Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2017

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ, Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ (4 Νοεμβρίου)


«Ὁ Γεώργιος, ὁ γεωργός τῆς ἀρετῆς καί σύνοικος τῆς σοφίας, τό εὔχρηστο σκεῦος τοῦ παντοδύναμου Παρακλήτου Πνεύματος καί ἡ ἀκένωτη βρύση  τῶν ἰαμάτων, ἀφοῦ ἀκολούθησε κατά τά νεώτερα χρόνια τά βήματα τῶν παλαιῶν λαμπρῶν ὁσίων πατέρων, ἔγινε στύλος καί εἰκόνα γι’ αὐτούς πού θέλουν νά ζοῦν μέ εὐσέβεια».
Ὁ καλός καί γνωστός ὑμνογράφος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας, καί κατά ἀκρίβεια τυπική «Μέγας ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας», δρ. Χαράλαμπος Μπούσιας, ὁ ὁποῖος συνέγραψε καί τήν ἀκολουθία τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἡμῶν Γεωργίου Καρσλίδου τοῦ ὁμολογητοῦ, μέ τά παραπάνω σύντομα λόγια στό συναξάρι τῆς ἀκολουθίας του συνοψίζει τά κύρια στοιχεῖα τῆς κατά Χριστόν πολιτείας τοῦ ὁσίου: ὁ ὅσιος ὑπῆρξε ἄνθρωπος τῆς ἀρετῆς καί τῆς σοφίας, ὑπῆρξε κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέ ἀποτέλεσμα νά γίνει ὁ ἴδιος ὅπως ἀσφαλῶς καί τά χαριτόβρυτα λείψανά του βρύση τῶν ἰαμάτων γιά κάθε ἀσθένεια τῶν πιστῶν ἀνθρώπων πού πρόστρεχαν καί προστρέχουν σ’ αὐτόν. Αἰτία τῶν ὑπερφυῶν αὐτῶν καταστάσεων ἦταν τό γεγονός ὅτι προσπάθησε στή ζωή του νά ἀκολουθήσει τά χνάρια τῶν παλαιῶν μεγάλων ὁσίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτό κι ἐκεῖνος μαζί μέ τούς μεγάλους ὁσίους ἔγινε στήριγμα καί πρότυπο γιά ὅλους τούς πιστούς χριστιανούς.
Μέ ἔμπνευση, γνώση κι ἐπιστήμη ὁ ὑμνογράφος μας ἀναπτύσσει μέ τή δοσμένη ἀπό τόν Θεό χάρη πού ἔχει ὅλες τίς διαστάσεις αὐτές τῆς ζωῆς τοῦ ὁσίου Γεωργίου. Ἐπανειλημμένως ἐπισημαίνει καταρχάς ὅτι ὁ ὅσιος ὑπῆρξε ἄνθρωπος στόν ὁποῖο εἶχαν κατοικήσει ὅλες οἱ ἀρετές τοῦ Θεοῦ: ἤδη γιά παράδειγμα στό ἀπολυτίκιό του μᾶς ἀναφέρει ὅτι ἦταν «τοῦ χαροποιοῦ πένθους μύστης καί καθρέπτης τῆς καρδιακῆς προσευχῆς, τῆς ταπείνωσης καί τῆς πνευματικῆς ἐγρήγορσης»· ἦταν «αὐτός πού ἀναλώθηκε μέ τήν ἀγάπη καί τή συμπάθειά του πρός κάθε συνάνθρωπο, καθοδηγώντας ἀπλανῶς τόν λαό τοῦ Θεοῦ» (ἰδιόμελο τοῦ ὄρθρου)· ἦταν ὁ ἐγκρατέστατος ἄνθρωπος πού «ζοῦσε μέ σκληραγωγία τῆς σάρκας του καί μέ ἀσιτία» (ὠδή γ΄)· αὐτός πού «ἔτρεχε πρῶτος στήν ἐλεημοσύνη, δείχνοντας ὅτι εἶναι τό φῶς τῆς ἀγάπης» (ὠδή δ΄)· αὐτός πού ὑπῆρξε «ἡ βάση τῆς σωφροσύνης καί ἡ λάμψη τῆς ἀγαθωσύνης» (οἶκος κοντακίου). Μ’ ἕνα λόγο ὑπῆρξε ἄνθρωπος πού «στό πρόσωπό του οἱ χριστιανοί τῶν νεώτερων χρόνων ἔβλεπαν τά κατορθώματα τῶν ὁσιώτατων ἀσκητῶν τῆς ἐρήμου τῆς Παλαιστίνης καί τῆς Αἰγύπτου» (στιχηρό προσόμοιο ἑσπερινοῦ), ἕναν δηλαδή ἄλλον Ἀντώνιο, ἄλλον Εὐθύμιο, ἄλλον Μακάριο, καί πού τελικῶς «μέ τήν ἄσκησή του ἔφθασε ὡς ἄσαρκος μέχρι τούς ἀγγέλους καθώς ἀνέβηκε τήν κλίμακα ὅλων τῶν ἀρετῶν» (ὠδή ε΄).
Κι ἐπισημαίνει βεβαίως ὁ καλός καί πιστός ὑμνογράφος ὅτι ὅλες αὐτές οἱ ἀρετές δέν ὑπῆρξαν ἕνα κατόρθωμα τοῦ ἁγίου, βασισμένου στίς δικές του δυνάμεις, ὥστε ἡ καύχηση νά εἶναι γι’ αὐτόν.  