Κυριακή 5 Αυγούστου 2018

ΤΑ ΧΑΣΤΟΥΚΙΑ ΤΩΝ... ΚΟΡΑΚΩΝ!


Ο δύο φίλοι, Γιργος, μεγαλύτερος στήν λικία, τριαντάρης περίπου, καί Νίκος, λίγο μικρότερος, εχαν φτάσει στό ρος μετά πό «πάλη» ρκετν μηνν. Ζύγιαζαν τά πράγματα πό δ, τά μελετοσαν πό κε, τελικά κατόρθωσαν νά βρον κενες τίς μερομηνίες πού μπόρεσαν νά βολέψουν τό πρόγραμμα καί τίς δουλειές τους, καί, νά, πού βρέθηκαν τελικά στό πολυπόθητο γι ατούς γιον ρος, τό ποο πρώτη φορά πισκέπτονταν. Δέν ταν σχετοι πρός τήν κκλησία καί τή χριστιανική πίστη. Προέρχονταν πό χριστιανικές οκογένειες, ο ποες εχαν φροντίσει νά σταλάξουν μέσα τους σο ταν δυνατόν τήν πίστη στόν Χριστό, τήν ελάβεια πρός τήν κκλησία καί τήν γάπη πρός τούς γίους.  ταν μάλιστα ναφέρονταν στό γιον ρος ο γονες τν δύο παιδιν, ο ελαβες ατοί νθρωποι πάντοτε συγκινονταν, σάν νά φτερούγιζε κάτι μέσα στήν καρδιά τους: εχαν πισκεφτε κι κενοι μαζί τό γιασμένο ρος παλαιότερα, ο δέ γυνακες τους εχαν μετάσχει στόν περίπλου το ρους πού εχε προγραμματίσει νορία τους.  Γι ατό καί ταν συναντονταν ο φιλικές ατές οκογένειες, συχνά ρχόταν λόγος γιά τούς Γέροντες το ρους, γιά τά πελώρια Μοναστήρια πού βρίσκονταν  μέσα σέ μιά χλύ μυστηρίου, γιά τή φυσική μορφιά πού μάγευε πιστούς καί πιστους, ληθινούς προσκυνητές καί πλούς «τουρίστες»
Τά παιδιά κουγαν τίς συζητήσεις ατές καί κατά τρόπο φυσικό τούς εχε δημιουργηθε πιθυμία νά πνε κι ατοί στό ρος, νά δον καί νά κούσουν καί ο διοι ,τι ο πατέρες τους διηγονταν, νά προσκυνήσουν σέ τόπους πού εχαν σκητέψει καί εχαν γιάσει ληθινοί νθρωποι το Χριστο. Τά χρόνια μως περνοσαν καί πιθυμία τους δέν εχε κπληρωθε. Πότε ο σπουδές τους, πότε ο διακοπές τους πού δέν θελαν νά χάσουν, πότε καί κάποια ντίδραση πού κάποια στιγμή μφιλοχώρησε μέσα τους, τούς καναν νά ργοπορον καί νά μεταθέτουν γιά λλοτε ατό πού πό τά μικράτα τους εχαν νειρευτε
Καί νά πού κείνη τή χρονιά τά πράγματα «βολεύτηκαν». Τό ποφάσισαν, ταν μάλιστα καί κάποιοι φίλοι τους πού πισκέφτηκαν τό ρος τούς διηγήθηκαν μέ νθουσιασμό τίς μπειρίες τους, καί μάλιστα ταν τούς μίλησαν γιά τόν σπουδαο Γέροντα άκωβο πού γνώρισαν, σέ μιά μακρινή κάπως σκήτη το ρους, πό ατές πού κρύβουν πολλά γιασμένα γεροντάκια πού δέν τούς δίνει κανείς σημασία, ταν κυριαρχεται πό κοσμικά κριτήρια, λλά πού χουν καρδιά χρυσαφένια καί λιονταρίσια, καρδιά δηλαδή ληθινά σάρκινη, γεμάτη γάπη καί πίστη Χριστο, λλά καί θέληση πού μόνο γρανιτένιος βράχος μπορε νά παραβληθε μαζί της
Τόν νεζήτησαν, μέ βάση τίς πληροφορίες πού λαβαν πό τούς φίλους τους, τόν βρκαν, γοητεύτηκαν, μαλάκωσε καρδιά τους, θέλησαν νά κουμπήσουν σ ατόν τούς προβληματισμούς καί τίς δυσκολίες τους. Γέροντας μέ τήν πρώτη ματιά «διάβασε» τήν ψυχή τους κι εδε τι ο νέοι ατοί νθρωποι δέν παίζουν μέ τήν πνευματική ζωή. ταν ληθινοί ναζητητές το μυστηρίου το Πνεύματος το Θεο, γι ατό καί εκολα κι ατός νταποκρίθηκε. Τούς καλοδέχτηκε - πως κανε λλωστε καί σέ λους τούς προσκυνητέςκαί κάτω πό ναν γέρικο πλάτανο πού κοσμοσε τή μικρή αλή το κελιο του, τούς ψησε καφεδάκι καί τούς τράταρε λουκούμι καί δροσερό νερό
κουβέντα δέν ργησε νά λάβει τήν τροπή πού πιθυμοσαν λοι τους. Μετά τίς πρτες ναγνωριστικές φράσεις, τήν πρώτη γνωριμία τους, καί ο δύο νέοι ατοί νθρωποι ρχισαν νά ρωτον γιά πιό πνευματικά θέματα, γιά τίς δυσκολίες πού ντιμετώπιζαν στήν πνευματική ζωή, γιά τήν πογοήτευσή τους πό πολλούς ξιωματούχους τς κκλησίας, γιά τό κυνηγητό πό τήν λλη το καθημερινο ρτου, πού τούς κανε καί τούς δύο νά μήν χουν κάπου προσανατολιστε γιά τή σύμπηξη οκογένειας. Γιατί καί ο δύο το νέφεραν τι μοναχική ζωή τήν ποία ποδέχονται καί γαπον, δέν εναι γι ατούς. Βλέπουν τούς καλογέρους ς ρωες μέ τήν ποταγή το κόσμου, λλά ο διοι δέν μπορον νά σηκώσουν τό βάρος ατό
Γέροντας τούς κουγε πομονετικά καί μέ καλοσύνη καί πότε κουνοσε τό κεφάλι του συμφωνώντας μέ τίς διαπιστώσεις τους, πότε δινε κάποιες σύντομες παντήσεις, πότε ξέφραζε τήν κπληξή του μέ κάτι περίεργο καί παράδοξο πού το λεγαν. Τό κομποσχοίνι του πό τήν λλη γυρόφερνε στά γιασμένα χέρια του κι ταν στιγμές πού κάποιο δάκρυ σάν νά λαμπύριζε στούς φθαλμούς του, πού γρήγορα μως σάν ντροπιασμένο μαζευόταν χωρίς νά πάρει τόν δρόμο του. κε πού κοντοστάθηκε περισσότερο ταν στίς πιφυλάξεις τν νέων γιά τούς πρτα φέροντες στήν κκλησία. Εδε μέσως τόν κίνδυνο πού καραδοκοσε, τήν κπτωση μέ «δεξιό» τρόπο σέ κατάκριση καί ποποίηση τν προσωπικν εθυνν
