Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β´ ΛΟΥΚΑ



Καί ἐάν ἀγαπᾶτε τούς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποίας ὑμῖν χάρις ἐστίν;᾽

α. Μέσα στό πλαίσιο τῆς ἀντιπαράθεσης τοῦ νέου κόσμου τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ πρός τόν κόσμο τῆς ἁμαρτίας ἐντάσσεται καί τό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, τμῆμα τῆς ἐπί τοῦ ῎Ορους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου. Κι αὐτό γιατί ὁ Κύριος μέ τήν ὁμιλία Του αὐτή ἀποκαλύπτει ὅλα ἐκεῖνα τά στοιχεῖα πού βιούμενα καταργοῦν καί ὑπερβαίνουν τόν κόσμο τῆς ἁμαρτίας. ᾽Εν προκειμένῳ ἀντιπαρατίθεται ἡ ἀγάπη, ὅπως βιώνεται ἀπό τόν κόσμο τῆς πτώσεως, καί ἡ ἀγάπη ὅπως τήν ζεῖ ὁ πιστός στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

β. 1. Τά λόγια τοῦ Κυρίου μας εἶναι συγκλονιστικά: μπορεῖ κανείς νά ἀγαπᾶ, μπορεῖ νά ἀγαθοποιεῖ, νά δανείζει στόν ἄλλον, κι ὅμως νά μήν παίρνει τή χάρη τοῦ Θεοῦ, δηλαδή νά μή σώζεται. Γιατί; Διότι ἡ ἀγάπη πού προσφέρει καί οἱ καλές του πράξεις συνιστοῦν τελικῶς μία ἐμπορική πράξη: ἕνα δοῦναι καί λαβεῖν. Δίνουμε, γιατί θά πάρουμε. Συνεπῶς στήν πραγματικότητα ἡ ἀγάπη μας δουλεύει στόν ἐγωϊσμό μας. ῎Αν ὁ ἐγωϊσμός ἀποτελεῖ τήν ἴδια τήν οὐσία τῆς ἁμαρτίας ὡς ἡ κατεξοχήν διεστραμμένη ἀγάπη: ἀγαπῶ μόνο τόν ἑαυτό μου πού τόν θεωρῶ κέντρο τοῦ κόσμου, ὅμως καί ἡ προσφερομένη στόν ἄλλον ἀγάπη προκειμένου νά ἐπιστραφεῖ πίσω, λειτουργεῖ μέ τόν ἴδιο τελικῶς ἐγωϊστικό τρόπο. Διότι δέν ὁδηγεῖ στήν ὑπέρβαση τοῦ ἑαυτοῦ.

2. Ποιό τό ζητούμενο κατά τά λόγια τοῦ Κυρίου μας; ῾Η ἀπόκτηση τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Αὐτό εἶναι καί ἡ σωτηρία μας. Διότι χάρη σημαίνει τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, τήν ἴδια τήν παρουσία Του, τό φῶς καί τή ζωή Του μέσα στήν ὕπαρξή μας. Κι ἡ ἀπόκτηση τῆς χάρης αὐτῆς πραγματοποιεῖται ὅταν ὁ πιστός ζεῖ τή ζωή τοῦ Χριστοῦ, τή ζωή δηλαδή τῆς ἀγάπης. ῾῾Ο Θεός ἀγάπη ἐστί καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ᾽.

3. ῾Η ἀγάπη αὐτή τοῦ Χριστοῦ βεβαίως δέν ἔχει ὅρια. ῞Ολοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε παιδιά Του, ἀνεξάρτητα ἀπό τή στάση πού κρατᾶμε ἀπέναντί Του, πού σημαίνει ὅτι τήν ἀγκαλιά Του τήν ἁπλώνει σέ ὅλους: ῾ἀνατέλλει τόν ἥλιον Αὐτοῦ ἐπί δικαίους καί ἀδίκους καί βρέχει ἐπί ἀγαθούς καί πονηρούς᾽. ῎Αν ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί ἄνθρωποι ἀγαπᾶμε καί τά ἀχάριστα καί ἄτακτα παιδιά μας, πόσο περισσότερο ὁ Θεός μας πού ῾ἀγάπη ἐστί᾽; ῾Ο Κύριος μάλιστα ἔδειξε τήν ἀπεριόριστη, χωρίς ὅρια, ἀγάπη Του γιά ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, πάνω στόν Σταυρό Του καί προσευχόμενος καί γιά τούς σταυρωτές Του: ῾Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι᾽.

4. Τήν ἴδια ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μας καλεῖ ὁ ῎Ιδιος νά ζήσουμε κι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. ῾᾽Αγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς...᾽. Διότι εἴμαστε δημιουργημένοι κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσίν Του, πού σημαίνει ὅτι ἡ ἀγάπη πρός ὅλους καί χωρίς ὅρια εἶναι ἡ φυσιολογική ὁδός μας, αὐτή πού μᾶς καθιστᾶ ὁμαλούς, δίνει νόημα στή ζωή μας καί φέρνει τήν ἄμεση παρουσία τοῦ Θεοῦ σέ ὅλη τήν ψυχοσωματική ὕπαρξή μας. ῎Αν ὁ ἄνθρωπος θέλει νά συντονιστεῖ μέ τόν Θεό, ὁ μόνος τρόπος εἶναι νά ζεῖ σάν κι Αὐτόν: μέ ἀγάπη.

5. Καί μήν πεῖ βεβαίως κανείς ὅτι ᾽Εκεῖνος εἶναι Θεός κι ἐμεῖς ὄχι, γιατί πέρα ἀπό τό ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ φυσιολογία μας, ὁ ἐρχομός Του μετά τήν πτώση στήν ἁμαρτία καί τό ὅλο ἀπολυτρωτικό ἔργο Του μᾶς ἔδωσε καί μᾶς δίνει τή δύναμή Του, προκειμένου νά ὑπερβαίνουμε τίς δεσμεύσεις τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ ἐγωϊσμοῦ μας καί νά ζοῦμε ἑπομένως σάν κι Αὐτόν. ᾽Ιδιαιτέρως ἡ μετοχή στό σῶμα καί τό αἷμα Του εἶναι ἡ κατεξοχήν τροφή μας πού μᾶς καθιστᾶ ὡς μέλη Του ἱκανούς γιά τήν ἐν ἀγάπῃ ζωή μας. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἡ ἐντολή τῆς ἀγάπης δέν εἶναι πραγματοποιήσιμη ἀπό τούς ἀβάπτιστους. ῾Ο βαπτισμένος καί χρισμένος χριστιανός εἶναι δυνατόν νά βρίσκεται στόν ρυθμό τοῦ Χριστοῦ μας. ῾Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν᾽, εἶπε ὁ ῎Ιδιος.
Κι εἶναι εὐνόητο βεβαίως ὅτι ἡ κλήση Του νά ἀγαπᾶμε τούς πάντες, ὄχι γιατί εἶναι ἀξιαγάπητοι ἀλλά γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ κανονική ὁδός, εἶναι κλήση ἀγάπης πρός τόν ἀληθινό ἑαυτό τοῦ κάθε ἀνθρώπου καί ὄχι πρός τήν ἁμαρτία του. ᾽Αγαπᾶμε τόν ἄλλον ὡς ἄνθρωπο, ὡς εἰκόνα Θεοῦ, ὡς τόν κρυμμένο Χριστό, καί ὄχι τήν ἁμαρτία του.

γ. ῾Ο Κύριος μᾶς καλεῖ καί πάλι νά νιώσουμε τό μεγαλεῖο τῆς κλήσεώς μας: νά γίνουμε Θεοί. Προϋπόθεση: νά ζοῦμε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τήν ἀγάπη δηλαδή πρός ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς συνανθρώπους μας. Ἡ ἀνταπόκρισή μας, θετική ἤ ἀρνητική, θά εἶναι ὁ Παράδεισος ἤ ἡ κόλασή μας.