Ἦταν ἡ παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος μέσα στήν ὕπαρξή του, πού ἔκανε τόν ἅγιο, «καθώς ἀγάπησε ἀπό μικρό παιδί τόν Χριστό καί κατηύθυνε πρός Αὐτόν ὅλη τήν ἔφεση τῆς ψυχῆς του» (αἶνοι),  νά φανερώνεται ἀπό ὅπου πέρασε – εἴτε τήν Ἀργυρούπολη τοῦ Πόντου εἴτε τή χώρα τῆς Γεωργίας εἴτε τήν πόλη τῆς Δράμας καί τό ἱδρυθέν ἀπό αὐτόν μοναστήρι τῆς Ἀναλήψεως - μέ τόσο θεοχαρίτωτο τρόπο. Γι’ αὐτό καί ἡ ὅποια ἀρετή του ἦταν στερεωμένη στό θεμέλιο ὅλων τῶν ἀρετῶν πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν ταπείνωση, γιατί εἶναι ἡ μόνη πού ἑλκύει ὡς μαγνήτης κυριολεκτικά τή χάρη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. «Ταπεινοῖς ὁ Θεός δίδωσι χάριν». Καί παίρνει ἀφορμή ὁ ἐνημερωμένος ὑμνογράφος μας ἀπό «τόν ταπεινόν ἀσκητήν» (στιχηρό ἑσπερινοῦ), γιά νά διεισδύσει λίγο στήν ψυχή του πάνω στήν ὑψοποιό αὐτήν ἀρετή. Καί μᾶς καθοδηγεῖ καί μᾶς συγκινεῖ, λέγοντάς μας ὅτι ἡ ταπείνωσή του αὐτή ἦταν ὁ καρπός μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τῆς ἀσκητικῆς του προσπάθειας «νά κρατάει τόν νοῦ του στόν Ἅδη, χωρίς ὅμως νά ὁδηγεῖται σέ ἀπόγνωση, γι’ αὐτό καί νά ἀξιώνεται τῆς ἀπόλαυσης τοῦ Θαβωρίου φωτός» (λιτή). Τί κάνει ὁ ὑμνογράφος; Μέ φωτισμό προφανῶς Θεοῦ, «δανείζεται» τήν ἐκφρασμένη διά γραφίδος ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἄθω καί ὁσίου Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ ἐμπειρία τοῦ ἰδίου ἁγίου Σιλουανοῦ, γιά νά πεῖ ὅ,τι ἐκεῖνος εἶχε δεῖ ὡς ἐνέργεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ στόν ἑαυτό του. Αὐτό δηλαδή πού ἀποκαλύφθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο στόν ἅγιο Σιλουανό, σύγχρονο σχεδόν τοῦ τιμωμένου ἁγίου μας,  προκειμένου νά μένει στήν ταπείνωση, συνεπῶς καί στή χάρη τοῦ Θεοῦ, «κράτει τόν νοῦν σου εἰς τόν ἅδη καί μή ἀπελπίζου», τό ἴδιο ἀποδίδει ὁ ὑμνογράφος καί στόν ἅγιο Γεώργιο Καρσλίδη. Κι ἔχει δίκιο: γιατί ὁ πνευματικός ἀγώνας, παρ’ ὅλες ἴσως τίς διακλαδώσεις του, εἶναι κοινός σέ ὅλους τούς ἁγίους.
Ὁ ἅγιος Γεώργιος ὑψώνεται λοιπόν κι αὐτός σέ οἰκουμενικό πρότυπο γιά ὅλους τούς πιστούς, προσφέροντας σ’ αὐτούς τή χάρη τῶν ἰάσεων καί τή λύση τῶν ποικίλων προβλημάτων τοῦ βίου τους. Γιατί ἀκριβῶς ἔγινε κι αὐτός «σκεῦος ἐκλογῆς», σάν ὅλους τούς Πατέρες καί ὁσίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Καί μέσα ἀπό αὐτόν διακρίνουμε καθαρά τήν παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, τήν παρουσία τῆς χάρης Του. Κι ἕνα στοιχεῖο πού ἐπιβεβαιώνει μέ περίτρανο τρόπο τήν ἀλήθεια αὐτή εἶναι καί τό ὅτι ὁ ἅγιος Γεώργιος πέρασε ἀπό πολύ μικρός πάρα πολλούς κόπους, κινδύνους, φυλακίσεις, μέ ἀποτέλεσμα τήν σχεδόν ὁλοκληρωτική του ἐξάντληση. Μέχρι θανάτου κινδύνεψε ὁ ὅσιος, χωρίς ὅμως οὐδ’ ἐπί στιγμήν νά καμφθεῖ τό ἀνδρειότατο φρόνημά του. Σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο, οἱ πόνοι τοῦ σώματός του καί τό εὔθραστο τῆς ὑγείας του συνοδεύονταν ἀπό μία καρδιά γεμάτη ἀπό χάρη Θεοῦ, συνεπῶς ἀπό πνευματική ὑγεία. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν ἦταν αὐτός πού ὅταν παρεκάλεσε τόν Κύριο νά ἄρει ἀπό αὐτόν τόν «σκόλοπα τῆ σαρκί», Ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε ὅτι «σοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρη Μου», ὁπότε κατάλαβε ὁ ἀπόστολος ὅτι «ὅταν ἀσθενῇ τότε δυνατός ἐστι»; Τό ἴδιο συμβαίνει, κατά τόν ὑμνογράφο, καί μέ τόν ἅγιο Γεώργιο. «Τό ἀσθενικό του σῶμα ἔκρυβε μία ὑγιέστατη καρδιά… κι ἦταν στήν πραγματικότητα ἡ ἀγόγγυστη ἀπό αὐτόν ἀνάληψη τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου πάνω του» (δοξαστικό τῶν ἀποστίχων).
