Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ…(6)


Ο… «πολυσέλιδος»!
Με την άκρη του ματιού του, καθώς συνομιλούσε με μία κυρία που του διεκτραγωδούσε τον πόνο της για το άρρωστο εγγονάκι της, τον είδε να μπαίνει στον ναό κάνοντας τον σταυρό του.
«Θεέ μου, βόηθα με!», έστρεψε νοερά το βλέμμα του ο ιερέας στον Ουρανό.
Ο μεσήλικας κύριος που επισκεπτόταν τον πνευματικό κάθε φορά που έφθανε στην Αθήνα από τα βορεινά της Πατρίδας, του προκαλούσε πάντοτε διπλά συναισθήματα: μεγάλο σεβασμό, γιατί επρόκειτο για αγωνιστή άνθρωπο, που πάλευε με την πίστη και επιζητούσε να βρίσκεται, όσο μπορούσε, πάνω στο θέλημα του Κυρίου· βαθιά λύπη, γιατί ενώ είχε τέτοια καλή διάθεση, ήταν μπλεγμένος μ’ έναν «ψυχαναγκασμό» και μία αρρωστημένη, θα έλεγε κανείς, στάση στην πνευματική ζωή, ώστε είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτόν θα πρότεινε ως παράδειγμα «φοβισμένης συνείδησης», αν του ετίθετο υποθετικά ποτέ ένα τέτοιο ζήτημα.
Ο ιερέας χαιρέτισε την κυρία, που απόσωσε τον πόνο της,  την ευλόγησε και στράφηκε στον μεσήλικα.
«Καλώς τον κ. Κώστα», είπε εγκάρδια, και τον αγκάλιασε για να τον ασπαστεί. «Καλό το ταξίδι;»
«Καλό, πάτερ, ευχαριστώ. Βρέθηκα για δουλειές στη μεγαλούπολη και πάλι, και είπα να σας επισκεφτώ, αν έχετε χρόνο και δεν έχετε αντίρρηση».
«Ανάψτε το κεράκι σας, κ. Κώστα, προσκυνήστε τις εικόνες και περάστε στο εξομολογητάρι.  Έρχομαι αμέσως».
Την τελευταία φορά που είχε έλθει ο άνθρωπος αυτός του Θεού, ο πνευματικός αφιέρωσε αρκετή ώρα για να τον κάνει να καταλάβει ότι η εξομολόγηση, ως το μυστήριο της μετανοίας, προϋποθέτει ακριβώς τη μετάνοια ως συναίσθηση των αμαρτιών του ανθρώπου, και την με ανδρεία και αγάπη στροφή προς τον Χριστό, ο Οποίος ακριβώς ήρθε για να «άρει την αμαρτία» του κόσμου.
«Δεν χρειάζονται πολλά λόγια, κ. Κώστα, στην εξομολόγηση», του ‘χε πει. «Αναγνωρίζουμε τα λάθη και τις αστοχίες μας σύντομα, διαπιστώνουμε την απόκλισή μας δηλαδή από την αγάπη του Θεού, και Τον παρακαλούμε να μας δώσει τη δύναμη να είμαστε πάνω στις άγιες εντολές Του. Τα πολλά λόγια περικλείουν έναν καλυμμένο εγωϊσμό, γιατί κρύβουν από πίσω μία διάθεση δικαιολόγησης των πονηριών μας και των παθών που μας ταλαιπωρούν. Δεν το θέλει αυτό ο Θεός, αδελφέ μου. Όπως έχει πει κάποιος σπουδαίος και άγιος πνευματικός της εποχής μας, σε τρία λεπτά μπορεί να πει κανείς τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Θέλει προσοχή, λοιπόν. Και μάλιστα, θέλει προσοχή στις σαρκικές λεγόμενες αμαρτίες. Εκεί δεν χρειάζεται πολλή πολλή ανάλυση, γιατί είναι σαν να μας παγιδεύει ο Πονηρός για να ασχολούμαστε και πάλι με αυτές».
Του είχε κάνει τις επισημάνσεις αυτές, γιατί κάθε φορά ο μεσήλικας άνθρωπος ερχόταν αγχωμένος και θλιμμένος, κρατώντας ένα «πακέτο» από γραμμένα φύλλα - με έκθεση κάθε λεπτομέρειας από τη ζωή του - που κάποια φορά επειδή τις έδωσε στον ιερέα και για το σπίτι του, τις βρήκες εξήντα σελίδες τον αριθμό.
Έδειξε ότι κατάλαβε ο κ. Κώστας. Υποσχέθηκε ότι θα είναι πιο σύντομος από την επόμενη φορά.
«Κι όχι μόνο ότι δεν είναι σωστό για τους λόγους που σας είπα, κ. Κώστα, αλλά και για το ότι ταλαιπωρούνται και οι άλλοι χριστιανοί, που ιδιαιτέρως τις μεγάλες εορτές περιμένουν πολλές ώρες για να έρθει η σειρά τους. Τους προκαλούμε, κι εσείς κι εγώ, να αμαρτάνουν περισσότερο λόγω της αγανάκτησής τους».
Ο πνευματικός έβαλε το πετραχήλι του, είπε μερικές προσευχές επικαλούμενος τη χάρη του Θεού επί τον εξομολογούμενο, και περίμενε  την εξομολόγηση.
«Πάτερ, θα μου επιτρέψετε, για να μην καθυστερήσω, να… σας διαβάσω αυτά που έχω να πω. Αν δεν τα πω έτσι, δεν θα νιώθω ότι εξομολογήθηκα. Θα νιώθω ότι κάτι παρέλειψα».
«Τι είπαμε, κ. Κώστα; Πάλι τα ίδια; Θυμηθείτε όμως, σας παρακαλώ,  ότι δεν λέμε ό,τι ζήσαμε από την καθημερινότητά μας, αλλά αυτά που αποτελούν τις αμαρτίες μας. Αυτά που σχετίζονται δηλαδή με τον εγωϊσμό μας, τη φιληδονία μας, τη φιλαργυρία μας, την υπερηφάνεια μας, ό,τι είναι έλλειμμα της αγάπης μας.  Λοιπόν, κ. Κώστα;»
Ο μεσήλικας κοντοστάθηκε. Με άγχος τράβηξε με προσοχή ένα διπλωμένο πακέτο από την τσέπη του και το άνοιξε.
Ο παπάς είδε και «τρόμαξε»!  Ήταν ένα παρόμοιο πακέτο, ίδιο μ’ εκείνο που του είχε δώσει τις προάλλες για το σπίτι!  Περίπου και πάλι εξήντα σελίδες…