ΚΥΡΙΑΚΗ Β´ ΛΟΥΚΑ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)



Ταύτας οὖν ἔχοντες τάς ἐπαγγελίας, ἀδελφοί, καθαρίσωμεν ἑαυτούς ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ

 α. Τό μικρό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς ἀπό τήν Β´ πρός Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου συμπυκνώνει σέ λίγες μόνο γραμμές τίς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο, τήν μεγαλειώδη δηλαδή προοπτική πού τοῦ ἔχει ὁρίσει, ἀλλά καί τό πῶς ὁ ἄνθρωπος θά μπορέσει νά φτάσει αὐτό τό ὅριο, δεδομένου ὅτι ἡ σωτηρία ὡς πραγμάτωση τοῦ τεθειμένου σ᾽ αὐτόν σκοποῦ ἀπό τόν Δημιουργό ἀπαιτεῖ καί τήν δική του συμμετοχή, τήν δική του συνέργεια. ῾῎Εχοντας αὐτές τίς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ, ἀδελφοί, ἄς καθαρίσουμε τούς ἑαυτούς μας ἀπό κάθε τι πού μολύνει τό σῶμα καί τήν ψυχή. ῎Ας ζήσουμε μία ἁγία ζωή μέ φόβο Θεοῦ᾽.

 β. 1. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος δέν παύει σέ κάθε εὐκαιρία πού τοῦ δίνεται νά δείχνει  στούς πιστούς χριστιανούς τόν σκοπό γιά τόν ὁποῖο μᾶς δημιούργησε ὁ Θεός. Καί ὁ σκοπός αὐτός δέν εἶναι νά είμαστε οἱ χριστιανοί ἁπλῶς οἱ καθώς πρέπει ἄνθρωποι, οἱ καλοί καί νομοταγεῖς πολίτες, ἐκεῖνοι πού θά σκύβουν τό κεφάλι στούς ἑκάστοτε ἄρχοντες τοῦ κόσμου τούτου, προκειμένου νά ἐπιτελοῦν αὐτοί τά ὅποια δίκαια ἤ ἄδικα σχέδιά τους. Οὔτε βέβαια εἶναι νά γίνει ὁ χριστιανός ἕνας ἠθικός ἄνθρωπος, κατά τόν τύπο τοῦ ῾καλοῦ κἀγαθοῦ᾽ ἀνθρώπου πού συνιστοῦσε τήν προοπτική τῆς ἀρχαιοελληνικῆς ἀνθρωπολογίας. Τέτοια ὁράματα καί τέτοιοι τύποι ἀνθρώπων μπορεῖ νά ἐξυπηρετοῦν μία κοινωνία πού κατανοεῖ τόν ἑαυτό της ὁριζόντια καί ἐπίπεδα, ἀλλά πόρρω ἀπέχει ἀπό τήν μεγαλειώδη προοπτική, ὅπως εἴπαμε, πού ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔχει θέσει γιά τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ζεῖ βεβαίως μέσα στόν κόσμο τοῦτο, ἀλλά ταυτοχρόνως ὑπέρκειται αὐτοῦ, διότι ἔχει βάθος αἰώνιο.

2. Ἡ προοπτική τοῦ ἀνθρώπου, κατά τόν ἀπόστολο πού ἐκφράζει την ἐμπειρία τῆς ᾽Εκκλησίας, εἶναι ὁ ἄνθρωπος νά γίνει ἕνα μέ τόν αἰώνιο καί παντοδύναμο Θεό. Αὐτός πού φαίνεται τόσο ἀδύναμος καί μικρός ἔχει κληθεῖ νά εἶναι ὁ βασιλέας τῆς κτίσης, ἐκεῖνος πρός τόν ὁποῖο κατατείνουν τά ὑπόλοιπα δημιουργήματα, κι αὐτό γιατί ὁ ἴδιος ὁ Θεός θέλησε νά τόν δημιουργήσει ῾κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν᾽ ᾽Εκείνου, πού σημαίνει ὅτι στά ὅρια τῆς δικῆς του ὕπαρξης ὁ ἄνθρωπος μποροῦσε νά φανέρωνε τόν ἴδιο τόν Δημιουργό του. Καί ναί μέν, ὡς γνωστόν, ἡ ἀπαρχῆς αὐτή προοπτική χάθηκε, λόγω τῆς πτώσης του στήν ἁμαρτία, ὁ ἐνανθρωπήσας ὅμως Θεός, ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός, ἐρχόμενος στόν κόσμο, τοῦ ξανάνοιξε αὐτήν τήν προοπτική, ἐνσωματώνοντάς τον στόν ἴδιο Του τόν ἑαυτό, κάνοντάς τον συνεπῶς μέλος τοῦ ἴδιου τοῦ σώματός Του. Μέσα στήν ᾽Εκκλησία, τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἕνα μέ τόν Χριστό, διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, τοῦ ἁγίου χρίσματος, τῆς συμμετοχῆς του στήν Θεία Εὐχαριστία, κι ἀρχίζει νά λειτουργεῖ κατά τά ἴχνη ᾽Εκείνου. Ὁ ἀπόστολος λοιπόν Παῦλος τονίζει γιά μία ἀκόμη φορά στούς Κορινθίους ὅτι αὐτή εἶναι ἡ κλήση τους: ῾῾Υμεῖς γάρ ναός Θεοῦ ἐστε ζῶντος᾽, συνεπῶς αὐτό πού ὁ Θεός εἶχε ὑποσχεθεῖ ἀπαρχῆς τώρα βρίσκει τήν ἐκπλήρωσή του: ὁ ἴδιος θά κατοικήσει μέσα τους καί θά περπατήσει στήν ὕπαρξή τους. ῾᾽Ενοικήσω ἐν αὐτοῖς καί ἐμπεριπατήσω, καί ἔσομαι αὐτῶν Θεός καί αὐτοί ἔσονταί μοι λαός᾽. Μέ ἄλλα λόγια, ὁ χριστιανός κατανοεῖ τόν ἑαυτό του χαρισματικά: συνιστᾶ προέκταση τοῦ Χριστοῦ, νιώθει ὡς κλῆμα στήν ἄμπελο ᾽Εκείνου, λίθος στό οἰκοδόμημα τοῦ Χριστοῦ. Μπορεῖ καί αὐτός νά πεῖ, σάν τόν ἀπόστολο, ῾ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ ἐν ἐμοί Χριστός᾽.

3. Εἶναι εὐνόητο ὅτι ἡ αὐτοσυνειδησία αὐτή τοῦ χριστιανοῦ τόν καθιστᾶ στόν κόσμο ῾ἐν σαρκί περιπολοῦντα Θεόν᾽. Κανείς καί τίποτε δέν ὑπέρκειται αὐτοῦ, πέραν τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ σώματός Του. Ὁ χριστιανός ζεῖ μέσα στήν ἀτμόσφαιρα τῆς ἐλευθερίας τῆς χάρης τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖ τό σῶμα του νά τό δεσμεύσουν καί ἴσως νά τό σκοτώσουν, ἀλλά τό πνεῦμα του παραμένει πάντοτε ἐλεύθερο. ῾Μή φοβηθῆτε ἀπό τῶν ἀποκτεννόντων τό σῶμα, τήν δέ ψυχήν μή δυναμένων τι ποιῆσαι᾽, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου. ῞Οπως θά τό διατυπώσει καί ἀλλοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, πού δίνει τήν ὀρθή ἱεράρχηση στή ζωή τοῦ πιστοῦ: ῾Τά πάντα ὑμῶν ἐστι, ὑμεῖς δέ Χριστοῦ, Χριστός δέ Θεοῦ᾽. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ὁ χριστιανός εἶναι μέν κομμάτι αὐτοῦ τοῦ κόσμου, προσδιοριζόμενος ἀπό αὐτόν σ᾽ ἕναν βαθμό, ὑποτάσσεται βεβαίως στήν κοσμική ἐξουσία, πού ὡς θεσμός εἶναι μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, δέν καθορίζεται ὅμως ἀπό τόν κόσμο καί τήν ἐξουσία ὡς πρός αὐτό πού συνιστᾶ τόν βαθύτερο ἑαυτό του. Ὁ χριστιανός ζεῖ ὅπως καί ὁ Χριστός, γιατί ἀκριβῶς σ᾽ αὐτό κλήθηκε.