Γι’ αὐτό καί ἄφοβος καί ἀνδρεῖος ὁ ὅσιος μετάγγιζε καί συνεχίζει νά μεταγγίζει ἀφοβία καί ἀνδρειότητα σέ κάθε πιστό πού ἀναφέρεται σέ αὐτόν, ὅπως πολύ ὡραῖα ἐπίσης τό ἐπισημαίνει ὁ σεμνός ὑμνογράφος. «Θάρρος καί ἰσχύ καί δύναμη δίνεις ὡς βραβεῖο, ὅσιε Γεώργιε, σέ ὅλους τούς πιστούς πού σέ μακαρίζουν μέ ἄξιο τρόπο» (ὠδή θ΄). Ἕνας ἄνθρωπος πού ἔχει ἀντιμετωπίσει τόν θάνατο μέ πίστη Χριστοῦ, ἕνας κυριολεκτικά ὁμολογητής τῆς πίστεως, αὐτός νιώθει τή δύναμη τοῦ Χριστοῦ μέσα του καί μπορεῖ ὡς ὑγιές μέλος Ἐκείνου νά τήν προσφέρει καί στά ἄλλη τοῦ σώματος.  Κι ἄς ἐπιτραπεῖ νά τονίσουμε ἐδῶ μία λεπτή  ἐπισήμανση τοῦ ὑμνογράφου ὡς πρός τήν ὁμολογιακή διάσταση τῆς πίστεως τοῦ ὁσίου. Πολλοί στήν ἐποχή μας καυχῶνται γιά τό γεγονός ὅτι εἶναι ὁμολογητές τῆς πίστεως. Διατείνονται ὅτι ἡ ἐποχή μας εἶναι καί πρέπει νά εἶναι ἐποχή ὁμολογίας. Καί κανείς δέν ἀντιλέγει ὡς πρός αὐτό. Εἶναι κάτι ἄλλωστε πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τό ἐζήτησε. Μέ μία προϋπόθεση: ἡ ὁμολογία συνοδεύεται πάντοτε ἀπό τά παθήματα, τήν ἄσκηση, τό μαρτυρικό φρόνημα. Γιατί μία ὁμολογία πού μένει μόνο σέ φωνασκίες καί σέ συνθήματα δέν ξέρουμε κατά πόσον συνάδει μέ τό φρόνημα τοῦ Κυρίου, τῆς Ἐκκλησίας Του, τῶν ἁγίων Του. Ποιά ἐπισήμανση κάνει λοιπόν ὁ ὑμνογράφος; Προσπαθώντας νά κατανοήσει τόν χαρακτηρισμό τοῦ ἁγίου Γεωργίου ὡς ὁμολογητοῦ, γράφει μεταξύ ἄλλων: «Φυλακήν καθυπέμεινας καί διεσώθης ἐκ θανάτου, πανόλβιε, ἵνα στέφανον λάβῃς ὁμολογίας σου». Ὑπέμεινες δηλαδή τή φυλάκιση καί διασώθηκες ἀπό τόν θάνατο, παμμακάριστε, προκειμένου νά λάβεις τό στεφάνι τῆς ὁμολογίας σου (στιχηρό ἑσπερινοῦ). Ὁμολογητής δηλαδή εἶναι καί χαρακτηρίζεται ἐκεῖνος πού ἔχει πάθει γιά τόν Κύριο καί τήν πίστη Του, πού σημαίνει ὅπως εἴπαμε ὅτι δέν ἐξαντλεῖται τό ὁμολογιακό στοιχεῖο μόνο σέ λόγια καί φωνές. Γι’ αὐτό καί μακαριστός ἁγιορείτης ασκητής, ὁ Γερο-Δαμασκηνός ἀπό τον ἅγιο Βασίλειο στα Κατουνάκια, πού ἔζησε ὅλη τή ζωή του στην ἐρημική αὐτή περιοχή, σημείωνε ὅτι ναί μέν στήν ἐποχή μας κάποιοι χωρίζουν τούς συγχρόνους χριστιανούς σέ ὁμολογητές καί μή, ἀλλά ἡ πραγματικότητα αὐτή θά φανεῖ τότε πού θά προκύψουν τά ἀληθινά προβλήματα καί θά χρειαστεῖ έμπρακτα νά φανερώσει ὁ πιστός ἄν πράγματι εἶναι πιστός ἤ ὄχι.  Καί μέ τά ἴδια τά λόγια του πού εἶπε σέ κάποιον θεωρούμενο ὁμολογητή, ἐκδότη μάλιστα ζηλωτικοῦ περιοδικοῦ: "Πάτερ Ἰ..., στά τελευταῖα χρόνια θά ἄρει ὁ Θεός τήν εὐλογία τῆς ὁμολογίας ἀπό πολλούς ὑποκριτάς ζηλωτάς καί θά τή δώσει σέ ανθρώπους μέ ἀγαθή προαίρεση καί καλή διάθεση" (Ἱερομ. Φιλίππου, Ἡ σοφία τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐκδ. Φερενίκη, σελ. 34).  
Ἡ ἐπισήμανση τῶν χαρίτων τοῦ ἁγίου, ἡ μεγάλη παρρησία του ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ὥστε νά διενεργοῦνται καθημερινῶς καί ὅσο ζοῦσε ἀλλά καί μετέπειτα πάμπολλα θαύματα, ἡ βεβαιωμένη ἐπίκλησή του πού ὁδηγεῖ σέ μετάνοια τούς ἀνθρώπους, δέν θά εἶχε τέλος. Θά ἦταν εὐχῆς ἔργον νά ἀναζητήσουμε καί νά πάρουμε στά χέρια μας τό βιβλίο πού ἔγραψε γι’ αὐτόν, (κατόπιν παρακλήσεως τό 1979 τῆς ὁσιώτατης μακαριστής ἡγουμένης στό μοναστήρι τοῦ ὁσίου Ἀκυλίνας μοναχῆς), ὁ μακαριστός κι αὐτός πιά Γέροντας Μωϋσής μοναχός. Κι ἐκεῖ θά δοῦμε καί θά θαυμάσουμε τήν ἐπακριβή πορεία, ἐπίγεια καί πνευματική, τοῦ ὁσίου Γεωργίου. Καί μακάρι νά κατανυχθοῦμε, ὥστε μέσα στά πλαίσια καί τῆς δικῆς μας ζωῆς νά μεταφέρουμε κάτι ἀπό τήν ἁγιασμένη ζωή του. Καί νομίζουμε ὅτι ἀξίζει νά ἀναφέρουμε ὅτι ὁ ἅγιος Γεώργιος, ἀρκετά μετά ἀπό τή βιογράφησή του ἀπό τόν μακαριστό Μωϋσή, τότε πού βρισκόταν ὁ λόγιος αὐτός Γέροντας στά τέλη τῆς ζωῆς του μέσα ἀπό πολλούς κόπους καί ἀσθένειες καί πειρασμούς, τοῦ φανερώθηκε, μαζί μέ τόν ἅγιο Ἱερώνυμο τόν Σιμωνοπετρίτη καί τήν ὁσία Σοφία τῆς Κλεισούρας, γιά νά τοῦ δώσει δύναμη καί κουράγιο στή δυσκολεμένη του κατάσταση καί νά ἐκφράσει τήν εὐαρέσκειά του γιά τήν ἐνασχόλησή του μέ αὐτόν.
Ταῖς πρεσβείας τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἡμῶν Γεωργίου Καρσλίδη, ὁ Κύριος νά σώσει καί νά ἁγιάσει ὅλους μας.

