Τρίτη, 6 Αυγούστου 2019

ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ (4)



«Ἀπό πάσης ἀνάγκης, θλίψεως καί νόσου καί βλάβης με λύτρωσαι∙ καί τῇ σῇ δυνάμει, ἐν τῇ σκέπῃ σου φύλαξον ἄτρωτον, ἐκ παντός κινδύνου καί ἐξ ἐχθρῶν τῶν πολεμούντων καί μισούντων με, Κόρη πανύμνητε» (ὠδή ε΄ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος).
(Λύτρωσέ με ἀπό κάθε ἀνάγκη, θλίψη καί νόσο καί βλάβη. Καί μέ τή δύναμή Σου, φύλαξέ με κάτω ἀπό τή σκέπη Σου ἄτρωτο ἀπό κάθε κίνδυνο καί ἀπό ἐχθρούς πού μέ πολεμοῦν καί μέ μισοῦν, Κόρη πανύμνητε).

Ὁ βασιλιάς ποιητής γίνεται βαθιά ἀνθρώπινος στό συγκεκριμένο καί ὄχι μόνο τροπάριό του, γι’ αὐτό καί ἐξαιρετικά συμπαθής σέ ὅλους μας. Ἐνῶ γνωρίζει καλά τή θεολογία τοῦ πόνου, ὅτι ὁ πόνος δηλαδή στήν ὀρθόδοξη χριστιανική παράδοση δέν ἔχει μόνο ἀρνητικό χαρακτήρα ὡς ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου στήν ἁμαρτία∙ ἀντιθέτως μέ τά δεδομένα τῆς ἐν Χριστῶ ἀποκάλυψης γίνεται κατά παραχώρηση Κυρίου μέσον προαγωγῆς καί τελείωσης τοῦ ἀνθρώπου: ἄς θυμηθοῦμε γιά παράδειγμα τό τοῦ ἀποστόλου Ἰακώβου στήν καθολική του ἐπιστολή ὅτι μία ἀνάγκη, ἕνας πόνος, μία θεωρούμενη ἀτυχία, ὡς πειρασμός τοῦ βίου, πρέπει νά ἀποτελεῖ πρόκληση χαρᾶς, γιατί δοκιμάζει τήν πίστη καί ἔτσι ὁδηγεῖται ὁ πιστός στήν ὑπομονή καί τήν τελείωσή του («πᾶσαν χαράν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις, εἰδότες ὅτι τό δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν, ἡ δέ ὑπομονή ἔργον τέλειον ἐχέτω, ἵνα ἦτε τέλειοι καί όλόκληροι ἐν μηδενί λειπόμενοι»)∙ ὅμως, παρ’ ὅλη τή γνώση του αὐτή ἐπιμένει νά ζητάει ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο τή λύτρωσή του ἀπό ὁτιδήποτε τόν ταλαιπωρεῖ στόν κόσμο τοῦτο: ἀνάγκη, θλίψη, νόσο, βλάβη, κινδύνους ἀπό ἐχθρούς. Θέλει δηλαδή ὅ,τι στήν πραγματικότητα θέλουμε καί ζητοῦμε ὅλοι μας: τήν ὑγεία μας ὁλόκληρη, τή σωματική καί τήν ψυχική, κάτι πού τελικῶς τό εὔχεται διακαῶς ἡ Ἐκκλησία μας.  

Γιατί ἀναγνωρίζει κι αὐτός, ὁ ὑμνογράφος, ὅτι εἶναι ἀδύναμος ἄνθρωπος, παρ’ ὅλη τήν κοσμική ἐξουσία του, ἔστω καί τήν περιορισμένη στήν ἐποχή του, κι ἡ ἀδυναμία του αὐτή τόν κάνει νά μή νιώθει καλά στήν ἐπί γῆς πορεία του. Ἴσως μοιάζει κατά τοῦτο καί μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος ἐνῶ ἔχει τονίσει σέ ἐπιστολές του, κι ὄχι μία φορά, τό πόσο πράγματι οἱ πειρασμοί τοῦ βίου συνεργοῦν στήν πνευματική μας κατάρτιση, τόσο πού τίς θλίψεις τίς θεωρεῖ καί καύχημά του: «καί καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσι, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονήν κατεργάζεται, ἡ δέ ὑπομονή δοκιμήν, ἡ δέ δοκιμή ἐλπίδα, ἡ δέ ἐλπίς οὐ καταισχύνει», ὅμως σέ δεδομένη στιγμή πού κάποιος σωματικός πόνος τόν ταλαιπωροῦσε ἀφάνταστα στράφηκε πρός τόν Κύριο καί Τόν παρεκάλεσε νά τόν θεραπεύσει, γιά νά εἰσπράξει ὅμως τήν ἀρνητική Του ἀπάντηση: «ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου∙ ἡ γάρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται».