«Θέλει προσοχή τό θέμα ατό, παιδιά μου», επε μέ σοβαρότητα. Βεβαίως ο κκλησιαστικοί ρχοντές μας εναι κενοι πού χουν τή μεγαλύτερη εθύνη γιά τίς ψυχές τν πιστν καί χι μόνο, μά κάθε πιστός ξίσου μ ατούς ς μέλος Χριστο εναι πεύθυνος. Εναι πολύ εκολο νά μεταθέτουμε τά βάρη στούς λλους καί νά ξεχνμε τι «καστος περί αυτο λόγον δώσει» στόν Κύριο. λλωστε μή ξεχνμε τι καί ο πρτοι στήν κκλησία, πό πλευρς νθρώπινης μιλ, εναι «σάρξ κ τς σαρκός μας», χουμε δηλαδή ,τι τελικς σως μς ξίζει τό σημειώνει καί λόγος το Θεο: « Κύριος δίνει τούς ρχοντες κατά τήν καρδίαν το λαο». ν θέλουμε λοιπόν πράγματι νά βοηθήσουμε τήν κατάσταση εναι φενός νά προσευχόμαστε γιά τούς ταγούς μας, φετέρου σο μπορομε νά γιάζουμε τόν αυτό μας. Διότι γιάζοντας τόν αυτό μας διορθώνεται να κομμάτι τς κκλησίας καί τσι γιασμός ατός μεταφέρεται καί στούς λλους. Μήν ποτιμμε τήν εθύνη το καθενός μας, σο μικροί καί ταπεινοί κι ν φαινόμαστε τι εμαστε. λλωστε ταπεινοσύνη μεγαλοσύνη το καθενός μετριέται «μέ τς καρδις τό πύρωμα» πού λέει κι ποιητής,  μέ τήν γάπη πού χει νθρωπος πρός τόν Χριστό καί τόν συνάνθρωπο, καί χι πό τό χει του καί τά κοσμικά προσόντα του. πό τήν λλη, κάθε συνάνθρωπός μας, μικρός μεγάλος, μέ ξίωμα χι, ποτελε κομμάτι το διου το αυτο μας. «γαπήσεις τόν πλησίον σου ς σεαυτόν», προτρέπει παρχς λόγος το Θεο. λλος δέν εναι λλος. Εμαστε μες, γιατί ς μέλη Χριστο νταγμένοι μέσα σέ κενον καί χοντας τήν γάπη Του περικλείουμε καί τόν λλον μέσα στόν αυτό μας, πως Χριστός διος μς περικλείει κι κενος μέσα Του. Ατό δέν εναι τό μυστήριο τς νότητας τν νθρώπων, κατά τό πρότυπο τς νότητας τς διας τς γίας Τριάδος; «να πάντες ν σιν», επε Κύριος, «καθώς καί μες, Πάτερ, ν σμεν»
Λοιπόν, ν φεθομε στίς κατακρίσεις τν λλων, ν παρασυρθομε στίς φαινομενικά σωστές πογοητεύσεις καί πογνώσεις μας, ρνούμαστε τόν λόγο το Κυρίου καί παίζουμε τό παιχνίδι το Πονηρο. Συνεπς, χάνουμε τήν παρουσία το Θεο καί τή χάρη Του στή ζωή μας, φο κενος εναι μαζί μας, ταν κι μες προσπαθομε μέ τή βοήθειά Του νά εμαστε πάνω στίς γιες ντολές Του. Κάθε λοιπόν παρέκκλιση το συνανθρώπου μας, κάθε μαρτία του, πρέπει νά βιώνεται πό τόν πιστό ς δική του παρέκκλιση, ς δική του μαρτία, γιά τήν ποία θά πρέπει νά ναλάβει γώνας μετανοίας. Τέτοιο πράγμα καί τέτοια προοπτική δέν πάρχει πουθενά λλο στόν κόσμο, σέ καμία πολύτως θρησκεία. Εναι μοναδικότητα τς χριστιανικς πίστης, τς μόνης σωτηριώδους λήθειας γιά τόν νθρωπο»
Γέρων άκωβος κοντοστάθηκε. Σάν νά νιωσε τι επε πολλά, σταμάτησε κι πιασε καί πάλι τόν γύρο το κομποσχοινιο του. Θέλησε νά ποφορτίσει λίγο τήν τμόσφαιρα καί προθυμοποιήθηκε νά γεμίσει καί πάλι τά ποτήρια τν προσκυνητν, ο ποοι τόν παρακολουθοσαν μέ μεγάλη ελάβεια καί θά λεγε κανείς καί κατανυγμένοι. Τή σιωπή τήν σπασε κάποιος θόρυβος πού κούστηκε πό τήν ξώθυρα τς μικρς αλς. Κάποιος λλος προσκυνητής, μεσήλικας ατός, πλησίαζε καί βλέποντας τήν εδυλλιακή γι ατόν εκόνα κάτω πό τόν πλάτανο νά πίνουν καφεδάκι καί νά πίνουν δροσερό νερόχαμογέλασε μέ γαλλίαση
«Καλς τον», σπευσε Γέροντας νά τόν καλωσορίσει. «Κόπιασε καί σύ στή συντροφιά μας. χουμε καφεδάκι καί ραο λουκούμι, κυρίως μως δροσερό νερό μέσα στή ζέστη ατή το καλοκαιριο». 
«Ελογετε, Γέροντα», επε νιοφερμένος, «λέγομαι Κώστας καί ν θέλετε, μπορετε νά μέ δεχτετε καί μέ μένα στήν παρέα σας».
«Πολύ εχαρίστως, δελφέ μου», πάντησε Γέροντας, καί κανε τίς συστάσεις τν δελφν, τρατάροντας ταυτόχρονα μέ νεανική σβελτάδα τόν νθρωπο. «χουμε πιάσει κάποια θέματα τς πνευματικς ζως πού πασχολον τούς νέους μας δ, κι σως Θεός σέ στειλε νά σταματήσουμε λίγο νά ξεκουραστονε κι ατοί. Τούςπηξα” πού λένε μέ τά λόγια μου», επε Γέροντας - βλέποντας καί  τούς δελφούς νά ντιδρον μέ τά χέρια τους στήν κτίμηση ατή - κι να πλατύ χαμόγελο ζωγραφίστηκε στό σκαμμένο πό τήν σκηση πρόσωπό του. μακριά λευκή γενιάδα του πρε λίγο νά κουνιέται πό να ξαφνικό φύσημα το έρα καί τά ράσα πού νέμισαν ποκάλυψαν τό λιπόσαρκο κορμί του, καθώς κόλλησαν πάνω σ ατό
«Γέροντα, ν πιτρέπεται, θά θελα νά “πήξετεκαί μένα», επε καλόκαρδος π’ ,τι φαινόταν νθρωπος. «Γιατί ο περιστάσεις τς ζως, τά προβλήματα τς δουλεις δόξα Σοι Θεός πού χουμε κόμη δουλειά τά οκογενειακά προβλήματα, μς καταβάλλουν καί συχνά κόπωση μς κάνει νά μή θέλουμε κάποιες φορές νά πμε κόμη καί στήν κκλησία. λήθεια, Γέροντα, τί γίνεται σ ατές τίς περιπτώσεις; Δέν μς δικαιολογε Θεός βλέποντας τήν κούρασή μας, ψυχική καί σωματική, ταν προβληματιζόμαστε νά κκλησιαστομε, ταν μέσα στίς τόσες ργασίες φαίνεται νά βαριόμαστε καί τήν δια τήν προσευχή»
Δέν βιάστηκε νά παντήσει Γερο-άκωβος. Παρότρυνε τόν κ. Κώστα νά πάρει τό κέρασμα «ελογετε» επε κενος, παίρνοντας τό ποτήρι μέ τό νερό κι παιξε γιά λίγο τό κομποσκοίνι του. Γυρόφερε τό βλέμμα του στή φύση, τά μάτια του καρφώθηκαν λίγες στιγμές στό πλατάνι, «χάϊδεψαν» πειτα μέ γαθότητα τούς προσκυνητές, κι επε ργά ργά.