4. ῎Αν ὅμως ἡ ἑνότητα μέ τόν Χριστό ἐν ᾽Εκκλησία ἀποτελεῖ τήν πραγματικότητα καί τήν προοπτική τοῦ κάθε πιστοῦ, αὐτό δέν ὑπάρχει χωρίς προϋποθέσεις. Οἱ ὑποσχέσεις καί οἱ δωρεές τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο ἀπαιτοῦν καί τή δική του συγκατάθεση καί συνέργεια. Χωρίς αὐτήν τήν συνέργεια οἱ δωρεές τοῦ Θεοῦ παραμένουν ἀνενέργητες, κι αὐτό σημειώνει ἐπίσης ὁ ἀπόστολος Παῦλος στό κείμενό του. ῾Μπροστά στίς ὑποσχέσεις πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός, ἄς καθαρίσουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό κάθε τι πού μολύνει τό σῶμα καί τήν ψυχή᾽. Προκειμένου δηλαδή νά ἐνεργοποιεῖται ἡ ἑνότητα τοῦ χριστιανοῦ μέ τόν Χριστό, ἀπαιτεῖται ὁ χριστιανός νά ἀγωνίζεται γιά τήν κάθαρση τοῦ ἑαυτοῦ του, καί τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματός του. Διότι ἡ ζωή στόν κόσμο τοῦτο, παρ᾽ ὅλη τή δύναμη πού πῆρε ὁ πιστός ἀπό τό βάπτισμα ὥστε νά μή ἁμαρτάνει, κατά τόν λόγο τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Θεολόγου (῾πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ, ὅτι σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ μένει᾽(Α´ ᾽Ιωάν. 3, 9) εἶναι γεμάτη παγίδες πού καθιστοῦν εὐάλωτο τόν χριστιανό, ἄν λίγο χαλαρώσει τήν ἔνταση τοῦ πνευματικοῦ του ἀγώνα. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ναί μέν τό βάπτισμα, ὡς ἐνσωμάτωση στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μᾶς δίνει τή δύναμη τῆς ἀναμαρτησίας, ὅμως δέν μᾶς παγιώνει καί σ᾽ αὐτήν. Ἡ τρεπτότητα τῆς ἐλεύθερης βούλησής μας στό καλό ἤ στό κακό ἐξακολουθεῖ καί ὑφίσταται – στόν βαπτισμένο δέν ὑπάρχει ἀναγκαστική ροπή πρός τήν ἁμαρτία - πού σημαίνει ὅτι ἄν κανείς ξεχαστεῖ, ἐμπλεκόμενος στίς μέριμνες τοῦ κόσμου τούτου, ὁπωσδήποτε θά ἁμαρτήσει, συνεπῶς θά χάσει τή χάρη τῆς ἑνότητάς του μέ τόν Κύριο. Κι ἐπειδή ὑπάρχουν ἁμαρτίες πού ἀνάγονται στό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου καί ἁμαρτίες πού ἀνάγονται στό σῶμα του, ὅ,τι χαρακτηρίζουν οἱ ἅγιοι ψυχικά καί σωματικά πάθη, γι᾽ αὐτό καί ἡ λησμοσύνη τοῦ Θεοῦ θά φέρει τόν μολυσμό καί στό πνεῦμα καί στό σῶμα. Γιά παράδειγμα: ἡ κενοδοξία καί ἡ ὑπερηφάνεια συνιστοῦν μολυσμό τοῦ πνεύματος, ἡ γαστριμαργία καί ἡ πορνεία καί ἡ μοιχεία συνιστοῦν μολυσμό τοῦ σώματος. ᾽Εννοεῖται βεβαίως ὅτι λόγω τῆς ἑνότητας τοῦ ἀνθρώπου ὡς ψυχοσωματικῆς ὀντότητας ἡ κάθε ἁμαρτία μολύνει καί τά δύο στοιχεῖα του ταυτόχρονα: ὁ μολυσμός τῆς ψυχῆς ἀντανακλᾶ καί στό σῶμα  – ἡ γαστριμαργία γιά παράδειγμα σημαίνει ὅτι πρωτίστως τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου ἁλώθηκε ἀπό τά σαρκικά πάθη - ὁ τόνος ὅμως εἴτε στήν ψυχή εἴτε στό σῶμα πέφτει ἀνάλογα μέ τό εἶδος τῆς ἁμαρτίας. Γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς καί ἡ ᾽Εκκλησία μας ἐπιμένει πάντοτε στήν ἄσκηση τοῦ πιστοῦ καί πνευματικά καί σωματικά. Βεβαίως δηλαδή θά κάνει ὁ πιστός ἄσκηση γιά ταπείνωση, προκειμένου νά κρατήσει καθαρή τήν ψυχή του ἀπό τήν ὑπερηφάνεια, ἀλλά χωρίς τήν παράλληλη ἄσκηση στή νηστεία καί τήν ἐγκράτεια, γιά τήν ὑπέρβαση τῶν σωματικῶν παθῶν, δέν πρόκειται τελικῶς νά καταφέρει τίποτε.

5. ῾Ο ἀπόστολος ὅμως ἐπιμένει στήν ἄσκηση γιά τή διακράτηση τῆς καθαρότητας τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν μολυσμό τῶν ψυχικῶν καί τῶν σωματικῶν παθῶν. ῾῎Ας ζήσουμε ἁγία ζωή – λέει – μέ φόβο Θεοῦ᾽. Μέ ἄλλα λόγια τότε κανείς μπορεῖ νά κρατήσει τήν καθαρότητα τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, νά κρατήσει δηλαδή τή χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐνεργοῦσα στήν καρδιά του, ὅταν ἀγωνίζεται νά ἐπιτελεῖ τήν ἁγιωσύνη: νά ζεῖ ἁγία ζωή ἐν φόβω Θεοῦ. Κι αὐτό σημαίνει: ὁ πνευματικός ἀγώνας δέν ἔχει χαρακτήρα ἀρνητικό – νά μήν κάνω ἁπλῶς κάτι ἁμαρτωλό - ἀλλά χαρακτήρα θετικό. Τότε δηλαδή δέν ἁμαρτάνω καί δέν μολύνομαι ἀπό τά ψυχικά καί τά σωματικά πάθη, ὅταν εἶμαι προσανατολισμένος στήν ἁγία ζωή πού φέρνει ἡ ὑπακοή στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου. Στόν βαθμό πού μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας τηρῶ τίς ἐντολές ᾽Εκείνου, φανερώνοντας ἔτσι ὅτι Τοῦ ἀνήκω καί Τόν ἀγαπῶ - ῾ἐάν ἀγαπᾶτε με τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε᾽, εἶπε – στόν βαθμό αὐτό εἶμαι ἑνωμένος μαζί Του καί νιώθω τή ζωντανή παρουσία Του στήν ὕπαρξή μου. Δέν πυροβολῶ τό σκοτάδι γιά νά φύγει, ἀλλά ἀνάβω τό φῶς, ὅπως σημείωνε τόσο ὄμορφα ὁ ἁγιασμένος Γέροντας Πορφύριος, θέλοντας ἀκριβῶς νά τονίσει μέ τόν ἁπλό αὐτόν τρόπο τόν θετικό χαρακτήρα, ὅπως εἴπαμε, τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

 γ. Τό πρόβλημα ἡμῶν τῶν χριστιανῶν, ἀπό ὅ,τι φαίνεται, εἶναι ὅτι δέν πιστεύουμε τό τί ὁ Θεός μᾶς ἔχει δώσει καί τί ἀκόμη μᾶς ἔχει ἑτοιμάσει. Τίς ὑποσχέσεις Του τίς ἀντιμετωπίζουμε ὡς κάτι θεωρητικό καί ῾παραμυθένιο᾽. Γι᾽ αὐτό καί μένουμε στή μιζέρια τῶν παθῶν καί τῶν ἀδυναμιῶν μας. Κάνουμε τό λάθος – καρπό τῆς ὀλιγοπιστίας κι ἴσως τῆς ἀπιστίας  μας – νά βλέπουμε τή δική μας μικρότητα κι ὄχι τή μεγαλωσύνη τοῦ δωρεοδότου. ᾽Αλλά ὁ Χριστός μᾶς δίνει ἄλλη ὅραση. Μᾶς προσανατολίζει στήν  ἀγάπη Του πού τήν ἐξέφρασε ἔμπρακτα κυρίως μέ τόν Σταυρό Του καί τή συνεχίζει ἀδιάκοπα στήν ᾽Εκκλησία Του, κατεξοχήν μέσα ἀπό τό μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας, ὅπου συνεχίζει νά μελίζεται καί νά προσφέρεται στόν κάθε ἐν μετανοία προσερχόμενο πιστό. Τοῦ Θεοῦ τήν ἀγάπη μᾶς ὑπενθυμίζει σήμερα καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, τίς ἄπειρες δωρεές Του στά πλάσματά Του καί τίς χωρίς ὅριο ὑποσχέσεις Του: νά γίνουμε κι ἐμεῖς ἕνα μ᾽ Εκεῖνον.  Εἶναι ἤδη δοσμένα ἀγαθά, ἀρκεῖ νά θελήσουμε νά τά πάρουμε καί νά τά κρατήσουμε. Αὐτή εἶναι καί ἡ ἔννοια τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα γιά κάθαρσή μας στήν ᾽Εκκλησία.