 

 

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ (4 Νοεμβρίου)


του μακαριστού μοναχού Μωϋσή αγιορείτου
Ο όσιος πατήρ ημών Γεώργιος Καρσλίδης, (σημ.: του οποίου η αγιοκατάταξη έγινε το 2008 από τον Παναγιώτατο Οικουμενικό μας Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο στή Δράμα), γεννήθηκε στην Αργυρούπολη του Πόντου το 1901. Νωρίς ορφάνεψε και την ανατροφή του ανέλαβε η ευλαβής γιαγιά του. Μετά τον θάνατο της γιαγιάς του και της αδελφής του αναχωρεί με τον παππού του για το Ερζερούμ, την Θεοδοσιούπολη της Μεγάλης Αρμενίας. Ο θάνατος και του παππού του και η κακομεταχείριση του αδελφού του τον φέρνουν στα μέρη του Καυκάσου. Μόνος, φτωχός, πονεμένος κι αναγκεμένος, συντροφευόμενος από αγίους σε όνειρα και οράματα, φθάνει στην Τυφλίδα της Γεωργίας και οδηγείται από τον εκεί επίσκοπο στην Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής. Ενδύεται το τίμιο του μοναχού ένδυμα στην ηλικία μόλις των εννέα ετών. Θα το διατηρήσει επί μισό αιώνα.
Η κουρά του
Αγάπησε την άσκηση και την προσευχή από παιδί. Στις 20 Ιουλίου 1919 κείρεται μοναχός και από Αθανάσιος ονομάζεται Συμεών. Κατά την ώρα της κουράς του λέγεται πως οι καμπάνες σήμαιναν μόνες τους.
Στην Μονή συνάντησε έναν θείο του επίσκοπο, που τον βοήθησε πνευματικά. Το άθεο καθεστώς της επανάστασης του 1917 δίωξε την Εκκλησία, τον κλήρο και τον μοναχισμό. Μαζί με άλλους μοναχούς της μονής του φυλακίσθηκε σε μια ανήλια και υπόγεια φυλακή, απ’ όπου περνούσαν υπόνομοι. Υπέμεινε μεγάλες και φρικτές κακουχίες με ελπίδα στον Θεό. Πολλοί αδελφοί του τελείωσαν μαρτυρικά τον βίο τους εκεί. Με την βοήθεια της Παναγίας γλύτωσε από βέβαιο θάνατο. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1925 χειροτονήθηκε ιερεύς κι ονομάσθηκε Γεώργιος. Λειτουργούσε στα γεωργιανά.
Σύντομα απέκτησε φήμη διακριτικού, διορατικού και προορατικού Γέροντος. Πολύς κόσμος ερχόταν από μακριά για να γνωρίσει και να συμβουλευθεί τον νεαρό ιερομόναχο. Το 1923 από την Τυφλίδα μεταβαίνει στο Σουχούμ. Στις συχνές θείες λειτουργίες του μνημόνευε πολλά ονόματα. Στο κελλί του μελετούσε και προσευχόταν συνεχώς. Η εγκράτεια, η άσκηση, η αγρυπνία και η νηστεία ήταν αδιάκοπες. Οι προφητείες του εκπληρώνονταν. Όλοι τον πλησίαζαν ως άγιο. Το 1929 καταφέρνει να έλθει στην Ελλάδα.
Άφιξη στην Ελλάδα
Δοξάζει τον Θεό για την σωτηρία του. Ο Πόντος, η Γεωργία και η Ρωσία μένουν στην μνήμη του ως τόποι αγώνων, μαρτυρίων και θυσιών. Από την Θεσσαλονίκη, όπου φθάνει στις 19 Οκτωβρίου 1929, μεταβαίνει στην Κατερίνη και στα χωριά Αλώνια και Κούκκος, Μικρό Δάσος του Κιλκίς και τέλος το 1930 στην Σίψα της Δράμας. Οι κακουχίες της φυλακής της Γεωργίας τον είχαν αφήσει ημιπαράλυτο, πολύ αδύναμο και πολλές φορές δυσκολευόταν πολύ να περπατήσει, ώστε τον σήκωναν στα χέρια, για να μετακινηθεί.
Όλη η περιουσία του ήταν λίγα εκκλησιαστικά βιβλία στην γεωργιανή γλώσσα, ιερατικά άμφια, εικόνες και μέρος των λειψάνων της αδελφής του Άννας. Κόσμος πολύς αρχίζει να τον πλησιάζει για να βοηθηθεί. Ο φιλόθεος, φιλάγιος, φιλάδελφος και φιλάνθρωπος πατήρ κάνει παρακλήσεις, εξομολογεί και νουθετεί. Το 1938 κτίζει το μοναστηράκι της Αναλήψεως. Εκεί θα λειτουργεί, θα εξομολογεί, θα κηρύττει, θα προλέγει, θα θαυματουργεί επί μία ολόκληρη εικοσαετία. Ο ναός και το κελί του γίνονται κολυμβήθρα Σιλωάμ για σωματικές και ψυχικές ασθένειες πολλών.
Μεταβαίνει προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα και το Άγιον Όρος κι έχει συναντήσεις με ιερές μορφές, που τον πείθουν να μείνει εκεί που είναι, γιατί έχει μεγάλη ανάγκη ο πιστός λαός την παρουσία και την μαρτυρία του. Το 1941 κατά θαυμαστό τρόπο σώζεται από βέβαιο θάνατο από τους Βούλγαρους, που τον είχαν συλλάβει προς εκτέλεση. Όλη η ζωή του κυλά μέσα σ΄ ένα συνεχές θαύμα. Με την βοήθεια του αγίου Νικολάου θεραπεύεται, ώστε να μπορεί κάπως ν΄ αυτοσυντηρείται.
Πάντα λιτός, απλός, νηστευτής, άγρυπνος, φιλάσθενος και δεόμενος. Λιγομίλητος, προσεκτικός, αυστηρός και σοβαρός. Σε μεγάλη ανάγκη επισκεπτόταν φτωχούς κι ασθενείς. Είχε βοηθηθεί ο ίδιος κι έτσι μπορούσε να βοηθήσει και τους άλλους.
Κατά την αγία προσκομιδή μνημόνευε χιλιάδες ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων. Μάλιστα σημείωνε ορισμένα και στο τέλος της θείας Λειτουργίας καλούσε ιδιαίτερα τους συγγενείς και τους έλεγε τα προβλήματα των ζώντων ή των κοιμηθέντων και πως τέλειωσαν τον βίο τους. Καθαροί και αθώοι άνθρωποι τον έβλεπαν ως λειτουργό να μην πατά στην γη.