«Δέν χεις πνευματικό, κ. Κώστα; Διότι φο εσαι νθρωπος τς κκλησίας μέ πνευματικές ναζητήσεις, πωσδήποτε πρέπει νά χεις πνευματικό. Δέν μπορε νά πάρξει χριστιανός πού νά μήν χει τόν πνευματικό ξομολόγο του, στόν ποο καί ξομολογεται τίς μαρτίες του λλά καί τίς πνευματικές νησυχίες του. Λοιπόν, ατό εναι θέμα πού πρέπει πωσδήποτε νά τό χεις θέσει πό τήν κρίση το πνευματικο σου». 
«Ναί, εναι λήθεια», επε μαζεμένος κ. Κώστας κι σκυψε λίγο ντροπιασμένος τό κεφάλι. «λλά θά θελα καί τή δική σας γνώμη, Γέροντα»
«Ατό πού μς λέει πνευματικός, ατό καί εναι τό θέλημα το Θεο γιά μς», επε Γέροντας. «ρκε νά τόν ρωτομε μετά πό προσευχή καί μέ διάθεση μετανοίας. πως πολλές φορές χουν πε γιοι Πατέρες μας, πρτος λόγος το πνευματικο ς πάντηση σέ πραγματικό πρόβλημά μας εναι καί λόγος το γίου Πνεύματος. Κι σφαλς χω τήν πεποίθηση τι π’ ατο πνευματικός σας θά σς συμβούλεψε νά μήν γκαταλείπετε τήν προσευχή καί τόν κκλησιασμό σας, στω καί μέ κάποια θυσία πό τήν ξεκούρασή σας». Κούνησε καταφατικά τό κεφάλι του μεσήλικας. «Παρ λα ατά γώ θά σς πενθυμίσω μία στορία πού δίνει μέ μεγάλη νάργεια τήν πάντηση σ ατό πού μο θέτετε, ν δέν χουν ντίρρηση καί τά παλληκάρια δ», στρεψε σ ατά τό κεφάλι του Γέροντας
«Σς παρακαλομε νά συνεχίσετε», επε νεαρότερος, Νίκος, «γιατί εναι θέμα πού πασχολε κι μένα. Πολύ συχνά, παλεύω μέ τούς λογισμούς μου: νά πάω κκλησία νά μήν πάω, γιατί βλέπω τίς διάφορες πασχολήσεις μου, τήν κόπωσή μου, τήν ξεκούραση πού δικαιομαι καί πού νομίζω τι συμφωνε σ ατό καί Θεός»
«Λοιπόν, παιδιά μου, δέν χω ντίρρηση νά σς π. Καταρχάς θά σς πενθυμίσω τι στό θέμα ατό δίνει πάντηση διος Κύριος, τότε πού βρέθηκε στό σπίτι το Λαζάρου προσκεκλημένος, καί ο δελφές του το τοίμασαν τραπέζι. Θυμστε πς ρθε Μάρθα μέ παράπονο γιά νά Το πε τι τήν γκατέλειψε δελφή της Μαρία μόνη της στίς διάφορες ργασίες το σπιτιο; «Μόνην με κατέλιπε διακονεν». Κι Κύριος, σφαλς παινώντας πό τή μιά τή Μάρθα γιά τήν ργατικότητά της, τελικς τή «μάλωσε», δίνοντας τόν σπουδαιότερο παινο στή Μαρία. «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνς καί τυρβάζει περί πολλά. νός δέ στι χρεία. Μαρία δέ τήν γαθήν μερίδα ξελέξατο, τις οκ φαιρεθήσεται π’ ατς». Λοιπόν, ς πρός τό θέμα μας: κι μες πολλές φορές βάζουμε πολλά πράγματα στό πρόγραμμά μας, παραίτητα ντως πως νομίζουμε, λλά νεπίγνωστα φήνουμε κατά μέρος τήν προτεραιότητα πού πρέπει νά πάρχει καί πού δέν εναι λλη πό τήν γάπη μας πρός τόν Θεό. Κάθε φορά δηλαδή κενο πού πρέπει νά μς συνέχει εναι ν Θεός ποτελε τήν πρώτη γάπη μας χι. «Ζητετε πρτον τήν Βασιλείαν το Θεο» σημείωσε καί πάλι Κύριος, πως καί τό συγκλονιστικό καί «σκληρό» θεωρούμενο τι « φιλν τιδήποτε στή ζωή ατή πέρ μέ, οκ στι μου ξιος». ν λοιπόν ο δουλειές μου, κόμη καί δια οκογένειά μου, μέ πορροφον τόσο στε νά θεωρ λίγο δεύτερη τήν προσευχή καί τήν ναφορά στόν Κύριο, τότε μλλον δέν θά χω τήν ελογία το Θεο. Κι ταν δέν χουμε τήν ελογία καί τή χάρη το Θεο, δυστυχς κι ατό εναι τό τραγικότερο λωνμς παραλαμβάνει λλος. Κι λλος ατός εναι Πονηρός. Ποτέ, μή ξεχνμε, δέν εμαστε μόνοι μας. θά εμαστε μέ τόν Θεό θά νεργε καί θά πιδρ μέσα μας Πονηρός. « μή ν μετ μο κατ μο στι καί μή συνάγων μετ μο σκορπίζει», τονίζει γιά μία κόμη φορά Κύριός μας. Δέν πάρχει μέ λλα λόγια κάποια νδιάμεση στάση, κάπου νά εμαι οδέτερα, σον φορ στά πνευματικά. εμαι μέ τόν Χριστό εμαι μέ τόν Πονηρό καί τά πάθη μου. νεβαίνω κατεβαίνω»
Σταμάτησε καί πάλι Γέροντας. σκυψε τό κεφάλι καί τά χείλη του ψιθύριζαν τήν εχή το ησο. Σιωπή εχε πλωθε παντο. Τό μόνο πού κουγόταν ταν τό λαφρύ φύσημα το καλοκαιρινο έρα, πού θρόϊζε τά φύλλα το πλατανιο πού φαίνονταν νά σιγοντάρουν κι  ατά τήν εχή μέ τόν Γέροντα
Ξαφνικά, νασήκωσε τό κεφάλι του π. άκωβος. Σάν νά θυμήθηκε κάτι καί, ζητώντας συγγνώμη, πγε μέσα στό κελί του. πέστρεψε πολύ γρήγορα, κρατώντας στό χέρι του να μικρό βιβλίο. «Θά σς διαβάσω», επε, «μία μικρή στορία πάνω σ ατό πού συζητμε. Δίνει τήν πάντηση μεσα καί χωρίς περιστροφές. Δείχνει πς ο λογισμοί πού μς προβληματίζουν συχνά γιά τό ν πρέπει νά προσευχηθομε καί νά πμε στήν κκλησία νά τό φήσουμε γιά ργότερα, πιλέγοντας να «πιεστικό» διακόνημά μας, τελικά εναι λογισμοί το Πονηρο. στορία μάλιστα πού εναι πραγματική διαδραματίστηκε στά εροσόλυμα τόν 6ο μ.Χ. αώνα, πρωταγωνιστής της ταν νας δελφός χριστιανός, καταγράφηκε δέ πό ναν γιο μοναχό, τόν ωάννη τόν Μόσχο, ποος τήν στορία ατή μαζί καί μέ λλες πνευματικο χαρακτήρα τίς ξέδωσε πό τόν τίτλο «Λειμωνάριον», Πνευματικό δηλαδή περιβόλι.  Καί γιά νά σς ξάψω τή φαντασία, πρόκειται γιά στορία πού πρωταγωνιστές πίσης ταν δύο... κοράκια, τά ποα μάλιστα χειροδικοσαν! Μοίραζαν... χαστούκια!» 