ΚΥΡΙΑΚΗ Β´ ΛΟΥΚΑ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)



«Είπεν ο Κύριος∙ Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως…Πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών».

α. Τμήμα της επί του Όρους ομιλίας του Κυρίου Ιησού (Ματθ. 5-7) αποτελεί το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής Β΄ Λουκά, η οποία κατά τον ευαγγελιστή Λουκά έγινε επί τόπου πεδινού. Μάλλον πρόκειται, όπως σημειώνουν πολλοί από τους ερμηνευτές της Καινής Διαθήκης, περί δύο ομιλιών που έκανε ο Κύριος, δηλαδή την ίδια ομιλία που έκανε αρχικά σε πιο εκτεταμένη μορφή  πάνω σε βουνό, την ίδια πιο περιληπτικά έκανε για  δεύτερη φορά επί τόπου πεδινού, και αυτήν κατέγραψε ο Λουκάς. Η πρώτη φράση του αναγνώσματος μάλιστα «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» χαρακτηρίστηκε ως «ο χρυσός κανόνας της χριστιανικής ηθικής», που σημαίνει ότι με αυτόν ρυθμίζονται έτσι οι ανθρώπινες σχέσεις, ώστε να μπορεί να φανερώνεται ο Θεός στη ζωή τους.

β. 1. Θα πρέπει καταρχάς βεβαίως να θυμίσουμε ότι ο κανόνας αυτός στην αρνητική του διατύπωση ήταν κάτι που πρότεινε η Παλαιά Διαθήκη, απαντώμενος για πρώτη φορά στο βιβλίο του Τωβίτ με τη φράση «ο συ μισείς, μηδενί ποιήσης», αυτό που εσύ μισείς, μην το κάνεις σε κανέναν άλλον. Εννοιολογικά και μορφολογικά συναντάμε τον αρνητικό  κανόνα αυτό και έξω από την ιουδαιοχριστιανική αποκάλυψη, σε διαφόρους φιλοσόφους και σε άλλες θρησκείες, όπως για παράδειγμα στον Κλεόβουλο τον Ρόδιο ή και τον Κομφούκιο.  Πρόκειται λοιπόν για έναν κανόνα που ρυθμίζει θετικά τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων και που βασίζεται στα καλά στοιχεία που υπάρχουν παγκόσμια και πανθρησκειακά στην ανθρώπινη ύπαρξη. Μην ξεχνάμε ότι η πτώση στην αμαρτία δεν επέφερε την καταστροφή του ανθρώπου, αλλά τη ζόφωση της εικόνας του Θεού μέσα του, όπως βεβαίως ο Λόγος του Θεού, άσαρκος μέχρι την ενανθρώπησή Του, φώτιζε τον άνθρωπο (π.χ. με τον σπερματικό λόγο που είπαν ορισμένοι Πατέρες), με σκοπό τη διαπαιδαγώγησή του προς μελλοντική αποδοχή Εκείνου.

2. Ο Κύριος δεν αρνείται τον κανόνα αυτό. Αντιθέτως. Τον αποδέχεται και τον επεκτείνει, ανάγοντάς τον όμως σε επίπεδο χαρισματικό, δηλαδή αντανάκλασης στον άνθρωπο του τρόπου υπάρξεως του ίδιου του Θεού. Θέλουμε να πούμε ότι σε πρώτη φάση ο Κύριος διατυπώνει τον ρυθμιστικό αυτόν κανόνα της μεταξύ των ανθρώπων συμπεριφοράς κατά τρόπο θετικό: «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Και θέλει προσοχή. Ο Κύριος δεν λέει «ό,τι σας κάνουν οι άλλοι, αυτό να κάνετε κι εσείς σ’  αυτούς», διότι τούτο ίσχυε ως ο πυρήνας της ιουδαϊκής ηθικής, με το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος». Μπορεί για την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης να ήταν κανόνας υπέρβασης της άκρατης εκδίκησης, περιορίζοντάς την στην ίση ανταπόδοση, για την εποχή που έφερε όμως ο Ίδιος λειτουργούσε ως αμαρτία. Ο Κύριος λοιπόν λέει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν οι άνθρωποι», ό,τι θα επιθυμούσαμε να μας κάνουν οι άλλοι να κάνουμε κι εμείς, όποια συμπεριφορά των άλλων απέναντί μας θα θέλαμε, την ίδια συμπεριφορά προς αυτούς πρέπει και να επιδεικνύουμε,  με άλλα λόγια: μην κοιτάμε, κατά τρόπο ιουδαϊκό, όπως είπαμε, το τι κάνει ο άλλος, ώστε η δράση μας να είναι αντίδραση, δηλαδή μία ανώριμη συμπεριφορά, αλλά να κοιτάμε τον βαθύτερο εαυτό μας, άρα μέτρο της αγάπης μας  προς τους άλλους να είναι η αγάπη μας στον ίδιο τον εαυτό μας. Έτσι,  ο κανόνας αυτός, θα λέγαμε,  ισοδυναμεί με την εντολή του Θεού «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν», κάτι που φανερώνει τελικώς αφενός ότι ο εαυτός μας είναι «αξεπέραστος» από εμάς τους ίδιους – ο άνθρωπος κρίνει τα πάντα με βάση τον εαυτό του – αφετέρου ότι οι άνθρωποι μεταξύ μας είμαστε ίδιοι. Ο χρυσός αυτός κανόνας ανάγλυφα μας δείχνει την κοινότητα της ανθρώπινης φύσης, το πόσο η αυτογνωσία λειτουργεί ταυτόχρονα σ’ ένα μεγάλο ποσοστό και ως ετερογνωσία.

3. Τι συνήθως λοιπόν θέλουμε από τους άλλους, ώστε αυτό να προσφέρουμε και σ’  αυτούς; Έχουμε την εντύπωση ότι οι πιο καίριες επιθυμίες μας από πλευράς των άλλων, είναι η αποδοχή του προσώπου μας, ο σεβασμός της ελευθερίας μας, του χώρου και του χρόνου μας, η απονήρευτη και άδολη συμπεριφορά τους, η διακριτικότητά τους, μ’ ένα λόγο η αγάπη τους. Αυτό λοιπόν συνιστά, κατά τον κανόνα, και το μέτρο της αντίστοιχης δικής μας συμπεριφοράς: κι εμείς να αγαπούμε τον άλλον, να τον σεβόμαστε, να είμαστε διακριτικοί απέναντί του, να μην κάνουμε υπερβάσεις με καταστρατήγηση κυρίως της ελευθερίας τους. Πράγματι, χρυσός κανόνας, που στην εφαρμογή του η κοινωνία μας θα λειτουργούσε ως παράδεισος. Αλλ’  είπαμε: πρόκειται για κανόνα, που εκφράζει ό,τι καλύτερο είχε να πει το ανθρώπινο γένος, στηριγμένο στα καλά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης. Το ερώτημα που τίθεται όμως είναι: με ποια δύναμη ο άνθρωπος θα μπορέσει να τον πραγματοποιήσει; Πώς αυτό που συνιστά ορθή νοητική σύλληψη, καλή κοινωνική διδασκαλία, μπορεί να γίνει πράξη; Με άλλα λόγια πώς θα ξεπεραστούν οι δεσμεύσεις του ανθρώπου στην αμαρτία και τα πάθη της, στον διάβολο και τα στοιχεία του κόσμου τούτου;