Στις αναίμακτες θείες ιερουργίες ήταν φωτεινός, ειρηνικός και χαρούμενος. Συλλειτουργούσε με αγίους. «Σπάνια λειτουργώ μόνος μου», έλεγε ο όσιος. Είχε ιδιαίτερη ευλάβεια στην Παναγία, στον Τίμιο Πρόδρομο και τον άγιο Γεώργιο! Πολλούς ασθενείς κι αναγκεμένους ανθρώπους τους έστελνε σε διάφορους αγίους και με την ευχή του γίνονταν καλά. Από ταπείνωση δεν ήθελε να τιμάται η αναξιότητά του, αλλά να δοξάζεται ο Θεός από τους αγίους του. Τους αγίους ονόμαζε μουσαφίρηδες. Είχε την χάρη να βλέπει την ψυχική κατάσταση των εκκλησιαζομένων.
Ο άγιος Γέροντας ήταν αυστηρός τηρητής των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας. Δεν ήταν εύκολος σε ανεπίτρεπτες «οικονομίες». Γινόταν πιο αυστηρός στους αμετανόητους. Το λειτούργημα του Πνευματικού το είχε πολύ υψηλά και το είχε λάβει πολύ σοβαρά. Δεν ήθελε οπαδούς να τον κολακεύουν. Είχε πάντα μια διακριτική αυστηρότητα. Αποσκοπούσε συστηματικά στην ταπείνωση του εξομολογουμένου, στην αληθινή συντριβή και μετάνοια προς σωτηρία ψυχών αθανάτων.
Ο χαρισματούχος ποιμένας
Η θερμή πίστη, η ασκητική βιωτή, η καθαρή ζωή χαρίτωσαν τον ταπεινό κι άξιο λειτουργό του Υψίστου με χαρίσματα διακρίσεως, διοράσεως, προοράσεως και προφητείας. Ο Θεός φώτιζε τον μακάριο Γέροντα έτσι που τα μακρινά και τα παρελθόντα να τα βλέπει ως πλησίον και παρόντα, όπως και άλλοτε τα μέλλοντα, καθώς διηγούνται με θαυμασμό πολλά πνευματικά του τέκνα. Μερικοί που αμφέβαλλαν για τα χαρίσματα του αγίου δεν αργούσαν, όταν τον γνώριζαν καλά, να διαπιστώσουν πως πράγματι ήταν αληθινός άνθρωπος του Θεού. Ο άγιος Γέροντας χρησιμοποιούσε τα χαρίσματα προς βοήθεια και σωτηρία των ψυχών κι όχι για να εκθέσει και ντροπιάσει ανθρώπους ή να καυχηθεί και να προβληθεί ο ίδιος. Με δάκρυα πολλά μιλούσε καθαρά για τα επερχόμενα δεινά· την κατοχή του 1940, την επιδρομή των Βουλγάρων, τον εμφύλιο πόλεμο. Διάβαζε τις καρδιές των ανθρώπων σαν ανοιχτό βιβλίο. Για να διατηρείται στην ταπείνωση, μερικές φορές προσποιόταν μωρία, διά Χριστόν σαλότητα. Η αρετή θέλει πολύ κόπο για ν΄ αποκτηθεί και περισσή τέχνη για να διαφυλαχθεί.
Ο όσιος Γεώργιος στο ποιμαντικό του έργο έδειχνε ιδιαίτερη προσοχή στις γυναίκες, που λόγω του πλούσιου συναισθηματικού τους κόσμου εύκολα υπερβάλλουν στις τιμές των άλλων. Ήταν διακριτικά αυστηρός μαζί τους. Έκρυβε όμως μια καρδιά με μεγάλη αγάπη για όλους. Η ελεημοσύνη του ήταν πάντοτε μυστική. Μόλις σκοτείνιαζε έστελνε κρυφά μ΄ έμπιστους δικούς του ανθρώπους αναγκαία τρόφιμα και ρούχα στα σπίτια των φτωχών. Παρηγορούσε τους πενθούντες και φρόντιζε προσεκτικά τους νεκρούς. Αγαπούσε τα παιδιά, τα συμβούλευε στοργικά και τους μοίραζε απλόχερα δώρα. Έκρυβε πάντα τον εαυτό του και δεν ήθελε να φαίνεται και να τιμάται. Ο Γέροντας δεν ήθελε κανένας να φύγει από το μοναστήρι νηστικός. Μαγείρευε, φούρνιζε ψωμί και μοίραζε σε όλους ευλογία. Ήταν εργατικός, ακούραστος, ελεήμων και φιλάνθρωπος.
Οι πιστοί έτρεφαν για όλα αυτά σεβασμό και αγάπη στον άγιος Γέροντα. Δεχόταν την αγάπη των τέκνων του, αλλά δεν την προκαλούσε και δεν την επιθυμούσε. Ήταν ταπεινός κι αγαπούσε ιδιαίτερα να μιλά για την αγία ταπείνωση. Ζούσε τελικά σε μια ιερή μοναξιά. Οι πολλοί των ανθρώπων δεν τον κατανοούσαν και μερικοί μάλιστα τον παρεξηγούσαν. Λίγοι μπορούσαν να καταλάβουν καλά το βάθος της πνευματικότητος του.
Η κοίμησή του
Προείδε και προείπε επακριβώς το μακάριο τέλος του. Προετοιμασμένος από καιρό το ανέμενε με περισσότερη προσευχή δίνοντας τις τελευταίες συμβουλές στα αγαπητά πνευματικά του τέκνα. Τρεις μέρες πριν τον θάνατο του τελέσθηκε το μυστήριο του ιερού ευχελαίου. Μετάλαβε των αχράντων μυστηρίων. Συγχώρεσε, ευλόγησε κι ευχήθηκε όλους. Κοιμήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1959. Οι τελευταίες λέξεις που ακούσθηκαν από τα χείλη του ήταν: «Της ευσπλαγχνίας την πύλην άνοιξον, ευλογημένη Θεοτόκε».
Ένα ορφανεμένο, πενθηφόρο κι απαρηγόρητο πλήθος τον ακολούθησε στην τελευταία κατοικία του, πίσω από τον ιερό ναό της Αναλήψεως, όπου λειτουργούσε επί τριάντα περίπου χρόνια. Το πρόσωπο του ήταν ειρηνικό, ιλαρό και φωτεινό. Το νεκρό του σώμα ευλύγιστο, όπως των Αγιορειτών. Τα δύο κυπαρίσσια πλάι στον τάφο του λύγισαν σαν για να τον προσκυνήσουν, όπως είχε προείπει, και πολλά πουλιά συνάχθηκαν την ώρα της ταφής του, δίχως να φοβούνται τον πολύ κόσμο. Όλοι ήταν πλέον βέβαιοι ότι κηδεύεται και θάβεται ένας άγιος, ζήτησε να τον θάψουν με τα άμφιά του, τον σταυρό του και τα λειτουργικά του βιβλία που είχε από την Γεωργία.
(Τεύχος 17ο, Περιοδικό Πεμπτουσία, σελ. 116-123, Απρίλιος – Ιούλιος 2005)