«Χαστούκιζαν τά... κοράκια; Μιλμε γιά τά κοράκια, τά πουλιά, τσι δέν εναι, Γέροντα»; Νίκος σάν νά μήν μποροσε νά πιστέψει ατό πού κουγαν τά ατιά του!  
«κριβς, πως σς τά λέω. Τά κοράκια πού χαστούκιζαν ναν δελφό χριστιανό, στήν για Πόλη τς ερουσαλήμ, πολλά πολλά χρόνια βέβαια πρίν»
«κούγεται πολύ παράξενο λλά καί νδιαφέρον ατό πού μς λέτε, πάτερ άκωβε», επε καί Γιργος. Πετε μας λόκληρη τήν στορία γιά νά καταλάβουμε. Γιατί κοράκια πού χαστουκίζουν... νθρώπους, πρώτη φορά κομε»
Τέντωσαν λοι τά ατιά τους μή χάσουν καί τήν παραμικρή λέξη. κύριος Κώστας μάλιστα γειρε περισσότερο πρός τή μεριά το Γέροντα, μέ ποτέλεσμα νά ρίξει καί τό ποτήρι μέ τό νερό
«κοστε λοιπόν τή διήγηση πως τή μετέφερε ββάς Χριστοφόρος, Ρωμαος στήν καταγωγή καί μοναχός στό σπουδαο μοναστήρι το σίου Σάββα, στήν ρημο τς γίας Πόλης τν εροσολύμων. «Μιά μέρα νέβηκαδιηγεται Γέρων Χριστοφόρος -  πό τό μοναστήρι στήν γία πόλη νά προσκυνήσω τόν γιο Σταυρό. Καί φο προσκύνησα, καθώς βγαινα, βλέπω ναν δελφό στήν πύλη τς σωτερικς αλς το γίου Σταυρο μήτε νά μπαίνει μήτε νά βγαίνει καί δυό κοράκια νά πετον ναιδς μπροστά στό πρόσωπό του καί νά τόν χαστουκίζουν μέ τά φτερά τους στό πρόσωπο καί νά μήν τόν φήνουν νά μπε στόν ναό. Καί πειδή κατάλαβα τι ατοί εναι δαίμονες, το λέω: «Πές μου, δελφέ, γιατί στάθηκες στή μέση τς πύλης καί δέν μπαίνεις;» Ατός τότε μο επε: «Συμπάθα με, κύριε ββά, χω λογισμούς μέν νας μο λέει: Μπές, προσκύνησε τόν τίμιο Σταυρό λλος μως μέ ποτρέπει λέγοντας: χι, λλά πήγαινε, κάνε τή δουλειά σου καί προσκυνς λλη φορά». γώ τότε, μόλις τό κουσα, τόν πιασα πό τό χέρι καί τόν μπασα στόν ναό καί εθύς φυγαν τά κοράκια π’ ατόν. Καί φο τόν βαλα νά προσκυνήσει τόν τίμιο Σταυρό καί τόν Πανάγιο Τάφο, τόν πόλυσα ν ερήν». 
«Ατή εναι μικρή καί περίεργη στορία», επε Γέροντας άκωβος, κλείνοντας μέ σεβασμό τό βιβλίο καί φιλώντας το μέ τά δασιά μουστάκια του. «Γι ατό, παιδιά μου, σς λέω τι πρέπει νά παλεύουμε πάντοτε νά εμαστε στήν γάπη το Χριστο καί λα τά πόλοιπα νά εναι δεύτερα. Κι σες τώρα, ν κάτι λλο δέν εναι πιεστικό γιά σς, λτε νά μέ βοηθήσετε στόν σπερινό. Μέ τόσα πού επαμε, πέρασε ρα καί πρέπει νά βάλουμεΕλογητό”».  
Μέ μις λοι σηκώθηκαν χωρίς δεύτερη σκέψη. μεση νταπόκρισή τους ταν πιβεβαίωση τι τά λόγια το Γέροντα πιάσανε τόπο μέσα τους. Τό δε Γερο-άκωβος, συγκινήθηκε κι εχήθηκε μέσα πό τήν καρδιά του παρόμοια νά εναι ντίδρασή τους κι ταν φύγουν πό τό γιον ρος καί βρεθονε στίς μεγάλες πόλεις, κε κυρίως πού νθρωπος «ψήνεται» καθημερινά χι τόσο πό τόν καύσωνα τς ζέστης σο πό τόν «καύσωνα» τν πονηρν πειρασμν. 