Ὁπότε καταλαβαίνουμε ὅτι ὑπάρχουν φορές στή ζωή μας πού εἶναι τέτοιες οἱ θλίψεις, ψυχικές ἤ σωματικές, πού νομίζουμε ὅτι εἶναι ὑπεράνω τῶν δυνάμεών μας∙ πού ἀρχίζει νά λειτουργεῖ μέσα μας ὁ πιό πονηρός πειρασμός, ὁ πειρασμός τῆς ὀλιγοπιστίας, ὁ ὁποῖος μᾶς προκαλεῖ τή λήθη ὅτι οὐδέποτε ὁ Κύριος θά μᾶς ἀφήσει νά δοκιμαστοῦμε ὑπέρ τίς δυνάμεις μας, ἀλλά θά ἔλθει ἀμέσως ἀρωγός στήν ὅποια δυσκολία μας καί θά μᾶς δώσει μάλιστα καί τή διέξοδο ὥστε νά ὑπερβοῦμε τόν ὅποιο πειρασμό, ὅπως τό σημειώνει ἰδίως ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί πάλι: «οὐκ ἐάσει ὑμᾶς ὁ Θεός πειρασθῆναι ὑπέρ ὅ δύνασθε, ἀλλά ποιήσει σύν τῶ πειρασμῶ καί τήν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὐμᾶς ὑπενεγκεῖν». Προφανῶς λοιπόν ὁ ὑμνογράφος ἐν προκειμένῳ, κινούμενος ἀπό «τά νέφη τῶν λυπηρῶν» πού κύκλωσαν τήν καρδιά του καί τόν ἔκαναν νά κινεῖται μέσα στό σκότος τῆς μή καθαρῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου καί τῆς Παναγίας στή ζωή του, φτάνει σ’ αὐτό τό σημεῖο νά ζητάει, ὅπως εἴπαμε,  ἀπό τήν Παναγία «τά πάντα»: τήν ἀπόλυτη ὑγεία του καί τό ἄτρωτο ἀπό κάθε κίνδυνο καί ἐπιβουλή τῶν ὅποιων ἐχθρῶν του.

Ἀλλά τό θαυμαστό εἶναι ὅτι μέσα σ’ αὐτήν τήν παραζάλη τῶν πειρασμῶν καί τῶν θλίψεων, τελικῶς δέν κάμπτεται καί δέν τά χάνει. Γιατί ξέρει ποιά εἶναι ἡ διέξοδος: ἡ καταφυγή στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἡ καταφυγή δηλαδή στόν Κύριο μέσω τῆς Θεοτόκου. Κι αὐτό εἶναι πού τόν ἐξυψώνει καί τόν σώζει καί τόν καθιστᾶ παραδειγματικό γιά ὅλους τούς πιστούς σημεῖο: ἡ βαθιά ἀγάπη του στήν Παναγία μας καί ἡ ἀπόλυτη πεποίθησή του ὅτι τελικῶς Ἐκείνη θά ἐπέμβει προκειμένου νά τόν λυτρώσει ἀπό ὁτιδήποτε τόν ταλαιπωρεῖ. Σάν τό παιδί πού στρέφεται στούς γονεῖς του ζητώντας τους ἀκόμη καί τά ἀδύνατα, γιατί πιστεύει ἀκράδαντα ὅτι οἱ γονεῖς του τόν ἀγαποῦν τόσο πού δέν πρόκειται ποτέ νά τοῦ χαλάσουν τό χατίρι.

Γι’ αὐτό καί μᾶς συγκινεῖ βαθιά ὁ ὑμνογράφος μας, ὅπως σημειώσαμε ἀπαρχῆς∙ γιατί φανερώνει τήν πίστη πού ζήτησε ὁ Κύριος νά ἔχουμε, ἄν θέλουμε νά εἰσέλθουμε στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν πίστη δηλαδή ἑνός παιδιοῦ. «Ἐάν μή στραφῆτε καί γένησθε ὡς τά παιδία, οὐ μή εἰσέλθητε εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν». Ἡ ὑπερβολή τῶν αἰτημάτων του δείχνει ἀνάγλυφα καί τήν ὑπερβολή τῆς ἀγάπης του γιά τήν Παναγία μας. Κι Ἐκείνη βεβαίως τό ξέρει, τό βλέπει καί συγκινεῖται ὑπερβαλλόντως. Οἱ θαυμαστές ἐπεμβάσεις Της, ἀκόμη καί  σέ περιπτώσεις πού «φαίνεται» ὅτι δέν θά ἔπρεπε, πείθουν γιά τήν παρήγορη αὐτήν πραγματικότητα.