4. Ο Κύριος λοιπόν δίνει την απάντηση και είναι σαφής: η υπέρβαση των δεσμεύσεων του ανθρώπου, ώστε να μπορεί να τοποθετείται ορθά απέναντι στον συνάνθρωπό του είναι χαρισματική κατάσταση. «Και ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστίν; Και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστίν;» Δεν μπορεί με άλλα λόγια ο άνθρωπος να ξεφύγει από τον εγωισμό των σχέσεών του, από ένα «δούναι και λαβείν»: δίνω γιατί παίρνω - ό,τι συνιστά, είπαμε, την ιουδαϊκή και την κατά κόσμον γενικώς ηθική – αν δεν ενισχυθεί από την ενέργεια του ίδιου του Θεού. Το να μπορώ να αγαπώ τον άλλον, χωρίς να περιμένω ανταπόδοση, να του συμπεριφέρομαι καλά, χωρίς η δράση μου αυτή να είναι αντίδραση, συνιστά υπέρ φύσιν κατάσταση, που προϋποθέτει την παρουσία του Χριστού και της χάρης Του στον κόσμο τούτο.
Συνεπώς ο Κύριος τονίζει την αξία του χρυσού κανόνα των ανθρωπίνων σχέσεων, αλλά μας προσανατολίζει στην ορθή και πραγματική εφαρμογή του: μόνον ο εν Χριστώ άνθρωπος, ο ενταγμένος στο Σώμα Του, την αγία Εκκλησία, που έχει γίνει μέλος Του και λειτουργεί σ’ αυτόν η χάρη και η δύναμή Του, αυτός και μόνον μπορεί να στέκεται με τρόπο αγαπητικό και διακριτικό απέναντι στον κάθε συνάνθρωπό του, προεκτείνοντας έτσι τη στάση του ίδιου του Χριστού και του Θεού Πατέρα σε όλον τον κόσμο. «Γίνεσθε οικτίρμονες, καθώς και ο Πατήρ ημών ο ουράνιος οικτίρμων εστίν». Κι επειδή ο Θεός Πατέρας και ο Κύριος Ιησούς Χριστός αγαπά τον κόσμο χωρίς διακρίσεις – «Αυτός (ο Θεός) χρηστός εστιν επί τους αχαρίστους και πονηρούς» - γι’  αυτό και ο χριστιανός αντιστοίχως  μπορεί πια να αγαπά τους πάντες, ακόμη και τους εχθρούς του, χωρίς να προβληματίζεται για το αν εκείνοι θα του ανταποδώσουν τα ίσα. «Πλήν αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε, μηδέν απελπίζοντες».  Ο χριστιανός δηλαδή ζει και κινείται σε υπέρ τα κοσμικά και πεσμένα στην αμαρτία ανθρώπινα επίπεδα. Η έγνοια και η μέριμνά του είναι να αρέσει στον Θεό, Εκείνου το άγιο θέλημα να διακρατεί, προκειμένου να Τον έχει ζωντανό μέσα στην ύπαρξή του. Κι ένας τρόπος υπάρχει, όπως είπαμε, γι’ αυτό: να ζει σαν τον Θεό, έχοντας και αυξάνοντας τη δύναμη Εκείνου.

γ. Το πρόβλημα στην ανθρωπότητα από ό,τι φαίνεται δεν είναι η έλλειψη καλών λόγων, σπουδαίων κοινωνικών ιδεών, «παραδείσιων» οραματισμών. Αυτά πράγματι υπήρξαν και υπάρχουν και θα υπάρχουν στον κόσμο μας. Και οι φιλοσοφίες και οι θρησκείες, ωραία πράγματα είπαν και λένε. Με πολλή πλάνη και ψεύδος αναμειγμένα τα ωραία τους αυτά, αλλά και πράγματι ωραία. Το πρόβλημα όμως είναι το πώς θα εφαρμοστούν τα ωραία αυτά. Για τη χριστιανική πίστη μας, η λύση είναι μόνον ο Κύριος. Αν ο άνθρωπος δεν Τον αποδεχτεί όπως αποκαλύφθηκε, αν δεν γίνει μέλος Του με άλλα λόγια, προκειμένου να ενισχύεται από την αγία χάρη Του, πάντοτε θα πελαγοδρομεί στην αντίφαση μεταξύ ίσως καλών λόγων και δαιμονικού τρόπου ζωής. Διότι «ουκ εστίν εν άλλω ουδενί η σωτηρία». Ας παρακαλούμε τον Κύριο αφενός να φωτίζει τους ανθρώπους που Τον αγνοούν, προκειμένου να Τον γνωρίσουν, αφετέρου να ενισχύει τη θέληση ημών των θεωρουμένων χριστιανών, ώστε να κάνουμε πράξη αυτά που ήδη μας έχει δώσει και που τις περισσότερες φορές τα αφήνουμε για αργότερα. Δηλαδή να αγαπάμε τον συνάνθρωπό μας, ανεξάρτητα από τη στάση εκείνων.  Αλλά το αργότερα σημαίνει συνήθως ποτέ.


Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ (3 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ)



῾Ο ἅγιος Διονύσιος πού ὑπερεῖχε ὅλων ὡς πρός τόν πλοῦτο, τήν δόξα, τήν σύνεση καί τήν σοφία, ἦταν ἕνας ἀπό τούς βουλευτές τοῦ ᾽Αρείου Πάγου στήν ᾽Αθήνα. ῎Ακουσε τόν ἀπόστολο Παῦλο νά κηρύττει ὅταν ἦλθε στήν ᾽Αθήνα καί πίστεψε δι᾽ αὐτοῦ στόν Χριστό, βαπτίστηκε καί χειροτονήθηκε ἔπειτα ἐπίσκοπος τῆς πόλεως, ἀφοῦ μυήθηκε πρῶτα τά τῆς πίστεως ἀπό τόν σοφό ῾Ιερόθεο. Μᾶς ἄφησε  συγγράμματα παράδοξα, θαυμαστά καί ὑψηλότατα.
῾Ο ἅγιος ἀφοῦ ἑρμήνευσε τόν τύπο καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς καταστάσεως, μετέβη ἔπειτα καί στήν Δύση, ὅταν βασιλιάς ἦταν ὁ Δομετιανός. Στήν πόλη τῶν Παρισίων μάλιστα ἔκανε πολλά θαύματα, ὁπότε καί τοῦ κόψανε τό κεφάλι. ῞Ενα θαῦμα πού εἴδανε πολλοί ἦταν ὅτι μετά τό μαρτύριό του κρατώντας τό κομμένο κεφάλι του μέ τά χέρια του βάδισε δρόμο δύο μιλίων. Καί δέν σταμάτησε πρίν συναντήσει, κατά θεία πρόνοια ἀσφαλῶς, κάποια γυναίκα ὀνόματι Κατούλα, στίς παλάμες τῆς ὁποίας ἐναπέθεσε τό κεφάλι του σάν ἕνα θησαυρό. Τό ἴδιο μέ αὐτόν καρατομοῦνται καί δύο μαθητές του, ὁ Ρουστικός καί ὁ ᾽Ελευθέριος, ὁπότε τά σώματα τῶν ἁγίων αὐτῶν, μαζί μέ τό μαρτυρικό σῶμα τοῦ ἱεροῦ κήρυκα, ρίπτονται βορά στά θηρία καί τά ὄρνεα. Μερικοί ἀπό τούς πιστούς τότε πῆραν τά λείψανα τῶν ἁγίων καί τά κατέθεσαν σέ ἀφανές μέρος, λόγω τοῦ φόβου πού ὑπῆρχε ἀπό τούς διῶκτες. ῞Οταν σταμάτησε ὁ φόβος τῶν διωγμῶν, ἡ μακάρια Κατούλα τά λείψανα τῶν μαρτύρων τά κατέθεσε σέ ἕνα κτίσμα, τρεῖς τοῦ μηνός ᾽Οκτωβρίου.
῾Ο ἅγιος Διονύσιος ἦταν κατά τόν σωματικό του τύπο μεσαίου μεγέθους, λεπτός, λευκός κατά τό χρῶμα ἀλλά καί λίγο κίτρινος, λίγο κοντός στήν μύτη, δασύς στά φρύδια. Εἶχε βαθουλωτούς τούς ὀφθαλμούς καί μεγάλα αὐτιά, ἐνῶ εἶχε λευκά καί μακριά μαλλιά, ὅπως καί τά γένεια του ἦταν μετρίως μακριά, ἀλλά ἀραιά. Εἶχε λίγη κοιλιά καί ἦταν μακρυδάκτυλος. ῾Η σύναξή του τελεῖται στήν ἁγιωτάτη Μεγάλη ᾽Εκκλησία᾽.