Τρίτη 17 Ιουλίου 2018

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΜΑΡΙΝΑ



 
«Η αγία Μαρίνα καταγόταν από κάποια κώμη της Πισιδίας, στα μέρη της Αντιόχειας. ΄Ηταν μονογενής θυγατέρα του Αιδεσίου, ενός ιερέα των ειδώλων, ο οποίος, όταν πέθανε η γυναίκα του, παρέδωσε την κόρη του, ηλικίας τότε δώδεκα ετών, σε μία γυναίκα να την μεγαλώσει. Η Μαρίνα είχε διδαχτεί στην κώμη που ζούσε τη χριστιανική πίστη, και γι’ αυτό παρακαλούσε τον Θεό να αξιωθεί να γίνει χριστιανή, κάτι που πραγματοποιήθηκε, και μάλιστα σε σημείο που δεκαπέντε ετών ποθούσε να δώσει και τη ζωή της για τον Χριστό. Ο ηγεμόνας λοιπόν Ολύμβριος, που έμαθε για την πίστη της, έστειλε να τη συλλάβουν και την έβαλε στη φυλακή. Μετά από κάποιες ημέρες διέταξε να την βγάλουν και να την οδηγήσουν ενώπιον του βήματός του, ενώ όταν την είδε, έμεινε έκπληκτος από την ωραιότητά της. Ρώτησε λοιπόν το όνομά της και την καταγωγή της και η αγία «Μαρίνα, είπε, λέγομαι, γέννημα και θρέμμα της Πισιδίας και είμαι χριστιανή». Επειδή δεν δέχτηκε να αρνηθεί τον Χριστό, διέταξε ο ηγεμόνας να την ξαπλώσουν και να την δείρουν σκληρά με ραβδιά, τόσο που το αίμα της κοκκίνησε το χώμα. ΄Επειτα πρόσταξε να την ανασηκώσουν και να ξύσουν για πολύ το σώμα της, οπότε μετά οδηγήθηκε και πάλι στη φυλακή. Εκεί έγινε μεγάλος σεισμός, που τραντάχτηκε πολύ η φυλακή, και να, από κάπου φάνηκε ένας δράκοντας, με μεγάλο ήχο στο σύρσιμό του, που φαινόταν ότι θέλει να ρίξει φωτιά γύρω από τη μάρτυρα. Εκείνη φοβήθηκε πολύ κι έγινε έντρομη, γι’ αυτό παρακαλούσε τον Θεό να την βοηθήσει, με αποτέλεσμα το φοβερότατο εκείνο ερπετό να φαίνεται με τη μορφή ενός μαύρου σκυλιού. Η αγία τότε το άρπαξε από τις τρίχες κι αφού πήρε μια πέτρα, το κτύπησε στο κεφάλι και στην πλάτη, μέχρις ότου ψόφησε. Μετά από αυτό, οδηγείται σε νέα εξέταση, όπου την έβαλαν να καεί σε λαμπάδες φωτιάς κι έπειτα να ριχτεί σε σκεύος γεμάτο από νερό, που κάλυπτε το κεφάλι της. Διαφυλάχτηκε όμως αβλαβής από όλα αυτά, γεγονός που οδήγησε πολλούς στην πίστη του Χριστού, οι οποίοι δέχτηκαν τον δι’ αποτομής της κεφαλής τους θάνατο. Τότε οργίστηκε πολύ ο ηγεμόνας, ο οποίος διέταξε με ξίφος να κόψουν την τιμία κεφαλή της».
 

Το ιδιάζον στο μαρτύριο της αγίας Μαρίνας είναι το γεγονός ότι, ενώ σε όλα τα βασανιστήρια που πέρασε, φάνηκε γενναία και ατρόμητη, δείλιασε και μάλιστα φοβήθηκε πολύ, μέχρι σημείο τρόμου, όταν απειλήθηκε από τον δράκοντα, το τεράστιο ερπετό. Η αγία επομένως βρέθηκε αντιμέτωπη με μία αδυναμία της, σαν να μειώθηκε εκείνη τη στιγμή του μεγάλου φόβου της η πίστη της στην πρόνοια και την παντοδυναμία του Θεού, που σημαίνει ότι το συναξάρι της μας αποκαλύπτει μία ώρα οδυνηρού πειρασμού της. Δεν πρέπει να δούμε το γεγονός ανεξάρτητα από το σχέδιο του Θεού γι’ αυτήν – υπάρχει άλλωστε κάτι στη ζωή μας, έξω από την πρόνοια Εκείνου, αφού κατά τον Κύριο «  και αι τρίχες της κεφαλής ημών ηριθμημέναί εισι»; - σχέδιο που επιτρέπει στον διάβολο να την πειράξει. Διότι προφανώς ο δράκων αυτός δεν σύρθηκε εκεί τυχαία. Πρέπει να εννοήσουμε ότι πίσω από την απειλητική παρουσία του βρισκόταν ο ίδιος ο πονηρός, κι αυτό κατά παραχώρηση ασφαλώς του Θεού, ο Οποίος μέσα από τους πειρασμούς οδηγεί τους αγίους σε ανώτερο πνευματικό επίπεδο και φανερώνει την αγιότητά τους. Κι είναι τούτο – η παρουσία του πονηρού που προκαλεί φόβο – κάτι που επιβεβαιώνεται διαρκώς από τους Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι σημειώνουν ότι πίσω από κάθε φόβο και ταραχή, είναι ο διάβολος. «Ει τι βλέπεις, ει τι ακούεις, ει τι λογίζη, καν μικρόν ταραχθής, των δαιμόνων εστί τούτο» (Βίβλος Βαρσανουφίου και Ιωάννου).

Αυτή είναι η τακτική του διαβόλου: να προκαλεί φόβο, γιατί στην κατάσταση αυτή είναι πιο εύκολο ο άνθρωπος, με μειωμένη ψυχική δύναμη, να υποταχθεί στα άνομα και σκοτεινά σχέδιά του. Αλλά με την αγία βλέπουμε και την ορθή και ενδεδειγμένη για την πειρασμική αυτή στιγμή αντίδραση: η έντονη προσευχή στον Θεό. Στο πρόσωπο της αγίας, μαθαίνουμε ν’ αντιμετωπίζουμε τους πειρασμούς και τις δύσκολες ώρες της πνευματικής ζωής: να «βλέπουμε» την παρουσία του Θεού, να θεωρούμε τα «φόβητρά» μας κάτω από την παντοδύναμη και πανάγαθη σκέπη Του. Όπως σε ανάλογη περίπτωση έκανε και ο άγιος ψαλμωδός: «προορώμην τον Κύριον ενώπιόν μου διαπαντός, ότι εκ δεξιών μού εστιν, ίνα μη σαλευθώ». Όπως, ακόμη περισσότερο, έκανε ο ίδιος ο Κύριος, που τη στιγμή της «δειλίας» Του, ενόψει του Γολγοθά, «γενόμενος εν αγωνία, εκτενέστερον προσηύχετο». Και τι γίνεται τότε; Ό,τι συνέβη και στην αγία Μαρίνα: «ο φοβερώτατος δράκων διεδείκνυτο ως κυνός μέλανος μορφήν». Ο φοβερός δράκων, το τεράστιο ερπετό, φάνηκε με τη μορφή ενός (μικρού) μαύρου σκυλιού – δείγμα και τούτο της δαιμονικής παρουσίας - επομένως φάνηκε έτσι, που ήταν πολύ εύκολο ν’ αντιμετωπιστεί και μάλιστα δραστικά.