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΧΟΥ


Το πνευματικό ύψος του αγίου Συμεών, η σύμφωνη με τον Θεό ζωή του και η καθαρότητα της ψυχής του, που τον κατέστησαν ναό του Θεού και θεόπτη, κάνει τον άγιο Ιωσήφ τον υμνογράφο να βγάλει το λογικό συμπέρασμα ότι με τις προϋποθέσεις αυτές μπορεί μεν ο Συμεών να είναι γέρων στην ηλικία, είναι όμως νέος στο πνεύμα. Διότι αυτό προκαλεί στο πνεύμα του ανθρώπου η παρουσία της χάρης του Θεού: να το κρατά πάντοτε σε νεανική σφριγηλότητα. Όταν δηλαδή ο άνθρωπος ζει την παρουσία του Θεού, τότε δεν μαραζώνει από το δηλητήριο της αμαρτίας. Η αμαρτία είναι αυτή που γερνά τον άνθρωπο, γιατί τον πληγώνει και τον τραυματίζει, οδηγώντας τον σιγά σιγά στον πνευματικό θάνατο. Κι αυτό σημαίνει ότι, κατά την πίστη μας, η νεότητα είναι πρωτίστως θέμα «καρδιάς», θέμα του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου, κι όχι θέμα απλώς ηλικιακό. Πόσες φορές δεν βλέπουμε και σήμερα νέα παιδιά να είναι με μαραμένη και γερασμένη «καρδιά», διότι έχουν εκδοθεί στις διάφορες αμαρτίες αμετανόητα, και γέρους ανθρώπους να σφύζουν από χαρά και διάθεση, γιατί ακριβώς αγωνίζονται να μένουν εν Θεώ. Κι είναι κάτι που το επεσήμαινε  με πίκρα και στενοχώρια και ο όσιος γέρων Παΐσιος ο αγιορείτης, μιλώντας ακριβώς για τέτοια νέα παιδιά: «Καινούργιες μηχανές, με παγωμένα λάδια».  Ο υμνογράφος λοιπόν αναφερόμενος στην παραπάνω πραγματικότητα μας λέει: «Νεάζων τω πνεύματι, προβεβηκώς δε τω σώματι, Συμεών» (Με νεανική ακμή στο πνεύμα, αλλά προχωρημένης ηλικίας στο σώμα, Συμεών). Κι αλλού: «Υπερήκμασας τω γήρα, τη δε πίστει ενέαζες, νέον βρέφος θέλων βλέψαι, Συμεών, τον παντέλειον, ανακαινίζοντα κόσμον τον γηράσαντα επιθέσει του παλαιού πολεμήτορος» (Γέρασες πολύ, Συμεών, αλλά ήσουν νέος με την πίστη σου, θέλοντας να δεις σαν μικρό βρέφος τον παντέλειο Θεό, ο Οποίος κάνει καινούργιο τον κόσμο που γέρασε από την επίθεση του παλαιού εχθρού διαβόλου).

