνεται κάθε χριστιανός πού βαδίζει πάνω στά χνάρια τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, αὐτός πού ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, ὅπως διαρκῶς τό ζητοῦσε ὁ ῎Ιδιος – «ἀκολούθει μοι» (Ματθ. 8, 22 κ.ἀ.) ἦταν πάντοτε ἡ κλήση Του πρός κάθε μαθητή Του – κι ὅπως προέτρεπαν στή συνέχεια καί οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ ὅλους τούς ἀνθρώπους: «ἐν Αὐτῷ περιπατεῖτε» (Κολ. 2, 6). Τό ἴδιο δέν λέει καί τό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα γιά τούς ἁγίους ἀποστόλους; «ἰδού ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καί ἠκολουθήσαμέν σοι» (Ματθ. 19, 27).

Ἡ ἀκολουθία αὐτή τοῦ Χριστοῦ δημιουργεῖ σχέση φιλίας καί ἀγάπης ἀνάμεσα στόν Χριστό καί τούς πιστούς καί ἐξηγεῖ, ἀφενός τή δύναμη τήν ὁποία ἔχουν στόν κόσμο, δύναμη στήν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ πού ἐνεργεῖ μέσω αὐτῶν, καί, ἀφετέρου τήν τιμή τήν ὁποία ἀπολαμβάνουν στήν ᾽Εκκλησία μας, ὡς φίλοι τοῦ Κυρίου κατά τήν ὑπόσχεσή Του. «Ὑμεῖς φίλοί μου ἐστέ, ἐάν ποιῆτε ὅσα ἐντέλλομαι ὑμῖν» (Ἰωάν. 15, 14). Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ὁ ἅγιος δέν εἶναι μία αὐτονομημένη καί ἀτομοκεντρική ὕπαρξη. ᾽Αντιθέτως, εἶναι ὁ πλήρως ἐξαρτημένος ἀπό τόν Θεό, αὐτός πού ἀναφέρει «ἑαυτόν καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν αὐτοῦ Χριστῷ τῷ Θεῷ», γινόμενος γι’ αυτό «ἐνεργούμενο» τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. Κι ἀνάλογα μάλιστα πρός τή δεκτικότητά του στό Πανάγιον Πνεῦμα, δηλαδή ἀνάλογα πρός τόν βαθμό τῆς ἀγάπης καί τῆς ταπεινώσεώς του, λαμβάνει περισσότερη ἤ λιγότερη χάρη, πού θά πεῖ ὅτι στήν ἁγιότητα ἔχουμε διαβαθμίσεις – δέν εἶναι ὅλοι οἱ ἅγιοι στό ἴδιο πνευματικό ὕψος. «Ἀστήρ ἀστέρος διαφέρει» (Α´ Κορ. 15, 41) βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος, γι’ αὐτό ὅπως πολύ ὀρθά ἔχει εἰπωθεῖ  «ὑπάρχει ἅγιος μέ ἄλφα μικρό καί ῞Αγιος μέ ἄλφα κεφαλαῖο».

Ἰδίως, τό θέμα τῆς ταπεινώσεως θεωρεῖται τό κρισιμότερο ἐξ ὅλων.  Διότι ὅσο πιό μεγάλη εἶναι ἡ ταπείνωση, τόσο μεγαλύτερος εἶναι ὁ χῶρος πού ἀνοίγεται στήν καρδιά τοῦ πιστοῦ γιά τή λήψη τοῦ ἁγίου Πνεύματος. « Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν᾽ (Α´Πέτρ. 5,5). Κι εἶναι εὐνόητο: ἡ ἀνυπαρξία τῆς ταπείνωσης δηλώνει τήν ὑπερηφάνεια καί τόν ἐγωϊσμό τοῦ ἀνθρώπου, ἄρα καί τήν ἔλλειψη στήν καρδιά του χώρου γιά τόν Θεό. Τό ἀνθρώπινο ἐγώ εἶναι ἀδηφάγο καί κυριαρχικό. Ποῦ νά σταθεῖ λοιπόν ἐκεῖ ὁ Θεός; Ὁπότε ἡ ταπείνωση, ὡς ἀγώνας ἐξαλείψεως τοῦ ἐγωϊσμοῦ καί δημιουργίας συνθηκῶν ἀγάπης, «συντονίζει» τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό, φανερώνοντας ἔτσι καί τόν βαθμό καθάρσεως τῆς καρδιᾶς του, γι᾽ αὐτό καί ἡ ταπείνωση θεωρεῖται κατά τούς ἁγίους μας καί τό κριτήριο γιά τή γνησιότητα τῆς πίστεως στόν Θεό καί τῆς ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο, τό κριτήριο τελικῶς τῆς ἁγιότητος.