 
Πολλοί φόβοι και μάλιστα πολλές φοβίες, παράλογοι και επιτεταμένοι δηλαδή φόβοι, αναπτύσσονται στη ζωή μας, οι οποίοι μας ταλαιπωρούν και πάνε να διαλύσουν συχνά τον ιστό της ψυχοσωματικής μας υπόστασης. Πίσω από κάθε φόβο και φοβία, έχουν επισημάνει οι ασχολούμενοι με τον άνθρωπο και τον ψυχισμό του, υφίσταται κρυμμένος ο φόβος του θανάτου. Οι χριστιανοί όμως γνωρίζουμε ότι δεν παύει σ’ αυτές τις περιπτώσεις να δρα και το πονηρό στοιχείο, που χαρά του έχει ακριβώς την υποταγή και την καταστροφή του ανθρώπου. Μα τη λύση μάς τη δίνουν οι άγιοί μας, με την πείρα τους στην πνευματική ζωή: η αναφορά στον Θεό, η θεώρηση του εαυτού μας μέσα στην ιερή παρουσία Του. Κάθε τι που φαντάζει τεράστιο και αξεπέραστο ενώπιόν μας, και γι’ αυτό προκαλεί φόβο και τρόμο, γίνεται, εν Θεώ κοιταγμένο, μικρό και «κάτω» από εμάς, άρα αντιμετωπίσιμο. Το παράδειγμα της αγίας Μαρίνας με τον δράκοντα είναι εξαιρετικά ενδεικτικό, άρα θα πρέπει να μη φεύγει εύκολα από τη σκέψη μας.

 

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2018

ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΘΑΥΜΑ


Τόν ὅσιο Παΐσιο, εἶναι γνωστό, ἐπισκέπτονταν ἄνθρωποι ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων καί ὅλων τῶν μορφωτικῶν ἐπιπέδων. Ὅλοι περίμεναν κάτι ἀπό αὐτόν· εἴτε ἁπλῶς τήν εὐλογία του εἴτε τη διορατική ἀπάντησή του σέ κάποιο πιεστικό γι’ αὐτούς πρόβλημα. Ὑπῆρχαν ὅμως καί ἐκεῖνοι πού ἐπιθυμοῦσαν νά τόν συναντήσουν ἀπό ἁπλή περιέργεια ἤ γιατί νόμιζαν ὅτι θά δοῦν κάποιον «φακίρη», πού κάνει παράδοξα καί θαυμαστά πράγματα. Μιά τέτοια περίπτωση θά δοῦμε παρακάτω, ὅταν μιά ὁμάδα νεαρῶν παιδιῶν ἀνέβηκε στό Ἅγιον Ὄρος γιά νά συναντήσει τόν Γέροντα καί νά δεῖ κάποιο «θαῦμα». Ἡ στάση τοῦ Γέροντα θά βοηθήσει καί ἐμᾶς νά τοποθετηθοῦμε καλύτερα στό τί εἶναι τό θαῦμα στόν χριστιανισμό καί ποιά ἡ θέση του στή ζωή μας.
«Κάποια μέρα ἐπισκέφθηκαν τόν Γέροντα κάποιοι νεαροί, πού δέν ζοῦσαν κοντά στήν Ἐκκλησία· εἶχαν ἀκούσει ὅμως γιά τόν Γέροντα καί ἀπό περιέργεια ἦρθαν νά τόν δοῦν. Ὁ Γέροντας τούς κέρασε τό καθιερωμένο νερό καί λουκούμι καί κάθησε, γιά νά τούς ἀκούσει τί ἤθελαν. Οἱ νεαροί τότε τοῦ εἶπαν:
- Γέροντα, θέλουμε νά κάνεις ἐδῶ, μπροστά στά μάτια μας, ἕνα θαῦμα, γιά νά πιστέψουμε κι ἐμεῖς στόν Θεό.
Κι ὁ Γέροντας τούς ἀπάντησε:
- Περιμένετε λίγο.
Μπῆκε μέσα στό κελί του κι ἔφερε ἕνα μαχαίρι καί εἶπε στά παιδιά χαριεντιζόμενος:
- Καθῆστε, παιδιά, στή σειρά. Θά σᾶς κόψω τά κεφάλια καί μετά θά τά κολλήσω μέ θαυματουργικό τρόπο! Μόνο, ἀπομακρυνθεῖτε ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον, γιά νά μή τά μπερδέψω μετά!
Οἱ νεαροί ἀμέσως ἀντέδρασαν κι εἶπαν:
- Ὄχι! Σέ μᾶς κανένα ἄλλο θαῦμα νά κάνεις!
Τότε ὁ Γέροντας κάθησε κοντά τους καί τούς εἶπε τά ἑξῆς:
- Ἄν ὁ Θεός ἤθελε νά πιστέψουν οἱ ἄνθρωποι μέ τά θαύματα, τότε αὐτό θά ἦταν πολύ εὔκολο, γιατί μέ μιά ὑπερφυσική ἐνέργεια, ὁρατή ἀπ’ ὅλο τόν κόσμο, θά τούς ἔκανε ὅλους νά πιστέψουν. Ὅμως ὁ Θεός δέν θέλει νά πιστεύει ὁ κόσμος ἀπό θαυμασμό στήν ὑπερφυσική Του δύναμη, ἀλλά θέλει νά πιστεύει καί νά Τόν ἀγαπᾶ γιά τήν ὑπερβολική Του καλωσύνη.
Τό ὑπερφυσικό γεγονός, τό θαῦμα, ὁ Θεός ποτέ δέν τό κάνει, γιά νά ἐπιδείξει τή δύναμή Του καί νά κερδίσει ἔτσι ὀπαδούς κοντά Του. Τότε κάνει τό θαῦμα ὁ Θεός, ὅταν πρέπει νά ἀναπληρώσει τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία. Σᾶς λέω ἕνα παράδειγμα, γιά νά καταλάβετε τί ἐννοῶ. Ἄν π.χ. εἴμαστε στήν ἔρημο κι εἶναι ἀνάγκη νά σπάσουμε μία πέτρα, τότε κοιτᾶμε νά βροῦμε μία ἄλλη πέτρα μέ τήν ὁποία θά σπάσουμε αὐτήν πού θέλουμε. Ἄν ὅμως δέν ὑπάρχει, τότε θά παρακαλέσουμε τόν Θεό κι Ἐκεῖνος θά κάνει τό θαῦμα Του. Πρέπει, λοιπόν, νά γνωρίζουμε πώς ὅ,τι γίνεται ἀνθρώπινα πρέπει νά τό κάνουμε μέ φυσικό τρόπο, ἐμεῖς, ταπεινά. Γιά ὅ,τι ὅμως δέν γίνεται “κατ’ ἄνθρωπον”, τότε προσφεύγουμε στόν Θεό.
Ἄκουσε κι ἕνα ἄλλο παράδειγμα: Ἄν ἔχουμε μιά ἀσθένεια καί θέλουμε νά θεραπευθοῦμε, πρέπει νά πᾶμε σ’ ἕνα γιατρό. Κι ἄν ἐκεῖνος ἀδυνατεῖ καί δέν μπορεῖ νά μᾶς γιατρέψει, τότε πρέπει νά καταφύγουμε στόν Θεό, γιά νά κάνει τό θαῦμα Του».
(Ἱερομ. Χριστοδούλου, ὁ Γέρων Παΐσιος, σσ. 201-202).
 
1. Τό θαῦμα δέν προκαλεῖ πίστη.