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (4)


«Αλλά και τούτο φαίνεται ότι κάνει πολλές φορές ο Θεός. Βλέποντας ανδρείες ψυχές, επιτρέπει τους πολέμους ευθύς εξ αρχής, με την επιθυμία να τις στεφανώσει σύντομα» (λόγ. α΄, 41).
Είναι φορές που παραπονιέσαι ότι αντιμετωπίζεις στη ζωή σου δυσκολίες, δοκιμασίες, πειρασμούς, παραπάνω από τις δυνάμεις σου. Και μάλιστα εκ νεότητός σου. Μία δύσκολη αρρώστια προσωπική ή οικογενειακή, ένα ατύχημα, μία αποτυχία ενώ κάτι το ήθελες πάρα πολύ. Κι είναι οι στιγμές που νιώθεις ότι δεν αντέχεις, που πάει να κλονισθεί η πίστη σου γιατί ο Θεός σε εγκατέλειψε, όταν μάλιστα βλέπεις ότι η δοκιμασία διαρκεί.
Μην πιστέψεις τον λογισμό αυτό. Είναι ψεύτικος. Είναι του εχθρού που θέλει ακριβώς να σε καταβάλει για να σε φέρει στα δικά του δίχτυα και να σε κάνει υποχείριό του.
Στρέψου με ορμή στον Κύριο. Ζήτα του ενίσχυση και υπομονή. Έχοντας υπόψη σου ότι ποτέ ο Θεός δεν μας εγκαταλείπει, γιατί η αγάπη Του είναι άπειρη και η Πρόνοιά Του για όλον τον κόσμο, κυρίως δε για τον άνθρωπο και μάλιστα τον πιστό, δεδομένη. Ο Κύριος δεν μας βεβαίωσε ότι «και αι τρίχες της κεφαλής υμών πάσαι ηριθμημέναι εισί»; Ο απόστολός Του θεόπνευστα δεν διεκήρυξε ότι «δεν πρόκειται να μας αφήσει να δοκιμασθούμε παραπάνω από όσο μπορούμε, και μάλιστα μαζί με τη δοκιμασία θα φέρει και τη διέξοδο»; Άρα ό,τι μας συμβαίνει είναι μέσα στα πλαίσια του ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τον καθένα από εμάς: Εκείνος το επιτρέπει για το καλό μας.
Και πέραν αυτού: αν πράγματι πολλές και μαζεμένες δοκιμασίες σού έρχονται, γνώριζέ το χωρίς αμφιβολία: πρώτον, ο Κύριος σού ετοιμάζει σύντομα στεφάνια, και δεύτερον, σου δίνει ευκαιρία αυτογνωσίας:  να κατανοήσεις ότι έχεις ανδρεία ψυχή. Η γενναιότητα συνοδεύεται πάντοτε από τις προκλήσεις και τους πειρασμούς.
«Για τον λόγο που ο Θεός γνωρίζει, σε δοκιμάζει. Μπορείς να κρατήσεις αυτή τη θλίψη; (λέγει ο Κύριος). Μπορώ! Θα σου δώσω Χάρη. Δεν μπορείς; Κι αυτό που σου έδωσα, θα το αφαιρέσω. Εγώ δεν θέλω δειλούς ανθρώπους» (Γέρων Εφραίμ Κατουνακιώτης).