 

 

ΤΟ «ΜΥΣΤΙΚΟ» ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΩΣΥΝΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΥ


«Ἐνίκα γάρ ὁ πόθος τήν φύσιν, διά θανάτου πείθων τόν ἐραστήν, διαβῆναι πρός τόν ποθούμενον, Χριστόν τόν Θεόν, καί Σωτῆρα τῶν ψυχῶν ἡμῶν»  (ο πόθος (του Γεωργίου για τον Χριστό) νικοῦσε τη φύση του, πείθοντας τον εραστή να διαβεί με τον θάνατό του προς τον ποθούμενο Χριστόν τον Θεό και Σωτήρα των ψυχών μας) (δοξαστικό αίνων).
Δεν είναι μόνον η χάρη που δίνει ο Κύριος προκειμένου κανείς να πιστέψει σ’ Αυτόν, πολύ περισσότερο να φτάσει στο όριο του μαρτυρίου («ἡμῖν ἐδόθη οὐ μόνον τό εἰς Αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ Αὐτοῦ πάσχειν»). Είναι και η ενέργεια του ίδιου του πιστού, η κατάθεση δηλαδή της δικής του βούλησης, η οποία ανταποκρίνεται καλοπροαίρετα στην προσφορά της χάρης του Κυρίου – μολονότι και αυτή η καλοπροαίρετη κίνησή του ωθείται μυστικά από τον Κύριο και πάλι («Τό θέλειν καί τό εὐδοκεῖν ὑπέρ τῆς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ ἐστι»). Κι αυτή η συνέργεια του πιστού φανερώνει την αγάπη πια που τρέφει αυτός πρός τον Χριστό. Με την παρατήρηση ότι η αγάπη αυτή δεν είναι ίδια για όλους. Υπάρχουν πιστοί που ανταποκρίνονται λίγο στην προσφερόμενη αγάπη Εκείνου, υπάρχουν άλλοι που ανταποκρίνονται περισσότερο. Κι ανάλογα προς την ανταπόκριση υπάρχουν και τα δωρήματα του Θεού: «Αυτός που αγαπάει λίγο παίρνει και λίγο, αυτός που αγαπάει περισσότερο παίρνει και περισσότερο». Εν προκειμένω ο άγιος μεγαλομάρτυς Γεώργιος ανήκει σ’ εκείνους που ανταποκρίθηκαν στην αγάπη του Χριστού με τη μεγαλύτερη δυνατή ένταση. Όχι μόνο στράφηκε «οἰκείως» πρός τον Χριστό, αλλά τον πόθησε, τον ερωτεύτηκε, όπως ο εραστής ποθεί το αντικείμενο του πόθου του. Κι απέδειξε τη γνησιότητα του πόθου του με την επιλογή να πεθάνει προς χάρη του ποθουμένου Χριστού και Θεού του, πρώτα μέσα στη συνείδησή του και έπειτα και με την προσφορά του αίματός του. Αυτό είναι το σημάδι ότι όντως αγαπά κανείς τον Χριστό: η διάθεσή του να δώσει και τη ζωή του για χάρη Του. Να κάνει δηλαδή ό,τι έκανε Εκείνος για χάρη ημών. Κι είναι το όριο που φτάνει κανείς να ξεπεράσει και τη φύση του, την πεσμένη όμως στην αμαρτία, η οποία τον τραβά πάντοτε προς τα γεώδη και τα επίγεια, με τη φιληδονία, τη φιλαργυρία, τη φιλοδοξία. Με άλλα λόγια δεν μπορεί κανείς να ξεπεράσει τα πάθη του, τον κακό εαυτό του, τον νοσηρό εγωισμό του, χωρίς τη δύναμη αυτή του πόθου προς τον Χριστό. Κι εκεί δυστυχώς σκοντάφτουμε συνήθως οι πιστοί: θέλουμε τον Χριστό – έτσι λέμε – αλλά χωρίς να αφήσουμε τα ωραία της ζωής αυτής που χαϊδεύουν τα πάθη μας. Θέλουμε να συμβιβάσουμε τα ασυμβίβαστα: και τον Χριστό και τον (αμαρτωλό) κόσμο που ζει μέσα μας. Αλλά «οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν». Οπότε: είμαστε χριστιανοί κάθε φορά που επιλέγουμε τον θάνατο του (κακού) εαυτού μας για να μπορεί να ζει μέσα μας ο λόγος του Χριστού, ο ίδιος δηλαδή ο Χριστός. Η χριστιανικότητά μας φανερώνεται κάθε ώρα και κάθε στιγμή, όταν αναμετριέται μέσα μας ο πόθος του Χριστού με τον πόθο του κόσμου. Το αποτέλεσμα δείχνει το πνευματικό ύψος που βρισκόμαστε. Όλα τα άλλα που λέμε ίσως ως λόγια, είναι ακριβώς μόνο λόγια. «Ἔπεα πτερόεντα».  