᾽Ενῶ ὁ ἅγιος Διονύσιος ἀναφέρεται στίς Πράξεις τῶν ᾽Αποστόλων ὡς ἕνας ἐκ τῶν πρώτων καί ἐλαχίστων πού πίστεψαν στόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ἀπό τό κήρυγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου στήν ᾽Αθήνα, ὅμως δημιουργήθηκε μεγάλο ἱστορικοφιλολογικό πρόβλημα ὡς πρός τήν γνησιότητα θεολογικῶν θεωρουμένων κειμένων του, τά ὁποῖα τιτλοφορήθηκαν μέν ἐπ᾽ ὀνόματί του καί ἄσκησαν πολύ μεγάλη ἐπίδραση σέ ᾽Ανατολή καί Δύση, ἀμφισβητήθηκαν ὅμως ἰσχυρά τά νεώτερα χρόνια, λόγω ῾τῆς παντελοῦς ἔλλειψης κάθε ἀναφορᾶς στά ἔργα τοῦ Διονυσίου πρίν ἀπό τόν ἕκτο αἰῶνα, ἀλλά καί τῆς ἴδιας τῆς φύσης τοῦ κειμένου πού ἀπέχει πάρα πολύ ἀπό τήν ἄτεχνη ἁπλότητα τῆς πρώτης Χριστιανικῆς ἐποχῆς καί στούς γλωσσικούς ὅρους καί στόν τρόπο σκέψεως᾽ (π. Γεώργιος Φλορόφσκυ).  Δέν πρόκειται βεβαίως νά ἀσχοληθοῦμε ἐδῶ μέ τό πρόβλημα αὐτό. Καί διότι ἐκφεύγει τῶν ὁρίων τοῦ ἁπλοῦ σχολιασμοῦ τῆς ζωῆς τοῦ ἁγίου Διονυσίου, ἀλλά καί διότι ὁ ὑμνογράφος βάσει τοῦ ὁποίου κινούμαστε θεωρεῖ ὡς δεδομένη τήν ταυτότητα τῶν κειμένων αὐτῶν: εἶναι τοῦ ἀγίου Διονυσίου.


᾽Επανειλημμένως καταρχάς ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής (κατεξοχήν ὁ ἅγιος Θεοφάνης) τονίζει τήν ἰδιαίτερη σχέση τοῦ ἁγίου μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο. ῾Ο ἀπόστολος ἦταν ὁ ψαράς πού τόν ῾ψάρεψε᾽ στά δίχτυα τοῦ Χριστοῦ μέ τό ἀγκίστρι τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Σ᾽ αὐτόν μαθήτευσε πού ἦταν θεατής τῶν οὐρανίων ἀφοῦ ἔφτασε μέχρι τρίτους οὐρανούς, γι᾽ αὐτό ἔγινε κι ὁ ἴδιος οὐράνιος μύστης. Τοῦ Παύλου ἔγινε ἀληθινό θεῖο ἀπεικόνισμα καί λόγω ἀκριβῶς τῆς κοινωνίας του μέ αὐτόν καί τούς ἄλλους ἀποστόλους ἀξιώθηκε νά δεῖ καί τό ζωαρχικό σκῆνος τῆς σεβασμιωτάτης Θεοτόκου πάνω στό νεκροκράββατό της. Κι αἰτία τῆς ὑπακοῆς του αὐτῆς στόν ἅγιο ἀπόστολο ἦταν, κατά τόν ὑμνογράφο, ἡ σύνεση πού τόν διέκρινε στήν ζωή του. ῾Ο ὑμνογράφος τονίζει τό τελευταῖο αὐτό, διότι πολλοί ἄκουσαν τόν μεγάλο ἀπόστολο, ἀλλά ἐλάχιστοι τόν ὑπήκουσαν. ῾Ως γνωστόν ἡ παρουσία τοῦ ἀποστόλου Παύλου στήν ᾽Αθήνα στέφθηκε σχεδόν ἀπό ἀπόλυτη...ἀποτυχία. Αὐτή εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ἐκτίμηση, ἀφοῦ ἡ συντριπτική πλειοψηφία τῶν ᾽Αθηναίων τόν εἰρωνεύτηκαν γιά τό κήρυγμά του καί γελώντας σηκώθηκαν κι ἔφυγαν. Πλήν ὅμως ἐλαχίστων. Κι αὐτοί οἱ ἐλάχιστοι, μεταξύ τῶν ὁποίων ῾Διονύσιος ὁ ἀρεοπαγίτης, γυνή τις ὀνόματι Δάμαρις καί τινες σύν αὐτοῖς᾽ ἀπετέλεσαν τελικῶς τήν ῾μαγιά᾽ προκειμένου νά ριζώσει ἡ χριστιανική πίστη στά μεταγενέστερα χρόνια.


Τά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητῆ πάνω στίς παραπάνω ἀλήθειες ἠχοῦν μέ τρόπο κελαρυστό: ῾᾽Αγκίστρῳ τῆς χάριτος σοφῶς ὁ Παῦλος ὁ ἔνθεος, δημηγορήσας ἐζώγρησεν, ἱεροφάντορα, καί τῶν ἀπορρήτων θεωρόν εἰργάσατο, σέ σκεῦος ἐκλογῆς θεασάμενος᾽ (στιχηρό ἑσπερινοῦ) (Σοφά ὁ ἔνθεος Παῦλος μέ τό ἀγκίστρι τῆς χάρης καθώς κήρυξε σέ ψάρεψε, ἱεροφάντορα. Κι ἀφοῦ σέ εἶδε ὡς σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ Θεοῦ σέ ἔκανε νά δεῖς τά ἀπόρρητα).
 ῾Τῷ Παύλῳ τῷ θείῳ μαθητευθείς, τῷ τῶν οὐρανίων, Διονύσιε, θεατῇ, οὐράνιος μύστης παραυτίκα καί θεηγόρος ἐχρημάτισας᾽ (ὠδή α´) (Μαθήτευσες στόν θεῖο Παῦλο, τόν θεατή τῶν οὐρανίων, καί ἔγινες κι ἐσύ ἀμέσως οὐράνιος μύστης καί κήρυκας τοῦ Θεοῦ). 
῾῾Ως τοῦ σκεύους ὑπάρχων τῆς ἐκλογῆς, ἀπεικόνισμα θεῖον ὡς ἀληθῶς, τά θεῖα μυστήρια ἐκδιδάσκεις τῷ Πνεύματι᾽ (κάθισμα ὄρθρου) (Σάν θεῖο ἀπεικόνισμα πράγματι τοῦ σκεύους τῆς ἐκλογῆς, δηλαδή τοῦ Παύλου, διδάσκεις τά θεῖα μυστήρια μέ τόν φωτισμό τοῦ Πνεύματος).
 ῾῾Αγίων ἀποστόλων ἀξιωθείς θεατής χρηματίσαι καί σύμπονος, συγκοινωνός γέγονας τῆς δόξης καί σύν αὐτοῖς ἐπί τήν θέαν ἔσπευσας σώματος τοῦ ὄντως ζωαρχικοῦ τῆς μόνης Θεοτόκου καί σεβασμιωτάτης᾽ (ὠδή θ´) (᾽Αξιώθηκες νά γίνεις θεατής τῶν ἁγίων ἀποστόλων καί νά μετάσχεις τοῦ κόπου τους, γι᾽ αὐτό καί ἔγινες συγκοινωνός καί τῆς δόξας τους. Μαζί μέ αὐτούς δέ ἔσπευσες νά δεῖς τό σῶμα τό πράγματι ζωαρχικό τῆς μόνης καί σεβασμιωτάτης Θεοτόκου).
 ῾Συνέσει θεοπρεπεῖ, θεόφρον, καλλωπιζόμενος, τῷ θείῳ μυσταγωγῷ τό οὗς σου ὑπεκλινας᾽(ὠδή ς´) (Εἶχες ὡραῖο γνώρισμά σου, θεόφρον, τήν θεοπρεπή σύνεση, γι᾽ αὐτό καί ὑπέκλινες τό αὐτί σου στόν θεῖο μυσταγωγό Παῦλο).