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

         

Η συνάντηση του αγίου Συμεών με τον σαράντα ημερών Κύριο λειτουργεί και για εμάς κατά παραδειγματικό τρόπο, κάτι που το σημειώνει βεβαίως η υμνογραφία. Άλλωστε, κανένα γεγονός της επί γης παρουσίας του Κυρίου δεν είναι μόνον για μία εποχή ή για έναν μόνον άνθρωπο. Κι αυτό σημαίνει ότι όπως συναντήθηκε τότε ο άγιος Συμεών με τον Χριστό, έτσι καλούμαστε και εμείς να συναντηθούμε μαζί Του, μέσα στα πλαίσια της Εκκλησίας μας και με τις προσευχές αυτής. Να τον υποδεχτούμε ως Σωτήρα μας και να Τον προσκυνήσουμε ως Θεό μας. «Δεύτε και ημείς, άσμασιν ενθέοις, Χριστώ συναντηθώμεν και δεξώμεθα Αυτόν, ου το σωτήριον ο Συμεών εώρακεν. Ούτός εστιν, ον ο Δαυίδ καταγγέλλει, ούτός εστιν ο εν προφήταις λαλήσας∙ ο σαρκωθείς δι’ ημάς και νόμω φθεγγόμενος. Αυτόν προσκυνήσωμεν» (Εμπρός και εμείς, με ένθεα άσματα, ας συναντηθούμε με τον Χριστό και ας υποδεχτούμε Εκείνον, του Οποίου τη σωτηρία είδε ο Συμεών. Αυτός είναι Εκείνος τον Οποίον κηρύσσει ο Δαυίδ, Αυτός είναι Εκείνος που λάλησε μέσα από τους προφήτες, Αυτός που σαρκώθηκε για εμάς και μιλά με τον Νόμο Του. Αυτόν ας προσκυνήσουμε).

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ…(5)