Ἡ ἀπαίτηση τῶν νεαρῶν – «νά κάνεις ἐδῶ, μπροστά στά μάτια μας, ἕνα θαῦμα, γιά νά πιστέψουμε κι ἐμεῖς στόν Θεό» - εἶναι ἡ στάση πολλῶν συνανθρώπων μας ὡς πρός αὐτό πού λέγεται θαῦμα. Ἔχουν τήν ἐντύπωση ὅτι θά πιστέψουν στόν Θεό, ἄν Ἐκεῖνος, ὁρατά μπροστά τους, προβεῖ σέ κάποια ὑπερφυσική ἐνέργεια. Τήν πίστη στόν Θεό ἔτσι τήν ἐκλαμβάνουν ὡς κάτι τό ἀναγκαστικό: ὡς λογική ἀπαίτηση, διότι τούς ἔχουν πείσει οἱ αἰσθήσεις τους. Στήν πραγματικότητα πρόκειται γιά στάση ἐγωισμοῦ, ἀφοῦ καί στό θέμα τῆς πίστεως στόν Θεό ἐκεῖνοι θέλουν νά ἔχουν τόν ἔλεγχο τῶν πραγμάτων. Μέ ἁπλά λόγια ἡ ἀπαίτηση γιά θαῦμα προκειμένου νά πιστέψω, σημαίνει ὅτι ἐγώ θέλω νά κανονίζω καί τίς ἐνέργειες ἀκόμη τοῦ Θεοῦ.
Τό αἴτημα τῶν νεαρῶν, καί ὅλων ἐκείνων πού κυμαίνονται στό ἴδιο μῆκος κύματος, δέν είναι πρωτόγνωρο. Στή ζωή τοῦ Χριστοῦ καταρχάς τό συναντᾶμε μέ ὀξύτητα στόν δεύτερο πειρασμό Του στήν ἔρημο ἀπό τόν διάβολο. «Ρίξε τόν Ἑαυτό σου ἀπό τόν ναό κάτω, ἄν εἶσαι υἱός τοῦ Θεοῦ», τοῦ προτείνει ὁ πονηρός. «Θά ‘ρθουν ἄγγελοι νά σέ σώσουν, ὅπως ἔχει γραφεῖ». Κι ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου εἶναι ἀποστομωτική. «Δέν θά βάλεις σέ δοκιμασία καί πειρασμό τόν Θεό». Τοῦ ζητοῦσε ὁ διάβολος νά κάνει ἕνα θαῦμα· νά προβεῖ σέ μιά προκλητική ἐνέργεια, πού θά ξάφνιαζε τόν εὑρισκόμενο στόν ναό λαό καί θά τόν ὁδηγοῦσε νά κλίνει γόνυ ἱκεσίας μπροστά στόν φοβερό καί παντοδύναμο Θεό. Μά τοῦτο θά ἦταν ἄρνηση τῆς ἀποστολῆς τοῦ Χριστοῦ. Ἡ πίστη στόν Θεό δέν θά ἦταν καρπός ἐλεύθερης ἀπόφασης τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά κάτι τό ἀναγκαστικό. Ὁ Χριστός θά παρουσιαζόταν ὡς δυνάστης καί τύραννος· ὄχι ὡς Πατέρας καί φίλος τοῦ ἀνθρώπου.
Τό ἴδιο συνέβη ἀργότερα, ὅταν ὁ Κύριος εἶχε ἀνεβεῖ στόν σταυρό. Ἐσταυρωμένος, ἀντιμετωπίζει καί πάλι τόν ἴδιο πειρασμό ἀπό τόν παρευρισκόμενο ὄχλο: «Ἄν εἶσαι υἱός τοῦ Θεοῦ, κατέβα ἀπό τόν σταυρό, γιά νά σέ πιστέψουμε». Καί στό σημεῖο αὐτό, τό θαῦμα προβάλλεται ὡς προϋπόθεση τῆς πίστης. Ἡ στάση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀπορριπτική.
2. Τό θαῦμα προϋποθέτει τήν πίστη.
Γιά τόν Θεό θά ἦταν πολύ εὔκολο νά προκαλέσει τήν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Εἴτε μ’ ἕνα συνταρακτικό γεγονός, μπροστά στά μάτια του, εἴτε μέ ἀπόφασή Του πού θά ἄλλαζε κατ’ ἀνάγκην τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, μποροῦσε νά τούς κάνει ὅλους πιστούς καί ὀπαδούς Του. Μά, ὅπως ἐξηγήσαμε παραπάνω, αὐτό θά σήμαινε ἀλλαγή καί τοῦ Θεοῦ. Θά ἀρνιόταν ὁ Θεός ἐκεῖνο πού ἀποτελεῖ τή ζωή Του: τήν ἀγάπη. «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί» διακηρύσσει σέ ὅλους τούς τόνους ἡ Ἁγία Γραφή καί «ἀρνήσασθαι ἑαυτόν οὐ δύναται». Διότι εἶναι ὁ μόνος πιστός.
Ἔτσι ὁ Θεός ὡς ἀγάπη σέβεται τόν ἄνθρωπο, ἔστω κι ἄν εἶναι δημιούργημά Του, πολύ περισσότερο δέν θέλει νά ἐκβιάσει τήν ἐλευθερία του, τήν ὁποία ὁ Ἴδιος ἄλλωστε ὡς δωρεά τοῦ κατ’ εἰκόνα ἔδωσε σ’ αὐτόν. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Παντοδύναμος αὐτοπεριορίζεται, καλώντας τόν ἄνθρωπο, τόν ὁποῖο ὑπεραγαπᾶ, νά ἀνταποκριθεῖ στήν ἀγάπη Του καί ἐλεύθερα νά Τόν πιστέψει καί νά Τόν ἀκολουθήσει. Τότε λοιπόν ἔχει ἀξία ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν εἶναι καρπός τῆς ἐλεύθερης ἐπιλογῆς του καί τῆς διαθέσεώς του νά ἀγαπήσει κι αὐτός τόν Θεό. «Ὁ Θεός δέν θέλει νά πιστεύει ὁ κόσμος ἀπό θαυμασμό στήν ὑπερφυσική Του δύναμη, ἀλλά θέλει νά πιστεύει καί νά Τόν ἀγαπᾶ γιά τήν ὑπερβολική Του καλωσύνη»,  κατά τήν ἔκφραση τοῦ ὁσίου Παϊσίου.
Μέ ἄλλα λόγια ἐκεῖνο πού ἐπιθυμεῖ ὁ Θεός εἶναι ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. «Υἱέ μου, δός μοι σήν καρδίαν». Αὐτήν ἐπιζητεῖ νά Τοῦ δώσει ὁ ἄνθρωπος, γιά νά τήν κάνει κατοικητήριο καί μοναστήρι Του. Ἐντέλει ὁ Θεός ζητεῖ τόν ἄνθρωπο, ὥστε μέ τήν ἐλεύθερη ἀνταπόκρισή του νά τόν κάνει ἕνα μαζί Του. «Ὁ τηρῶν τάς ἀντολάς μου ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με·  ὁ δέ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπό τοῦ πατρός μου καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν» (Πρβλ. Ἰω. 14, 23).