῾Ο ποιητής Θεοφάνης, ὁ ὁποῖος εἴπαμε θεωρεῖ γνήσια τά ἐπ᾽ ὀνόματι τοῦ ἁγίου Διονυσίου κείμενα, ἀναφέρεται σέ αὐτά προκειμένου νά τονίσει τήν θεολογική ἐμβρίθεια τοῦ ἁγίου, ὁ ὁποῖος μυημένος στά ἐπουράνια φώτισε μέ τόν λόγο του καί τήν ἁγία Τριάδα καί τίς τάξεις τῶν ἀγίων ἀγγέλων καί τήν ἴδια τήν ᾽Εκκλησία. 
῾Μέ φιλοσοφικό τρόπο, ἀλλά καί μυστικά καί μέ εὐσέβεια, θεόφρον μάκαρ Διονύσιε, ὅσο ἦταν δυνατό ἀπό τήν ὁμοίωσή σου μέ τόν Θεό, ἔκανες ἔνθεη ἀνάπτυξη τῶν θείων ὀνομάτων᾽ (῾᾽Εμφιλοσοφώτατα Θεῷ, μάκαρ Διονύσιε, ὡς δυνατόν ὁμοιούμενος, τῶν ὀνομάτων σύ, μυστικῶς τῶν θείων, εὐσεβῶς ἐξήπλωσας, τήν ἔνθεον, θεόφρον, ἀνάπτυξιν᾽) (στιχηρό ἑσπερινοῦ).
 ῾῎Εκανες μέ τήν ἀρετή ἴδιο τόν νοῦ σου μέ τούς ἀγγέλους, Πάτερ Διονύσιε, γι᾽ αὐτό καί ἔγραψες σέ ἱερά βιβλία τήν ὑπερκόσμια εὐταξία τῆς ἱεραρχίας τῶν ἀγγέλων, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ρύθμισες καί τά συστήματα τῆς ᾽Εκκλησίας, μιμούμενος τίς τάξεις τῶν ἀγγέλων) (῾᾽Αγγέλοις ὁμότιμον τόν νοῦν, Πάτερ Διονύσιε, δι᾽ ἀρετῆς ἐργασάμενος, τήν ὑπερκόσμιον τῆς ἱεραρχίας εὐταξίαν, πάνσοφε, ἐν βίβλοις ἱεροῖς ἀνιστόρησας, καθ᾽ ἥν ἐρρύθμισας ᾽Εκκλησίας τά συστήματα, οὐρανίων τάς τάξεις μιμούμενος᾽) (στιχηρό ἑσπερινοῦ). 
Δέν διστάζει λοιπόν ὁ ὑμνογράφος  γιά τόν παραπάνω λόγο νά χαρακτηρίσει τόν ἅγιο Διονύσιο ὡς ῾Τριαδικόν θεολόγον᾽ (ὠδή γ´) καί ῾διόπτραν οὐρανοῦ᾽ (οἶκος συναξαρίου). ῎Εκθαμβος μάλιστα γιά τήν φιλοσοφική καί θεολογική διάνοια τοῦ ἁγίου σημειώνει: ῾Νομίμως φιλοσοφῶν, σοφίας δώρων ἐπέτυχες. ᾽Ενθέως θεολογῶν, ὀρθόδοξα δόγματα, παμμάκαρ, κατέλιπες᾽ (ὠδή ς´) (Φιλοσοφώντας νόμιμα πέτυχες τά δῶρα τῆς σοφίας. Θεολογώντας ἔνθεα μᾶς ἄφησες ὀρθόδοξα δόγματα, παμμάκαρ). Γιά νά καταλήξει μέ θαυμαστό τρόπο: ῾῾Ο βίος σου θαυμαστός, ὁ λόγος θαυμασιώτερος, ἡ γλῶσσά σου φωταυγής, τό στόμα πυρίπνοον, μάκαρ Διονύσιε. ῾Ο δέ νοῦς σου, Πάτερ, ἀκριβῶς θεοειδέστατος᾽ (ὠδή ς´) (῾Ο βίος σου, μακάριε Διονύσιε, θαυμαστός, ὁ λόγος σου θαυμασιότερος, ἡ γλῶσσα σου γεμάτη φῶς, τό στόμα σου μέ τήν πνοή τῆς φωτιᾶς τοῦ Κυρίου, ὁ δέ νοῦς σου ἀκριβῶς σάν νά εἶναι τοῦ Θεοῦ).


Σάν νά προσγειώνεται ὅμως κάποια στιγμή ὁ ἅγιος ποιητής καί ἀφήνει τά ὑψιπετῆ κείμενα τοῦ Διονυσίου. Βλέπει τί πρόκειται ἐνώπιόν του, δηλαδή ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος, μέ τό διπλό στεφάνι του πού δέν εἶναι τά κείμενά του ἀλλά ἡ ἰερωσύνη του καί τό μαρτύριό του. Καί σημειώνει: Κέρδισες τόν Παράδεισο, γιατί ἤσουνα ἀρχιερέας ὅπως τόν θέλει ὁ Θεός, καί συγκέρασες τήν ἱερωσύνη σου μέ τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου σου. 
Τῆς θείας βασιλείας ἐν οὐρανοῖς κληρονόμος ἐγένου ὡς ἔννομος ἀρχιερεύς, Πάτερ, ὡς ἀήττητος ἀθλητής, ἱερωσύνης χρίσματι αἷμα συγκεράσας μαρτυρικόν. Διό διπλοῦς στεφάνους ἀπείληφας ἀξίως, ἱερομύστα Διονύσιε᾽ (ὠδή θ´) (῎Εγινες κληρονόμος τῆς θείας βασιλείας τῶν Οὐρανῶν ὡς ἔννομος ἀρχιερέας, Πάτερ, κι ὡς ἀήττητος ἀθλητής. Γιατί συγκέρασες τό χρίσμα τῆς ἱερωσύνης μέ τό μαρτυρικό σου αἷμα. Γι᾽ αὐτό ἔλαβες ἄξια διπλά στεφάνια, ἱερομύστα Διονύσιε).
 Δέν νομίζουμε ὅτι εἶναι τυχαία ἡ ἀναφορά αὐτή τοῦ ἁγίου ποιητῆ στήν κατακλεῖδα τοῦ κανόνα του. Εἶναι ἴσως σάν νά μᾶς λέει: μπορεῖ νά ἔχει γράψει περίφημα κείμενα ὁ ἅγιος, μπορεῖ νά περιέγραψε τόν οὐράνιο κόσμο μυημένος ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο καί φωτισμένος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τελικῶς ἡ εἴσοδος στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐξαρτήθηκε μᾶλλον  ἀπό τό πόσο νόμιμα κινήθηκε πάνω στήν κλήση του ἀπό τόν Θεό κι ἀπό τό πόσο ἔμεινε σταθερός μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του πάνω στήν πίστη,  ἀκόμη καί μέ τήν προσφορά τοῦ αἵματός του. ῾Ο ἅγιος Διονύσιος ὄντως ῾τήν πίστιν τετήρηκε᾽, γι᾽ αὐτό καί ῾γνωριμωτέρα γέγονε δι᾽ αὐτοῦ ἡ τῶν ᾽Αθηνῶν πανευκλεής Μητρόπολις᾽(ὠδή η´).