 
Η... "βρωμερή" γερόντισσα
Ένιωσε την ανάγκη να προσπέσει και να φιλήσει όχι τα πόδια, αλλά τα παπούτσια της γερόντισσας που καθόταν απέναντί του στο εξομολογητάρι. Συγκρατήθηκε όμως. Όχι γιατί είχε ο ίδιος κανένα πρόβλημα – θεώρησε ότι μία τέτοια κίνηση θα εξύψωνε τον ίδιο -, αλλά γιατί η γερασμένη γυναίκα θα στενοχωριόταν και θα αντιδρούσε. 
«Κύριε, τι ψυχές έχεις στον κόσμο τούτο τον απατεώνα; Τι διαμάντι είναι αυτή η γυναίκα; Πώς μπορεί και κρύβεται τέτοια αγιότητα μέσα σ’ ένα τέτοιο ραγισμένο και ετοιμόρροπο σώμα, κυρτωμένο από τα χρόνια, χαμένο μάλιστα μέσα σ’ ένα δρομάκι μίας μικρής συνοικίας;»
Η γερόντισσα ίσα που είχε μπορέσει να σύρει τα πόδια της στον ναό, υποβασταζόμενη μάλιστα από μία μεσήλικη γνωστή της κυρία.
«Πάτερ», είπε η κυρία φέρνοντάς την, «επέμενε πάρα πολύ η γιαγιά για να έλθει. Δεν έχει κανέναν στον κόσμο, μάλλον έχει συγγενείς, αλλά μένουν λίγο μακριά, οπότε μένει μόνη. Έτσι την εξυπηρετώ λιγάκι εγώ, όταν μπορέσω. Καιρό με πιλάτευε να την φέρω, γιατί νιώθει, λέει, πολύ αμαρτωλή που ‘χει τόσο καιρό να πάρει ευχή από τον παπά, και φοβάται μήπως φύγει ξαφνικά από τη ζωή και βρεθεί στην κόλαση».
Η γερόντισσα είχε καθίσει με το ζόρι στη θέση που της υπέδειξε ο ιερέας. Βαριανάσαινε μάλιστα. Όταν άνοιξε το στόμα της «να μολογήσει τα κρίματά της», όπως χαρακτηριστικά είπε, ένας πόνος και μία οδύνη φάνηκαν να βαθαίνουν τις ρυτίδες του προσώπου της. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα βαθουλωμένα μάτια της.
«Πάτερ», είπε, και φάνηκε να γέρνει περισσότερο το ήδη κυρτωμένο σώμα της. «Πάτερ, είμαι πολύ αμαρτωλή. Βρωμίζω και τον αέρα που αναπνέω. Απορώ πώς με κρατάει ακόμη ο Θεός που μολύνω έτσι τη γη που κατασκεύασε. Πρέπει να ντρέπονται για μένα οι άγιοι και οι άγγελοι, και μάλλον πρέπει να γελά μαζί μου ακόμη κι αυτός ο τρισκατάρατος, ο εξαποδώ…».
Ο παπάς δεν μίλησε. Κάτι άρχισε να υποψιάζεται για το πνευματικό ύψος της γιαγιάς, γιατί τα λόγια της του θύμισαν αυτά που λέγανε για τον εαυτό τους πάντοτε οι άγιοι της Εκκλησίας, τα ίδια σχεδόν  που είχε ακούσει από το στόμα του οσίου γέροντα Ιακώβου Τσαλίκη, παρόμοια που υμνολογούν οι λατρευτικές ακολουθίες, ιδίως στον υπέρ μέλι σταλαγμό του βιβλίου της Παρακλητικής. Στ’ αυτιά και στο στόμα του συχνά ερχόταν το κατανυκτικό τροπάριο από τον βαρύ ήχο, που ήταν σαν να το έψελνε η γερόντισσα με τον δικό της τρόπο: «Γέγονα των δαιμόνων μεν γέλως, των ανθρώπων δε όνειδος, των Δικαίων θρήνος, των Αγγέλων πένθος, μολυσμός αέρος, και γης και υδάτων· σώμα γάρ εμίανα, ψυχήν και νουν εσπίλωσα, παραλόγοις πράξεσι, Θεώ εχθρός πέφυκα· οίμοι Κύριε, ήμαρτόν σοι, ήμαρτον συγχώρησον».
«Τι σε βαραίνει, γιαγιά;» είπε ο παπάς, που καταλάβαινε πια ότι είχε χωθεί σ’ έναν μυστικό ανελκυστήρα – την καρδιά της πιστής αυτής γυναίκας – κι ανέβαινε με ιλιγγιώδη ταχύτητα ίσα στα κράσπεδα της Τριαδικής Θεότητας.
«Πάτερ μου, είμαι  καταδικασμένη, γιατί δεν αγαπώ όπως πρέπει τον Θεό και τον συνάνθρωπό μου. Έχω πάντοτε στον νου και στην καρδιά μου αυτό που από μικρή με έμαθε ο άγιος παπάς του χωριού μου, τον λόγο του Κυρίου «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου με όλη την ψυχή και την καρδιά σου και τον πλησίον σαν τον εαυτό σου». Πάτερ μου, βλέπω πόσο λειψή είμαι στην αγάπη αυτήν. Οι λογισμοί μου πολλές φορές βρίσκονται σε άλλα πράγματα παρά στην αγάπη του Θεού. Με παρασύρει το στομάχι μου, γιατί πρέπει κάτι να τσιμπήσω για να στέκομαι, όταν κρυώνω φοβάμαι μη και πουντιάσω, οπότε θα γίνω βάρος στην καλή γυναίκα που με έφερε, τρέμω μη και πέσω και σύρω γύρω μου έτσι κι άλλους ανθρώπους… Κάνω βέβαια λίγα απ’ αυτά που λέει η Εκκλησία μας, αλλά στο σπίτι, όχι στον ναό. Διαβάζω, όσο μπορούν ακόμη τα μάτια του και καταλαβαίνει το μυαλό μου, λίγο μεσονυκτικό, τον όρθρο, τον εσπερινό και τον απόδειπνο. Λέω κάποιες παρακλήσεις στη γλυκιά Παναγιά μας κι έχω μάθει από μικρή και τους Χαιρετισμούς. Λέω και το «Κύριε ελέησον», πριν φυράνει το μυαλό μου. Μα, νιώθω πως δεν φτάνουν αυτά. Σας είπα και πριν πως με κλέβουν κάποιοι λογισμοί. Οπότε βρίσκομαι μακριά από την αγάπη του Θεού. Κι όσο σκέφτομαι τις ελλείψεις μου, όσο καταλαβαίνω πως είμαι σαν πτώμα από πλευράς πνευματικής, τόσο μου έρχονται και δάκρυα. Κλαίω, πατέρα μου, τον εαυτό μου, κλαίω, κλαίω χωρίς σταματημό...
Πώς λοιπόν να μην είμαι μία βρώμα πάνω στη γη; Χώμα και στάχτη, πάτερ μου. Γι’ αυτό θέλω να μου διαβάσεις μία ευχή, να κοινωνώ άξια, να μη χάσω το έλεος του Θεού, να μη βρεθώ στην κόλαση…».
Τα δάκρυα έτρεχαν βροχή από τα μάτια της γερόντισσας. Μα δεν τα καλόβλεπε κι ο παπάς, γιατί και τα δικά του δεν πήγαιναν πίσω. Ο παπάς άρχισε να νιώθει μία ψυχική ευφορία. Σαν να του μύρισε ευωδιαστό λιβάνι, μα δεν ήταν απ’ αυτό που είχε κάψει στην πρωϊνή λειτουργία.
«Γιαγιά», είπε τρεμουλιαστά, «γιαγιά, σε παρακαλώ να με μνημονεύεις στις προσευχές σου. Συνέχισε, γιαγιά, να κάνεις ό,τι κάνεις και το έλεος του Θεού δεν θα σ’ αφήσει».
Σηκώθηκε. Άρπαξε το ρυτιδιασμένο χέρι της γερόντισσας και το φίλησε πολλές φορές, μουσκεύοντάς το με τα δάκρυά του.
Στο τέλος, λύγισε. Γονάτισε μπροστά της και τότε είδε τη χάρη και το θαύμα που του ‘δωσε ο Χριστός. Όταν σήκωσε τα μάτια του, η γερόντισσα ήταν μέσα σ’ ένα εξαίσιο φως και δίπλα της να την αγκαλιάζει η ίδια η Κυρά η Παναγιά…