 

Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2017

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ


Πραγματική χριστιανική πίστη είναι αυτή που αναφέρεται καταρχάς στον εν Τριάδι Θεό, δηλαδή σ’ Αυτόν που αποκάλυψε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, διαφυλάσσεται δε και προσφέρεται από την Εκκλησία του Χριστού που είναι το σώμα Του. Είναι το ακούμπισμα της ύπαρξης του ανθρώπου στα χέρια του Χριστού, που σημαίνει να αφήσει ο άνθρωπος να προσδιορισθεί η ζωή του από τη ζωή του Χριστού, όπως διαρκώς μας καλεί να κάνουμε η Εκκλησία: «ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Αληθινός δηλαδή πιστός είναι αυτός που αγωνίζεται να γίνει Χριστός, με τη βοήθεια βεβαίως του ίδιου του Χριστού, («χωρίς Ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»), που θα πει με την ενίσχυση κατεξοχήν των μυστηρίων της Εκκλησίας. Είναι ο «περιπατῶν κατά Χριστόν» (πρβλ. Α΄Ιωάν. 2,6), ο «ἐπακολουθῶν τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ» (πρβλ. Α΄ Πέτρ. 2,21). Έτσι τα γνωρίσματα του Κυρίου γίνονται και γνωρίσματα του Χριστιανού. «Χριστιανός ἐστι», θα τονίσει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, «μίμημα Χριστοῦ κατά τό δυνατόν ἀνθρώπῳ». Κι επειδή κύριο γνώρισμα του Χριστού υπήρξε και είναι η αγάπη για τους ανθρώπους, γι’ αυτό και κύριο γνώρισμα του Χριστιανού είναι η αγάπη για τους άλλους, έστω και τους αντιπάλους και θεωρούμενους εχθρούς. Μια πίστη λοιπόν χωρίς αγάπη δεν είναι χριστιανική, όπως μάλιστα το διακηρύσσει και ο απόστολος Παύλος με τη γνωστή φράση: «Πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη». Η πίστη ζωντανεύει μόνο με την αγάπη.

ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΥ ΕΝ ΛΥΔΔΗ, ΗΤΟΙ Η ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΑΥΤΟΥ


«Ο άγιος μεγαλομάρτυς Γεώργιος, Καππαδόκης από πατέρα και Παλαιστίνιος από μητέρα, με ευσεβή ανατροφή και αγαθή φύση, από νεαρός διακρίθηκε στους πολέμους και γι’  αυτό έλαβε μεγάλα αξιώματα στον στρατό. Όταν πέθαναν οι γονείς του και ήλθε σ’  αυτόν μία μεγάλη περιουσία, θέλησε να πάει στη Ρώμη, στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό, προκειμένου να ανέβει σε ακόμη υψηλότερα αξιώματα. Διεπίστωσε όμως την εχθρική στάση του αυτοκράτορα απέναντι στους χριστιανούς, τους οποίους ήθελε να εξολοθρεύσει, γι’  αυτό και αντέδρασε, ερχόμενος «αυτόκλητος» στη Βουλή  και δηλώνοντας με παρρησία τη χριστιανική του ταυτότητα, αφού προηγουμένως μοίρασε στους πτωχούς όλη την περιουσία του. Τα μαρτύρια που υπέστη λόγω της ομολογίας του και της σταθερής εμμονής του στην πίστη του Χριστού ήταν πάμπολλα και φοβερά, τα οποία  οδήγησαν πολλούς στον Χριστό, ενώ ο Ίδιος του φανερώθηκε σε όνειρο, βεβαιώνοντάς τον για τα αγαθά που τον περιμένουν. Τέλος του έκοψαν το κεφάλι με ξίφος. Το άγιο σκήνος του, σύμφωνα με υπόδειξη του αγίου προ της τελευτής του, διακοσμίσθηκε στην Παλαιστίνη και ετάφη εκεί. Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε και έγινε αυτοκράτορας ο μέγας και ισαπόστολος Κωνσταντίνος. Βρήκαν λοιπόν την ευκαιρία οι εραστές της ευσέβειας και του αγίου μάρτυρα και του ανήγειραν στη Λύδδα ωραιότατο ναό, στον οποίο μετέφεραν τα λείψανά του από τον αφανή τόπο που βρίσκονταν. Η κατάθεση των λειψάνων έγινε στις 3 Νοεμβρίου και έκτοτε, αφού κρουνοί θαυμάτων καθημερινώς παρέχονται στους πιστούς που προσέρχονται στον άγιο ναό του, εορτάζεται η ημέρα αυτή ως εορτή της ανακομιδής του Μάρτυρα, εις δόξαν και αίνεσιν Χριστού του αληθινού Θεού ημών και του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου».
Το πρώτο σημείο στο οποίο μένει ο υμνογράφος του αγίου, ήδη στην αρχή του εσπερινού, είναι το «αυτόκλητον» της παρουσίας του στη Βουλή του αυτοκράτορα. Χωρίς να τον οδηγήσουν εκεί, ο ίδιος παρουσιάζεται προκειμένου με χαρά και ανδρεία να δηλώσει ότι είναι χριστιανός. «Χαίρων αυτοκινήτοις ορμαίς προς τους αγώνας ανδρικώς προσεχώρησας».  Κι είναι ένα σημείο που χρήζει απαντήσεως, δεδομένου ότι η Εκκλησία μας γενικώς δεν δέχεται την «εισπήδησιν», δηλαδή την με πρωτοβουλία του πιστού αναζήτηση του μαρτυρίου. Το βλέπουμε όμως αυτό στον άγιο Γεώργιο, όπως και σε άλλους μεγάλους μάρτυρες. Τι εξήγηση δίνει ο εκκλησιαστικός ποιητής μέσα από την εν γένει ακολουθία; Ο ποιητής παρομοιάζει τον άγιο Γεώργιο  με τον προφήτη Ηλία. Χωρίς να αναφέρει ρητά το όνομα του ζηλωτή προφήτη παραπέμπει σ’ αυτόν, προκειμένου να ερμηνεύσει τον τρόπο δράσεως του Γεωργίου. «Επιπαφλάζον πυρ το της απάτης ου φέρων βλέπειν, Άγιε, ως ο πυρίπνους και ζηλωτής, ανομούντας διελέγχων∙ Ουκ έστιν άλλος, έλεγες, Θεός ως ο Κύριος». (Άγιε Γεώργιε, επειδή δεν άντεχες να βλέπεις να κυριαρχεί η φωτιά της απάτης, έλεγες σαν τον πύρινο και ζηλωτή προφήτη που έλεγχε τους άνομους: Δεν υπάρχει άλλος Θεός όπως ο Κύριος).  Ο ζήλος λοιπόν για την πίστη του Χριστού και η αγανάκτηση του αγίου μπροστά στο φαινόμενο της κυριαρχίας της απάτης ήταν το ποιητικό αίτιο της αυτόκλητης παρουσίας του στη Βουλή, συνεπώς και του μαρτυρίου του.