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΣ ΙΟΥΣΤΙΝΑ (2 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ)







«Ο άγιος Κυπριανός ήταν από την Αντιόχεια της Συρίας, επί Δεκίου του βασιλιά, ευγενής και πλούσιος, φιλόσοφος και μεγάλος μάγος. Οδηγήθηκε όμως προς την πίστη του Χριστού από την Ιουστίνα την παρθένο και χριστιανή, η οποία, καταγόμενη και αυτή από την Αντιόχεια,  διέλυσε σαν ιστό αράχνης όλες τις δαιμονικές ενέργειές του απέναντί της. Διότι κάποιος Έλληνας, Αγλαΐδας λεγόμενος, επειδή πληγώθηκε από έρωτα γι’ αυτήν, λόγω της ομορφιάς της, κι επειδή δεν μπόρεσε να πετύχει το σκοπό του, προσήλθε στον Κυπριανό. Όταν όμως αυτός τρεις φορές έστειλε δαίμονες προς την κόρη, χωρίς να πετύχει τίποτε, τότε κατάλαβε ότι η τέχνη του ήταν ανίσχυρη, γι’  αυτό και μεταστράφηκε στην πίστη του Χριστού, βαπτίσθηκε και έκαψε όλα τα μαγικά του βιβλία. Τέλος μάλιστα έγινε και επίσκοπος της Εκκλησίας. Κι αφού οδήγησε πολλούς στον χριστιανισμό, συνελήφθη μαζί με την Ιουστίνα από τον Κόμη της Δαμασκού, οπότε και υπέστησαν  σκληρά βασανιστήρια: ξέσθηκαν οι πλευρές τους, τους έβαλαν σε σιδερένιο τηγάνι, και στο τέλος, αφού τους έστειλαν στη Νικομήδεια, τους έκοψαν το κεφάλι».


Από το ναδίρ στο ζενίθ, από το έσχατο βάθος στο ανώτατο ύψος, θα ήταν ο τίτλος της ζωής του αγίου Κυπριανού, αν θα θέλαμε με μία φράση να τη χαρακτηρίσουμε, όπως μας καθοδηγεί προς τούτο και η εκκλησιαστική ακολουθία: «Κακίας τον πυθμένα τον κάτω κατείληφας∙ της ακροτάτης δε πάλιν αρετής ανήλθες, πάτερ, εις ύψος παραδόξως». Πάτερ, κατέλαβες τον πιο κάτω πυθμένα της κακίας, ενώ ανέβηκες πάλι κατά παράδοξο τρόπο στο ύψος της πιο υψηλής αρετής. Αιτία γι’  αυτό είναι ότι ο άγιος από την τρέλα και τη μανία της μαγείας, δηλαδή από την πλήρη υποταγή του στον πονηρό διάβολο, βρέθηκε να συγκατοικεί με τις υψηλότερες πνευματικές αγγελικές δυνάμεις. «Ανανήψας, θεοφάντορ, της πριν μανίας, δαιμονικήν απάτην και ψυχόλεθρον  πλάνην πάσαν εθριάμβευσας». Υπάρχει κάτι ανάλογο στη ζωή του με αυτό που βλέπουμε και στη ζωή του αγίου αποστόλου Παύλου: και εκείνος από διώκτης του χριστιανισμού που ήταν, και μάλιστα ο χειρότερος όλων, βρέθηκε να υπηρετεί τον Κύριο Ιησού, σε σημείο τέτοιο, ώστε να χαρακτηρίζεται ως ο μεγαλύτερος απόστολος. Γι’  αυτό και δεν είναι τυχαίο που η Εκκλησία μας χαρακτηρίζει τον άγιο Κυπριανό «συνόμιλον Παύλου και έργοις συμμέτοχον».


Χαρακτηρίζουμε τη μαγεία, την οποία υπηρετούσε ο άγιος Κυπριανός πριν να μεταστραφεί στην πίστη του Χριστού, ως τρέλα και μανία. Γιατί πώς αλλιώς να χαρακτηριστεί η αλλοίωση της φυσικής καταστάσεως του ανθρώπου, που αντί να βρίσκεται σε αρμονία σχέσεως με τον Θεό Δημιουργό, εκείνος όχι μόνον αρνείται τη σχέση αυτή, αλλά και την πολεμά, ευρισκόμενος ως στρατιώτης στο στρατόπεδο του αντιπάλου του Θεού, σατανά διαβόλου; Και το λέμε αυτό, διότι άλλο είναι να μη γνωρίζει κανείς τον Θεό και συνεπώς να πράττει εν αγνοία του όσα είναι αντίθετα προς το άγιο θέλημά Του – μολονότι ένας καλοπροαίρετος άνθρωπος, ακόμη και ειδωλολάτρης,  ακολουθώντας τον έστω και  ζοφωμένο νόμο της συνειδήσεώς του θα επιτελεί και καλές πράξεις, όπως για παράδειγμα ο εκατόνταρχος Κορνήλιος, που οι προσευχές και οι ελεημοσύνες του ανέβαιναν ως θυμίαμα ενώπιον του Θεού – και άλλο να έχει προσχωρήσει ενσυνείδητα στον Πονηρό, τα κελεύσματα του οποίου να υπηρετεί προς βλάβη των ανθρώπων.


Κι όμως! Ένας τέτοιος άνθρωπος, τόσο δέσμιος του διαβόλου, δεν χρειάστηκε παρά ένα μικρό κορίτσι, την αγία Ιουστίνα, για να μπορέσει να απεμπλακεί. Όχι χρησιμοποιώντας η νεαρή κόρη επιχειρήματα, όχι κάνοντας θαύματα, αλλά απλώς τηρώντας το άγιο θέλημα του Θεού. Και μόνον δηλαδή η υπακοή στο θέλημα του Θεού είναι ικανή να εκδιώξει τον διάβολο και να μεταστρέψει έναν υπηρέτη του σε απόστολο του Χριστού. Το συγκλονιστικότερο: εν αγνοία της ίδιας της Ιουστίνας. Η αγία, αγωνιζόμενη απλώς να κρατήσει την αγνότητά της, χωρίς να γνωρίζει τίποτε, διέλυε κάθε ιστό αράχνης, που έπλεκε γι’  αυτήν ο διάβολος μέσω του οργάνου του. Κι αυτό που συνέβη τότε, συμβαίνει πάντοτε, όπως βεβαίως και σήμερα. Ο διάβολος ενώ φαίνεται πανίσχυρος, στην πραγματικότητα είναι εξαφανισμένος και κατηργημένος από τον Κύριο. Το έχουμε ξαναπεί: μόνον όποιος του δίνει δικαιώματα τον βλέπει κατακτητή της ζωής του. Και δικαιώματα του δίνουμε, όταν αμαρτάνουμε και παρουσιαζόμαστε χαλαροί στην πνευματική μας ζωή. Τότε ναι, ο διάβολος μας κάνει υποχείρια και έρμαιά του. Οπότε εισπράττουμε και το ανάλογο τίμημα: τη θλίψη, τη μελαγχολία, το μίσος, την κόλαση από αυτή τη ζωή. Θυμίζει η περίπτωση το περιστατικό του Γεροντικού: τον άγιο ασκητή που πηγαίνοντας στο σπίτι ενός ανθρώπου, προκειμένου να πάρει το αντίτιμο για κάτι πανέρια που του είχε πουλήσει, ήλθε αντιμέτωπος με τη δαιμονισμένη κόρη του ανθρώπου. Και χωρίς να πει τίποτε ο ασκητής, χωρίς να κάνει κάποια προσευχή για να βγει το δαιμόνιο, εκείνο εξαφανίστηκε σαν να καιγόταν, γιατί ο ασκητής δεν αντέδρασε σε χαστούκι που του έδωσε η κοπέλα. Η μη αντίδρασή του, λόγω της υπακοής στον Κύριο: «μη αντιστήναι τω πονηρώ», έφερε ακριβώς το θαύμα: να βγει το δαιμόνιο.


Δυστυχώς, ο διάβολος υπάρχει και δρα όπου βρει. Κι ακόμη δυστυχέστερα, υπάρχουν ταλαίπωροι συνάνθρωποί μας που καταφεύγουν στη μαγεία, στα δίχτυα δηλαδή του εχθρού τους, για να βρουν «ίαση». Η μεγαλύτερη συμβολή μας για την υπέρβαση της τραγικότητας αυτής είναι η υπακοή μας στο θέλημα του Θεού. Όσο εμείς που έχουμε κάποια συναίσθηση της πίστεώς μας είμαστε συνεπείς προς αυτήν την πίστη μας, τόσο θα αγιάζουμε τον εαυτό μας, συνεπώς ο διάβολος θα συναντά ένα «κενό» απέναντί μας, αλλά και τόσο θα βοηθούμε, χωρίς ίσως να το καταλαβαίνουμε, και τους αμελείς συνανθρώπους μας.