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (3)


«Μερικοί κοσμικοί που ζούσαν αμελώς με ερώτησαν: «Πώς μπορούμε εμείς που ζούμε με συζύγους και είμαστε περικυκλωμένοι με τόσες κοινωνικές υποχρεώσεις ν’ ακολουθήσουμε τη μοναχική ζωή»; Και τους απήντησα:  «Όσα καλά μπορείτε, να τα κάνετε· κανένα να μη περιγελάσετε, κανένα να μη κλέψετε, σε κανένα να μην ειπήτε ψέματα, κανένα να μη περιφρονήσετε, κανένα να μη σκανδαλίσετε. Σε ξένο πράγμα και σε ξένη γυναίκα να μην πλησιάσετε. Αρκεσθήτε στην ιδική σας γυναίκα (πρβλ. Λουκ. Γ΄ 14). Εάν ζήτε έτσι, «ου μακράν εστε της βασιλείας των ουρανών» (Μάρκ. ιβ΄ 34)» (λόγ. α΄ 38).
Είναι παγίδα που σου στήνει πολλές φορές εκ δεξιών ο πονηρός: «ας ήμουνα καλόγερος.  Να ζούσα ελεύθερος· με ψυχική ανάταση· με προσευχή. Να ζούσα την αληθινή πνευματική ζωή. Τώρα όμως, μέσα στον κόσμο, μπλεγμένος στη ρουτίνα της ζωής, αλυσοδεμένος με τα δεσμά της οικογένειας και των κοινωνικών υποχρεώσεων, υποχρεωμένος να λέω τα κατά συνθήκη λεγόμενα ψέματα, με το κεφάλι πάντοτε κάτω, δεν γίνεται τίποτα». Και σου δημιουργεί ο αρχέκακος ένα άλλοθι αμέλειας: δεν κάνω τίποτε, ή κάνω ελάχιστα, γιατί ακριβώς δεν μ π ο ρ ώ  να κάνω κάτι άλλο. Γιατί έτσι είναι η «κανονικότητα» της ζωής μέσα στον κόσμο.  Και ησυχάζεις μ’ αυτόν τον τρόπο την ένοχη συνείδησή σου. Και πείθεσαι μάλιστα ότι η χριστιανική ζωή είναι μόνο για τους μοναχούς και τους καλόγερους. Σαν την κυρία κάποτε που απηυδισμένη από τα οικογενειακά της βάρη, από τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας με τον σύζυγο και τα παιδιά της, μου είπε με απόλυτη σοβαρότητα: «Θέλω να πάω σε ένα μοναστήρι. Εκεί μόνο θα βρω τη γαλήνη που έχω ανάγκη. Εκεί θα ζήσω την πνευματική ζωή που ονειρεύομαι». Και το πίστευε. Και το ‘χε σχεδόν αποφασισμένο.
Κι είναι παγίδα, γιατί υπάρχει αληθοφάνεια: αυτό δείχνει η πραγματικότητα των πολλών, ακόμη και των χριστιανών, των ανθρώπων της Εκκλησίας. Αλλά έτσι χωρίς να το καταλάβεις, παρασύρεσαι στην αίρεση της διάσπασης της χριστιανικής ζωής. Στην αθέλητη και ανεπίγνωστη υποβάθμιση του λόγου του Χριστού, ή ακόμη χειρότερα, στον παραμερισμό Του από τη ζωή σου, γιατί τάχα δεν τα κανόνισε όπως έπρεπε: ζητάει το θέλημα του Θεού, που είναι τελικά όμως μόνο για τους λίγους, για τους εκλεκτούς! Σαν να υπάρχουν δύο ευαγγέλια!
Ο άγιος Ιωάννης σε προσγειώνει, γιατί σε αγαπά: η αμέλεια της χριστιανικής ζωής στον κόσμο δεν έχει δικαιολογία, δεν έχει άλλοθι. Είσαι κοντά στη βασιλεία του Θεού, είσαι μέσα στον Χριστό δηλαδή, αν προσπαθείς στην ουσία ένα πράγμα: να κρατάς λίγο την αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Να  μην τον αδικείς σε οτιδήποτε πρώτα, και ό,τι καλό μπορείς να του κάνεις, να το κάνεις χωρίς δισταγμό. Και κυρίως: αφού είσαι έγγαμος, μην ξενοκοιτάς. Μένε πιστός στο στεφάνι σου!
Δεν είπε τυχαία ο όσιος γέρων Παΐσιος: «Δεν υπάρχει δεν μπορώ. Υπάρχει δεν θέλω. Και υπάρχει δεν θέλω, γιατί τελικά δεν αγαπώ».