Ὅταν ἐλεύθερα λοιπόν πιστέψει ὁ ἄνθρωπος στόν Θεό καί ἀνταποκριθεῖ στήν κλήση τῆς ἀγάπης Του, τότε διανοίγονται τά μάτια τῆς ψυχῆς του, γιά νά βλέπει παντοῦ τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ. Δέν θά δεῖ μόνον κάποιο θαῦμα - ἕνα ὑπερφυσικό γεγονός - ὡς ἰδιαίτερη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὅλη ἡ ζωή του θά εἶναι στήν πραγματικότητα μιά θέα τοῦ μεγαλείου καί τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ. Γιά παράδειγμα:
- κοιτώντας τή φύση θά «βλέπει» τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί στό παραμικρό χορταράκι τοῦ ἀγροῦ, καί στό πραμικρό σκουληκάκι, πέρα ἀπό τό ἄπειρο τοῦ μακροκόσμου. «Οἱ οὐρανοί διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δέ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τό στερέωμα»·
- κοιτώντας τόν ἑαυτό του θά νιώθει ὅτι ναί μέν εἶναι ἁμαρτωλός, χειρότερος ἴσως ὅλων, μά χαριτώθηκε ἀπό Ἐκεῖνον μέ τό βάπτισμα καί ἔγινε μέλος Χριστοῦ καί ναός τοῦ Πνεύματός Του.
Μ’ ἕνα λόγο ὁ πραγματικά πιστός χριστιανός ζεῖ σ’ ἕνα διαρκές θαῦμα· δέν προσδοκᾶ τό ξεχωριστό θαῦμα γιά νά πιστέψει. Ἀλλά κι ἄν κάπου κλονιστεῖ, ἄν ἡ πίστη του παρουσιάσει κάποια ρωγμή, ἤ ἄν παρουσιαστεῖ πρόβλημα ἀνυπέρβλητο γιά τίς δυνάμεις του, πράγματι θά δεῖ καί τήν ἰδιαίτερη ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, πού θά θελήσει καί μ’ ἕνα θαῦμα νά τόν δυναμώσει καί νά τόν στηρίξει. «Τότε κάνει τό θαῦμα ὁ Θεός, ὅταν πρέπει νά ἀναπληρώσει τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία».
Τελικά, δέν θά πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας δέν ἐπιτέλεσε ποτέ κανένα θαῦμα, ὅταν ἔβλεπε ἀπιστία στόν ἄνθρωπο. «Καί οὐκ ἐποίησε ἐκεῖ δυνάμεις πολλάς διά τήν ἀπιστίαν αὐτῶν» (Ματθ. 13, 58). Τό θαῦμα Του ἦταν πάντα ἡ ἀνταπόκριση καί ἡ ἐπιβράβευσή Του στήν ἤδη ὑπάρχουσα ἀπέναντί Του πίστη τοῦ ἀνθρώπου.
3. Τό θαῦμα: διαφορετικός τρόπος ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ.
Μετά τά παραπάνω, μποροῦμε πιό εὔκολα νά κατανοήσουμε πῶς ἐκλαμβάνει τό θαῦμα ἡ Ἐκκλησία μας. Δέν τό ἐκλαμβάνει ἁπλῶς ὡς προσωρινή κατάλυση τῶν φυσικῶν νόμων, ὅπως συνήθως ἀκούγεται. Κυρίως τό κατανοεῖ ὡς διαφορετικό τρόπο ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός δηλαδή πού διακρατεῖ τό σύμπαν μέ τίς ἄκτιστες ἐνέργειές Του – οἱ φυσικοί λεγόμενοι νόμοι εἶναι ἡ πιστότητα τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ: Ἐκεῖνος δρᾶ πάντοτε μέ τόν ἴδιο τρόπο - ὁ Ἴδιος ἐπιλέγει μερικές φορές, ὅταν κρίνει ὅτι εἶναι ἡ κατάλληλη ὥρα γιά κάποιον πιστό Του, νά ἐνεργήσει μέ διαφορετικό τρόπο. Δέν καταλύονται λοιπόν οἱ φυσικοί νόμοι· μᾶλλον ἀλλάζει τρόπο δράσεως ὁ Θεός. Καί σκοπός τῆς ἀλλαγῆς αὐτῆς εἶναι, ὅπως δείξαμε, ἡ ἐνίσχυση τῆς ἀδυναμίας τοῦ καλοπροαίρετου πιστοῦ.
4. Τά «θαύματα» τοῦ διαβόλου.
Μέ τήν κατανόηση τοῦ θαύματος ὡς ἰδιαίτερης ἐπέμβασης τοῦ Θεοῦ στήν πίστη τοῦ ἀνθρώπου, δίνεται ἡ εὐκαιρία νά ποῦμε καί γιά τά λεγόμενα «θαύματα» τοῦ διαβόλου καί τῶν ὀργάνων του. Καί ὁ διάβολος, κατά παραχώρηση Θεοῦ, κάνει «θαύματα». Ἐπιτρέπει δηλαδή ὁ Θεός στό πλανεμένο πιά αὐτό δημιούργημά Του - ὁ διάβολος ὡς γνωστόν εἶναι ξεπεσμένος ἄγγελος πού διακρατεῖται καί αὐτός ἀπό τόν Θεό, ἐνῶ τόν χρησιμοποιεῖ γιά τήν ἐξυπηρέτηση τοῦ σχεδίου Του γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου – νά ἐπιτελεῖ ὁρισμένα παράδοξα καί «ὑπερφυσικά» πράγματα: μεταμορφώσεις σέ ἀνθρώπινα σχήματα, σέ εἶδος ἀγγέλων, σέ φωτεινά σημεῖα, σέ τερατόμορφα ζῶα· ἀκόμη «θεραπεῖες» ἀσθενειῶν μέ προσωρινό χαρακτήρα· «προφητεύματα» κλπ., μέ σκοπό νά προκληθεῖ ὁ ἄνθρωπος καί νά ἀποκαλύψει τό καλοπροαίρετο ἤ μή τῆς διαθέσεώς του.
Μέ τά «θαύματα» αὐτά δηλαδή φαίνεται καθαρά ποιός εἶναι ὁ ἀληθινά πιστός στόν Θεό, ὁ ὁποῖος ἀπορρίπτει ὅλα τά «ἐκπληκτικά» ὡς δαιμονιώδη, καί ποιός ὁ κίβδηλος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἕτοιμος νά γονατίσει μπροστά στόν διάβολο, γιατί «εἶδε» ὑπερφυσικά σημεῖα. Κι ἐκεῖνο πού ἀποτελεῖ κριτήριο γιά τόν πιστό προκειμένου νά διακρίνει τό θαῦμα τοῦ Θεοῦ ἀπό τό «θαῦμα» τοῦ διαβόλου εἶναι ἀφενός ὁ ἐκκλησιαστικός ἤ μή χαρακτήρας τοῦ θαύματος: ἄν κρατάει τόν ἄνθρωπο μέσα στήν ἐκκλησία, καί ἀφετέρου ἀπό τό τί τοῦ προκαλεῖ μέσα του: τό ἐκ Θεοῦ θαῦμα ἐνισχύει τήν πίστη στόν Θεό καί δημιουργεῖ κλίμα ταπείνωσης καί ἀγάπης· τό ἐκ τοῦ διαβόλου ἀπομακρύνει ἀπό τήν πίστη καί δημιουργεῖ ὑπερηφάνεια καί θλίψη.