 

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ ΟΡΙΟ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΟ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟ


Οι συγκεκριμένοι άγιοι ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός οι εξ Ασίας, ανήκουν στην ομάδα καταρχάς των αγίων Αναργύρων που φέρουν το ίδιο με αυτούς όνομα, δηλαδή με τους αγίους αναργύρους Κοσμά και Δαμιανό τους εκ Ρώμης, αλλά και τους αγίους αναργύρους Κοσμά και Δαμιανό, πάλι, τους εκ της Αραβίας. Ανήκουν όμως ταυτόχρονα και σε μία ευρύτερη ομάδα αναργύρων αγίων, παλαιοτέρων και νεωτέρων, σαν τους αγίους για παράδειγμα Κύρο και Ιωάννη, Παντελεήμονα και Ερμόλαο, Σαμψών και Διομήδη, Θαλέλαιο και Τρύφωνα, Λουκά τον ιατρό επίσκοπο Συμφερουπόλεως, οι οποίοι ιατροί και αυτοί όπως και οι ίδιοι, παρείχαν τις υπηρεσίες τους αμισθί στους ανθρώπους, υπακούοντας στον Κύριο, ο Οποίος είχε δώσει την εντολή: «δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν δότε». Θα έλεγε όμως κανείς ότι τελικώς, ακριβώς βάσει των λόγων του Κυρίου, όλοι οι άγιοί μας διαχρονικά στην Εκκλησία συνιστούν αναργύρους αγίους, αφού το κύριο γνώρισμα όλων τους είναι ακριβώς η ανιδιοτελής αγάπη τους – καρπός της αγάπης τους προς τον Κύριο και Θεό τους – που τους έκανε την όποια υπηρεσία και την προσφορά τους στον συνάνθρωπο να τις κάνουν χωρίς να περιμένουν καμία απολύτως ανταπόδοση. Κι από την άποψη αυτή η συγκεκριμένη εορτή των σημερινών αγίων Αναργύρων γίνεται όριο και σύμβολο για κάθε χριστιανό, αφού καλείται στην πραγματικότητα αναργύρως, δηλαδή με αγάπη κι όχι συμφεροντολογικά, να δρα κι αυτός μέσα στον κόσμο, να αγωνίζεται δηλαδή να γίνεται και αυτός ένα είδος ανάργυρου αγίου μαζί με τους άλλους. Κι αυτό που δικαιολογεί την αλήθεια αυτή στο έσχατο βάθος της είναι ασφαλώς το γεγονός ότι το ανάργυρο και ανιδιοτελές της κάθε ενέργειας θεμελιώνεται στον Ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό, ο Οποίος Αυτός κατεξοχήν αποτελεί το Ανάργυρο πρότυπο ως πηγή και παροχέας της αληθινής αγάπης. Θυμάται κανείς στο σημείο αυτό μία από τις πιο εύγλωττες ρήσεις για τον Ανάργυρο Χριστό που καταγράφει η Παράκληση της Υπεραγίας Θεοτόκου της Γοργοϋπηκόου: «Ἐν αὐτῆ (τῆ εἰκόνι δηλαδή της Παναγίας) μένει ὁ ἰατρός ὁ ἄμισθος».

Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΣΜΩΝ


Μέχρι ποιο σημείο επιτρέπει ο Θεός τη δοκιμασία των πειρασμών πάνω μας; Είναι ο διάβολος αναξέλεγκτος στις επιθέσεις εναντίον μας ή και στην υποκίνηση των παθών μας;
Βεβαίως όχι. Μας λέει η Καινή Διαθήκη ότι «ὁ Θεός οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπέρ ὅ δύνασθε, ἀλλά ποιήσει σύν τῷ πειρασμῷ καί τήν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὑμᾶς ὑπενεγκεῖν» (Α΄ Κορ. 10, 13) (ο Θεός δεν θα επιτρέψει σε κανένα πειρασμό να ξεπεράσει τις δυνάμεις σας· αλλά, όταν έρθει ο πειρασμός, θα δώσει μαζί και τη διέξοδο, ώστε να μπορέσετε να τον αντέξετε). Ο πειρασμός δηλαδή έχει όρια. Και τα όρια αυτά καθορίζονται από τον Θεό ανάλογα με την πνευματική, αλλά και τη σωματική μας αντοχή. Κι αυτό σημαίνει ότι, αν υποκύπτουμε στον πειρασμό, τούτο οφείλεται όχι στην επίθεση του διαβόλου, αλλά στη δική μας αμέλεια και απιστία. Πολύ περισσότερο ισχύει τούτο, αν κανείς συνειδητοποιήσει τι συνέβη στο μυστήριο του αγίου βαπτίσματός του. Κατά το βάπτισμά μας πήραμε όλον τον Θεό μέσα μας, η χάρη Του εισήλθε στα τρίσβαθα της ύπαρξής μας κι έκτοτε ο διάβολος δεν έχει καμία εξουσία ουσιαστικής επίθεσης εναντίον μας. Μόνον δολώματα πειρασμικά μπορεί να μας προσφέρει. Όταν λοιπόν μπαίνω σε πειρασμό, θα πει ότι το επιτρέπει ο Θεός για το καλό μου, για να αποκτήσω ταπείνωση, να αναδειχθώ πιο δόκιμος στην πίστη, μα και συγχρόνως μου δίνει αντίστοιχη χάρη για να υπερβώ τη δοκιμασία. Σε μια τέτοια περίπτωση λοιπόν ο πιστός όχι μόνον δεν γογγύζει, μα και χαίρει, γιατί βλέπει τον σκοπό, το τέλος των πειρασμών. Και το τέλος, αν σωστά αποδέχεται τους πειρασμούς, είναι η τελειοποίησή του, η πληρέστερη σχέση του με τον Θεό, η απόκτηση μεγαλύτερης χάρης. «Πᾶσαν χαράν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου», λέγει ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος, «ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις, γινώσκοντες ὅτι τό δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν. Ἡ δέ ὑπομονή ἔργον τέλειον ἐχέτω, ἵνα ἦτε τέλειοι καί ὁλόκληροι, ἐν μηδενί λειπόμενοι» (1, 2-4). Και «μακάριος ἀνήρ, ὅς ὑπομένει πειρασμόν, ὅτι δόκιμος γενόμενος λήψεται τόν στέφανον τῆς ζωῆς» (1, 12). Μ’ αυτήν την έννοια κατανοοῦμε και τα παράδοξα λόγια του αγίου Αντωνίου: «Ἔπαρον τούς πειρασμούς καί οὐδείς ὁ σωζόμενος».