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΤΡΥΦΩΝΟΣ


 
Ο άγιος άνθρωπος και χωρίς να μιλάει, με μόνο το παράδειγμά του, δρα ως ιεραπόστολος. Οι άνθρωποι βλέποντάς τον καθοδηγούνται προς Αυτόν. Την παραπάνω αλήθεια ο άγιος Θεοφάνης μάς την προσφέρει με έναν έξοχο ύμνο, εξ αφορμής του σήμερα εορταζομένου αγίου Τρύφωνα, ήδη από την πρώτη ωδή του κανόνα: «Υπήρξας τω όντι ποιμαντικός, ποιμαίνων ψυχής σου εν σοφία τους λογισμούς, ψυχάς επιστρέφων πλανωμένας και τω Θεώ προσάγων, ένδοξε» (Υπήρξες πράγματι ποιμένας, με το να ποιμαίνεις  με σοφία τους λογισμούς της ψυχής σου, και με το να επιστρέφεις τις πλανεμένες ψυχές και να τις οδηγείς στον Θεό, ένδοξε). Είναι μία καταπληκτικής εμπνεύσεως αλήθεια: ο άγιος Τρύφων, αλλά και κάθε πιστός, είτε κληρικός είτε λαϊκός, είναι ποιμένας, γιατί ποιμαίνει πρώτα από όλα τον εαυτό του. Πώς; Με το να ελέγχει τους λογισμούς της ψυχής του, καθοδηγώντας τους, όπως ο βοσκός τα πρόβατα στο μαντρί, εκεί που είναι ο τόπος της καταπαύσεώς του, ο ίδιος ο Θεός. Επομένως, όταν οι λογισμοί του ανθρώπου απομακρύνονται από τον Θεό, κινδυνεύουν να «φαγωθούν» από τον λύκο διάβολο, ή από το λιοντάρι διάβολο, κατά την εικόνα του αποστόλου Πέτρου: «ο διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη». Και βεβαίως, με τον τρόπο αυτό γίνεται ποιμένας και των υπολοίπων ανθρώπων: επιστρέφει στον Θεό τις πλανεμένες ψυχές. Όπως το καταλαβαίνουμε, από την άποψη αυτή, όλοι: κανείς δεν μπορεί να γίνει αληθινός ποιμένας, κυρίως μάλιστα ο κληρικός, αν πρώτα δεν είναι και δεν γίνεται ποιμένας του εαυτού του. Εκείνος που έχει μάθει να διαποιμαίνει τους λογισμούς του, εκείνος χαριτώνεται από τον Θεό και για την καθοδήγηση των άλλων.