 «Κάποτε – μᾶς διηγεῖται ἡ ἀσκητική παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας - ἐπισκέφθηκαν τόν ἅγιο ᾽Αντώνιο ὁρισμένοι μοναχοί. Εἶχαν μεταξύ τους καί ἕναν νεαρό μοναχό, πού τόν ἐπαίνεσαν ὡς καλό ἀδελφό. Ὁ ᾽Αντώνιος τόν πρόσβαλε ἐπίτηδες καί διαπίστωσε ὅτι ἐκεῖνος ἀντέδρασε καί ἄρχισε τίς δικαιολογίες. Τότε ὁ ᾽Αντώνιος τόν συμβούλευσε νά προσέχει, γιατί ἐξωτερικά μέν φαίνεται ὡς ὡραία πόλη, πού ὅμως τή λυμαίνονται ἀπό πίσω ληστές». Οἱ δικαιολογίες δηλαδή τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ ἦταν καίριο σημάδι γιά τόν ὅσιο ὅτι αὐτός δούλευε ἀκόμη στόν ἐγωϊσμό του, ἀφοῦ εἶναι γνωστό ὅτι ὁ ταπεινός ἄνθρωπος ἀποφεύγει ἐν γένει τίς δικαιολογίες, συχνά κι ἄν ἀκόμη ἔχει δίκιο.

 ῞Αγιος λοιπόν δέν εἶναι τόσο ὁ ἐνάρετος, ὅσο ὁ ταπεινός. ᾽Αρετή χωρίς ταπείνωση δέν σημαίνει τίποτε. «᾽Απούσης ταπεινοφροσύνης πάντα τά ἡμέτερα ἕωλα» σημειώνει καί πάλι ὁ τῆς Κλίμακος ἅγιος. ᾽Ενάρετοι μπορεῖ νά βρεθοῦν σέ πολλούς χώρους, ἀκόμη καί ἐξωχριστιανικούς, μά ταπεινοί μόνο στό χῶρο τοῦ χριστιανισμοῦ καί μάλιστα στήν ᾽Ορθόδοξη ᾽Εκκλησία. Βεβαίως, ὁ ταπεινός εἶναι γεμᾶτος ἀπό ἀρετές, γιά τίς ὁποῖες ὅμως δέν καυχιέται, γιατί τίς ἀνάγει στόν χορηγό αὐτῶν, τόν ἴδιο τόν Θεό. Ἡ ἀρετή δηλαδή εἶναι καρπός τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ καί ὄχι μίας δικῆς του αὐτονομημένης προσπάθειας.

Μετά τά παραπάνω εἶναι πασιφανές ὅτι δέν ὑπάρχει ἰδιαίτερη ὁμάδα ἀνθρώπων, γιά τήν ὁποία καί μόνο νά θεωρεῖται προνόμιο ἡ ἁγιότητα. Τό νά γίνουμε ἅγιοι εἶναι ἐντολή καί προτροπή τοῦ Κυρίου γιά ὅλους μας. «῞Αγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιός εἰμι» (Α´ Πέτρ. 1,16). ῾Ο εἰκονισμός τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ θεολογική βάση γι᾽ αὐτόν τόν κοινό κλῆρο. «῞Α λέγω ὑμῖν, πᾶσι λέγω» (Μάρκ. 13, 37) βεβαίωνε ὁ Κύριος τούς μαθητές Του. ῞Ολοι λοιπόν εἴμαστε κλημένοι στήν ἁγιότητα. Οἱ ἀποστροφές: «Αὐτά εἶναι γιά τούς καλόγερους καί τούς παπάδες» ἤ «ἅγιοι θά γίνουμε;» εἶναι διαστροφές καί δείχνουν, τό λιγότερο, ἀνευθυνότητα καί ἄγνοια τῆς Γραφῆς καί τῆς Παράδοσης τῆς ᾽Εκκλησίας μας. Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι σέ κάθε ἐποχή, ὅπως καί στή δική μας, ὑπάρχουν πολλοί ἅγιοι, ὄχι μόνον οἱ γνωστοί καί ἀναγνωρισμένοι, ἀλλά καί οἱ ἀφανεῖς πού τούς γνωρίζει μόνον ὁ Θεός. Διότι ἡ ἀγιότητα δέν εἶναι προϊόν πρός διαφήμιση.